Το πρόσωπο το πιό δεμένο με ιστορικά γεγονότα στην οικογένειά μας είναι

 

ο παππούς μας Νίκος Βαλμάς

 

 ο πατέρας της μητέρας μας. Ημουν μικρός όταν απ τις διηγήσεις του έμαθα ιστορικά γεγονότα που βαθύτερα θα γνώριζα χρόνια αργότερα. Η παρακάτω αναφορά είναι αφ ενός μια προσωπική απόδοση φόρου τιμής σε εκείνον αλλά και μια αναδρομή στις ιστορικές του αφηγήσεις που αξίζουν καταγραφής .

   

Γεννήθηκε το 1895 στις Στραπουργιές Ανδρου, ένα ολοπράσινο ορεινό χωριό με πολλές μικροπηγές (βρυσάρια) που βλέπει απο ψηλά την κοιλάδα της Μεσσαριάς , την πεδινή περιοχή στο κέντρο του νησιού δυτικά απ την πρωτεύουσα. Οι γονείς του ήταν ο Επαμεινώνδας και η Αθηνά Βαλμά κι είχαν άλλα 3 παιδιά , τον Λορέντζο , την Ειρήνη και τη Σμαράγδα. Η μητέρα του Αθηνά έζησε ως πολύ βαθειά γεράματα και πέθανε σε ηλικία 105 ετών , όταν εκείνος ήταν ήδη παππούς 56 ετών. Αυτή την προγιαγιά μου την γνώρισα σε πολύ μικρή ηλικία, αλλά ήταν πιά τυφλή και τα μάτια της δεν είδαν ποτέ , εμένα,  το μοναδικό της δισέγγονο, όσο ζούσε. Την θυμάμαι όμως που με τα χέρια της χάϊδευε και φιλούσε , στα τυφλά , τον γιό της , τον παππού μου , σαν νά ταν το μικρό της χαμένο παιδί, εμένα μόνο με ψιλάφισε . Το έβρισκα τότε παράξενο γιατί ο παππούς μου για μένα ήταν ένας σεβάσμιο γέρος κι όχι ένα μωρό , αλλά δεν ήξερα πως η τελευταία φορά που τον είχε δεί πριν τυφλωθεί , ήταν πολλά χρόνια πριν πιθανόν τον (2ο ΠΠ) πόλεμο .  

 Οταν ήρθε ο καιρός να πάει σχολείο τον έστειλαν να μεγαλώσει στα αδέρφια της μητέρας του που ήταν εύποροι δάσκαλοι σε διάσημη τότε σχολή στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου. Απ όσο καταλάβαινα τότε που τα άκουγα , θα τον κρατούσαν για πάντα εκεί σαν ένα είδος υιοθετημένου παιδιού επειδή εκείνοι δεν είχαν απογόνους . Επρεπε να διέπρεψε στην τάξη μιας και για χρόνια θυμάμαι που φύλαγε στα συρτάρια του τους μηνιαίους ελέγχους προόδου του με τίτλους όπως Excellent και Trs bien : ήταν και τα πρώτα γαλλικά που έμαθα στη ζωή μου, όταν κάπου 2,5 ετών τον ρώτησα να μου πεί τί ήταν αυτά τα πολλά , ατέλειωτα και παράξενα για μένα , χαρτιά. Αποφοιτώντας μιλούσε Γαλλικά (που αγαπούσε ιδιαίτερα) , Αγγλικά και, φυσικά, Αραβικά, είχε μάθει να παίζει μαντολίνο , βιολί και είχε κερδίσει ένα μαθητικό ποδηλατικό γύρο της Αλεξάνδρειας με τα πρώτα αρχάρια ποδήλατα της εποχής με την μία μεγάλη ρόδα εμπρός που μου είπε μάλιστα πως τότε είχαν ζάντες ... ξύλινες !  

Αλλά οι αναμνήσεις του από μια μάλλον αυστηρή συμπεριφορά στο σπίτι των θείων του γεμάτη περιορισμούς τον έκαναν να θέλει να μην συνεχίσει μέσα στο ίδιο περιβάλλον. Γι αυτό και τράβηξε για το εμπορικό ναυτικό , ένα επάγγελμα σίκ της εποχής του : οι περισσότεροι νησιώτες στο Αιγαίο και ειδικά στην Ανδρο διάλεγαν ομαδικά το ναυτικό επάγγελμα. Σε ολόκληρα χωριά οι άνδρες ταξίδευαν με το ίδιο καράβι. Θυμάμαι οικογένειες ολόκληρες είχαν μόνο γυναίκες , τους άνδρες τους ήξερα απ τις φωτογραφίες στους τοίχους των σπιτιών και απ τα νέα που έγραφαν στα γράμματά τους και τα σχολίαζαν οι γυναίκες στις βεγγέρες. Φυσικά ήταν και το οικονομικό θέμα : κανένα επάγγελμα στην στεριά δεν κέρδιζε τότε τόσα όσο οι ναυτικοί. Ετσι ο παππούς δεν δελεάστηκε από κανένα μέλλον που θα συγγένευε με τις μαθητικές του επιδόσεις και προτίμησε την θάλασσα που τότε ήταν και πιό σαγηνευτική καθώς ο υπόλοιπος κόσμος ήταν λιγώτερο γνωστός και μόνο οι ναυτικοί είχαν την δυνατότητα να τον δούν και να τον ζήσουν. Μαζί με τους ναυτικούς κι οι οικογένειές τους μαθαίναν ήδη πολλά απ αυτόν τον άγνωστο κόσμο. Κεντητά και διακοσμητικά απ την Ιαπωνία ιδιαίτερα , ραδιόφωνα απ την Αμερική , παραδοσιακά αντικείμενα απ την Λατινική Αμερική , ρούχα και κοσμήματα απ τις Ινδίες ή το Χόνγκ-Κόγκ και άλλα τόσα έβρισκες να γεμίζουν άφθονα τα σπίτια των ναυτικών σε μια εποχή κάπου 20-30 χρόνια προτού υπάρξουν τουριστικά ταξίδια. Τα λεφτά βέβαια πήγαιναν ανάλογα , αν και αρκετοί ακούστηκε ότι τα ξόδευαν απλόχερα όταν φτάναν στα λιμάνια , καθώς το φόρτωμα των καραβιών κρατούσε μέρες ή και βδομάδες. Αυτό όμως έκανε τότε την ζωή του ναυτικού περισσότερο δελεαστική - ενώ αργότερα , μακρυά απ το ντόκο , με ελάχιστο καιρό στο φόρτωμα , κατάντησε φυλακή σε ένα μεταλλικό κοίτος.

 

Στο θωρηκτό Αβέρωφ . Μούδρος και Ελλη 

 

Ο παππούς βρέθηκε ναύτης στους Βαλκανικούς πολέμους . Ηταν η ηλικία του βέβαια, θα ταν 19-20 ετών. Αλλά η τύχη τό φερε κι έζησε ιστορικές στιγμές. Ηταν με τον Αβέρωφ κι έζησε την ναυμαχία της Ελλης , παρακολούθησε τις πρώτες εναέριες επιθέσεις του υποπλοίαρχου Αρ. Μωραϊτίνη απ τον Μούδρο στα Στενά  και μπήκε με τον Αβέρωφ στην Πόλη.

Για την ναυμαχία μου είχε διηγηθεί ότι από καιρό ο Αβέρωφ περίμενε την αναμέτρηση με τα γερμανο-τουρκικά καταδρομικά τα οποία κλείνονταν στα Στενά τα οποία ήταν ισχυρά φυλαγμένα με παράκτια πυροβόλα και αντιαεροπορικά. Τα εχθρικά πλοία όμως δεν τολμούσαν να φύγουν απ την προστασία τους παρά μόνο άν ήξεραν πως η κατάσταση θα ήταν εύκολη γι αυτούς. Ετσι ο Αβέρωφ προσπάθησε να κρυφτεί στο βόρειο Αιγαίο περιμένοντας τον εχθρό να ξεμυτίσει. Αυτό πράγματι έγινε μια φορά αλλά την ίδια ώρα που τα νέα φτάναν στο ελληνικό πλοίο , τα εχθρικά πλοία είδαν ένα κάποιο άλλο που τους θύμισε τον Αβέρωφ από μακρυά κι ανέκρουσαν πρύμνα ταχύτατα τόσο που ο Αβέρωφ δεν προλάβαινε να τα φτάσει. 

Στην ναυμαχία της Ελλης ο παππούς , έδινε το εθνικό παρόν

Οταν ήρθε η ώρα της ναυμαχίας ο Αβέρωφ άνοιξε πύρ με ομοβροντίες για να τους κόψει τον δρόμο επιστροφής και φάνηκε καθαρά ότι η ελληνική δύναμη είχε τον αέρα της μάχης. Ωστόσο γρήγορα ο Αβέρωφ δέχτηκε ένα απροσδόκητο βλήμα που ωστόσο δεν εξεράγη. Στην θέση του έμεινε μια γούβα που για καιρό την έδειχναν σαν σημάδι που έφερνε τύχη.

 

 

Στην παραπάνω φωτογραφία ο παππούς μας αναγνώρισε τον εαυτό του ανάμεσα στα άτομα που βρίσκονται μπροστά στη σκάλα για να αποβιβαστούν προς τις βάρκες

 Σε μια περίπτωση ο παππούς θυμήθηκε τον Αριστείδη Μωραϊτίνη , τον πρώτο έλληνα μαχητή αεροπόρο που ανήκε στο ναυτικό. Το αεροπλάνο του ήταν ένα De Havilland DH9 δώρο των άγγλων που με βάση το Μούδρο σκόπευε να πλήξει τα τουρκικά ενόσω ήταν μέσα στα Στενά. Οι άγγλοι ωστόσο απαγόρεψαν μια τέτοια απόπειρα που την θεωρούσαν άσκοπη απώλεια. Ο Μωραϊτίνης όμως τους παράκουσε και ώρμησε στα Στενά με σκοπό να πλήξει τα εχθρικά. Τα αντιαεροπορικά τον περικύκλωσαν επικίνδυνα ενόσω εκείνος προσπαθούσε να  βρεθεί σε ευννοϊκή θέση να τους ρίξει την μέτρια σε μέγεθος βόμβα που μόλις μπορούσε να μεταφέρει το αεροπλάνο εκείνης της εποχής. Τελικά ο Μωραϊτίνης επέστρεψε χωρίς να προκαλέσει σπουδαία ζημιά , αλλά ηθικά είχε πετύχει μια νίκη. Αυτό του χάρισε ένα παράσημο , τον θαυμασμό των άγγλων αλλά και μια ποινή περιορισμού απ τον αγγλο διοικητή ο οποίος θεωρητικά ήταν ο ανώτερός του στις επιχειρήσεις εκείνες. Οταν τελικά ο Αβέρωφ μπήκε στην Πόλη ο παππούς θυμόταν καλά τα πλήθη και τους πανυγηρισμούς στην προβλήτα. Ηρθε κι η στιγμή να ξεδιπλωθεί η μεγάλη σημαία που μετέφερε ο Αβέρωφ για την περίπτωση. Λέγανε πως την είχε χαρίσει ο ίδιος ο Αβέρωφ παλιώτερα στην Αίγυπτο κι ο παππους θυμόταν πως ήταν η ίδια που είχε δωρηθεί στο σχολείο τους στην Αλεξάνδρεια πρίν κάπου 10 χρόνια

 Αντι-Βενιζελικό κίνημα

 

Αν και ποτέ δεν εξέφραζε παθιασμένα , όπως άλλοι , τις πολιτικές του πεποιθήσεις , ο παππούς από κάτι που κάποτε εξιστόρησε πρέπει να πήρε μέρος σε κάποιο αντι-Βενιζελικό κίνημα. Μας έλεγε πως είχε μεταμφιεσθεί σε ... πλανόδιο λούστρο , μια αμφίεση με πολλά πλεονεκτήματα : μπορούσες να έχεις φυσιολογικά λερωμένο , απ τις μπογιές εννοείται , πρόσωπο το οποίο δούλευε σαν καλό καμουφλάζ , ενώ καθώς οι περισσότεροι δουλεύαν σκυφτοί , η επαφή με τα φυσιογνωμικά χαρακτηριστικά ήταν η λιγώτερη δυνατή. Αλλά ακόμα για να προστατεύσουν τις κάλτσες των πελατών απ την μπογιά χρησιμοποιούσαν τα χάρτινα πακέττα τσιγάρων ή άλλα χαρτονάκια που τα τοποθετούσαν ανάμεσα στο παπούτσι και την κάλτσα. Σε εκείνα όμως τα χαρτονάκια οι διάφοροι ειδικοί πελάτες τοποθετούσαν μυνήματα ενός αντι-Βενιζελικού δικτύου και χρησιμοποιούσαν τους δικούς τους λούστρους για την διακίνησή τους. Τελικά το δίκτυο προδόθηκε και ο παππούς συνελήφθη , αλλά περισσότερα δεν μας είπε εκτός απ το ότι καλοπέρασε στα χέρια της τότε αστυνομίας, αλλά δεν φαίνεται αυτό να είχε περαιτέρω συνέχεια (;) ή τουλάχιστον άλλα δεν είπε. Σίγουρα δεν χώνευε τους μετα-Βενιζελικούς κυβερνήτες , Πάγκαλο και Κονδύλη , αλλά παραδόξως δεν εκφραζόταν ιδιαίτερα εναντίον του ίδιου του Βενιζέλου , όσο για την Μικρασιατική καταστροφή υποστήριζε ότι φταίγαν κυρίως οι Αγγλο-Γάλλοι ενώ οι Ελληνες και των δύο στρατοπέδων κάναν τα λάθη που ήταν αρκετά για να ολοκληρώσουν την τραγωδία. Στην εξωτερική πολιτική θεωρούσε τους Ελληνες σαν ...ερασιτέχνες και ποτέ δεν άλλαξε γνώμη σε αυτό.            

 

            Απ τους πρώτους ... παραβάτες του ορίου ταχύτητας  

            Ο παππούς κάπου στα 1927 αγόρασε ένα αυτοκίνητο . Με πολύ χιούμορ διηγόταν ότι στην Αθήνα της εποχής με τα ελάχιστα μεν αυτοκίνητα αλλά τους κακούς δρόμους και τους πεζούς να τους διασχίζουν με τα πόδια , η ταχύτητα ήταν κάτι το αδιανόητο. Ο περιορισμός της τροχαίας ήταν κάπου 40 χαω και σε μια περίπτωση τον σταμάτησε γιατί ο τροχονόμος που θεώρησε ότι έτρεχε με πάνω από  50 ! Φυσικά τότε το μέτρημα της ταχύτητας ήταν μάλλον ...θεωρητικό , αλλά ο παππούς θυμόταν που πληρώνοντας την κλήση του δήλωσαν πως ήταν ένας απ τους πρώτους ιστορικά παραβάτες του ορίου ταχύτητας ! Δεν ξέρω αν αυτό είχε επηρεάσει το ... ηθικό του αλλά αν και κράτησε το παλιό του δίπλωμα και το έδειχνε γελώντας , μεταπολεμικά δεν ξαναοδήγησε ποτέ του -  η ηλικία φαίνεται μάλλον 

 

Γερμανικά πολεμοφόδια στην Δημοκρατική Ισπανία με Ελληνικά καράβια 

 

Μετά τον 1ο ΠΠ και τον Αβέρωφ , ξαναγύρισε στο εμπορικό ναυτικό και ξαναβρέθηκε ανάμεσα στην ιστορία : το 1937-38 όταν ,μας διηγόταν, τα ελληνικά καράβια και μάλιστα με πολύ συμφέροντες ναύλους,  έσπαγαν το εμπάργκο εναντίον της Δημοκρατικής Ισπανίας για να την εφοδιάζουν με όπλα και τρόφιμα.  Χρόνια προτού τύχει να το διαβάζω από βιβλιο , πρώτη φορά το 2000 , ο παππούς μου είχε διηγηθεί κάτι ιστορικά άγνωστο. Η ελληνική κυβέρνηση , του Μεταξά τότε , μετέφερε πολεμοφόδια στην Δημοκρατική Ισπανία , αρχικά μέσω Μασσαλίας , αργότερα όμως κι ως τη Βαρκελώνη. Ο παππούς μιλούσε με λύπη για τα πεινασμένα προσωπάκια των παιδιών της Καταλωνίας  που πλησίαζαν τα καράβια και παρακαλούσαν μια μπουκιά ψωμί , στη Βαρκελώνη που έζωνε από παντού ο Φράνκο. Ο παππούς πάντα τόνιζε πως το γεγονός ότι ιδεολογικά το πράγμα ξένιζε , έκρυβε μια μεγάλη κομπίνα. Το 2000 , θα διαβάσω από άγγλο ιστορικό ερευνητή ότι ουσιαστικά τα πολεμοφόδια αυτά ήταν γερμανικά που τα πουλούσε έμμεσα στην ΠΥΡΚΑΛ ο Γκαίρινγκ και από εκεί σαν ελληνικά όπλα στην Ισπανία , μέσω ειδικών κυκλωμάτων , με κόμβο τον Μποδοσάκη και τις διασυνδέσεις Μεταξά Γερμανίας . Φυσικά ο λόγος για τη μίζα ,που έπαιρνε ο Γκαίρινγκ, και τα άλλα έμμεσα κέρδη από τα εξόχως υπερτιμημένα υλικά που πλήρωναν οι απελπισμένοι Ισπανοί.

Πλησιάζοντας μάλιστα κάποτε τις Βαλλεαρίδες το ελληνικό καράβι διέκρινε καθαρά την σιλλουέτα ενός γερμανικού καταδρομικού τσέπης. Ο παππούς την θυμήθηκε καλά αυτή την σιλουέττα γιατί αργότερα θα ξαναδεί μια ολόϊδια σε μια άλλη ιστορική στιγμή. Τα γερμανικά εννοείται ήταν εκεί για να βυθίζουν οτιδήποτε καράβι πήγαινε βοήθεια στην Βαρκελώνη , μιας κι οι γερμανοί δουλεύαν για τον Φράνκο. Αλλά βλέποντας το ελληνικό καράβι , παρόλο ότι το αναγνώρισαν κανονικά μετά απλά έστριψαν κι έφυγαν. Οι έλληνες ναυτικοί κατάλαβαν ότι οι μυστικές συμφωνίες των εμπολέμων πήγαιναν πολύ βαθειά. Σήμερα ξέρουμε ότι το πλοίο ήταν το Αντμιραλ Σέερ και είχε εντολές να μην πειράζει τα ελληνικά ειδικά καράβια. Είχε φροντίσει σχετικά ο Γκαίρινγκ.  

 

Αμερικανικό ατσάλι στην Ιαπωνία

 

Αρχές του 1939 ο παππούς βρέθηκε σε καράβι να μεταφέρει μινεράλια , ακατέργαστο σιδηρομεταύλλευμα απ την Αμερική στην Ιαπωνία : Σαν Φρανσίσκο -  Γιοκοχάμα. Θυμάμαι που μού λεγε πως ήταν φορτίο που μισούσαν γιατί στη δυνατή θάλασσα μπορούσε να μετακινηθεί μόνιμα και να μπατάρει το πλοίο. Κάποια άλλα ανδριώτικα πλοία είχαν έτσι χαθεί. Παρόλα αυτά κάναν την διαδρομή συχνά και βλέπαν πως το μετάλλευμα κατέληγε στα εκεί γιαπωνέζικα ναυπηγεία. Μετά το Πέρλ Χάρμπορ μοιραία ο παππούς αναρρωτήθηκε τί νόημα είχε να πουλάει η Αμερική μετάλλευμα στην Ιαπωνία που με αυτό έφτειαχνε τον στόλο που μια μέρα την χτύπησε. Δεν το ξέραν οι Αμερικάνοι ; έλεγε . Σήμερα με το internet , μπορεί να δεί κανείς μερικές ιστοσελίδες που θείγουν το θέμα κι ακόμα καταλήγουν σε μερικά πολύ ζουμερά συμπεράσματα με τα οποία θα ασχοληθούν οι ιστορικοί του 21ου αιώνα , μάλλον.  

 

Το Γκράφ Σπέε

 

Εξωτικά ονόματα όπως Μοντεβιντέο και Μπουένος Αϋρες είχαν καταντήσει τσίχλα στην καθημερινή κουβέντα των γυναικών των ναυτικών μας και αρκετά μετά τον πόλεμο μάλιστα. Αργότερα μικρός σκαλίζοντας τις παλιές φωτογραφίες Θεέ μου πόσο μου άρεσε αυτό ! ανακάλυπτα ένα σωρό κάρτες που ταχυδρομούσε ο παππούς από εκεί,  κάθε που έπιανε λιμάνι. Αλλά τέλη του 1939 ο παππούς είδε την ιστορία να τον πλησιάζει εκεί. Μου είπε πως είδε το θωρηκτό τσέπης Φόν Σπέε να είναι ήδη ελλιμενισμένο στο Μοντεβιδέο όταν το ελληνικό καράβι έφτανε. Ο παππούς αναγνώρισε αμέσως την ίδια εκείνη σιλλουέττα του Αντμιραλ Σέερ αφού το Σπέε ήταν δίδυμο καράβι. Φυσικά έμαθαν για την όλη υπόθεση κι ενώ περίμεναν να δούν την συνέχεια τους διέταξαν να φύγουν για Μπουένος Αϋρες. Αργότερα μάθαν πως οι Αγγλοι είχαν δώσει διαταγή σε όποια φίλια καράβια ήταν εκεί να αποχωρούν ένα τη μέρα απ το Μοντεβιδέο ώστε να χρησιμοποιήσουν ειδικό άρθρο του Διεθνούς Δικαίου με σκοπό να υποχρεώσουν το Γκράφ Σπέε να μείνει καθηλωμένο στο λιμάνι . Τα πολεμικά πλοία δεν μπορούσαν να αποπλεύσουν παρά μόνο 24 ώρες απ τον απόπλου ενός εμπορικού πλοίου από ουδέτερο λιμάνι και τότε οι Αγγλοι περίμεναν να συγκεντρώσουν ενισχύσεις από άλλα μέρη του Ατλαντικού για να του αποκλείσουν την έξοδο. Οταν επέστρεψαν το βρήκαν μισοβυθισμένο : ο παππούς μου είπε ότι εξείχε ακόμα η τσιμινιέρα και το ανώτερο μέρος της γέφυρας και πως περνώντας από κοντά το υπόλοιπο σώμα του πλοίου ήταν καθαρά ορατό μέσ το νερό. 

 

Αιχμάλωτος τως Γιαπωνέζων

 

 Οταν άρχισε ο πόλεμος στην πατρίδα οι έλληνες ναυτικοί δεν μπορούσαν να γυρίσουν πια σε αυτήν. Ο παππούς είχε ήδη παντρευτεί και είχε οικογένεια. Γυναίκα του ήταν η Μαρία , γένος Αναστάσιου Μπασταλέ απ την Σύρο και είχε ήδη δυό παιδιά την Αθηνά , την μητέρα μας και τον Επαμεινώνδα , που πέθανε όμως μικρό παιδί. Δεν θα τους έβλεπε όμως παρά μόνo μετά τον πόλεμο πιά και όχι όλους : η γυναίκα του υπέφερε από καρδιά. Το εμπορικό καράβι στο οποίο βρισκόταν διατάχθηκε να πλεύσει στην Αλεξάνδρεια και από εκεί το έστειλαν σε αποστολές εφοδιασμού των βρετανικών δυνάμεων στον Ειρηνικό . Αλλά τα πλοία ακόμα ακολουθούσαν μοναχικούς δρόμους και ήταν αργά και έκθετα στα υποβρύχια. Σε μερικές μέρες πήραν μύνημα ανάγκης στον ασύρματο από άλλο Ανδριώτικο πλοίο αν θυμάμαι καλά (;) το Μήνα Καμπάνη (;) που είχε βληθεί από τορπίλλη. Το υποβρύχιο ήταν τελικά ιαπωνικό. Ο πλοίαρχος του υποβρυχίου ζήτησε απ τους ναυαγούς που ήταν ήδη στις βάρκες να προσδεθούν με σχοινί στο υποβρύχιο για να τους ρυμουλκήσει εν αναδύσει στην βάση του , αλλά σύντομα το υποβρύχιο καταδύθηκε. Οι δύο πρώτες βάρκες βούλιαξαν ορμητικά στα κύματα και απ αυτές κανείς δεν σώθηκε , αλλά στην τρίτη ένας πρόλαβε να χρησιμοποιήσει το τσεκούρι που φυλάνε στα υλικά ανάγκης των σωστικών λέμβων και να την σώσει , κόβοντας το σχοινί. Το υποβρύχιο δεν ασχολήθηκε άλλο μαζί τους ίσως και να είχε εντοπίσει κάποιο κίνδυνο (;) και γι αυτό είχε καταδυθεί. Τον άνθρωπο αυτόν μου τον είχε δείξει κάποτε σε κάποιο ανδριώτικο χωριό ο παππούς γύρω στα 1955. Το πλοίο του παππού τελικά πρόλαβε να τους διασώσει, αλλά κάπου ένα μήνα μετά ένα γιαπωνέζικο ελαφρύ καταδρομικό αιχμαλώτισε το πλοίο του το οποίο ανάγκασε να βάλει πορεία για κάπου στο Κυότο. Εκεί ο παππούς έμεινε αιχμάλωτος μαζί με όλο το καράβι και το πλήρωμα  . Μας διηγόταν που ερχόταν ένας γιαπωνέζος αξιωματικός να τον συνοδεύσει στην ξηρά για να φροντίσει τον σητισμό του πλοίου και τον ακολουθουσε ένας στρατιώτης με λόγχη που συχνά κόλλαγε στα πλευρά του παππού για να τον εκφοβίσει. Σε όλη αυτή τη διάρκεια , ο παππούς δεν ήξερε τί ακριβώς συνέβαινε με την Ελλάδα, μέχρι που τον κάλεσε ο ανώτερος υπέυθυνος αξιωματικός να του ανακοινώσει ότι το πλοίο ήταν ελεύθερο : η Ελλάδα είχε εν τω μεταξύ συνθηκολογήσει και το πλοίο έφερε φυσικά ελληνική σημαία. Ο αξιωματικός εκείνος δεν φάνηκε να γνώριζε ούτε καν πού ήταν η Ελλάδα και έμεινε με γουρλωμένα τα μάτια όταν έμαθε πως εκείνη η μικρή χώρα στον χάρτη πήγε να τα βάλει με τον Αξονα κι εκάγχασε  μπροστά του όταν τού δωσε τα χαρτιά που τους απελευθέρωνε. Το πλοίο απ ότι φαίνεται τράβηξε δυτικά με σκοπό εννοείται να επιστρέψει στηn πατρίδα αλλά όλοι ξέραν πως ο προορισμός ήταν ουσιαστικά  η Αίγυπτος.

 

Οι πρόσκοποι του Ρόμμελ στην Αλεξάνδρεια

 

Οταν φτάσαν στην Αλεξάνδρεια ο παππούς είδε με μεγάλη χαρά τον παλαίμαχο Αβέρωφ  να έχει ενωθεί με τον υπόλοιπο ελληνικό στόλο και να συνοδεύει νηοπομπές , στον Ινδικό. Εκείνος βρέθηκε τώρα να παίρνει μέρος σε νηοπομπές στη Μεσόγειο με βάση την Αλεξάνδρεια. Θυμάται κυρίως επιθέσεις από ιταλικά Sparvieri SM79 που αποπειράθηκαν να τους τορπιλλίσουν αλλά ήταν άστοχα κι απόφευγαν τις κοντινές προσβολές γιατί φοβόντουσαν πολύ τα αντιαεροπορικά των πλοίων συνοδείας. Οι αποστάσεις ήταν μακρινές στη Μεσόγειο και μια σφαίρα σε ένα ντεπόζιτο βενζίνας θα σήμαινε αναγκαστική προσθαλάσσωση για το τορπιλλοπλάνο αλλά τελικά σίγουρο θάνατο για τα πληρώματα : οι ιταλοί προτιμούσαν να μην ρισκάρουν. Αυτή την εξήγηση έδινε ο παππούς.Οσο όμως πέρναγε ο καιρός ο Ρόμμελ πλησίαζε τοn Νείλο και όλοι ήταν εξαιρετικά νευρικοί με το ενδεχόμενο να δούν τους γερμανούς να φτάνουν στην Αλεξάνδρεια. Ο παππούς μάλιστα κορόϊδευε και μερικούς άγγλους που : Είχαν προμηθευτεί κελεμπίες για να περάσουν σαν άραβες και να αποφύγουν την αιχμαλωσία . Οι γερμανοί σίγουρα προσπαθούσαν να προετοιμαστούν για το ενδεχόμενο και η ανυσηχία στην Αίγυπτο είχε οξύνει τις αισθήσεις. Ετσι μια μέρα ο έλληνας πωλητής σε ένα βιβλιοπωλείο υποπτεύθηκε τις περίεργες ματιές ολόγυρα δύο εγγλέζων πελατών. Τους πλησίασε να τους εξυπηρετήσει , ουσιαστικά , για να τους ψαρέψει . Σε λίγο τηλεφωνούσε στην αστυνομία : οι εγγλέζοι ήταν τελικά γερμανοί ανιχνευτές του Ρόμμελ που μάζευαν πληροφορίες. Ο παππούς βρέθηκε κοντά στο βιβλιοπωλείο λίγο μετά την σύλληψή τους και διέδωσε το νέο , επαινώντας την μύτη του συμπατριώτη μας.    

Αριστερά ο παππούς μαζί με άλλους πιθανώτατα Ανδριώτες συναδέλφους ναυτικούς μπροστά στο Λίμπερτυ με το οποίο ταξίδευαν πιθανώτατα κάπου στη Ν. Αμερική

Δεξιά , μαζί με την μητέρα μας Αθηνά, κάπου 17 χρονών τότε, στην απελευθερωμένη Αθήνα

 

Μετά τον πόλεμο ο παππούς γύρισε στο σπίτι αλλά βρήκε μόνο την κόρη του ζωντανή , η γυναίκα του πέθανε στην κατοχή από επιδείνωση της υγείας της. Την μικρή είχε κρατήσει στη ζωή η αδελφή της γυναίκας του Αγγελική η οποία έτρεξε να βοηθήσει την κατάσταση κι έκτοτε έπαιξε εκείνη τον ρόλο της μάννας , κι αργότερα τον ρόλο της γιαγιάς για μένα , μέχρι τον θάνατό της γύρω στο 1957. Ο παππούς πολύ συχνά τα διηγόταν όλα αυτά καιρό αργότερα κι άλλα που δεν θυμάμαι πιά τώρα. Ηταν εκείνος μάλιστα που με πήρε να δώ για πρώτη μου φορά τον παροπλισμένο αλλά περήφανο Αβέρωφ και μου ξαναδιηγήθηκε τον Μούδρο και την Ελλη , ακόμα μια φορά. Επίσης με πήρε να ανεβούμε στο , μεταπολεμικό, καταδρομικό Ελλη σε μια εθνική γιορτή στο Φάληρο και μου ξαναδιηγήθηκε την όση ελληνική ιστορία είχε ζήσει. Πέρασε ακόμα λίγα χρόνια ταξιδεύοντας μόνο στην Μεσόγειο, μέχρι που πήρε την σύνταξή του και πέθανε κάπου 10 χρόνια αργότερα.

 

Η μικρή θέση που του αφιερώνουμε εδώ είναι δυσανάλογα μικρή 

σε σχέση με τις δικές μας αναμνήσεις για εκείνον.  

Return to the Home Page