ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ “BODENPLATTE”

1Η ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 1945

Η ΙΣΟΠΕΔΩΣΗ ΤΩΝ ΣΥΜΜΑΧΙΚΩΝ ΑΕΡΟΔΡΟΜΙΩΝ  

Το παρόν άρθρο δημοσιεύτηκε σαν ιστορική μονογραφία στο τεύχος 47 , Απρίλιος 2005 (σελίδες 82) , των εκδόσεων ΠΟΛΕΜΙΚΕΣ ΜΟΝΟΓΡΑΦΙΕΣ Α.Ε. , συγγραφέας ο Αγγελος Δαλασσηνός

Έγχρωμα Profiles:

   Άγγελος Δαλασσηνός

και Ιωάννης Μανσόλας

 

  ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ “BODENPLATTE”  Σελίδα : 1 / 6

                                                                                      

 

 

 

ΤΗΝ ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑ ΤΟΥ 1945, ΜΕ ΜΙΑ ΠΡΩΤΟΦΑΝΗ ΓΙΑ ΤΙΣ ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΕΣ ΤΗΣ ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΣΗ ΠΙΛΟΤΩΝ ΚΑΙ ΑΕΡΟΣΚΑΦΩΝ,

Η LUFTWAFFE ΕΞΑΠΕΛΥΣΕ ΤΗΝ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΜΕΓΑΛΗ ΕΠΙΘΕΣΗ ΤΗΣ ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΩΔΟΥΣ ΖΩΗΣ ΤΗΣ. ΣΤΟΧΟΣ, Η ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ ΤΩΝ ΣΥΜΜΑΧΙΚΩΝ ΑΕΡΟΔΡΟΜΙΩΝ ΤΗΣ ΔΥΤΙΚΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ, ΣΕ ΜΙΑ ΥΣΤΑΤΗ ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΑ ΝΑ ΜΕΙΩΣΕΙ ΤΗΝ ΤΡΟΜΑΚΤΙΚΗ ΑΕΡΟΠΟΡΙΚΗ ΥΠΕΡΟΧΗ ΤΩΝ ΣΥΜΜΑΧΩΝ. ΤΕΣΣΕΡΙΣ ΜΟΛΙΣ ΜΗΝΕΣ ΠΡΙΝ ΤΗΝ ΛΗΞΗ ΤΟΥ Β΄ ΠΠ, Η ΓΕΡΜΑΝΙΚΗ ΑΕΡΟΠΟΡΙΑ ΕΞΑΚΟΛΟΥΘΟΥΣΕ ΝΑ ΠΑΡΑΜΕΝΕΙ ΕΝΑΣ ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΟΣ ΑΝΤΙΠΑΛΟΣ. ΤΟ ΚΥΚΝΕΙΟ ΑΣΜΑ ΤΗΣ ΥΠΗΡΞΕ ΑΝΤΑΞΙΟ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΤΗΣ ΝΑ ΠΕΘΑΝΕΙ ΣΤΟΝ ΑΕΡΑ.

 

 

 

 

Τον Οκτώβριο του 1944 επικρατούσε μία στασιμότητα στο ευρωπαϊκό μέτωπο του πολέμου. Μετά το ολοκαύτωμα της Νορμανδίας οι γερμανικές δυνάμεις είχαν ανασυγκροτηθεί με μία ταχύτητα η οποία, ακόμα και για τα σημερινά δεδομένα, μπορεί να χαρακτηρισθεί μόνο σαν θαύμα, ενώ η περαιτέρω προσπάθεια προέλασης των Συμμαχικών στρατευμάτων είχε ανακοπεί δύο φορές, με την ήττα των Βρετανών στο Άρνεμ και των Αμερικανών στο δάσος Ύρτγκεν. Την στιγμή που η Wehrmacht κατάφερνε να σταθεροποιήσει την κατάσταση και στο ανατολικό μέτωπο, ανακόπτοντας την τελευταία σοβιετική επίθεση, στη Γερμανία ξεκινούσε μία τιτάνια προσπάθεια ανασυγκρότησης μονάδων και συγκέντρωσης πολεμικού υλικού το οποίο, δύο μήνες αργότερα, θα λάμβανε μέρος στην μεγάλη επίθεση εναντίον των Αγγλο-αμερικανικών δυνάμεων στις Αρδέννες, όπου ο Χίτλερ θα έπαιζε το «τελευταίο του χαρτί» στην Ευρώπη.

Απαραίτητη προϋπόθεση για την επιτυχία της επίθεσης ήταν η αεροπορική υποστήριξη. Στους ουρανούς του δυτικού μετώπου όμως, η Luftwaffe αιμορραγούσε αδιάκοπα, χωρίς να διαφαίνεται κάποια πιθανότητα ανάκαμψης αν δεν ελαμβάνοντο άμεσα κάποια δραστικά μέτρα. Τα συμμαχικά βομβαρδιστικά και μαχητικά εισέβαλλαν καθημερινά κατά χιλιάδες στους γερμανικούς ουρανούς, μέρα και νύχτα, ισοπεδώνοντας αεροδρόμια, πόλεις, εργοστάσια. Τα γερμανικά καταδιωκτικά δυσκολεύονταν όλο και περισσότερο να διαπεράσουν την ασπίδα προστασίας των υπεράριθμων συμμαχικών μαχητικών, προκειμένου να αγγίξουν τα μισητά Ιπτάμενα Φρούρια. Με βάση τα στατιστικά στοιχεία του επιτελείου της Luftwaffe τον Νοέμβριο του 1944, είχαν εξαχθεί δύο πικρά συμπεράσματα:

·         Οι επιθέσεις μικρών σχηματισμών καταδιωκτικών εναντίον των τεράστιων «κιβωτίων» των τετρακινητήριων βομβαρδιστικών απέφεραν μόνο θλιβερά αποτελέσματα. Αξιόλογος αριθμός καταρρίψεων μπορούσε να σημειωθεί μόνο εάν υπήρχε και μία αντίστοιχη σχετική ισορροπία δυνάμεων εκ μέρους των γερμανικών μαχητικών.

·         Η κατάρριψη ενός αμερικανικού βομβαρδιστικού ισοδυναμούσε, κατά μέσο όρο, με την καταστροφή πέντε γερμανικών μαχητικών!

 

Τα συμπεράσματα αυτά οδήγησαν για πρώτη φορά στην γέννεση της ιδέας του «Μεγάλου Πλήγματος»: ένα σχέδιο του υποπτέραρχου Άντολφ Γκάλλαντ, το οποίο φιλοδοξούσε, μέσω μίας και μόνης, μαζικής αεροπορικής επίθεσης ολόκληρου του κλάδου Καταδιωκτικών, να επιφέρει στην 8η Αεροπορική Δύναμη τόσες απώλειες, μέσα σε μία ημέρα, ώστε οι Αμερικανοί να υποχρεωθούν να αναστείλουν τους βομβαρδισμούς για ένα αρκετά μεγάλο διάστημα, το οποίο θα χάριζε στη Wehrmacht τον χρόνο που χρειαζόταν για να ανακτήσει τον έλεγχο του Δυτικού Μετώπου, αλλά και στη Luftwaffe τον χρόνο να παράξει μεγαλύτερους αριθμούς αεριωθουμένων μαχητικών. Σύμφωνα με τα λόγια του Γκάλλαντ, «Θα ήταν η μεγαλύτερη και αποφασιστικότερη αεροπορική μάχη του πολέμου. Στις 12 Νοεμβρίου 1944 η Luftwaffe θα ήταν σε θέση να ρίξει στη μάχη δεκαοκτώ σμηναρχίες μαχητικών, με 3.000 αεροσκάφη και πιλότους, όλα έτοιμα για να λάβουν μέρος σε μία μαζική επίθεση εναντίον των αρμάδων των αμερικανικών βομβαρδιστικών».  

 

Άντολφ Γκάλλαντ

 

Ο διασημώτερος γερμανός άσσος , πρωταγωνιστής της Μάχης της Αγγλίας , ανώτατο στέλεχος της γερμανικής αεροπορίας και απ τους πρώτους πιλότους αεριωθουμένων, υπήρξε τολμηρός στρατηγικός σχεδιαστής . Πρός το τέλος του πολέμου βρέθηκε σε μεγάλη διάσταση με τον Γκαίρινγκ κι αποσύρθηκε απ το προσκύνιο

Ρίχνοντας αλλεπάλληλα κύματα καταδιωκτικών εναντίον της επιδρομής, ήταν διατεθειμένος να χάσει 400 αεροσκάφη και 150 πιλότους, προκειμένου να καταστρέψει 400-500 βομβαρδιστικά. Με αυτή την αναλογία απωλειών οι Αμερικανοί θα ανέστελλαν τους βομβαρδισμούς για δύο μήνες. Ο στρατάρχης Γκαίρινγκ, οργισμένος και αμήχανος, υποστήριξε το σχέδιο, αφού δεν είχε κι άλλες επιλογές:

«Πρέπει να έχω 2.000 καταδιωκτικά, στον συντομότερο δυνατό χρόνο, έστω κι αν οι μονάδες στο μέτωπο δεν πάρουν ούτε ένα αεροσκάφος!», υπενθυμίζοντας όμως, ταυτόχρονα στον Γκάλλαντ, ότι: «Εάν δεν καταστρέψεις 500 Φρούρια στην επόμενη επιδρομή, να είσαι βέβαιος ότι θα καταλήξεις στα χαρακώματα!».

Το φθινόπωρο του 1944, παρά τους αδιάκοπους σαρωτικούς βομβαρδισμούς, η γερμανική παραγωγή αεροσκαφών αυξήθηκε από τα 1.900 στα 3.300 αεροσκάφη. Ωστόσο, οι άσχημες καιρικές συνθήκες του φθινοπώρου ανέβαλλαν διαρκώς την ημερομηνία της επίθεσης. Με την έλευση του χειμώνα και των σφοδρών χιονοπτώσεων του 1944, το όλο θέμα «πάγωσε» για τα καλά. Στις αρχές Δεκεμβρίου, παρότι η Luftwaffe διέθετε 1.800 μαχητικά σε άμεση ετοιμότητα, ο Γκάλλαντ δεν είχε πλέον καμία θέση στην ηγεσία του επιτελείου της Luftwaffe, ούτε και ασκούσε πλέον καμία επιρροή σε αυτήν.

Ο νέος διοικητής του 2ου Σώματος Μαχητικών, επιφορτισμένου με την αεροπορική άμυνα της Δύσης, ήταν ο υποπτέραρχος Ντήτριχ Πελτς (Dietrich Peltz), ένας διακεκριμένος αξιωματικός ο οποίος προερχόταν από τις τάξεις των βομβαρδιστικών. Αντίθετα από τον Γκάλλαντ, ο Πελτς ήταν αφοσιωμένος στο πρόσωπο του Χίτλερ. Τον Μάρτιο του 1943, ως διοικητής του κλάδου Βομβαρδιστικών, είχε αναλάβει προσωπικά την δεύτερη φάση ενός επίμονου βομβαρδισμού της Αγγλίας. Παρότι οι επιχειρήσεις του δεν κατόρθωσαν πολλά, ο Γκαίρινγκ έβλεπε στο πρόσωπο του 30χρονου υποπτέραρχου εκείνη την προσωπικότητα η οποία θα έδινε μία νέα επιθετική πνοή στην αποδυναμωμένη Luftwaffe. Τα πράγματα άγγιξαν οριακό σημείο, όταν ο Πελτς ακύρωσε οριστικά το σχέδιο του Γκάλλαντ και με την σύμφωνη γνώμη του Φύρερ, αποφάσισε να διαθέσει την υπάρχουσα δύναμη Καταδιωκτικών Ημέρας για την υποστήριξη της επίθεσης στις Αρδέννες, συνδυάζοντας ταυτόχρονα, μία χερσαία και μία αεροπορική επίθεση.

Στο μυαλό του Πελτς, είχε γεννηθεί η ιδέα της επιχείρησης “Bodenplatte” (Ισοπεδωμένο Έδαφος): μία επίθεση μεγάλης κλίμακος εναντίον των Συμμαχικών αεροδρομίων της δυτικής Ευρώπης, όπου έδρευαν τα μαχητικά της Βρετανικής 2ης Τακτικής Αεροπορικής Δύναμης και της Αμερικανικής 9ης Αεροπορικής Δύναμης. Αντικειμενικός σκοπός της επιχείρησης ήταν να παραλύσει την αεροπορική υπεροχή των Συμμάχων με ένα αιφνιδιαστικό κτύπημα, στερώντας από τα στρατεύματά τους την αεροπορική υποστήριξη. Για τον σκοπό αυτό η Luftwaffe είχε συγκεντρώσει μία πρωτοφανή δύναμη 37 Σμηναρχιών - ένα σύνολο 930 μαχητικών. Μετά από δυόμισι σχεδόν χρόνια αμυντικής στρατηγικής, η γερμανική αεροπορία θα ανελάμβανε και πάλι την επιθετική πρωτοβουλία, οργανώνοντας την μεγαλύτερη αεροπορική επιχείρηση μετά την απόβαση της Νορμανδίας.

 

 

Η ΣΧΕΔΙΑΣΗ

 

 

Στις 5 Δεκεμβρίου 1944 οι διοικητές των εμπλεκομένων Πτερύγων Μαχητικών εκλήθησαν να παρευρεθούν στην ενημέρωση η οποία έλαβε μέρος στο διοικητήριο του Ντήτριχ Πελτς, στο Άλτενκίρχεν. Οι στόχοι ήταν 14 Συμμαχικά αεροδρόμια της Ολλανδίας, του Βελγίου και της ανατολικής Γαλλίας. Σε κάθε σμηναρχία είχε ανατεθεί συγκεκριμένος στόχος στον οποίον θα την καθοδηγούσαν ένα ή δύο δικινητήρια νυκτερινά μαχητικά, λειτουργώντας ως «ιχνηλάτες». Τα δρομολόγια είχαν σχεδιασθεί κατά τρόπο ώστε να επιτευχθεί ο μεγαλύτερος δυνατός αιφνιδιασμός.

«Διατηρώντας απόλυτη σιγή ασυρμάτου ως την στιγμή της επίθεσης, όλοι οι σχηματισμοί θα ίπτανται χαμηλά πάνω από το μέτωπο, κατά τη διάρκεια των πρώτων πρωινών ωρών, ώστε να καταλάβουν τις εχθρικές αεροπορικές δυνάμεις εξ αιφνιδιασμού στο έδαφος».

Στους διοικητές δόθηκαν αυστηρές διαταγές ασφαλείας: η ενημέρωση των πληρωμάτων θα γινόταν λίγο πριν την έναρξη της επιχείρησης, ώστε να αποφευχθεί κάθε ενδεχόμενο διαρροής πληροφοριών. Ανάλογη ήταν και η ενημέρωση των γερμανικών μονάδων αντιαεροπορικών, σχετικά με την ώρα διέλευσης των φίλιων σχηματισμών πάνω από τις περιοχές τους, αφού αποτελούσε κοινή γνώση ανάμεσα στο προσωπικό πως οτιδήποτε πετούσε μέσα σε γερμανικό εναέριο χώρο εκείνη την εποχή αποκλείεται να ήταν γερμανικό. Κατά την πτήση προς τους στόχους, και πριν την άφιξη σε αυτούς, απαγορευόταν κάθε ανάληψη επιθετικής πρωτοβουλίας εναντίον άλλων στόχων ή η εμπλοκή σε αερομαχίες.

Η επίθεση θα διεξαγόταν ταυτόχρονα σε ένα μέτωπο 443 km, από την Ολλανδία μέχρι την ανατολική Γαλλία και θα μπορούσε πρόχειρα να χωρισθεί σε τρεις βασικούς τομείς: τον βόρειο, τον κεντρικό και τον νότιο. Ο βόρειος τομέας περιελάμβανε τους περισσότερους στόχους – εννέα βρετανικά αεροδρόμια της Ολλανδίας και του Βελγίου:

·         Φόλκελ  (Volkel, Ολλανδία)

·         Αϊντχόβεν (Eindhoven, Ολλανδία)

·         Ντυρν  (Deurne, Βέλγιο)

·         Σαιν Ντενί-Βεστρέμ (Saint Denis-Westrem, Βέλγιο)

·         Ουρσέλ (Ursel, Βέλγιο)

·         Γκριμπέργκεν (Grimbergen, Βέλγιο)

·         Εβέρ (Evere, Βέλγιο)

·         Μελσμπρέκ (Melsbroek, Βέλγιο)

·         Μαλντεζέμ (Maldegem, Βέλγιο)

 

Ο κεντρικός άξονας περιελάμβανε τρία αμερικανικά αεροδρόμια του Βελγίου:

·         Ας (Asch)

·         Σαιντ Τροντ (Saint Trondt)

·         Λε Κουλό (Le Coulot)

 

Ο νότιος, δύο αμερικανικές βάσεις της ανατολικής Γαλλίας:

·         Μετς (Metz)

·         Εταίν (Etain)

 

 

Μετά την λήξη της σύσκεψης οι εκφράσεις πολλών διοικητών έδειχναν σκεπτικισμό, ενώ φανερή ήταν και η έλλειψη ενθουσιασμού για την ανάληψη της επιχείρησης. Η σχεδίαση της από έναν αξιωματικό προερχόμενο από τις τάξεις των βομβαρδιστικών προκαλούσε έντονους ενδοιασμούς για την ορθότητά της, ενώ ταυτόχρονα, επικρατούσε και η αίσθηση ότι αυτό αποτελούσε ταπείνωση για τον κλάδο των Μαχητικών. Αναμφίβολα η δύναμη της Luftwaffe ήταν η μεγαλύτερη από οποιαδήποτε άλλη στιγμή του πολέμου, αλλά πολλοί ήταν εκείνοι που αμφέβαλλαν αν αυτή η δύναμη θα μπορούσε πραγματικά να αξιοποιηθεί, δίνοντας ένα ικανοποιητικό αποτέλεσμα σε μία επιχείρηση η οποία ήταν προσαρμοσμένη περισσότερο στα μέτρα των αεροσκαφών εγγύς υποστηρίξεως, παρά σε εκείνα των καταδιωκτικών ημέρας. Ουσιατικά, ο Πελτς ήθελε να μετατρέψει την τακτική αεροπορική δύναμη αναχαιτίσεων που είχε συγκεντρώσει ο Γκάλλαντ για το «Μεγάλο Πλήγμα», σε δύναμη εγγύς υποστηρίξεως πεζικού για την “Bodenplatte”. Το προφανές μειονέκτημα του σχεδίου ήταν ότι η εκπαίδευση των πιλότων, η οργάνωση, ο οπλισμός, οι τακτικές, ήταν όλα προσαρμοσμένα στα μέτρα που απαιτούσαν οι αερομαχίες του δυτικού μετώπου. Η αναπροσαρμογή όλων αυτών, δέκα ημέρες πριν την έναρξη της επίθεσης, ήταν όχι μόνο αδύνατη, αλλά και πιθανότατα καταστροφική. Σαν αυτό να μην αρκούσε, η Σχεδίαση Επιχειρήσεων και η Υπηρεσία Πληροφοριών κατάφεραν να καταδικάσουν την επιχείρηση με την παντελή έλλειψη συνεργασίας τους.

Για την έναρξη της επίθεσης στις Αρδέννες ο Χίτλερ είχε ζητήσει την πρόβλεψη μίας ημερομηνίας κατά την οποία θα επικρατούσαν δυσμενείς καιρικές συνθήκες, ώστε η Συμμαχική αεροπορία να παρέμενε καθηλωμένη. Την ίδια στιγμή όμως, ο Πελτς επιθυμούσε καλή ορατότητα, ώστε η επιχείρηση “Bodenplatte” να διεξαχθεί ταυτόχρονα με την χερσαία επίθεση. Ο λόγος για τον οποίον δεν κατάφεραν να συνεννοηθούν παραμένει μυστήριο. Οι μετεωρολόγοι πράγματι προέβλεψαν χιονοπτώσεις στα μέσα Δεκεμβρίου ικανοποιώντας τα σχέδια του Χίτλερ, αλλά η πληροφορία αυτή δεν φαίνεται να έφθασε στα αυτιά του Πελτς. Έτσι, την στιγμή που στις 16 Δεκεμβρίου, μέσα από τα χιονισμένα, δασώδη, φιδογυριστά μονοπάτια των Αρδεννών προήλαυναν 250.000 Γερμανοί στρατιώτες και 970 άρματα, η Luftwaffe, όπως και οι αντίπαλοί της, παρέμενε καθηλωμένη στο έδαφος! Κανείς δεν έμαθε ποτέ που οφειλόταν αυτή η έλλειψη συντονισμού και τελικά, η επιχείρηση “Bodenplatte” ανεβλήθη για κάποια ημέρα που θα επικρατούσαν καλύτερες συνθήκες. Παρόλα αυτά η 23η Δεκεμβρίου, η πρώτη ημέρα με καλές καιρικές συνθήκες στο μέτωπο των Αρδεννών, πέρασε χωρίς να συμβεί τίποτα, και πάλι για άγνωστους λόγους. Προφανώς η γερμανική Ανώτατη Διοίκηση ήταν πολύ απασχολημένη με την διεξαγωγή της μάχης, χάνοντας τον συντονισμό μεταξύ Αεροπορίας και Στρατού. Παρόμοια συνδυασμένη ανικανότητα στην σχεδίαση επιχειρήσεων είναι αμφίβολο αν θα είχε επιτευχθεί ακόμη και εσκεμμένα.

Οι Σύμμαχοι δεν υπέπεσαν στο ίδιο σφάλμα. Μόλις οι καιρικές συνθήκες βελτιώθηκαν, τα αεροσκάφη τους πλημμύρισαν και πάλι τους ουρανούς, πλήττοντας τα γερμανικά στρατεύματα στις Αρδέννες. Η Luftwaffe, ανήμπορη να αντιδράσει με οποιονδήποτε άλλο τρόπο, δεν είχε άλλη επιλογή παρά να διαθέσει την δύναμη των καταδιωκτικών για την υποστήριξη της επίθεσης, κατασπαταλώντας τα και πάλι σε τμηματικές συμπλοκές μικρών σχηματισμών απέναντι στην αριθμητική υπεροχή των Συμμάχων. Ο απολογισμός του Δεκεμβρίου ήταν ένας από τους πικρότερους του πολέμου: 535 πιλότοι νεκροί, αγνοούμενοι ή αιχμάλωτοι. Μετά το πέρας δύο εβδομάδων από την έναρξη της επίθεσης, η επιχείρηση “Bodenplatte” φαινόταν να έχει περάσει στο περιθώριο και πολλοί διοικητές πίστεψαν ότι είχε ακυρωθεί οριστικά. Η έκπληξή τους δεν θα μπορούσε να ήταν μεγαλύτερη όταν το απόγευμα της παραμονής Πρωτοχρονιάς του 1945 τα τηλέτυπα των μονάδων τους κροτάλισαν τυπώνοντας ένα μήνυμα το οποίο όριζε ως ημερομηνία έναρξης της επιχείρησης το πρωί της επόμενης ημέρας! Νωρίς το απόγευμα του Σαββάτου 31ης Δεκεμβρίου 1944 οι εμπλεκόμενες μονάδες έλαβαν το σήμα με τις προκαθορισμένες κωδικές λέξεις:

Varus (Η επιχείρηση θα λάβει μέρος εντός 24 ωρών).

Teutonicus(Ενημέρωση των πληρωμάτων και προετοιμασία των αεροσκαφών).

Στις 18.30 της ίδιας ημέρας ακολούθησε η τελευταία κωδική λέξη η οποία αποκάλυπτε την ακριβή ημερομηνία και ώρα της επίθεσης:

Hermann 1.1.1945. Χρόνος 09.20”.

Η επιλογή της ημερομηνίας ήταν εντελώς συμπτωματική. Το επιτελείο αναζητούσε απλά μία ημέρα με καλή ορατότητα. Μετά από ένα μήνα χιονοπτώσεων και πυκνής ομίχλης, οι μετεωρολόγοι είχαν να υποδείξουν την 1η Ιανουαρίου 1945. Κανείς δεν πίστευε ότι οι νυχτερινοί εορτασμοί της παραμονής της Πρωτοχρονιάς θα επηρέαζαν την επιχειρησιακή ετοιμότητα των Συμμάχων, αλλά, εν πάση περιπτώσει, κανείς ποτέ δεν ήξερε…

Οι άμεσα εμπλεκόμενοι στην επιχείρηση, οι Γερμανοί πιλότοι, θα ήταν οι πρώτοι δυσαρεστημένοι: οι διαταγές απαγόρευαν αυστηρά κάθε είδους εορτασμούς και κατανάλωση οινοπνευματωδών για την νύχτα της Παραμονής, ενώ ως ώρα κατάκλισης είχε ορισθεί η 19.00! Οι περισσότεροι από τους άνδρες πέρασαν εκείνο το βράδυ τρώγοντας μπισκότα, σοκολάτες και καπνίζοντας πούρα. Ορισμένοι διοικητές φρόντισαν απλά να μειωθεί η διάρκειά των εορτασμών, καθώς και η κατανάλωση του οινοπνεύματος, αλλά υπήρξαν και μερικοί οι οποίοι αψήφησαν εντελώς τις διαταγές. Όλοι σχεδόν οι πιλότοι κοιμήθηκαν δύο περίπου ώρες αργότερα από την προβλεπόμενη, ενώ οι μηχανικοί ξενύχτησαν στα παγωμένα υπόστεγα, εργαζόμενοι σε όλα τα αεροσκάφη που απαιτούσαν επισκευές. Είναι αμφίβολο αν πολλοί από εκείνους τους ανθρώπους πρόλαβαν ακόμα και να κοιμηθούν εκείνη τη νύχτα. Με την αυγή της επόμενης ημέρας θα ήταν και πάλι οι πρώτοι οι οποίοι θα βρίσκονταν στα υπόστεγα για να προετοιμάσουν τα αεροσκάφη, να προθερμάνουν τους κινητήρες, να καθαρίσουν τον πάγο από τις καλύπτρες και τα φτερά, και τέλος, να τα σπρώξουν με τα χέρια μέχρι το σημείο τροχοδρόμησης προκειμένου να εξοικονομηθούν και οι τελευταίες σταγόνες των ανεκτίμητων καυσίμων τους.

Στην επιχείρηση θα ελάμβαναν μέρος όλοι οι υγιείς πιλότοι, ανεξαρτήτως εμπειρίας. Οι διοικητές Πτερύγων και Σμηναρχιών οι οποίοι θα ηγούντο της επιχείρησης, ήταν όλοι βετεράνοι άσσοι της Luftwaffe με μάχιμη εμπειρία σαφώς ανώτερη εκείνης των αντιπάλων τους. Οι περισσότεροι είχαν πολεμήσει σε όλα τα θέατρα του πολέμου, επιτυγχάνοντας δεκάδες ή εκατοντάδες νίκες. Κάποιοι από αυτούς βρίσκονταν συνεχώς σε μάχιμη υπηρεσία από το 1939. Το ίδιο όμως, δεν ίσχυε και για τα χαμηλόβαθμα πληρώματα. Οι άπειροι εκείνοι πιλότοι αποτελούσαν ένα μεγάλο ανώνυμο πλήθος του οποίου ο μέσος όρος ζωής μετριόταν περισσότερο σε ημέρες, παρά σε εβδομάδες. Το μεγαλύτερο ποσοστό τους προερχόταν κατευθείαν από τις σχολές εκπαίδευσης ή στην καλύτερη περίπτωση, από παροπλισμένες μονάδες βομβαρδιστικών. Ελάχιστοι από αυτούς είχαν διδαχθεί πλοήγηση διά οργάνων και κανείς από αυτούς δεν είχε δει ποτέ του ιπτάμενο στόχο μέσα από σκοπευτικό μαχητικού. Η σύντομη εκπαίδευσή τους περιστρεφόταν κυρίως γύρω από το πώς θα κατέρριπταν ένα Β-17, πως θα απέφευγαν τέσσερα Mustang στην ουρά τους ή απλά, πώς θα επιβίωναν σε έναν άνισο αγώνα αριθμών. Ελάχιστοι ήταν και εκείνοι οι οποίοι προλάβαιναν να διεκδικήσουν έστω και μία κατάρριψη πριν σκοτωθούν. Παρόλα αυτά, το ηθικό τους ήταν ασυνήθιστα υψηλό. Κανείς από αυτούς τους άπειρους νεαρούς δεν αμφέβαλλε για την υπεροχή του έναντι ενός αντίστοιχου Αμερικανού πιλότου, ενώ, όσο απίθανο κι αν ακούγεται, αυτοί οι άνδρες πίστευαν ακόμα, με έναν μυστικιστικό σχεδόν τρόπο, στην «Τελική Νίκη». Εξ άλλου, η ακλόνητη Συμμαχική επιμονή στην «Άνευ Όρων Παράδοση» της Γερμανίας, ενίσχυε την πεποίθησή τους ότι, για την χώρα τους, δεν υπήρχε άλλη επιλογή πέραν του «Νίκη ή Σιβηρία»…

 

ΚΥΡΙΑΚΗ 1Η ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 1945

«Οτιδήποτε έχει φτερά θα πετάει εκείνη την ημέρα!»

 

«Ο κόσμος πρέπει να γνωρίζει ότι αυτό το κράτος δεν πρόκειται να παραδοθεί… Η Γερμανία θα αναγεννηθεί σαν φοίνικας μέσα από τις κατεστραμμένες πόλεις της και θα περάσει στην ιστορία ως το θαύμα του 20ου αιώνα».

Αυτό ήταν το ραδιοφωνικό μήνυμα του Χίτλερ στον λαό του εκείνη την ημέρα, την ώρα που αρκετοί από τους πιλότους του απογειώνονταν για την τελευταία τους επιχείρηση. Οι περισσότεροι από αυτούς, διαισθανόμενοι την σπουδαιότητα της επικείμενης επιχείρησης, είχαν αφιερώσει λίγη ώρα το προηγούμενο βράδυ για να γράψουν ένα γράμμα στις οικογένειές τους, όπου, μακριά από τα πομπώδη λόγια της προπαγάνδας, αποκάλυπταν τις βαθύτερες, ανθρώπινες ανησυχίες τους:

«Το έτος 1944 πλησιάζει στο τέλος του. Με θλίψη και ανησυχία αναπολούμε την σκοτεινή χρονιά που περνά. Το νέο έτος αρχίζει και οι σκέψεις μας στρέφονται στο μέλλον. Τι θα μας φέρει αυτό το έτος; Ειρήνη για την ανθρωπότητα ή εξιλέωση;».  

Η Κυριακή της Πρωτοχρονιάς του 1945 ξημέρωσε σαν μία ειδυλλιακή χειμωνιάτικη ημέρα: κρύα και καθαρή με ιδανική ορατότητα. Η θερμοκρασία ήταν –5˚ C, με ένα κατάλευκο πέπλο χιονιού 20 cm να καλύπτει ομοιόμορφα ολόκληρη σχεδόν την περιοχή στην οποία θα διεξαγόταν η επιχείρηση. Ποτέ άλλοτε στην πορεία του πολέμου μέχρι εκείνο το Πρωτοχρονιάτικο πρωινό του 1945, δεν είχαν βρεθεί τόσα γερμανικά μαχητικά συγκεντρωμένα στην άκρη ενός διαδρόμου, έτοιμα να απογειωθούν.

Στις 07.30 τα αεροδρόμια της δυτικής Γερμανίας έσφυζαν από κίνηση καθώς 930 μαχητικά ετοιμάζονταν για απογείωση μέσα στο γκρίζο λυκόφως του χειμωνιάτικου πρωινού Οι παλαιότερ