ΑΒΡΑΑΜ ΛΙΝΚΟΛΝ ΚΑΙ ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΟΣ ΕΜΦΥΛΙΟΣ

Οι υιοθετημένοι Μύθοι της Ιστορίας

 

 

Άγγελος Ν. Δαλασσηνός

25-Jan-07

 

 

ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΠΕΡΙΟΔΟ 1861-65 ΤΟ ΝΕΟΣΥΣΤΑΤΟ ΚΡΑΤΟΣ ΤΩΝ ΗΠΑ ΣΥΓΚΛΟΝΙΣΤΗΚΕ ΑΠΟ ΕΝΑΝ ΑΙΜΑΤΗΡΟ ΕΜΦΥΛΙΟ ΠΟΛΕΜΟ, ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΚΒΑΣΗ ΤΟΥ ΟΠΟΙΟΥ ΚΡΙΘΗΚΑΝ Η ΤΥΧΗ ΚΑΙ ΤΟ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟ ΜΕΛΛΟΝ ΤΗΣ ΧΩΡΑΣ. Ο ΠΟΛΕΜΟΣ ΑΥΤΟΣ, ΟΠΩΣ ΚΑΙ ΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΤΕΡΟΥ ΠΡΩΤΑΓΩΝΙΣΤΗ ΤΟΥ, ΤΟΥ ΠΡΟΕΔΡΟΥ ΑΒΡΑΑΜ ΛΙΝΚΟΛΝ, ΑΝΗΚΟΥΝ ΜΕΧΡΙ ΣΗΜΕΡΑ ΣΤΑ «ΜΥΘΙΚΑ ΕΠΗ» ΤΟΥ ΧΟΛΛΥΓΟΥΝΤ, ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΣΥΝΕΔΕΣΕ ΤΑ ΑΙΤΙΑ ΤΟΥ ΜΕ ΤΗΝ ΔΟΥΛΕΙΑ ΤΩΝ ΝΕΓΡΩΝ. ΣΤΗΝ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΙΚΗ ΟΘΟΝΗ ΣΥΝΑΝΤΑΜΕ ΑΚΟΜΑ ΦΡΑΣΕΙΣ ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΛΕΧΘΗΣΑΝ ΠΟΤΕ, ΠΡΟΣΠΑΘΩΝΤΑΣ ΝΑ ΠΕΙΣΟΥΝ ΟΤΙ ΕΝΑ ΤΟΣΟ ΠΛΟΥΣΙΟ ΚΡΑΤΟΣ ΟΔΗΓΗΘΗΚΕ ΣΤΑ ΕΣΧΑΤΑ ΟΡΙΑ ΕΝΟΣ ΑΔΕΛΦΟΚΤΟΝΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ ΓΙΑ ΤΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΜΙΑΣ ΜΕΙΟΝΟΤΗΤΑΣ ΜΑΥΡΩΝ!

 

O πόλεμος δεν έγινε για την δουλεία! Μας το βεβαιώνει ο ίδιος ο Λίνκολν, με ευθύ και αναμφίβολο τρόπο:  

«Θα έσωζα την Ένωση. Θα την έσωζα με τον συντομότερο τρόπο που μπορούσα. Κι ας υπάρχουν εκείνοι που δεν θα την έσωζαν, παρά μόνο αν ταυτόχρονα καταργούσαν και την δουλεία. Δεν συμφωνώ μαζί τους.

Το πρωταρχικό αντικείμενο σε αυτόν τον αγώνα είναι να διασώσω την Ένωση και όχι να διατηρήσω ή να καταργήσω την δουλεία».

ΑΒΡΑΑΜ ΛΙΝΚΟΛΝ (Αύγουστος 1862).  

 

 

Το κυριότερο ανθρωποϊστορικό στοιχείο των μέσων του 19ου αιώνα ήταν η πλημμυρίδα Eυρωπαίων μεταναστών προς τον «Νέο Κόσμο». Πτωχοί και πεινασμένοι, κατέφθαναν σωρηδόν στην Αμερική, από μία Ευρώπη η οποία παρέμενε ακόμη μία φεουδαρχική επικράτεια, όπου οι ευγενείς κατείχαν τον πλούτο, στερώντας κάθε ελπίδα από τον άπορο εργάτη. Η νέα γη έκρυβε ιδρώτα και αγώνες, αλλά κυρίως χάριζε την ελπίδα : γη υπήρχε για όλους, άφθονη και ακατοίκητη. Ο μέχρι χθες άμοιρος Ευρωπαίος γεωργός διέβλεπε την πιθανότητα να γίνει κι αυτός στο μέλλον ιδιοκτήτης ενός μικρού κτήματος. Και με το πέρασμα των χρόνων το όνειρο γινόταν πραγματικότητα. Τα παιδιά εκείνων των μεταναστών συνέχισαν να αυξάνουν την μικρή ιδιοκτησία των γονέων τους και να διαφεντεύουν πλέον την ζωή τους ως οι πρώτοι Αμερικανοί πολίτες, εκπρόσωποι ενός κράτους που έγινε το υπερσύμβολο της ανάπτυξης. Έτσι το μεταναστευτικό ρεύμα προς την νέα ήπειρο αύξανε διαρκώς.

Στις νότιες πολιτείες το ζεστό, σχεδόν τροπικό κλίμα ευνοούσε την καλλιέργεια της γης. Το καλαμπόκι, το ρύζι, το ζαχαροκάλαμο, ο καπνός, οι φυστικιές και κυρίως το βαμβάκι, αντιπροσώπευαν τα 3/5 της παραγωγής των ΗΠΑ. Το βαμβάκι ιδιαίτερα, το οποίο τροφοδοτούσε τις κλωστοϋφαντουργίες της Αγγλίας και της Γαλλίας, ονομαζόταν επιδεικτικά από τους παραγωγούς του “King Cotton” – «Βασιλεύς Βάμβαξ». Και όχι άδικα: το 1800 εξήχθησαν 18 εκατομμύρια λίβρες, αξίας 5 εκατ. δολαρίων, ποσότητα ίση με το 17% των συνολικών εξαγωγών της χώρας. Το 1830 εξήχθησαν 300 εκατ. λίβρες, αξίας 30 εκατ. δολαρίων (41% των εξαγωγών) και το 1860 –ένα χρόνο πριν αρχίσει ο πόλεμος- η παραγωγή άγγιζε το 75% των εξαγωγών! Η απόδοση όλων αυτών των προϊόντων ήταν τέτοια ώστε δημιουργούσε την ανάγκη για μεγάλο αριθμό εργατικών χεριών. Τα χέρια υπήρχαν και δεν κόστιζαν τίποτα -ήταν τα χέρια των νέγρων δούλων.

Η δουλεία προϋπήρχε στην Αμερική σαν επίσημος θεσμός πολύ πριν την εποχή της Αμερικανικής Ανεξαρτησίας το 1787. Την είχαν θεσπίσει οι Άγγλοι και με την αποχώρησή τους διατηρήθηκε σαν ένα είδος «γεωργικού εργαλείου», άμεσα συνδεδεμένου με την τοπική οικονομία. Ωστόσο, από τα έξι εκατομμύρια του λευκού πληθυσμού του Νότου μόνο ένα 3% αποτελείτο από πλούσιους γαιοκτήμονες, οι οποίοι διέθεταν πάνω από 100 δούλους. Το υπόλοιπο 97% αποτελείτο από πτωχούς μικροαγρότες, οι οποίοι δεν είχαν την πολυτέλεια να διαθέτουν δούλους, επειδή το κόστος ενός και μόνο νέγρου ήταν απλησίαστο για τις οικονομικές τους δυνατότητες. Παρόλα αυτά, όλος ο Νότος εξαρτάτο απόλυτα από την οικονομία αυτή, αφού το χαμηλό κόστος παραγωγής και η μεγάλη ζήτηση των προϊόντων, οδηγούσε στην δημιουργία νέων καλλιεργήσιμων εκτάσεων, οπότε η ανάγκη για όλο και περισσότερους δούλους αύξανε συνεχώς.

                                        

Η ΑΣΠΡΟ-ΜΑΥΡΗ ΔΟΥΛΕΙΑ

 

Ο Βορράς, παρότι διέθετε κι εκείνος δούλους, ζούσε σε μία διαφορετική οικονομική πραγματικότητα  Εκεί το ψυχρότερο κλίμα δεν ευνοούσε τόσο την καλλιέργεια της γης με αποτέλεσμα ο πληθυσμός να στραφεί κυρίως στην βιομηχανία. Για αυτό τον λόγο οι τεχνικά καταρτισμένοι λευκοί εργάτες αποτελούσαν την βασικότερη κοινωνική ομάδα, ενώ οι αμόρφωτοι νέγροι παρέμεναν πάντα δευτερεύοντα κοινωνικά στοιχεία, περισσότερο για οικονομικούς, παρά για ηθικούς λόγους. Παρόλα αυτά η βιομηχανία είχε τα δικά της προβλήματα: απαιτούσε υψηλά κεφάλαια, σωστή οργάνωση και εργασία, ενώ η απόδοση κερδών και η απόσβεση κεφαλαίου ήταν μακροπρόθεσμα. Ο Βορράς στην προσπάθειά του να προσελκύσει την ευρωπαϊκή αγορά δεν βρήκε ιδιαίτερη ανταπόκριση. Εκεί η βιομηχανική επανάσταση είχε ήδη ξεσπάσει από το 1840 και η Ευρώπη παρήγαγε τα δικά της προϊόντα, τα οποία ήταν εξ ίσου καλά, αν όχι καλύτερα, από τα αμερικανικά. Αυτό ανάγκαζε τον Βορρά να απαιτεί υψηλές τιμές για τα προϊόντα του, ώστε να αντισταθμίζει το υψηλό κόστος παραγωγής, ενώ αντιθέτως, ο Νότος είχε την δυνατότητα να κρατά χαμηλά τις τιμές, λόγω του χαμηλού κόστους παραγωγής. Έτσι δημιουργήθηκε μία οικονομική ανισότητα η οποία κινδυνεύε να αφήσει τον Βορρά οικονομικά απομονωμένο και τον Νότο σαν τον κύριο διαχειριστή του πλούτου της χώρας. Η κατάσταση αυτή δυσαρεστούσε τους Βόρειους βιομήχανους, οι οποίοι, χρησιμοποιώντας τις πολιτικές διασυνδέσεις τους, προσπαθούσαν να επηρεάσουν τις καταστάσεις αντίρροπα. Όμως, εκείνη την εποχή οι ΗΠΑ δεν αποτελούσαν ακόμα ένα ενιαίο κράτος με ενιαία οικονομία. Σύμφωνα με το Σύνταγμα κάθε πολιτεία ήταν ανεξάρτητη και είχε δική της διοίκηση και οικονομία. Η κυβέρνηση της Ουάσινγκτον και ο πρόεδρος είχαν απλά έναν συντονιστικό-αντιπροσωπευτικό ρόλο, χωρίς δικαίωμα επέμβασης στα οικονομικά των πολιτειών.

Ωστόσο η οικονομική αυτή διαπάλη, παρόλο που συγκέντρωνε τα πρώτα σύννεφα, δεν ήταν σε θέση να ανάψει από μόνη της την θρυαλλίδα ενός πολέμου. Η πραγματική πυριτιδαποθήκη βρισκόταν αλλού: ήταν οι λευκοί εργάτες των εργοστασίων, τα κύματα των εξαθλιωμένων μεταναστών που ζούσαν σε ομαδικές τρώγλες, συτιζόμενοι στοιχειωδώς στα εργοτάξια και αμοιβόμενοι με λίγες δεκάρες από τους βιομήχανους. Οι Νότιοι τους ειρωνεύονταν, λέγοντας: «Ο Μπαρμπα-Θωμάς στον Νότο έχει τουλάχιστον μία καλύβα. Ο λευκός δούλος του Βορρά δεν έχει ούτε αυτήν!».

Καθώς τα κύματα των νέων αποίκων άρχισαν να κατευθύνονται δυτικά, ο Βορράς πανικοβλήθηκε με το ενδεχόμενο της εφαρμογής του θεσμού της δουλείας στις νεοσύστατες πολιτείες: Για τους λευκούς αποίκους, οι οποίοι αναζητούσαν εκεί κάποιο μέλλον, η «Γη της Επαγγελίας», θα μετατρεπόταν σε «Γη της Ανεργίας». Οι «Λευκοί Δούλοι» έβλεπαν το «Αμερικανικό Όνειρό» να διαλύεται εξ αιτίας ενός οικονομικού συστήματος, όπου το μέλλον διαγραφόταν λαμπρό μόνο για τον Νότιο γαιοκτήμονα και ο θεσμός της δουλείας στερούσε την ελπίδα εύρεσης εργασίας των λευκών αποίκων, οι οποίοι βέβαια, αποτελούσαν και το μεγαλύτερο πληθυσμιακό μέρος της χώρας. Για να περισωθεί το όνειρο εκείνων των ανθρώπων, αλλά και γενικότερα η οικονομία του Βορρά, έπρεπε να βρεθεί ένας τρόπος να πληγεί η οικονομία του Νότου. Ο απλούστερος ήταν να του στερήσουν το κυριότερο γεωργικό εργαλείο του: την δουλεία.

 

          

Η ΑΝΑΜΙΞΗ ΤΩΝ ΠΟΛΙΤΙΚΩΝ

 

 

Στα μέσα της δεκαετίας του 1820 ο γερουσιαστής Χένρυ Κλαίϋ, παραδειγματιζόμενος από τα ευρωπαϊκά μοντέλα ισχυρών κεντρικών κυβερνήσεων με ελάχιστη αυτονομία στην περιφέρεια, υποστήριξε την εφαρμογή μίας συγκεντρωτικής κρατικής οικονομίας, όπου η κυβέρνηση θα έπρεπε να ρυθμίζει την διάθεση των φόρων και να επιδοτεί τις εταιρείες που εκείνη έκρινε ότι εξυπηρετούσαν την ανάπτυξη της χώρας. Έφθασε μάλιστα στο σημείο να υποστηρίξει ότι ακόμα κι οι κυβερνήτες των πολιτειών θα έπρεπε να ορίζονται από την Ουάσινγκτον. Όπως ήταν αναμενόμενο, οι περισσότεροι κυβερνήτες αντέδρασαν έντονα: Ελευθερία των πολιτειών σήμαινε οικονομική αυτοδιάθεση των πολιτειών! Ενώ είχαν επαναστατήσει κατά των Αγγλων για να αποφύγουν εκείνες ακριβώς τις φορολογικές αδικίες μίας κεντρικής κυβέρνησης η οποία αδιαφορούσε για την περιφέρεια, θα υποχρεώνονταν τώρα να εφαρμόσουν το σύστημα αυτό στην ίδια τους την χώρα. Αρκετοί μάλιστα τον κατηγόρησαν για σχέσεις με εταιρείες σιδηροδρόμων, οι οποίες θα ήταν και οι κυριότερες ευννοούμενες της πρότασής του. Ίσως αυτός ήταν και ο λόγος για τον οποίο ηττήθηκε στις προεδρικές εκλογές. Πριν όμως φύγει από τη ζωή το 1852, άφησε πίσω του ένα νέο κόμμα, το Ρεπουμπλικανικό, και έναν πολιτικό κληρονόμο. Το όνομά του ήταν Αβραάμ Λίνκολν.

Στις εκλογές του 1856 το Ρεπουμπλικανικό κόμμα εμφανίσθηκε με νέο υποψήφιο, τον Τζών Φρήμοντ και βοηθό του τον Λίνκολν. Ο Φρήμοντ ήταν ο πρώτος ο οποίος χρησιμοποίησε ως σύνθημα της εκστρατείας του την κατάργηση της δουλείας, αποσκοπώντας στην αποίκιση των νέων εδαφών μόνο από λευκούς πιονιέρους. Στην κάλπη όμως, επικράτησαν και πάλι οι Δημοκρατικοί. Κατόπιν αυτών η επιλογή του Λίνκολν ως επόμενου υποψηφίου και συνεχιστή της πολιτικής Κλαίϋ-Φρήμοντ για τις εκλογές του 1860, ήλθε ως φυσική επιλογή.

Ο Αβραάμ Λίνκολν ήταν ευρύτερα γνωστός στους κύκλους του, ήδη από το 1832, ως ένας υψηλά αμοιβόμενος δικηγόρος, με αμοιβές τριπλάσιες από εκείνες ενός κυβερνήτη πολιτείας. H πελατεία του περιελάμβανε εξέχοντα ονόματα, όπως η εταιρεία σιδηροδρόμων Central Illinois Railroad, στην οποία εργαζόταν και ως νομικός σύμβουλος. Είχε χαρακτηριστεί ως «ο Δικηγόρος των Δικηγόρων», ο οποίος βεβαίως, δεν είχε ποτέ του υπερασπιστεί κάποιον δούλο, αν και είχε υπερασπιστεί έναν εκατομμυριούχο ιδιοκτήτη δούλων του Βορρά, τον οποίον βοήθησε να επιτύχει την επιστροφή των δούλων του, οι οποίοι είχαν καταφύγει σε άλλη πολιτεία ! Η απλοϊκή και ταπεινή εξωτερική του εμφάνιση, έκρυβε κατά βάθος έναν φιλόδοξο χαρακτήρα και δεινό ρήτορα, ο οποίος στον πολιτικό στίβο είχε την ικανότητα να ελίσσεται με καταπληκτική δεξιοτεχνία στα φλεγόντα ζητημάτα. Με την εμπειρία του στο Ρεπουμπλικανικό κόμμα ως βοηθός δύο ηττημένων πολιτικών αρχηγών, ο Λίνκολν έθεσε υποψηφιότητα για τις εκλογές του 1860 και δεν έπραξε το ίδιο σφάλμα με εκείνους. Καθώς τα αλληλοσυγκρουόμενα συμφέροντα μεταξύ Νότιων μεγαλοκτηματιών και Βόρειων βιομηχάνων κορυφώνονταν, απέφευγε να λαμβάνει σαφή θέση υπέρ της μίας ή της άλλης πλευράς, επιτυγχάνοντας κάθε κρίσιμος πολιτικός λόγος του να τελειώνει με δηλώσεις ακριβώς αντίθετες από εκείνες που είχε αρχίσει!

Τον Ιούλιο του 1852, όταν του ζητήθηκε η γνώμη του στο ζήτημα της δουλείας, εκείνος απάντησε:

«Μπορώ να εκφράσω τις απόψεις μου χρησιμοποιώντας το απόφθεγμα του Χένρυ Κλαίϋ: «Αντίθεση στη δουλεία, ανοχή στην εξάσκησή της και έντονη αντίθεση στο κίνημα εξάλειψής της». Χαρακτηριστική επίσης ήταν η απάντησή του σε ανάλογο ερώτημα τον Οκτώβριο του 1856: «Δεν προτίθεμαι να εισάγω την πολιτική και κοινωνική ισότητα μεταξύ της λευκής και της μαύρης φυλής. Υπάρχει μία φυσική διαφορά μεταξύ των δύο η οποία κατά την κρίση μου πιθανώς να αποτρέψει για πάντα την συμβίωση μεταξύ τους, μέχρι την εδραίωση μίας τέλειας ισότητας». Έτσι λοιπόν, ο Λίνκολν αντετίθετο στην δουλεία, αλλά διαφωνούσε και με την εξάλειψή της, ενώ στο θέμα της ισότητος των δύο φυλών ήταν ακόμη πιο αόριστος: πώς θα εδραιωνόταν η «απόλυτη ισότητα», αφού δεν προτίθετο να την εισάγει;

Το πρόβλημα επιδεινώθηκε όταν οι νεοσύστατες πολιτείες Κάνσας και Νεμπράσκα ζήτησαν να προσαρτηθούν στην Ένωση. Τότε τέθηκε το κρίσιμο ερώτημα αν σε αυτές θα έπρεπε να ισχύει ο θεσμός της δουλείας. Ο πολιτικός αντίπαλος του Λίνκολν, ο Δημοκρατικός Στήβεν Ντάγκλας, υποστήριξε ότι η απόφαση αυτή θα έπρεπε να τεθεί στην κρίση των πολιτειών. Ο Νότος όμως, διαμαρτυρήθηκε, λέγοντας ότι η δουλεία ήταν επίσημα αναγνωρισμένη από το κράτος, οπότε δεν μπορούσε να θεωρείται νόμιμη στις μισές πολιτείες και παράνομη στις άλλες.

Ο Λίνκολν όμως, είχε εντοπίσει που έπρεπε να ρίξει το βάρος της εκστρατείας του προκειμένου να προσελκύσει την «λαϊκή ψήφο»: ο πυκνοκατοικημένος Βορράς των 18 εκατομμυρίων, αποτελούσε μία τεράστια δεξαμενή ψήφων, σε αντίθεση με τον μεγαλύτερο σε έκταση, αλλά αραιοκατοικημένο, γεωργικό Νότο των έξι εκατομμυρίων. Εκτός αυτού, οι επαγγελματικές γνωριμίες του με τον κύκλο των βιομηχάνων του Βορρά από την εποχή που εργαζόταν ως δικηγόρος αποτελούσαν για εκείνον ένα ανεκτίμητο όπλο στην εκστρατεία του. Έτσι, η προπαγάνδα του παρουσίασε τον Ντάγκλας σαν ένα «…τέρας ανηθικότητας και απανθρωπιάς», ο οποίος είχε βρει έναν έμμεσο τρόπο να εξαπλώσει την δουλεία, σε αντίθεση με τους ηθικούς Ρεπουμπλικάνους οι οποίοι θα έδιναν μία νέα τροπή στα αμερικανικά πράγματα με βάση την Βίβλο! Πέρα από τους πολιτικούς διαξιφισμούς, ανάμεσα στο πλήθος, η κατάσταση καταντούσε τραγελαφική: ένας δικαστής του Βορρά αρνείτο την ελευθερία σε έναν επίσημα απελευθερωμένο νέγρο του Νότου, επειδή το Σύνταγμα δεν θεωρούσε τους νέγρους «πολίτες», αλλά «ιδιοκτησία», πράγμα που σήμαινε ότι έπρεπε να επιστραφεί στον ιδιοκτήτη του! Άλλοι Βόρειοι μιλούσαν με εμπάθεια κατά των απάνθρωπων Νοτίων, ενώ εκείνοι αποκαλούσαν τους αντιπάλους τους υποκριτές, αφού άργησαν πολύ να ανακαλύψουν τα δικαιώματα των μαύρων! Και ενώ όλα αυτά θύμιζαν μεγάλους ενδοοικογενειακούς τσακωμούς που θα μπορούσαν να είχαν παραμείνει στο επίπεδο των πολιτικών διαξιφισμών, μία ημέρα έπεσαν οι πρώτοι πυροβολισμοί…

 

ΥΜΝΟΣ ΣΕ ΕΝΑΝ ΛΗΣΤΟΣΥΜΜΟΡΙΤΗ

 

Το 1855 ο Τζων Μπράουν (John Brown), ένας παράξενος τύπος μεταξύ ιεροκήρυκα, αγρότη και ληστοσυμμορίτη, διακήρυσσε ότι είχε το «Θεϊκό δικαίωμα» να ξεκινήσει έναν ένοπλο αγώνα για την απελευθέρωση των νέγρων. Τον επόμενο χρόνο εισέβαλλε σε μία μικρή κοινότητα του Κάνσας κατασφάζοντας όλους τους ιδιοκτήτες δούλων και καίγοντας τα σπίτια τους, χωρίς όμως ποτέ να υποστεί τις συνέπειες του νόμου. Τον Οκτώβριο του 1859, με μία οπλισμένη συμμορία 20 ατόμων, εισέβαλλε σε ένα μικρό χωριό της πολιτείας της Βιρτζίνια η οποία θεωρείτο η «πύλη» των εδαφών του Νότου, με σκοπό να επιτεθεί σε μία στρατιωτική αποθήκη και να κλέψει πολεμικό υλικό που θα του επέτρεπε να συνεχίσει τον «δίκαιο αγώνα» του. Παρότι αρκετοί πολιτικοί είχαν εκδηλωθεί συναισθηματικά υπέρ του, και ο ίδιος ανέμενε την βοήθεια πολλών νέγρων οι οποίοι ίσως έσπευδαν να ενωθούν μαζί του για την ελευθερία τους, ο Μπράουν εμφανίστηκε πολύ μόνος στο πεδίο της μάχης: οι πολιτικοί προτίμησαν να τον υποστηρίξουν από τα γραφεία τους, ενώ οι μαύροι δεν φάνηκαν πρόθυμοι να διακινδυνέψουν την ζωή τους. Η νυκτερινή επιδρομή στο χωριό και οι πυροβολισμοί ξεσήκωσαν τους θορυβημένους πολίτες οι οποίοι ειδοποίησαν αμέσως το πλησιέστερο σώμα τακτικού στρατού να επέμβει. Το μικρό απόσπασμα βρήκε την συμμορία οχυρωμένη σε μία αποθήκη, μαζί με 40 ομήρους,. να πυροβολεί οποιονδήποτε λευκό βρισκόταν στην περιοχή. Μετά από μία σύντομη μάχη στην οποία σκοτώθηκαν τα μισά μέλη της συμμορίας και απελευθερώθηκαν οι όμηροι, ο Μπράουν συνελήφθη και οδηγήθηκε στην δικαιοσύνη.   

 

Τζών Μπράουν

Κατά πολλούς ήταν τοφυτίλιπου άρχισε τον πόλεμο και σωστά αφού μετά απ την επίθεσή του στο Χάρπερς Φέρρυ ο Νότος άρχιζε να οπλίζεται. Αλλά πίσω από αυτόν βρίσκονταν ήδη οι πολιτικοί που προωθούσαν τον πόλεμο με τον Νότο.

Το πραγματικό σκάνδαλο όμως, ξέσπασε όταν μία έρευνα στο κρησφύγετό του αποκάλυψε την αλληλογραφία που διατηρούσε με κάποιους γερουσιαστές του Βορρά. Αν και δεν αποδείχθηκε ποτέ, οι φήμες έλεγαν ότι οι προθέσεις των γερουσιαστών είχαν κάπως πιο…«πεζά» κίνητρα από την απελευθέρωση των νέγρων και σχετίζονταν με την παράνομη οικειοποίηση μεγάλων γεωργικών εκτάσεων τις οποίες θα «απελευθέρωνε» ο Μπράουν προς χάριν τους. Ωστόσο, μετά τις αποκαλύψεις, οι γερουσιαστές κατέφυγαν στον Καναδά για να αποφύγουν την σύλληψη, γεγονός που επιβεβαίωνε την ενοχή τους. Το Κονγκρέσσο αν και υποσχέθηκε διαφάνεια προς κάθε κατεύθυνση, μεταχειρίστηκε κάθε μέσον για να καλύψει την υπόθεση, κρίνοντας τον Τζων Μπράουν ως μοναδικό ένοχο. 

 

Μετά τον απαγχονισμό του σταμάτησαν και οποιεσδήποτε περαιτέρω αποκαλύψεις. Τα ερωτηματικά όμως, έπεφταν βροχηδόν από τον Νότο: Πως είναι δυνατόν το επίσημο κράτος να ανέχεται την επίθεση εναντίον μίας πολιτείας του, η οποία ανήκει στην ίδια Ένωση και ήταν ισότιμη με τις υπόλοιπες, χωρίς να αποκαλύπτει τι κρύβεται πίσω από αυτή την συνωμοτική κίνηση; Αντί για εξηγήσεις όμως, ακολούθησαν κάποιες μασημένες δηλώσεις που εξόργησαν χειρότερα τον Νότο, ενώ κάποιες εφημερίδες του Βορρά εξύμνησαν τον Τζων Μπράουν σαν μάρτυρα που μαχόταν για την απελευθέρωση των δούλων, συνθέτοντας μάλιστα και έναν ύμνο στο όνομά του, ο οποίος ακούγεται μέχρι σήμερα σαν δεύτερος εθνικός ύμνος: «Δόξα, Δόξα Αλληλούια, το σώμα του Τζων Μπράουν βρίσκεται στο χώμα, μα η ψυχή του προχωρά εμπρός…» –το γνωστό «Glory, Glory Hallelujah».  

Μετά το επεισόδιο οι πολιτείες του Νότου ένιωσαν σαν υποψήφια θύματα στρατιωτικής εισβολής και άρχισαν να, αναθεωρούν τα δεδομένα της συμμετοχής τους σε μία Ένωση η οποία, αντί να τις προστατεύει, τις γέμιζε ανασφάλεια.

 

ΑΠΟΣΧΙΣΗ

 

«Το δικαίωμα της απόσχισης είναι επαναστατικό, αλλά παρόλα αυτά, υπάρχει.

Ελπίζουμε να μη χρειαστεί ποτέ να ζήσουμε σε μία δημοκρατία όπου μία πλευρά εξαναγκάζεται να καθηλωθεί επί της άλλης υπό την απειλή των όπλων».

 

Οράτιος Γκρήλυ, δημοσιογράφος του Βορρά

 

Καθώς πλησίαζε ο Νοέμβριος του 1860 και οι προεδρικές εκλογές, η κατάσταση παρέμενε εκρηκτική, ενώ από όλα τα στόματα κρεμόταν ένα και μόνο ερώτημα: ποιά θα ήταν η στάση του Λίνκολν στο θέμα της δουλείας αν κέρδιζε τις εκλογές. Εκείνος εξακολουθούσε να απαντά με τις σιβυλλικές δηλώσεις του: «Αν θα αποδίδονται πίσω οι φυγάδες δούλοι στις πολιτειακές αρχές; Το Σύνταγμα δεν καθορίζει επακριβώς. Αν δύναται το Κονγκρέσσο να απαγορέυσει την δουλεία κατά περιοχές; Το Σύνταγμα δεν καθορίζει επακριβώς. Αν το Κονγκρέσσο θα προστατεύσει την δουλεία κατά περιοχές; Το Σύνταγμα δεν καθορίζει επακριβώς»…

Ταυτόχρονα όμως, άφηνε να πλανάται η γενική απειλή ότι η κυβέρνηση διατηρούσε το δικαίωμα να επιβάλλει την βούλησή της σε όλες τις πολιτείες και να ψηφίσει όποιον νόμο κρίνει κατάλληλο για τα συμφέροντα του έθνους. Τα λόγια αυτά κατάφεραν μόνο να εκνευρίσουν περισσότερο τους ψηφοφόρους του Νότου οι οποίοι είχαν πλέον απτά παραδείγματα φόβου για το μέλλον και όταν τελικά έφθασε η κρίσιμη μέρα τον καταψήφισαν μαζικά. Ωστόσο, το εκλογικό αποτέλεσμα κρίθηκε από τις μάζες του Βορρά και τα συμφέροντα των βιομηχάνων.

Μετά την εκλογική του νίκη, ο Λίνκολν δεν προώθησε κανένα νόμο για την δουλεία, αφού ήταν αρκετά απασχολημένος να βρει έναν τρόπο να ισορροπήσει την κοινή γνώμη. Όλοι τον προειδοποιούσαν να προσέξει μήπως η απόσχιση επέλθει τελικά σαν φυσικό επακόλουθο της αμφίρροπης κατάστασης, αλλά εκείνος, αντί να αναλάβει πρωτοβουλία σε ένα κρίσιμο θέμα που θα επηρέαζε άμεσα την οικονομία της χώρας, απαντούσε σαν να ένιπτε τας χείρας του:

«Στα δικά σας χέρια και όχι στα δικά μου, δυσαρεστημένοι συμπολίτες μου, επαφίεται η βαρύνουσα ευθύνη του εμφυλίου πολέμου».

Εφόσον η κυβέρνηση φαινόταν ανίκανη να ελέγξει τα πράγματα, η κατάσταση δεν άργησε να πυροδοτήσει το φυτίλι της τελικής έκρηξης. Με την πλειοψηφία των βουλευτών του Κονγκρέσσου να ανήκει πλέον στον Βορρά, οι Νότιοι φοβήθηκαν ότι θα ακολουθούσε μία σειρά νόμων οι οποίοι θα απέβλεπαν στην οικονομική εξουθένωσή τους, οπότε επέλεξαν την απόσχιση προκειμένου να αποφύγουν τις αντιδράσεις μίας συγχυσμένης κυβέρνησης που είχε χάσει τον έλεγχο. Έναν μήνα μετά την εκλογή του Λίνκολν η πιο αδιάλλακτη από τις Νότιες πολιτείες, η Νότια Καρολίνα, ανακοίνωσε επίσημα την απόσχισή της από την Ένωση. Μέχρι τον Ιανουάριο του 1861 την είχαν ακολουθήσει άλλες έξι, συγκροτώντας το ανεξάρτητο κράτος των Ομόσπονδων Πολιτειών της Αμερικής (Confederate States of America), με δική τους σημαία και πρόεδρο τον Τζέφερσον Νταίηβις (Jefferson Davis), έναν διακεκριμένο απόστρατο συνταγματάρχη και πρώην γερουσιαστή των ΗΠΑ.

Αρχικά η απόσχιση φαινόταν σαν ένα είδος διαζυγίου κοινής συναίνεσης, το οποίο ικανοποιούσε αμφότερες τις πλευρές, αφού κάθε μία ήταν πλέον ελεύθερη να ορίσει την μοίρα της μέσα στα σύνορά της. Ακόμα κι ο Λίνκολν πίστευε ότι όλα αυτά δεν ήταν παρά ένα πείσμα του Νότου, ο οποίος αργά ή γρήγορα δεν θα μπορούσε να κάνει τίποτα άλλο παρά να επανέλθει στην Ένωση. Σύντομα όμως, ανακάλυψε τις οδυνηρές συνπεπειές: η οικονομία του κράτους είχε διασπασθεί! Ο Βορράς, που μέχρι τότε πουλούσε σχεδόν το 70% της παραγωγής του στον Νότο, κινδύνευε τώρα να χρεωκοπήσει αφού αυτές οι εμπορικές συναλλαγές είχαν σταματήσει. Αντίθετα τα έσοδα του Νότου, μόνο από τις εξαγωγές του στην Ευρώπη, του επέτρεπαν να επιβιώσει αυτόνομα! Η επίδραση στις βιομηχανίες του Βορρά ήταν άμεση: πολλές επιχειρήσεις κλωστουφαντουργίας και τροφίμων οι οποίες εισήγαγαν προϊόντα τα οποία παράγονταν αποκλειστικά στον Νότο, πτώχευσαν από την μία μέρα στην άλλη. Ανάλογες απώλειες βέβαια υπέστη και ο Νότος, αλλά γνώριζε ότι αυτά που θα έχανε αν παρέμενε στην Ένωση θα ήταν πολύ περισσότερα.

Ο χάρτης των πολιτειών μετά την του Νότου. Οι νότιες πολιτείες, αν και μεγαλύτερες σε έκταση ήταν αραιοκατοικημένες σε σχέση με τον μικρότερο σε έκταση, αλλά πυκνοκατοικημένο Βορρά. Οι συνοριακές πολιτείες Μιζούρι, Κεντάκυ και Μαίρυλαντ παρέμειναν επίσημα ουδέτερες, αλλά συμμετείχαν εθελοντικά στην διαμάχη, κατά τα 2/3 υπέρ της Ένωσης και 1/3 υπέρ της Ομοσπονδίας. Το Κεντάκυ –η γεννέτειρα του Λίνκολν- θα αποτελούσε πάντα το 13ο άστρο στην σημαία του Νότου, χάρη στους εθελοντές που πολέμησαν με την γκρίζα στολή. Παρατηρήστε την μικρή απόσταση μεταξύ των πρωτευουσών των δύο αντίπαλων κρατών (Ουάσινγκτον και Ρίτσμοντ), οι οποίες έγιναν το επίκεντρο των μαχών του ανατολικού μετώπου.  

Εξαγριωμένοι οι Βόρειοι απειλούσαν τον Λίνκολν να εξαναγκάσει την Ομοσπονδία να επανέλθει στην Ένωση, έστω και δια της βίας. Αυτό όμως δεν ήταν εύκολο και ο Λίνκολν το γνώριζε καλά: ουδείς νόμος απαγόρευε την απόσχιση, αφού, σύμφωνα με το Σύνταγμα, η Ένωση αποτελούσε εθελοντική επιλογή των πολιτειών! Από εκείνο το σημείο και μετά ο Βορράς θεώρησε την απόσχιση σαν προδοσία κατά του έθνους και του δημοκρατικού συστήματος του οποίου το εκλογικό αποτέλεσμα δεν γινόταν σεβαστό, ενώ ο Νότος δεν μπορούσε να δεχθεί ότι οι κάτοικοι του Βορρά, βασιζόμενοι στην πλειοψηφία τους, θα έπρεπε να καθορίζουν την οικονομική και κοινωνική δομή του κράτους τους.

 

ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΑΙΜΑ

 

Καθώς η αντιπαράθεση και οι απειλές του Βορρά συνεχίζονταν σε ένα κλίμα αυξανόμενης έντασης, ο Τζέφερσον Νταίηβις, θέλοντας να προετοιμαστεί αμυντικά για κάθε ενδεχόμενο, κάλεσε 100.000 εθελοντές να στρατευθούν ως πολιτοφυλακή, απαιτώντας παράλληλα την εκκένωση των κατά τόπους στρατιωτικών εγκαταστάσεων της Ένωσης από τις φρουρές τους. Όμως η φρουρά του Φορτ Σάμτερ (Fort Sumter), ενός μικρού οχυρού στο λιμάνι του Τσάρλεστον της Ν. Καρολίνας, αρνείτο να το εγκαταλείψει, εξακολουθώντας να κρατά υψωμένη την σημαία της Ένωσης. Το φρούριο ήταν παλιό, παραμελημένο και ο διοικητής του διέθετε του μόνο 80 άνδρες και περιορισμένες προμήθειες, ενώ η Ομοσπονδιακή κυβέρνηση προειδοποίησε ότι οποιαδήποτε απόπειρα ανεφοδιασμού του θα εκλαμβανόταν ως εχθρική ενέργεια.

Πολλοί βεβαίως έχουν ακούσει και ίσως γνωρίζουν, ότι «Τo Πρώτο Αίμα» του πολέμου χύθηκε στο Οχυρό Σάμτερ. Όσοι το έχουν πιστέψει σημαίνει ότι ποτέ τους δεν έχουν δεί που βρίσκεται στον χάρτη: ήταν ένα φρούριο χτισμένο επάνω σε μία βραχονησίδα, 1.500 χιλιόμετρα βαθιά μέσα στην επικράτεια του Νότου, ακριβώς στην είσοδο του στομίου του λιμένος του Τσάρλεστον -ένα σημείο ουδεμίας στρατηγικής σημασίας, το οποίο η Ουάσινγκτον ούτε καν θα σκεφτόταν ποτέ να υπερασπιστεί. Ο Λίνκολν όμως το χρησιμοποίησε για να παίξει τον ρόλο του «Αμυνομένου εν δικαίω». Παρότι οι επιτελείς του τον ενημέρωσαν ότι το οχυρό ήταν απομονωμένο και δεν υπήρχε δυνατότητα ανεφοδιασμού, εκείνος δήλωσε ότι η κυβέρνηση αρνείται να το εγκαταλείψει και διέταξε τον ανεφοδιασμό του από θαλάσσης! Η απόπειρα απέτυχε λόγω σφοδρής θαλασσοταραχής και το πρωί της 12ης Απριλίου 1861 τα πυροβόλα της Ομοσπονδίας άρχισαν να βάλλουν εναντίον του οχυρού. Η φρουρά ανταπάντησε με μερικά πυρά για την «τιμή των όπλων» και μετά παραδόθηκε. Ήταν μία αναίμακτη και άχρηστη αναμέτρηση, η οποία όμως έδωσε σε όλους να καταλάβουν ότι ο πόλεμος είχε αρχίσει, χαρίζοντας ταυτόχρονα στον Λίνκολν το ηθικό έρεισμα που αναζητούσε για να διακηρύξει ότι πρωταίτιος όλων ήταν ο Νότος. Στις 16 Απριλίου η Buffalo Daily Courrier έγραψε στο κύριο άρθρο της: «…Η υπόθεση του Σάμτερ κατασκευάστηκε ως μέσο ερεθισμού της κοινής γνώμης του Βορρά». Η Jersey City American Standard, εφημερίδα της Ένωσης, το χαρακτήρισε σαν «…απλό τέχνασμα που δρά ως ειλλημένη απόφαση της κυβέρνησης για να εξαπολύσει τα δεινά ενός πολέμου». Και η απόφαση του πολέμου ήταν όντως ειλλημένη. Η υπεροπλία της Ένωσης, σε κάθε τομέα, ήταν συντριπτική: ο Βορράς διέθετε το 97% της παραγωγής όπλων, τον τριπλάσιο στρατό, και ολόκληρο τον στόλο των ΗΠΑ -η υποταγή των «Ανταρτών» ήταν θέμα ελάχιστων μηνών! Και μόνο η υπεροπλία του στόλου ήταν αρκετή για να εγγυηθεί τον ολοκληρωτικό αποκλεισμό των λιμένων της Ομοσπονδίας, διακόπτοντας έτσι τις εμπορικές συναλλαγές της με την Ευρώπη. Ο Νότος όμως, φαινόταν να αψηφά επιδεικτικά τους αριθμούς. Παρότι το θέμα του στόλου ισοδυναμούσε ουσιαστικά με οικονομικό στραγγαλισμό, εκείνοι υπερχείλιζαν από εθνική έπαρση: το μόνο που θέλησαν ήταν να ζήσουν ανεξάρτητοι μέσα στα σύνορά τους, τη στιγμή που ο Βορράς απειλούσε να εισβάλει στην γη τους.

Αντικειμενικός σκοπός του Λίνκολν πλέον δεν ήταν τίποτα άλλο, παρά η βίαιη επαναφορά του Νότου στην Ένωση εξ αιτίας των τεράστιων οικονομικών επιπτώσεων που είχε προκαλέσει η απόσχισή του. Η δουλεία δρούσε απλά σαν μία δευτερεύουσα «τεχνική λεπτομέρεια». Εξάλλου, η εξάλειψη της δουλείας θα γινόταν αργότερα σε όλο τον κόσμο με απλές διοικητικές πράξεις, χωρίς ίχνος αιματοχυσίας. Η Γαλλία θα καταργούσε τη δουλεία με μια απλή διακήρηξη. Η Αγγλία θα αποζημίωνε όλους τους ιδιοκτήτες δούλων με το 40% του κόστους αγοράς τους. Μόνο στην Αμερική χρειάστηκε ένα τετραετές αιματοκύλισμα. Ήταν απαραίτητο; Και βέβαια, διότι ο πόλεμος δεν έγινε για την δουλεία! Μας το βεβαιώνει ο ίδιος ο Λίνκολν, με ευθύ και αναμφίβολο τρόπο:  

«Θα έσωζα την Ένωση. Θα την έσωζα με τον συντομότερο τρόπο που μπορούσα. Κι ας υπάρχουν εκείνοι που δεν θα την έσωζαν, παρά μόνο αν ταυτόχρονα καταργούσαν και την δουλεία. Δεν συμφωνώ μαζί τους. Το πρωταρχικό αντικείμενο σε αυτόν τον αγώνα είναι να διασώσω την Ένωση και όχι να διατηρήσω ή να καταργήσω την δουλεία». (Αύγουστος 1862).    

 Αν και πέρασε στην ιστορία σαν «Μάρτυρας της Ελευθερίας», στην πραγματικότητα ο Λίνκολν ήταν εκείνος που προκάλεσε την απόσχιση και τον πόλεμο. Κατά τη διάρκεια της θητείας του δεν δίσταζε να παραβιάζει κατάφορα το σύνταγμα, εφαρμόζοντας οποιαδήποτε αυταρχικά μέτρα εξυπηρετούσαν τους σκοπούς του: φυλάκιζε τους πολιτικούς του αντιπάλους, φίμωνε τον τύπο και διέλυε τις διαδηλώσεις με την επιβολή των όπλων. Σύμφωνα με διαταγή του, ο Στάντον είχε συλλάβει 13.500 αντιφρονούντες πολίτες της Ένωσης με την κατηγορία ότι εξέφραζαν συμπάθεια προς τον εχθρό!  

Για τους αγανακτισμένους Νοτίους η κήρυξη του πολέμου ήταν η σταγόνα που ξεχείλησε το ποτήρι. Η κατάφορη αυτή παραβίαση του Συντάγματος προσέδωσε στον αγώνα τους το ηθικό δικαίωμα να πολεμήσουν για την ανεξαρτησία τους: είχαν εισέλθει στην Ένωση των Πολιτειών με την δική τους ελεύθερη βούληση, αλλά τώρα ο Λίνκολν τούς υποχρέωνε να πολεμήσουν για να βγουν από αυτή!

Η πρώτη μεγάλη σύγκρουση των δύο αντίπαλων στρατών στο πεδίο της μάχης δεν άργησε να έλθει και πράγματι κατέληξε σε πανωλεθρία -αλλά όχι την προβλεπόμενη. Στις 21 Ιουλίου 1861 ο στρατός της Ένωσης επεχείρησε να εισβάλει στην πολιτεία της Βιρτζίνια, με αντικειμενικό σκοπό την κατάληψη της πρωτεύουσάς του. «Εμπρός για το Ρίτσμοντ!», κραύγαζαν ενθουσιασμένοι οι στρατιώτες, θέλοντας να δώσουν ένα γρήγορο τέλος σε αυτή την ανοησία. Λίγες ώρες αργότερα έτρεχαν πανικόβλητοι στην κατεύθυνση από την οποία είχαν έλθει, πετώντας σακίδια και όπλα για να διαφύγουν γρηγορότερα.

Αντίθετα με όλα τα προγνωστικά, οι στρατηγοί της Ένωσης υφίσταντο την μία ήττα μετά την άλλη. Η επέμβση του Λίνκολν στα στρατιωτικά θέματα υπήρξε ολέθρια. Επέλεγε διαρκώς τους στρατηγούς του με πολιτικά κριτήρια και μετά από κάθε ήττα τους αντικαθιστούσε τακτικά για να μην του αποδοθεί προσωπικά η ευθύνη των αποτυχιών! Στην αντίπαλη πλευρά, η πίστη των Νοτίων στο ηθικό δίκαιο του αγώνα τους, σε συνδυασμό με μία μικρή ομάδα εξαιρετικών στρατηγών, θα έτρεπαν σε φυγή τους Γιάνκηδες επί δύο συνεχή έτη. Ο πόλεμος θα κρατούσε τέσσερα χρόνια μόνο και μόνο χάρη στη μοναδική αυταπάρνηση εκείνων των στρατευμένων ξυπόλητων αγροτών.

 

 

 

ΣΤΗΝ ΔΙΝΗ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ

 

 

«Οι πολίτες του Νότου δεν κατανοούν

την ανεξάντλητη δύναμη υλικού που διαθέτουν οι Βόρειοι,

ενώ οι Βόρειοι αγνοούν το πείσμα με το οποίο οι Νότιοι

είναι αποφασισμένοι να πολεμήσουν»

 

Στρατηγός  Ρόμπερτ .Λή

 

  Η θρυλική μορφή του εκπληκτικότερου στρατηγού του Νότου, Ρόμπερτ Λη, έμεινε για πάντα χαραγμένη στο μυαλό των στρατιωτών που πολέμησαν κάτω από τις διαταγές του. Κανείς άλλος στρατηγός; της ιστορίας δεν αγαπήθηκε ποτέ τόσο πολύ από τον  στρατό του και κανείς άλλος στρατός δεν αγαπήθηκε τόσο πολύ από τον διοικητή του. Σε αυτή την φωτογραφία η οποία ελήφθη μετά την παράδοση του Νότου, η φλόγα της μάχης εξακολουθεί να καίει στο βλέμμα του 58χρονου στρατηγού

 

Μετά την κήρυξη του πολέμου πολλά πράγματα άλλαξαν στην ζωή –και κυρίως στον θάνατο- των λευκών Αμερικανών, αλλά τίποτα απολύτως στην ζωή των μαύρων. Τα καθήκοντά τους παρέμειναν τα ίδια τόσο στον Νότο, όσο και στον Βορρά. Ο ορισμός του όρου «δουλεία» ήταν πλέον πολύ σχετικός: στον Βορρά για παράδειγμα, πολλοί εννοούσαν την απελευθέρωση των δούλων σαν την μη-κατοχή τους από τους Νότιους, ριγώντας βέβαια με αποστροφή στην ιδέα της ένταξης των μαύρων ως ισότιμων πολιτών των ΗΠΑ. Στον οικονομικό τομέα πάντως, ο Λίνκολν προέβη σε δυναμικές μεταρρυθμίσεις. Τον Ιούνιο του 1861 κατασκευάστηκε η κατηγορία εναντίον των πολιτειών της Ομοσπονδίας ότι δεν είχαν καταβάλει τους φόρους τους προς την κυβέρνηση, δηλαδή των Ηνωμένων Πολιτειών! Αυτό οδήγησε στην ψήφιση του Νόμου Κατάσχεσης των περιουσιών των Νοτίων πολιτειών (Confiscation Act), ο οποίος θα εφαρμοζόταν σε όσες «επαναστατημένες» πολιτείες κατακτούντο στην πορεία του πολέμου!

Ο Λίνκολν πιεζόταν να κάνει κάποια χειρονομία υπέρ της απελευθέρωσης των δούλων, αλλά περίμενε να το πράξει μετά από μία νίκη για να μη φανεί ότι υποχωρεί κάτω από τις άσχημες στρατιωτικές εξελίξεις. Η ευκαιρία αυτή του δόθηκε στις 22 Σεπτεμβρίου 1862, μετά από την αιματηρή μάχη του Αντίταμ, όπου ο στρατός της Ένωσης κατάφερε να αποκρούσει μία εχθρική εισβολή στα εδάφη της Ουάσινγκτον, εκδίδοντας την περίφημη Διακήρυξη Χειραφέτησης. Αυτή χρησιμοποιήθηκε ευρύτατα από την προπαγάνδαγια να απαλύνει τις εντυπώσεις, αλλά στην πραγματικότητα επρόκειτο για ένα φιάσκο, αντάξιο της ρητορικής δεινότητας του Λίνκολν: η Διακήρυξη υποσχόταν την απελευθέρωση των δούλων των πολιτειών του Νότου –όχι όμως και του Βορρά- μόλις τα στρατεύματα της Ένωσης απελευθέρωναν τις περιοχές στις οποίες ζούσαν, εξαιρώντας όμως τις περιοχές οι οποίες είχαν ήδη καταληφθεί! Με άλλα λόγια η Διακήρυξη απελευθέρωνε τους δούλους που δεν μπορούσε να ελευθερώσει και κρατούσε υπόδουλους εκείνους ακριβώς που μπορούσε να ελευθερώσει! Η σχετική παράγραφος μάλιστα τελείωνε διευκρινίζοντας ότι για τις εξαιρούμενες πολιτείες «…οι διατάξεις επί του παρόντος παραμένουν ακριβώς, ως αυτή η Διακήρυξη να μην είχε εκδοθεί». Ο Λίνκολν φαντάστηκε ότι θα προκαλούσε μαζικές εξεγέρσεις των μαύρων του Νότου, αλλά απέτυχε. Οι δούλοι δεν εξεγέρθηκαν, ενώ οι Νότιοι κάγχαζαν, δηλώνοντας ότι αυτό αποτελούσε μία ακόμα απόδειξη του δίκαιου αγώνα τους που δεν θα τους επέτρεπε να επιστρέψουν στους κόλπους μίας κυβέρνησης η οποία επιδιδόταν σε τέτοια απατηλά τεχνάσματα για να καλύψει τα ψεύδη της. \

 

1863: Η ΚΡΙΣΙΜΗ ΚΑΜΠΗ

 

 

«Για να γίνεις καλός στρατιώτης πρέπει να αγαπάς τον στρατό. Για να γίνεις καλός στρατηγός πρέπει να μπορείς να διατάξεις τον θάνατο αυτού που αγαπάς»

 

Στρατηγός Ρόμπερτ Λη

 

Από την έναρξη του πολέμου η Στρατιά της Ομοσπονδίας, υπό την ηγεασία του στρατηγού Ρόμπερτ Λη (Robert Lee) είχε ταπεινώσει επανειλημμένα τους Βόρειους στα πεδία μαχών του ανατολικού μετώπου, όμως οι κεφαλές της Ομοσπονδίας γνώριζαν ότι το μειονέκτημα της υλικής αδυναμίας του Νότου δεν θα αργούσε να διαφανεί. Η Ένωση είχε υποστεί πραγματικές πανωλεθρίες και παρόλα αυτά ήταν πάντοτε σε θέση να απειλεί τον Νότο σε κάθε επόμενη εκστρατεία της. Η Ομοσπονδία ήταν πλέον ανίκανη να αντιτάξει νέες δυνάμεις. Οι στρατιώτες ήταν ξυπόλητοι, πεινασμένοι, κατάκοποι και προμηθεύονταν όπλα και ρούχα από τους νεκρούς αντιπάλους τους. Η καθημερινή τροφή τους ήταν τριμμένο καλαμπόκι, το οποίο όμως, αναγκαστικά, κοβόταν άγουρο και προκαλούσε συνεχείς διάρροιες. Παρόλα αυτά το ηθικό τους παρέμενε ακατάβλητο. «Δεν υπήρξαν ποτέ ξανά τέτοιοι άνδρες σε στρατό», έλεγε ο Ρόμπερτ Λη για τους ρακένδυτους άνδρες του. «Θα πάνε οπουδήποτε και θα κατορθώσουν οτιδήποτε αν τους οδηγήσεις σωστά», και τα μάτια του γέμιζαν με δάκρυα συγκίνησης, γνωρίζοντας όμως κατά βάθος ότι μετά από θυσίες δύο χρόνων ο Νότος δεν είχε κερδίσει τίποτα ουσιαστικό.

Το μόνο μήνυμα ελπίδας ήλθε ξαφνικά από το εξωτερικό. Στην Αγγλία η έλλειψη βαμβακιού είχε αρχίσει να «κρούει τον κώδωνα του κινδύνου». Η ανεργία στις υφαντουργίες είχε μετατραπεί σε λαϊκή αγανάκτηση και η παραγωγή ενδυμάτων έπεφτε κατακόρυφα, συμπαρασύροντας μαζί της και το 40% των αγγλικών εξαγωγών. Οι επιπτώσεις στην οικονομία δεν μπορούσαν πια να αγνοηθούν και η βρετανική κυβέρνηση άρχισε να νιώθει άμεση εξάρτηση από τον Νότο. Η βασίλισα Βικτωρία όμως, ήθελε πάντοτε να ενεργεί εκ του ασφαλούς: επιθυμούσε τις καλές εμπορικές σχέσεις με την Ομοσπονδία, αλλά ταυτόχρονα δεν ήθελε και να εναντιωθεί σε μία ανερχόμενη οικονομική και ναυτική δύναμη όπως η Ένωση. Για αυτούς τους λόγους απέστειλλε έναν στρατιωτικό παρατηρητή στον στρατό του Λη, ο οποίος θα βολιδοσκοπούσε την δυνατότητα της Ομοσπονδίας να υπερισχύσει έναντι του Βορρά. Αν η απάντησή του ήταν καταφατική, η Αγγλία θα προχωρούσε ανοικτά στην αναγνώριση των Νοτίων Πολιτειών.

Η απόφαση της Αγγλίας ξεσήκωσε κύμα ανέλπιστου ενθουσιασμού στην κυβέρνηση του Τζέφερσον Νταίηβις, η οποία ανέκαθεν αποζητούσε τη βρετανική υποστήριξη. Κανείς στην Ομοσπονδιακή κυβέρνηση δεν είχε πιστέψει ποτέ ότι ο Νότος θα μπορούσε να αντεπεξέλθει επί μακρόν σε μια παρατεταμένη αναμέτρηση με τον Βορρά. Το μόνο που ήλπιζαν ήταν να αντισταθούν αρκετά, ώστε τα γεγονότα να κάμψουν τον Λίνκολν, ο οποίος κάτω από την πίεση της δριμείας κριτικής που δεχόταν, θα αναγκαζόταν να αποδεχθεί την απόσχιση.

Στην αντίπαλη πλευρά οι συνθήκες δεν ήταν καλύτερες. Η προπαγάνδα της Ένωσης χρειάστηκε να απευθυνθεί στα ανώτερα ανθρώπινα ιδανικά των πολιτών της για να αντέξει το πολύνεκρο αιματοκύλισμα, αλλά το σύνθημα «Αγώνας για την Ελευθερία των Μαύρων» δεν είχε απήχηση. Υπήρχαν αρκετοί στρατιώτες πρόθυμοι να πολεμήσουν για την ένωση των πολιτειών, αλλά κανείς που να προθυμοποιείτο να πεθάνει για την απελευθέρωση των νέγρων. Η αναπλήρωση των απωλειών επιτυγχανόταν από τα συνεχή κύματα των μεταναστών. Η εξαθλίωση εκείνων των ανθρώπων τους ανάγκαζε να καταταγούν στον στρατό προκειμένου να εξασφαλίσουν μια ενδυμασία και ένα πιάτο φαγητό. Όμως, οι ήττες και οι αλλαγές στην ηγεσία του στρατεύματος έριχναν συνεχώς το ηθικό των ανδρών. Ο πολιτικός κόσμος της Ένωσης λοιδωρούσε τον Λίνκολν, ο οποίος γνώριζε ότι αν δεν σημείωνε μια σημαντική στρατιωτική νίκη, δεν είχε καμμία ελπίδα επανεκλογής στις εκλογές του 1864. Ούτε όμως, επροτίθετο και να σταματήσει τον πόλεμο, αφού αυτό θα σήμαινε την αποδοχή της αποτυχίας του.

Οι νίκες του Νότου στο μέτωπο της Βιρτζίνια, σε συνδυασμό με την άσχημη πολιτική κατάσταση στον Βορρά και τη μεταστροφή της βρετανικής διάθεσης, έπεισαν τον Νταίηβις να πιέσει τον Λίνκολν, σε πολιτικό και στρατιωτικό επίπεδο ταυτόχρονα, πριν η αντοχή του Νότου άγγιζε το σημείο χωρίς επιστροφή. Διακινδυνεύοντας μια ήττα στο δυτικό μέτωπο, ο Λη σχεδίασε μια νέα εισβολή στα εδάφη της Ένωσης, αποφασισμένος να δώσει στον αντίπαλό του το τελειωτικό πλήγμα που θα τον εξανάγκαζε σε ανακωχή. Την ίδια στιγμή ένας μυστικός απεσταλμένος του Νταίηβις όδευε προς την Ουάσινγκτον για να συναντήσει τον Λίνκολν στον Λευκό Οίκο. Εκεί θα του έθετε τους όρους της Ομοσπονδίας για την κατάπαυση του πυρός. Η αποστολή του ήταν απόρρητη και είχε γίνει γνωστή μόνο στον στρατηγό Λη. Η έκβαση της επερχόμενης σύγκρουσης θα έκρινε καθοριστικά την απάντησή του Λίνκολν. Το αποκορύφωμα είχε επέλθει…

Την 1η Ιουλίου 1863, καθώς οι δύο αντίπαλοι συγκεντρώνονταν στο πεδίο μάχης του Γκέττυσμπεργκ το οποίο θα έκρινε την τύχη της χώρας τους, είχαν συνειδητοποιήσει ότι η εκείνη η μάχη ίσως και να ήταν η τελευταία του πολέμου: οι Βόρειοι δεν είχαν πλέον περιθώριο να ηττηθούν μία ακόμα φορά, ενώ οι Νότιοι δεν θα είχαν ποτέ ξανά την ευκαιρία να εκμεταλλευθούν όλες εκείνες τις ευνοϊκές συγκυρίες των καταστάσεων και πολύ περισσότερο, να συγκεντρώσουν μία αξιόμαχη στρατιά 75.000 ανδρών. Την ίδια στιγμή όμως, στο μυαλό του 56χρονου Ρόμπερτ Λη είχαν συσσωρευθεί όλες οι ευθύνες της χώρας του. Τα 40 χρόνια στρατιωτικής υπηρεσίας είχαν αρχίσει να βαραίνουν την αδύναμη καρδιά του και το βάρος των ευθυνών, όχι μόνο μίας στρατιάς, αλλά και του μέλλοντος του κράτους του, στάθηκε υπερβολικό για τους ώμους του. Η παρουσία του Άγγλου παρατηρητή μέσα στον στρατό του τον εξώθησε στην επιδίωξη μίας γρήγορης, «θεαματικής» νίκης, δημιουργώντας του σύγχυση και εκνευρισμό. Για πρώτη και τελευταία φορά στη ζωή του έχασε την ψυχραιμία του στο πεδίο της μάχης, εξαντλώντας το μεγαλύτερο μέρος του δυσαναπλήρωτου δυναμικού του σε απεγνωσμένες μετωπικές επιθέσεις κατά των οχυρών θέσεων του εχθρού, καθώς οι στρατηγοί του, ανίκανοι να τον μεταπείσουν, παρακολουθούσαν ανήμποροι τον άδικο σφαγιασμό των ανδρών τους.

Μετά το τέλος της μάχης παραδέχθηκε με συντριβή το σφάλμα του ενώπιον των ανδρών του: «Ήταν δικό μου το λάθος…εγώ έχασα τη μάχη». Εκείνοι όμως εξακολουθούσαν να τον περιβάλλουν με την αγάπη τους και να τον ζητωκραυγάζουν: «Δεν χάσαμε την εμπιστοσύνη μας στον θείο Ρόμπερτ! Αυτός θα μας οδηγήσει μέσα στην Ουάσινγκτον!». Η πραγματικότητα όμως, ήταν πικρή: την ίδια ώρα ο μυστικός απεσταλμένος της κυβέρνησης Νταίηβις ο οποίος θα διαπραγματευυόταν με τον Λίνκολν τους όρους ειρήνης, αποχωρούσε ταπεινωμένος από τον Λευκό Οίκο, ενώ η πολυπόθητη αναγνώριση της Αγγλίας δεν θα ερχόταν ποτέ. Έναν χρόνο αργότερα ο Νότος πράγματι θα απειλούσε για μία ακόμα φορά την Ουάσινγκτον, αλλά ουσιαστικά, θα πολεμούσε αμυνόμενος σε μία συνεχή υποχώρηση μέχρι την τελική ήττα.

 

   

Καμία άλλη μάχη του Εμφυλίου πολέμου δεν συγκέντρωσε τόσα στοιχεία έπους, δράματος και ηρωισμού όσο η τελευταία έφοδος των Νοτίων στο Γκέττυσμπεργκ. Οι αποφασισμένοι άνδρες της Βιρτζίνια, βαδίζοντας προς τον βέβαιο θάνατο, πέρασαν για πάντα στην ιστορία αφήνοντας την τελευταία τους πνοή καθώς διασπούσαν το κέντρο των Βορείων.

 

«…ΕΝΑ ΚΑΜΜΕΝΟ ΧΑΡΤΙ ΣΤΗΝ ΚΟΜΜΑΤΙΚΗ ΤΡΑΠΟΥΛΑ»

 

«Το μόνο που θελήσαμε ήταν η ανεξαρτησία μας. Ή θα την κερδίσουμε ή θα πεθάνουμε»

 

Τζέφερσον Νταίηβις

 

Παρότι στα πεδία των μαχών η Ένωση άρχισε να γνωρίζει τις πρώτες σημαντικές νίκες της από τα μέσα του 1863, ο Ομοσπονδιακός στρατός έδειχνε αποφασισμένος να πολεμήσει μέχρι τέλους, Οι βαρύτατες απώλειες του Βορρά είχαν καταστήσει τον πόλεμο απεχθή στον λαό του, ο οποίος δεν ενδιαφερόταν για την απελευθέρωση των νέγρων, ειδικά όταν αυτή σήμαινε την θυσία της λευκής νεολαίας της Αμερικής. Η Δημοκρατική αντιπολίτευση του Λίνκολν ασκούσε έντονη κριτική στο πρόσωπό του, προτείνοντας συμβιβασμό με την Ομοσπονδία. Όμως ο Λίνκολν παρέμενε ανένδοτος σε οτιδήποτε άλλο, εκτός από την άνευ όρων υποταγή του Νότου. Ο αρχηγός του κόμματος της αντιπολίτευσης, ο Ειρηνιστής Δημοκρατικός Κλήμεντ Βαλλάντιγκαμ, πρότεινε ανοικτά παύση του πολέμου και συνθηκολόγηση με τον Νότο. Τον Μάϊο του 1863 η δημοτικότητά του απειλούσε άμεσα την πρωτοκαθεδρία του Λίνκολν στις εκλογές του επόμενου έτους. Εκείνος δεν δίστασε να διατάξει την σύλληψη και προσαγωγή του σε στρατοδικείο! Με την κατηγορία της «…έκφρασης συμπάθειας προς το πρόσωπο του εχθρού», ο Βαλλάντιγκαμ κατεδικάσθη σε εξορία στον Καναδά. Με βάση την ίδια κατηγορία, ο Λίνκολν οδήγησε σε στρατιωτικές φυλακές 13.535 πολίτες, απαγορεύοντας και την κυκλοφορία 300 εφημερίδων της Ένωσης, οι οποίες κατέκριναν την πολιτική του. Οι προεδρικές εντολές ήταν σαφείς: οποιοσδήποτε διετύπωνε ανατρεπτικές θεωρίες θα συνελλαμβάνετο! Θορυβημένοι κυβερνητικοί κύκλοι τον προειδοποίησαν ότι ήταν η πολλοστή φορά που καταπατούσε προκλητικά το Συντάγμα στο οποίο είχε ορκιστεί και αυτό δεν θα μπορούσε να συνεχιστεί για πολύ πριν η κυβέρνηση αντιμετώπιζε μαζικές αντιδράσεις. Εκείνος απάντησε ότι απαιτείτο μία προσωρινή θυσία του Συντάγματος προκειμένου να διασωθεί η Ένωση!

Σύντομα, οι γερουσιαστές του επαληθεύτηκαν. Η στάση του προκάλεσε ταραχές οι οποίες έθεταν σε κίνδυνο την εσωτερική ασφάλεια της χώρας. Το πλεονέκτημα της πρόσφατης ήττας του Νότου στο Γκέττυσμπεργκ άργησε να γίνει αντιληπτό στον Βορρά και οι συνέπειές του θα ήταν μακροπρόθεσμες. Το όνομα του Λη είχε δημιουργήσει ένα τέτοιο δέος στους αντίπαλους διοικητές, ώστε κανείς τους δεν είχε συνειδητοποιήσει την νίκη που είχε επιτευχθεί. Όλα αυτά είχαν δημιουργήσει ένα έντονα εχθρικό κλίμα προς το πρόσωπο του προέδρου. Όταν ο Λίνκολν ζήτησε την αντισυνταγματική στρατολόγηση «…400.000 ακόμη ανδρών», η κατάσταση άγγιξε τα άκρα. Επισήμως, μία τέτοια ενέργεια απαιτούσε την έγκριση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, αλλά ο Λίνκολν παρέκαμψε την διαδικασία. Τουλάχιστον σε πέντε πολιτείες του Βορρά άρχισαν να σημειώνονται διαδηλώσεις, με του πολίτες να αρνούνται να προσφέρουν περισσότερο αίμα στα κανόνια ενός Νότου ο οποίος εξακολουθούσε να σημειώνει τοπικές νίκες.

Το τετραήμερο 12-15 Ιουλίου 1863 στιγματίστηκε από τις «Διαδηλώσεις της Στρατολόγησης», με τις ταραχές να φθάνουν μέχρι την καρδιά της ίδιας της Νέας Υόρκης. Ένα πλήθος εξεγερμένων πολιτών ξεχύθηκε στους δρόμους, καταστρέφοντας στρατολογικά γραφεία και «λυντσάροντας» νέγρους, τους οποίους θεωρούσε υπεύθυνους για τον πόλεμο που μάστιζε τη χώρα. Ο Λίνκολν κατέφυγε σε ακραία μέτρα: έθεσε την πολιτεία υπό στρατιωτικό νόμο και απέστειλε στρατιωτικά τμήματα για να την καταστολή των εξεγέρσεων. Οι δυνάμεις κατέφθασαν το ίδιο απόγευμα, αναλαμβάνοντας δράση: εισέβαλαν στα σπίτια σφαγιάζοντας αδιάκριτα, ενώ συστοιχίες πυροβόλων σάρωναν τους δρόμους της Νέας Υόρκης εξοντώνοντας μαζικά 1.000 περίπου διαδηλωτές. Η δυσαρέσκεια προς το πρόσωπο του Λίνκολν ήταν τόσο έντονη ώστε κατέφυγε πλέον σε εκβιασμούς για να διατηρήσει την συνοχή του κόμματός του. Για τα στελέχη της παράταξής του όμως, δεν ήταν παρά «…ένα καμμένο χαρτί στην κομματική τράπουλα». Αν η πολιτική και στρατιωτική ένταση δεν υποχωρούσε με οποιονδήποτε τρόπο, η προεδρία του θα χαρακτηριζόταν ως το αιματηρότερο όνειδος στην ιστορία της χώρας του.

 

Γκραβούρα εποχής για τις κακόφημες «Διαδηλώσεις Στρατολόγησης» οι οποίες σημάδεψαν την Νέα Υόρκη και άλλες πολιτείες του Βορρά το τετραήμερο 12-15 Ιουλίου 1863, όταν οι πολίτες αντέδρασαν στην παράνομη απόφαση του Λίνκολν να στρατολογήσει επιπλέον 400.000 άνδρες για τις ανάγκες του πολέμου. Σώματα του τακτικού στρατού εισήλθαν στην πόλη σφαγιάζοντας αδιάκριτα το πλήθος. Το γεγονός αυτό απετέλεσε την ιστορική βάση για το μυθιστορηματικό σενάριο της γνωστής κινηματογραφικής επιτυχίας «Συμμορίες της Νέας Υόρκης».

 

«Ο ΝΟΤΟΣ ΘΑ ΕΚΛΙΠΑΡΕΙ ΓΙΑ ΟΙΚΤΟ»

Στρατηγός  Ουίλλιαμ Σέρμαν. Ο πλέον μισητός στρατηγός του Εμφυλίου Πολέμου. Υπήρξε ο πρώτος εγκληματίας πολέμου της Ιστορίας, με την σύγχρονη έννοια του όρου και ο πρώτος ο οποίος εφήρμοσε την τακτική του ολοκληρωτικού πολέμου και της «καμμένης γης». Πνευματικά ασταθής, έπασχε από κρίσεις παράνοιας και ο πόλεμος του χάρισε την ευκαιρία να εξωτερικεύσει την πάθησή του, μεταμφιέζοντάς την σε αχαλίνωτο μίσος κατά του Νότου. Παρότι διαφορετικοί σαν χαρακτήρες, συνδέθηκαν με τον Γκραντ με στενή φιλία, επειδή, όπως ομολόγησε ο ίδιος «…μου συμπαραστεκόταν όποτε παραφρονούσα και του συμπαραστεκόμουν όποτε ήταν μεθυσμένος».  

 

Στα μέσα του 1864 συνέβησαν μερικά από τα θαύματα που χρειαζόταν ο Λίνκολν για να εξασφαλίσει την εξουσία του. Το ανθρώπινο δυναμικό της Ένωσης είχε αρχίσει πλέον να αποκτά κατακλυσμικές διαστάσεις. Με τα λιμάνια του Νότου αποκλεισμένα, τα κύματα των μεταναστών κατέφθαναν στη Νέα Υόρκη και την Βοστώνη, όπου οι αρχές τούς έδιναν τρεις «ελεύθερες επιλογές»: «εθελοντική» κατάταξη στον στρατό της Ένωσης, «εθελοντική» ψήφο προς τον πρόεδρο Λίνκολν ή .... άμεση αποχώρηση από την χώρα. Ο αριθμός τους άγγιζε τις 700.000 –αριθμός τριπλάσιος από όσους άνδρες διέθετε η Ομοσπονδία.

Στο ανατολικό μέτωπο, ο στρατηγός Γκραντ, έστω και με τεράστιες απώλειες, πολιορκούσε το Ρίτσμοντ. Στα δυτικά, αρκετές πολιτείες του Νότου βρίσκονταν ήδη υπό κατοχή, καθώς ο στρατηγός Ουίλλιαμ Σέρμαν άφηνε στο πέρασμά «…μία μαύρη λωρίδα ερήμωσης». Πλησιάζοντας την Νότια Καρολίνα, αναγόρευσε τον εαυτό του σε Άγγελο Εκδίκησης, διακηρύσσοντας: «…οι Νότιοι πρέπει είτε να πεθάνουν ή να μας υπηρετήσουν. Θα καταστρέψουμε κάθε εμπόδιο που θα βρεθεί στο δρόμο μας, θα αφαιρέσουμε κάθε ζωή, θα κατάσχουμε κάθε εκτάριο γης, κάθε ιδιοκτησία, μέχρι να πετύχουμε τον σκοπό μας. Όσοι δεν μας υποστηρίζουν είναι εχθροί μας. Θα κάνω αυτόν τον πόλεμο τόσο φρικτό, έως ότου ο Νότος θα εκλιπαρεί για οίκτο».

Στις κατακτημένες πολιτείες οι σοδειές του βαμβακιού, στιβαγμένες σε τεράστιες αποθήκες, κατάσχονταν και μεταφέρονταν στον Βορρά, από όπου εξάγονταν ανεμπόδιστα προς όφελος της κυβέρνησης Λίνκολν. Κάτι αντίστοιχο συνέβαινε και με τους δούλους του Νότου. Παρότι θα έπρεπε να εφαρμοσθεί η Διακήρυξη Χειραφέτησης και να απελευθερωθούν, η κυβέρνηση δεν προέβη σε καμία ενέργεια. Και εφόσον το ισχύον Σύνταγμα δεν τους απέδιδε κάποια νέα υπόσταση, εξακολουθούσαν να αποτελούν «ιδιοκτησία» και να μεταφέρονται σε βορειότερες τοποθεσίες. Παρόλα αυτά οι δημοσιογράφοι έσπευδαν να καταγράψουν τις απόψεις εκείνων των «απελευθερωμένων πολιτών». Ένας νέγρος ρωτήθηκε τι γνώμη είχε για τον «Μέγα Απελευθερωτή Αβραάμ Λίνκολν». Η απάντηση δεν ήταν αυτή που θα ήθελαν οι εφημερίδες: «Δεν ξέρω κανέναν Λίνκολν. Έλεγαν ότι ήθελε να μας απελευθερώσει. Άλλά ούτε για αυτό ξέρω τίποτα».

Πάντως σε πολιτικό επίπεδο, ο «Μέγας Απελευθερωτής» είχε λύσει το κυριότερο πρόβλημά του: οι εκλογές του Νοεμβρίου μπορούσαν να θεωρούνται ήδη κερδισμένες.. Με τον αρχηγό της αντιπολίτευσης εξόριστο και τους αντιφρονούντες φυλακισμένους, είχε μείνει πρακτικά χωρίς πολιτικούς αντιπάλους. Οι εκλογές κερδήθηκαν με άνεση, αφού ούτε καν είχε διστάσει να εξαγοράσει ψήφους με αίμα αθώων. Συνετέλεσαν βέβαια και κάποιες «τεχνικές» λεπτομέρειες: αρκετοί στρατηγοί της Ένωσης παρείχαν ειδικές άδειες στους στρατιώτες τους προκειμένου να ψηφίσουν στις εκλογικές περιφέρειες όπου ο Λίνκολν χρειαζόταν ενίσχυση!

Μέχρι τον Μάρτιο του 1865, οι στρατιώτες του Λη κατέρρεαν από την πείνα, την εξάντληση και τις κακουχίες. Στις 9 Απριλίου 1865, ψυχικά συντετριμμένος, αλλά πάντοτε υπερήφανος, υπέγραψε την συνθηκολόγηση των στρατευμάτων της Ομοσπονδίας. Ο πόλεμος είχε πλέον τελειώσει -τουλάχιστον σε στρατιωτικό επίπεδο, γιατί σε οικονομικό, μόλις τώρα άρχιζε.

Στις 12 Απριλίου 1865 οι ηττημένοι στρατιώτες της Ομοσπονδίας παρέδωσαν τα όπλα και τα λάβαρά τους σε μία επίσημη τελετή. Η παράταξη των εξαντλημένων, αλλά πάντα υπερήφανων Νοτίων, αγκάλιασαν και φίλησαν τα τιμημένα λάβαρά τους για ύστατη φορά, ανίκανοι να συγκρατήσουν τα δάκρυά τους, σαν να αποχωρίζονταν για πάντα την λατρεμένη σύντροφο μίας ολόκληρης ζωής. Ήταν η μαχητικότητα, το σθένος και η αυτοθυσία εκείνων των ξυπόλητων, ρακένδυτων αγροτών που οδήγησαν τον Ομοσπονδιακό στρατό στο απαράμιλλο κλέος.

Το έργο του στρατηγού Σέρμαν είχε εξυπηρετήσει κάποιους επιχειρηματίες του Βορρά οι οποίοι πλούτιζαν πάνω στο κουφάρι του ηττημένου Νότου, κατάσχοντας γεωργικές εκτάσεις προς όφελος τους ή αγοράζοντας αυτές σε εξευτελιστικές τιμές, αφού η καμμένη γη ήταν…φθηνότερη γη. Ο Νότος δεν θεωρείτο πλέον ισότιμο έδαφος των ΗΠΑ, αλλά έδαφος υπό κατοχή! Ο Λίνκολν είχε φυσικά καταλάβει ότι ο Στάντον κι ηπαρέατου κρατούσαν την ισχύ στα χέρια τους και πως σε μια νέα προεδρική θητεία που δεν θα υπήρχε πια πόλεμος η ‘παρέα’ εκείνη του ήταν άχρηστη και κυρίως προσωπικά επικίνδυνη. Ετσι αποφάσισε να σταματήσει την ύπαρξή της αντιτιθέμενος κατ αρχήν στα σχέδια πλουτισμού τους σε βάρος του Νότου. Εξ άλλου ο εννοείται πρόεδρος ‘όλων των Αμερικανών’ μετά την πτώση του Νότου χρειάζονταν ένα άλλο προσωπείο για να επιζήσει κι οι πολύ στενοί του συνεργάτες ζητούσαν ήδη την παραίτηση του απαράδεκτου Στάντον.  Ο πανίσχυρος Έντουιν Στάντον με τη σειιρά του , άμεσα αναμεμιγμένος σε εκείνο τον κύκλο της διαφθοράς, ωρυόταν ότι στους «…προδότες των ΗΠΑ» άξιζε «…μόνο η παραδειγματική τιμωρία και η κατάσχεση των περιουσιών τους». Παρά τις αντιδράσεις, στις 12 Απριλίου του 1865, ο Λίνκολν υπογράφει την ισότιμη επανένταξη του Νότου στις ΗΠΑ και το βράδυ της 14ης ....δολοφονείται…  

Αμέσως άρχισε μία σειρά συλλήψεων Νοτίων πολιτικών προκειμένου η δολοφονία να αποδοθεί σε συνωμοσία τους, αλλά οι έρευνες δεν οδήγησαν πουθενά. Αντιθέτως, τα στοιχεία φαίνονταν να οδηγούν προς την κατεύθυνση από όπου ξεκίνησαν! Ο δολοφόνος του προέδρου, Τζων Γουίλξ Μπουθ, ένας φανατικός Νότιος κατάσκοπος, φονεύθηκε κατά τη διάρκεια της καταδίωξής του και αυτό φαινόταν να δίνει οριστικό τέλος στις έρευνες. Στην πραγματικότητα όμως, ήταν απλώς η αρχή του νήματος μίας συνωμοσίας, στην οποία ο Μπουθ φαινόταν να είναι μόνο ο φυσικός αυτουργός! Ο Στάντον απέστειλε επί τόπου έναν έμπιστο κατάσκοπό του,  τον Λέηφ Μπαίηκερ (Lafe Baker), με αυστηρές διαταγές να αφαιρέσει από το πτώμα του Μπουθ το προσωπικό του ημερολόγιο και να το παραδώσει επειγόντως στον ίδιο. Δύο χρόνια αργότερα, το 1867, τα γεγονότα της μυστικής εκείνης αποστολής, ήλθαν στο φως μετά από αποκαλύψεις του ίδιου του Μπαίηκερ. Η απόκρυψη ενός τόσο σημαντικού τεκμηρίου από έναν υπουργό της κυβέρνησης πυροδότησε τεράστιο σκάνδαλο και την έναρξη μίας νέας έρευνας, κατά την οποία το ημερολόγιο του Μπουθ βρέθηκε φυλαγμένο στα αρχεία του Στάντον! Όταν το ημερολόγιο προσήχθη ενώπιον της αρμόδιας επιτροπής, διαπιστώθηκε ότι απουσίαζαν 18 σκισμένες σελίδες, οι οποίες αναφέρονταν στις ημέρες που προηγήθηκαν της δολοφονία του Λίνκολν! Ο Μπαίηκερ δήλωσε ότι το είχε παραδώσει ακέραιο στον Στάντον, ενώ ο δεύτερος ισχυρίστηκε ότι είχε πλήρη άγνοια του θέματος! Εδώ δημιουργείται το τεράστιο ερωτηματικό, πως ο Στάντον γνώριζε εξ αρχής ότι ο δολοφόνος κρατούσε επάνω του ένα προσωπικό ημερολόγιο, στο οποίο αναγράφονταν πράγματα υψίστης σημασίας, και μάλιστα, τη στιγμή κατά την οποία, υποτίθεται, ότι όλοι αγνοούσαν ακόμα την ταυτότητά του…  

Έντουιν Στάντον

(Edwin Stanton)

 

O Έντουιν Στάντον: ο υπουργός πολέμου, με την απεριόριστη εξουσία. Μισάνθρωπος, πανούργος και δολοπλόκος, αντιπαθούσε ανέκαθεν τον Λίνκολν, ενώ ο δεύτερος γνώριζε ορισμένες από τις παράνομες δραστηριότητές του. Αρχικά ήταν οπαδός του Δημοκρατικού κόματος κι έμπιστος του αντίπαλου στρατοπέδου αλλά στη συνέχεια εξελίχθηκε σε μυστικό πληροφοριοδότη των Ρεπουμπλικάνων. Κράτος εν κράτει σε όλη την διάρκεια του πολέμου , διέθετε σχέσεις με μεγαλοεπιχειρηματίες που κέρδιζαν από τον πόλεμο. Ωστόσο, κατά τη διάρκεια του πολέμου συνεργάστηκε στενά με τον Λίνκολν, αν και ο πρόεδρος γνώριζε πολύ καλά τον αδίστακτο χαρακτήρα του. Εκτός των άλλων, του είχε αναθέσει και την σύλληψη όλων των αντιφρονούντων πολιτών της Ένωσης. Μεταπολεμικά τα σχέδιά τους για την ανασυγκρότηση του Νότου διέφεραν ριζικά,   ο Λίνκολν μάλιστα είχε την πρόθεση να τον παραμερίσει εντελώς κατά την δεύτερη θητεία του πράγμα που ο Στάντον έμαθε μόλις 2 μέρες πριν την δολοφονία του Λίνκολν.  Πολλοί ιστορικοί απέδωσαν σε αυτόν την δολοφονία του Λίνκολν. Είναι βέβαιο ότι είχε και το κίνητρο, αλλά και τα μέσα για να το πράξει.  Νεώτερες αποκαλύψεις σχετίζουν τον Στάντον με τον προστατευόμενό του Λέηφ Μπέηκερ που τον είχε διορίσει αρχηγό των Μυστικών Υπηρεσιών , ο οποίος με την σειρά του εξεβίαζε με σημαντικά ποσά έναντι απειλής σύλληψης ανθρώπους του πολιτικού χώρου. Ο Μπέηκερ σε μυστικά του απομνημονεύματα δήλωσε ότι ο Στάντον σκόπευε να τον ενοχοηποιήσει για την δολοφονία του Λίνκολν επειδή γνώριζε καλά τους αληθινούς δολοφόνους του προέδρου. Επέθαναν και οι δύο το ίδιο έτος μόλις ο πρόεδρος Γράντ αναλάμβανε την εξουσία.

Λαφαγιέτ, Λέηφ, Μπαίηκερ 

(Lafayette, Lafe , Curry Baker)

"Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΠΟΥ ΗΞΕΡΕ ΠΟΛΛΑ"

Λαφαγιέτ, Λέηφ, Μπαίηκερ 

Κατάσκοπος των Βορείων υπόπτου προέλευσης που εξελίχθηκε σε όργανο του Στάντον. Αφησε μυστικά απομνημονεύματα που αποκρύπτουν την δολοπλοκία πίσω απ την δολοφονία του Λίνκολν περιγράφοντας τον Στάντον σαν το κύριο εκτελεστικό όργανο της συνομωσίας που υποστήριζαν άτομα της κυβέρνησης του Λίνκολν , στρατιωτικοί και ορισμένοι κυβερνήτες πολιτειών.  

Διαβάστε στα παρακάτω άρθρα για τις σχετικές αποκαλύψεις :

 

όπως και στο άρθρο μας σε αυτήν την σελίδα για την δολοφονία του Λίνκολν  

 

Αλεξάντερ Βαλλάντινχαμ 

(A. Valladingham)

O ηγέτης των Δημοκρατικών του Βορρά και Αρχηγός της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης συνελήφθη με διαταγή του Λίνκολν απο  στρατιωτικό άγημα σε περιοχή μακράν του μετώπου με την δικαιολογία διατάραξης της τάξης. Στη συνέχεια εξορίστηκε στον Καναδά. Ο Λίνκολν όταν ρωτήθηκε από δημοσιογράφους υποκρίθηκε πως δεν ήξερε τίποτα (!) για να παραδεχτεί σε λίγο ότι η πράξη ήταν δικαιολογημένη γιατί επρόκειτο για κάποιον που μιλούσε για ειρήνη εν μέσω πολέμου (!). Το δικαίωμα του Αμερικανού Προέδρου να καταπατά το Σύνταγμα με την δικαιολογία εκτάκτων στρατιωτικών μέτρων που εκδίδονται απ τον Αρχηγό των Ενόπλων Δυνάμεων , δηλαδή τον ίδιο τον πρόεδρο των ΗΠΑ, ασκείται ως τις μέρες μας κατά παράβαση των στοιχειωδών δημοκρατικών δικαιωμάτων.

 

 

Έναν χρόνο αργότερα, ο Μπαίηκερ βρέθηκε νεκρός στο σπίτι του κάτω από μτστηριώδεις συνθήκες. Εκεί όμως βρέθηκε και το προσωπικό ημερολόγιο του ιδίου, στο οποίο απεκάλυπτε τον ρόλο του σε μία συνωμοσία κατά της ζωής του προέδρου. Σύμφωνα με τα γραφόμενα, στην συνωμοσία ήταν αναμεμιγμένα 11 Γερουσιαστές, 11 μεγαλοβιομήχανοι, 5 τραπεζίτες και ένας κυβερνήτης πολιτείας της Ένωσης! Τον Δεκέμβριο του 1869, με τον θάνατο και του τελευταίου πρωταγωνιστή του μυστηρίου, του Έντουιν Στάντον, το θέμα εγκαταλείφθηκε, αφού η δολοφονία του Λίνκολν από έναν φανατικό Νότιο βόλευε την νέα τάξη πραγμάτων. Ωστόσο, οι νεότεροι ερευνητές διατηρούν ελάχιστες αμφιβολίες για την συνωμοσία που είχε εξυφανθή...

Τον Λίνκολν διαδέχθηκε ο Άντριου Τζόνσον (Andrew Johnson), ως ο 17ος κατά σειρά Αμερικανός προέδρος, ο οποίος στάθηκε αποφασισμένος να σταματήσει το όργιο της ασύστολης κερδοσκοπίας εις βάρος του Νότου, γεγονός που έφερε και τον ίδιο σε ρήξη με τον κύκλο των κερδοσκόπων του Βορρά. Τον Ιούλιο του 1868 ψήφισε την κατάργηση της δουλείας σε όλη την χώρα, τερματίζοντας έτσι μία συνταγματική εκκρεμότητα 100 σχεδόν χρόνων από την Ανακήρυξη της Ανεξαρτησίας των ΗΠΑ. Παρόλη την τόλμη του όμως, στάθηκε αδύνατον να κατανικήσει το δίκτυο των δημιουργημένων συμφερόντων που οδηγούσε ο ίδιος ο Στάντον. Ο Τζόνσον τον απέπεμψε απ τη θέση του κι εκείνος οχυρώθηκε στο γραφείο του οργανώνοντας μομφή κατά του προέδρου για …τάχα αντισυνταγματική κατάργηση του Υπουργού Αμύνης (!) . Ετσι ο Τζόνσον Βρέθηκε στο επίκεντρο ενός ανοικτού εσωκυβερνητικού πολέμου και τελικά εξαναγκάσθηκε σε παραίτηση. Τον διεδέχθη ο Οδυσσέας Γκραντ, ο νικητής στρατηγός του πολέμου, ο οποίος όμως, αποδείχθηκε ένας άβουλος, κατευθυνόμενος πρόεδρος, που άφησε την διαφθορά να βασιλεύσει γύρω του. Καθώς οι επανενωμένες ΗΠΑ όδευαν προς το νέο τους πεπρωμένο, από τα βάθη του Νότου ακούγονταν κάποιες ξεψυχισμένες φωνές να σιγοτραγουδούν:

 

«Είμαι ένας παλιός γερο-αντάρτης,

Αυτό είμαι μόνο, τίποτ΄ άλλο.

Για της ελευθερίας την όμορφη τη γη,

Δεκάρα δεν δίνω τσακιστή.

Χαίρομαι που τη πολέμησα,

Θα΄θελα μόνο να΄χαμε νικήσει.

Και για όσα έκανα,

Κανείς δε θέλω να με συγχωρήσει».

 

Ο Πόλεμος της Απόσχισης υπήρξε ο φονικότερος στην ιστορία της Αμερικής, με 1.000.000 περίπου συνολικές απώλειες και την καταστροφή του 40% του εθνικού της πλούτου. Η τριήμερη μάχη του Γκέττυσμπεργκ ήταν εκείνη η οποία αναμφίβολα έκρινε την έκβαση εκείνης της εμφύλιας σύρραξης και την περαιτέρω πορεία του κράτους των ΗΠΑ. Με την υποταγή του γαιοκτήμονα Νότου, η Αμερική μετετράπη σε έναν ογκώδη πολεμικό οδοστρωτήρα ο οποίος, μέχρι σήμερα, ισοπεδώνει με τον ίδιο ολοκληρωτικό τρόπο συνειδήσεις λαών. Το νέο αυτό, ενιαίο κράτος, ήταν αναμφίβολα δημιούργημα του Λίνκολν: η Ένωση των Πολιτειών είχε διασωθεί και η οικονομική διαχείριση του πλούτου διεξάγεται πλέον από την κεντρική κυβέρνηση της Ουάσινγκτον. (Ακόμη και σήμερα, το μεγαλύτερο μέρος του εθνικού κεφαλαίου χορηγείται στις πολεμικές βιομηχανίες της χώρας, ενώ η κατεστραμμένη Νέα Ορλεάνη περιμένει άδικα την ανοικοδόμησή της). Ωστόσο, ο μύθος που περιβάλλει μέχρι σήμερα το όνομα του Λίνκολν, του πρώτου Αμερικανού προέδρου ο οποίος εισέβαλε σε αμερικανικό έδαφος, αποτελεί το ύψιστο παράδειγμα έλλειψης ιστορικής ευαισθησίας και αντικειμενικότητας των Αμερικανών να αποδεχθούν την πραγματική ιστορία, ακόμα και όταν έρχονται αντιμέτωποι με την γυμνή αλήθεια των προφανών, αδιαμφισβήτητων γεγονότων.

 


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

 

1.            Shelby Foote: “The American Civil War. A Narrative”, Pimlico 1991.

2.            James McPherson: “The War of Secession 1861-1865”, Robert Laffont, Paris 1992.

3.            Rob Johannsen: “Lincoln, the Slavery and the South”, Louisiana State University Press, Baton Rouge 1991.

4.            Εκδόσεις Time-Life: «Παγκόσμια Ιστορία», τόμος 17ος «Η Αποικιοκρατεία 1850-1900» Αθήνα 1993.

5.            A. Orrmont: “Mr Lincoln’s Master Spy: Lafayette Baker”, Julian Messner, 1966.

6.            L. Baker: “The U.S. Secret Service in the late war”, University Press of the Pacific, 2001.

7.            Ben Thomas & Harold Hymen: “Stanton: The life and Times of Lincoln’s Secretary of War”, Greenwood Publishing, 1980.

8.            John Cottrell: “Anatomy of an Assassination”, Funck & Wagnalls, New York 1966.

9.            James McPherson: “The War of Secession 1861-1865”, Robert Laffont, Paris 1992

10.        Thomas Di Lorentzo: “The Real Lincoln”, Ν. York 2003.

11.        James & Walter Kennedy: “The South was Right”, Pelican Publishing, Luisianna 1994.