ΒΕΡΝΕΡ ΦΟΣ

 

Ο ΜΟΝΟΜΑΧΟΣ ΜΕ ΤΟ ΓΚΡΙΖΟΓΑΛΑΝΟ ΤΡΙΠΛΑΝΟ

 

 

Άγγελος Δαλασσηνός

 

 

Η ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΗ ΤΙΜΗ ΓΙΑ ΕΝΑΝ ΣΤΡΑΤΙΩΤΗ ΕΙΝΑΙ Η ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗ ΤΗΣ ΠΟΛΕΜΙΚΗΣ ΤΟΥ ΑΞΙΑΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΙΔΙΟ ΤΟΥ ΤΟΝ ΑΝΤΙΠΑΛΟ. ΙΣΩΣ Η ΔΕΞΙΟΤΕΧΝΙΑ ΕΝΟΣ ΠΙΛΟΤΟΥ ΝΑ ΚΑΤΑΜΕΤΡΑΤΑΙ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟΝ ΑΡΙΘΜΟ ΤΩΝ ΚΑΤΑΡΡΙΨΕΩΝ ΤΟΥ, ΑΛΛΑ ΣΤΗΝ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ, ΗΤΑΝ ΑΛΛΟΙ ΕΚΕΙΝΟΙ ΟΙ ΟΠΟΙΟΙ ΚΕΡΔΙΣΑΝ ΤΗΝ ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΤΩΝ ΑΝΤΙΠΑΛΩΝ ΤΟΥΣ, ΕΣΤΩ ΚΙ ΑΝ Η ΨΥΧΡΗ ΛΟΓΙΚΗ ΤΩΝ ΑΡΙΘΜΩΝ ΤΟΥΣ ΚΑΤΕΤΑΣΣΕ ΣΕ ΧΑΜΗΛΟΤΕΡΗ ΘΕΣΗ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΡΩΤΗ. ΕΝΑΣ ΑΠΟ ΑΥΤΟΥΣ ΗΤΑΝ ΚΑΙ Ο ΓΕΡΜΑΝΟΣ ΒΕΡΝΕΡ ΦΟΣ. ΣΤΑ 19 ΤΟΥ ΕΜΑΘΕ ΝΑ ΠΕΤΑ ΚΑΙ ΣΤΑ 20 ΕΙΧΕ ΓΙΝΕΙ ΕΘΝΙΚΟΣ ΗΡΩΑΣ. ΔΕΝ ΘΑ ΓΙΝΟΤΑΝ ΠΟΤΕ 21. ΜΕΣΑ ΣΤΗ ΣΥΝΤΟΜΗ ΖΩΗ ΤΟΥ ΜΕΤΑΒΛΗΘΗΚΕ ΑΠΟ ΕΝΑΝ ΕΝΘΟΥΣΙΩΔΗ ΕΦΗΒΟ ΣΕ ΔΕΞΙΟΤΕΧΝΗ ΤΗΣ ΑΕΡΟΜΑΧΙΑΣ, Ο ΟΠΟΙΟΣ ΘΑ ΚΕΡΔΙΖΕ ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ ΤΟΝ ΘΑΥΜΑΣΜΟ ΤΩΝ ΑΝΤΙΠΑΛΩΝ ΤΟΥ ΜΕ ΤΗΝ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΤΟΥ ΕΠΙΚΗ ΜΑΧΗ.

 

 

Δυτικό μέτωπο, 16 Νοεμβρίου 1916. Η πεντάμηνη μάχη του Σωμ πλησίαζε στο θλιβερό τέλος της μετά τον άδικο αφανισμό 600.000 Βρετανών και Γάλλων στρατιωτών, οι οποίοι είχαν λάβει την διαβεβαίωση του στρατηγού σερ Ντάγκλας Χαίηγκ, ότι η μεγάλη τους επίθεση θα ήταν «…ένας περίπατος στα γερμανικά χαρακώματα». Ο στρατηγός δεν είχε άδικο: με πλήρη εξάρτυση βάρους 30 kg, κανένας στρατιώτης δεν μπορούσε να τρέξει ακόμη κι αν το ήθελε.

Τα πέντε βρετανικά De Havilland 2 (D.H.2) που περιπολούσαν πάνω από το μέτωπο δεν μπορούσαν να προσφέρουν και πολλά στους συμπατριώτες τους που μάχονταν στα χαρακώματα, εκτός ίσως από την κατάρριψη ενός μοναχικού Halberstadt D.II το οποίο τριγυρνούσε απροστάτευτο πάνω από εχθρικό έδαφος.

Ένα από τα μέλη του βρετανικού σχηματισμού, ο λοχίας Τζαίημς Μακ Κάντεν (James McCudden), διέθετε μία ικανοποιητική εμπειρία στις τακτικές του αεροπορικού πολέμου και ανέλαβε την πρωτοβουλία. Προσπέρασε το Halberstadt από την αντίθετη κατεύθυνση και τοποθετήθηκε ανάμεσα στο επίδοξο θύμα του και τις εχθρικές γραμμές, αποκόπτοντάς του την οδό διαφυγής. Ταυτόχρονα τα άλλα τέσσερα D.H.2 ακροβολίζονταν στις τέσσερις γωνίες ενός νοητού τετραγώνου, παγιδεύοντας το γερμανικό μαχητικό στο κέντρο του. Με αποκλεισμένη κάθε οδό διαφυγής, ο Γερμανός βρισκόταν στο έλεος των βρετανικών που τον πλησίαζαν από τα νώτα. Πριν όμως φθάσουν σε απόσταση βολής, το Halberstadt ξέφυγε με έναν απότομο ελιγμό. Με μία δεξιοτεχνική βύθιση από τα 1.200 m πέρασε κάτω από τα τέσσερα βρετανικά, κατευθυνόμενο ολοταχώς στα ανατολικά. Εκεί όμως βρήκε μπροστά του το αεροσκάφος του Μακ Κάντεν. Ο Άγγλος έστρεψε αμέσως στα νώτα του γερμανικού, ανοίγοντας πυρ. Το Halberstadt ελίχθηκε με μία κλειστή στροφή, αποφεύγοντας τα πυρά με μία χρονική ακρίβεια που τον άφησε άναυδο. Καθώς τα άλλα τέσσερα βρετανικά βρίσκονταν τώρα μακριά, τα δύο αντίπαλα μαχητικά είχαν απομείνει μόνα τους, με το Halberstadt να κατευθύνεται προς τις γερμανικές γραμμές. Ο ΜακΚάντεν έριχνε διαρκώς ριπές εναντίον του από αποστάσεις των 40 έως 100 μέτρων, αλλά κάθε φορά ο Γερμανός ξέφευγε με την ίδια πάντοτε ακρίβεια, η οποία επιβεβαίωνε την δεξιοτεχνία του. Έχοντας ήδη εξαντλήσει τέσσερις γεμιστήρες χωρίς αποτέλεσμα, δοκίμασε την τύχη του με την τελευταία του ριπή από τα 50 m. Ο Γερμανός διέφυγε και πάλι με κλειστό ελιγμό, περνώντας από τα δεξιά του αντιπάλου του, απέχοντας μόλις 15 m από αυτόν. Για κλάσματα δευτερολέπτου τα βλέμματα των δύο πιλότων συναντήθηκαν και ο Άγγλος θα μπορούσε να ορκιστεί ότι ο Γερμανός του είχε χαμογελάσει περιπαικτικά! Τότε με μία απότομη άνοδο, το Halberstadt απομακρύνθηκε με τέτοια ταχύτητα, ώστε του δημιούργησε την εντύπωση ότι μέχρι εκείνη τη στιγμή, ο Γερμανός μαχόταν μόνο με την μισή ισχύ του! Ο Μακ Κάντεν δεν ήταν άπειρος πιλότος. Διέθετε πτητική εμπειρία ενός έτους στα διθέσια αναγνωριστικά, πετούσε με μαχητικά από τον Ιούλιο και τον Σεπτέμβριο είχε σημειώσει την πρώτη του νίκη. Όμως, τέτοιον πιλότο δεν είχε ξανασυναντήσει στον αέρα. Όταν επέστρεψε στη βάση του, έγραψε στο ημερολόγιό του:

«Ήταν το πρώτο Halberstadt που συναντούσα πάνω από το Σωμ μετά από τέσσερις μήνες μαχών και δεν ξέρω τι μπορεί να έκανε εκεί, αλλά ήταν εξαιρετικά έμπειρος και ψύχραιμος και πρέπει να παραδεχθώ ότι μας έκανε όλους να φανούμε ηλίθιοι. Δίνω τα απόλυτα συγχαρητήριά μου σε αυτόν τον Ούννο».

 

Ο ΟΥΣΣΑΡΟΣ ΤΟΥ ΚΡΕΦΕΛΝΤ

 

Ακριβώς δύο χρόνια πριν συμβούν όλα αυτά, στις 16 Νοεμβρίου 1914, ο μόλις 17χρονος, ενθουσιώδης Γερμανός στρατιώτης Βέρνερ Φος (Werner Voss), μαζί με το 11ο Σύνταγμα Ουσσάρων της Βεστφαλίας, όδευε προς το ανατολικό μέτωπο για να λάβει μέρος στις μάχες ενός πολέμου ο οποίος είχε μόλις ξεσπάσει. Είχε γεννηθεί στις 13 Απριλίου 1897 στο Κρέφελντ της Ρηνανίας, κοντά στο Ντύσελντορφ. Ο πατέρας του ήταν ιδιοκτήτης μίας βιομηχανίας χρωμάτων και από μικρός ο Βέρνερ είχε επιδείξει ένα ενδιαφέρον και μία ευστροφία προς οτιδήποτε μηχανικό, αν και συχνά μπορούσε να γίνει εκνευριστικά επίμονος και ξεροκέφαλος – στοιχεία ενός χαρακτήρα, τα οποία, δεν θα τον εγκατέλειπαν στην ενηλικίωση. Με την έκρηξη του πολέμου κατετάγη στο ιππικό και διακρίθηκε στις μάχες του ανατολικού μετώπου, προαγόμενος σε υποδεκανένα στα τέλη Ιανουαρίου 1915. Τον Μάϊο του απενεμήθη ο Σιδηρούς Σταυρός Β’ Τάξεως. Μετά από 10 μήνες τοπικών, άδοξων συμπλοκών υπέβαλλε αίτηση μετάταξης στην Γερμανική Αεροπορία και το αίτημά του έγινε δεκτό. Ολοκληρώνοντας την εκπαίδευσή του, τον Αύγουστο βρέθηκε να υπηρετεί ως οπίσθιος πολυβολητής-παρατηρητής στα διθέσια αναγνωριστικά.

Τον Απρίλιο του 1916 πήρε το βάπτισμα του αέρος πάνω από το Βερντέν, λαμβάνοντας μέρος σε βομβαρδιστικές και φωτοαναγνωριστικές αποστολές. Πυκνά αντιαεροπορικά πυρά και επιθέσεις γαλλικών μαχητικών τα οποία κυριαρχούσαν στον αέρα, μετέτρεψαν το Βερντέν στον χειρότερο τομέα του μετώπου και την επιβίωση σε έναν πραγματικό άθλο. Χωρίς ανάπαυση μεταξύ των αποστολών, την 1η Ιουλίου, η μονάδα του μετατέθηκε στον τομέα του Σωμ, όπου οι γερμανικές δυνάμεις θα αντιμετώπιζαν μία φιλόδοξη βρετανική επίθεση μεγάλης κλίμακος. Αρχικά, ο 19χρονος Γερμανός χάρηκε που αποχωριζόταν το Βερντέν, έως ότου διαπίστωσε ότι το Σωμ θα αποτελούσε την κορύφωση των εφιαλτών του, παρακολουθώντας τους συντρόφους του να χάνονται ο ένας μετά τον άλλο από τις βολίδες των βρετανικών μαχητικών ή πέφτοντας ζωντανοί από τα 2.000 m μέσα σε ένα φλεγόμενο αεροσκάφος, έως ότου η σφοδρή πρόσκρουση στο έδαφος έκανε τον θάνατο να μοιάζει ανακούφιση. Στα τέλη του μηνός είχε απομείνει ο μοναδικός επιζών της μονάδας του.

Η φρίκη του Σωμ, αλλά και ο ατομισμός ενός φιλόδοξου νεαρού ο οποίος αποζητούσε την διάκριση, έκανε τον Βέρνερ να γοητεύεται περισσότερο από την επιθετική πτήση. Τον Αύγουστο, προαχθείς σε έφεδρο ανθυπολοχαγό, τοποθετήθηκε στα μαχητικά. Από την πρώτη στιγμή που βρέθηκε μόνος στον αέρα, μέσα στο πιλοτήριο ενός μονοθέσιου καταδιωκτικού, κατάλαβε ότι είχε βρει επιτέλους τον εαυτό του. Στις αρχές Νοεμβρίου τοποθετήθηκε στην 2η Μοίρα Μαχητικών «Μπέλκε». Εκείνη την εποχή η Jasta 2 “Boelcke” ήταν η διασημότερη μονάδα ολόκληρης της γερμανικής αεροπορίας, φέροντας το όνομα του μεγάλου ιδρυτή του σώματος των μαχητικών, λοχαγού Όσβαλντ Μπέλκε, και διαθέτοντας στις τάξεις της μερικούς από τους ανερχόμενους αστέρες του Α΄ ΠΠ, όπως τον ανθυπολοχαγό Μάνφρεντ φον Ριτχόφεν. Η τοποθέτηση στην συγκεκριμένη μονάδα αποτελούσε τιμή για οποιονδήποτε Γερμανό πιλότο και θα έπρεπε να αποδείξει ότι ανταποκρινόταν στις προσδοκίες των ανωτέρων του. Ο Βέρνερ Φος ανήκε αναμφίβολα σε αυτή την κατηγορία. Η επιθετικότητα, η θανατηφόρα ακρίβεια στην σκόπευση, τα ταχύτατα αντανακλαστικά και οι δεξιοτεχνικοί ελιγμοί, φανέρωναν ότι ο 19χρονος νεαρός ήταν πραγματικά γεννημένος για τα καταδιωκτικά.

Στις 27 Νοεμβρίου 1916, πετώντας με ένα Halberstadt D.II, άνοιξε για πρώτη φορά το σκορ του με δύο νίκες σε ισάριθμες εξόδους: ένα βρετανικό Nieuport 17 το πρωί και ένα F.E.2 το απόγευμα. Το Nieuport 17 ήταν ένα μαχητικό ισάξιο, αν όχι ανώτερο του Halberstadt. Το διθέσιο F.E.2 όμως, δεν είχε πολλές πιθανότητες επιβίωσης. Η ριπή του Γερμανού σκότωσε ακαριαία τον πολυβολητή, τραυμάτισε τον πιλότο και τύλιξε το αεροσκάφος στις φλόγες. Εκείνη η πολλά υποσχόμενη διπλή νίκη τού απέφερε τον Σιδηρού Σταυρό Α΄ Τάξεως στις 19 Δεκεμβρίου 1916.

Μετά τον θάνατο του Μπέλκε η διοίκηση της Μοίρας περιήλθε στα χέρια του άσημου λοχαγού Φραντς Βάλτς, απλά και μόνο λόγω αρχαιότητος, αν και είχε ελάχιστες επιτυχίες να επιδείξει και σπανίως ηγείτο των ανδρών του στις αποστολές. Ο Φος εκμεταλλεύθηκε εκείνη την περίοδο για να πετάει συχνά σε μοναχικές περιπολίες τις οποίες έβρισκε της αρεσκείας του. Έμαθε τις τακτικές των αντιπάλων, ανέπτυξε τις δικές του και έμαθε να βασίζεται στις ικανότητές του. Μαχόταν καλύτερα όταν είχε την δυνατότητα να επιλέξει ο ίδιος την τακτική που ήθελε να ακολουθήσει, ανεπηρέαστος από τις περιοριστικές διαταγές των ανωτέρων του ήταν ένας πραγματικός “Μοναχικός Κυνηγός”. Κατ΄ αυτόν τον τρόπο, μέχρι τα τέλη Φεβρουαρίου, είχε φθάσει τις 11 καταρρίψεις, σημειώνοντας διπλές νίκες σε αρκετές περιπτώσεις.

 

ΤΟ ΣΜΙΛΕΜΑ ΕΝΟΣ ΠΟΛΕΜΙΣΤΗ

 

Μέχρι τις αρχές Μαρτίου η Jasta 2 είχε πλέον εξοπλιστεί ολόκληρη με τα νέα Albatros D.III τα οποία σύντομα θα επέβαλλαν την κυριαρχία τους σε ολόκληρο το δυτικό μέτωπο. Εφοδιασμένος με το νέο, ταχύ και ευέλικτο μαχητικό του, ο Φος ριχνόταν πλέον στη μάχη με αστείρευτη επιθετικότητα και αυτοπεποίθηση. Ο Μάρτιος θα ήταν ο μήνας του. Στις 11 σημείωσε μία διπλή νίκη, την 14η και 15η. Στην απογευματινή έξοδο, ο σχηματισμός των έξι Albatros στον οποίο πετούσε δέχθηκε επίθεση από δύο βρετανικά Nieuport 17 τα οποία συνόδευαν ένα αναγνωριστικό που κατόπτευε τις γερμανικές γραμμές. Ο Βρετανός ανθυπολοχαγός Άρθουρ Γουάϊτχεντ έριξε το Nieuport του σε μία βύθιση και με μία ριπή 30 βολίδων έριξε ένα Albatros σε περιδίνηση. Καθώς ευθυγραμμιζόταν πίσω από ένα δεύτερο γερμανικό, αιφνιδιάστηκε από τα πυρά του Φος, τα οποία γάζωσαν το αεροσκάφος του από άκρη σε άκρη. Μία βολίδα διαπέρασε ταυτόχρονα το αριστερό γόνατο και τον δεξί μηρό του. Ο κλονισμός και η αιμορραγία του διπλού τραύματος άφησαν τον Γουάϊτχεντ αναίσθητο και το αεροσκάφος του ακυβέρνητο να πέφτει από τα 1.500 m. Ανέκτησε στιγμιαία τις αισθήσεις του, αλλά πριν καταφέρει να οριζοντιώσει το σακατεμένο Nieuport, ο Φος βρέθηκε και πάλι στα νώτα του διαλύοντας τον κινητήρα και τα πηδάλια ύψους-βάθους.

 

 

 

Ο Μάρτιος θα έκλεινε με την κατάρριψη του 23ου θύματός του και την απονομή του Σταυρού των Ιπποτών μετά Ξιφών του Βασιλικού Οίκου των Χοεντσόλερν, μία διάκριση η οποία συνήθως προηγείτο του περίφημου Blue Max. Την ίδια στιγμή, ο φον Ριχτχόφεν είχε ήδη κερδίσει αυτή την ανώτατη διάκριση και είχε προαχθεί σε υπολοχαγό, με ένα σύνολο 32 καταρρίψεων. Ο διψασμένος για δόξα Κόκκινος Βαρώνος, συνειδητοποίησε ότι ο Βέρνερ Φος είχε εξελιχθεί σε έναν φύσει ταλαντούχο πιλότο, ο οποίος απειλούσε άμεσα την πρωτοκαθεδρία του.  

 

Φός και Ριχτχόφεν

 

Την 1η Απριλίου οι Συμμαχικές δυνάμεις, με το ηθικό κλονισμένο μετά το δράμα του Σωμ, άρχισαν πάλι να ανασυγκροτούνται για την έναρξη μίας νέας επίθεσης στην περιοχή του Αρράς και του ποταμού Αιν. Το γερμανικό επιτελείο, αντιλαμβανόμενο τις προθέσεις των αντιπάλων άρχισε να προετοιμάζει την άμυνά του. Οι μονάδες του Φος και του Ριχτχόφεν θα βρίσκονταν στην αιχμή των επιχειρήσεων. Την ίδια κιόλας ημέρα οι δύο στενοί ανταγωνιστές θα συναντούσαν ο ένας τον άλλον για πρώτη φορά από τότε που ο Βαρώνος άφησε την Μοίρα «Μπέλκε» για να αναλάβει την διοίκηση της Jasta 11. Το πρωί εκείνης της ημέρας ο Φος, εκπροσωπώντας την μονάδα του, πήγε με το Albatros του στην βάση της 11ης Μοίρας, για να λάβει μέρος σε μία σύσκεψη για τις επικείμενες συνδυασμένες επιχειρήσεις των δύο Μοιρών. Ο Ριχτχόφεν χαιρέτησε θερμά τον παλιό του συνάδελφο, χωρίς ίχνος αντιπαλότητας. Μετά το πέρας της σύσκεψης ο Βαρώνος προσφέρθηκε να συνοδεύσει τον Φος μέχρι τη βάση του. Πετώντας κατά μήκος της γραμμής του μετώπου, συνάντησαν ένα διθέσιο Sopwith Strutter. Χωρίς άλλη προειδοποίηση, ο Ριχτχόφεν βυθίστηκε εναντίον του, πάντα πρόθυμος να σημειώσει μία ακόμη νίκη. Τηρώντας το άτυπο πρωτόκολλο των πιλότων, ο Φος δεν τόλμησε να αναμιχθεί: ο Βαρώνος ήταν ανώτερός του και θα θεωρείτο προσβολή αν προσπαθούσε να τον βοηθήσει σε μία μάχη εναντίον μίας εύκολης λείας όπως το αναγνωριστικό. Συνέχισε να πετά ψηλότερα, καλύπτοντας την επίθεση του Βαρώνου, ανυπόμονος να παρακολουθήσει την τακτική του.

Στην πρώτη του επίθεση ο Ριχτχόφεν άφησε νεκρό τον πολυβολητή. Στη δεύτερη κατέστρεψε τον πίνακα οργάνων. Στην τρίτη διέτρησε τη δεξαμενή καυσίμων και στην τέταρτη τα πηδάλια ύψους-βάθους, καταναλώνοντας περίπου 600 βολίδες, ενώ κάθε φορά σημάδευε τον πιλότο! Αργότερα, σε ένα γράμμα προς την οικογένειά του, ο Φος εκμυστηρεύθηκε:

«Είναι καλός μαχητής και έχει επιτελέσει τεράστιο έργο για την πατρίδα, αλλά δεν πιστεύω ότι είναι καλύτερος από μένα».

Με την βρετανική επίθεση έτοιμη να ξεσπάσει από μέρα σε μέρα, η αεροπορική δραστηριότητα όλο και αυξανόταν. Τα βρετανικά αναγνωριστικά βρίσκονταν διαρκώς πάνω από τις γερμανικές γραμμές φωτογραφίζοντας τις θέσεις του πεζικού και τα πολυβολεία. Το πρωί της 6ης Απριλίου 1917 το Β.Ε.2 των ανθυπολοχαγών Βίνσον και Γκουίλτ κατόπτευε τις γερμανικές γραμμές όταν δέχθηκε την επίθεση έξι Albatros. Ο πολυβολητής, κρατώντας γενναία άμυνα, κατάφερε να απομακρύνει τα πέντε, αλλά το τελευταίο συνέχισε επίμονα την καταδίωξη, εξαπολύοντας ένα χαλάζι πυρός εναντίον του αβοήθητου Β.Ε.2. Ο Βίνσον έριξε αμέσως το αεροσκάφος σε μία απότομη, σχεδόν κάθετη βύθιση. Ήταν ο μοναδικός ελιγμός που θα του επέτρεπε να ξεφύγει από το Albatros, αλλά ταυτόχρονα και ένα μεγάλο λάθος: το μόνο πράγμα που συγκρατούσε τα πολυβόλα ενός Β.Ε.2 στα στηρίγματά τους ήταν η βαρύτητα! Μόλις το αεροσκάφος άρχισε την βίαιη βύθισή του τα πολυβόλα έπεσαν στο κενό! Η επόμενη ριπή του Φος γάζωσε το ανυπεράσπιστο αναγνωριστικό. Οι βολίδες έγδαραν το πρόσωπο του Βίνσον, έσκισαν το γάντι του Γκουίλτ και διέτρησαν τον κινητήρα. Ο Βίνσον οριζοντίωσε το αεροσκάφος σε μία τελευταία προσπάθεια να φτάσει τις βρετανικές γραμμές. Το Albatros επέστρεφε τώρα για την επόμενη επίθεσή του με τις ριπές του να τσακίζουν το καταδικασμένο Β.Ε.2, παρά τις απεγνωσμένες προσπάθειες του Βίνσον να ελιχθεί. Μία βολίδα διέτρησε την δεξαμενή καυσίμων, χωρίς όμως να την αναφλέξει. Ένα λεπτό ίχνος λευκού καπνού σημάδεψε την αργή, νωχελική πορεία του αεροπλάνου προς το έδαφος, έως ότου συνετρίβη στην ουδέτερη ζώνη μεταξύ των δύο αντίπαλων γραμμών. Καθώς οι δύο τραυματισμένοι πιλότοι σερνόνταν έξω από τα συντρίμμια, το Albatros επέστρεψε και πάλι γαζώνοντας ότι είχε απομείνει από το αεροσκάφος. Τα πυρά του βρετανικού πεζικού απομάκρυναν το μαχητικό, ενώ το γερμανικό πυροβολικό άνοιγε πυρ σε μία προσπάθεια να καταστρέψει ολοσχερώς το αεροσκάφος. Ο Βίνσον, σε μία προσπάθεια ύστατης γενναιότητος, σύρθηκε και πάλι μέχρι το αεροσκάφος, διασώζοντας την κάμερα με τις πολύτιμες φωτογραφίες των γερμανικών θέσεων που είχαν κοστίσει τόσο αίμα. Την επόμενη ακριβώς στιγμή, μία γερμανική οβίδα εξαφάνιζε το 24ο θύμα του Γερμανού άσσου από προσώπου γης.

Τα πάντα δήλωναν πλέον ότι ο πόλεμος είχε αλλάξει χαρακτήρα. Ο Φος, ένας πιλότος προερχόμενος από τα αναγνωριστικά, συναισθανόταν την απελπιστική θέση στην οποία βρίσκονταν αυτοί οι πιλότοι όταν αντιμετώπιζαν ένα μαχητικό. Παρόλα αυτά, είχε ήδη βάλλει δύο φορές εναντίον αβοήθητων αντιπάλων του, για να εμποδίσει με κάθε τρόπο την παράδοση του φωτογραφικού υλικού. Ο ιπποτισμός στον αέρα είχε πλέον πεθάνει και όποιος το συνειδητοποιούσε γρηγορότερα θα ζούσε περισσότερο. Ο Ριχτχόφεν ήταν ο πρώτος που απέρριψε αμέσως την ιδεολογία περί «ευγενούς ανταγωνισμού» και είχε μεταβληθεί σε πραγματικό επαγγελματία του θανάτου. Η κοινωνία των πιλότων αποτελείτο από τρεις τύπους ανθρώπων: τους ρομαντικούς, τους λάτρεις της περιπέτειας και τους επαγγελματίες. Την άνοιξη του 1917 ο μέσος όρος ζωής ενός πιλότου στο δυτικό μέτωπο είχε μειωθεί στις τρεις εβδομάδες, οπότε οι ρομαντικοί ήταν ήδη νεκροί. Οι επαγγελματίες θα πέθαιναν τελευταίοι. Ο Βέρνερ Φος ανήκε στους δεύτερους..

 

56Η ΜΟΙΡΑ ΜΑΧΗΤΙΚΩΝ “ΑΝΤΙ-ΡΙΧΤΧΟΦΕΝ”

 

Μετά την συμπλήρωση της 24ης νίκης του, ο Φος τιμήθηκε με το Pour Le Merite στις 8 Απριλίου 1917, ως ο νεότερος κάτοχος του παρασήμου στην Γερμανική Αεροπορία και αναχώρησε για το πατρικό του σπίτι στο Κρέφελντ, με μία επάξια κερδισμένη άδεια ενός μηνός, η οποία θα του έδινε την ευκαιρία να εορτάσει τα 20α γενέθλιά του με την οικογένειά του και να κάνει ατέλειωτες βόλτες με την αγαπημένη του μοτοσυκλέτα. Σε μία εποχή που ακόμη και η θέα ενός αυτοκινήτου ήταν σπάνια, οι επαρχιακοί δρόμοι της Ρηνανίας είχαν αναστατωθεί από την παρουσία εκείνου του νεαρού που έτρεχε σαν δαιμονισμένος, σηκώνοντας πίσω του σύννεφα σκόνης.

Ατυχώς για τον παρασημοφορηθέντα άσσο, η κατάρριψη του Β.Ε.2 του ανθυπολοχαγού Βίνσον θα ήταν και η τελευταία του για τον Απρίλιο. Την ίδια στιγμή ο Ριχτχόφεν, διοικώντας την περίφημη πλέον Jasta 11, σκόρπιζε πραγματικό όλεθρο εναντίον ξεπερασμένων αγγλικών αεροσκαφών τα οποία φαίνονταν πλέον να ανήκουν σε μία άλλη, πρωτόγονη εποχή. Ο Απρίλιος του 1917 θα καταγραφόταν ως η περίοδος κατά την οποία το Βρετανικό Αεροπορικό Σώμα έχασε περισσότερους πιλότους σε ένα μήνα, από ότι σε οποιοδήποτε άλλο διάστημα του πολέμου. Θα έμενε στην ιστορία με την μακάβρια ονομασία «Ματωμένος Απρίλης». Καθώς ο Ριχτχόφεν άγγιζε τον μαγικό αριθμό των 50 καταρρίψεων, είναι αδύνατον κάποιος να μην αναρωτηθεί ποιός θα ήταν ο αντίστοιχος αριθμός καταρρίψεων του Φος, αν αντί να τρέχει με τη μοτοσυκλέτα του στο Κρέφελντ, βρισκόταν στο μέτωπο!

Πάντως, και η κατάσταση στο έδαφος δεν πήγαινε καλά. Στις 19 Απριλίου τα πολυβόλα είχαν θερίσει 120.000 στρατιώτες στον ποταμό Αιν. Το κακό ήταν ότι οι Γερμανοί είχαν βάλει τα πολυβόλα και οι Γάλλοι τους νεκρούς. Αυτό οδήγησε σε μαζικές λιποταξίες και ανταρσίες ολόκληρων συνταγμάτων, τα οποία, σύμφωνα με τις φήμες οδηγήθηκαν σε ένα εκτελεστικό απόσπασμα αποτελούμενο από πυροβόλα – ήταν πολύ χρονοβόρο να εκτελείς 20.000 άνδρες με τουφέκια…

Οι Βρετανοί, μετά από μία πραγματική τεχνολογική έξαρση στον τομέα της αεροπορικής βιομηχανίας τους, άρχισαν να εξοπλίζουν τις μονάδες τους με την δεύτερη γενιά μαχητικών τους, τα οποία μπορούσαν πλέον να αντιμετωπίσουν τα γερμανικά Albatros σε κάτι παραπάνω από ίσους όρους. Στα μέσα του 1917, τα νέα Sopwith Camel, Sopwith Triplane και κυρίως τα S.E.5, κατάφεραν να χαρίσουν στους Βρετανούς πιλότους μία ισορροπία η οποία τους απέφευγε από την αρχή του πολέμου. Το βρετανικό επιτελείο σκέφθηκε σοβαρά την πιθανότητα της συγκρότησης μίας ελίτ Μοίρας μαχητικών S.E.5, η οποία θα είχε ως αποκλειστικό σκοπό την αντιμετώπιση του «Ιπτάμενου Τσίρκου» του Ριχτχόφεν. Σιγά-σιγά η σκέψη προχώρησε στην υλοποίηση και η 56η Μοίρα του Βασιλικού Αεροπορικού Σώματος έλαβε την ανεπίσημη και μάλλον, υπερβολικά φιλόδοξη ονομασία «Μοίρα…Αντι-Ριχτχόφεν»! Η διοίκησή της ανατέθηκε στον μεγαλύτερο Βρετανό άσσο της εποχής, τον λοχαγό Άλμπερτ Μπωλ (Albert Ball), με 30 καταρρίψεις εκείνη τη στιγμή στο ενεργητικό του. Ο Μπωλ ως μαχητής, είχε πολλά κοινά με τον Φος: ένα 20χρονο επαρχιωττόπαιδο, καταγόμενο από μεσοαστική οικογένεια, το οποίο όμως διέθετε το αποφασιστικό, γοητευτικό πρόσωπο που λατρεύουν οι δημοσιογράφοι. Στον αέρα ήταν ο τύπος του ατομιστή, μοναχικού κυνηγού που προτιμούσε να περιπολεί μόνος του και να αιφνιδιάζει μεγαλύτερους εχθρικούς σχηματισμούς. Ήταν άσσος στη σκόπευση – σημάδευε το πιλοτήριο και σπανίως αστοχούσε – και αντιπαθούσε τις ομαδικές πτήσεις: σε έναν μεγάλο σχηματισμό ήσουν υπεύθυνος και για τις ζωές των συναδέλφων σου. Έπρεπε να τους παρακολουθείς συνεχώς και να συντονίζεσαι μαζί τους. Μέσα σε μία αερομαχία όλα αυτά ήταν χρονοβόρα και σήμαιναν την απώλεια της ταχύτητος και του αιφνιδιασμού, τα οποία ήταν τα κύρια συστατικά μίας επιτυχημένης επίθεσης.

Κάποιοι προσπάθησαν να τον πείσουν ότι η εποχή των “μοναχικών λύκων”, ήταν ξεπερασμένη. Τα μεγέθη των σχηματισμών διαρκώς αυξανόταν και η αντιμετώπισή τους απαιτούσε λιγότερη επιθετικότητα και περισσότερο υπολογισμό. Ο Μπωλ όμως είχε δικό του σκεπτικό. Ήταν συνειδητοποιημένος μαχητής, ακλόνητος στην πεποίθησή του και οι τακτικές του λειτουργούσαν άψογα – τουλάχιστον για τον ίδιο: οι μεγάλοι σχηματισμοί εχθρικών αεροσκαφών ήταν το όνειρό του, αρκεί εκείνος να παρέμενε μόνος! Καθώς οι αντίπαλοί του ήταν απασχολημένοι με την συνοχή του σχηματισμού τους, εκείνος επιτίθετο αιφνιδιαστικά, μπλεκόταν ανάμεσα τους επιλέγοντας στόχους μέσα από την τεράστια ποικιλία των γερμανικών μαχητικών που βρίσκονταν γύρω του, χτυπούσε γρήγορα και διέφευγε την ώρα που οι Γερμανοί δίσταζαν να πυροβολήσουν, ανησυχώντας μήπως χτυπήσουν κάποιον συνάδελφό τους.

Ίσως το γεγονός ότι του αφαίρεσαν την δυνατότητα να μάχεται με την τακτική η οποία του χάριζε την υπεροχή, περιορίζοντάς τον σε ένα είδος μάχης που αντιπαθούσε, να ήταν και η αιτία της απώλειάς του. Στις 7 Μαϊου 1917 η 56η Μοίρα συνάντησε επιτέλους στον αέρα την Jasta 11 του Ριχτχόφεν και την Jasta 2 με τον Βέρνερ Φος – και κατά τραγική ειρωνεία, αποδεκατίστηκε. Ήταν μία χαοτική αερομαχία, όπου επτά διαφορετικοί εχθρικοί σχηματισμοί, ασφυκτικά στριμωγμένοι σε έναν χώρο 2.000 m, διασκορπίζονταν, μάχονταν και χάνονταν μέσα σε έναν νεφοσκεπή ουρανό, προσπαθώντας μάταια να ανασυγκροτηθούν. Η περίφημη «συνοχή σχηματισμού» για την οποία μιλούσαν Βρετανοί και Γερμανοί, ήταν μία τεράστια ανοησία!

Την ίδια στιγμή, ο Φος, έχοντας μόλις επιστρέψει από την άδειά του, ριχνόταν στη μάχη με τον τρόπο που γνώριζε καλύτερα, αδιαφορώντας για το που βρίσκονταν οι συνάδελφοί του. Τον ενδιέφερε μόνο που βρίσκονταν οι αντίπαλοι. Για αυτό και δεν αντιμετώπισε κανένα πρόβλημα να συναντήσει το πρώτο του S.E. 5. Στο πιλοτήριο καθόταν ο Ρότζερ Τσώγουορθ-Μάστερς της 56ης Μοίρας, ένας άπειρος νεαρός, ο οποίος δεν είχε καν συμπληρώσει τα 19α γενέθλιά του. Μέσα από ένα άνοιγμα στα σύννεφα είχε εντοπίσει ένα γερμανικό μαχητικό και αποσπάσθηκε μόνος του από τον σχηματισμό για να του επιτεθεί, χωρίς να ειδοποιήσει τον αρχηγό του. Χώθηκε στο σύννεφο και χάθηκε για πάντα. Στο εσωτερικό του είχε συναντήσει το Albatros του Φος και λίγο αργότερα έπεφτε νεκρός από τα πυρά του.

Το τέλος του Άλμπερτ Μπωλ δεν ήταν πολύ διαφορετικό: χώθηκε σε ένα σύννεφο κυνηγώντας ένα Albatros και δεν βγήκε ποτέ από αυτό, ούτε έμαθε ποτέ κανείς το τέλος του. Η απώλεια έξι πιλότων από έναν σχηματισμό 11 αεροσκαφών – συμπεριλαμβανομένου και ενός θρύλου όπως ο Μπωλ, κατόχου του Σταυρού της Βικτωρίας και νικητή 47 αερομαχιών – είχε ολέθριο αντίκτυπο στο ηθικό της Βρετανικής Αεροπορίας, αλλά δεν σήμανε και την διάλυση της Μοίρας η οποία βασιζόταν κυρίως στην εμπειρία και την συντροφικότητα των μελών της. Αν και οι πιλότοι της δεν ήταν άσσοι, ήταν προσεκτικά επιλεγμένοι βετεράνοι, όπως ο λοχαγός Τζαίημ