Ο ΝΑΠΟΛΕΩΝ  ΚΑΙ ΟΙ ΣΤΡΑΤΑΡΧΕΣ ΤΟΥ

Η ΣΥΜΒΟΛΗ ΤΩΝ “ΜΙΚΡΩΝ” ΣΤΙΣ ΝΙΚΕΣ ΕΝΟΣ “ΜΕΓΑΛΟΥ”

 

«ΕΝΑΣ ΗΓΕΤΗΣ ΑΞΙΖΕΙ ΟΣΟ ΚΑΙ ΟΙ ΕΠΙΤΕΛΕΙΣ ΤΟΥ»

Ιωάννης Μανσόλας

Άγγελος Δαλασσηνός 

 

«ΕΝΑΣ ΗΓΕΤΗΣ ΑΞΙΖΕΙ ΟΣΟ ΚΑΙ ΟΙ ΕΠΙΤΕΛΕΙΣ ΤΟΥ»

Η ΦΡΑΣΗ ΑΥΤΗ ΦΑΙΝΕΤΑΙ ΝΑ ΙΣΧΥΕΙ ΕΙΔΙΚΟΤΕΡΑ ΓΙΑ ΤΟΥΣ «ΜΕΓΑΛΟΥΣ» ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΤΙΚΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ, Η ΟΠΟΙΑ ΙΣΩΣ ΕΙΧΕ ΛΟΓΟΥΣ ΝΑ ΥΜΝΗΣΕΙ ΚΑΠΟΙΟΥΣ ΑΠΟ ΑΥΤΟΥΣ ΣΕ ΔΕΔΟΜΕΝΗ ΣΤΙΓΜΗ, ΑΛΛΑ Η ΒΑΘΥΤΕΡΗ ΜΕΛΕΤΗ ΟΔΗΓΕΙ ΣΕ ΜΙΑ ΤΑΣΗ ΑΠΟΜΥΘΟΠΟΙΗΣΗΣ ΤΟΥΣ. ΜΕΛΕΤΩΝΤΑΣ ΤΟΝ ΝΑΠΟΛΕΟΝΤΑ, ΤΟΝ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ «ΜΕΓΑΛΟ» ΤΟΥ ΙΣΤΟΡΙΚΟΥ ΠΑΝΘΕΟΥ, ΘΑ ΑΝΑΚΑΛΥΠΤΑΜΕ ΟΤΙ Η ΑΝΟΔΟΣ ΚΑΙ Η ΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΤΑΥΤΙΣΤΗΚΕ ΜΕ ΕΚΕΙΝΟΥΣ ΤΟΥΣ ΣΤΡΑΤΑΡΧΕΣ ΟΙ ΟΠΟΙΟΙ ΤΟΥ ΣΤΑΘΗΚΑΝ ΠΙΣΤΟΙ ΚΑΤΑ ΤΗ ΔΙΑΡΚΕΙΑ ΤΩΝ ΕΚΣΤΡΑΤΕΙΩΝ ΤΟΥ. Ο ΒΟΝΑΠΑΡΤΗΣ ΤΟΥΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΗΣΕ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΑΝΕΔΕΙΞΕ. ΕΚΕΙΝΟΙ ΜΕ ΤΗΝ ΣΕΙΡΑ ΤΟΥΣ, ΤΟΝ ΕΣΩΣΑΝ ΑΠΟ ΠΑΝΩΛΕΘΡΙΕΣ, ΤΟΝ ΑΝΕΒΑΣΑΝ ΣΤΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΠΡΟΣΚΗΝΙΟ ΚΑΙ ΤΟΝ ΚΑΤΑΒΑΡΑΘΡΩΣΑΝ ΜΕ ΤΗΝ ΑΠΟΥΣΙΑ ΤΟΥΣ.

 

«Η ΓΑΛΛΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΕΛΕΙΩΣΕ ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΗΣ!»

Όταν η Γαλλική Επανάσταση βρισκόταν στην πιο μαύρη στιγμή της, ο Ναπολέων ήταν ένας νεαρός αξιωματικός από την Κορσική, με μητρική του γλώσσα τα ιταλικά. Ο ίδιος δεν σχετιζόταν με την επανάσταση της οποίας η πολιτική καθοριζόταν από την Εθνοσυνέλευση,που σύντομα κατάντησε μία αρένα φατριακών αλληλοεξοντώσεων με πεδίο μάχης την πλατεία, όπου η λεπίδα της γκιλοτίνας εργαζόταν υπερωριακά. Τα περισσότερα κεφάλια έπεφταν ανάμεσα στους λαϊκούς αγωνιστές που διαφωνούσαν με τις κεφαλές της Εθνοσυνέλευσης. Ο Δαντών έβαψε πρώτος τα χέρια του με αίμα αθώων, αλλά ο Ροβεσπιέρος, ένας άνθρωπος που τον γοήτευε περισσότερο η πολιτική ισχύς, παρά ο πλούτος, κατόρθωσε να μείνει ο κυρίαρχος αυτού του αρρωστημένου παιχνιδιού που ονομάστηκε Γαλλική Επανάσταση.

Η Γαλλία, και πολύ περισσότερο η Επανάσταση, είχαν χάσει πλέον τον δρόμο τους. Η τύχη της πρώτης εξαρτιόταν από την έκβαση της δεύτερης, αλλά η δεύτερη είχε πνιγεί στο ίδιο της το αίμα. Ο Καμίγ Ντεμουλέν, ο αυθεντικότερος αγωνιστής της Επανάστασης, προτού ανέβει στο ικρίωμα, σταλμένος από τον άλλοτε οικογενειακό του φίλο και συνεργάτη Ροβεσπιέρο, αναρωτήθηκε: «Μα τι καταφέραμε τελικά; Μήπως όλα αυτά που πιστέψαμε δεν ήταν παρά ένα όνειρο;».

Ήταν φανερό ότι η επανάσταση έπρεπε κάπου να καταλήξει, ο κόσμος είχε κουραστεί από το αίμα, ενώ ταυτόχρονα οι συνθήκες ευνοούσαν την επέμβαση των εξωτερικών εχθρών. Οι Άγγλοι, με το μακρόπνοο στρατηγικό τους πνεύμα, διέβλεψαν την ευκαιρία να καταλάβουν τα γαλλικά λιμάνια της Μεσογείου. Στις 28 Αυγούστου 1793, όταν η Επανάσταση διένυε τον τέταρτο χρόνο της, βρετανικές ναυτικές δυνάμεις υπό την ηγεσία του ναυάρχου Χούντ, επιτέθηκαν στην φωλιά του γαλλικού στόλου της Mεσογείου, τον ναύσταθμο της Τουλών.

Ο Ροβεσπιέρος αναρωτήθηκε πολύ σοβαρά σε ποιόν στρατηγό θα εμπιστευόταν μία τέτοια αποστολή: αν έβγαινε ηττημένος από την αναμέτρηση, η κυβέρνηση θα έπεφτε. Αν έβγαινε νικητής ο στρατηγσς θα αποκτούσε φήμη και τότε ίσως επιχειρούσε να τον εκτοπίσει. Άρα ο αξιωματικός αυτός θα έπρεπε να είναι “ελεγχόμενος”. Η επιλογή ήταν δύσκολη: όλοι οι στρατιωτικοί θεωρούντο πιθανοί συνωμότες! Για την εξεύρεση μίας λύσης ο Ροβεσπιέρος στράφηκε πρός το άμεσο πολιτικό και φιλικό του περιβάλλον: ο Πώλ Μπαρράς και ο Ζοζέφ Μποναπάρτ ήταν δύο δυναμικοί υποστηρικτές του οι οποίοι διατηρούσαν ακόμα κάποιες γνωριμίες στους στρατιωτικούς κύκλους. Ο δεύτερος μάλιστα είχε και έναν μικρότερο αδελφό ο οποίος ήταν υπολοχαγός του πυροβολικού –τον Ναπολεόν Μποναπάρτ (Ναμπουγιόν, στα κορσικανικά). Αυτός ήταν και η μοναδική επιλογή που διέθετε.

Σε πολιτικό επίπεδο η άμυνα της Τουλών κατευθύνθηκε από τον Μπαρράς, ως πολιτικού κομισσάριου, και σε στρατιωτικό επίπεδο από τον Ναπολέοντα, ως διοικητού στο πεδίο της μάχης. Με τις άριστες γνώσεις του στον τομέα του πυροβολικού, ο άσημος έως τότε υπολοχαγός, διέσωσε την Γαλλία από μία ήττα και τον Ροβεσπιέρο από την γκιλοτίνα -τουλάχιστον προσωρινά. Οι Άγγλοι αποχώρησαν ηττημένοι και ο Ροβεσπιέρος προήγαγε τον 26χρονο υπολοχαγό σε στρατηγό, πιστεύοντας ότι σε στρατιωτικό επίπεδο τουλάχιστον, είχε ήσυχο το κεφάλι του. Ο διορατικός Μπαρράς όμως, καραδοκούσε. Ήταν φανερό ότι η δικτατορία του Ροβεσπιέρου δεν είχε μέλλον κι εκείνος ονειρευόταν να πάρει την θέση του. Ενέταξε τον Ναπολέοντα στην ομάδα των στενών συνεργατών του, με σκοπό να τους χρησιμοποιήσει για την δική του επικράτηση. Πράγματι, όταν ήλθε η ώρα, οδήγησε τον Ροβεσπιέρο στην γκιλοτίνα με την εμπιστοσύνη της Εθνοσυνέλευσης.

Με την νέα πολιτική κατάσταση ο Μπαρράς προέβη σε αλλαγή των μελών της Εθνοσυνέλευσης, ιδρύοντας ένα δικό του σώμα βουλευτών. Μία τελευταία λεπτομέρεια που έπρεπε να διευθετηθεί ήταν οι διαμαρτυρίες των αντιφρονούντων βουλευτών οι οποίοι αρνούνταν να εγκαταλείψουν την βουλή. Ο Ναπολέων, με μία μικρή δύναμη στρατού και ενεργώντας κατ΄εντολή του Μπαρράς, ανέλαβε να “κλείσει τα στόματα” με ένα πραξικόπημα στις 5 Οκτωβρίου 1795. Πρόεδρος της Βουλής ήταν ο αδελφός του Ναπολέοντα, ο Λουσιέν Μποναπάρτ, και τα πάντα ήταν σχεδιασμένα να εξελιχθούν…“ομαλά”, ωστόσο ο νεαρός στρατηγός λίγο έλλειψε να λυντσαριστεί από τους βουλευτές της αντιπολίτευσης! Εκείνη τη στιγμή, για να επιδεινωθεί η κατάσταση, εμφανίστηκε από το πουθενά ένα σύνταγμα στρατού εφοδιασμένο με 50 πυροβόλα, έτοιμο να υπερασπίσει τους διαμαρτυρόμενους βουλευτές. Ο Ναπολέων αιφνιδιάστηκε από την απρόοπτη τροπή της κατάστασης και σώθηκε μόνο από την άμεση ενίσχυση των στενότερων συναδέλφων του, των ταγματαρχών Λάν, Μπεσσιέρ, Ντεσσαί και Νταβού. Την σωτηρία όμως, από την απειλή των 50 πυροβόλων, την όφειλε στην τόλμη του ταξίαρχου Ιωακείμ Μυρά, ο οποίος τα κατέλαβε με μία καταιγιστική έφοδο ιππικού. Την τελική εκκαθάριση ανέλαβε ο Ωγκερώ ο οποίος δεν δίστασε να διαλύσει τα διαμαρτυρόμενα λαϊκά πλήθη με τα πυρά των ανδρών του.

Το 1798 οι Άγγλοι επέμεναν να διασφαλίσουν την θαλάσσια διαδρομή προς την ανατολή και για αυτό η ισχύς της Γαλλίας τους είναι λίαν δυσάρεστη. Ο Ναπολέων συνέλαβε το σχέδιο μίας μακρινής εκστρατείας στην Αίγυπτο η οποία θα διατάρασσε την λειτουργία των θαλάσσιων εμπορικών οδών τους, εγχείρημα το οποίο ενέκρινε πρόθυμα ο Μπαρράς, με απώτερο σκοπό την απομάκρυνση του Ναπολέοντα από την πολιτική σκηνή: είχε λόγους να τον ανησυχεί η αυξανόμενη δημοτικότητά του.

Στην διάρκεια των επιχειρήσεων στην Αίγυπτο ο Ναπολέων θα διακρίνει τις αρετές ορισμένων επιτελών του. Εντυπωσιάστηκε από την γενναιότητα του Μυρά και εκτίμησε τις οργανωτικές ικανότητες του συνταγματάρχη Λουϊ Αλεξάντρ Μπερτιέ ο οποίος διεύθυνε ακούραστα τον επιτελικό και ανεφοδιαστικό μηχανισμό της εκστρατείας. Ωστόσο η εκστρατεία είχε ξεκινήσει με αρκετά μειονεκτήματά –ο Ναπολέων βρισκόταν σε μία μακρινή και εχθρική θάλασσα διαθέτοντας έναν μικρό στόλο. Οι Άγγλοι διέλυσαν εύκολα τον στόλο του και η όλη επιχείρηση κατέληξε σε “φιάσκο”. Παρόλα αυτά ο Κορσικανός στρατηγός είχε αρκετό θράσος ώστε να επιστρέψει στη Γαλλία και να εισέλθει στο Παρίσι κάτω από τις επευφημίες κάποιων “στημένων” ζητωκραυγών οι οποίες ανησύχησαν τον Μπαρράς. Η ανησυχία του εξαφανίστηκε όταν συνειδητοποίησε τι συνέβαινε: είχε έλθει η ώρα και για τον Ναπολέοντα να παίξει το “παιχνίδι” για λογαριασμό του!

Με το αιφνίδιο κίνημά του στις 10 Νοεμβρίου 1799, ο Βοναπάρτης ανέλαβε την διοίκηση του Παρισιού και ο γαλλικός λαός του παραχώρησε πρόθυμα την θέση του ισόβιου δικτάτορα. Ήταν πια καιρός να μπει η χώρα σε μία τάξη και να σταματήσουν οι στείρες πολιτικές διαμάχες που είχαν αιματοκυλήσει την χώρα για μία σχεδόν δεκαετία. Οι πολιτικοί είχαν αποτύχει να φέρουν την ειρήνη. Αυτό που χρειαζόταν τώρα ήταν ένας στρατιωτικός που θα επέβαλλε την τάξη. Ο Ναπολέων, αντιλαμβανόμενος το λαϊκό συναίσθημα, ανακοίνωσε ότι «Η επανάσταση τελείωσε το έργο της!». Η είσοδος του 19ου αιώνα τον βρήκε κυρίαρχο της Γαλλίας, έτοιμο να εδραιώσει την χώρα του μέσα στην Ευρώπη. Για την επίτευξη του σκοπού του θα του χρειάζονταν άλλα 15 χρόνια συνεχών πολέμων οι οποίοι θα του χάριζαν τον τίτλο του «Μέγα» και θα οδηγούσαν την γαλλική δημοκρατία στο ίδιο σημείο από όπου είχε ξεκινήσει...

 

0 ΝΑΠΟΛΕΩΝ ΚΑΙ ΟΙ ΣΤΡΑΤΗΓΟΙ ΤΟΥ

 

Ο Ναπολέων ως στρατιωτικός εμπιστευόταν ανέκαθεν τα όπλα. Έχοντας όμως και προσωπική εμπειρία από την ευκολία με την οποία οι στρατιωτικοί ανέτρεπαν την εξουσία, προέβη στην σύσταση ενός επιτελείου στρατηγών, ορκισμένων στο πρόσωπό του. Πρώτους επέλεξε όλους εκείνους που τον είχαν βοηθήσει να ανέλθει στην εξουσία, όπως τους Λάν, Μπεσσιέρ, Ντεσσαί, Νταβού, Λεφέβρ και Μυρά. Κατόπιν επέλεξε εκείνους οι οποίοι είχαν διακριθεί κατά την διάρκεια των εκστρατειών, όπως τους Μπερτιέ, Νεϋ και Σούλτ. Οι ικανότητες όλων αυτών στις μάχες που είχαν προηγηθεί, αλλά και σε εκείνες που θα έπονταν, απέβησαν σωτήριες για τον Γάλλο αυτοκράτορα. Δεν είναι αλήθεια ότι ο Ναπολέων άξιζε όλες τις νίκες του. Οι στρατάρχες του –όλοι τους σχεδόν, αξιωματικοί ταπεινής καταγωγής, συνομήλικοι του Βοναπάρτη- τον έσωσαν πολλές φορές από “τα δόντια της Ιστορίας”, συμβάλλοντας σημαντικά στο πρόθεμα «Μέγας» του Κορσικανού ηγέτη.

Στο πεδίο της μάχης η στρατιωτική τακτική του Ναπολέοντα ήταν τετράγωνα απλή και γεμάτη πλεονεκτήματα για τον επιτιθέμενο: χώριζε τον στρατό του σε δύο η τρία τμήματα. Ο αντίπαλος αναγκαζόταν να διασπάσει τις δυνάμεις του αντίστοιχα για να μην βρεθεί εκτεθειμένος, ο Ναπολέων έκρινε που δημιουργείτο το αδύνατο σημείο και με μία γρήγορη αναδιάταξη δυνάμεων επιτίθετο εκεί. Για την επιτυχία του σχεδίου όμως απαιτούνταν δύο θεμελιώδεις προϋποθέσεις: α) ο αρχιστράτηγος έπρεπε να έχει καλή πληροφόρηση των αντιπάλων θέσεων, και β) μεγάλη εμπιστοσύνη στους διοικητές των μονάδων του, ότι είχαν κατανοήσει πλήρως το σχέδιο και θα δρούσαν άμεσα όταν θα ερχόταν η ώρα να κτυπήσουν. Σε αντίθετη περίπτωση η σύγχυση ήταν η μόνη κατάληξη. Εβδομήντα χρόνια αργότερα ο θρυλικός Ρόμπερτ Λή θα αντέγραφε την τακτική αυτή με εξαιρετική αποτελεσματικότητα στον Αμερικανικό Εμφύλιο, φθάνοντας σε σημείο να αγγίξει την τελική νίκη υπέρ των Νοτίων. Στην κρίσιμη μάχη του Γκέττυσμπεργκ έχασε επαφή με το ιππικό του και μαζί με αυτό και την πληροφόρηση για την ανάπτυξη του εχθρού. Ο Ναπολέων έπραττε το ίδιο σφάλμα συχνότερα, αλλά τον έσωζαν πάντα οι άξιοι διοικητές του. Στο Βατερλώ θα του έλειπαν τόσο η πληροφόρηση, όσο και οι άξιοι διοικητές -η ιστορική μοίρα δεν μπορεί να συγχωρεί πάντα τα χαϊδεμένα της παιδιά…

Στην μάχη του Μαρένγκο, 14 Ιουνίου 1800, ο Ναπολέων αγνόησε την πρώτη προϋπόθεση της τακτικής του, κινδυνεύοντας να αποκλεισθεί για πάντα από την λίστα των “Μεγάλων”. Εισέβαλε στην Ιταλία για να διώξει τους Αυστριακούς που συγκεντρώθηκαν εναντίον του υπό την ηγεσία του 70χρονου παλαίμαχου στρατηγού, ελληνικής καταγωγής, Μιχαήλ Μελά. Όταν ο Ναπολέων αποφάσισε να χωρίσει τον στρατό του σε τρία τμήματα δεν διέθετε καμία πληροφορία για την ανάπτυξη των αντίπαλων δυνάμεων. Κατά τις 09:00 ο Μελάς επετέθη στο κέντρο τοu Ναπολέοντα το οποίο περικυκλώθηκε και βρέθηκε σε απελπιστική θέση. Ο Ναπολέων δεν γνώριζε αν οι δυνάμεις που αντιμετώπιζε εκεί αποτελούσαν ή όχι, το κύριο σώμα του εχθρού και όταν κατέληξε σε μία απόφαση είχε φθάσει μεσημέρι. Ζήτησε άμεση αναδιάταξη των δυνάμεών του, αλλά τότε κοντά του βρίσκονταν μόνο ο στρατηγός Κέλλερμαν με 600 θωρακοφόρους ιππείς και ο Ντεσσαί με ένα σύνταγμα πεζικού. Ο Μελάς αντίθετα, γνώριζε καλά ότι είχε κυκλώσει τον Ναπολέοντα και παρέδωσε την ολοκλήρωση της νίκης στον υπαρχηγού του, Άντον Τσαχ, ο οποίος το μόνο που είχε να κάνει ήταν να αποτελειώσει τις λεπτομέρειες. Την ίδια στιγμή στο γαλλικό στρατόπεδο, ο Ντεσσαί απευθυνόταν στον Ναπολέοντα λέγοντας: «Θα σας μετατρέψω την ήττα σε νίκη!». Την επόμενη στιγμή ορμούσε ακάθεκτος στα πλευρά των Αυστριακών. Ο γενναίος στρατηγός δεν έμελλε να ζήσει για να δει την νίκη του, αλλά μέχρι το απόγεμα το αυστριακό πεζικό είχε διασπαστεί, ο Τσαχ είχε συλληφθεί αιχμάλωτος από τους ιππείς του Κέλλερμαν και ο Ναπολέων είχε καταλήξει νικητής.

Στην μάχη της Ιένα, 14 Οκτωβρίου 1806, οι στρατηγοί Λαν και Ωγκερώ είχαν σχεδιάσει να δελεάσουν τον εχθρό να επιτεθεί στην ανοιχτή πεδιάδα όπου θα μπορούσαν εύκολα να τον παγιδεύσουν. Τα πάντα όμως κόντεψαν να καταστραφούν από τον ανυπόμονο Νεϋ ο οποίος εξαπέλυσε με δική του πρωτοβουλία μία επίθεση εναντίον του κέντρου του εχθρού, ο οποίος συμπτωματικά ενέδρευε περιμένοντας την γαλλική επίθεση! Ο Νεϋ και οι άνδρες βρέθηκαν κυκλωμένοι κινδυνεύοντας να αφανισθούν από το πρωσικό ιππικό. Η σωτηρία ήλθε με την επέμβαση του Λάν και την τελική αντεπίθεση του ιππικού του Μυρά, του οποίου η τόλμη έφερε την τελική νίκη. Παρόλα αυτά η ιστορία κατέγραψε τον Ναπολέοντα σαν θριαμβευτή.

Στην μάχη του Άσπερν-Έσλινγκ, 21-22 Μαίου 1809, ο Ναπολέων θα γνώριζε την πρώτη του ήττα καταδιώκοντας τα υπολείμματα του υποχωρούντων Αυστριακών που βρίσκονταν στην απέναντι όχθη του υπερχειλισμένου Δούναβη. Οι γέφυρες ήταν όλες κατεστραμμένες με μόνη εξαίρεση την μικρή και πρόχειρη γέφυρα του Λομπάου. Χωρίς να γνωρίζει τις θέσεις του αντιπάλου, ο Ναπολέων διέταξε ολόκληρο τον στρατό του να διαβεί τον ποταμό σε εκείνο το σημείο, αδιαφορώντας για το πόσο χρόνο προϋπέθετε η διάβαση του Δούναβη ή του τι θα συνέβαινε στο ενδεχόμενο που ο εχθρός καιροφυλακτούσε σε εκείνο ακριβώς το στενό πέρασμα –όπως και συνέβη: οι Αυστριακοί σφυροκόπησαν αλύπητα τους 20.000 άνδρες του Μασσενά οι οποίοι κατάφεραν να διαβούν τον ποταμό με βαριές απώλειες και να καταφύγουν πίσω από έναν πέτρινο τοίχο ο οποίος ένωνε τα χωριά Άσπερν και Έσλινγκ. Ο Ναπολέων επέμεινε να επιτίθεται στο ίδιο σημείο για τρεις ακόμα ώρες, έως ότου έλαβε την απόφαση να απαγκιστρωθεί, διατάσσοντας τον Λάν να καλύψει την υποχώρηση. Η μέρα έκλεισε με 21.000 νεκρούς Γάλλους, ανάμεσά τους και ο ίδιος ο στρατάρχης Λάν.

Ένα παρόμοιο σφάλμα διαπράχθηκε μετά από ενάμιση μήνα (5-6 Ιουλίου 1809) στον γνωστό “Ναπολεόντειο θρίαμβο” του Βαγκράμ. Έχοντας πίσω του την πικρή πείρα του Άσπερν-Εσλινγκ, ο Ναπολέων αυτή τη φορά κατασκεύασε μία δική του γέφυρα για να διαβεί τον Δούναβη, αλλά αγνόησε και πάλι τις πληροφορίες γύρω από τις θέσεις του εχθρού. Στην απέναντι όχθη βρίσκονταν οι Αυστριακοί με 90.000 άνδρες. Ο Μπερναντότ ο οποίος είχε ήδη περάσει σε εκείνη την όχθη, πιεζόταν ασφυκτικά και αναγκάστηκε να υποχωρήσει, εισπράττοντας τον θυμό του αρχηγού του ο οποίος του αφαίρεσε προσωρινά την διοίκηση. Ο Ναπολέων έμεινε να αντιμετωπίζει ένα αδιέξοδο, χωρίς καμία ορατή λύση, μέχρι τη στιγμή που ο Νταβού πρότεινε τον αντιπερισπασμό μίας πλαγιοκόπισης με ταυτόχρονη μετωπική επίθεση: οι στρατάρχες Νταβού και Μασσενά ηγήθηκαν του αντιπερισπασμού παρενοχλώντας τον εχθρό, ενώ ο ταξίαρχος Μακντονάλντ ηγήθηκε της κύριας επίθεσης. Οι Αυστριακοί θέρισαν σε εκείνο το πέρασμα 40.000 Γάλλους, αλλά και οι ίδιοι έχασαν 70.000 άνδρες από την επίθεση του Νταβού. Ο Αυστριακός ηγέτης Αρχιδούκας Κάρολος αποδέχθηκε την ήττα και υπέγραψε ανακωχή. Σε πολιτικό επίπεδο ήταν ο μεγαλύτερος θρίαμβος των Γάλλων και ο Ναπολέων απόλαυσε έναν καρπό τον οποίο ο ίδιος από μόνος του δεν μπόρεσε να δρέψει.

Τρία χρόνια αργότερα έλαβε την παρακινδυνευμένη απόφαση της εκστρατείας στην Ρωσία, παρά τις αντίθετες υποδείξεις των πολιτικών και στρατιωτικών του συμβούλων. Τις περισσότερες αντιρρήσεις προέβαλαν οι Μπερτιέ και Νταβού. Ο Μπερτιέ διαμαρτυρόταν ότι ο στρατός δεν είναι έτοιμος για ένα τέτοιο εγχείρημα, ενώ ο Νταβού πρότεινε μια εναλλακτική διαδρομή από τον νότο, όπου υπήρχαν πόλεις κατάλληλες για τον εφοδιασμό της στρατιάς κατά την διαδρομή. Ο Ναπολέων αδιαφόρησε. Το μόνο που τον ενδιέφερε ήταν να κλείσει γρήγορα τους λογαριασμούς του με τον Τσάρο. Ο Μπερτιέ οργίστηκε και έκτοτε άρχισε να αμφιβάλλει για τον αρχηγό του, αρνούμενος ακόμα και να συμφάγει στο ίδιο τραπέζι με εκείνον. Τελικά ο Ναπολέων εισήλθε σε μία άδεια και εγκαταλελειμμένη Μόσχα, περνώντας τις επόμενες πέντε εβδομάδες με σταυρωμένα τα χέρια περιμένοντας την γραπτή υποταγή του Τσάρου Αλέξανδρου η οποία δεν θα ερχόταν ποτέ. Ο Ρώσος ηγέτης άφησε τον αντίπαλό του να απολαύσει την κενή πρωτεύουσα και την κενότερη ακόμα νίκη του, μέχρι που θα του τελείωναν οι προμήθειες. Ο ανήσυχος Νταβού πρότεινε να αποχωρήσουν το ταχύτερο δυνατόν, προκειμένου να αποφύγουν τον επερχόμενο χειμώνα. Ο Ναπολέων δίστασε να συγκατατεθή και όταν τελικά συμφώνησε, ήταν αργά και υπέστη τις τραγικές συνέπειες. Ο Μπερτιέ άρχισε να αναλογίζεται σοβαρά ότι η Γαλλία αντιμετώπιζε πλέον πρόβλημα με τον Κορσικανό αυτοκράτορα…

Στο Μποροντίνο, 7 Σεπτεμβρίου 1812,  οι Ρώσοι έδωσαν την μεγάλη αμυντική τους μάχη, ρίχνοντας και τις τελευταίες εφεδρείες τους πίσω από οχυρώσεις, προκειμένου να ανακόψουν την γαλλική προέλαση. Ο Νταβού πρότεινε να παρακάμψουν τα οχυρά απ τα πλευρά, τα οποία φυλάσσονταν μόνο από μερικά τμήματα ιππικού. Ο Ναπολέων όμως επέμεινε σε μία μετωπική επίθεση, παρακολουθώντας το πεζικό του να αποδεκατίζεται χωρίς αποτέλεσμα.

«Να τους πλαγιοκοπήσουμε, κύριε,» πρότεινε πάλι ο Νταβού.

«Όχι, θα λυγίσουν,» επέμεινε ο Ναπολέων, διατάζοντας μία ακόμα έφοδο. Τελικά οι Ρώσοι υποχώρησαν, αλλά και ο Ναπολέων είχε χάσει 60.000 άνδρες. Ο Νταβού ήταν εξαγριωμένος και δεν ήταν ο μόνος.

Κατά τη διάρκεια της υποχώρησης από τη Ρωσία οι Γάλλοι θα αναγκαστούν να διαβούν τον ποταμό Μπερεζίνα (28-29 Νοεμβρίου 1812), διαρκώς παρενοχλούμενοι από το ιππικό των κοζάκων. Εκεί ο Ναπολέων θα δει το φάσμα της πανωλεθρίας να ορθώνεται μπροστά του απειλητικότερο παρά ποτέ, μέχρι που η ανυπακοή ενός συνταγματάρχη τον έσωσε από ολοκληρωτικό αφανισμό.

Όταν πριν έξι μήνες, η γαλλική στρατιά προήλαυνε προς τη Μόσχα διαβαίνοντας τον ποταμό, ο Ναπολέων είχε διατάξει να καταστραφούν όλα τα υλικά κατασκευής γεφυρών για να μην βραδυπορούν οι στρατιώτες με την μεταφορά τους. Ο συνταγματάρχης του Μηχανικού Ζαν Μπατίστ Εμπλ, είχε αντιδράσει:

«Όλα αυτά θα μας είναι χρήσιμα στην επιστροφή, όπου δεν θα χρειαστεί να χάσουμε χρόνο για να τις κατασκευάσουμε εκ νέου».

«Είπα, κάψτα! Στην επιστροφή ο ποταμός θα είναι παγωμένος και θα τον περάσουμε πεζή».

Ο Εμπλ υπάκουσε, αλλά δεν εκτέλεσε τη διαταγή “κατά γράμμα”: κατέστρεψε το μεγαλύτερο μέρος του υλικού, αλλά έκρυψε τα απολύτως απαραίτητα σε κάποιες παραπλήσιες αποθήκες. Πράγματι, δύο μήνες αργότερα, ο στρατός βρισκόταν σε πλήρη υποχώρηση, με τους κοζάκους να παρενοχλούν τα μετόπισθεν των Γάλλων, ενώ μπροστά στα μάτια του απελπισμένου Ναπολέοντα ο ποταμός Μπερεζίνα κυλούσε ορμητικός, χωρίς το παραμικρό ίχνος πάγου!

Ο Εμπλ εμφανίστηκε στον αυτοκράτορα σαν “από μηχανής Θεός”, αποκαλύπτοντάς του ότι διέθετε τα απαραίτητα υλικά για την κατασκευή δύο γεφυρών! Ωστόσο οι βάρκες χρειάζονταν ώρες για να αναπτυχθούν και ο χρόνος ήταν ελάχιστος. Ο συνταγματάρχης διέταξε 400 άνδρες του να πέσουν στα κρύα νερά του ποταμού για να κρατήσουν τα πρόχειρα υποστηρίγματα των γεφυρών με τα χέρια. Ο Ναπολέων γνώριζε ότι αυτό ισοδυναμούσε με διαταγή θανάτου, αλλά τώρα πλέον δεν υπήρχαν επιλογές. Η ανυπακοή του Εμπλ διέσωσε τις ζωές του ίδιου του αυτοκράτορα και εκείνες άλλων 20.000 στρατιωτών της Μεγάλης Στρατιάς, η οποία κάποτε αριθμούσε 500.000 άνδρες.

 

ΟΙ ΣΤΡΑΤΑΡΧΕΣ ΤΟΝ ΕΓΚΑΤΑΛΕΙΠΟΥΝ

Η ΕΚΣΤΡΑΤΕΙΑ ΤΩΝ 100 ΗΜΕΡΩΝ ΚΑΙ ΤΟ ΒΑΤΕΡΛΩ

 

Το 1814 ήταν η αρχή του τέλους. Όλοι οι εχθροί του, ενωμένοι σε μία συμμαχία, εισέβαλαν στην Γαλλία απειλώντας να συνθλίψουν τον Βοναπάρτη ο οποίος αμυνόταν του γαλλικού εδάφους, πνέοντας τα μένεα κατά των στραταρχών του. Με εξαίρεση τον Νταβού ο οποίος βρισκόταν αποκλεισμένος στο Ανόβερο, λίγοι ξέφυγαν από τον θυμό του. Ο Ωγκερώ αποτυγχάνοντας να σώσει την Λυών, ήταν ο πρώτος που αντικατέστησε το τρίχρωμο έμβλημα της γαλλικής δημοκρατίας με εκείνο της βασιλείας, πείθοντας τους άνδρες του να πράξουν το ίδιο. Ο Λεφέβρ ερχόταν σε μυστικές συνεννοήσεις με Άγγλους και βασιλικούς. Ο απογοητευμένος Μπερτιέ, ζήτησε άδεια μίας εβδομάδας για προσωπικούς λόγους. Ο Ναπολέων βλέποντάς τον να απομακρύνεται, μουρμούρισε προφητικά: «Αυτόν δεν θα τον ξαναδούμε». Κατόπιν αυτού τα γεγονότα απέκτησαν ρυθμό χιονοστιβάδας. Ο Μαρμόν καθυβρίστηκε για την αποτυχία του να κρατήσει την πόλη Λαόν και διατάχθηκε να υποχωρήσει για να κρατήσει τον δρόμο Παρίσι-Φονταινμπλώ, όπου είχε καταφύγει προσωρινά ο Ναπολέων. Ο στρατάρχης εκδικήθηκε παραδίδοντας το στράτευμά του και αφήνοντας τον αυτοκράτορα αφύλακτο, ενώ την ίδια στιγμή ο Μασσενά παρέδιδε την παρισινή πολιτοφυλακή. Ο Ναπολέων πείσθηκε να εγκαταλείψει τον αγώνα και εξορίστηκε στην Έλβα.

Η σκέψη της επανόδου γεννήθηκε στο μυαλό του όταν διαπίστωσε την πολιτική και οικονομική κατάσταση της Γαλλίας του Λουδοβίκου 18ου. Έστω κι αν οι στρατηγοί του τον είχαν εγκαταλείψει επειδή διέβλεπαν το πολιτικό και στρατιωτικό αδιέξοδο στο οποίο οδηγείτο η Γαλλία, δεν έτρεφαν καμία αμφιβολία ότι οι θέσεις τους στο νέο μοναρχικό καθεστώς ήταν προσωρινές: κάποιοι πρώην εξόριστοι, “άκαπνοι” ευγενείς, είχαν ήδη αρχίσει να παίρνουν χαριστικά θέσεις στην νέα στρατιωτική ηγεσία.

Η οικονομική κατάσταση αποτελούσε το μεγαλύτερο εθνικό πρόβλημα. Ο γαλλικός λαός είχε δεινοπαθήσει και δεν άντεχε άλλο τον πόλεμο. Η πείνα άρχισε πάλι να πλήττει την χώρα, ενώ παράλληλα οι χαμηλόβαθμοι αξιωματικοί το μόνο που εισέπραταν από τους συμπατριώτες τους ήταν η ταπείνωση και ο κοινωνικός αποκλεισμός. Ο Ναπολέων ανέλυσε με σύνεση την κατάσταση και στις 3 Απριλίου του 1815 αποβιβάστηκε στις Κάννες αποφασισμένος να αντιμετωπίσει το άγνωστο. Η περίοδος εκείνη, επονομαζόμενη σαν «Η εκστρατεία των 100 ημερών», μπορεί να ήταν η λιγότερο ένδοξη του Κορσικανού στρατηλάτη, αλλά ταυτόχρονα ήταν και εκείνη κατά την οποία διέπραξε τα λιγότερα σφάλματα. Η ιστορία έχει να θυμάται περισσότερο το Βατερλώ, αλλά όπως θα δούμε ο Ναπολέων πολέμησε με ότι μέσα διέθετε, επιδεικνύοντας στο έπακρο τις αρετές του.

Σε πρώτη φάση βέβαια είχε να εξοφλήσει κάποια “ανοικτά γραμμάτια” με τους πρώην επιτελείς του. Έχοντας στο πλευρό του μόνο με τον στρατάρχη Νέϋ, του οποίου τα πολιτικά φρονήματα είχαν ήδη αλλάξει “διεύθυνση” τρεις φορές, προσπάθησε να ανασυγκροτήσει το παλιό του επιτελείο αποστέλλοντας γράμματα σε όλους.

Δυστυχώς αρκετοί από τους στρατάρχες του θεώρησαν ότι είχαν να διακινδυνεύσουν πολλά τασσόμενοι εκ νέου μαζί του, οπότε παρέμειναν στο πλευρό του Λουδοβίκου που είχε αποσυρθεί στη Γάνδη. Ο Μπερτιέ, η «Φαιά Ουσία» της στρατιάς του, δεν απάντησε στο κάλεσμα. Κάποιοι άλλοι, επίσης αναντικατάστατοι, όπως ο Λάν και ο Μπεσσιέρ, απουσίαζαν από τον μάταιο κόσμο των ζωντανών, ενώ ο Μυρά ήταν αρκετά απασχολημένος προσπαθώντας να σώσει το δικό του στέμμα του βασιλείου της Νάπολης από τους Αυστριακούς. Οι Λεφέβρ, Μπρυν, Μασσενά και Ωγκερώ, οι οποίοι το 1814 είχαν υποστηρίξει την παραίτηση του Βοναπάρτη και στη συνέχεια τάχθηκαν με το πλευρό της βασιλείας, επέστρεψαν τώρα για να δηλώσουν υποταγή στον Ναπολέοντα. Με εξαίρεση τον Ωγκερώ, τον οποίο έδιωξε με τον χαρακτηρισμό του προδότη, ο Ναπολέων δέχτηκε διστακτικά τους υπόλοιπους, αναθέτοντάς τους όμως μόνο πολιτικά καθήκοντα. Εκείνος που τον ξάφνιασε ήταν ο Σούλτ: ο στρατηγός ο οποίος έχαιρε τόσο της εκτίμησης του Λουδοβίκου, ώστε να αναλάβει το Υπ. Εθνικής Αμύνης, παρέμεινε στο υπουργείο του στο Παρίσι και δέχθηκε τον Βοναπάρτη αρνούμενος να ακολουθήσει τον βασιλιά. Ο Ναπολέων θεώρησε την στάση του ανεξήγητη, αλλά αποφάσισε να τον διατηρήσει, αν και όχι σε μία τόσο νευραλγική θέση. Με ποιόν όμως θα τον αντικαταθιστούσε; Ο Νταβού ήταν ο μόνος που προσήλθε να δηλώσει αφοσίωση χωρίς ανταλλάγματα στο πρόσωπό του και ο μόνος που στο παρελθόν δεν τον είχε απαρνηθεί όπως άλλοι, δηλώνοντας πρόθυμος να αναλάβει και πάλι καθήκοντα στο πεδίο της μάχης. Ο αυτοκράτορας όμως είχε άλλα σχέδια.

«Νταβού, ήσουν πάντοτε πιστός. Δεν εμπιστεύομαι σε κανέναν άλλον αυτό το υπουργείο. Θα μείνεις στο Παρίσι».

«Και ο Σουλτ;» ρώτησε ο Νταβού.

«Μμ…κάπου που να τον επιβλέπω καλά…Στο επιτελείο μου μάλλον».

«Μα ποτέ δεν τα πήγε καλά όποτε αντιμετώπισε τον Ουέλλινγκτον», διαμαρτυρήθηκε ο στρατάρχης.

«Ναι, αλλά τώρα εγώ θα δίνω τις διαταγές», απάντησε ο Ναπολέων, εξομολογούμενος με πικρία, «Είμαι μόνος –μόνος εναντίον όλης της Ευρώπης. Θα με εγκαταλείψεις;».

«Δέχομαι την θέση» απάντησε ο Νταβού.

Καθώς ο κατάλογος των υποψηφίων πλησίαζε στο τέλος του, ο Ναπολέων θυμήθηκε έναν ακόμη που είχε σκοπό να προάγει σε στρατάρχη, αλλά οι καταστάσεις δεν του το επέτρεψαν: τον Μανουέλ Γκρουσύ, ο οποίος είχε διακριθεί στην υποχώρηση του 1814 και είχε προσέλθει αυθόρμητα να προσφέρει τις υπηρεσίες του.

Σε πολιτικό επίπεδο είχε συνειδητοπoιήσει ότι εκείνη ήταν η ώρα της ειρήνης και της οικονομικής ανοικοδόμησης, απαραίτητης για την χώρα πριν από οποιοδήποτε άλλο βήμα, κάτι το οποίο πρότεινε αμέσως και στους εξωτερικούς του εχθρούς. Η πρόταση όμως απερρίφθη, ακριβώς διότι κανείς δεν προτίθετο να αφήσει τον Ναπολέοντα να ορθοποδήσει. Με λίγα λόγια, η μόνη επιλογή που του άφηναν ανοικτή ήταν εκείνη του πολέμου. Η λύση ήταν μία: μία γρήγορη νίκη εναντίον του πρώτου ο οποίος θα επιχειρούσε μία επιθετική ενέργεια, πριν οι υπόλοιποι προλάβουν να δράσουν ενωμένοι. Εν προκειμένω, οι Άγγλοι και οι Πρώσοι, στρατοπεδευμένοι στο Βέλγιο, ήταν οι πλησιέστεροι και επικινδυνότεροι -οι Ρώσοι βρίσκονταν μακριά και θα χρειάζονταν κάπου τρεις μήνες για να οργανώσουν μία εκστρατεία, ενώ οι Αυστριακοί, οι πλέον δεινοπαθήσαντες από τις μάχες εναντίον του Ναπολέοντα, δεν διέθεταν ετοιμοπόλεμες δυνάμεις. Άρα, μόνο μία γρήγορη επιχείρηση εναντίον των πρώτων θα μπορούσε να αποτρέψει την ανασύσταση της «Ιεράς Συμμαχίας» τους στο πεδίο της μάχης. Οι Άγγλοι είχαν τις βάσεις τους στις Βρυξέλλες και την ακτή του Βελγίου, ενώ οι Πρώσοι στρατοπέδευαν κεντρικότερα, στην Λιέγη. Πρακτικά οι δύο αυτοί σύμμαχοι ήταν διηρημένοι στρατιωτικά, αλλά και πολιτικά. Τυπικά ο Ουέλλινγτον και ο Μπλύχερ βρίσκονταν εκεί σαν “χωροφύλακες” της Γαλλίας, βάσει των όσων είχαν συμφωνηθεί μετά την παραίτηση του Ναπολέοντα. Οι μεταξύ τους σχέσεις όμως δεν ήταν ιδιαίτερα θερμές: η Αγγλία δεν εμπιστευόταν καμία ευρωπαϊκή δύναμη η οποία θα είχε την ισχύ να απειλήσει μελλοντικά την πρόσβασή της στην ηπειρωτική ακτή της Ευρώπης, ενώ ταυτόχρονα ήταν αρκετά έξυπνη ώστε να πείθει τους άλλους να συμπολεμούν μαζί της για το «κοινό συμφέρον». Ο Ναπολέων εντόπισε αυτή την λεπτομέρεια κι αποφάσισε να κτυπήσει χωριστά τον καθένα.

Το σχέδιό του ήταν να βαδίσει αρχικά προς την κατεύθυνση του Μπλύχερ και αφού αφήσει εκεί ένα μέρος του στρατού του, να στραφεί ξαφνικά μπροστά στα έκπληκτα μάτια του Ουέλλινγκτον. Το σχέδιο ήταν τολμηρό και δεν απέτυχε, τουλάχιστον σε ψυχολογικό επίπεδο, όπως απέδειξε η ταραχή που κατέλαβε τους Άγγλους. Ο μόνος ψύχραιμος, εξ ανάγκης, ήταν ο Ουέλλινγτον, ο οποίος όμως αντιλαμβανόταν τι απειλή έκρυβε αυτή η θαυμάσια κίνηση του αντιπάλου του. Για τον κουρασμένο Γάλλο αυτοκράτορα όμως τα περιθώρια είχαν στενέψει: στην κρισιμότερη καμπή της ζωής του είχε εγκαταλειφθεί από τους ικανότερους στρατάρχες του. Η μάχη του Βατερλώ, αν και άριστα σχεδιασμένη σε στρατηγικό επίπεδο από τον ίδιον, θα κατέληγε σαν μία σειρά τακτικών σφαλμάτων των τριών εναπομεινάντων στραταρχών του, Σουλτ, Νεϋ και Γκρουσύ.

Ξεκινώντας την εκστρατεία, ο Ναπολέων ανέθεσε στον Γκρουσύ την διοίκηση ενός σώματος 30.000 ανδρών, με αποστολή να ανακόψει τον Μπλύχερ και να εμποδίσει την ένωση των δυνάμεών του με εκείνες του Ουέλλινγκτον. Ο ίδιος θα είχε την διοίκηση των υπόλοιπων 70.000, με άμεσο υφιστάμενο τον Νεϋ και αρχηγό επιτελείου τον Σουλτ. Ο Ουέλλινγκτον απέστειλε ένα μικρό τμήμα 8.000 ανδρών να κρατήσουν τον οδικό κόμβο του Κάτρ-Μπρά, ζωτικό σημείο συνάντησης των δύο στρατιών. Ο Νεϋ διατάχθηκε να σαρώσει την μικρή αυτή δύναμη, αλλά παρά την αριθμητική του ανωτερότητα, ολιγώρησε μπροστά στους Βρετανούς. Οι επιθέσεις του ήταν διστακτικές και ασυντόνιστες, χαρίζοντας στον Ουέλλινγκτον τον χρόνο που χρειαζόταν για να ενισχύσει τη θέση του. Ακόμα και όταν τελικά κατελήφθη το σημείο, ο Νεϋ άφησε τους αντιπάλους του να διαφύγουν αποτυγχάνοντας να ολοκληρώσει τη νίκη του. Όταν ενώθηκε με τις δυνάμεις του Ναπολέοντα στις 18 Ιουλίου, προέβαλε διάφορες δικαιολογίες: δεν γνώριζε ότι το Κατρ-Μπρά ήταν πρακτικά ανυπεράσπιστο, νόμιζε ότι όλη η στρατιά του Ουέλλινγκτον βρισκόταν συγκεντρωμένη στο Βατερλώ, περίμενε ενισχύσεις που δεν ήλθαν κλπ. Ο Ναπολέων τον έδιωξε οργισμένος, μονολογώντας «Μα αυτός δεν είναι πια ο ίδιος άνθρωπος!».

Ο Πρώσσος στρατάρχης επιτέθηκε εναντίον του κύριου σώματος των Γάλλων του Ναπολέοντα, αλλά αποσύρθηκε ηττημένος με 15.000 νεκρούς στην Ουάβρ. Από εκείνη την κατεύθυνση όμως πλησίαζε ο Γκρουσύ, οπότε ο Ναπολέων είχε κάθε λόγο να θεωρεί τους Πρώσσους σαν ξεγραμμένο αντίπαλο για την επερχόμενη σύγκρουση. Τα πράγματα ωστόσο, εξελίχθηκαν διαφορετικά: ο Σούλτ δεν διατήρησε σωστή επαφή με τον Γκρουσσύ, ο οποίος με τη σειρά του δεν φρόντισε να αποστείλει ούτε ένα αγγελιοφόρο για να αναφέρει την θέση του και ουσιαστικά έμεινε να περιπλανείται στο κεντρικό Βέλγιο, αμέτοχος στο καθήκον που του είχε ανατεθεί. Την παραμονή της μεγάλης μάχης, Σάββατο 17 Ιουλίου 1815, απείχε ακόμα 7-8 ώρες δρόμο απ το Βατερλώ και άλλες τόσες από τις θέσεις του Μπλύχερ!

Ο Ουέλλινγκτον υποχώρησε στο ύψωμα Μόντ-Σαίν-Ζάν, νότια τοu Βατερλώ, ελπίζοντας στην άφιξη του Μπλύχερ, αποφασισμένος να κρατήσει ως τον τελευταίο άνδρα. Προσπαθώντας να κερδίσει χρόνο διέταξε μία επίθεση ιππικού, η οποία όμως συνετρίβη από τους Γάλλους λογχοφόρους. Μέχρι τις 18:00 η μάχη συνεχιζόταν αμφίρροπη όταν, μετά την ανικανότητα του Γκρουσσύ, ο Νεϋ διέπραξε το δεύτερο και τελευταίο του σφάλμα.

Παρατηρώντας μια αναδίπλωση των δυνάμεων του Ουέλλινγτον ο οποίος προσπαθούσε να αποφύγει τα πυρά του γαλλικού πυροβολικού, συμπέρανε ότι οι εχθρικές γραμμές είχαν διασπαστεί. Πιστεύοντας ότι η μάχη είχε πλέον κριθεί, άδραξε την ευκαιρία για να ξεπλύνει την προηγούμενη αποτυχία του, ενήργησε αυτοβούλως διατάζοντας μία επέλαση ιππικού το οποίο κατασφαγιάσθηκε από τα πυρά των άγγλων τυφεκιοφόρων. Ο Ναπολέων έμεινε να κοιτά αποσβολωμένος την άδικη σφαγή των θωρακοφόρων του, αναζητώντας απελπισμένα τις ενισχύσεις του Γκρουσύ. Η ώρα είχε πάει 19.00 και αν υπήρχε ακόμα κάποια πιθανότητα νίκης την οποία θα μπορούσε να εκμεταλλευτεί ο Ναπολέων αυτή ήταν μία επίθεση πεζικού η οποία θα απαγκίστρωνε οριστικά τον Ουέλλινγκτον από τον λόφο του Μόντ-Σαίν-Ζάν. Η επίθεση αποκρούσθηκε με επιτυχία από τους Βρετανούς πεζικάριους και μέσα στα λίγα επόμενα εφιαλτικά λεπτά ο Ναπολέων, αντί για τον Γκρουσύ, είδε να τον πλησιάζουν οι δυνάμεις του Μπλύχερ!

Από εκείνη τη στιγμή και μετά, μέσα στο σκοτάδι που έπεφτε, το όλo σκηνικό θύμιζε την απόλυτη σύγχυση: κανείς δεν γνώριζε τι συμβαίνει, οι διοικητές δεν γνώριζαν τι να πράξουν, η επίθεση είχε πάψει να συντονίζεται και άρχισε να καταρρέει Ο Γκρουσύ δεν θα συνειδητοποιούσε τίποτα από όλα αυτά. Αντί να σπεύσει προς το μέρος των κανονιοβολισμών που ακούγονταν από το Βατερλώ, εκείνος συνέχισε την άχρηστη περιπλάνησή του ψάχνοντας τον Μπλύχερ ο οποίος εκείνη τη στιγμή έπληττε αλύπητα το εκτεθειμένο πλευρό των Γάλλων, γέρνοντας οριστικά την πλάστιγγα της νίκης υπέρ του Ουέλλινγκτον, ο οποίος μέχρι εκείνη τη στιγμή υποχωρούσε…

Η τελευταία πράξη του δράματος παίχτηκε λίγες μέρες αργότερα από τον πιστό Νταβού στον οποίο είχε ανατεθεί η ευθύνη της άμυνας του Παρισιού. Συγκεντρώνοντας όλες τις διαθέσιμες δυνάμεις, κατόρθωσε να αποκρούσει τον Μπλύχερ στις πύλες της γαλλικής πρωτεύουσας, έως ότου πληροφορήθηκε την είδηση της σύλληψης του αυτοκράτορα.

Είναι αλήθεια ότι ακόμα και το Βατερλώ θα μπορούσε εύκολα να είχε καταλήξει σαν μία ακόμα νίκη για τον Κορσικανό αυτοκράτορα, κάνοντας την σύγχρονη ιστορία αγνώριστη. Αν ο Μπερτιέ τον είχε ακολουθήσει στη θέση του Σούλτ και αν είχε δεχτεί τον Νταβού στη θέση του Νέϋ, ο όρος «Μεγάλη Βρετανία» ίσως να ήταν ανύπαρκτος και η μετέπειτα Ευρωπαϊκή ιστορία θα ακολουθούσε πρακτικά την πορεία ενός ευρύτερου «Φράγκικου» ηπειρωτικού πολιτισμού, χωρίς τους δύο παγκοσμίους πολέμους.

Όλη αυτή η “Ιστορική Επανάσταση”, παρόλο που θα έφερε τελικά την υπογραφή του Ναπολέοντα, θα ήταν ουσιαστικά έργο των στραταρχών του. Διότι έτσι και μόνο έτσι γράφεται η ιστορία: στο όνομα των Μεγάλων, αλλά με την συμβολή, θετική ή αρνητική, των Μικρών.

 

 

 

ΟΙ ΣΤΡΑΤΑΡΧΕΣ

 

Λοϋί Νικολά Νταβού (Louis-Nicolas Davout, 1770-1823)

Καταγόταν από παλιά, αλλά ξεπεσμένη οικογένεια ευγενών και τάχθηκε ανεπιφύλακτα υπέρ της επανάστασης. Υπήρξε στενός φίλος των Λάν, Μπεσσιέρ και Ντεσσαί, από τους οποίους ο τελευταίος ήταν εκείνος ο οποίος παρουσίασε τον Νταβού στον Βοναπάρτη με επαινετικά λόγια. Ακολούθησε τον Ναπολέοντα στην Αίγυπτο και μετά την φυγή του αρχηγού του από εκεί (1800) στάθηκε αδιάλλακτος στην παράδοση των καταλοίπων της γαλλικής στρατιάς. Το 1801 ηγήθηκε του γαλλικού ιππικού στην Ιταλία. Το 1804 ήταν ο νεότερος σε ηλικία στρατάρχης, διακριθείς σε πληθώρα κρίσιμων μαχών. Στην μάχη του Άουερσταντ, 14 Οκτωβρίου 1806, με έναν τακτικό ελιγμό ο οποίος πέρασε για πάντα στα στρατιωτικά χρονικά, κατάφερε να κυκλώσει τις διπλάσιες πρωσσικές δυνάμεις και να καταγάγει την λαμπρή νίκη η οποία επέτρεψε στον Ναπολέοντα να κατακτήσει το Βερολίνο. Του ανετέθη ο ρόλος του τοποτηρητή της Πολωνίας και τότε ήλθε για πρώτη φορά σε σύγκρουση με τον Ναπολέοντα, αποτέλεμα της παρέμβασης της ερωμένης του αυτοκράτορα, κόμμισας Βαλέφσκυ, η οποία τον έπεισε παρασκηνιακά να λάβει αποφάσεις που θα ευνοούσαν το πολωνικό έθνος. Το 1812 ανέλαβε την οργάνωση των 500.000 ανδρών της Μεγάλης Στρατιάς για την εκστρατεία στην Ρωσία, όπου και πάλι συγκρούσθηκε με τον Ναπολέοντα όταν διαφώνησε ως προς την σκοπιμότητα μίας τέτοιας επιχείρησης. Χάρη στην ανδρεία του κέρδισε τον θαυμασμό των ανδρών του, οι οποίοι τον αποκαλούσαν «Σιδηρού Στρατάρχη», αλλά ο απότομος και οξύθυμος χαρακτήρας του τον καθιστούσε αντιπαθή ανάμεσα στους ομοιόβαθμούς του οι οποίοι συχνά τον υπονόμευσαν.
Το 1813 κατόρθωσε να κρατήσει υπό γαλλική κατοχή το πολιορκημένο Αμβούργο επί ένα έτος, ενώ ο Ναπολέων είχε ήδη παραδοθεί. Επιστρέφοντας στην Γαλλία αρνήθηκε να ορκισθεί πίστη στην μοναρχία όπως οι περισσότεροι στρατάρχες, παραμένοντας πιστός στον Ναπολέοντα, λόγος για τον οποίον απομακρύνθηκε από κάθε αξίωμα και προνόμιο. Μετά την επάνοδο του Βοναπάρτη, προσέφερε άμεσα τις υπηρεσίες του και εκείνος του ανέθεσε την θέση του Υπουργού Αμύνης –ένα μοιραίο σφάλμα, όπως αποδείχθηκε εκ των υστέρων, αφού η παρουσία του στο πεδίο μάχης του Βατερλώ θα είχε αποτρέψει πολλά από τα σφάλματα που διαπράχθηκαν από τους Νεϋ και Γκρουσύ. Μετά την ήττα αγωνίστηκε να σώσει το Παρίσι, επιτυγχάνοντας να απωθήσει τις εμπροσθοφυλακές του Μπλύχερ, αλλά υποχρεώθηκε να το εγκαταλείψει στις 3 Ιουλίου 1815, όταν πλέον πληροφορήθηκε ότι ο Ναπολέων είχε παραδοθεί. Στη συνέχεια ιδιώτευσε περνώντας μία δύσκολη και στερημένη ζωή, έως ότου το 1817 διορίσθηκε δήμαρχος σε προάστειο του Παρισιού. Παρά τα επαινετικά λόγια του προς το πρόσωπό του μετά την επάνοδό του από την Έλβα, ο Ναπολέων δεν αναγνώρισε τις υπηρεσίες του, χαρακτηρίζοντάς τον στα απομνημονεύματά του ως αναξιόπιστο επιτελή του!!! Όλοι οι ιστορικοί ωστόσο, εξαίρουν τον Νταβού ως στρατηγικό και διοικητικό πνεύμα ανώτερο του Ναπολέοντα. a success but the b

Λουί Αλεξάντρ Μπερτιέ (Louis Alexandre Berthier, 1753-1815)

Απόγονος φιλοβασιλικής οικογένειας, ταλαντούχος μαθηματικός και γεωγράφος, σταδιοδρόμησε από 17 ετών ως αξιωματικός του μηχανικού. Απεδείχθη ο κυριότερος διοικητικός και οργανωτικός νους πίσω από τις επιτυχίες του Ναπολέοντα, ο οποίος εξεπλάγη από την ικανότητά του να αναλύει τις πολυπλοκότερες αναπτύξεις στρατευμάτων και να διεκπεραιώνει μόνος του ολόκληρο τον εφοδιασμό του στρατού, προσόντα που του χάρισαν την θέση του επιτελάρχη. Πολλοί τον αποκαλούσαν “σκιά του Ναπολέοντα”, αφού σε μία περίπτωση τον κάλεσε να παρουσιαστεί μπροστά του 17 φορές κατά τη διάρκεια μίας νύκτας για να συντονίσει τις προετοιμασίες των επιχειρήσεων της επόμενης μέρας! Οι σχέσεις τους ωστόσο ήλθαν σε ρήξη κατά την διάρκεια της εκστρατείας στην Ρωσία και ο Μπερτιέ αποχώρησε οριστικά από το πλευρό του αυτοκράτορα μετά την πτώση της Γαλλίας.

Μετά την επάνοδο από την Έλβα, ο Ναπολέων τον προσκάλεσε πάλι να προσφέρει τις υπηρεσίες του, αλλά εκείνος δεν παρουσιάστηκε. Λίγο αργότερα βρέθηκε νεκρός, μετά από πτώση από ένα παράθυρό του πύργου του. Αν και ο θάνατος έμοιαζε με αυτοκτονία οι υποψίες εστιάσθηκαν σε δύο πιθανές αιτίες δολοφονιάς: είτε κάποια προσωπική οικογενειακή υπόθεση (αντιζηλία μεταξύ συζύγου και ερωμένης) ή δολοφονία από άτομα του βασιλικού κύκλου προκειμένου να στερήσουν από τον Ναπολέοντα εκείνο το πρόσωπο το οποίο ο ίδιος χαρακτήρισε ως τον πολυτιμότερο βοηθό του. 

 

 

Εμμανουέλ Γκρουσύ - Emmanuel Grouchy (1766-1847)

Καταγόταν από πλούσια οικογένεια και ακολουθεί στρατιωτική καρριέρα στο ιππικό. Κατά την επανάσταση ακολουθεί το νέο πνεύμα και αποστέλλεται σαν διοικητής της στρατιάς των Αλπεων το 1792 και κατόπιν υποδιοικητής ενάντια στην επαναστατημένη Βανδέα. Παρά την αφοσίωσή του το 1973 απολύεται απ τον στρατό σαν γόνος ευγενών αλλά το 1795 τον επαναφέρουν σαν αξιόλογο στρατιωτικό στοιχείο στον πόλεμο κατά της Αυστρίας .  Είναι πάντα πιστός στον Ναπολέοντα αλλά δεν τον εκτιμά ιδιαίτερα εκείνος. Το 1809 στην εκστρατεία της Γερμανίας βρίσκεται υποδιοικητής στο πλευρό του Ευγένιου Μπωαρναί , θετού γιού του Ναπολέοντα από την Ιωσηφίνα. Στην Ρωσία στο Μποροντίνο έχει την καλλίτερη ποτέ του επίδοση όπου επικεφαλής του ιππικού ανακόπτει συχνά τις κοζάκικες επιθέσεις αποσπώντας την ευμένεια του Κορσικανού. Ωστόσο όταν του ζητά μετάθεση στο πεζικό όπου θα μπορούσε να προαχθεί εκείνος του αρνείται. Το1814 ακολουθεί ολοπρόθυμα τον Ναπολέοντα όπου και αποφασίζει να τον κάνει στρατάρχη αλλά τελικά αποβαίνει ο πλέον καταστροφικός παράγοντας στην ήττα του Βατερλώ. Καταφεύγει στην Αμερική αλλά επιστρέφει το 1821 όταν ο Λουδοβίκος 18ος δέχεται να του επιστρέψει τους τίτλους ευγενείας του αλλά κρατιέται πάντα εκτός στρατού.

Μισέλ Νεϋ (Michel Ney, 1769-1815)

Εγκατέλειψε σε νεαρή ηλικία το εργαστήριο βαρελοποιείας του πατέρα του για να καταταγεί εθελοντής στο πλησιέστερο σύνταγμα πεζικού. Σε όλη του τη σταδιοδρομία θα διακρινόταν επανειλειμμένως για πράξεις γενναιότητας, αλλά και έλλειψης στρατηγικού πνεύματος -πολλοί ήταν εκείνοι ωστόσο, οι οποίοι υποστήριξαν ότι οι πρώτες ήταν περισσότερο αποτέλεσμα…απερισκεψίας! Ο Ναπολέων εκτίμησε την ορμητικότητά του και τον προήγαγε σε στρατάρχη, αν και αναγκαζόταν πάντοτε να τον επιτηρεί στενά. Ωστόσο σε άλλες περιπτώσεις η παρόρμησή του κέρδιζε μάχες. Επικεφαλής της οπισθοφυλακής κατά την υποχώρηση από την Ρωσία επέδειξε αξιοθαύμαστη γενναιότητά και ηρωισμό, απωθώντας τις επανειλημμένες και υπεράριθμες επιθέσεις των Ρώσων, κερδίζοντας την επωνυμία «Ο Γενναίος των Γενναίων».
Μετά την παραίτηση του Ναπολέοντα, ο Νέϋ διήλθε μία προσωπική κρίση, από την οποία δεν φαίνεται να ανέκαμψε ποτέ. Εκμεταλλευόμενοι τον αυθορμητισμό και την συνήθη απερισκεψία του, οι συνάδελφοί του τον υπέβαλλαν σε μία “πλύση εγκεφάλου” κατά του Βοναπάρτη και τον χρησιμοποίησαν σαν μεσάζοντα για να ανακοινώσει στον αυτοκράτορα την ανάγκη παραίτησής του. Στην συνέχεια τον έπεισαν να ορκισθεί πίστη στον Λουδοβίκο 18ο, αν και αντιπαθούσε την βασιλεία. Παρότι διατήρησε τον βαθμό του, ο βασιλιάς τον απομάκρυνε από τους βασιλικούς κύκλους και τα αξιώματα. Το πιθανότερο ήταν ότι όλοι είχαν σχηματίσει γνώμη για την επιπολαιότητά του, για αυτό και μετά την επάνοδο του Ναπολέοντα, ο παμπόνηρος Σούλτ του ανέθεσε την σύλληψη του έκπτωτου αυτοκράτορα. Υπό την χλευαστική σιωπή του Λουδοβίκου, ο Νεϋ εκφώνισε έναν στεντόριο λόγο κατά του «…σφετεριστή Βοναπάρτη» και υποσχέθηκε να τον παρουσιάσει μπροστά του σιδηροδέσμιο. Ακούγοντας την αλαζονική δήλωση, ο Λουδοβίκος σιγομουρμούρισε: «Μίλησε ο πιο Βλάκας των Γενναίων!».

Στην διαδρομή πρός την Λυόν τα πράγματα αποδείχθηκαν ιδιαίτερα δύσκολα για τον αναποφάσιστο Νεϋ ο οποίος παρατηρούσε αποσκιρτήσεις στρατιωτών υπέρ του Βοναπάρτη και έναν έντονο λαϊκό ενθουσιασμό υπέρ του εξόριστου αυτοκράτορα.

Άρχισε να αμφιβάλλει για την νομιμοφροσύνη των ανδρών του και, αμφιταλαντευόμενος και ο ίδιος, τη μία μέρα υπενθύμιζε στους άνδρες του το χρέος τους να τον συλλάβουν, ενώ την επομένη τους προέτρεπε να παραδοθούν στον Ναπολέοντα! Όταν τελικά τον αντίκρισε μπροστά του, προσπάθησε να δικαιολογηθεί:

«Ότι έκανα το έκανα για την Γαλλία, Μεγαλειότατε!».

«Κι εγώ το ίδιο, Νεϋ», του απάντησε μισο-ειρωνικά ο Ναπολέων.

Τον δέχθηκε στο επιτελείο του και στο Βατερλώ του ανέθεσε την τακτική διοίκηση του στρατεύματος, κάτι για το οποίο θα μετάνιωνε πικρά. Μετά την ήττα ο Νεϋ φαινόταν να έχει χάσει κάθε συναίσθηση των όσων συνέβαιναν γύρω του, αφού επέστρεψε στον Λουδοβίκο νομίζοντας ότι θα μπορούσε να δικαιολογήσει την στάση του. Δικάστηκε με την κατηγορία της προδοσίας κατά του βασιλέα και εκτελέστηκε στις 7 Δεκεμβρίου 1815. Παρανοϊκά γενναίος μέχρι τον θάνατο, ο Νεϋ αρνήθηκε να του δέσουν τα μάτια και έδωσε προσωπικά την διαταγή στο  εκτελεστικό απόσπασμα: «Άνδρες, σημαδέψτε στην καρδιά!». Ο Ναπολέων δεν παρέλειψε να αναφέρει ότι επρόκειτο για έναν «…γενναίο τρελό τον οποίον τελικά κανείς δεν έκλαψε»!

 

Ζάν Σούλτ (Jean Soult, 1769-1851)

Γιός φτωχού συμβολαιογράφου, εγκατέλειψε το γραφειοκρατικό επάγγελμα του πατέρα του για να εγγραφεί στην Στρατιωτική Ακαδημία και με τον πρώτο του μισθό έσωσε την οικογένειά του από την πτώχευση, γεγονός που τον έκανε από πολύ μικρό να αγαπήσει τα πλούτη και τα αξιώματα.
Το 1804 με τον βαθμό του στρατάρχη, ακολούθησε τον Ναπολέοντα στις μάχες κατά των Αυστριακών και το 1813 στην Ισπανία, κέρδισε ακόμα και την εκτίμηση των αντιπάλων του, προσπαθώντας να ανακόψει την προέλαση των Άγγλων οι οποίοι υπερτερούσαν σε αναλογία 4:1. Η πτώση του 1814 τον βρήκε περικυκλωμένο στην Τουλούζη να ανθίσταται με τους 25.000 άνδρες του εναντίον των 100.000 του Ουέλλινγκτον, όπου και παραδώθηκε όταν πληροφορήθηκε την παραίτηση του αυτοκράτορα. Στο Βατερλώ ωστόσο, ως επιτελάρχης, δεν επέδειξε καμία από τις μαχητικές αρετές του, συμβάλλοντας στην τελική ήττα με την αποκαρδιωτική έλλειψη πρωτοβουλίας και τον κακό συντονισμό των ενεργειών του. Μετά την ήττα επέστρεψε στην Γαλλία, όπου έζησε στον πύργο του απολαμβάνοντας τα πλούτη του. Δεν έγινε ποτέ γνωστό γιατί ο Λουδοβίκος 18ος ανέθεσε σε αυτόν την θέση του Υπουργού Αμύνης, αλλά έκτοτε ο Σούλτ θα επιδείξει μιά μοναδική ικανότητα να προσκολλάται σε υψηλά αξιώματα μέχρι το τέλος της σταδιοδρομίας του. Παρά τις διακυμάνσεις της πολιτικής ζωής στην Γαλλία, ο Σούλτ κατόρθωσε να θεωρείται βοναπαρτικός ή αντι-βοναπαρτικός, ανάλογα με τις περιστάσεις και να αναλαμβάνει διάφορες ανώτερες πολιτικές θέσεις. Παρά την αποτυχία του στο Βατερλώ, ο Ναπολέων θα τον θυμάται στα απομνημονεύματά του σαν έναν έξοχο επιτελικό, αλλά και ο Σούλτ θα θυμόταν τον Ναπολέοντα σαν έναν ακόμα από τους τόσους και τόσους που χρησιμοποίησε για την δική του ανοδική πορεία…

 

Ζάν Μπατίστ Μπεσσιέρ (Jean Baptiste Bessiθres, 1768-1813)

Με υψηλό πατρωτικό φρόνημα και ωθούμενος από τους στίχους της Μασσαλιώτιδας, εγκατέλειψε τις ιατρικές του σπουδές για να καταταγή στον στρατό το 1792, τη στιγμή που η Γαλλία απειλείτο από παντού. Μαζί με την ομάδα των Λάν, Ντεσσαί και Νταβού, στήριξαν τον Ναπολέοντα σε όλες τις εκστρατείες του. Ανδραγάθησε στην Αίγυπτο, αλλά και στις μετέπειτα περιπέτειες στην Συρία, όπου κατέφυγαν τα υπολείματα του γαλλικού στρατού μετά την φυγή του Ναπολέοντα.
 Στο Βαγκράμ μία βολίδα τον έριξε στο έδαφος και οι άνδρες του θεωρώντας τον νεκρό, άρχισαν να τον θρηνούν. Οταν συνήλθε, ο Ναπολέων εξέφρασε την συγκίνησή του για εκείνο το περιστατικό που έκανε τους πάντες να κατανοήσουν πόσο απαραίτητος ήταν αυτός ο άνθρωπος και πόσο θα κόστιζε η απώλειά του στο στράτευμα. Μαζί με τον Μυρά θεωρείτο ένας από τους καλύτερους διοικητές ιππικού της γαλλικής στρατιάς. Τελικά η μοιραία βολή ήλθε την 1η Μαϊου του 1813, στη μάχη του Λύτσεν, όταν μία οβίδα τον κτύπησε κατάστηθα. Εκείνη τη φορά ο Ναπολέων τον θρήνησε πραγματικά, μαζί με ολόκληρη την Ανακτορική Φρουρά. Η σωρός του βρίσκεται στο Γαλλικό Πάνθεον.

Ζάν Λάν (Jean Lannes, 1769-1809)

Κατετάγη το 1792 ως υπαξιωματικός για να απαντήσει στο κάλεσμα της σωτηρίας της πατρίδας, όπου και γνωρίστηκε με τον Ναπολέοντα. Αποστρατεύθηκε κατά τις εκκαθαρίσεις του 1795, αλλά ο Κορσικανός φίλος του τον επανέφερε στην υπηρεσία με τον προηγούμενο βαθμό του.
Στην Ιταλία, παρά τα πολλαπλά του τραύματα, ανδραγάθησε και προήχθη σε ταξίαρχο. Έκτοτε ο Ναπολέων και ο Λάν έγιναν στενοί φίλοι και συνεργάτες. Υπήρξε ίσως ο μοναδικός πραγματικός φίλος που είχε ποτέ ο Ναπολέων, ανεχόμενος όλες τις ιδιοτροπίες του. Διακρίθηκε πάλι στην εκστρατεία της Αιγύπτου και στο κίνημα εναντίον του Μπαρράς στάθηκε στο πλευρό του Ναπολέοντα, βοηθώντας τον να αναλάβει την εξουσία της Γαλλίας. Το 1804 προήχθη σε στρατάρχη και μέχρι το 1809 παρέμεινε στην Ισπανία, πολεμώντας σε δεκάδες μάχες. Ατρόμητος και μαχόμενος πάντοτε από την πρώτη γραμμή, εξέθετε συχνά τον εαυτό του σε κινδύνους, έως ότου στη μάχη του Άσπερν-Έσλινγκ, 22 Μαϊου 1809, μία οβίδα του έκοψε τα πόδια. Ο Ναπολέων, με δάκρυα στα μάτια και πνιγμένη φωνή, βρέθηκε από πάνω του για να ακούσει τα τελευταία λόγια του:

«Λαν, με αναγνωρίζεις; Είμαι ο Βοναπάρτης, ο φίλος σου!».

«Ναι, Μεγαλειότατε, χάνετε τον καλύτερο φίλο σας…»

 

 

 

Ο θάνατος του Γάλλου «Αίαντα», όπως επωνομάστηκε, επήλθε μόνο μετά από έξι ημέρες αφόρητων πόνων. Ο Ναπολέων θρήνησε την απώλεια ενός εξαίρετου στρατιώτη και ενός αληθινού φίλου. Ήταν ο πρώτος Γάλλος στρατάρχης ο οποίος σκοτώθηκε στο πεδίο της μάχης. Το λείψανό του φυλάσσεται σήμερα στο Γαλλικό Πάνθεον.

Γιοακίμ Μυρά (Joachim Murat, 1767-1815)

Αναμφίβολα η πλέον εξέχουσα φυσιογνωμία των στραταρχών του Ναπολέοντα. Μαζί με τους Νταβού και Νεϋ αποτελούσαν την τριάδα των “Στραταρχών Εφόδου” του Ναπολέοντα, αναλαμβάνοντας πάντοτε τις δυσκολότερες θέσεις στο πεδίο της μάχης. Γιός μίας 12μελούς οικογενείας ταβερνιάρηδων από την Τουλούζη, ο Μυρά αναδείχθηκε σε έναν γοητευτικό και θρασύτατο νεαρό, έτοιμο για καυγά στην πρώτη ευκαιρία.
Σε μία περίπτωση τραυμάτισε βαριά ένα παιδί και το έσκασε από το σχολείο και το σπίτι του, καλπάζοντας πάνω σε ένα “ψωράλογο”, για να καταταγεί στο πρώτο σύνταγμα ιππικού που βρέθηκε μπροστά του [1].

 Εκεί όμως ενεπλάκη σε μία ανταρσία και απεβλήθη, με αποτέλεσμα να επιστρέψει στο σπίτι του για να ασχοληθεί με την αρτοποιϊα! Το 1791 κατετάγη πάλι εθελοντικά ως απλός στρατιώτης και εξελίχθηκε σε ένθερμο αντιβασιλικό επαναστάτη. Έλαβε μέρος στο κίνημα του Μπαρράς εναντίον της Βουλής και με μία ηρωική επέλαση κατάφερε να καταλάβει τα 50 πυροβόλα που απειλούσαν τους κινηματίες του Βοναπάρτη. Μετά την ανδραγαθία του αυτή, ο Ναπολέων τον προήγαγε σε ταξίαρχο και ακολούθησε τον αυτοκράτορα στις εκστρατείες της Ιταλίας και της Αιγύπτου, όπου ανέδειξε και πάλι τις μαχητικές του ικανότητες. Σε μία έφοδό του στη μάχη του Αμπουκίρ (25 Ιουλίου 1799) έκοψε με μία κίνηση τα δάκτυλα του αρχηγού των Μαμελούκων, ενώ την επόμενη στιγμή δέχθηκε μία εχθρική βολίδα η οποία διαπέρασε τις παρειές του –ένα τραύμα το οποίο κατέστρεψε λίγο την γοητεία του, αλλά συνέβαλλε έντονα στην δημοτικότητά του! Το 1800 υποστήριξε ένθερμα τον Ναπολέοντα στην αναρρίχισή του στην εξουσία και συνδέθηκε ερωτικά με την αδελφή του, Καρολίν, την οποία νυμφέύθηκε με τις ευλογίες του ίδιου του αυτοκράτορα. Το 1804 προήχθη σε στρατάρχη. Υπήρξαν αρκετές στιγμές απειθαρχείας και συγκρούσεων με τον Ναπολέοντα, αλλά η συμβολή του στην νίκη του Αούστερλιτς έκανε τα πάντα να ξεχαστούν.

 Στο πεδίο της μάχης ηγείτο προσωπικά των ανδρών του, πάντοτε υπερήφανος, αλαζονικός και καλοντυμένος, με το ξίφος στο χέρι. Το 1808, με πίεση της Καρολίν, ο Ναπολέων προσέφερε στον Μυρά το βασίλειο της Νάπολης αναμένοντας από αυτόν να λειτουργήσει ως πιόνι της γαλλικής εξωτερικής πολιτικής. Ο Μυρά προσπάθησε να διασώσει τον θρόνο του από την επιβουλή της Αυστρίας, αλλά τελικά, παρά τις προσπάθειές του, οι Αυστριακοί ανακατέλαβαν την ιταλική χερσόνησο και ο Γάλλος στρατάρχης έχασε το στέμμα του. Ακολούθησε τον Ναπολέοντα στην εκστρατεία της Ρωσίας και η μετωπική επέλαση των 15.000 ιππέων του εναντίον του ρωσικού πεζικού στη μάχη του Μποροντίνο θα παραμείνει θρυλική στην ιστορία, δικαιώνοντας την επωνυμία του «Το καλύτερο σπαθί της Αυτοκρατορίας». Το 1815, καθώς ο Ναπολέων επέστρεφε από την Ελβα, ο Μυρά, συνοδευόμενος από 600 μισθοφόρους, επιχειρούσε την δική του απόβαση στην Νάπολη σε μία τελευταία προσπάθεια να ανακτήσει το βασίλειό του. Συνελλήφθη από τους Αυστριακούς και στις 13 Οκτωβρίου 1815 στάθηκε μπροστά στο εκτελεστικό απόσπασμα. Πάντοτε γοητευτικός και αλαζόνας μέχρι το τέλος, παρακάλεσε τους στρατιώτες να μην τον πυροβολήσουν στο πρόσωπο!

[1] Η εικόνα μας είναι γνωστή: την διαβάζουμε στους «Τρεις Σωματοφύλακες» του Α. Δουμά  ο οποίος  ενεπνεύσθη την αρχή του έργου και τον ήρωα Ντ’ Αρτανιάν, από το συγκεκριμένο περιστατικό της ζωής του Μυρά. Λέγεται μάλιστα ότι όλο το έργο ήταν εμπνευσμένο από την ζωή των στρατηγών του Ναπολέοντα με τις εξής αντιστοιχίες: Ντ’ Αρτανιάν=Μυρά, Πόρθος=Λάν, Άθως=Μπεσσιέρ, Άραμης=Ντεσσαί, Ρισελιέ=Ταλλεϋράνδος. Ο Δουμάς ήταν οπαδός του Ναπολέοντα, αλλά έζησε την εποχή της μοναρχίας, όπου υπήρχε έντονη λογοκρισία, οπότε το όλο έργο αποτελούσε την συγκάλυψη ενός φιλο-βοναπαρτικού μηνύματος σε όσους θυμόντουσαν ακόμα τα πρόσωπα και τις εποχές του 1790-1800.

 

Ζάν Μπατίστ Ζύλ Μπερναντότ - Jean Baptiste Jules Bernadotte (1763 – 1844)

Εντάσσεται στον γαλλικό στρατό στον πόλεμο κατά της Αυστρίας επί Λουδοβίκου το 1780 και μετά στην επανάσταση είναι φανατικός αντιβασιλικός και προβιβάζεται σε λοχία. Το 1975 όμως είναι φίλος του Μπαρράς πράγμα που τον ανεβάζει γρήγορα στην ιεραρχία κι αργότερα με τον Ωγκερώ είναι οι δύο πλέον αντι-βοναπαρτικοί στρατηγοί. Χάνει τη θέση του από το πραξικόπημα του Ναπολέοντα και μετατίθεται στην στρατειά του Ρήνου. Η σχέση του όμως με την Ντεζιρέ, πρώην αρραβωνιαστικιά του Ναπολέοντα που τελικά τον παντρεύεται δημιουργεί για πάντα μια ‘ισχυρή’ σχέση με τον Κορσικανό η οποία βασίζεται σε μεσολαβίσεις της Ντεζιρέ υπέρ του Μπερναντότ, μια Ντεζιρέ που φαίνεται να συγκινεί πάντα τον Ναπολέοντα παρά τον χωρισμό τους. Ωστόσο η αδελφή της Ζουλιέτ παντρεύεται τον Ζοζέφ Μποναπάρτε, οπότε ο Μπερναντότ μπαίνει πιά στον οικογενειακό κύκλο του Ναπολέοντα.
 Ετσι το 1797 ανακαλείται απ τον Βοναπάρτη στην εκστρατεία της Ιταλίας για να γίνει δεκτός τελικά και στην λίστα των στραταρχών το 1804. Στη ταυτόχρονη μάχη της Ιένα και Αουερστάντ ο Βοναπάρτης δεν μένει ευχαριστημένος απο αυτόν κι αργότερα στο Βαγκράμ έρχεται η οριστική ρήξη, του αφαιρείται μεν η διοίκιση άν όχι κι ο τίτλος, μάλλον χάρις σε κάποια επέμβαση και πάλι της Ντεζιρέ. Η καλή του συμπεριφορά πρός τους Σουηδούς αιχμαλώτους και η πολιτική στροφή της Σουηδίας πρός το φιλο-γαλλικό στρατόπεδο αλλάζουν δραματικά την μελλοντική του εξέλλιξη καθώς του προτείνεται η θέση του διαδόχου του Σουηδικού θρόνου ( 1812) που παραμένει κενή. Ο Ναπολέων εγκρίνει την τοποθέτηση αυτή με διάθεση ίσως και να απαλλαγεί απο αυτόν, εξ άλλου δεν τον χρησιμοποιεί στρατιωτικά.  Ο Μπερναντότ παίρνει ζεστά τον νέο του ρόλο και έρχεται η στιγμή που αλλάζει στρατόπεδο και συμμετέχει ακόμα και στην ιερά συμμαχία των εχθρών της Γαλλίας, παίρνοντας μάλιστα μέρος στην κατοχή του Παρισιού μαζί με Αγγλους, Ρώσους, Πρώσους κι Αυστριακούς ενώ τα πλήθη τον βρίζουν προδότη.
 Το μέλλον του είναι εντελώς διαφορετικό από εκείνο όλων των άλλων στραταρχών : Θα ανέλθει στο θρόνο σαν Κάρολος 9ος Βασιλιάς Σουηδίας και Νορβηγίας κι από αυτόν και τη Ντεζιρέ θα προκύψει μια οικογένεια της οποίας οι απόγονοι ζούν υπό το στέμμα σημερινών κρατών στην Ευρώπη με μέλη  στην Σουηδική, Ολλανδική, Βελγική και Λουξεμβουργιανή αυλή.  Η ειρωνία είναι ότι ετάφη μαζί φυσικά με το ανεξίτηλο τατουάζ που έφερε στο στήθος από τον καιρό που ήταν λοχίας της επανάστασης, που έγραφε : ‘Θάνατος στους βασιλιάδες ‘ ! !

 

Σάρλ Μωρίς Ταλλεϋράν , Charles-Maurice de Talleyrand (1754-1838)


 

Καμμία ιστορία για την Ναπολεόντεια εποχή δεν είναι πλήρης χωρίς την μνεία του Σάρλ-Μωρίς Ταλλεϋράν (1754-1838). Ενα κουτσό παιδί που η αριστοκρατική του οικογένεια έστειλε με το ζόρι να γίνει ιερέας αφού δεν μπορούσε να γίνει αξιωματικός κατάντησε ο μεγαλύτερος στην ουσία στρατηλάτης στο διπλωματικό πεδίο κι έμελλε να κερδίσει πίσω για την κατανικημένη Γαλλία του 1814, πολλά απ όσα ο Ναπολέων έχασε ή δεν κατόρθωσε να σώσει.  

Στα 21 αποφοιτά από την ιερατική σχολή, το 1780 ηγείται επισκοπής και αποστέλλεται σαν εκκλησιαστικός εκπρόσωπος στην τότε Βουλή, υπό την προεδρεία του βασιλιά. Εκεί ο νεαρός ιερωμένος, που πάσχιζε πάντα να ξεφύγει από την ιδιότητα στην οποία τον εξανάγκασε η οικογένειά του, επιδίδεται σε ένα φοβερό αγώνα προσκόλλησης στους ισχυρούς που θα μπορούσαν να τον βοηθήσουν σε μια πολιτική ανάδειξη. Τότε αναπτύσσει μία θαυμάσια τεχνική παρασκηνίου που τον διαμόρφωσε για πάντα : Είναι με όλους τους εκάστοτε δυνατούς ενώ εργάζεται επίπονα για να προβλέψει, είτε και για να προκαλέσει την επόμενη διάδοχη κατάσταση στην οποία θα προσκολληθεί. Αντί να είναι δειλός απέναντι στο γυναικείο φίλο κατακτά πολλές κυρίες τις οποίες χρησιμοποιεί σαν μυστικους πράκτορες στο παιχνίδι αυτό της αιώνιας καμαρίλλας. Στην επανάσταση είναι με το μέρος των λίγων ιερέων που αποστάτησαν από την παπική γραμμή, συντάσσεται με τον λαό καί είναι λίγο γνωστό οτι είναι ο συγγραφέας του 6ου άρθρου της Διακύρηξης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου της Γαλλικής Επανάστασης. Η ικανότητα του στη παρασκηνιακή δράση εντυπωσιάζει πολλους πράγμα που τον κάνει απαραίτητο στα πολιτικά σαλόνια και φυσικά δεν λείπει από την ομάδα που υποστηρίζει τον Μπαρράς κι είναι φίλος των Μποναπάρτε, φαίνεται δε ότι πήρε μέρος στο πραξικόπημα που ανέβασε τον Ναπολέοντα κι έρριξε τον Μπαρράς αφού μετά ο κορσικανός του χαρίζει ανώτατη θέση στο διπλωματικό σώμα.Για την δράση του αυτή στο πολιτικό παρασκήνιο του αποδόθηκε το περίφημο ρητό : ‘Αφού ο λαός είναι σε θέση να χάψει τα όσα του λέμε τότε και σε μάς δεν απομένει παρά να του κατασκευάζουμε τα γεγονότα’.

 Οι δυνατότητες του Ταλλεϋράν μοιραία έγιναν ξακουστές και στις αυλές των άλλων μοναρχών και εχθρών του Ναπολέοντα. Ο Ταλλευράνδος χειρίζεται την κατάσταση και πρός δικό του ώφελος αλλά και με σκοπό να προφυλάξει την Γαλλία από τα δύσκολα μονοπάτια που την οδηγάει η αμυαλη στάση του Αυτοκράτορά του. Είναι ο μόνος που συλλαμβάνει ένα τερατώδες σχέδιο, αντάξιο της προσωπικότητάς του. Προτείνει κρυφά στον Ναπολέοντα μία συμμαχία με την … Αγγλία εναντίον Ρωσίας, Αυστρίας, Γερμανίας οι οποίοι έχουν δικά τους αντικρουόμεωνα συμφέροντα. Μια τέτοια κίνηση αφήνει την Αγγλία ήσυχη να κυριαρχεί στις θάλασσες ενώ η Γαλλία θα κατέχει μόνη την ηπειρωτική Ευρώπη. Ο Ναπολέων εξοργίζεται διότι το αγγλικό στέμμα δεν έχει αποδεχτεί το ‘γαλαζοαίματον’ της οικογενείας Μποναπάρτε, αλλά διπλωματικά οι αγγλοι διπλωμάτες συνεργάζονται με τον Ταλλεϋράν. Ο Ναπολέων τον αποκαλεί καταχθόνιο και προδότη :« Είσαι σκατά ντυμένος στα μεταξωτά « , τον βρίζει και η συνεργασία τους τερματίζεται.

Φυσικά ο Ταλλεϋράνδος θα βρεθεί με τον επανερχόμενο Λουδοβίκο μετά την παραίτηση του Ναπολέοντα το 1814 και θα τον αποκαλέσει ‘θεοπάλαβο’ όταν εγκταλείπει την Ελβα, αλλά θα καταγάγει μία ζηλευτή νίκη υπέρ της Γαλλίας που είναι έτοιμη να διαμελιστεί από τους νικητές της, την  ‘Ιερά Συμμαχία’ , τόσο που να τρομάξει τον άλλον σατανά της τότε διπλωματίας Μέττερνιχ : ‘Ο Ταλλεϋράνδος είναι κοφτερό μαχαίρι, πρέπει να προσέχεις πολύ άμα παίζεις μαζί του’, θα πεί. Ο γάλλος διπλωμάτης θα αποστομώσει τους αντιπάλους του στην συνθήκη του Παρισιού 1814-15 όπου η Γαλλία ουσιαστικά παραδίδεται μετά το Βατερλώ

:

-          ‘Τί ιερά συμμαχία κύριοι ; Εναντίον ποιανού ; Πολεμήσατε τον Ναπολέοντα, όχι την …Γαλλία !’

-          ‘Μα χάριν συντομίας χρησιμοποιείται ο όρος’ , απάντησε παγερά ένας πρώσος διπλωμάτης

-          ‘Εγώ δεν θυσιάζω την ακρίβεια των όρων χάριν της συντομίας’ απαντά θυμωμένος εκείνος.

 

 Τελικά η Γαλλία  αντί να διαμελιστεί εξέρχεται ακέραια και μάλιστα παραδόξως δυνατή. Ο Ταλλεϋράν εκμεταλλεύεται στο έπακρο τις διχόνοιες των ‘ιερών συμμάχων’ , ρίχνει λάδι στη φωτιά για να ανάψει το μίσος Σαξόνων, Αυστριακών κατά Γερμανίας-Πρωσίας και Ρωσίας, ανακατώνοντας τα πάντα και προκαλώντας ένα τεχνητό διπλωματικό χάος. Θα ήταν αλήθεια να πούμε ότι η το Βατερλώ σχεδόν απώλεσε την μετέπειτα διπλωματική αξία του για τους ηπειρωτικούς αντιπάλους της Γαλλίας τουλάχιστον, χαρις στον δαιμόνιο αυτόν γάλλο διπλωματη.


 Βιβλιογραφία :

 

1.        David C. Chandler “Napoleon’s Marshals”, McMillan Publishing Company, April 1087

2.        R. F. Delderfield “Napoleon’s Marshals”, Coper Square Press.

3.        A. G. McDonell “Napoleon and his Marshals”, Prion Books, 1996.

4.        Jean-Claude Damamme “La bataille de Waterloo”, Perin, Paris 1999.

5.        Octave Aubry “Napoleon”, 1954.

6.        John Gallaher “The Iron Marshal: A Biography of Louis N. Davout”, Greenhill Books, April 2000.

 

Return to the Home Page