ΟΙ ΘΕΡΜΟΠΥΛΕΣ ΤΗΣ ΝΟΡΜΑΝΔΙΑΣ

 

Η ΕΠΙΚΗ ΑΜΥΝΑ ΤΗΣ “HITLERJUGEND”

ΣΤΗ ΦΑΛΑΙΖ

(16-18 Αυγούστου 1944)

 

 

20-Jan-07 16:24

Άγγελος Ν. Δαλασσηνός

 

 

Στα μέσα Αυγούστου 1944 τα υπολείμματα των γερμανικών δυνάμεων στην Νορμανδία είχαν αρχίσει να εγκλωβίζονται στον θύλακα της Φαλαίζ, περιμένοντας να συνθλιβούν από την υλική και αριθμητική υπεροχή εννέα Συμμαχικών Σωμάτων Στρατού τα οποία συγκεντρώνονταν γύρω τους. Στο εσωτερικό του, 150.000 Γερμανοί στρατιώτες προσπαθούσαν να διαφύγουν διά μέσω ενός και μοναδικού διαδρόμου, πλάτους 18 χλμ, ο οποίος αποτελούσε την μοναδική δίοδο διαφυγής. Αλλά αυτός δεν θα έμενε για πολύ ανοικτός. Στις 16 Αυγούστου μία Ομάδα Μάχης της 12 Μεραρχίας Τεθωρακισμένων SS “Hitlerjugend”, δύναμης 150 ανδρών, διατάχθηκε να κρατήσει την Φαλαίζ για να καθυστερήσει την εχθρική προέλαση και την ολοκληρωτική κύκλωση του θύλακα. Αντίπαλός τους, μία καναδική ταξιαρχία 1.850 ανδρών και 24 αρμάτων. Θα ήταν μία απεγνωσμένη, καταδικασμένη άμυνα, αλλά κάθε ώρα αντίστασης θα σήμαινε την σωτηρία εκατοντάδων συντρόφων τους. Και εκείνοι οι λιγοστοί Γρεναδιέροι SS ήταν αποφασισμένοι να μείνουν ακλόνητοι στις θέσεις τους, υπερασπιζόμενοι τις δικές τους Θερμοπύλες μέχρι τον τελευταίο.

 

 

Η μεσαιωνική κωμόπολη της Φαλαίζ, γεννέτειρα του Γουλιέλμου του Κατακτητή, βρίσκεται επάνω σε ένα πλάτωμα στην κοιλάδα του μικρού ποταμού Αντ. Σε ολόκληρη τη βορειοδυτική πλευρά της δεσπόζει το μεσαιωνικό κάστρο και τα τείχη του, χτισμένο πάνω σε έναν απότομο βράχο, από τον οποίο πήρε και η πόλη το όνομά της (Falaise=απότομος, απόκρημνος βράχος). Μετά την Καν, 35 χλμ βορειότερα, η Φαλαίζ ήταν ο δεύτερος σημαντικότερος οδικός κόμβος στον βρετανικό τομέα της απόβασης. Στα μέσα Αυγούστου 1944, όταν τα γερμανικά στρατεύματα στην Νορμανδία άρχισαν να υποχωρούν μαζικά, καταδιωκόμενα από τον Συμμαχικό οδοστρωτήρα, η Φαλαίζ απετέλεσε, εκ των πραγμάτων, το σημείο συγκέντρωσης του όγκου όλων αυτών των δυνάμεων. Με την στρατηγική θέση που κατείχε, αποτελούσε την φυσική πύλη εξόδου από την Νορμανδία προς την υπόλοιπη γαλλική ενδοχώρα, ενώ οι δύο κεντρικές λεωφόροι οι οποίες την διασχίζουν από βορρά προς νότο και από δύση προς ανατολή – η Καν-Αρζαντέν (Ν 158) και η λεωφόρος Αββαείου (Ν 809) – επέτρεπαν την ταχεία μετακίνηση στρατευμάτων των αντιμαχομένων πλευρών. Δεν θα ήταν υπερβολή αν χαρακτηρίζαμε την Φαλαίζ σαν τις Θερμοπύλες της Νορμανδίας. Η κατοχή της ήταν ζωτικής σημασίας για αμφότερες τις πλευρές: στους Γερμανούς εξασφάλιζε μία ταχεία οδό διαφυγής προς τον Σηκουάνα στα ανατολικά, ενώ για τους Συμμάχους σήμαινε τον ταχύτερο εγκλωβισμό των Γερμανών στον θύλακα που είχε αρχίσει να σχηματίζεται μεταξύ Φαλαίζ-Φλερ-Αρζαντέν. Στο εσωτερικό του βρίσκονταν 150.000 Γερμανοί στρατιώτες - τα υπολείμματα δύο Στρατιών και μίας Ομάδας Τεθωρακισμένων. Οι επιζώντες των αποδεκατισμένων αυτών μονάδων διέφευγαν μέσω ενός διαδρόμου πλάτους 18 χλμ, ο οποίος έμενε ανοικτός μεταξύ των χωριών Τραν-Σαμπουά. Στις 13 Αυγούστου η ύπαρξη του διαδρόμου έγινε αντιληπτή από τον στρατηγό Μοντγκόμερυ, ο οποίος διέταξε επειγόντως την 2η Καναδική Μεραρχία Πεζικού να καταλάβει την Φαλαίζ, στον βόρειο τομέα του θύλακα, και να κλείσει τον διάδρομο το ταχύτερο δυνατόν.

O θύλακας της Φαλαίζ 16-20 Αυγούστου 1944. Χάρη στον τιτάνιο αγώνα της “HJ”, αλλά και εξαιτίας του κακού συντονισμού μεταξύ των μονάδων και τις επιδιώξεις κάθε στρατηγού για προσωπική δόξα, οι Σύμμαχοι έχασαν πολύτιμο χρόνο, επιτρέποντας σε 100.000 Γερμανούς να διαφύγουν μέσα από τα χέρια τους.

 

 

Μπροστά στο μέτωπο των Καναδών βρισκόταν η κατακερματισμένη 12η SS Μεραρχία Τεθωρακισμένων “Hitlerjugend” (“HJ”), η οποία, κατά τη διάρκεια της υποχώρησης, κρατούσε σθεναρά την οπισθοφυλακή, καθυστερώντας την Συμμαχική προέλαση και τώρα πλησίαζε τα βόρεια περίχωρα της Φαλαίζ. Μέχρι τις 14 Αυγούστου η μεραρχία είχε αποδυναμωθεί σε απελπιστικό σημείο: ήταν χωρισμένη σε τρεις Ομάδες Μάχης οι οποίες επιχειρούσαν διεσπαρμένες, προκειμένου να καλύψουν όλους τους επαπειλούμενους τομείς του μετώπου. Ήταν ένα σύνολο περίπου 1.000 μάχιμων Γρεναδιέρων και 50 αρμάτων, οι οποίοι μάχονταν εναντίον δύο Σωμάτων Στρατού και 700 αρμάτων. Οποιαδήποτε ελπίδα διαφυγής των περικυκλωμένων Γερμανών βασιζόταν στον χρόνο για τον οποίο η “HJ” θα μπορούσε να κρατήσει την γαλλική κωμόπολη, διασφαλίζοντας έτσι το βόρειο πλευρό του θύλακα.

 

Ο διοικητής της, συνταγματάρχης SS Κουρτ Μάγιερ (Kurt Meyer) ανέθεσε το βαρύτατο καθήκον της άμυνας της Φαλαίζ στην Ομάδα Μάχης (Kampfgruppe) του ταγματάρχη SS Μπέρνχαρντ Κράουζε (Bernhard Krause), διοικητή του 1ου τάγματος, του 26ου συντάγματος Γρανδιέρων (Ι./26). Η Ομάδα του αποτελείτο από τα υπολείμματα του τάγματός του, μαζί με τους άνδρες του Λόχου Ασφαλείας Μεραρχίας (Divisionbegleitkompanie) – ένα σύνολο μόλις 150 ανδρών. Τα μοναδικά βαρέα όπλα μακρού βεληνεκούς που διέθεταν ήταν δύο αντιαρματικά πυροβόλα των 75 mm και δύο Tiger της 102ης SS Επιλαρχίας Βαρέων Αρμάτων (“001” και “241”) του ανθυπίλαρχου SS Βάλτερ Σρόϊφ (Walter Schroif), διοικητή της 2ης ίλης. Για τις μάχες εκ του συστάδην, τα μόνα που είχαν να αντιτάξουν ήταν αρκετά MG42, μερικά Panzerfaust και την προσωπική τους ανδρεία.

Στην βρετανική πλευρά, η κατάληψη της πόλης ανετέθη στην 6η Καναδική Ταξιαρχία, τμήμα της 2ης Καναδικής Μεραρχίας. Τα τρία τάγματα πεζικού της (South Saskatchewan, Cameron Highlanders και Fusilier Mont Royal) υποστηρίζονταν από δύο ίλες αρμάτων Sherman, τρία τάγματα πυροβολικού και αρκετά αντιαρματικά. Το σχέδιο προέβλεπε την διεξαγωγή της επίθεσης σε δύο άξονες από τα δύο πρώτα τάγματα, των South Saskatchewan, δύναμης 625 ανδρών και των Cameron Highlanders, δύναμης 667 ανδρών, έκαστο υποστηριζόμενο από μία ίλη Sherman. Το τρίτο, των Fusilier Mont Royal (558 άνδρες), θα παρέμενε σε εφεδρεία, ακολουθώντας πίσω από τους Cameron Highlanders. Ήταν ένα σύνολο 1850 ανδρών, 24 αρμάτων και τριών ταγμάτων πυροβολικού, εναντίον 150 ανδρών, δύο αρμάτων και δύο αντιαρματικών.

Μέχρι τις 13 Αυγούστου η πόλη είχε ήδη βομβαρδιστεί τέσσερις φορές από τους Συμμάχους, αναγκάζοντας το μεγαλύτερο μέρος των κατοίκων της να την εγκαταλείψουν. Όταν το πρωί της 15ης Αυγούστου εμφανίστηκαν οι Γρεναδιέροι του Κράουζε μπροστά τους αντίκρισαν σωρούς ερειπίων και μερικά άθικτα κτίρια μέσα στα οποία ζούσαν περίπου 300 Γάλλοι οι οποίοι είχαν αρνηθεί να εγκαταλείψουν τις εστίες τους. Οι Γρεναδιέροι του Κράουζε εγκατέστησαν ισχυρές αμυντικές θέσεις κατά μήκος του μεσαιωνικού τείχους της πόλης, με τους άνδρες του Ι./26 να αναλαμβάνουν τον αριστερό τομέα των τειχών και εκείνους του Λόχου Ασφαλείας Μεραρχίας, τον δεξιό. Ένα αντιαρματικό στήθηκε στην είσοδο της πόλης, επί της λεωφόρου Καν, καλύπτοντας την γέφυρα του ποταμού Αντ και το δεύτερο, περίπου 400 m πίσω από το πρώτο, στην Πύλη Μαρεσκό. Τα δύο Tiger πήραν θέσεις γύρω από την Πύλη Μαρεσκό και την έπαυλη Φρεναγιέ, από όπου θα μπορούσαν ταυτόχρονα να προστατεύουν και το ανοικτό δεξιό πλευρό της παράταξης. Η αριστερή πλευρά της πόλης ήταν δυσκολότερα προσβάσιμη: ο ψηλός, απόκρημνος βράχος του κάστρου και οι στενοί δρόμοι γύρω από αυτό, δεν επέτρεπαν την εύκολη μετακίνηση αρμάτων, ενώ οποιαδήποτε δύναμη πεζών επιχειρούσε να παρακάμψει το κάστρο από τα δυτικά θα είχε να αντιμετωπίσει τις οχυρές θέσεις των Γρεναδιέρων στα σπίτια γύρω από τον καθεδρικό ναό της Αγίας Τριάδος.

Η οδομαχία είναι ένα από τα δυσκολότερα και αιματηρότερα είδη μάχης και η συγκεκριμένη μάχη δεν θα αποτελούσε εξαίρεση. Ο Κράουζε διέταξε τους άνδρες του να μετατρέψουν τα σπίτια κατά μήκος των κυριοτέρων οδών σε μικρά οχυρά, επανδρωμένα με μικρές ομάδες ανδρών οι οποίοι θα κρατούσαν τις θέσεις τους όσο το δυνατόν περισσότερο. Όταν η πρώτη γραμμή άμυνας κατά μήκος των τειχών κατέρρεε, θα υποχωρούσαν στο εσωτερικό της πόλης, καταφεύγοντας στα μικρά οχυρά τους, από όπου θα υποχρέωναν τους Καναδούς να πολεμήσουν κάτω από τους δικούς τους όρους: η πολυάριθμη δύναμή τους θα κατακερματιζόταν σε μεμονωμένες μάχες από σπίτι σε σπίτι, χάνοντας την υποστήριξη των αρμάτων τους. Ο Κράουζε βέβαια, γνώριζε καλά ότι όλα αυτά αποτελούσαν μόνο προσωρινά μέτρα καθυστέρησης του αναπόφευκτου. Ήταν μία μάχη εναντίον του χρόνου, ο οποίος μετρούσε αντίστροφα. Θα δεχόταν ακατάπαυστες επιθέσεις συντριπτικά υπέρτερων αντιπάλων και, αντίθετα από εκείνους, δεν μπορούσε να ελπίζει στην παραμικρή υποστήριξη. Το μόνο που διέθετε ήταν η αυταπάρνηση των ανδρών του. Είχε εμπιστοσύνη στις δυνάμεις τους και ήταν βέβαιος ότι θα πολεμούσαν αδυσώπητα μέχρι τέλους – και η αποστολή που του είχαν αναθέσει απαιτούσε περίπου αυτό.

 

 

16 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 1944, 15.30-00.00

Άμυνα στα τείχη

 

Οι φάλαγγες των δύο καναδικών ταγμάτων ξεκίνησαν την επίθεσή τους στις 15.30. Οι South Saskatchewan προήλασαν κατά μήκος της λεωφόρου Καν (Εθνική Οδός 158), με σκοπό να διασπάσουν την γερμανική άμυνα κοντά στα τείχη και κατόπιν να συνεχίσουν κατά μήκος των κεντρικών οδών Ζωρζ Κλεμανσώ και Αριστείδου Μπριάν. Με την έναρξη όμως, της επίθεσης, δέχθηκαν πυρά μακράς εμβελείας από τα δύο Tiger. Το βρετανικό πυροβολικό διατάχθηκε να βομβαρδίσει την περιοχή με επικεντρωμένα πυρά, αλλά παρά τον βομβαρδισμό, τα Tiger παρέμειναν εκεί, μετκινούμενα από κρατήρα. Συνεχίζοντας να βάλλουν εναντίον της φάλαγγας των Sherman, κατέστρεψαν δύο από αυτά. Τα υπόλοιπα συνέχισαν την επίθεση κάτω από την κάλυψη των πυρών του πυροβολικού, πλησιάζοντας την γέφυρα επί του ποταμού Αντ που βρισκόταν μπροστά στα τείχη. Τότε τα δύο γερμανικά άρματα και οι Γρεναδιέροι που τα υποστήριζαν διατάχθηκαν να υποχωρήσουν στο βορειοανατολικό άκρο της πόλης, χάνοντας τον έλεγχο του κεντρικού δρόμου.

Οι Γρεναδιέροι που επάνδρωναν τις αμυντικές θέσεις κατά μήκος των τειχών, συγκράτησαν τα πυρά τους, αφήνοντας την φάλαγγα των αρμάτων και του πεζικού να πλησιάσει. Όταν η απόσταση μειώθηκε στο ελάχιστο άνοιξαν πυρ, αποκόπτοντας το πεζικό από τα άρματα. Η απόσταση ήταν τόσο μικρή, ώστε οποιαδήποτε βολή ήταν αδύνατον να αστοχήσει. Καθώς το προπορευόμενο Sherman εμφανίστηκε πίσω από την στροφή του δρόμου, ανατινάχθηκε μπροστά στην γέφυρα από την βολή του αντιαρματικού που βρισκόταν εγκατεστημένο εκεί. Οι Καναδοί στρατιώτες αναπτύχθηκαν εκατέρωθεν του δρόμου για να επιτεθούν, αλλά οι πρώτοι έπεσαν νεκροί από τα καταιγιστικά πυρά ενός MG42 που βρισκόταν δίπλα στο αντιαρματικό, καλύπτοντας το πλήρωμά του. Δύο ακόμη Sherman επεχείρησαν να προωθηθούν, αλλά έπεσαν θύματα του αντιαρματικού. Με την έναρξη κιόλας της επίθεσης, οι Καναδοί είχαν χάσει πέντε άρματα και βρίσκονταν καθηλωμένοι μπροστά στην είσοδο της πόλης για μισή ώρα.

Ο διοικητής του καναδικού τάγματος, αντισυνταγματάρχης Κλιφτ, προχώρησε μπροστά για να εξακριβώσει την αιτία της καθυστέρησης. Πήρε το όπλο από τα χέρια ενός στρατιώτη και υπό την κάλυψη των πυρών των ανδρών του, εξουδετέρωσε μόνος του δύο από τους χειριστές του αντιαρματικού και τον βοηθό του πολυβολητή. Ένας από τους επιζώντες του αντιαρματικού, ο στρατιώτης SS Χάϊνριχ Μπασενάουερ (Heinrich Bassenauer), ανατίναξε το πυροβόλο και υποχώρησε μαζί με τον αρχηγό του, υποδεκανέα SS Μαράουν (Mahraun). Η έκρηξη μίας οβίδας έριξε τον Μαράουν βαριά τραυματισμένο στο κεφάλι από θραύσματα. Δίπλα τους, ο χειριστής του MG42 επεχείρησε κι αυτός να αλλάξει θέση, αλλά έπεσε σοβαρά τραυματισμένος από πυρά τυφεκιοφόρων. Ο Μπασενάουερ πήρε το πολυβόλο από τον πεσμένο Γρεναδιέρο και έτρεξε στο πάνω πάτωμα μίας οικίας που βρισκόταν μπροστά του. Από εκεί διέθετε καλό πεδίο πυρός και κατάφερε να καθυστερήσει αρκετά τον εχθρό. Όταν η θέση του έγινε αντιληπτή άλλαξε πάλι θέση, αλλά αυτή τη φορά η οβίδα ενός άρματος κατέστρεψε το αέτωμα της οικίας, τραυματίζοντάς τον. Δύο σύντροφοί του τον απομάκρυναν, μεταφέροντάς τον στον πρόχειρο σταθμό Πρώτων Βοηθειών που βρισκόταν κοντά στο διοικητήριο του Κράουζε. Μισή ώρα αργότερα μεταφέρθηκε δίπλα του και ο θανάσιμα τραυματισμένος Μαράουν. Με τρεμάμενη από τον πόνο φωνή, ζήτησε επειγόντως να αναφερθεί στον διοικητή τού λόχου του, ανθυπολοχαγό SS Αλόϊς Χάρτουνγκ (Alois Hartung). Όταν εκείνος παρουσιάστηκε μπροστά του, του ανέφερε με υπερηφάνεια ότι το πλήρωμά του είχε καταστρέψει τρία άρματα πριν καταστραφεί το πυροβόλο τους.

Με την δύναμη των αριθμών η ανανεωμένη καναδική έφοδος διέσπασε την άμυνα του Λόχου Ασφαλείας. Καναδοί στρατιώτες και άρματα άρχισαν να προωθούνται προς το κέντρο της πόλης. Ο διοικητής του Λόχου, υπολοχαγός SS Φριτς Γκούντρουμ (Fritz Guntrum), διέταξε τον λοχία Λήο Φώϋντ (Leo Feund) να ενημερώσει γρήγορα τον Κράουζε για την κατάσταση. Τρέχοντας μέσα από τα βομβαρδισμένα ερείπια της πόλης, ο Φώϋντ πέρασε δίπλα από τον καθεδρικό του Σαιν Ζερβαί, ο οποίος ως εκ θαύματος στεκόταν ακόμα όρθιος, διασχίζοντας την Ζωρζ Κλεμανσώ. Πλησιάζοντας στον σιδηροδρομικό σταθμό, κατέβηκε στα αριστερά του τα σκαλιά ενός υπογείου που στέγαζε τον διοικητή και τους λιγοστούς άνδρες της φρουράς του. Ο ταγματάρχης είδε τον λαχανιασμένο λοχία και έσπευσε να τον ηρεμήσει με τον γνωστό, πατρικό τόνο της φωνής του:

«Ηρέμησε πρώτα, παιδί μου και μετά πες μου τι συμβαίνει».

Ο Φώϋντ του εξήγησε την κρισιμότητα της κατάστασης: το δεξιό μέτωπο της άμυνας είχε διαρραγεί. Ο Κράουζε, ψυχραιμότερος από ποτέ, πήρε το όπλο του και ηγήθηκε προσωπικά μίας αντεπίθεσης με την μοναδική εφεδρεία που διέθετε: τους 20 άνδρες της φρουράς του. Συγκεντρώνοντας καθ΄ οδόν όσους μεμονωμένους Γρεναδιέρους έβρισκε, συνάντησε μπροστά του την αιχμή της εχθρικής επίθεσης. Οι Καναδοί είχαν εισχωρήσει μέχρι το κέντρο της πόλης και άρχιζαν να ξεπροβάλλουν πίσω από τους σωρούς των ερειπίων. Μετά τη διάσπαση της πρώτης αμυντικής γραμμής τους, οι Γρεναδιέροι του Λόχου Ασφαλείας είχαν οπισθοχωρήσει και τώρα μάχονταν ανάμεσα στα σπίτια που είχαν προετοιμάσει ως δεύτερη θέση άμυνας. Η εικόνα του ίδιου του Κράουζε να ηγείται της εφόδου τούς έκανε να πολεμήσουν σαν λυσσασμένα σκυλιά για να μη φανούν ανάξιοι της εμπιστοσύνης του. Σκαπανικά, ξιφολόγχες και κοντάκια συγκρούστηκαν σε μία ανελέητη μάχη σώμα με σώμα, δίχως οίκτο για νικητή ή ηττημένο. Εγκαταλείποντας τα σπίτια, οι Γρεναδιέροι βγήκαν στους δρόμους καταδιώκοντας τους Καναδούς. Αφήνοντας πίσω τους τον έναν νεκρό μετά τον άλλο σε μία μάχη χωρίς μέτωπο, οι Καναδοί, άρχισαν να υποχωρούν. Η σφοδρότητα της γερμανικής αντεπίθεσης τούς απώθησε έξω από την πόλη και οι λιγοστοί επιζώντες Γρεναδιέροι του Λόχου Ασφαλείας ανακατέλαβαν τις αμυντικές τους θέσεις στα τείχη.

Μέχρι εκείνη τη στιγμή, η επίθεση των South Saskatchewan τούς είχε κοστίσει την απώλεια πέντε αρμάτων, 14 ανδρών και πολλών περισσότερων τραυματιών. Ανασυγκροτήθηκαν και στις 17.30 ανανέωσαν την επίθεσή τους. Διέσχισαν τον ποταμό Αντ και εισχώρησαν στην πόλη. Η προέλασή τους διακόπηκε από ένα πολυβόλο εγκατεστημένο στο σχολικό κτίριο της οδού Καμπ Φαρμ. Τα πυρά του κάλυπταν τις οδούς Φρεντερίκ Γκαλλερόν και Κορντελιέρ. Όταν τα καναδικά πυρά επικεντρώθηκαν εκεί, οι χειριστές του στοιχείου μετακινήθηκαν σε άλλο σπίτι, στην πλατεία Σαιν Ζερβαί. Τα Sherman εστάλησαν μπροστά, κατεδαφίζοντας ολόκληρο το οικοδομικό τετράγωνο και πυρπολώντας τα συντρίμμια. Φθάνοντας μπροστά στον ομώνυμο καθεδρικό ναό, η καναδική φάλαγγα έστρεψε βορειοανατολικά, προχωρώντας κατά μήκος της οδού Γκαμπετά. Μία μικρή διμοιρία Γρεναδιέρων, καλυμμένη πίσω από πέτρινους ογκόλιθους ερειπίων, άφησε τα άρματα να περάσουν και την κατάλληλη στιγμή άνοιξαν πυρ εναντίον του πεζικού, σκορπώντας τον θάνατο ανάμεσα στις τάξεις των Καναδών. Το τέλος τους όμως, ήταν προδιαγεγραμμένο. Τρεις Γρεναδιέροι σκοτώθηκαν επί τόπου και οι υπόλοιποι κατέφυγαν σε άλλα οικήματα για να συνεχίσουν την αντίστασή τους. Τα επτά Sherman, συνοδευόμενα από το πεζικό, χτένισαν όλους τους δρόμους του βορειοανατολικού τομέα, σταματώντας διαρκώς για να εκκαθαρίσουν μικρούς, μεμονωμένους θύλακες αντίστασης Γρεναδιέρων οι οποίοι αρνούντο να εγκαταλείψουν τις θέσεις τους. Σε όλους τους δρόμους, αποκομμένοι νεαροί της “HJ” έδιναν τις μικρές, ατομικές τους μάχες, πεθαίνοντας μόνοι. Οι χειριστές του αντιαρματικού πυροβόλου στην έξοδο της Πύλης Μαρεσκό προέβαλαν την τελευταία αντίσταση στην περιοχή και σκοτώθηκαν ένας-ένας, χειριζόμενοι το όπλο τους μέχρι τέλους. Τα δύο Tiger, μαχόμενα πλέον σε ανοικτό πεδίο γύρω από την έπαυλη Φρεναγιέ, διατάχθηκαν να οπισθοχωρήσουν στον νότιο τομέα της πόλης.

Φαλαίζ 17-8-44, κατά τη διάρκεια των μαχών επί της οδού Πρεμόντρ. Καναδοί τυφεκιοφόροι των Fusilier Mont Royal, προωθούνται μέσα στους δρόμους κάτω από την στενή υποστήριξη των Sherman, αντιμετωπίζοντας την τελευταία αντίσταση που προβάλλουν οι Γρεναδιέροι της “HJ”.

Όταν τελικά, κατελήφθη ο βορειοανατολικός τομέας, η ώρα ήταν ήδη 19.00, και, αν για μιάμιση ώρα αιματηρών μαχών οι South Saskatchewan είχαν να υπερηφανευθούν για την κατάληψη ενός τμήματος της πόλης, οι Cameron Highlandres στο δυτικό άκρο, δεν είχαν τίποτα ανάλογο να επιδείξουν. Το σχέδιο προέβλεπε την διάσπαση της άμυνας στην Πύλη Φιλίπ Σαιν Ζαν και την προέλαση κατά μήκος της οδού Πωλ Ντουμέρ και της προέκτασής της, οδού Ουρσουλινών. Όμως, από τις 15.30 που είχαν αρχίσει την επίθεσή τους μέχρι εκείνη τη στιγμή, βρίσκονταν καθηλωμένοι στο ίδιο σημείο. Η αντίστοιχη γέφυρα του ποταμού Αντ και ο δρόμος μετά από αυτήν ήταν αποκλεισμένα από ένα φράγμα συρματοπλεγμάτων, δοκαριών και βράχων. Οποιεσδήποτε προσπάθειες να απομακρυνθούν τα εμπόδια κατέληγαν σε τοπική σφαγή από τα θεριστικά πυρά ενός MG42 και ελεύθερων σκοπευτών, οχυρωμένων στα σπίτια της πύλης. Τα 12 Sherman που συνόδευαν το τάγμα είχαν κολλήσει κι αυτά στους βαλτώδεις κρατήρες που είχε δημιουργήσει το ίδιο το βρετανικό πυροβολικό. Οι ογκώδεις εκσκαφείς οι οποίοι εκλήθησαν στην αιχμή της φάλαγγας για να ανοίξουν τον δρόμο, επισφράγισαν το αποκορύφωμα της κυκλοφοριακής συμφόρησης: μπλέχτηκαν ανάμεσα στα ακινητοποιημένα άρματα, ανίκανοι πλέον να προχωρήσουν μπροστά ή πίσω. Οι γερμανικές θέσεις ήταν αδύνατον να καταβληθούν χωρίς την υποστήριξη αρμάτων και ο διοικητής του τάγματος αρνείτο να στείλει τους άνδρες του μπροστά στο χαλάζι των εχθρικών πυρών που γάζωναν οτιδήποτε πλησίαζε. Οι ώρες περνούσαν άδικα και το σκοτάδι πλησίαζε. Αποφάσισε να περιμένει για να αποπειραθεί μία ακόμα επίθεση όταν θα νύχτωνε. Μέχρι τότε το βρετανικό πυροβολικό ανέλαβε να ισοπεδώσει τον δυτικό τομέα της πόλης. Καθώς η μάχη μαινόταν ανάμεσα στα ερείπια και τις εκρήξεις, οι 300 εναπομείναντες κάτοικοι της πόλης είχαν βρει καταφύγιο στον ναό της Αγίας Τριάδος. Όταν οι οβίδες όλμων και πυροβολικού άρχισαν να ισοπεδώνουν τα πάντα γύρω από τον καθεδρικό ναό, ο πανικός κατακυρίευσε τους πάντες. Τα γυναικόπαιδα όρμησαν να ανοίξουν τις πόρτες για να τρέξουν έξω. Οι Γρεναδιέροι που αμύνονταν σε εκείνο το σημείο χρειάστηκε να τους συγκρατήσουν για να μη ορμήσουν έξω. Τα θραύσματα των εκρήξεων κατέστρεφαν μικρά τμήματα του ναού και σύντομα τεράστιες φλόγες άρχισαν να υψώνονται γύρω από την μεσαιωνική εκκλησία. Κραυγές αγωνίας και εκκλήσεις βοήθειας ξέσπασαν από το τρομοκρατημένο πλήθος: «Θα καούμε ζωντανοί!», κραύγαζαν οι γυναίκες. Όλοι έπεσαν στα γόνατα, προσευχόμενοι δυνατά, ικετεύοντας για σωτηρία. Οι φλόγες πλέον έγλυφαν την πρόσοψη του ναού και τα κεραμίδια έσπαγαν από την αναπτυσσόμενη θερμοκρασία. Οι οιμωγές άγγιξαν ένα εκκωφαντικό κρεσέντο, καλύπτοντας τις κραυγές τοκετού μίας εγκύου, η οποία έφερνε μία νέα ζωή ανάμεσα στη φρίκη του θανάτου.

Την ίδια ώρα οι South Saskatchewans εκκαθάριζαν το ανατολικό τμήμα της πόλης. Προχωρώντας αργά, προσεκτικά, μέσα από τα ερείπια των δρόμων, πλησίαζαν την περιοχή του σιδηροδρομικού σταθμού. Η προέλασή τους διακοπτόταν συνεχώς από πυρά πολυβόλων και ελεύθερων σκοπευτών που είχαν καταφύγει στον κήπο της έπαυλης Φρεναγιέ. Το πυροβολικό βομβάρδισε την περιοχή μετατρέποντάς την σε σωρό καπνισμένων συντριμμιών. Οι Καναδοί σηκώθηκαν για να συνεχίσουν την προέλασή τους, αλλά ακόμα και τότε δέχονταν σποραδικά πυρά μεμονωμένων Γρεναδιέρων, οι οποίοι πέθαιναν υπερασπιζόμενοι το καταφύγιο του διοικητή τους. Είχαν φθάσει μεσάνυχτα και οι μάχες σε εκείνο το τμήμα της πόλης συνεχίζονταν ακόμα, ενώ οι Γρεναδιέροι του Ι./26 στο δυτικό άκρο, ούτε καν είχαν μετακινηθεί από τις θέσεις τους.

 

17 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 01.00-00.00

Το Κάλεσμα της Βαλχάλλα

 

«Ήταν αυτή ακριβώς η φονική υλική υπεροχή του εχθρού που έκανε τον απεγνωσμένο αγώνα μας μία σκληρή αναγκαιότητα. Δεν είχαμε καμία δόξα να υπερασπιστούμε. Απλά ήμασταν αποφασισμένοι να πολεμήσουμε μέχρι τον τελευταίο, με ότι μας είχε απομείνει: τον δεσμό συντροφικότητας που μας έδενε όλους, ανεξαρτήτως βαθμού».

Λοχαγός SS Χανς Ζίγκελ, 12η SS Μ Τ. “HJ”

 

 

Η οδομαχίες θα συνεχίζονταν με αμείωτη ένταση καθ΄ όλη τη διάρκεια της νύχτας. Ένα απόσπασμα από το βιβλίο του Πωλ Ζερμαίν «Η Ιστορία της Φαλαίζ», αποδίδει γλαφυρά την ατμόσφαιρα και τα συναίσθηματα εκείνης της μάχης:

«…Η νύχτα πέφτει αργά πάνω στα ερείπια της πόλης. Οι σκελετοί αυτών που κάποτε ήταν τα σπίτια μας, ορθώνονται μαυρισμένα προς τον ουρανό, υποφωτισμένα από την κόκκινη ανταύγεια των πυρκαγιών που είχε ανάψει η μάχη. Αυτό το σκηνικό έκανε ακόμα ζοφερότερο το ανθρωποκυνηγητό, στο οποίο θήραμα και κυνηγός άλλαζαν συνεχώς ρόλους. Τι γενναιότητα επέδειξαν αυτοί οι Καναδοί, οι οποίοι είχαν έρθει από την άλλη άκρη του ωκεανού για να υπερασπιστούν την ελευθερία μας, προελαύνοντας κατά μήκος των δρόμων μας, γνωρίζοντας ότι οποιοδήποτε κομμάτι γκρεμισμένου τοίχου μπορούσε να κρύβει έναν από εκείνους τους εξαίρετους σκοπευτές, οι οποίοι σπανίως αστοχούσαν. Θα πρέπει όμως, να θαυμάζουμε εξ ίσου και την γενναιότητα εκείνων των 18χρονων νεαρών Γερμανών, οι οποίοι, μαχόμενοι με αναλογία 1:30, παρέμεναν σιωπηλοί στις θέσεις τους, έως ότου εμφανισθούν τα καναδικά άρματα και το πεζικό, περιμένοντας την καταλληλότερη στιγμή για να ανοίξουν πυρ. Γνώριζαν καλά ότι μία τέτοια καθυστέρηση αύξανε την αβεβαιότητα της επιβίωσής τους, αλλά είχαν αποδεχθεί τον θάνατο προς υπεράσπιση της πατρίδος τους».

Στις 02.00 της 17ης Αυγούστου, κάτω από την κάλυψη του σκότους, τέσσερις λόχοι των Cameron Highlanders πέρασαν τον ποταμό Αντ, αλλά ακόμα και τότε έγιναν αντιληπτοί από το γερμανικό πολυβολείο. Παρότι οι εκσκαφείς κατάφεραν να απεμπλακούν από την κυκλοφοριακή σύγχυση και να χρησιμοποιήσουν μικρούς παρακαμπτήριους δρόμους για να μετακινήσουν το οδόφραγμα μετά την γέφυρα, η επίθεση ματαιώθηκε εξ αιτίας της μανιασμένης αντίστασης των Γρεναδιέρων στην πύλη Φιλίπ Σαιν Ζαν. Οι Καναδοί είχαν χάσει άδικα μία ολόκληρη μέρα και αρκετές ζωές για να διαπιστώσουν καθυστερημένα ότι έπρεπε να είχαν βρει εξ αρχής, άλλο τρόπο προσέγγισης. Το τάγμα παρέκαμψε το μεσαιωνικό κάστρο από τα δυτικά, προχωρώντας παράλληλα με την βάση του απότομου βράχου και στις 07.30, συναντώντας ακόμα αντίσταση από μεμονωμένους, αποφασισμένους Γρεναδιέρους, κατάφεραν να φθάσουν στην πλατεία της Αγίας Τριάδος. Είχαν χρειαστεί πεντέμισι ώρες μάχης και ακόμη περισσότεροι νεκροί για μία παράκαμψη 1.300 μέτρων. Μπροστά στην εκκλησία τους σταμάτησε και πάλι ένα πολυβόλο στο οίκημα του αστυνομικού τμήματος...

Την ίδια περίπου ώρα ο Κράουζε λάμβανε νεότερες διαταγές από τον Κουρτ Μάγερ: οι λιγοστοί άνδρες του είχαν πολεμήσει απεγνωσμένα επί 12 ώρες, προτάσσοντας τα στήθη τους στην προέλαση ενός οδοστρωτήρα. Η πρώτη γραμμή άμυνας είχε ουσιαστικά καταρρεύσει και το διοικητήριο του Κράουζε είχε καταληφθεί. Οποιαδήποτε περαιτέρω αντίσταση στην πόλη θα ήταν παράλογη. Ο Μάγιερ έπρεπε να διασώσει και τον τελευταίο άνδρα του για να κρατηθεί ο θύλακας ανοιχτός. Η Ομάδα Μάχης Κράουζε, μαζί με τα δύο Tiger, θα υποχωρούσαν αμέσως στο Φρεν-Λα-Μερ, έξι χλμ ανατολικά της Φαλαίζ.

Όσοι μάχονταν κοντά στην περιοχή του σιδηροδρομικού σταθμού έλαβαν την διαταγή πρώτοι και άρχισαν να υποχωρούν μαχόμενοι. Τα Tiger, με όσους Γρεναδιέρους είχαν την τύχη να ανέβουν στα πήγματά τους, υποχώρησαν κι αυτά ανατολικά, αφήνοντας πίσω τους την σκοτεινή, ερειπωμένη Φαλαίζ. Όμως η διαταγή δεν έφθασε ποτέ σε εκείνους που μάχονταν αποκομμένοι ανάμεσα στα ερείπια, μέσα στο εχθρικό σκοτάδι, κυκλωμένοι από τον θάνατο. Όσοι «ταχυδρόμοι» εστάλησαν να τους ειδοποιήσουν, είτε βρήκαν τον δρόμο κλεισμένο από τους Καναδούς, είτε σκοτώθηκαν στην προσπάθεια. Το αποδυναμωμένο τάγμα του Κράουζε, είχε κατακερματισθεί πολύ πριν δοθεί η διαταγή. Μοιραία, αυτοί οι 60 περίπου άτυχοι Γρεναδιέροι, ήταν καταδικασμένοι να απομείνουν μόνοι τους. Μέσα στις επόμενες ώρες θα καλούνταν να ανταποκριθούν στο ύστατο κάλεσμα ενός πολεμιστή, υπερασπιζόμενοι ο καθένας τις δικές του μικρές, ανώνυμες Θερμοπύλες. Και θα το έπρατταν μέχρι τον τελευταίο.

18-11-44. Τρεις μήνες μετά την επική άμυνα του τάγματός του στη Φαλαίζ, ο ταγματάρχης Μπέρνχαρντ Κράουζε (δεύτερος από δεξιά) τιμάται με τον επάξια κερδισμένο Σταυρό των Ιπποτών. Βετεράνος της 1ης Μεραρχίας SS “Leibstandarte” και διοικητής του Ι./26 μετά την συγκρότηση της “HJ”, ο Κράουζε ήταν πάντοτε αγαπητός στους άνδρες του, οι οποίοι τον προσφωνούσαν “Papa Krause”. Προήχθη σε αντισυνταγματάρχη την 1-9-44 και σκοτώθηκε στις 19-2-45 στη μάχη του προγεφυρώματος Γκραν, στην Ουγγαρία.

 

Στο μεταξύ οι South Saskatchewan είχαν πλέον καταλάβει τον σιδηροδρομικό σταθμό μέχρι τις 03.00, μαχόμενοι εναντίον όσων Γρεναδιέρων είχαν υποχωρήσει στον Δημοτικό Κήπο. Τα πυρά μίας μικρής επίμονης, συνεχώς κινούμενης ομάδας, τους προκάλεσε βαριές απώλειες. Αρχικά βρίσκονταν καλυμμένοι στο πάρκο της έπαυλης Φρεναγιέ, αιφνιδιάζοντας με πλευρικά πυρά τους προελαύνοντες Καναδούς. Για μία ακόμη φορά το βρετανικό πυροβολικό εκλήθη να σώσει την κατάσταση. Μόλις οι εκρήξεις άρχισαν να πυκνώνουν γύρω τους, οι Γρεναδιέροι μετακινήθηκαν στον σιδηροδρομικό σταθμό, όπου μαζί με όσους συναδέλφους τους βρήκαν αποκομμένους, υποχώρησαν στον Δημοτικό Κήπο. Η φυσική κάλυψη που προσέφερε η τοπο