ΒΕΡΝΕΡ ΦΟΣ

 

Ο ΜΟΝΟΜΑΧΟΣ ΜΕ ΤΟ ΓΚΡΙΖΟΓΑΛΑΝΟ ΤΡΙΠΛΑΝΟ

 

 

Άγγελος Δαλασσηνός

 

 

Η ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΗ ΤΙΜΗ ΓΙΑ ΕΝΑΝ ΣΤΡΑΤΙΩΤΗ ΕΙΝΑΙ Η ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗ ΤΗΣ ΠΟΛΕΜΙΚΗΣ ΤΟΥ ΑΞΙΑΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΙΔΙΟ ΤΟΥ ΤΟΝ ΑΝΤΙΠΑΛΟ. ΙΣΩΣ Η ΔΕΞΙΟΤΕΧΝΙΑ ΕΝΟΣ ΠΙΛΟΤΟΥ ΝΑ ΚΑΤΑΜΕΤΡΑΤΑΙ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟΝ ΑΡΙΘΜΟ ΤΩΝ ΚΑΤΑΡΡΙΨΕΩΝ ΤΟΥ, ΑΛΛΑ ΣΤΗΝ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ, ΗΤΑΝ ΑΛΛΟΙ ΕΚΕΙΝΟΙ ΟΙ ΟΠΟΙΟΙ ΚΕΡΔΙΣΑΝ ΤΗΝ ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΤΩΝ ΑΝΤΙΠΑΛΩΝ ΤΟΥΣ, ΕΣΤΩ ΚΙ ΑΝ Η ΨΥΧΡΗ ΛΟΓΙΚΗ ΤΩΝ ΑΡΙΘΜΩΝ ΤΟΥΣ ΚΑΤΕΤΑΣΣΕ ΣΕ ΧΑΜΗΛΟΤΕΡΗ ΘΕΣΗ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΡΩΤΗ. ΕΝΑΣ ΑΠΟ ΑΥΤΟΥΣ ΗΤΑΝ ΚΑΙ Ο ΓΕΡΜΑΝΟΣ ΒΕΡΝΕΡ ΦΟΣ. ΣΤΑ 19 ΤΟΥ ΕΜΑΘΕ ΝΑ ΠΕΤΑ ΚΑΙ ΣΤΑ 20 ΕΙΧΕ ΓΙΝΕΙ ΕΘΝΙΚΟΣ ΗΡΩΑΣ. ΔΕΝ ΘΑ ΓΙΝΟΤΑΝ ΠΟΤΕ 21. ΜΕΣΑ ΣΤΗ ΣΥΝΤΟΜΗ ΖΩΗ ΤΟΥ ΜΕΤΑΒΛΗΘΗΚΕ ΑΠΟ ΕΝΑΝ ΕΝΘΟΥΣΙΩΔΗ ΕΦΗΒΟ ΣΕ ΔΕΞΙΟΤΕΧΝΗ ΤΗΣ ΑΕΡΟΜΑΧΙΑΣ, Ο ΟΠΟΙΟΣ ΘΑ ΚΕΡΔΙΖΕ ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ ΤΟΝ ΘΑΥΜΑΣΜΟ ΤΩΝ ΑΝΤΙΠΑΛΩΝ ΤΟΥ ΜΕ ΤΗΝ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΤΟΥ ΕΠΙΚΗ ΜΑΧΗ.

 

 

Δυτικό μέτωπο, 16 Νοεμβρίου 1916. Η πεντάμηνη μάχη του Σωμ πλησίαζε στο θλιβερό τέλος της μετά τον άδικο αφανισμό 600.000 Βρετανών και Γάλλων στρατιωτών, οι οποίοι είχαν λάβει την διαβεβαίωση του στρατηγού σερ Ντάγκλας Χαίηγκ, ότι η μεγάλη τους επίθεση θα ήταν «…ένας περίπατος στα γερμανικά χαρακώματα». Ο στρατηγός δεν είχε άδικο: με πλήρη εξάρτυση βάρους 30 kg, κανένας στρατιώτης δεν μπορούσε να τρέξει ακόμη κι αν το ήθελε.

Τα πέντε βρετανικά De Havilland 2 (D.H.2) που περιπολούσαν πάνω από το μέτωπο δεν μπορούσαν να προσφέρουν και πολλά στους συμπατριώτες τους που μάχονταν στα χαρακώματα, εκτός ίσως από την κατάρριψη ενός μοναχικού Halberstadt D.II το οποίο τριγυρνούσε απροστάτευτο πάνω από εχθρικό έδαφος.

Ένα από τα μέλη του βρετανικού σχηματισμού, ο λοχίας Τζαίημς Μακ Κάντεν (James McCudden), διέθετε μία ικανοποιητική εμπειρία στις τακτικές του αεροπορικού πολέμου και ανέλαβε την πρωτοβουλία. Προσπέρασε το Halberstadt από την αντίθετη κατεύθυνση και τοποθετήθηκε ανάμεσα στο επίδοξο θύμα του και τις εχθρικές γραμμές, αποκόπτοντάς του την οδό διαφυγής. Ταυτόχρονα τα άλλα τέσσερα D.H.2 ακροβολίζονταν στις τέσσερις γωνίες ενός νοητού τετραγώνου, παγιδεύοντας το γερμανικό μαχητικό στο κέντρο του. Με αποκλεισμένη κάθε οδό διαφυγής, ο Γερμανός βρισκόταν στο έλεος των βρετανικών που τον πλησίαζαν από τα νώτα. Πριν όμως φθάσουν σε απόσταση βολής, το Halberstadt ξέφυγε με έναν απότομο ελιγμό. Με μία δεξιοτεχνική βύθιση από τα 1.200 m πέρασε κάτω από τα τέσσερα βρετανικά, κατευθυνόμενο ολοταχώς στα ανατολικά. Εκεί όμως βρήκε μπροστά του το αεροσκάφος του Μακ Κάντεν. Ο Άγγλος έστρεψε αμέσως στα νώτα του γερμανικού, ανοίγοντας πυρ. Το Halberstadt ελίχθηκε με μία κλειστή στροφή, αποφεύγοντας τα πυρά με μία χρονική ακρίβεια που τον άφησε άναυδο. Καθώς τα άλλα τέσσερα βρετανικά βρίσκονταν τώρα μακριά, τα δύο αντίπαλα μαχητικά είχαν απομείνει μόνα τους, με το Halberstadt να κατευθύνεται προς τις γερμανικές γραμμές. Ο ΜακΚάντεν έριχνε διαρκώς ριπές εναντίον του από αποστάσεις των 40 έως 100 μέτρων, αλλά κάθε φορά ο Γερμανός ξέφευγε με την ίδια πάντοτε ακρίβεια, η οποία επιβεβαίωνε την δεξιοτεχνία του. Έχοντας ήδη εξαντλήσει τέσσερις γεμιστήρες χωρίς αποτέλεσμα, δοκίμασε την τύχη του με την τελευταία του ριπή από τα 50 m. Ο Γερμανός διέφυγε και πάλι με κλειστό ελιγμό, περνώντας από τα δεξιά του αντιπάλου του, απέχοντας μόλις 15 m από αυτόν. Για κλάσματα δευτερολέπτου τα βλέμματα των δύο πιλότων συναντήθηκαν και ο Άγγλος θα μπορούσε να ορκιστεί ότι ο Γερμανός του είχε χαμογελάσει περιπαικτικά! Τότε με μία απότομη άνοδο, το Halberstadt απομακρύνθηκε με τέτοια ταχύτητα, ώστε του δημιούργησε την εντύπωση ότι μέχρι εκείνη τη στιγμή, ο Γερμανός μαχόταν μόνο με την μισή ισχύ του! Ο Μακ Κάντεν δεν ήταν άπειρος πιλότος. Διέθετε πτητική εμπειρία ενός έτους στα διθέσια αναγνωριστικά, πετούσε με μαχητικά από τον Ιούλιο και τον Σεπτέμβριο είχε σημειώσει την πρώτη του νίκη. Όμως, τέτοιον πιλότο δεν είχε ξανασυναντήσει στον αέρα. Όταν επέστρεψε στη βάση του, έγραψε στο ημερολόγιό του:

«Ήταν το πρώτο Halberstadt που συναντούσα πάνω από το Σωμ μετά από τέσσερις μήνες μαχών και δεν ξέρω τι μπορεί να έκανε εκεί, αλλά ήταν εξαιρετικά έμπειρος και ψύχραιμος και πρέπει να παραδεχθώ ότι μας έκανε όλους να φανούμε ηλίθιοι. Δίνω τα απόλυτα συγχαρητήριά μου σε αυτόν τον Ούννο».

 

Ο ΟΥΣΣΑΡΟΣ ΤΟΥ ΚΡΕΦΕΛΝΤ

 

Ακριβώς δύο χρόνια πριν συμβούν όλα αυτά, στις 16 Νοεμβρίου 1914, ο μόλις 17χρονος, ενθουσιώδης Γερμανός στρατιώτης Βέρνερ Φος (Werner Voss), μαζί με το 11ο Σύνταγμα Ουσσάρων της Βεστφαλίας, όδευε προς το ανατολικό μέτωπο για να λάβει μέρος στις μάχες ενός πολέμου ο οποίος είχε μόλις ξεσπάσει. Είχε γεννηθεί στις 13 Απριλίου 1897 στο Κρέφελντ της Ρηνανίας, κοντά στο Ντύσελντορφ. Ο πατέρας του ήταν ιδιοκτήτης μίας βιομηχανίας χρωμάτων και από μικρός ο Βέρνερ είχε επιδείξει ένα ενδιαφέρον και μία ευστροφία προς οτιδήποτε μηχανικό, αν και συχνά μπορούσε να γίνει εκνευριστικά επίμονος και ξεροκέφαλος – στοιχεία ενός χαρακτήρα, τα οποία, δεν θα τον εγκατέλειπαν στην ενηλικίωση. Με την έκρηξη του πολέμου κατετάγη στο ιππικό και διακρίθηκε στις μάχες του ανατολικού μετώπου, προαγόμενος σε υποδεκανένα στα τέλη Ιανουαρίου 1915. Τον Μάϊο του απενεμήθη ο Σιδηρούς Σταυρός Β’ Τάξεως. Μετά από 10 μήνες τοπικών, άδοξων συμπλοκών υπέβαλλε αίτηση μετάταξης στην Γερμανική Αεροπορία και το αίτημά του έγινε δεκτό. Ολοκληρώνοντας την εκπαίδευσή του, τον Αύγουστο βρέθηκε να υπηρετεί ως οπίσθιος πολυβολητής-παρατηρητής στα διθέσια αναγνωριστικά.

Τον Απρίλιο του 1916 πήρε το βάπτισμα του αέρος πάνω από το Βερντέν, λαμβάνοντας μέρος σε βομβαρδιστικές και φωτοαναγνωριστικές αποστολές. Πυκνά αντιαεροπορικά πυρά και επιθέσεις γαλλικών μαχητικών τα οποία κυριαρχούσαν στον αέρα, μετέτρεψαν το Βερντέν στον χειρότερο τομέα του μετώπου και την επιβίωση σε έναν πραγματικό άθλο. Χωρίς ανάπαυση μεταξύ των αποστολών, την 1η Ιουλίου, η μονάδα του μετατέθηκε στον τομέα του Σωμ, όπου οι γερμανικές δυνάμεις θα αντιμετώπιζαν μία φιλόδοξη βρετανική επίθεση μεγάλης κλίμακος. Αρχικά, ο 19χρονος Γερμανός χάρηκε που αποχωριζόταν το Βερντέν, έως ότου διαπίστωσε ότι το Σωμ θα αποτελούσε την κορύφωση των εφιαλτών του, παρακολουθώντας τους συντρόφους του να χάνονται ο ένας μετά τον άλλο από τις βολίδες των βρετανικών μαχητικών ή πέφτοντας ζωντανοί από τα 2.000 m μέσα σε ένα φλεγόμενο αεροσκάφος, έως ότου η σφοδρή πρόσκρουση στο έδαφος έκανε τον θάνατο να μοιάζει ανακούφιση. Στα τέλη του μηνός είχε απομείνει ο μοναδικός επιζών της μονάδας του.

Η φρίκη του Σωμ, αλλά και ο ατομισμός ενός φιλόδοξου νεαρού ο οποίος αποζητούσε την διάκριση, έκανε τον Βέρνερ να γοητεύεται περισσότερο από την επιθετική πτήση. Τον Αύγουστο, προαχθείς σε έφεδρο ανθυπολοχαγό, τοποθετήθηκε στα μαχητικά. Από την πρώτη στιγμή που βρέθηκε μόνος στον αέρα, μέσα στο πιλοτήριο ενός μονοθέσιου καταδιωκτικού, κατάλαβε ότι είχε βρει επιτέλους τον εαυτό του. Στις αρχές Νοεμβρίου τοποθετήθηκε στην 2η Μοίρα Μαχητικών «Μπέλκε». Εκείνη την εποχή η Jasta 2 “Boelcke” ήταν η διασημότερη μονάδα ολόκληρης της γερμανικής αεροπορίας, φέροντας το όνομα του μεγάλου ιδρυτή του σώματος των μαχητικών, λοχαγού Όσβαλντ Μπέλκε, και διαθέτοντας στις τάξεις της μερικούς από τους ανερχόμενους αστέρες του Α΄ ΠΠ, όπως τον ανθυπολοχαγό Μάνφρεντ φον Ριτχόφεν. Η τοποθέτηση στην συγκεκριμένη μονάδα αποτελούσε τιμή για οποιονδήποτε Γερμανό πιλότο και θα έπρεπε να αποδείξει ότι ανταποκρινόταν στις προσδοκίες των ανωτέρων του. Ο Βέρνερ Φος ανήκε αναμφίβολα σε αυτή την κατηγορία. Η επιθετικότητα, η θανατηφόρα ακρίβεια στην σκόπευση, τα ταχύτατα αντανακλαστικά και οι δεξιοτεχνικοί ελιγμοί, φανέρωναν ότι ο 19χρονος νεαρός ήταν πραγματικά γεννημένος για τα καταδιωκτικά.

Στις 27 Νοεμβρίου 1916, πετώντας με ένα Halberstadt D.II, άνοιξε για πρώτη φορά το σκορ του με δύο νίκες σε ισάριθμες εξόδους: ένα βρετανικό Nieuport 17 το πρωί και ένα F.E.2 το απόγευμα. Το Nieuport 17 ήταν ένα μαχητικό ισάξιο, αν όχι ανώτερο του Halberstadt. Το διθέσιο F.E.2 όμως, δεν είχε πολλές πιθανότητες επιβίωσης. Η ριπή του Γερμανού σκότωσε ακαριαία τον πολυβολητή, τραυμάτισε τον πιλότο και τύλιξε το αεροσκάφος στις φλόγες. Εκείνη η πολλά υποσχόμενη διπλή νίκη τού απέφερε τον Σιδηρού Σταυρό Α΄ Τάξεως στις 19 Δεκεμβρίου 1916.

Μετά τον θάνατο του Μπέλκε η διοίκηση της Μοίρας περιήλθε στα χέρια του άσημου λοχαγού Φραντς Βάλτς, απλά και μόνο λόγω αρχαιότητος, αν και είχε ελάχιστες επιτυχίες να επιδείξει και σπανίως ηγείτο των ανδρών του στις αποστολές. Ο Φος εκμεταλλεύθηκε εκείνη την περίοδο για να πετάει συχνά σε μοναχικές περιπολίες τις οποίες έβρισκε της αρεσκείας του. Έμαθε τις τακτικές των αντιπάλων, ανέπτυξε τις δικές του και έμαθε να βασίζεται στις ικανότητές του. Μαχόταν καλύτερα όταν είχε την δυνατότητα να επιλέξει ο ίδιος την τακτική που ήθελε να ακολουθήσει, ανεπηρέαστος από τις περιοριστικές διαταγές των ανωτέρων του ήταν ένας πραγματικός “Μοναχικός Κυνηγός”. Κατ΄ αυτόν τον τρόπο, μέχρι τα τέλη Φεβρουαρίου, είχε φθάσει τις 11 καταρρίψεις, σημειώνοντας διπλές νίκες σε αρκετές περιπτώσεις.

 

ΤΟ ΣΜΙΛΕΜΑ ΕΝΟΣ ΠΟΛΕΜΙΣΤΗ

 

Μέχρι τις αρχές Μαρτίου η Jasta 2 είχε πλέον εξοπλιστεί ολόκληρη με τα νέα Albatros D.III τα οποία σύντομα θα επέβαλλαν την κυριαρχία τους σε ολόκληρο το δυτικό μέτωπο. Εφοδιασμένος με το νέο, ταχύ και ευέλικτο μαχητικό του, ο Φος ριχνόταν πλέον στη μάχη με αστείρευτη επιθετικότητα και αυτοπεποίθηση. Ο Μάρτιος θα ήταν ο μήνας του. Στις 11 σημείωσε μία διπλή νίκη, την 14η και 15η. Στην απογευματινή έξοδο, ο σχηματισμός των έξι Albatros στον οποίο πετούσε δέχθηκε επίθεση από δύο βρετανικά Nieuport 17 τα οποία συνόδευαν ένα αναγνωριστικό που κατόπτευε τις γερμανικές γραμμές. Ο Βρετανός ανθυπολοχαγός Άρθουρ Γουάϊτχεντ έριξε το Nieuport του σε μία βύθιση και με μία ριπή 30 βολίδων έριξε ένα Albatros σε περιδίνηση. Καθώς ευθυγραμμιζόταν πίσω από ένα δεύτερο γερμανικό, αιφνιδιάστηκε από τα πυρά του Φος, τα οποία γάζωσαν το αεροσκάφος του από άκρη σε άκρη. Μία βολίδα διαπέρασε ταυτόχρονα το αριστερό γόνατο και τον δεξί μηρό του. Ο κλονισμός και η αιμορραγία του διπλού τραύματος άφησαν τον Γουάϊτχεντ αναίσθητο και το αεροσκάφος του ακυβέρνητο να πέφτει από τα 1.500 m. Ανέκτησε στιγμιαία τις αισθήσεις του, αλλά πριν καταφέρει να οριζοντιώσει το σακατεμένο Nieuport, ο Φος βρέθηκε και πάλι στα νώτα του διαλύοντας τον κινητήρα και τα πηδάλια ύψους-βάθους.

 

 

 

Ο Μάρτιος θα έκλεινε με την κατάρριψη του 23ου θύματός του και την απονομή του Σταυρού των Ιπποτών μετά Ξιφών του Βασιλικού Οίκου των Χοεντσόλερν, μία διάκριση η οποία συνήθως προηγείτο του περίφημου Blue Max. Την ίδια στιγμή, ο φον Ριχτχόφεν είχε ήδη κερδίσει αυτή την ανώτατη διάκριση και είχε προαχθεί σε υπολοχαγό, με ένα σύνολο 32 καταρρίψεων. Ο διψασμένος για δόξα Κόκκινος Βαρώνος, συνειδητοποίησε ότι ο Βέρνερ Φος είχε εξελιχθεί σε έναν φύσει ταλαντούχο πιλότο, ο οποίος απειλούσε άμεσα την πρωτοκαθεδρία του.  

 

Φός και Ριχτχόφεν

 

Την 1η Απριλίου οι Συμμαχικές δυνάμεις, με το ηθικό κλονισμένο μετά το δράμα του Σωμ, άρχισαν πάλι να ανασυγκροτούνται για την έναρξη μίας νέας επίθεσης στην περιοχή του Αρράς και του ποταμού Αιν. Το γερμανικό επιτελείο, αντιλαμβανόμενο τις προθέσεις των αντιπάλων άρχισε να προετοιμάζει την άμυνά του. Οι μονάδες του Φος και του Ριχτχόφεν θα βρίσκονταν στην αιχμή των επιχειρήσεων. Την ίδια κιόλας ημέρα οι δύο στενοί ανταγωνιστές θα συναντούσαν ο ένας τον άλλον για πρώτη φορά από τότε που ο Βαρώνος άφησε την Μοίρα «Μπέλκε» για να αναλάβει την διοίκηση της Jasta 11. Το πρωί εκείνης της ημέρας ο Φος, εκπροσωπώντας την μονάδα του, πήγε με το Albatros του στην βάση της 11ης Μοίρας, για να λάβει μέρος σε μία σύσκεψη για τις επικείμενες συνδυασμένες επιχειρήσεις των δύο Μοιρών. Ο Ριχτχόφεν χαιρέτησε θερμά τον παλιό του συνάδελφο, χωρίς ίχνος αντιπαλότητας. Μετά το πέρας της σύσκεψης ο Βαρώνος προσφέρθηκε να συνοδεύσει τον Φος μέχρι τη βάση του. Πετώντας κατά μήκος της γραμμής του μετώπου, συνάντησαν ένα διθέσιο Sopwith Strutter. Χωρίς άλλη προειδοποίηση, ο Ριχτχόφεν βυθίστηκε εναντίον του, πάντα πρόθυμος να σημειώσει μία ακόμη νίκη. Τηρώντας το άτυπο πρωτόκολλο των πιλότων, ο Φος δεν τόλμησε να αναμιχθεί: ο Βαρώνος ήταν ανώτερός του και θα θεωρείτο προσβολή αν προσπαθούσε να τον βοηθήσει σε μία μάχη εναντίον μίας εύκολης λείας όπως το αναγνωριστικό. Συνέχισε να πετά ψηλότερα, καλύπτοντας την επίθεση του Βαρώνου, ανυπόμονος να παρακολουθήσει την τακτική του.

Στην πρώτη του επίθεση ο Ριχτχόφεν άφησε νεκρό τον πολυβολητή. Στη δεύτερη κατέστρεψε τον πίνακα οργάνων. Στην τρίτη διέτρησε τη δεξαμενή καυσίμων και στην τέταρτη τα πηδάλια ύψους-βάθους, καταναλώνοντας περίπου 600 βολίδες, ενώ κάθε φορά σημάδευε τον πιλότο! Αργότερα, σε ένα γράμμα προς την οικογένειά του, ο Φος εκμυστηρεύθηκε:

«Είναι καλός μαχητής και έχει επιτελέσει τεράστιο έργο για την πατρίδα, αλλά δεν πιστεύω ότι είναι καλύτερος από μένα».

Με την βρετανική επίθεση έτοιμη να ξεσπάσει από μέρα σε μέρα, η αεροπορική δραστηριότητα όλο και αυξανόταν. Τα βρετανικά αναγνωριστικά βρίσκονταν διαρκώς πάνω από τις γερμανικές γραμμές φωτογραφίζοντας τις θέσεις του πεζικού και τα πολυβολεία. Το πρωί της 6ης Απριλίου 1917 το Β.Ε.2 των ανθυπολοχαγών Βίνσον και Γκουίλτ κατόπτευε τις γερμανικές γραμμές όταν δέχθηκε την επίθεση έξι Albatros. Ο πολυβολητής, κρατώντας γενναία άμυνα, κατάφερε να απομακρύνει τα πέντε, αλλά το τελευταίο συνέχισε επίμονα την καταδίωξη, εξαπολύοντας ένα χαλάζι πυρός εναντίον του αβοήθητου Β.Ε.2. Ο Βίνσον έριξε αμέσως το αεροσκάφος σε μία απότομη, σχεδόν κάθετη βύθιση. Ήταν ο μοναδικός ελιγμός που θα του επέτρεπε να ξεφύγει από το Albatros, αλλά ταυτόχρονα και ένα μεγάλο λάθος: το μόνο πράγμα που συγκρατούσε τα πολυβόλα ενός Β.Ε.2 στα στηρίγματά τους ήταν η βαρύτητα! Μόλις το αεροσκάφος άρχισε την βίαιη βύθισή του τα πολυβόλα έπεσαν στο κενό! Η επόμενη ριπή του Φος γάζωσε το ανυπεράσπιστο αναγνωριστικό. Οι βολίδες έγδαραν το πρόσωπο του Βίνσον, έσκισαν το γάντι του Γκουίλτ και διέτρησαν τον κινητήρα. Ο Βίνσον οριζοντίωσε το αεροσκάφος σε μία τελευταία προσπάθεια να φτάσει τις βρετανικές γραμμές. Το Albatros επέστρεφε τώρα για την επόμενη επίθεσή του με τις ριπές του να τσακίζουν το καταδικασμένο Β.Ε.2, παρά τις απεγνωσμένες προσπάθειες του Βίνσον να ελιχθεί. Μία βολίδα διέτρησε την δεξαμενή καυσίμων, χωρίς όμως να την αναφλέξει. Ένα λεπτό ίχνος λευκού καπνού σημάδεψε την αργή, νωχελική πορεία του αεροπλάνου προς το έδαφος, έως ότου συνετρίβη στην ουδέτερη ζώνη μεταξύ των δύο αντίπαλων γραμμών. Καθώς οι δύο τραυματισμένοι πιλότοι σερνόνταν έξω από τα συντρίμμια, το Albatros επέστρεψε και πάλι γαζώνοντας ότι είχε απομείνει από το αεροσκάφος. Τα πυρά του βρετανικού πεζικού απομάκρυναν το μαχητικό, ενώ το γερμανικό πυροβολικό άνοιγε πυρ σε μία προσπάθεια να καταστρέψει ολοσχερώς το αεροσκάφος. Ο Βίνσον, σε μία προσπάθεια ύστατης γενναιότητος, σύρθηκε και πάλι μέχρι το αεροσκάφος, διασώζοντας την κάμερα με τις πολύτιμες φωτογραφίες των γερμανικών θέσεων που είχαν κοστίσει τόσο αίμα. Την επόμενη ακριβώς στιγμή, μία γερμανική οβίδα εξαφάνιζε το 24ο θύμα του Γερμανού άσσου από προσώπου γης.

Τα πάντα δήλωναν πλέον ότι ο πόλεμος είχε αλλάξει χαρακτήρα. Ο Φος, ένας πιλότος προερχόμενος από τα αναγνωριστικά, συναισθανόταν την απελπιστική θέση στην οποία βρίσκονταν αυτοί οι πιλότοι όταν αντιμετώπιζαν ένα μαχητικό. Παρόλα αυτά, είχε ήδη βάλλει δύο φορές εναντίον αβοήθητων αντιπάλων του, για να εμποδίσει με κάθε τρόπο την παράδοση του φωτογραφικού υλικού. Ο ιπποτισμός στον αέρα είχε πλέον πεθάνει και όποιος το συνειδητοποιούσε γρηγορότερα θα ζούσε περισσότερο. Ο Ριχτχόφεν ήταν ο πρώτος που απέρριψε αμέσως την ιδεολογία περί «ευγενούς ανταγωνισμού» και είχε μεταβληθεί σε πραγματικό επαγγελματία του θανάτου. Η κοινωνία των πιλότων αποτελείτο από τρεις τύπους ανθρώπων: τους ρομαντικούς, τους λάτρεις της περιπέτειας και τους επαγγελματίες. Την άνοιξη του 1917 ο μέσος όρος ζωής ενός πιλότου στο δυτικό μέτωπο είχε μειωθεί στις τρεις εβδομάδες, οπότε οι ρομαντικοί ήταν ήδη νεκροί. Οι επαγγελματίες θα πέθαιναν τελευταίοι. Ο Βέρνερ Φος ανήκε στους δεύτερους..

 

56Η ΜΟΙΡΑ ΜΑΧΗΤΙΚΩΝ “ΑΝΤΙ-ΡΙΧΤΧΟΦΕΝ”

 

Μετά την συμπλήρωση της 24ης νίκης του, ο Φος τιμήθηκε με το Pour Le Merite στις 8 Απριλίου 1917, ως ο νεότερος κάτοχος του παρασήμου στην Γερμανική Αεροπορία και αναχώρησε για το πατρικό του σπίτι στο Κρέφελντ, με μία επάξια κερδισμένη άδεια ενός μηνός, η οποία θα του έδινε την ευκαιρία να εορτάσει τα 20α γενέθλιά του με την οικογένειά του και να κάνει ατέλειωτες βόλτες με την αγαπημένη του μοτοσυκλέτα. Σε μία εποχή που ακόμη και η θέα ενός αυτοκινήτου ήταν σπάνια, οι επαρχιακοί δρόμοι της Ρηνανίας είχαν αναστατωθεί από την παρουσία εκείνου του νεαρού που έτρεχε σαν δαιμονισμένος, σηκώνοντας πίσω του σύννεφα σκόνης.

Ατυχώς για τον παρασημοφορηθέντα άσσο, η κατάρριψη του Β.Ε.2 του ανθυπολοχαγού Βίνσον θα ήταν και η τελευταία του για τον Απρίλιο. Την ίδια στιγμή ο Ριχτχόφεν, διοικώντας την περίφημη πλέον Jasta 11, σκόρπιζε πραγματικό όλεθρο εναντίον ξεπερασμένων αγγλικών αεροσκαφών τα οποία φαίνονταν πλέον να ανήκουν σε μία άλλη, πρωτόγονη εποχή. Ο Απρίλιος του 1917 θα καταγραφόταν ως η περίοδος κατά την οποία το Βρετανικό Αεροπορικό Σώμα έχασε περισσότερους πιλότους σε ένα μήνα, από ότι σε οποιοδήποτε άλλο διάστημα του πολέμου. Θα έμενε στην ιστορία με την μακάβρια ονομασία «Ματωμένος Απρίλης». Καθώς ο Ριχτχόφεν άγγιζε τον μαγικό αριθμό των 50 καταρρίψεων, είναι αδύνατον κάποιος να μην αναρωτηθεί ποιός θα ήταν ο αντίστοιχος αριθμός καταρρίψεων του Φος, αν αντί να τρέχει με τη μοτοσυκλέτα του στο Κρέφελντ, βρισκόταν στο μέτωπο!

Πάντως, και η κατάσταση στο έδαφος δεν πήγαινε καλά. Στις 19 Απριλίου τα πολυβόλα είχαν θερίσει 120.000 στρατιώτες στον ποταμό Αιν. Το κακό ήταν ότι οι Γερμανοί είχαν βάλει τα πολυβόλα και οι Γάλλοι τους νεκρούς. Αυτό οδήγησε σε μαζικές λιποταξίες και ανταρσίες ολόκληρων συνταγμάτων, τα οποία, σύμφωνα με τις φήμες οδηγήθηκαν σε ένα εκτελεστικό απόσπασμα αποτελούμενο από πυροβόλα – ήταν πολύ χρονοβόρο να εκτελείς 20.000 άνδρες με τουφέκια…

Οι Βρετανοί, μετά από μία πραγματική τεχνολογική έξαρση στον τομέα της αεροπορικής βιομηχανίας τους, άρχισαν να εξοπλίζουν τις μονάδες τους με την δεύτερη γενιά μαχητικών τους, τα οποία μπορούσαν πλέον να αντιμετωπίσουν τα γερμανικά Albatros σε κάτι παραπάνω από ίσους όρους. Στα μέσα του 1917, τα νέα Sopwith Camel, Sopwith Triplane και κυρίως τα S.E.5, κατάφεραν να χαρίσουν στους Βρετανούς πιλότους μία ισορροπία η οποία τους απέφευγε από την αρχή του πολέμου. Το βρετανικό επιτελείο σκέφθηκε σοβαρά την πιθανότητα της συγκρότησης μίας ελίτ Μοίρας μαχητικών S.E.5, η οποία θα είχε ως αποκλειστικό σκοπό την αντιμετώπιση του «Ιπτάμενου Τσίρκου» του Ριχτχόφεν. Σιγά-σιγά η σκέψη προχώρησε στην υλοποίηση και η 56η Μοίρα του Βασιλικού Αεροπορικού Σώματος έλαβε την ανεπίσημη και μάλλον, υπερβολικά φιλόδοξη ονομασία «Μοίρα…Αντι-Ριχτχόφεν»! Η διοίκησή της ανατέθηκε στον μεγαλύτερο Βρετανό άσσο της εποχής, τον λοχαγό Άλμπερτ Μπωλ (Albert Ball), με 30 καταρρίψεις εκείνη τη στιγμή στο ενεργητικό του. Ο Μπωλ ως μαχητής, είχε πολλά κοινά με τον Φος: ένα 20χρονο επαρχιωττόπαιδο, καταγόμενο από μεσοαστική οικογένεια, το οποίο όμως διέθετε το αποφασιστικό, γοητευτικό πρόσωπο που λατρεύουν οι δημοσιογράφοι. Στον αέρα ήταν ο τύπος του ατομιστή, μοναχικού κυνηγού που προτιμούσε να περιπολεί μόνος του και να αιφνιδιάζει μεγαλύτερους εχθρικούς σχηματισμούς. Ήταν άσσος στη σκόπευση – σημάδευε το πιλοτήριο και σπανίως αστοχούσε – και αντιπαθούσε τις ομαδικές πτήσεις: σε έναν μεγάλο σχηματισμό ήσουν υπεύθυνος και για τις ζωές των συναδέλφων σου. Έπρεπε να τους παρακολουθείς συνεχώς και να συντονίζεσαι μαζί τους. Μέσα σε μία αερομαχία όλα αυτά ήταν χρονοβόρα και σήμαιναν την απώλεια της ταχύτητος και του αιφνιδιασμού, τα οποία ήταν τα κύρια συστατικά μίας επιτυχημένης επίθεσης.

Κάποιοι προσπάθησαν να τον πείσουν ότι η εποχή των “μοναχικών λύκων”, ήταν ξεπερασμένη. Τα μεγέθη των σχηματισμών διαρκώς αυξανόταν και η αντιμετώπισή τους απαιτούσε λιγότερη επιθετικότητα και περισσότερο υπολογισμό. Ο Μπωλ όμως είχε δικό του σκεπτικό. Ήταν συνειδητοποιημένος μαχητής, ακλόνητος στην πεποίθησή του και οι τακτικές του λειτουργούσαν άψογα – τουλάχιστον για τον ίδιο: οι μεγάλοι σχηματισμοί εχθρικών αεροσκαφών ήταν το όνειρό του, αρκεί εκείνος να παρέμενε μόνος! Καθώς οι αντίπαλοί του ήταν απασχολημένοι με την συνοχή του σχηματισμού τους, εκείνος επιτίθετο αιφνιδιαστικά, μπλεκόταν ανάμεσα τους επιλέγοντας στόχους μέσα από την τεράστια ποικιλία των γερμανικών μαχητικών που βρίσκονταν γύρω του, χτυπούσε γρήγορα και διέφευγε την ώρα που οι Γερμανοί δίσταζαν να πυροβολήσουν, ανησυχώντας μήπως χτυπήσουν κάποιον συνάδελφό τους.

Ίσως το γεγονός ότι του αφαίρεσαν την δυνατότητα να μάχεται με την τακτική η οποία του χάριζε την υπεροχή, περιορίζοντάς τον σε ένα είδος μάχης που αντιπαθούσε, να ήταν και η αιτία της απώλειάς του. Στις 7 Μαϊου 1917 η 56η Μοίρα συνάντησε επιτέλους στον αέρα την Jasta 11 του Ριχτχόφεν και την Jasta 2 με τον Βέρνερ Φος – και κατά τραγική ειρωνεία, αποδεκατίστηκε. Ήταν μία χαοτική αερομαχία, όπου επτά διαφορετικοί εχθρικοί σχηματισμοί, ασφυκτικά στριμωγμένοι σε έναν χώρο 2.000 m, διασκορπίζονταν, μάχονταν και χάνονταν μέσα σε έναν νεφοσκεπή ουρανό, προσπαθώντας μάταια να ανασυγκροτηθούν. Η περίφημη «συνοχή σχηματισμού» για την οποία μιλούσαν Βρετανοί και Γερμανοί, ήταν μία τεράστια ανοησία!

Την ίδια στιγμή, ο Φος, έχοντας μόλις επιστρέψει από την άδειά του, ριχνόταν στη μάχη με τον τρόπο που γνώριζε καλύτερα, αδιαφορώντας για το που βρίσκονταν οι συνάδελφοί του. Τον ενδιέφερε μόνο που βρίσκονταν οι αντίπαλοι. Για αυτό και δεν αντιμετώπισε κανένα πρόβλημα να συναντήσει το πρώτο του S.E. 5. Στο πιλοτήριο καθόταν ο Ρότζερ Τσώγουορθ-Μάστερς της 56ης Μοίρας, ένας άπειρος νεαρός, ο οποίος δεν είχε καν συμπληρώσει τα 19α γενέθλιά του. Μέσα από ένα άνοιγμα στα σύννεφα είχε εντοπίσει ένα γερμανικό μαχητικό και αποσπάσθηκε μόνος του από τον σχηματισμό για να του επιτεθεί, χωρίς να ειδοποιήσει τον αρχηγό του. Χώθηκε στο σύννεφο και χάθηκε για πάντα. Στο εσωτερικό του είχε συναντήσει το Albatros του Φος και λίγο αργότερα έπεφτε νεκρός από τα πυρά του.

Το τέλος του Άλμπερτ Μπωλ δεν ήταν πολύ διαφορετικό: χώθηκε σε ένα σύννεφο κυνηγώντας ένα Albatros και δεν βγήκε ποτέ από αυτό, ούτε έμαθε ποτέ κανείς το τέλος του. Η απώλεια έξι πιλότων από έναν σχηματισμό 11 αεροσκαφών – συμπεριλαμβανομένου και ενός θρύλου όπως ο Μπωλ, κατόχου του Σταυρού της Βικτωρίας και νικητή 47 αερομαχιών – είχε ολέθριο αντίκτυπο στο ηθικό της Βρετανικής Αεροπορίας, αλλά δεν σήμανε και την διάλυση της Μοίρας η οποία βασιζόταν κυρίως στην εμπειρία και την συντροφικότητα των μελών της. Αν και οι πιλότοι της δεν ήταν άσσοι, ήταν προσεκτικά επιλεγμένοι βετεράνοι, όπως ο λοχαγός Τζαίημς Μακ Κάντεν με πέντε καταρρίψεις ή ο ανθυπολοχαγός Άρθουρ Ρυς-Νταίηβιντς (Arthur Rhys-Davids) με επτά. Ο Μακ Κάντεν ανέλαβε την ηγεσία του «Β» σμήνους και υπό την καθοδήγησή του οι άνδρες του εμπέδωσαν γρήγορα τους ομαδικούς κανόνες αερομαχίας. Ο Μακ Κάντεν ήταν η χρυσή τομή μεταξύ ηγέτου και μαχητού: στην αερομαχία διέθετε μία φυσική δεξιοτεχνία, ενώ ταυτόχρονα αισθανόταν άμεσα υπεύθυνος για τις ζωές των ανδρών του, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στην αλληλοκάλυψη και την συνεργασία μεταξύ τους. Οι πιλότοι της κατάφεραν να “δέσουν” γρήγορα μεταξύ τους και να αποδειχθούν μία πολύ αποτελεσματική ομάδα που κάποιος θα έπρεπε να προσέχει ιδιαίτερα στον αέρα.

 

ΑΝΤΑΡΣΙΑ ΣΤΙΣ ΤΑΞΕΙΣ ΤΗΣ JASTA 2

 

Η 9η Μαΐου ήταν μία από τις επιτυχέστερες ημέρες του Βέρνερ Φος, όταν κατέρριψε τρία βρετανικά σε δύο εξόδους. Έχοντας καταστρέψει ένα Β.Ε.2 το μεσημέρι, το απόγευμα απογειώθηκε και πάλι, ηγούμενος ενός σμήνους έξι Albatros. Συνάντησαν έναν σχηματισμό διθέσιων F.E.2 τα οποία συνοδεύονταν από ένα σμήνος Sopwith Pup, ένα ελαφρύ και ευέλικτο μαχητικό, ισάξιο του βαρύτερου Albatros σχεδόν σε κάθε τομέα. Καθώς τα έξι γερμανικά επιτίθεντο κατά των F.E.2, ο Φος πλησίασε ένα Pup και από τα 150 m άνοιξε πυρ με μία παρατεταμένη ριπή, γαζώνοντάς το ολόκληρο. Τα πλήγματα των τροχιοδεικτικών χόρεψαν πάνω στα φτερά και την περιοχή του κόκπιτ, τινάζοντας στον αέρα κομμάτια ξύλου και υφάσματος. Το είδε να συντρίβεται στις γερμανικές γραμμές. Στη συνέχεια επέστρεψε στον χώρο της ευρύτερης συμπλοκής και είδε τα F.E.2 να έχουν σχηματίσει έναν αμυντικό κύκλο για να αλληλοπροστατευθούν από τις επιθέσεις των γερμανικών. Ταυτόχρονα όμως, τα Pup μάχονταν μανιασμένα να σώσουν τους ευάλωτους συναδέλφους τους και είχαν καταρρίψει τρία Albatros από το σμήνος του, την ώρα που εκείνος κατέστρεφε το τρίτο θύμα του για εκείνη την ημέρα.

Η φήμη του ως μαχητή είχε ήδη καταξιωθεί στις τάξεις της Γερμανικής Αεροπορίας, αλλά το γεγονός ότι ως αρχηγός σχηματισμού είχε χάσει τρεις άνδρες του απετέλεσε το πρώτο μελανό σημείο της σταδιοδρομίας του. Είχε απομακρυνθεί από τον χώρο της συμπλοκής επιδιώκοντας να σημειώσει μία ακόμα νίκη, όταν οι άνδρες του βρίσκονταν σε δύσκολη θέση. Πράγματι, ο Φος αδυνατούσε να συνδυάσει τις αρετές ενός αρχηγού και ενός μαχητή – ήταν μαχητής και αυτό ήθελε να παραμείνει. Επιπλέον, με έντονο ακόμα των ενθουσιασμό των 20 χρόνων του, δεν διακρινόταν για την πειθαρχία του. Είχε την τάση να αγνοεί τους ανωτέρους του, ήταν πάντοτε προχειροντυμένος, ενώ διατηρούσε φιλικές σχέσεις με τους κατώτερους βαθμούς. Συχνά εργαζόταν σε κάποιον υπόστεγο, μαζί με τους δύο πιστούς μηχανικούς του, με μία στολή χωρίς διακριτικά. Η εμφάνισή του διέφερε μόνο όταν επρόκειτο να πετάξει, επειδή, όπως έλεγε, ήθελε να είναι εμφανίσιμος στις αερομαχίες, ώστε σε ενδεχόμενο κατάρριψής του να είναι αρεστός στις Γαλλίδες! Προφανώς οι ανώτεροί του δεν εκτίμησαν το χιούμορ του. Όταν οι μομφές άρχισαν να εντείνονται, ο Φος αντιγύρισε ότι, για την όποια κακή απόδοση των πιλότων, οι ευθύνες έπρεπε να βαρύνουν τον Μοίραρχό του, Φραντς Βαλτς, στου οποίου τις ικανότητες οι άνδρες δεν έτρεφαν εμπιστοσύνη. Κατά την γνώμη του, η JastaBoelcke” χρειαζόταν κάποιον τολμηρότερο διοικητή.

Πράγματι, ο λοχαγός Βαλτς ήταν σχετικά ηλικιωμένος για την θέση του (31 ετών) και δεν διέθετε την μάχιμη εμπειρία των διάσημων προκατόχων του. Όμως, πέρα από αυτά, ήταν ένας αξιωματικός με έντονο το αίσθημα της τιμής και για αυτό ζήτησε να μετατεθεί σε άλλη θέση. Βέβαια, η παραβίαση του στρατιωτικού κώδικα συμπεριφοράς του «στασιαστή» Φος ήταν αδύνατον να αγνοηθεί, αν και οι συνέπειες ήταν μάλλον ασήμαντες, εξαιτίας των λαμπρών επιτυχιών του. Στα μέσα Μαΐου μετετέθη στην διοίκηση της Jasta 5. Το μόνο που είχε χάσει ήταν μία προαγωγή και το κύρος του να υπηρετεί στην διακεκριμένη Jasta 2 “Boelcke”.

Σε αυτή τη θέση θα υπηρετούσε για λιγότερο από ένα μήνα. Συμπληρώνοντας την 34η νίκη του, ανεχώρησε πάλι με άδεια και όταν επέστρεψε στις 30 Ιουλίου, του ανακοινώθηκε ότι του είχε ανατεθεί η διοίκηση της Jasta 10, μίας εκ των Μοιρών της νεοσυσταθείσας 1ης Πτέρυγας Μαχητικών που είχε συγκροτηθεί από τον ίδιο τον βαρώνο φον Ριχτχόφεν και η οποία απαρτιζόταν αποκλειστικά από Μοιράρχους της απόλυτης επιλογής του – και φυσικά, σαν αυστηρός επαγγελματίας που ήταν, ο Ριχτχόφεν έκανε σπανίως κακές επιλογές.

 

ΤΟ ΤΡΙΠΛΑΝΟ ΜΕ ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΩΔΕΣ ΠΡΟΣΩΠΟ

 

Στις 30 Ιουλίου ο Φος παρουσιάσθηκε στη νέα του θέση, αντικρίζοντας κι ένα νέο αεροσκάφος να τον περιμένει. Η Jasta 10 ήταν εξοπλισμένη με το νέο Pfalz D.III, το οποίο είχε κατασκευασθεί ως διάδοχος του Albatros. Κατά τη διάρκεια του Αυγούστου, ο Φος πετούσε συχνά με τους άνδρες του, προκειμένου να εξοικειωθούν όλοι με τον νέο τύπο και παρότι σημείωσε τέσσερις επιπλέον νίκες με αυτό, το έβρισκε λιγότερο ευέλικτο από το Albatros. Οι μέρες του «Ματωμένου Απρίλη» αποτελούσαν πλέον ανάμνηση για τους Γερμανούς πιλότους, οι οποίοι προσπαθούσαν να αντιμετωπίσουν την αεροπορική υπεροχή των Βρετανών. Ο σχεδιαστής Άντονυ Φόκκερ, γοητευμένος από την ευελιξία του αγγλικού τριπλάνου Sopwith, αντέγραψε το σχέδιο των πτερύγων του και κατασκεύασε το αεροπλάνο-έμβλημα του Α΄ ΠΠ – το τριπλάνο Fokker Dr.I. Αντιμετωπίζοντας το γνωστό πρόβλημα όλων των γερμανικών αεροσκάφών σε ιπποδύναμη, πόνταρε τα πάντα στην ευελιξία και το αποτέλεσμα τον δικαίωσε. Στα μέσα Αυγούστου τα δύο πρώτα αεροσκάφη άφησαν το εργοστάσιο και οι δύο μεγαλύτεροι πιλότοι της Γερμανίας, ο Μάνφρεντ φον Ριχτχόφεν και ο Βέρνερ Φος, εκλήθησαν να το αξιολογήσουν. Αμφότεροι έμειναν εκστατικοί. Ο Φος το θεωρούσε αξεπέραστο στους ελιγμούς και ήταν βέβαιος ότι δεν υπήρχε κανένα συμμαχικό μαχητικό που θα μπορούσε να πάρει το Fokker του σε κλειστή στροφή.

Μέσα στις επόμενες ημέρες δοκίμαζε αδιάκοπα το νέο του μαχητικό και ασχολείτο μόνο με αυτό. Οι επιδόσεις του τον μάγευαν σε σημείο που η πτήση με το τριπλάνο τον κατακυρίευσε – έγινε πάθος, έμμονη ιδέα, εθισμός. Ένα τέτοιο αεροσκάφος δεν θα μπορούσε να μη φέρει το προσωπικό διακριτκό του πιλότου του: στο κάλυμμα του κινητήρα του ζωγράφισε τα χαρακτηριστικά ενός μυστηριώδους, ζοφερού προσώπου, το οποίο λεγόταν ότι εμπνεύσθηκε από τα παρόμοια σχέδια των ιαπωνικών χαρταετών που του δώριζε ο πατέρας του όταν ήταν παιδί, αιχμαλωτίζοντας την φαντασία του. Ο Φος και το τριπλάνο του ανέπτυξαν αμέσως ένα φονικό δίδυμο πιλότου-αεροσκάφους, που το ένα συμπλήρωνε το άλλο.

Στις 3 Σεπτεμβρίου 1917 σημείωσε την 39η νίκη της σταδιοδρμίας του και την πρώτη του πίσω από τα πολυβόλα του τριπλάνου, καταρρίπτοντας ένα Camel. Για τις επόμενες μέρες το «Γκριζογάλανο Τριπλάνο» ξεχυνόταν στους ουρανούς της Φλάνδρας σαν πεινασμένο γεράκι που αναζητά τη λεία του. Στις 10 Σεπτεμβρίου, επικεφαλής της Μοίρας του, κατεδίωξε έναν σχηματισμό Camel. Το πρώτο βρέθηκε γρήγορα στα σκοπευτικά των δύο Spandau και διαλύθηκε μετά τις πρώτες βολές. Το δεύτερο δέχθηκε αρκετά πλήγματα, αλλά διέφυγε την τελαυταία στιγμή με μία γρήγορη στροφή. Κατεδίωξε ένα τρίτο βαθιά μέσα στις βρετανικές γραμμές και το κατέστρεψε μετά από λίγα λεπτά.  

 

Όμως η ακατάπαυστη μάχη με τον θάνατο δεν θα μπορούσε να αφήσει ανέγγιχτο ακόμα και εκείνον. Ορισμένοι έλεγαν ότι μπορούσαν να διακρίνουν επάνω του τα πρώτα σημάδια της κούρασης. Η αερομαχία το απόγευμα της 11ης Σεπτεμβρίου, όταν θα κατέρριπτε το 47ο και πρότελευταίο θύμα του, ήταν ενδεικτική της κατάστασης. 

Στις 16.00, ηγούμενος με το τριπλάνο του ενός μεγάλου σχηματισμού Albatros και Pfalz συνεπλάκη με ένα σμήνος επτά Camel. Ένας από τους Βρετανούς πιλότους, ο έμπειρος άσσος έξι νικών, ανθυπολοχαγός Όσκαρ Μακ Μέϊκινγκ, κυνήγησε ένα Albatros χωρίς να αντιληφθεί το τριπλάνο που τον πλησίαζε, τραυματίζοντάς τον με την πρώτη κιόλας ριπή. Ο αρχηγός του αγγλικού σμήνους, λοχαγός Μακ Μίλλαν, έσπευσε να σώσει τον συνάδελφό του, μπαίνοντας πίσω από το τριπλάνο και ρίχνοντας μία γρήγορη ριπή, χωρίς καν να σκοπεύσει, γνωρίζοντας ότι οι περισσότεροι πιλότοι διέκοπταν ενστικτωδώς μία καταδίωξη μόλις αντιλαμβάνονταν πυρά γύρω τους.

«Αυτός ο Γερμανός όμως, ήταν από άλλη στόφα. Γύρισε και με κοίταξε πάνω από τον ώμο του, ολίσθησε στο πλάϊ και συνέχισε να κυνηγάει το Camel. Αύξησα ταχύτητα και τον πλησίασα περισσότερο. Κόντεψα να πέσω πάνω στην ουρά του, όταν ο πιλότος κοίταξε πάλι πίσω του. Η απόσταση ήταν τόσο μικρή που μπορούσα σχεδόν να διακρίνω την έκφραση του προσώπου του».

Στην επόμενη ριπή του, ο Μακ Μίλλαν είδε τα τροχιοδεικτικά του να περνούν εκατοστά δίπλα από το κεφάλι του Γερμανού, καθώς εκείνος ολίσθαινε και πάλι στο πλάϊ, αποφεύγοντας τα πυρά την τελευταία στιγμή. Το τριπλάνο αρνείτο πεισματικά να αφήσει το θύμα του. Βρισκόταν διαρκώς κολλημένο στην ουρά του Camel και ο Μακ Μίλλαν δεν είχε καταφέρει να αποσπάσει την προσοχή του. Η επόμενη ριπή του Βρετανού βρήκε τον στόχο της, όταν όμως ήταν πλέον αργά. Οι βολίδες σχημάτισαν μία μικρή γραμμή οπών στο φτερό του τριπλάνου χωρίς ο Γερμανός πιλότος να αντιδράσει. Ο Βρετανός πίστεψε ότι τον είχε σκοτώσει, όταν η καταδίωξη διεκόπη απότομα από την αιφνίδια εμφάνιση ενός αγγλικού διθέσιου μπροστά στο ρύγχος του! Αντιδρώντας με έναν βίαιο ελιγμό απέφυγε τη σύγκρουση την τελευταία στιγμή, αλλά όταν συνήλθε από τον τρόμο, το τριπλάνο είχε εξαφανιστεί…

Ο Βέρνερ Φος προσγειώθηκε απόλυτα σώος και μόλις πήδηξε από το κόκπιτ πήγε αμέσως στο γραφείο του και συμπλήρωσε ένα έντυπο αδείας για τον εαυτό του! Υπερβολική αυτοπεποίθηση, περιφρόνηση του θανάτου ή τα πρώτα σημεία νευρικής εξάντλησης; Με έναν χαρακτήρα σαν τον Φος, κανείς δεν μπορούσε να πει με βεβαιότητα, αν και ένας από τους πλέον έμπειρους συναδέλφους του ήταν πεπεισμένος:

«Ζούσε στην κόψη του ξυραφιού. Είχε την νευρική αστάθεια μίας γάτας. Πετούσε μόνο με την αντοχή των νεύρων του και μία τέτοια κατάσταση δεν θα μπορούσε να έχει παρά μόνο μία κατάληξη».

Θα επέστρεφε από την άδειά του 12 ημέρες αργότερα, έχοντας ήδη υπερβεί κατά πολύ τον μέσο όρο ζωής στο δυτικό μέτωπο, εξακολουθώντας να παίζει με τον θάνατο. Σε ηλικία 20 ετών ήταν ο δεύτερος άσσος της Γερμανίας μετά τον Βαρώνο, αλλά το αποκορύφωμα της δόξας του θα το άγγιζε μόνο την τελευταία μέρα της ζωής του.

 

ΧΕΙΜΕΡΙΝΗ ΙΣΗΜΕΡΙΑ

 

Η Κυριακή, 23η  Σεπτεμβρίου 1917 ήταν η ημέρα της χειμερινής ισημερίας. Όχι ότι αυτό σήμαινε κάτι ιδιαίτερο για τους χιλιάδες στρατιώτες που τροφοδοτούσαν την “κρεατομηχανή” του του δυτικού μετώπου. Στα πεδία της Φλάνδρας δεν είχε αλλάξει τίποτα. Ως συνήθως 2.000 άνδρες είχαν βρει τον θάνατο. Μερικοί από τα εχθρικά πυρά, μερικοί από ατύχημα, καθώς και ένας αριθμός ελαχίστων από το ίδιο τους το χέρι. Όλοι πάντως είχαν αρχίσει να σχηματίζουν την εντύπωση ότι δεν βρίσκονταν εκεί για να κερδίσουν τον πόλεμο, αλλά για να συμβάλλουν στην μακροημέρευσή του.

Εκείνο το πρωί ο Φος είχε καταρρίψει ένα βρετανικό διθέσιο De Havilland 4, ανεβάζοντας το σκορ του στις 48 νίκες. Το μεσημέρι οι δύο αδελφοί του, ο ανθυπολοχαγός Όττο και ο λοχίας Μαξ Φος, τον επισκέφθηκαν στο αεροδρόμιο της Jasta 10 για να τον συνοδεύσουν στο πατρικό τους σπίτι, στο Κρέφελντ, όπου θα περνούσαν όλοι μαζί την άδειά τους. Πριν την αναχώρησή τους όμως, ο Βέρνερ πήδηξε στο πιλοτήριο του αξιόπιστου τριπλάνου του και κατευθύνθηκε στην περιοχή του Πελκαπέλ της Φλάνδρας για μία τελευταία, μοναχική απογευματινή περιπολία. Πολλοί έμπειροι πιλότοι προτιμούσαν τις απογευματινές περιπολίες, τη στιγμή που ο δύων ήλιος βρισκόταν χαμηλά στον ορίζοντα, στερώντας από τον αντίπαλο την δυνατότητα αιφνιδιασμού από εκείνη την πλευρά.

Τόσο στον αέρα, όσο και στο έδαφος, η δραστηριότητα ήταν ασυνήθιστα αυξημένη για εκείνη την ώρα. Μετά από δύο μήνες μαχών τα βρετανικά στρατεύματα είχαν καταλάβει 900 m αποσαθρωμένου εδάφους, κάτι το οποίο, για τα δεδομένα του στρατάρχη Χαίηγκ, ερμηνευόταν ως περίλαμπρη νίκη. Μερικά χιλιόμετρα ψηλότερα σμήνη αντίπαλων αεροσκαφών περιπολούσαν πάνω από το μέτωπο, μερικά αναζητώντας τον εχθρό, άλλα αναζητώντας την ησυχία τους. Στα 3.000 m ένας ογκώδης σχηματισμός νεφών απλωνόταν σε όλο τον ουρανό, περιορίζοντας τις επιχειρήσεις σε εκείνο το ύψος, ενώ στα 300 m κάποια σκόρπια, μικρά σύννεφα προσέφεραν περιστασιακό καταφύγιο σε χτυπημένα αεροσκάφη που προσπαθούσαν να επιστρέψουν στη βάση τους.

Παρότι είχε απογειωθεί μαζί με άλλα επτά αεροσκάφη της μονάδας του, ο Φος άνοιξε γρήγορα την ταχύτητά του, κερδίζοντας ύψος και απομακρύνθηκε από τον σχηματισμό για να κινηθεί ανεξάρτητα. Σε ύψος 1.800 m εντόπισε δύο S.E.5 που του ταίριαζαν. Ήταν ο λοχαγός Τσίντλω-Ρόμπερτς (Chidlaw-Roberts) και ανθυπολοχαγός Χάμερσλυ (Hamersley) της 60ης Μοίρας. Δεν υπήρχαν πολλοί Γερμανοί πιλότοι που θα επιχειρούσαν να επιτεθούν ολομόναχοι σε δύο S.E.5, αλλά ο Φος δεν ήταν συνηθισμένος πιλότος. Γοητευόταν από τις άνισες προκλήσεις. Γνώριζε ότι εναντίον των ταχύτερων S.E.5 εκείνος θα είχε να αντιτάξει μόνο την δεξιοτεχνία και την ευελιξία του. Ωθούμενος από αυτή την παράλογη πρόκληση, ρίχτηκε στη μάχη…

Ο Χάμερσλυ είδε το τριπλάνο να του επιτίθεται μετωπικά και οι δύο πιλότοι άνοιξαν ταυτόχρονα πυρ. Το S.E.5 απέκλινε την τελευταία στιγμή για να αποφύγει την σύγκρουση και ο Χάμερσλυ γύρισε το κεφάλι του να δει την αντίδραση του αντιπάλου του: το τριπλάνο είχε ήδη γυρίσει και του επιτίθετο από πίσω και πλάγια! Ο Άγγλος είδε τις ριπές να ανοίγουν τρύπες στον κινητήρα και το άνω φτερό του. Λευκός καπνός άρχισε να βγαίνει από τον κινητήρα του, αναγκάζοντάς τον να καταφύγει σε μία ανεστραμμένη βύθιση για να ξεφύγει γρήγορα από την μοιραία ριπή. Ο Τσίντλω-Ρόμπερτς επενέβη για να σώσει τον συνάδελφό του, μπαίνοντας στην ουρά του Γερμανού και εξαπολύοντας σύντομες ριπές εναντίον του, χωρίς αποτέλεσμα.

Το τριπλάνο εγκατέλειψε την καταδίωξη του Χάμερσλυ, ξέφυγε γρήγορα με μία κλειστή στροφή και σε ανύποπτο χρόνο είχε κιόλας βρεθεί στα νώτα του δεύτερου S.E.5. Ένα χαλάζι βολίδων τσάκισε το πηδάλιο διεύθυνσης του Τσίντλω-Ρόμπερτς, αφήνοντας το αεροσκάφος του ανίκανο να ελιχθεί. Η βύθιση ήταν η μόνη επιλογή διαφυγής. Ο Φος αναμφίβολα θα είχε αποτελειώσει και τους δύο αντιπάλους του, αλλά εκείνη τη στιγμή ήλθε η σωτηρία με την εμφάνιση της 56ης Μοίρας, με τον λοχαγό Τζαίημς Μακ Κάντεν επικεφαλής άλλων πέντε πιλότων του πεπειραμένου «Β» σμήνους του: τον λοχαγό Χόϊντζ και τους ανθυπολοχαγούς Ρυς-Νταίηβιντς, Μαίϋμπερυ, Κρόνυν και Μάσπρατ. Η βρετανική Μοίρα περιπολούσε πάνω από την περιοχή όταν, 500 m χαμηλότερα, ο Μακ Κάντεν εντόπισε το μοναχικό S.E.5 να καταδιώκεται στενά από ένα γκριζογάλανο τριπλάνο Fokker που φαινόταν να έχει την υπεροχή.  

 

Λικνίζοντας τα φτερά του, έδωσε στους άνδρες του το σύνθημα για επίθεση και τα έξι μαχητικά βυθίστηκαν προς τα κάτω. Ο Μακ Κάντεν είχε ήδη ετοιμάσει ένα παλιό του τέχνασμα για να παγιδεύσει τον Γερμανό. Ο ίδιος μαζί με τον Ρυς-Νταίηβιντς, πήραν θέση δεξιά κι αριστερά από τα νώτα του τριπλάνου, οι Μάσπρατ και Χόϊντζ πάνω και κάτω από αυτό, ενώ οι Κρόνυν και Μαίϋμπερυ του έκλεισαν τις πλευρές, εγκλωβίζοντάς το μέσα σε ένα νοητό κιβώτιο το οποίο είχε την μετωπική του πλευρά ανοικτή. Ο Μακ Κάντεν γνώριζε μόνο έναν πιλότο ο οποίος είχε ξεφύγει από μία τέτοια παγίδα.

Λίγο πριν οι Μακ Κάντεν και Ρυς-Νταίηβιντς πιέσουν τις σκανδάλες τους, ο Φος πάτησε με δύναμη το δεξιό ποδωστήριο, έσπρωξε τη μανέτα ισχύος στο μέγιστο και το τριπλάνο ξέφυγε απότομα από την πορεία σύγκλισης των πυρών, παραμένοντας στο ίδιο επίπεδο, χωρίς να πλαγιάσει τα φτερά του. Το επόμενο δευτερόλεπτο το Fokker έστριβε κατά 180ο και ο Μακ Κάντεν βρέθηκε ξαφνικά να αντικρίζει τις λάμψεις των πολυβόλων του Γερμανού. Είδε τα τροχιοδεικτικά να διαγράφουν ένα τόξο και άκουσε γύρω του το ανατριχιαστικό κροτάλισμα των βολίδων που τρυπούσαν το ύφασμα των φτερών του. Το τριπλάνο πέρασε σαν αστραπή δίπλα από το S.E.5 και για μία φευγαλέα στιγμή οι δύο αντίπαλοι πρόλαβαν να αντικρυστούν. Η μνήμη του Μακ Κάντεν γύρισε αυτόματα έναν χρόνο πίσω, στον Νοέμβριο του 1916, πάνω από το Σωμ, και το μυαλό του συνάντησε την ίδια σκηνή: ήταν ο ίδιος ακριβώς πιλότος με εκείνον που του είχε ξεφύγει και τότε με τον ίδιο ακριβώς ελιγμό, χαμογελώντας του σαρκαστικά! Μόνο που τώρα, το γερμανικό μαχητικό δεν επιχειρούσε να κατευθυνθεί στην ασφάλεια των γραμμών του - επέστρεφε για να πολεμήσει…

Ο Κρόνυν ήταν ο τελευταίος στη σειρά επίθεσης και είχε την εντύπωση ότι η ριπή του ήταν εύστοχη, αλλά μέσα σε δευτερόλεπτα το τριπλάνο βρέθηκε πίσω του: «Γύρισε αστραπιαία με έναν μοναδικό τρόπο, χωρίς κλίση των φτερών. Απλά εμφανίστηκε στην ουρά μου από το πουθενά».

Ο Φος απείχε ελάχιστα από τον Κρόνυν και η ριπή του ήταν αδύνατον να αστοχήσει. Οι βολίδες σφύριξαν γύρω του γαζώνοντας τα πάντα και το τριπλάνο εξαφανίστηκε. Χωρίς πολλές ελπίδες επιβίωσης, ο Κρόνυν απομακρύνθηκε από τον χώρο της συμπλοκής. Αυτό ήταν το τρίτο αεροσκάφος το οποίο έθετε εκτός μάχης ο Φος και την ίδια στιγμή ένα έβδομο κατά σειρά S.E.5 ήλθε από ψηλά να προστεθεί στην εξωφρενική αερομαχία. Ήταν ο λοχαγός Μπόουμαν του «Α» σμήνους. Ο Φος μαχόταν τώρα εναντίον έξι πεπειραμένων άσσων της διασημότερης βρετανικής Μοίρας, οι οποίοι, μέχρι το τέλος του πολέμου θα μοιράζονταν μεταξύ τους ένα σύνολο 170 καταρρίψεων! Αυτό όμως, «…δεν φαινόταν να πτοεί στο ελάχιστο τον Γερμανό πιλότο. Αντί να εγκαταλείψει την άνιση μάχη και να διαφύγει ανατολικά, προς την ασφάλεια των γραμμών του και του επερχόμενου σκοταδιού, όπως θα μπορούσε να είχε πράξει επανειλημμένα, εκείνος επέστρεφε ξανά και ξανά για να αντεπιτεθεί».

Ήταν βέβαια μία παράλογη ενέργεια, η οποία δεν θα μπορούσε παρά να έχει μία μόνο κατάληξη. Ο θάνατός του εκεί δεν θα προσέφερε καμία υπηρεσία στην πατρίδα, ούτε θα συνέβαλε σε κάποια νίκη. Ήταν απλά θέμα επιλογής – ο Βέρνερ Φος περιφρονούσε τον θάνατο για την ηδονή της μάχης.

Ο Μακ Κάντεν βρέθηκε για δεύτερη φορά στα νώτα του τριπλάνου, αλλά εκείνο ξέφυγε και πάλι με τον ίδιο παράδοξο ελιγμό, πριν προλάβει να το κρατήσει έστω και για ένα δευτερόλεπτο στο σκοπευτικό του. «Το τριπλάνο ήταν ήδη κυκλωμένο από εμάς και οι χειρισμοί του ήταν εκπληκτικοί… οι ελιγμοί του αδιανόητοι, πέρα από κάθε φαντασία. Έστριβε το τριπλάνο του με ένα είδος επίπεδης στροφής, χωρίς κλίση των φτερών του και μέσα σε δευτερόλεπτα κατευθυνόταν στην εντελώς αντίθετη κατεύθυνση, ορμώντας επάνω σου και τότε το μόνο που μπορούσες να κάνεις ήταν να σκύψεις και να τον αφήσεις να περάσει».

Τα S.E.5 αποπειράθηκαν τρεις φορές να τον παγιδεύσουν, «…αλλά οι ελιγμοί του ήταν τόσο ταχείς που κανένας δεν μπορούσε να μαντέψει την επόμενη κίνησή του, ενώ εκείνος φαινόταν να μας πυροβολεί όλους ταυτόχρονα».  

 

Η τελευταία αερομαχία του Φός

 

Ξαφνικά εμφανίστηκε ένα Albatros με κόκκινο ρύγχος το οποίο έσπευσε να βοηθήσει το Fokker που φαινόταν να διεξάγει μία μάχη μόνο του, αλλά η γενναία προσπάθειά του δεν διάρκεσε πολύ. Γύρω από τα δύο γερμανικά μαχητικά σχηματίστηκε αμέσως ένα φονικό γαϊτανάκι, όπου το κάθε αεροσκάφος κυνηγούσε την ουρά του άλλου και το Albatros δέχτηκε μία ριπή που το ανάγκασε να εγκαταλείψει. Οι Βρετανοί, έχοντας ήδη εξαντλήσει τους πρώτους γεμιστήρες τους, άρχισαν να τους αλλάζουν, αλλά οι βολές τους εξακολουθούσαν να κτυπούν το κενό, τη στιγμή που όλοι τους δέχονταν ριπές του άπιαστου τριπλάνου. Σε µια στιγµή ο Μακ Κάντεν είδε το Fokker να βρίσκεται στην κορυφή ενός κώνου τροχιοδει­κτικών από πέντε αεροσκάφη ταυτόχρονα και κάθε αεροσκάφος είχε δύο πολυβόλα! Αυτό θα έπρεπε να ήταν το τέλος, αλλά για µια ακόµα φο­ρά το μαχητικό διέφυγε µε µια δεξιοτεχνία που άφησε τους πάντες άφωνους. Την επόμενη στιγμή το S.E.5 του Μάσπρατ εγκατέλειψε κι εκείνο τη μάχη. Το τριπλάνο πέρασε σαν αστραπή από πίσω του, διατρύοντας το ψυγείο και μερικές από τις εξατμίσεις του κινητήρα του! Ήταν το τέταρτο αεροσκάφος που έθετε εκτός μάχης... Για τον ανθυπολοχαγό Μαίϋ­µπερυ ο Γερµανός φαινόταν άτρωτος. Αλλά βέ­βαια κανείς δεν είναι άτρωτος ή αθάνατος.

Ο Ρυς-Νταίηβιντς είχε ήδη αλλάξει δύο γεµι­στήρες χωρίς να έχει καταφέρει τίποτα. Κερδίζο­ντας ύψος βγήκε ψηλότερα από τα υπόλοιπα αερο­σκάφη και µε µια βύθιση όρµησε στα νώτα του Γερ­µανού. Για λίγα δευτερόλεπτα το τριπλάνο γέµισε το στόχαστρό του κι εκείνος άδειασε όσα φυσίγγια είχαν αποµείνει στο Vickers του. Το Fokker έστριψε κλειστά και ο Ρυς-Ντέιβιντς το είδε να έρχεται κα­ταπάνω του, περνώντας λίγα µέτρα πάνω από τον ί­διο. Το ακολούθησε στη στροφή, προσπαθώντας να µη το χάσει από τα µάτια του, τοποθετώντας ταυτό­χρονα νέο γεµιστήρα στο πολυβόλο του. Μετά από αυτό, το τριπλάνο δεν έκανε καµία προσπάθεια να διαφύγει Ο Φος αργοπέ&αινε στο πιλοτήριό του και το αεροπλάνο του άρχισε µια αργή, νωχελική στρο­φή προς τα δεξιά. Η πορεία του έγινε τόσο στα&ερή, ώστε όταν ο Άγγλος επιτέθηκε πάλι δίνο­ντάς του τη χαριστική βολή, αναγκάστηκε να στρίψει απότοµα για να αποφύγει τη σύγκρουση. Το τρι­πλάνο χάθηκε από τα µάτια των κυνηγών του και µόνο ο Μακ Κάντεν παρακολού&ησε το τέλος του.  

 

 

Το Se5a του Rys-Davis

 

Το ασηµο-γάλαζο Fokker δεν έδειχνε κανένα σηµείο φωτιάς ή καπνού και συνέχισε να πετά µε τον κινητήρα του ακόµα σε πλήρη ισχύ, σαν να αρ­νείτο να καταστραφεί. Σταδιακά έχασε τη στα&ε­ρότητά του, έπεσε σε µια απότοµη δεξιόστροφη βύθιση και όταν άγγιξε το έδαφος των βρετανικών γραµµών εξερράγη σε χιλιάδες κοµµάτια. Όταν οι Βρετανοί επέστρεψαν στη βάση τους και µέτρησαν τις τρύπες στα αεροσκάφη τους κατάλα­βαν ότι είχαν συναντήσει έναν από τους καλύτε­ρους πιλότους της γερµανικής Αεροπορίας: τον Ρι­χτχόφεν, τον Βολφ ή τον Φος. Την επόµενη ηµέρα ειδοποιήθηκαν τηλεγραφικά ότι ήταν ο Φος. Το πτώµα του ή ό,τι είχε αποµείνει από αυτό ανασύρθηκε από τα συντρίµµια και τάφηκε σε έναν οµαδικό τά­φο. Στον λαιµό του έφερε ακόµα το "Pour Le Merite".

Το 1917 ο πόλεµος στον αέρα είχε γίνει αµείλι­κτος, αλλά ο σεβασµός προς τον αντίπαλο δεν είχε πάψει να υπάρχει Ο Άρθουρ Ρυς-Νταίηβιντς έλαβε τα συγχαρητήρια όλων των συναδέλφων του και τα λόγια του για τον ηρωικό εκείνο αντίπαλο αντανακλούσαν τη σκέψη όλων, όταν είπε: «Μακάρι να τον είχα καταρρίψει ζωντανό». Αργότερα ο Μακ Κάντεν έγραψε σε ένα βιβλίο του τον πλέον αρµόζοντα ε­πικήδειο για έναν πιλότο που είχε θαυµάσει δύο φορές µέσα στη σύντοµη ζωή του:

«Όσο ζω δεν 8α ξεχάσω ποτέ τον θαυµασµό µου γι' αυτόν τον Γερ­µανό πιλότο που µόνος του αντιµετώπισε επτά από εµάς για δέκα λεπτά, κτυπώντας τα αεροπλάνα όλων μας. Η δεξιοτεχνία του ήταν µοναδική, το θάρρος του απαράµιλλο. Κατά τη γνώµη µου ήταν ο γενναιότερος πιλότος µε τον οποίο είχα το προνόµιο να πολεµήσω».

Αλλά και όλοι οι υπόλοιποι αντίπαλοι του Φος είχαν κάθε λόγο να θυμούνται καλά εκείνη τη μάχη, παρότι οι αναμνήσεις τους δεν ήταν οι καλύτερες. Η φράση του Μακ Κάντεν ότι ο Γερμανός άσσος είχε χτυπήσει τα αεροπλάνα όλων τους, δεν ανταποκρινόταν ακριβώς στην πραγματικότητα. Ο Φος είχε προκαλέσει μία μικρή καταστροφή:

Οι Κρόνυν και Τσίντλω-Ρόμπερτς κατάφεραν να προσγειώσουν τα κατατρυπημένα αεροσκάφη τους χωρίς ιδιαίτερα προβλήματα. Ο Μάσπρατ αντίθετα, υποχρεώθηκε να εκτελέσει αναγκαστική προσγείωση σε ξένο αεροδρόμιο με το ψυγείο του τρυπημένο και τον κινητήρα του υπερθερμασμένο. Το αεροσκάφος του Μαίϋμπερυ είχε υποστεί εκτεταμένη ζημιά στην δοκό της άνω δεξιάς πτέρυγας, επισκευάσιμη μόνο σε εργοστασιακό επίπεδο. Το S.E.5 του Χάμερσλυ ήταν το πρώτο που δέχθηκε την οργή των πολυβόλων του Γερμανού και το πρώτο που εγκατέλειψε τη μάχη. Με τον κινητήρα, το ψυγείο, την έλικα, τους τροχούς, τις δοκούς των πτερύγων και της ατράκτου κατατρυπημένες από τα εχθρικά πυρά, το αεροσκάφος του ήταν ένα ερείπιο πολύ πριν αναζητήσει κάποιο αεροδρόμιο για να προσγειωθεί επειγόντως και φυσικά, συνετρίβη αμέσως μόλις οι τροχοί άγγιξαν το έδαφος.

Αργότερα ο Κρόνυν έγραψε στον πατέρα του:

«Μετά τη λέσχη πήγα στο υπόστεγο να ρίξω μία ματιά στο αεροσκάφος μου. Ήταν ξεγραμμένο, δίχως αμφιβολία. Η άνω δεξιά δοκός είχε μία διαμπερή τρύπα, ενώ η κάτω αριστερή είχε σχεδόν κοπεί στη μέση. Οι κύριες δοκοί, όπως και εκείνες της ουράς, ήταν κατατρυπημένες. Επίσης το ύφασμα των πτερύγων και της ατράκτου ήταν διάτρητο. Ήταν θαύμα που δεν χτύπησε τον κινητήρα μου, αν και τρύπησε την έλικα. Αμέσως μετά πήγα στο κρεβάτι, αλλά δεν μπορούσα να κλείσω μάτι. Απλά έμεινα ξαπλωμένος και κάθιδρος, αν και η νύχτα ήταν κρύα».

Φεύγοντας από το υπόστεγο, ο Κρόνυν είχε μετρήσει 42 τρύπες στο αεροσκάφος του…

Ήταν μία επική αερομαχία 15 λεπτών τα οποία όμως, είχαν κλέψει για πάντα την παράσταση του αεροπορικού πολέμου. Κατά την διάρκειά της ο Φος είχε αντιμετωπίσει ένα σύνολο εννέα βρετανικών μαχητικών, θέτοντας εκτός μάχης πέντε από αυτά!

Στο τέλος Σεπτεµβρίου ο Ρυς-Νταίηβιντς τιµήθηκε µε το παράσηµο Διακεκριµένων Υπηρεσιών για τις 23 καταρρίψεις του και στις 23 Οκτωβρίου, ακριβώς ένα µήνα µετά την πτώση του Φος, ο Μακ Κάντεν έφυγε µε άδεια παραδίδοντας τη διοίκηση του σµήνους του σε εκείνον. Τέσσερις µέρες αργότερα ο Ρυς-Νταίηβιντς έπεφτε νεκρός από τα πολυβόλα του Γερμανού άσσου Καρλ Γκάλβιτς, αν και το πτώμα του δεν βρέθηκε ποτέ. Όπως τόσοι άλλοι, είχε χαθεί κι αυτός µυστηριωδώς, κάπου µέσα στον ανόσιο βόρβορο του δυτικού µετώπου.

Ο Μακ Κάντεν δεν έμαθε ποτέ ποιός ήταν ο αντίπαλός του στην συμπλοκή της 16ης Νοεμβρίου 1916 πάνω από το Σωμ, και μέχρι σήμερα δεν υπάρχουν αντικειμενικές αποδείξεις για την ταυτότητά του. Ωστόσο, οι ομοιότητες εκείνης της συμπλοκής με εκείνη της 23ης Σεπτεμβρίου 1917, καθώς και οι σχεδόν πανομοιότυπες συνθήκες υπό τις οποίες είχε διεξαχθεί, ήταν υπερβολικά πολλές για να αγνοηθούν και έκτοτε όλοι πίστευαν ότι επρόκειτο περί του Βέρνερ Φος.

Η Ιστορία έχει έναν μοναδικά γοητευτικό τρόπο να δένει μεταξύ τους τις μοίρες ορισμένων ανθρώπων, καθώς η Κλωθώ και η Λάχεσις πλέκουν και τραβούν τα νήματα της ζωής τους, έστω κι αν είναι η Άτροπος εκείνη που αποφασίζει, πότε και με ποιο τρόπο θα τα κόψει…

Στις αρχές Απριλίου 1918 ο ταγματάρχης Τζέημς Μακ Κάντεν, με ένα σύνολο 57 καταρρίψεων, παρασημοφορήθηκε με τον Σταυρό της Βικτωρίας και του ανετέθη η διοίκηση της 60ής Μοίρας Μαχητικών στη Γαλλία. Το πρωί της 9ης lουλίου, αναχωρώντας από την Αγγλία για τη νέα του θέση, αποχαιρέτησε την αδελφή του Μαίρη και πριν μπει στο αυτοκίνη­τό του της παρέδωσε έναν φάκελλο λέγοντάς της:

«Θα ήθελα να μου τον προσέχεις, α­δελφούλα».

Μόλις έφυγε, η αδελφή του ά­νοιξε τον φάκελλο και είδε μέσα όλα τα παράσημα και τις διακρίσεις που είχε λάβει μέχρι τότε ο αδελ­φός της. Ο Μακ Κάντεν ήταν πάντοτε ιδιαίτερα υ­περήφανος για τις διακρίσεις του, που για εκείνον αντιπροσώπευαν την ηθική αναγνώριση της αξίας του στο επάγγελμα το οποίο είχε επιλέξει και αγα­πούσε. Στις 17.30 της ίδιας μέρας προσγειώθηκε σε ένα αεροδρόμιο της Γαλλίας για να ρωτήσει την κα­τεύθυνση προς το αεροδρόμιο της νέας του μονά­δας. Δύο μηχανικοί του έδωσαν τις απαραίτητες οδηγίες κι εκείνος έριξε μια τελευταία ματιά στο ανε­μούριο, τροχοδρόμησε και απογειώθηκε. Μόλις το S.E.5 σηκώθηκε λίγα μέτρα πάνω από το έδαφος ο κινητήρας του παραιτήθηκε ξαφνικά, χωρίς προειδοποίηση. Ήταν μία τελεσίδικη απόφαση. Το S.E.5 τσακίστηκε στο έδα­φος σαν υπερφορτωμένο ερμάριο.

Ο 23χρονος Τζέημς Τόμας Μπάϋφορντ Μακ Κάντεν, θύμα ενός απλού αεροπορικού δυστυχήματος, ήταν ο τρίτος γιος της οικογένειας που σκοτωνόταν στον πόλεμο «…ο οποίος θα τελείωνε όλους τους Πολέμους». Στην ταφόπλακά του χαράχθηκαν το έμβλημα της RAF, ο Σταυρός της Βικτωρίας και η ακόλουθη επιγραφή:

«Συνέχισε να πετάς, αγαπημένο παιδί, από αυτόν τον σκοτεινό κόσμο του πολέμου, στην Γη της Επαγγελίας, την Αιώνια Ζωή»  

 

Το Albatros III με το οποίο έγινε διάσημος ο Φός . Η Σβάστικα επελέγη σαν σύμβολο τύχης

 

Το Pfaltz III , απο τα πρώτα αεροπλάνα του Φός

   

   

Το περίφημο ασημo-γάλαζο Fokker Dr 1 του Φός με το οποίο και σκοτώθηκε

 

 

Το Se5a του McCudden

 

1.                      Barry Diggens “September Evening”, Grub Street London, 2003

2.                      Walter Musciano “Werner Voss, Germany’s Greatest Teenage Ace”, Hobby Helpers Publishers, 1962.

3.                      Norman Franks “Albatros Aces of WWI”, Osprey Aircraft of the Aces, 2000.

4.                      Alex Revell “Brief Glory, The Life of Arthur Rhys-Davids”, William Kimber, London 1984.

5.                      James McCudden “Flying Fury”, Greenhill Books, 2000.

6.                      Alexander McKee “Friendless Sky”, New English Library 1962.

7.                      Cristopher Campbell “Aces & Aircraft of WWI”, Treasure Press 1981.

8.                      Norman Franks & greg VanWyngarden “Fokker DrI Aces of WWI”, Osprey Aircraft of the Aces, 2001.

9.                      Alex Revell “James McCudden VC”, Albatros Productions 1987.

 

7.