Ο ΝΑΠΟΛΕΩΝ  ΚΑΙ ΟΙ ΣΤΡΑΤΑΡΧΕΣ ΤΟΥ

Η ΣΥΜΒΟΛΗ ΤΩΝ “ΜΙΚΡΩΝ” ΣΤΙΣ ΝΙΚΕΣ ΕΝΟΣ “ΜΕΓΑΛΟΥ”

 

«ΕΝΑΣ ΗΓΕΤΗΣ ΑΞΙΖΕΙ ΟΣΟ ΚΑΙ ΟΙ ΕΠΙΤΕΛΕΙΣ ΤΟΥ»

Ιωάννης Μανσόλας

Άγγελος Δαλασσηνός 

 

«ΕΝΑΣ ΗΓΕΤΗΣ ΑΞΙΖΕΙ ΟΣΟ ΚΑΙ ΟΙ ΕΠΙΤΕΛΕΙΣ ΤΟΥ»

Η ΦΡΑΣΗ ΑΥΤΗ ΦΑΙΝΕΤΑΙ ΝΑ ΙΣΧΥΕΙ ΕΙΔΙΚΟΤΕΡΑ ΓΙΑ ΤΟΥΣ «ΜΕΓΑΛΟΥΣ» ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΤΙΚΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ, Η ΟΠΟΙΑ ΙΣΩΣ ΕΙΧΕ ΛΟΓΟΥΣ ΝΑ ΥΜΝΗΣΕΙ ΚΑΠΟΙΟΥΣ ΑΠΟ ΑΥΤΟΥΣ ΣΕ ΔΕΔΟΜΕΝΗ ΣΤΙΓΜΗ, ΑΛΛΑ Η ΒΑΘΥΤΕΡΗ ΜΕΛΕΤΗ ΟΔΗΓΕΙ ΣΕ ΜΙΑ ΤΑΣΗ ΑΠΟΜΥΘΟΠΟΙΗΣΗΣ ΤΟΥΣ. ΜΕΛΕΤΩΝΤΑΣ ΤΟΝ ΝΑΠΟΛΕΟΝΤΑ, ΤΟΝ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ «ΜΕΓΑΛΟ» ΤΟΥ ΙΣΤΟΡΙΚΟΥ ΠΑΝΘΕΟΥ, ΘΑ ΑΝΑΚΑΛΥΠΤΑΜΕ ΟΤΙ Η ΑΝΟΔΟΣ ΚΑΙ Η ΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΤΑΥΤΙΣΤΗΚΕ ΜΕ ΕΚΕΙΝΟΥΣ ΤΟΥΣ ΣΤΡΑΤΑΡΧΕΣ ΟΙ ΟΠΟΙΟΙ ΤΟΥ ΣΤΑΘΗΚΑΝ ΠΙΣΤΟΙ ΚΑΤΑ ΤΗ ΔΙΑΡΚΕΙΑ ΤΩΝ ΕΚΣΤΡΑΤΕΙΩΝ ΤΟΥ. Ο ΒΟΝΑΠΑΡΤΗΣ ΤΟΥΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΗΣΕ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΑΝΕΔΕΙΞΕ. ΕΚΕΙΝΟΙ ΜΕ ΤΗΝ ΣΕΙΡΑ ΤΟΥΣ, ΤΟΝ ΕΣΩΣΑΝ ΑΠΟ ΠΑΝΩΛΕΘΡΙΕΣ, ΤΟΝ ΑΝΕΒΑΣΑΝ ΣΤΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΠΡΟΣΚΗΝΙΟ ΚΑΙ ΤΟΝ ΚΑΤΑΒΑΡΑΘΡΩΣΑΝ ΜΕ ΤΗΝ ΑΠΟΥΣΙΑ ΤΟΥΣ.

 

«Η ΓΑΛΛΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΕΛΕΙΩΣΕ ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΗΣ!»

Όταν η Γαλλική Επανάσταση βρισκόταν στην πιο μαύρη στιγμή της, ο Ναπολέων ήταν ένας νεαρός αξιωματικός από την Κορσική, με μητρική του γλώσσα τα ιταλικά. Ο ίδιος δεν σχετιζόταν με την επανάσταση της οποίας η πολιτική καθοριζόταν από την Εθνοσυνέλευση,που σύντομα κατάντησε μία αρένα φατριακών αλληλοεξοντώσεων με πεδίο μάχης την πλατεία, όπου η λεπίδα της γκιλοτίνας εργαζόταν υπερωριακά. Τα περισσότερα κεφάλια έπεφταν ανάμεσα στους λαϊκούς αγωνιστές που διαφωνούσαν με τις κεφαλές της Εθνοσυνέλευσης. Ο Δαντών έβαψε πρώτος τα χέρια του με αίμα αθώων, αλλά ο Ροβεσπιέρος, ένας άνθρωπος που τον γοήτευε περισσότερο η πολιτική ισχύς, παρά ο πλούτος, κατόρθωσε να μείνει ο κυρίαρχος αυτού του αρρωστημένου παιχνιδιού που ονομάστηκε Γαλλική Επανάσταση.

Η Γαλλία, και πολύ περισσότερο η Επανάσταση, είχαν χάσει πλέον τον δρόμο τους. Η τύχη της πρώτης εξαρτιόταν από την έκβαση της δεύτερης, αλλά η δεύτερη είχε πνιγεί στο ίδιο της το αίμα. Ο Καμίγ Ντεμουλέν, ο αυθεντικότερος αγωνιστής της Επανάστασης, προτού ανέβει στο ικρίωμα, σταλμένος από τον άλλοτε οικογενειακό του φίλο και συνεργάτη Ροβεσπιέρο, αναρωτήθηκε: «Μα τι καταφέραμε τελικά; Μήπως όλα αυτά που πιστέψαμε δεν ήταν παρά ένα όνειρο;».

Ήταν φανερό ότι η επανάσταση έπρεπε κάπου να καταλήξει, ο κόσμος είχε κουραστεί από το αίμα, ενώ ταυτόχρονα οι συνθήκες ευνοούσαν την επέμβαση των εξωτερικών εχθρών. Οι Άγγλοι, με το μακρόπνοο στρατηγικό τους πνεύμα, διέβλεψαν την ευκαιρία να καταλάβουν τα γαλλικά λιμάνια της Μεσογείου. Στις 28 Αυγούστου 1793, όταν η Επανάσταση διένυε τον τέταρτο χρόνο της, βρετανικές ναυτικές δυνάμεις υπό την ηγεσία του ναυάρχου Χούντ, επιτέθηκαν στην φωλιά του γαλλικού στόλου της Mεσογείου, τον ναύσταθμο της Τουλών.

Ο Ροβεσπιέρος αναρωτήθηκε πολύ σοβαρά σε ποιόν στρατηγό θα εμπιστευόταν μία τέτοια αποστολή: αν έβγαινε ηττημένος από την αναμέτρηση, η κυβέρνηση θα έπεφτε. Αν έβγαινε νικητής ο στρατηγóς θα αποκτούσε φήμη και τότε ίσως επιχειρούσε να τον εκτοπίσει. Άρα ο αξιωματικός αυτός θα έπρεπε να είναι “ελεγχόμενος”. Η επιλογή ήταν δύσκολη: όλοι οι στρατιωτικοί θεωρούντο πιθανοί συνωμότες! Για την εξεύρεση μίας λύσης ο Ροβεσπιέρος στράφηκε πρός το άμεσο πολιτικό και φιλικό του περιβάλλον: ο Πώλ Μπαρράς και ο Ζοζέφ Μποναπάρτ ήταν δύο δυναμικοί υποστηρικτές του οι οποίοι διατηρούσαν ακόμα κάποιες γνωριμίες στους στρατιωτικούς κύκλους. Ο δεύτερος μάλιστα είχε και έναν μικρότερο αδελφό ο οποίος ήταν υπολοχαγός του πυροβολικού –τον Ναπολεόν Μποναπάρτ (Ναμπουγιόν, στα κορσικανικά). Αυτός ήταν και η μοναδική επιλογή που διέθετε.

Σε πολιτικό επίπεδο η άμυνα της Τουλών κατευθύνθηκε από τον Μπαρράς, ως πολιτικού κομισσάριου, και σε στρατιωτικό επίπεδο από τον Ναπολέοντα, ως διοικητού στο πεδίο της μάχης. Με τις άριστες γνώσεις του στον τομέα του πυροβολικού, ο άσημος έως τότε υπολοχαγός, διέσωσε την Γαλλία από μία ήττα και τον Ροβεσπιέρο από την γκιλοτίνα -τουλάχιστον προσωρινά. Οι Άγγλοι αποχώρησαν ηττημένοι και ο Ροβεσπιέρος προήγαγε τον 26χρονο υπολοχαγό σε στρατηγό, πιστεύοντας ότι σε στρατιωτικό επίπεδο τουλάχιστον, είχε ήσυχο το κεφάλι του. Ο διορατικός Μπαρράς όμως, καραδοκούσε. Ήταν φανερό ότι η δικτατορία του Ροβεσπιέρου δεν είχε μέλλον κι εκείνος ονειρευόταν να πάρει την θέση του. Ενέταξε τον Ναπολέοντα στην ομάδα των στενών συνεργατών του, με σκοπό να τους χρησιμοποιήσει για την δική του επικράτηση. Πράγματι, όταν ήλθε η ώρα, οδήγησε τον Ροβεσπιέρο στην γκιλοτίνα με την εμπιστοσύνη της Εθνοσυνέλευσης.

Με την νέα πολιτική κατάσταση ο Μπαρράς προέβη σε αλλαγή των μελών της Εθνοσυνέλευσης, ιδρύοντας ένα δικό του σώμα βουλευτών. Μία τελευταία λεπτομέρεια που έπρεπε να διευθετηθεί ήταν οι διαμαρτυρίες των αντιφρονούντων βουλευτών οι οποίοι αρνούνταν να εγκαταλείψουν την βουλή. Ο Ναπολέων, με μία μικρή δύναμη στρατού και ενεργώντας κατ΄εντολή του Μπαρράς, ανέλαβε να “κλείσει τα στόματα” με ένα πραξικόπημα στις 5 Οκτωβρίου 1795. Πρόεδρος της Βουλής ήταν ο αδελφός του Ναπολέοντα, ο Λουσιέν Μποναπάρτ, και τα πάντα ήταν σχεδιασμένα να εξελιχθούν…“ομαλά”, ωστόσο ο νεαρός στρατηγός λίγο έλλειψε να λυντσαριστεί από τους βουλευτές της αντιπολίτευσης! Εκείνη τη στιγμή, για να επιδεινωθεί η κατάσταση, εμφανίστηκε από το πουθενά ένα σύνταγμα στρατού εφοδιασμένο με 50 πυροβόλα, έτοιμο να υπερασπίσει τους διαμαρτυρόμενους βουλευτές. Ο Ναπολέων αιφνιδιάστηκε από την απρόοπτη τροπή της κατάστασης και σώθηκε μόνο από την άμεση ενίσχυση των στενότερων συναδέλφων του, των ταγματαρχών Λάν, Μπεσσιέρ, Ντεσσαί και Νταβού. Την σωτηρία όμως, από την απειλή των 50 πυροβόλων, την όφειλε στην τόλμη του ταξίαρχου Ιωακείμ Μυρά, ο οποίος τα κατέλαβε με μία καταιγιστική έφοδο ιππικού. Την τελική εκκαθάριση ανέλαβε ο Ωγκερώ ο οποίος δεν δίστασε να διαλύσει τα διαμαρτυρόμενα λαϊκά πλήθη με τα πυρά των ανδρών του.

Το 1798 οι Άγγλοι επέμεναν να διασφαλίσουν την θαλάσσια διαδρομή προς την ανατολή και για αυτό η ισχύς της Γαλλίας τους είναι λίαν δυσάρεστη. Ο Ναπολέων συνέλαβε το σχέδιο μίας μακρινής εκστρατείας στην Αίγυπτο η οποία θα διατάρασσε την λειτουργία των θαλάσσιων εμπορικών οδών τους, εγχείρημα το οποίο ενέκρινε πρόθυμα ο Μπαρράς, με απώτερο σκοπό την απομάκρυνση του Ναπολέοντα από την πολιτική σκηνή: είχε λόγους να τον ανησυχεί η αυξανόμενη δημοτικότητά του.

Στην διάρκεια των επιχειρήσεων στην Αίγυπτο ο Ναπολέων θα διακρίνει τις αρετές ορισμένων επιτελών του. Εντυπωσιάστηκε από την γενναιότητα του Μυρά και εκτίμησε τις οργανωτικές ικανότητες του συνταγματάρχη Λουϊ Αλεξάντρ Μπερτιέ ο οποίος διεύθυνε ακούραστα τον επιτελικό και ανεφοδιαστικό μηχανισμό της εκστρατείας. Ωστόσο η εκστρατεία είχε ξεκινήσει με αρκετά μειονεκτήματά –ο Ναπολέων βρισκόταν σε μία μακρινή και εχθρική θάλασσα διαθέτοντας έναν μικρό στόλο. Οι Άγγλοι διέλυσαν εύκολα τον στόλο του και η όλη επιχείρηση κατέληξε σε “φιάσκο”. Παρόλα αυτά ο Κορσικανός στρατηγός είχε αρκετό θράσος ώστε να επιστρέψει στη Γαλλία και να εισέλθει στο Παρίσι κάτω από τις επευφημίες κάποιων “στημένων” ζητωκραυγών οι οποίες ανησύχησαν τον Μπαρράς. Η ανησυχία του εξαφανίστηκε όταν συνειδητοποίησε τι συνέβαινε: είχε έλθει η ώρα και για τον Ναπολέοντα να παίξει το “παιχνίδι” για λογαριασμό του!

Με το αιφνίδιο κίνημά του στις 10 Νοεμβρίου 1799, ο Βοναπάρτης ανέλαβε την διοίκηση του Παρισιού και ο γαλλικός λαός του παραχώρησε πρόθυμα την θέση του ισόβιου δικτάτορα. Ήταν πια καιρός να μπει η χώρα σε μία τάξη και να σταματήσουν οι στείρες πολιτικές διαμάχες που είχαν αιματοκυλήσει την χώρα για μία σχεδόν δεκαετία. Οι πολιτικοί είχαν αποτύχει να φέρουν την ειρήνη. Αυτό που χρειαζόταν τώρα ήταν ένας στρατιωτικός που θα επέβαλλε την τάξη. Ο Ναπολέων, αντιλαμβανόμενος το λαϊκό συναίσθημα, ανακοίνωσε ότι «Η επανάσταση τελείωσε το έργο της!». Η είσοδος του 19ου αιώνα τον βρήκε κυρίαρχο της Γαλλίας, έτοιμο να εδραιώσει την χώρα του μέσα στην Ευρώπη. Για την επίτευξη του σκοπού του θα του χρειάζονταν άλλα 15 χρόνια συνεχών πολέμων οι οποίοι θα του χάριζαν τον τίτλο του «Μέγα» και θα οδηγούσαν την γαλλική δημοκρατία στο ίδιο σημείο από όπου είχε ξεκινήσει...

 

0 ΝΑΠΟΛΕΩΝ ΚΑΙ ΟΙ ΣΤΡΑΤΗΓΟΙ ΤΟΥ

 

Ο Ναπολέων ως στρατιωτικός εμπιστευόταν ανέκαθεν τα όπλα. Έχοντας όμως και προσωπική εμπειρία από την ευκολία με την οποία οι στρατιωτικοί ανέτρεπαν την εξουσία, προέβη στην σύσταση ενός επιτελείου στρατηγών, ορκισμένων στο πρόσωπό του. Πρώτους επέλεξε όλους εκείνους που τον είχαν βοηθήσει να ανέλθει στην εξουσία, όπως τους Λάν, Μπεσσιέρ, Ντεσσαί, Νταβού, Λεφέβρ και Μυρά. Κατόπιν επέλεξε εκείνους οι οποίοι είχαν διακριθεί κατά την διάρκεια των εκστρατειών, όπως τους Μπερτιέ, Νεϋ και Σούλτ. Οι ικανότητες όλων αυτών στις μάχες που είχαν προηγηθεί, αλλά και σε εκείνες που θα έπονταν, απέβησαν σωτήριες για τον Γάλλο αυτοκράτορα. Δεν είναι αλήθεια ότι ο Ναπολέων άξιζε όλες τις νίκες του. Οι στρατάρχες του –όλοι τους σχεδόν, αξιωματικοί ταπεινής καταγωγής, συνομήλικοι του Βοναπάρτη- τον έσωσαν πολλές φορές από “τα δόντια της Ιστορίας”, συμβάλλοντας σημαντικά στο πρόθεμα «Μέγας» του Κορσικανού ηγέτη.

Στο πεδίο της μάχης η στρατιωτική τακτική του Ναπολέοντα ήταν τετράγωνα απλή και γεμάτη πλεονεκτήματα για τον επιτιθέμενο: χώριζε τον στρατό του σε δύο η τρία τμήματα. Ο αντίπαλος αναγκαζόταν να διασπάσει τις δυνάμεις του αντίστοιχα για να μην βρεθεί εκτεθειμένος, ο Ναπολέων έκρινε που δημιουργείτο το αδύνατο σημείο και με μία γρήγορη αναδιάταξη δυνάμεων επιτίθετο εκεί. Για την επιτυχία του σχεδίου όμως απαιτούνταν δύο θεμελιώδεις προϋποθέσεις: α) ο αρχιστράτηγος έπρεπε να έχει καλή πληροφόρηση των αντιπάλων θέσεων, και β) μεγάλη εμπιστοσύνη στους διοικητές των μονάδων του, ότι είχαν κατανοήσει πλήρως το σχέδιο και θα δρούσαν άμεσα όταν θα ερχόταν η ώρα να κτυπήσουν. Σε αντίθετη περίπτωση η σύγχυση ήταν η μόνη κατάληξη. Εβδομήντα χρόνια αργότερα ο θρυλικός Ρόμπερτ Λή θα αντέγραφε την τακτική αυτή με εξαιρετική αποτελεσματικότητα στον Αμερικανικό Εμφύλιο, φθάνοντας σε σημείο να αγγίξει την τελική νίκη υπέρ των Νοτίων. Στην κρίσιμη μάχη του Γκέττυσμπεργκ έχασε επαφή με το ιππικό του και μαζί με αυτό και την πληροφόρηση για την ανάπτυξη του εχθρού. Ο Ναπολέων έπραττε το ίδιο σφάλμα συχνότερα, αλλά τον έσωζαν πάντα οι άξιοι διοικητές του. Στο Βατερλώ θα του έλειπαν τόσο η πληροφόρηση, όσο και οι άξιοι διοικητές -η ιστορική μοίρα δεν μπορεί να συγχωρεί πάντα τα χαϊδεμένα της παιδιά…

Στην μάχη του Μαρένγκο, 14 Ιουνίου 1800, ο Ναπολέων αγνόησε την πρώτη προϋπόθεση της τακτικής του, κινδυνεύοντας να αποκλεισθεί για πάντα από την λίστα των “Μεγάλων”. Εισέβαλε στην Ιταλία για να διώξει τους Αυστριακούς που συγκεντρώθηκαν εναντίον του υπό την ηγεσία του 70χρονου παλαίμαχου στρατηγού, ελληνικής καταγωγής, Μιχαήλ Μελά. Όταν ο Ναπολέων αποφάσισε να χωρίσει τον στρατό του σε τρία τμήματα δεν διέθετε καμία πληροφορία για την ανάπτυξη των αντίπαλων δυνάμεων. Κατά τις 09:00 ο Μελάς επετέθη στο κέντρο τοu Ναπολέοντα το οποίο περικυκλώθηκε και βρέθηκε σε απελπιστική θέση. Ο Ναπολέων δεν γνώριζε αν οι δυνάμεις που αντιμετώπιζε εκεί αποτελούσαν ή όχι, το κύριο σώμα του εχθρού και όταν κατέληξε σε μία απόφαση είχε φθάσει μεσημέρι. Ζήτησε άμεση αναδιάταξη των δυνάμεών του, αλλά τότε κοντά του βρίσκονταν μόνο ο στρατηγός Κέλλερμαν με 600 θωρακοφόρους ιππείς και ο Ντεσσαί με ένα σύνταγμα πεζικού. Ο Μελάς αντίθετα, γνώριζε καλά ότι είχε κυκλώσει τον Ναπολέοντα και παρέδωσε την ολοκλήρωση της νίκης στον υπαρχηγού του, Άντον Τσαχ, ο οποίος το μόνο που είχε να κάνει ήταν να αποτελειώσει τις λεπτομέρειες. Την ίδια στιγμή στο γαλλικό στρατόπεδο, ο Ντεσσαί απευθυνόταν στον Ναπολέοντα λέγοντας: «Θα σας μετατρέψω την ήττα σε νίκη!». Την επόμενη στιγμή ορμούσε ακάθεκτος στα πλευρά των Αυστριακών. Ο γενναίος στρατηγός δεν έμελλε να ζήσει για να δει την νίκη του, αλλά μέχρι το απόγεμα το αυστριακό πεζικό είχε διασπαστεί, ο Τσαχ είχε συλληφθεί αιχμάλωτος από τους ιππείς του Κέλλερμαν και ο Ναπολέων είχε καταλήξει νικητής.

Στην μάχη της Ιένα, 14 Οκτωβρίου 1806, οι στρατηγοί Λαν και Ωγκερώ είχαν σχεδιάσει να δελεάσουν τον εχθρό να επιτεθεί στην ανοιχτή πεδιάδα όπου θα μπορούσαν εύκολα να τον παγιδεύσουν. Τα πάντα όμως κόντεψαν να καταστραφούν από τον ανυπόμονο Νεϋ ο οποίος εξαπέλυσε με δική του πρωτοβουλία μία επίθεση εναντίον του κέντρου του εχθρού, ο οποίος συμπτωματικά ενέδρευε περιμένοντας την γαλλική επίθεση! Ο Νεϋ και οι άνδρες βρέθηκαν κυκλωμένοι κινδυνεύοντας να αφανισθούν από το πρωσικό ιππικό. Η σωτηρία ήλθε με την επέμβαση του Λάν και την τελική αντεπίθεση του ιππικού του Μυρά, του οποίου η τόλμη έφερε την τελική νίκη. Παρόλα αυτά η ιστορία κατέγραψε τον Ναπολέοντα σαν θριαμβευτή.

Στην μάχη του Άσπερν-Έσλινγκ, 21-22 Μαίου 1809, ο Ναπολέων θα γνώριζε την πρώτη του ήττα καταδιώκοντας τα υπολείμματα του υποχωρούντων Αυστριακών που βρίσκονταν στην απέναντι όχθη του υπερχειλισμένου Δούναβη. Οι γέφυρες ήταν όλες κατεστραμμένες με μόνη εξαίρεση την μικρή και πρόχειρη γέφυρα του Λομπάου. Χωρίς να γνωρίζει τις θέσεις του αντιπάλου, ο Ναπολέων διέταξε ολόκληρο τον στρατό του να διαβεί τον ποταμό σε εκείνο το σημείο, αδιαφορώντας για το πόσο χρόνο προϋπέθετε η διάβαση του Δούναβη ή του τι θα συνέβαινε στο ενδεχόμενο που ο εχθρός καιροφυλακτούσε σε εκείνο ακριβώς το στενό πέρασμα –όπως και συνέβη: οι Αυστριακοί σφυροκόπησαν αλύπητα τους 20.000 άνδρες του Μασσενά οι οποίοι κατάφεραν να διαβούν τον ποταμό με βαριές απώλειες και να καταφύγουν πίσω από έναν πέτρινο τοίχο ο οποίος ένωνε τα χωριά Άσπερν και Έσλινγκ. Ο Ναπολέων επέμεινε να επιτίθεται στο ίδιο σημείο για τρεις ακόμα ώρες, έως ότου έλαβε την απόφαση να απαγκιστρωθεί, διατάσσοντας τον Λάν να καλύψει την υποχώρηση. Η μέρα έκλεισε με 21.000 νεκρούς Γάλλους, ανάμεσά τους και ο ίδιος ο στρατάρχης Λάν.

Ένα παρόμοιο σφάλμα διαπράχθηκε μετά από ενάμιση μήνα (5-6 Ιουλίου 1809) στον γνωστό “Ναπολεόντειο θρίαμβο” του Βαγκράμ. Έχοντας πίσω του την πικρή πείρα του Άσπερν-Εσλινγκ, ο Ναπολέων αυτή τη φορά κατασκεύασε μία δική του γέφυρα για να διαβεί τον Δούναβη, αλλά αγνόησε και πάλι τις πληροφορίες γύρω από τις θέσεις του εχθρού. Στην απέναντι όχθη βρίσκονταν οι Αυστριακοί με 90.000 άνδρες. Ο Μπερναντότ ο οποίος είχε ήδη περάσει σε εκείνη την όχθη, πιεζόταν ασφυκτικά και αναγκάστηκε να υποχωρήσει, εισπράττοντας τον θυμό του αρχηγού του ο οποίος του αφαίρεσε προσωρινά την διοίκηση. Ο Ναπολέων έμεινε να αντιμετωπίζει ένα αδιέξοδο, χωρίς καμία ορατή λύση, μέχρι τη στιγμή που ο Νταβού πρότεινε τον αντιπερισπασμό μίας πλαγιοκόπισης με ταυτόχρονη μετωπική επίθεση: οι στρατάρχες Νταβού και Μασσενά ηγήθηκαν του αντιπερισπασμού παρενοχλώντας τον εχθρό, ενώ ο ταξίαρχος Μακντονάλντ ηγήθηκε της κύριας επίθεσης. Οι Αυστριακοί θέρισαν σε εκείνο το πέρασμα 40.000 Γάλλους, αλλά και οι ίδιοι έχασαν 70.000 άνδρες από την επίθεση του Νταβού. Ο Αυστριακός ηγέτης Αρχιδούκας Κάρολος αποδέχθηκε την ήττα και υπέγραψε ανακωχή. Σε πολιτικό επίπεδο ήταν ο μεγαλύτερος θρίαμβος των Γάλλων και ο Ναπολέων απόλαυσε έναν καρπό τον οποίο ο ίδιος από μόνος του δεν μπόρεσε να δρέψει.

Τρία χρόνια αργότερα έλαβε την παρακινδυνευμένη απόφαση της εκστρατείας στην Ρωσία, παρά τις αντίθετες υποδείξεις των πολιτικών και στρατιωτικών του συμβούλων. Τις περισσότερες αντιρρήσεις προέβαλαν οι Μπερτιέ και Νταβού. Ο Μπερτιέ διαμαρτυρόταν ότι ο στρατός δεν είναι έτοιμος για ένα τέτοιο εγχείρημα, ενώ ο Νταβού πρότεινε μια εναλλακτική διαδρομή από τον νότο, όπου υπήρχαν πόλεις κατάλληλες για τον εφοδιασμό της στρατιάς κατά την διαδρομή. Ο Ναπολέων αδιαφόρησε. Το μόνο που τον ενδιέφερε ήταν να κλείσει γρήγορα τους λογαριασμούς του με τον Τσάρο. Ο Μπερτιέ οργίστηκε και έκτοτε άρχισε να αμφιβάλλει για τον αρχηγό του, αρνούμενος ακόμα και να συμφάγει στο ίδιο τραπέζι με εκείνον. Τελικά ο Ναπολέων εισήλθε σε μία άδεια και εγκαταλελειμμένη Μόσχα, περνώντας τις επόμενες πέντε εβδομάδες με σταυρωμένα τα χέρια περιμένοντας την γραπτή υποταγή του Τσάρου Αλέξανδρου η οποία δεν θα ερχόταν ποτέ. Ο Ρώσος ηγέτης άφησε τον αντίπαλό του να απολαύσει την κενή πρωτεύουσα και την κενότερη ακόμα νίκη του, μέχρι που θα του τελείωναν οι προμήθειες. Ο ανήσυχος Νταβού πρότεινε να αποχωρήσουν το ταχύτερο δυνατόν, προκειμένου να αποφύγουν τον επερχόμενο χειμώνα. Ο Ναπολέων δίστασε να συγκατατεθή και όταν τελικά συμφώνησε, ήταν αργά και υπέστη τις τραγικές συνέπειες. Ο Μπερτιέ άρχισε να αναλογίζεται σοβαρά ότι η Γαλλία αντιμετώπιζε πλέον πρόβλημα με τον Κορσικανό αυτοκράτορα…

Στο Μποροντίνο, 7 Σεπτεμβρίου 1812,  οι Ρώσοι έδωσαν την μεγάλη αμυντική τους μάχη, ρίχνοντας και τις τελευταίες εφεδρείες τους πίσω από οχυρώσεις, προκειμένου να ανακόψουν την γαλλική προέλαση. Ο Νταβού πρότεινε να παρακάμψουν τα οχυρά απ τα πλευρά, τα οποία φυλάσσονταν μόνο από μερικά τμήματα ιππικού. Ο Ναπολέων όμως επέμεινε σε μία μετωπική επίθεση, παρακολουθώντας το πεζικό του να αποδεκατίζεται χωρίς αποτέλεσμα.

«Να τους πλαγιοκοπήσουμε, κύριε,» πρότεινε πάλι ο Νταβού.

«Όχι, θα λυγίσουν,» επέμεινε ο Ναπολέων, διατάζοντας μία ακόμα έφοδο. Τελικά οι Ρώσοι υποχώρησαν, αλλά και ο Ναπολέων είχε χάσει 60.000 άνδρες. Ο Νταβού ήταν εξαγριωμένος και δεν ήταν ο μόνος.

Κατά τη διάρκεια της υποχώρησης από τη Ρωσία οι Γάλλοι θα αναγκαστούν να διαβούν τον ποταμό Μπερεζίνα (28-29 Νοεμβρίου 1812), διαρκώς παρενοχλούμενοι από το ιππικό των κοζάκων. Εκεί ο Ναπολέων θα δει το φάσμα της πανωλεθρίας να ορθώνεται μπροστά του απειλητικότερο παρά ποτέ, μέχρι που η ανυπακοή ενός συνταγματάρχη τον έσωσε από ολοκληρωτικό αφανισμό.

Όταν πριν έξι μήνες, η γαλλική στρατιά προήλαυνε προς τη Μόσχα διαβαίνοντας τον ποταμό, ο Ναπολέων είχε διατάξει να καταστραφούν όλα τα υλικά κατασκευής γεφυρών για να μην βραδυπορούν οι στρατιώτες με την μεταφορά τους. Ο συνταγματάρχης του Μηχανικού Ζαν Μπατίστ Εμπλ, είχε αντιδράσει:

«Όλα αυτά θα μας είναι χρήσιμα στην επιστροφή, όπου δεν θα χρειαστεί να χάσουμε χρόνο για να τις κατασκευάσουμε εκ νέου».

«Είπα, κάψτα! Στην επιστροφή ο ποταμός θα είναι παγωμένος και θα τον περάσουμε πεζή».

Ο Εμπλ υπάκουσε, αλλά δεν εκτέλεσε τη διαταγή “κατά γράμμα”: κατέστρεψε το μεγαλύτερο μέρος του υλικού, αλλά έκρυψε τα απολύτως απαραίτητα σε κάποιες παραπλήσιες αποθήκες. Πράγματι, δύο μήνες αργότερα, ο στρατός βρισκόταν σε πλήρη υποχώρηση, με τους κοζάκους να παρενοχλούν τα μετόπισθεν των Γάλλων, ενώ μπροστά στα μάτια του απελπισμένου Ναπολέοντα ο ποταμός Μπερεζίνα κυλούσε ορμητικός, χωρίς το παραμικρό ίχνος πάγου!

Ο Εμπλ εμφανίστηκε στον αυτοκράτορα σαν “από μηχανής Θεός”, αποκαλύπτοντάς του ότι διέθετε τα απαραίτητα υλικά για την κατασκευή δύο γεφυρών! Ωστόσο οι βάρκες χρειάζονταν ώρες για να αναπτυχθούν και ο χρόνος ήταν ελάχιστος. Ο συνταγματάρχης διέταξε 400 άνδρες του να πέσουν στα κρύα νερά του ποταμού για να κρατήσουν τα πρόχειρα υποστηρίγματα των γεφυρών με τα χέρια. Ο Ναπολέων γνώριζε ότι αυτό ισοδυναμούσε με διαταγή θανάτου, αλλά τώρα πλέον δεν υπήρχαν επιλογές. Η ανυπακοή του Εμπλ διέσωσε τις ζωές του ίδιου του αυτοκράτορα και εκείνες άλλων 20.000 στρατιωτών της Μεγάλης Στρατιάς, η οποία κάποτε αριθμούσε 500.000 άνδρες.

 

ΟΙ ΣΤΡΑΤΑΡΧΕΣ ΤΟΝ ΕΓΚΑΤΑΛΕΙΠΟΥΝ

Η ΕΚΣΤΡΑΤΕΙΑ ΤΩΝ 100 ΗΜΕΡΩΝ ΚΑΙ ΤΟ ΒΑΤΕΡΛΩ

 

Το 1814 ήταν η αρχή του τέλους. Όλοι οι εχθροί του, ενωμένοι σε μία συμμαχία, εισέβαλαν στην Γαλλία απειλώντας να συνθλίψουν τον Βοναπάρτη ο οποίος αμυνόταν του γαλλικού εδάφους, πνέοντας τα μένεα κατά των στραταρχών του. Με εξαίρεση τον Νταβού ο οποίος βρισκόταν αποκλεισμένος στο Ανόβερο, λίγοι ξέφυγαν από τον θυμό του. Ο Ωγκερώ αποτυγχάνοντας να σώσει την Λυών, ήταν ο πρώτος που αντικατέστησε το τρίχρωμο έμβλημα της γαλλικής δημοκρατίας με εκείνο της βασιλείας, πείθοντας τους άνδρες του να πράξουν το ίδιο. Ο Λεφέβρ ερχόταν σε μυστικές συνεννοήσεις με Άγγλους και βασιλικούς. Ο απογοητευμένος Μπερτιέ, ζήτησε άδεια μίας εβδομάδας για προσωπικούς λόγους. Ο Ναπολέων βλέποντάς τον να απομακρύνεται, μουρμούρισε προφητικά: «Αυτόν δεν θα τον ξαναδούμε». Κατόπιν αυτού τα γεγονότα απέκτησαν ρυθμό χιονοστιβάδας. Ο Μαρμόν καθυβρίστηκε για την αποτυχία του να κρατήσει την πόλη Λαόν και διατάχθηκε να υποχωρήσει για να κρατήσει τον δρόμο Παρίσι-Φονταινμπλώ, όπου είχε καταφύγει προσωρινά ο Ναπολέων. Ο στρατάρχης εκδικήθηκε παραδίδοντας το στράτευμά του και αφήνοντας τον αυτοκράτορα αφύλακτο, ενώ την ίδια στιγμή ο Μασσενά παρέδιδε την παρισινή πολιτοφυλακή. Ο Ναπολέων πείσθηκε να εγκαταλείψει τον αγώνα και εξορίστηκε στην Έλβα.

Η σκέψη της επανόδου γεννήθηκε στο μυαλό του όταν διαπίστωσε την πολιτική και οικονομική κατάσταση της Γαλλίας του Λουδοβίκου 18ου. Έστω κι αν οι στρατηγοί του τον είχαν εγκαταλείψει επειδή διέβλεπαν το πολιτικό και στρατιωτικό αδιέξοδο στο οποίο οδηγείτο η Γαλλία, δεν έτρεφαν καμία αμφιβολία ότι οι θέσεις τους στο νέο μοναρχικό καθεστώς ήταν προσωρινές: κάποιοι πρώην εξόριστοι, “άκαπνοι” ευγενείς, είχαν ήδη αρχίσει να παίρνουν χαριστικά θέσεις στην νέα στρατιωτική ηγεσία.

Η οικονομική κατάσταση αποτελούσε το μεγαλύτερο εθνικό πρόβλημα. Ο γαλλικός λαός είχε δεινοπαθήσει και δεν άντεχε άλλο τον πόλεμο. Η πείνα άρχισε πάλι να πλήττει την χώρα, ενώ παράλληλα οι χαμηλόβαθμοι αξιωματικοί το μόνο που εισέπραταν από τους συμπατριώτες τους ήταν η ταπείνωση και ο κοινωνικός αποκλεισμός. Ο Ναπολέων ανέλυσε με σύνεση την κατάσταση και στις 3 Απριλίου του 1815 αποβιβάστηκε στις Κάννες αποφασισμένος να αντιμετωπίσει το άγνωστο. Η περίοδος εκείνη, επονομαζόμενη σαν «Η εκστρατεία των 100 ημερών», μπορεί να ήταν η λιγότερο ένδοξη του Κορσικανού στρατηλάτη, αλλά ταυτόχρονα ήταν και εκείνη κατά την οποία διέπραξε τα λιγότερα σφάλματα. Η ιστορία έχει να θυμάται περισσότερο το Βατερλώ, αλλά όπως θα δούμε ο Ναπολέων πολέμησε με ότι μέσα διέθετε, επιδεικνύοντας στο έπακρο τις αρετές του.

Σε πρώτη φάση βέβαια είχε να εξοφλήσει κάποια “ανοικτά γραμμάτια” με τους πρώην επιτελείς του. Έχοντας στο πλευρό του μόνο με τον στρατάρχη Νέϋ, του οποίου τα πολιτικά φρονήματα είχαν ήδη αλλάξει “διεύθυνση” τρεις φορές, προσπάθησε να ανασυγκροτήσει το παλιό του επιτελείο αποστέλλοντας γράμματα σε όλους.

Δυστυχώς αρκετοί από τους στρατάρχες του θεώρησαν ότι είχαν να διακινδυνεύσουν πολλά τασσόμενοι εκ νέου μαζί του, οπότε παρέμειναν στο πλευρό του Λουδοβίκου που είχε αποσυρθεί στη Γάνδη. Ο Μπερτιέ, η «Φαιά Ουσία» της στρατιάς του, δεν απάντησε στο κάλεσμα. Κάποιοι άλλοι, επίσης αναντικατάστατοι, όπως ο Λάν και ο Μπεσσιέρ, απουσίαζαν από τον μάταιο κόσμο των ζωντανών, ενώ ο Μυρά ήταν αρκετά απασχολημένος προσπαθώντας να σώσει το δικό του στέμμα του βασιλείου της Νάπολης από τους Αυστριακούς. Οι Λεφέβρ, Μπρυν, Μασσενά και Ωγκερώ, οι οποίοι το 1814 είχαν υποστηρίξει την παραίτηση του Βοναπάρτη και στη συνέχεια τάχθηκαν με το πλευρό της βασιλείας, επέστρεψαν τώρα για να δηλώσουν υποταγή στον Ναπολέοντα. Με εξαίρεση τον Ωγκερώ, τον οποίο έδιωξε με τον χαρακτηρισμό του προδότη, ο Ναπολέων δέχτηκε διστακτικά τους υπόλοιπους, αναθέτοντάς τους όμως μόνο πολιτικά καθήκοντα. Εκείνος που τον ξάφνιασε ήταν ο Σούλτ: ο στρατηγός ο οποίος έχαιρε τόσο της εκτίμησης του Λουδ_