ΠΕΘΑΙΝΟΝΤΑΣ ΣΤΟΝ ΡΗΝΟ

ΣΙΩΠΗΛΟ ΔΡΑΜΑ ΣΤΗ ΓΕΦΥΡΑ ΡΕΜΑΓΚΕΝ

                                                                     

                                                      Άγγελου Ν. Δαλασσηνού

  ΤΟΝ ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟ ΤΟΥ 1945 ΟΙ ΣΤΡΑΤΙΕΣ ΤΩΝ ΔΥΤΙΚΩΝ ΣΥΜΜΑΧΩΝ ΒΡΙΣΚΟΝΤΑΝ ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΤΟ ΦΥΣΙΚΟ ΦΡΑΓΜΑ ΤΗΣ ΕΘΝΙΚΟΣΟΣΙΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΓΕΡΜΑΝΙΑΣ, ΤΟΝ ΠΟΤΑΜΟ ΡΗΝΟ -ΤΗΝ ΠΛΩΤΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΧΩΡΑΣ ΑΥΤΗΣ, ΠΟΥ ΤΩΡΑ ΕΡΧΟΤΑΝ ΝΑ ΕΠΙΒΕΒΑΙΩΣΕΙ ΓΙΑ ΜΙΑ ΑΚΟΜΗ ΦΟΡΑ ΤΗΝ ΕΠΟΝΟΜΑΣΙΑ ΤΟΥ: ΗΤΑΝ ΜΙΑ ΠΛΑΤΙΑ ΥΔΑΤΙΝΗ ΕΚΤΑΣΗ 1.100KM, ΠΑΝΩ ΣΤΗΝ ΟΠΟΙΑ ΔΕΣΠΟΖΑΝ ΤΟΥΛΑΧΙΣΤΟΝ 25 ΓΕΦΥΡΕΣ ΟΙ ΟΠΟΙΕΣ ΑΝΟΙΓΑΝ ΤΗΝ ΕΙΣΟΔΟ ΣΤΗΝ ΕΝΔΟΧΩΡΑ. ΟΙ ΑΜΕΡΙΚΑΝΟΙ ΓΝΩΡΙΖΑΝ ΟΤΙ Ο ΠΟΛΕΜΟΣ ΔΕΝ ΘΑ ΚΕΡΔΙΖΟΤΑΝ ΑΝ ΔΕΝ ΚΑΤΑΛΑΜΒΑΝΑΝ ΕΣΤΩ ΚΑΙ ΜΙΑ ΑΠΟ ΑΥΤΕΣ. ΑΛΛΑ ΣΤΙΣ 2 ΜΑΡΤΙΟΥ ΟΙ ΓΕΡΜΑΝΟΙ ΑΡΧΙΣΑΝ ΝΑ ΤΙΣ ΑΝΑΤΙΝΑΖΟΥΝ ΜΙΑ-ΜΙΑ…

Oi purgoi thV gefuraV tou Remagken opwV einai shmera

Στην ενημέρωση των επιτελών του 3ου Αμερικανικού Σώματος Στρατού επικρατούσε δικαιολογημένη ευφορία. Τα αμερικανικά στρατεύματα προέλαυναν ακάθεκτα προς τον Ρήνο και τα βλέμματα όλων ήταν στραμμένα στον υπέρτατο στόχο του πολέμου: το Βερολίνο. Ένας από τους παριστάμενους στρατηγούς παρακολουθούσε αμίλητος, αλλά δεν συμμεριζόταν την υπέρμετρη αισιοδοξία των υπολοίπων. Όταν η ενημέρωση βάδιζε προς το τέλος της, απηύθυνε την εύλογη ερώτηση που τον απασχολούσε για αρκετή ώρα:

-Και τι θα γίνει με τις γέφυρες στον Ρήνο;

Η απάντηση του επιτελή ήταν διατυπωμένη με τέτοια αμεσότητα και αυτοπεποίθηση, ώστε ο στρατηγός κόντεψε να καθησυχαστεί:

-Δεν χρειάζεται να ανησυχείτε για αυτές. Μέχρι να φτάσετε εκεί, οι Γερμανοί θα τις έχουν ανατινάξει όλες.

Ήταν λογικό. Κανείς δεν περίμενε ότι θα έβρισκε έστω και μία από αυτές άθικτη. Οι ανησυχίες επιβεβαιώθηκαν σύντομα, όταν στις 2 Μαρτίου κάποιες μονάδες αποπειράθηκαν να καταλάβουν δύο γέφυρες στην περιοχή του Ντύσελντορφ. Οι γέφυρες μεταβλήθηκαν σε καπνισμένα συντρίμμια τη στιγμή που τα πρώτα άρματα είχαν αρχίσει να κυλούν πάνω τους και μέχρι τις 7 Μαρτίου άλλες δέκα είχαν μιμηθεί το παράδειγμά τους. Όλοι φαντάζονταν πλέον τους Γερμανούς να διασκεδάζουν με την καρδιά τους, καθώς θα συνέδεαν τα εκρηκτικά της επόμενης κατά σειρά γέφυρας.

Τα παραδείγματα αυτά ήταν αρκετά για να τους στρέψουν σε άλλα, εφικτότερα σχέδια. Μπροστά στο αμερικανικό μέτωπο υπήρχε ένας όγκος δύο διαλυμένων γερμανικών στρατιών οι οποίες υποχωρούσαν μέσω του Ρήνου για να μην παγιδευτούν στην δυτική του όχθη: μία σοβαρή μαχητική δύναμη, αποκομμένη από το εσωτερικό της Γερμανίας, η οποία μπορούσε να αφανιστεί ολοκληρωτικά με το κτύπημα ενός χεριού. Γεγονός που δημιουργούσε μία εντελώς νέα προοπτική: οι γέφυρες εξυπηρετούσαν καλύτερα τα αμερικανικά σχέδια αν καταστρέφονταν.

 

ΠΟΛΥ ΝΩΡΙΣΗ΄ “ΠΟΛY ΑΡΓΑ;

 

Την ίδια στιγμή η 1η Αμερικανική Στρατιά του στρατηγού Χότζες βρισκόταν μπροστά σε τρεις πανύψηλες γέφυρες που τον κοιτούσαν προκλητικά στα μάτια σαν ξανθιές, χυμώδεις καλλονές των οποίων το ύφος υποσχόταν πολλά, αλλά το κορμί τους δεν θα το αποκτούσε ποτέ. Οι μεγαλύτερες από αυτές ήταν της Κολωνίας και της Βόννης, οι οποίες οδηγούσαν σε πλατιές πεδιάδες, ιδανικές για την ανάπτυξη των τεθωρακισμένων. Η διάβαση σε μία από αυτές θα ήταν ένα ιδανικό, αλλά άπιαστο όνειρο. Τρίτη στην σειρά και μικρότερη από όλες, ήταν η γέφυρα του Ρεμάγκεν: μία μικρή, στενή σιδηροδρομική γέφυρα, ακατάλληλη για την κυκλοφορία αρμάτων και οχημάτων, η οποία οδηγούσε στην ομώνυμη κωμόπολη και μία εγγυημένη κυκλοφοριακή σύγχυση μέσα στους στενούς δρόμους της. Κανείς δεν βάσιζε τις ελπίδες του για μία διάβαση του Ρήνου σε εκείνο το σημείο. Οι περισσότερες πιθανότητες φαίνονταν να βρίσκονται στις δύο μεγαλύτερες γέφυρες που αποτελούσαν και τους κυριότερους στόχους.

Ο Χίτλερ ωστόσο δεν συμμεριζόταν απόλυτα την τακτική της ανατίναξης. Είχε διερωτηθεί για το πρόβλημα των διαβάσεων του Ρήνου και είχε καταλήξει στην εξής απόφαση: ήθελε τις γέφυρες ακέραιες όσο χρειαζόταν για να προλάβουν να υποχωρήσουν τα στρατεύματα που βρίσκονταν ακόμα δυτικά του Ρήνου, αλλά και κατεστραμμένες μόλις αυτά ολοκλήρωναν την υποχώρησή τους. Η αντίστοιχη διαταγή μάλιστα την οποία εξέδωσε, ήταν διατυπωμένη με έναν τυπικά γερμανικό τρόπο: όποιος καθυστερούσε να ανατινάξει μία γέφυρα θα εκτελείτο. Περιέπλεξε όμως τα πράγματα στην επόμενη πρόταση, προσθέτοντας ότι όποιος ανατίναζε και μία γέφυρα πολύ νωρίς, θα εκτελείτο επίσης! Το “πολύ αργά ήταν σαφέστατα κατανοητό, αλλά το “πολύ νωρίς ήταν κάπως “ομιχλώδες. Σε μία χαοτική κατάσταση σαν αυτή που επικρατούσε εκείνη τη στιγμή στη γερμανική πλευρά, ο φόβος της πρόωρης ανατίναξης μίας γέφυρας μπορούσε να οδηγήσει σε κάποια απόφαση της οποίας η κατάληξη θα σήμαινε “πολύ αργά. Η διαταγή μάλιστα διασαφήνιζε ότι οι πυροκροτητές θα έπρεπε να τοποθετούνται μόνο την τελευταία στιγμή πριν την ανατίναξη. Το όλο θέμα λοιπόν, είχε σπείρει δικαιολογημένη φοβία ανάμεσα στους αξιωματικούς ασφαλείας των γεφυρών. Η γενικότερη εντύπωση που επικρατούσε ήταν «Μην πυροδοτείτε τα εκρηκτικά πολύ νωρίς, αν θέλετε τα κεφάλια σας»…

Όποια κι αν ήταν πάντως η απόφαση, έπρεπε να ληφθεί γρήγορα γιατί στις 6 Μαρτίου μία από τις μεραρχίες του Χότζες, η 9η Τεθωρακισμένη, άνοιγε ένα ρήγμα πλάτους 14 km στο κέντρο της γερμανικής 15ης Στρατιάς του στρατηγού φον Τσάνγκεν και κατευθυνόταν ολοταχώς για την γέφυρα του Ρεμάγκεν. Το μόνο που την χώριζε πλέον από την Γερμανία, ήταν μία απόσταση 16 km, μία φάλαγγα κατάκοπων ανθρώπων που θύμιζαν αόριστα στρατιώτες, και 300 κιλά εκρηκτικών.

 

ΡΕΜΑΓΚΕΝ: ΓΕΦΥΡΑ ΛΟΥΝΤΕΝΤΟΡΦ

 

Το κάστρο Ricomagus των Ρωμαϊκών χρόνων από όπου είχε πάρει το παρεφθαρμένο όνομά της η κωμόπολη του Ρεμάγκεν, είχε ανεγερθεί το 162 μ.Χ. από τον Μάρκο Αυρήλιο. Τώρα, 1783 χρόνια αργότερα, έπρεπε να επιτελέσει και πάλι το έργο για το οποίο είχε κατασκευαστεί και τότε: να αποκρούσει τις επιδρομές των εχθρικών φύλων. Ωστόσο η μικρή πόλη δεν ήταν καθόλου προετοιμασμένη για κάτι τέτοιο. Εξαιρουμένων κάποιων περιστασιακών μικροσυμπλοκών την περίοδο της ύστερης αρχαιότητας, το Ρεμάγκεν είχε ξεχάσει μέσα στο πέρασμα των αιώνων ότι υπήρχε μία ανθρώπινη επιδίωξη η οποία ονομαζόταν «πόλεμος», έως ότου του το υπενθύμισαν οι αμερικανικές οβίδες το 1945. Στην παρούσα μορφή της, η πόλη ήταν ένα ήσυχο θέρετρο, στο οποίο κάθε χρόνο οι επισκέπτες απολάμβαναν την γαλήνια θέα του Ρήνου και των καταπράσινων βουνών που τον περιστοίχιζαν. Τα πάντα ήταν οργανωμένα με απόλυτη τευτονική τάξη και η πόλη ήταν απόλυτα καθαρή από κάθε άποψη: ο Χίτλερ είχε εκδιώξει από εκεί ακόμα και τους ελάχιστους Εβραίους που υπήρχαν.

 

Η αντίστοιχη γέφυρα είχε κατασκευαστεί το 1916, κατά τον Α’ ΠΠ, κατόπιν διαταγής του στρατηγού Λούντεντορφ του οποίου έφερε ακόμα το όνομα. Υψωμένη 25 m πάνω από την επιφάνεια του νερού, είχε μήκος 320 m και μία διπλή σιδηροδρομική γραμμή στο οδόστρωμά της ένωνε τις δύο όχθες του Ρήνου του οποίου το πλάτος σε εκείνο το σημείο ήταν 210 m. Σε κάθε άκρο της δέσποζαν δύο τριώροφοι πέτρινοι πύργοι που έμοιαζαν να την φυλούν άγρυπνα. Κατασκευασμένοι από σκούρα καφέ πέτρα, με ανοίγματα κατάλληλα για τοποθέτηση πολυβόλων, προσέφεραν μία καταπληκτική αμυντική θέση. Στο εσωτερικό τους υπήρχε αρκετός χώρος για να στεγαστεί ένα ολόκληρο τάγμα, μαζί με τις προμήθειές και τα πυρομαχικά του, ενώ οι κυκλικές σκάλες που οδηγούσαν από το ένα πάτωμα στο άλλο και οι δύο εσωτερικοί διάδρομοι που συνέδεαν τα ζεύγη των πύργων μεταξύ τους, ολοκλήρωναν το αμυντικό έργο. Οι κάτοικοι της περιοχής ονόμαζαν τους τέσσερις πύργους Εχθρικούς Αδελφούς. Κανείς δεν ήξερε γιατί. Μάλλον εξαιτίας κάποιας παλιάς, μακάβριας ιστορίας, ξεχασμένης μέσα στα χρόνια. Οι δίδυμοι πύργοι, ζοφεροί και απειλητικοί, μαυρισμένοι από την καπνιά των διερχόμενων τραίνων, ήταν πράγματι τυλιγμένοι με παλιούς θρύλους και δοξασίες. Οι κάτοικοι μιλούσαν ακόμη με ψιθυριστά και φοβισμένα μισόλογα για εκείνη την ιστορία στα τέλη του προηγούμενου πολέμου, όταν μία αφέγγαρη νύχτα ένας Γαλλο-μαροκινός στρατιώτης είχε δολοφονήσει μία μεσήλικη Γερμανίδα στη γέφυρα και είχε κρύψει το πτώμα της σε κάποιον από τους πύργους της ανατολικής όχθης.

Το ανατολικό άκρο της γέφυρας κατέληγε σε μία σήραγγα, μέσα από στην οποία συνέχιζαν την διαδρομή τους οι σιδηροδρομικές γραμμές. Ακριβώς πάνω από την σήραγγα ορθωνόταν δεσποτικό το Έρπελερ Λάϋ: ένας βραχώδης όγκος βασάλτη, ο οποίος εξουσίαζε την περιοχή με κάθε εκατοστό των 180 μέτρων του, προσφέροντας μία ιδανική θέση παρατήρησης και ένα έξοχο πεδίο πυρός.

Το σχέδιο ανατίναξης της γέφυρας είχε εκπονηθεί από το 1938, κάτω από αυστηρή σχολαστικότητα και περιελάμβανε τρία διαφορετικά κυκλώματα αυτοκαταστροφής της σε περίπτωση κινδύνου. Ο πρώτος τρόπος λειτουργούσε σαν μία προκαταρκτική ανατίναξη: μία ποσότητα εκρηκτικών τοποθετημένων στο δυτικό άκρο της γέφυρας, άνοιγε έναν κρατήρα διαμέτρου 10 μέτρων και βάθους τεσσάρων, απαγορεύοντας την πρόσβαση σε οποιοδήποτε εχθρικό άρμα ή όχημα. Έτσι οι υπερασπιστές της κέρδιζαν πολύτιμο χρόνο για να προετοιμάσουν την άμυνα και να πυροδοτήσουν τον δεύτερο και κύριο μηχανισμό ανατίναξης: κάτω από τις ράγες των σιδηροδρομικών γραμμών βρίσκονταν 60 μεταλλικά κουτιά, γεμάτα με πέντε κιλά εκρηκτικών το καθένα, που περίμεναν υπομονετικά να διεγερθούν από το σήμα ενός ηλεκτρικού πυροκροτητή. Ένα καλώδιο τοποθετημένο στο εσωτερικό ενός χοντρού χαλύβδινου σωλήνα ο οποίος διέτρεχε όλο το μήκος των γραμμών στο κάτω μέρος της γέφυρας, κατέληγε στον αντίστοιχο μηχανισμό πυροδότησης, του οποίου ο μοχλός βρισκόταν στην είσοδο της σιδηροδρομικής σήραγγας, στην ανατολική πλευρά. Με την πίεσή του, μία ηλεκτρική τάση πυροδοτούσε το ένα μετά το άλλο τα κουτιά των εκρηκτικών, ανατινάζοντας την γέφυρα στα ζωτικότερα σημεία στήριξής της. Σε περίπτωση βλάβης του ηλεκτρικού μηχανισμού, έμπαινε σε εφαρμογή η τρίτη εναλλακτική μέθοδος ανατίναξης, με ένα φυτίλι το οποίο άναβε εξ επαφής με την εκπυρσοκρότηση ενός πιστολιού φωτοβολίδων. Τέλος, μία δοκιμαστική ηλεκτρική συσκευή επέτρεπε ανά πάσα στιγμή τον έλεγχο της καλής λειτουργίας του κυκλώματος ανατίναξης. Από το 1939 και μετά είχαν γίνει πολλές δοκιμές και ποτέ δεν είχε παρουσιαστεί το παραμικρό πρόβλημα. Από την στιγμή που κάποιος θα πίεζε τον μοχλό πυροδότησης δεν υπήρχε τίποτα που θα μπορούσε να πάει στραβά. Ή μήπως όχι;  

ΜΑΧΗ ΜΕ ΤΟΝ ΧΡΟΝΟ

ΤΕΤΑΡΤΗ 7 ΜΑΡΤΙΟΥ 1945, 01.00

     Μετά την διάσπαση της 15ης στρατιάς, η προσοχή του διοικητή της Β΄ Ομάδας Στρατιών, στρατάρχη Βάλτερ Μόντελ (Walter Model), στράφηκε αμέσως στην άμυνα της Βόννης και της Κολωνίας. Χωρίς αμφιβολία, αυτές οι δύο γέφυρες θα αποτελούσαν τους πρωταρχικούς στόχους των Αμερικανών. Το Ρεμάγκεν, δίπλα στις δύο αυτές πόλεις, δεν τον απασχόλησε καθόλου. Τα μειονεκτήματα του συγκοινωνιακού του δικτύου το καθιστούσαν στόχο δευτερεύουσας σημασίας. Ταυτόχρονα όμως οι συνεχείς υποχωρήσεις είχαν επιφέρει μία χαοτική κατάσταση στην δομή διοίκησης του γερμανικού στρατού. Στην προσπάθειά του να διορίσει σαν διοικητή της απειλούμενης περιοχής Βόννης-Κολωνίας κάποιον ικανό και μαχητικό αξιωματικό, ο Μόντελ ενάλλασσε τον ένα στρατηγό μετά τον άλλον, με αποτέλεσμα η διοίκηση του τομέα να έχει αλλάξει τρεις φορές μέσα στις τρεις τελευταίες ημέρες, χωρίς κανένας να έχει προλάβει να ενημερώσει τον αντικαταστάτη του ή να ενημερωθεί από τον προκάτοχό του.

Ο τελευταίος άτυχος στη σειρά ήταν ο στρατηγός Όττο Χίτσφελντ (Otto Hitzfeldt), διοικητής του 67ου Σώματος Στρατού. Στις 01.00 πμ της 7ης Μαρτίου, έλαβε μία τηλεφωνική διαταγή από τον διοικητή της 15ης στρατιάς που τον έκανε να χάσει το έδαφος κάτω από τα πόδια του: διοριζόταν υπεύθυνος της άμυνας του Ρεμάγκεν. Την στιγμή που έλαβε την διαταγή, ο Χίτσφελντ βρισκόταν 65 km δυτικά του Ρεμάγκεν, με τους στρατιώτες του διασκορπισμένους σε διάφορα σημεία του διασπασμένου μετώπου του, προσπαθώντας απεγνωσμένα να κρατήσει τις θέσεις του και ταυτόχρονα να οργανώσει μία αντεπίθεση. Μέσα σε αυτή την απελπιστική κατάσταση, είχε διαταχθεί να αναλάβει την διοίκηση ενός απομακρυσμένου ζωτικού σημείου, για τις δυνάμεις του οποίου δεν γνώριζε τίποτα και δεν είχε τον χρόνο να μάθει περισσότερα. Ο χάρτης του μετώπου που βρισκόταν ξεδιπλωμένος μπροστά του, φάνηκε ευσπλαχνικός μαζί του και του παραχώρησε μία πολύτιμη πληροφορία: εκείνη τη στιγμή οι Αμερικανοί πρέπει να απείχαν 16 km από την γέφυρα! Πνιγμένος μέχρι τον λαιμό καθώς προσπαθούσε να συντονίσει την αναμφίβολα καταδικασμένη, αλλά αυστηρά διατεταγμένη αντεπίθεση, στράφηκε αμέσως στον μοναδικό άνθρωπο που θα μπορούσε να τον σώσει: μισή ώρα αργότερα στεκόταν μπροστά του ο υπασπιστής του, ταγματάρχης Χανς Σέλλερ (Hans Scheller).

«Έχουμε λόγους να φοβόμαστε μία αμερικανική επίθεση στο Ρεμάγκεν. Σε διορίζω διοικητή των δυνάμεων της γέφυρας. Οι δυνάμεις εκεί είναι ένα τάγμα και μία πυροβολαρχία αντιαεροπορικών. Θα τις συγκεντρώσεις και θα οργανώσεις ένα προγεφύρωμα. Θα ενημερωθείς αμέσως για τα τεχνικά στοιχεία της γέφυρας και θα προετοιμαστείς για ανατίναξη. Αν παραστεί ανάγκη θα δώσεις την διαταγή ανατίναξης εσύ ο ίδιος. Πάρε έναν οδηγό, ένα αυτοκίνητο και ξεκίνα αμέσως!».

Ο χείμαρρος των ευθυνών της ξαφνικής αποστολής του άφησαν ατάραχο τον Σέλλερ. Ο Χίτσφελντ εντυπωσιάστηκε από την ψυχραιμία του και από την επίγνωση της σοβαρότητας της αποστολής του. Ο 32χρονος ταγματάρχης βρισκόταν μόνο μερικές εβδομάδες κάτω από τις διαταγές του Χίτσφελντ, αλλά σε αυτό το διάστημα ο στρατηγός είχε σχηματίσει τις καλύτερες εντυπώσεις για το πρόσωπό του. Ψηλός, λεπτός, με διακριτικούς τρόπους και έξυπνο βλέμμα, ο νεαρός αξιωματικός φαινόταν να αποπνέει αυτοπεποίθηση και να εμπνέει εμπιστοσύνη. Βετεράνος με σημαντική μαχητική εμπειρία, είχε διακριθεί για την ευσυνειδησία, την κρίση και την ενεργητικότητά του, όταν τον χειμώνα του 1944 ο ερεθισμός ενός παλαιού τραύματος στα πλευρά είχε σαν αποτέλεσμα μία αναρρωτική άδεια στο σπίτι του στην Κολωνία και την τοποθέτησή του στο δυτικό μέτωπο. Χωρίς να φέρει κάποια ξεχωριστή τιμητική διάκριση, ο Σέλλερ ήταν ένας ακόμη πιστός πατριώτης μέσα στο ανώνυμο πλήθος τόσων άλλων που σκοτώνονταν καθημερινά κατά εκατοντάδες, καταδικασμένοι μέσα στην αφάνεια που τους επεφύλασσε η ίδια η φύση του αγώνα τους. Γενναίος όταν η στιγμή το απαιτούσε και αποφασισμένος να πράξει το καθήκον του στο ακέραιο με ότι πενιχρά μέσα διέθετε, ετοιμάστηκε να συναντήσει το πεπρωμένο του εκείνη την υγρή και ομιχλώδη νύχτα της 7ης Μαρτίου. Στο βάθος, οι απόηχοι της μάχης αντηχούσαν από όλες τις πλευρές. Οι κανονιοβολισμοί στόλιζαν περιστασιακά το σκοτάδι με απόκοσμες ανταύγειες. Στράφηκε στον οδηγό του με ενθουσιασμό και του είπε: «Ετοίμασε το αυτοκίνητο και φεύγουμε αμέσως. Αυτή η υπόθεση φέρνει τουλάχιστον τον Σταυρό των Ιπποτών».

Αν η Ιστορία μερικές στιγμές δεν ήταν τόσο δραματική, δεν θα μπορούσε ποτέ να είναι τόσο γοητευτική. Η Μοίρα επέλεξε εκείνη την στιγμή για να τον εμπλέξει μέσα στους τραγικούς ιστούς της και να τον κάνει πρωταγωνιστή ενός προσωπικού δράματος και ενός ατιμωτικού θανάτου.

09.00-11.30

-Οι Αμερικανοί έρχονται για το Ρεμάγκεν! φώναζε ο λοχαγός Βίλλυ Μπράτγκε (Willi Bratge) μιλώντας τηλεφωνικά με το επιτελείο της Β΄ Ομάδας Στρατιών εκείνο το γκρίζο, βροχερό πρωινό της 7ης Μαρτίου.

Η μέρα δεν είχε ξημερώσει καλά για τον 40χρονο διοικητή ασφαλείας της γέφυρας. Οι στρατιώτες που υποχωρούσαν μέσα από το Ρεμάγκεν τον πληροφορούσαν για την ακάθεκτη προέλαση του εχθρού, ενώ από την δυτική όχθη του ποταμού έφθαναν ήδη στα αυτιά του οι πρώτοι πυροβολισμοί και τα μουγκρητά των αμερικανικών τεθωρακισμένων. Οι 700 άνδρες της εφεδρείας τούς οποίους είχε υπό την διοίκησή του, ήταν εντελώς ανεπαρκείς για να υπερασπιστούν τη γέφυρα. Χρειαζόταν επειγόντως ενισχύσεις, αλλά το μόνο που είχε να του δώσει ο Μόντελ ήταν η ψυχρή αδιαφορία του.

«Α, ναι, έχουμε και το Ρεμάγκεν…», μουρμούρισε και ανέθεσε την υπόθεση στον υπασπιστή του ο οποίος απλώς μετέφερε στον Μπράτγκε τα καθησυχαστικά λόγια του στρατάρχη:

«Οι Αμερικανοί δεν κατευθύνονται στο Ρεμάγκεν. Ο στόχος τους είναι η Βόννη και η Κολωνία». Ο τόνος του υποδήλωνε ότι είχε σοβαρότερα πράγματα να ασχοληθεί. «Μη πανικοβάλλεστε. Τα πυρά που ακούσατε δεν σημαίνουν τίποτα. Θα προέρχονται από κάποια μικρή μονάδα που καλύπτει τα πλευρά τους».

«Μα σας λέω, έρχονται εδώ!».

Η φωνή του υπασπιστή πήρε ένα σαρκαστικό ύφος: «Λοχαγέ, είστε παλιός στρατιώτης και θα έπρεπε να είστε σε θέση να αναγνωρίζετε ότι αυτό δεν είναι η κύρια δύναμη του εχθρού!».

Ο Μπράτγκε βρόντηξε το ακουστικό προσβεβλημένος. Ήταν όντως ένας παλιός στρατιώτης. Είχε καταταγεί τον Αύγουστο του 1939 και είχε λάβει μέρος στις κυριότερες εκστρατείες του ευρωπαϊκού και του ανατολικού μετώπου. Μετά τον τραυματισμό του τον Αύγουστο του 1944 μετατέθηκε στις εφεδρείες των μετόπισθεν και του δόθηκε η διοίκηση των στρατευμάτων του Ρεμάγκεν. Φιλοδοξώντας να διακριθεί στην στρατιωτική του σταδιοδρομία, αντιμετώπισε την νέα του τοποθέτηση με μία κρυφή δυσαρέσκεια. Πριν τον πόλεμο δίδασκε ως καθηγητής Μαθηματικών, αλλά αργότερα εγκατέλειψε το επάγγελμα του για μία σταδιοδρομία στον στρατό. Παρόλα αυτά, για όσους τον γνώριζαν, ήταν φανερό ότι κατά βάθος, η προηγούμενη ιδιότητά του τού είχε αφήσει κατάλοιπα τα οποία εξελίχθηκαν σε επαγγελματική διαστροφή. Πάντοτε σοβαρός, αυστηρός και αγέλαστος, απαιτούσε τα πάντα να εκτελούνται με την ακρίβεια και το «γράμμα» των στρατιωτικών εγχειριδίων. Άνθρωπος επίμονος, αυταρχικός, συνηθισμένος να επιβάλλεται και οι εντολές του να εκτελούνται αναντίρρητα, αντιμετώπιζε τους άνδρες του μονίμως σαν μαθητές και απαιτούσε από αυτούς τυφλή υπακοή, πειθαρχία και διαρκή εκπαίδευση. Αυτός ήταν και ο λόγος για τον οποίο δεν τους ήταν ποτέ συμπαθής, γεγονός για το οποίο ο ίδιος αδιαφορούσε.

Άμεσος συνεργάτης του στην άμυνα της γέφυρας, ήταν ο λοχαγός Καρλ Φρήζενχαν (Karl Friesenhahn) –νεότερος ιεραρχικά από τον Μπράτγκε, αλλά 10 χρόνια πρεσβύτερός του στην ηλικία. Κοντός, λεπτός με γκρίζους κροτάφους, ο Φρήζενχαν ήταν βετεράνος του Α’ ΠΠ και τραυματισμένος τρεις φορές στο πεδίο της μάχης. Το 1939 στρατολογήθηκε πάλι με την προηγούμενη ειδικότητα του πυροτεχνουργού, αλλά λόγω ηλικίας τοποθετήθηκε κι αυτός στις εφεδρείες του Ρεμάγκεν, όπου συναντήθηκε με τον Μπράτγκε. Εκεί ήταν υπεύθυνος της διμοιρίας των 120 ανδρών του Μηχανικού, επιφορτισμένων με την ανατίναξη της γέφυρας. Αντίθετα από τον αυστηρό διοικητή του, ο 50χρονος λοχαγός ήταν ήρεμος, πράος και φιλικός με όλους, αλλά παρά τις διαφορές στον χαρακτήρα τους, φρόντιζαν η συνεργασία τους να παραμένει αρμονική.

Εκείνη την ημέρα πάντως, όλοι οι άνδρες στο Ρεμάγκεν ένιωθαν ένα κοινό προαίσθημα επερχόμενης καταστροφής. Ο Μπράτγκε είχε απόλυτη συνείδηση της άσχημης θέσης στην οποία βρισκόταν. Η κατάσταση των αμυντικών δυνάμεων της γέφυρας ήταν αξιοθρήνητη: 230 στρατιώτες διαφόρων ηλικιών της Εθνοφυλακής, 150 αναξιόπιστοι Ρωσο-Πολωνοί «εθελοντές» στρατολογημένοι δια της βίας, και οι 120 πυροτεχνουργοί του Φρήζενχαν. Υπήρχαν ακόμη άλλοι 200 άνδρες οι οποίοι επάνδρωναν μία συστοιχία αντιαεροπορικών, οι οποίοι όμως ανήκαν στην Luftwaffe και βρίσκονταν υπό την διοίκηση του νεαρού ανθυποσμηναγού Καρλ Χάϊντς Πέτερς (Karl Heintz Peters). Με λίγα λόγια, από ένα σύνολο 700 ανδρών, μόνο οι 500 κρατούσαν όπλο και από αυτούς ελάχιστοι είχαν τη θέληση να πολεμήσουν. Αν οι Αμερικανοί κατευθύνονταν προς το Ρεμάγκεν όπως φοβόταν ο Μπράτγκε, θα κατελάμβαναν την γέφυρα με μία απλή έφοδο. Η μόνη ελπίδα βρισκόταν στην έγκαιρη ανατίναξή της, αλλά ακόμη κι αυτή αποτελούσε ένα πολύ λεπτό ζήτημα. Με τον ατέλειωτο συρφετό των Γερμανών στρατιωτών που διέσχιζαν την γέφυρα υποχωρώντας προς τα ανατολικά, η απόφαση για την ανατίναξή της θα ήταν σαν να έπαιζε το κεφάλι του κορώνα-γράμματα. Παρά τον αυταρχικό χαρακτήρα του, οι ευθύνες της διοίκησης κάτω από αυτές τις συνθήκες, τον έκαναν να νιώθει ανασφαλής.  

Κατευθύνθηκε προς τη γέφυρα για να ελέγξει την κυκλοφορία των διερχόμενων στρατευμάτων και να ενημερωθεί από τον Φρήζενχαν, του οποίου οι άνδρες τοποθετούσαν τα εκρηκτικά και διενεργούσαν τους απαραίτητους ελέγχους. Τα λόγια του 50χρονου λοχαγού προσέθεσαν νέες ρυτίδες ανησυχίας στο ταλαιπωρημένο του μέτωπο: πριν δύο μέρες, ο Φρήζενχαν είχε ζητήσει εγγράφως 600 kg εκρηκτικών, αλλά γύρω στις 11.00 εκείνης της μέρας, ένα φορτηγό του είχε παραδώσει μόνο την προβλεπόμενη ποσότητα των 300 kg. Το δυσάρεστο ήταν ότι ακόμη κι αυτά δεν ήταν ο κανονικός τύπος των στρατιωτικών εκρηκτικών, αλλά ένας ασθενέστερος τύπος βιομηχανικών εκρηκτικών, η ισχύς των οποίων του δημιουργούσε σοβαρές αμφιβολίες…

Οι δύο αξιωματικοί συνέχισαν να απελπίζονται μέσα στη σιωπή τους, όταν μπροστά στον Μπράτγκε παρουσιάστηκε ένας ψηλός, νεαρός ταγματάρχης. Η στολή του ήταν σκονισμένη και τσαλακωμένη. Το πρόσωπό του είχε μία κενή έκφραση και τα μάτια του ήταν κόκκινα και έκλειναν από την κούραση. Στην διάρκεια της μεταμεσονύκτιας πορείας του προς το Ρεμάγκεν, είχε βρει τις κυριότερες οδικές αρτηρίες κατειλημμένες από προελαύνουσες αμερικανικές δυνάμεις. Αναγκάστηκε να κάνει πολλές παρακάμψεις ακολουθώντας μικρότερες οδούς, οι οποίες όμως είχαν κλείσει από πανικόβλητους πρόσφυγες και υποχωρούντα στρατεύματα. Πριν ακόμη ξημερώσει τα καύσιμα του είχαν τελειώσει. Εγκατέλειψε το αυτοκίνητο και μετά από συνολικές ταλαιπωρίες και καθυστερήσεις 10 ωρών, κατάφερε να φτάσει μόνος του στο Ρεμάγκεν στις 11.15.

-Ταγματάρχης Σέλλερ. Έχω διαταγές να αναλάβω ως διοικητής δυνάμεων του Ρεμάγκεν.

Η πρώτη εντύπωση του Μπράτγκε για τον ταγματάρχη δεν ήταν η καλύτερη. Οι τηλεφωνικές επικοινωνίες είχαν κοπεί από τους συνεχείς βομβαρδισμούς και κανείς δεν τον είχε ειδοποιήσει για αυτή την απροσδόκητη αλλαγή ηγεσίας. Το προηγούμενο αίσθημα της ανασφάλειας, παραχώρησε τη θέση του σε ένα αποκρουστικό συναίσθημα απόρριψης και υποβάθμισης. Ήταν διοικητής της γέφυρας επί επτά συνεχείς μήνες και τώρα, ξαφνικά και απροειδοποίητα, υποσκελιζόταν από έναν ανώτερο και πολύ νεότερο αξιωματικό! Ήταν ένα πλήγμα που ο εγωισμός του δεν μπορούσε να δεχτεί. Κατάπιε όμως την υπερηφάνειά του και τον χαιρέτησε ψυχρά, γιατί ο Μπράτγκε, πάνω από όλα, ήταν υπάκουος στρατιώτης.

Ο Σέλλερ ζήτησε να ενημερωθεί τάχιστα για την κατάσταση. Μάταιος κόπος: το χάος και η σύγχυση ήταν διάχυτα παντού. Η αλυσίδα διοίκησης κάτω από την οποία λειτουργούσαν οι στρατιώτες στο Ρεμάγκεν ήταν εξαιρετικά πολύπλοκη και τα λόγια του Μπράτγκε πήγαιναν χαμένα μέσα στην ασφυκτική κίνηση, τις φωνές των διερχόμενων στρατιωτών και τις επανειλημμένες διακοπές που δεχόταν από διάφορους οι οποίοι, μέσα σε κλίμα πανικού, ζητούσαν επειγόντως κάποια πληροφορία. Στις 11.25 –μόλις δέκα λεπτά μετά την άφιξη του Σέλλερ- ένας υπαξιωματικός έφτασε τρέχοντας, τραβώντας τον Μπράτγκε από το μανίκι:

«Οι Αμερικανοί πλησιάζουν την δυτική όχθη! Οι στρατιώτες μας απέναντι δέχτηκαν επίθεση από άρματα!». Τα πρώτα σύννεφα καπνού ήταν ήδη ορατά πάνω από τους λόφους της δυτικής όχθης. Ο Μπράτγκε κοίταξε τον Σέλλερ με μία έκφραση τρόμου. Εκείνος παρέμεινε ήρεμος: «Πάμε να ελέγξουμε τη γέφυρα».

11.30-13.30

Το πρωί της 7ης Μαρτίου η 9η Αμερικανική Τεθωρακισμένη Μεραρχία συνέχιζε την πορεία της προς τα ανατολικά, κατά μήκος ενός στενού, στριφογυριστού δρόμου, πλαισιωμένου από πυκνά δάση και βουνά, σπαρμένου κατά τόπους με τα θλιβερά απομεινάρια της γερμανικής υποχώρησης. Μία μπουλντόζα στην αιχμή της φάλαγγας παραμέριζε τα εμπόδια και η μεραρχία συνέχιζε την προέλασή της. Στο βάθος ο κατηφορικός δρόμος στένευε περισσότερο και πάνω από τις κορυφές των δένδρων, διακρινόταν ο επιβλητικός όγκος ενός βουνού που θα μπορούσε να κρύβει προβλήματα. Ο ανθυπολοχαγός Καρλ Τίμμερμαν (Karl Timmermann) στην κεφαλή της φάλαγγας, προχώρησε λίγο ακόμη με το αναγνωριστικό του όχημά και σταμάτησε εκεί που ο δρόμος έστριβε απότομα δεξιά. Κατέβηκε από το τζιπ μαζί με τον οδηγό του, βάδισε μέχρι κάποιο σημείο που τα δένδρα αραίωναν, ερεύνησε την γερμανική ύπαιθρο και του κόπηκε η ανάσα.

«Χριστέ μου, κοίτα εδώ! Έχεις ιδέα ποιο ποτάμι είναι αυτό;».

Οι δύο άνδρες άφησαν τα μάτια τους να χαϊδέψουν τα αστραφτερά νερά του Ρήνου που αντανακλούσαν το φως του μεσημεριανού ήλιου. Ενάμισι χιλιόμετρο μακρύτερα, πάνω στο φόντο του ουρανού, διαγραφόταν καθαρά το επιβλητικό περίγραμμα της γέφυρας Λούντεντορφ. Η γέφυρα ήταν ακέραιη!

Ο Τίμμερμαν κοίταξε με τα κιάλια και είδε μία μακριά φάλαγγα από φορτηγά, μοτοσυκλέτες, κάρα και άλογα να προχωράει αργά κατά μήκος της γέφυρας. Η πρώτη σκέψη που πέρασε από το μυαλό του ήταν να καλέσει υποστήριξη πυροβολικού για να καταστρέψει τη γέφυρα και να παγιδεύσει τα γερμανικά στρατεύματα, αλλά το πυροβολικό αρνήθηκε να αναλάβει τον βομβαρδισμό, επειδή στην περιοχή υπήρχαν διασκορπισμένα πολλά φίλια τμήματα. Αμέσως κλήθηκε στη σκηνή ο διοικητής της Β΄ Διοίκησης Μάχης, ταξίαρχος Ουίλλιαμ Χόουτζ (William Hoge). Ο Χόουτζ έφτασε, αλλά με άγριες διαθέσεις: είδε τους διοικητές των ταγμάτων του να αδρανούν, ενώ θα έπρεπε να είχαν αναλάβει πρωτοβουλία να καταλάβουν την πόλη: «Ταχύτητα, ταχύτητα και περισσότερη ταχύτητα! Αυτό είναι το κλειδί για την όλη επιχείρηση!».  

Οι πάντες και τα πάντα άρχισαν να κινητοποιούνται. Ο λόχος Α του Τίμμερμαν, υποστηριζόμενος από άρματα, διατάχθηκε να οδηγήσει αμέσως μία επιθετική αναγνώριση μέσα στα δυτικά περίχωρα της πόλης και να την εκκαθαρίσει από πιθανούς θύλακες αντίστασης. Παρακολουθώντας τους άνδρες του να προχωρούν προς το κέντρο της πόλης, ο Χόουτζ σήκωσε τα κιάλια και εξέτασε την κατάσταση στη γέφυρα. Μία θεότρελη σκέψη άρχισε να γεννιέται στο μυαλό του.

«Ξέρεις, καλά θα ήταν να παίρναμε τη γέφυρα όσο είναι ακόμα στη θέση της», είπε στον υπασπιστή του που στεκόταν δίπλα του. «…Ίσως χάσουμε ένα τάγμα….» μονολόγησε χαμηλόφωνα, καθώς κοστολογούσε το παράτολμο εγχείρημά του. Φυσικά αν οι Γερμανοί ανατίναζαν τη γέφυρα, δεν θα έχανε μόνο ένα τάγμα. Κάτι τέτοιο θα αποτελούσε εσκεμμένη παράβαση των ισχυουσών διαταγών οι οποίες προέβλεπαν την καταστροφή των διαβάσεων και τον εγκλωβισμό των γερμανικών δυνάμεων στη δυτική όχθη. Το σενάριο μάλιστα, μπορούσε να γίνει ακόμη χειρότερο: οι Γερμανοί να ανατίναζαν τη γέφυρα, μόνο αφού θα είχε καταφέρει να περάσει απέναντι ένα μεγάλο μέρος των δυνάμεών του! Αυτό θα σήμαινε στρατοδικείο και καθαίρεση. Το μόνο πράγμα που θα μπορούσε να δικαιολογήσει μία τέτοια ανυπακοή και αδικαιολόγητη πανωλεθρία ήταν ένας απρόσμενος θρίαμβος –και οι πιθανότητες θριάμβου στην προκειμένη περίπτωση ήταν εξαιρετικά ελάχιστες. Αλλά ο χρόνος έτρεχε και οποιαδήποτε απόφαση έπρεπε να ληφθεί γρήγορα. Οι Γερμανοί δεν θα άφηναν την γέφυρα όρθια για πολύ ακόμα. Ο πειρασμός εξακολουθούσε να του ερεθίζει τη φαντασία…

 

14.00-14.30

Το σπίτι του κυρίου και της κυρίας Μπύντγκεν φιλοξενούσε αρκετούς Γερμανούς στρατιώτες που είχαν βρει καταφύγιο εκεί κατά την υποχώρησή τους. Τώρα όμως έπρεπε να αποχωριστούν την φιλοξενία της για να αποφύγει η οικογένεια τα αμερικανικά αντίποινα. Σηκώθηκαν και στάθηκαν βουβοί, αναποφάσιστοι. Ήταν δύσκολο να βρεις το κουράγιο να αντιμετωπίσεις πάλι την ήττα και τον θάνατο… Ένας νεαρός λοχίας έσπασε τη σιωπή ευχαριστώντας την οικογένεια και βγήκε μόνος στον έρημο δρόμο αποχαιρετώντας την κυρία Μπύντγκεν, κραδαίνοντας στο χέρι του ένα Panzerfaust.

-Πάω να τσακίσω ένα από αυτά τα άρματα!

-Μη, γύρνα πίσω! Θα σκοτωθείς! του φώναξε με δάκρυα η γυναίκα.

-Κυρία μου, δεν υπάρχει καλύτερο μέρος από τον Ρήνο για να τους σταματήσουμε. Heil Hitler!

Ανέβηκε γρήγορα τα σκαλιά ενός ψηλού κτιρίου, στήθηκε σε ένα παράθυρο, σημάδεψε το πρώτο άρμα που έμπαινε στη πόλη και πάτησε τη σκανδάλη. Η ξαφνική έκρηξη τάραξε την ησυχία. Από τις θυρίδες του άρματος πετάχτηκαν γλώσσες φωτιάς κι ακούστηκαν κραυγές από το πλήρωμα που ψηνόταν ζωντανό. Τα πολυβόλα κροτάλισαν προς την κατεύθυνση του παραθύρου. Οι βολίδες σφύριξαν γύρω του ανοίγοντας τρύπες στους τοίχους. Απαθής, ξεκρέμασε το τουφέκι από τον ώμο του και αντιγύρισε τα πυρά. Η επόμενη ριπή τον έριξε νεκρό. Οι μικρές Θερμοπύλες του είχαν διαρκέσει τέσσερα λεπτά. Μερικές ώρες αργότερα, όταν η οικογένεια θα εγκατέλειπε το σπίτι της, η κυρία Μπύντγκεν θα συναντούσε το πτώμα του άγνωστου λοχία ριγμένο σε ένα χαντάκι.

Από το δημαρχείο της πόλης ένα πολυβόλο καθήλωσε προς στιγμή την επίθεση. Οι άνδρες του Τίμμερμαν αναπτύχθηκαν για να κυκλώσουν το κτίριο, ενώ τα άρματα άρχισαν να βομβαρδίζουν όλα τα ύποπτα κτίρια της κεντρικής πλατείας. Το κροτάλισμα του πολυβόλου κόπηκε απότομα. Τα άρματα συνέχισαν την προέλασή τους, με τους στρατιώτες να ακολουθούν προσεκτικά, καλύπτοντας τις πλάτες τους στους τοίχους των σπιτιών. Πυρά ελεύθερων σκοπευτών και ριπές πολυβόλων εξακολουθούσαν να αποστρακίζονται δίπλα τους από αθέατα σημεία, αλλά αργά και μεθοδικά οι Αμερικανοί εντόπιζαν και κατασίγαζαν τις εστίες αντίστασης. Μέχρι τις 14.00 είχαν εκκαθαρίσει το δυτικό μέρος της πόλης και προχωρούσαν προς τη γέφυρα. Μία μικρή ομάδα ανδρών, απομακρύνθηκε από τον λόχο της και εισέβαλλε σε ένα σπίτι για ένα μικρό διάλειμα από τη μάχη και λίγο πλιάτσικο. Εκεί οι ανακάλυψαν αρκετές μπουκάλες κρασιού και δεν άντεξαν στον πειρασμό να αντλήσουν λίγο “υγρό κουράγιο το οποίο υπήρξε ανέκαθεν κινητήρια δύναμη.

Ο Τίμμερμαν με τον λόχο του, είχε καλυφθεί στα τελευταία σπίτια της πόλης, περίπου 200 m από τη γέφυρα και με τα κυάλια του κοιτούσε τους Γερμανούς στην απέναντι πλευρά να προετοιμάζονται για την ανατίναξη.

Ένας στρατιώτης τον πλησίασε και τον ρώτησε:

-Λοιπόν, τι θα κάνουμε;

-Μάλλον θα την ανατινάξουν από λεπτό σε λεπτό. Ας το παρακολουθήσουμε, θα είναι θεαματικό.

Οι Σέλλερ, Μπράτγκε και Φρήζενχαν είχαν αποτραβηχτεί μαζί με τους στρατιώτες τους, μέσα στην σήραγγα κάτω από το Έρπελερ Λάϋ, αντιμετωπίζοντας το πρόβλημα από διαφορετικές θέσεις. Ο Μπράτγκε και ο Φρήζενχαν, τελώντας κάτω από τις διαταγές ενός ανωτέρου ο οποίος ήταν και άμεσος υπεύθυνος, άρχισαν να τον πιέζουν να την ανατινάξει αμέσως. Ο Σέλλερ, διαθέτοντας μεγαλύτερη μαχητική εμπειρία και γνωρίζοντας την γενικότερη στρατηγική κατάσταση, ενδιαφερόταν για την τύχη των στρατιωτών οι οποίοι μοιραία θα αποκόπτονταν στη δυτική όχθη. Για να ενταθεί το δίλημμά του, ένας λοχαγός του πυροβολικού εμφανίστηκε τρέχοντας μπροστά του, ικετεύοντάς τον να καθυστερήσει λίγο την ανατίναξη για να δώσει τον χρόνο στο τάγμα του να περάσει απέναντι. Ο Σέλλερ κοίταξε πίσω από την πλάτη του λοχαγού και είδε τους άνδρες του να εμφανίζονται στη δυτική άκρη, έλκοντας τα πυροβόλα τους κάτω από τα εχθρικά πυρά. Ο Φρήζενχαν τους διέκοψε ζητώντας επίμονα την άδεια να τοποθετήσει τον πυροκροτητή.

«Μην εκνευρίζεσαι λοχαγέ,» τον σταμάτησε νευρικά ο Σέλλερ, «δεν είναι ακόμα καιρός να ανατινάξουμε τη γέφυρα».

-Δεν εκνευρίζομαι, αλλά γνωρίζετε ότι οι διαταγές λένε να μη πέσει καμία γέφυρα στα χέρια του εχθρού. Νομίζω ότι είναι ώρα να δώσετε τη διαταγή!

 -Η κατάσταση δεν το απαιτεί ακόμα. Η φωνή του Σέλλερ είχε επανακτήσει την ψυχραιμία της.

Ο Φρήζενχαν επέστρεφε δίπλα στους άνδρες του, όταν με την άκρη του ματιού του είδε ένα πλήθος από αμερικανικά κράνη να πλησιάζουν τη γέφυρα. Πυροβολισμοί, εκρήξεις και καπνοί έκρυψαν τη σκηνή. Οι δίδυμοι πύργοι άρχισαν να δέχονται καταιγισμό πυρών. Πίσω από τους Αμερικανούς ένα άρμα ανέπτυσσε ταχύτητα για να πατήσει τη γέφυρα.

-Πυροδοτήστε τα εκρηκτικά!

Ένας υπαξιωματικός πίεσε τον μοχλό και ο Φρήζενχαν άρχισε να μετράει νοητά.

…τρία…τέσσερα…πέντε…έξι…

Από το δυτικό άκρο της γέφυρας ένα ηφαίστειο καπνού, χώματος και λίθων τινάχτηκε στον αέρα επιβεβαιώνοντας τις υποψίες των Αμερικανών. Χωρίς να περιμένει καμία διαταγή, ο Φρήζενχαν είχε πυροδοτήσει τα εκρηκτικά της προκαταρκτικής ανατίναξης. Ένας τεράστιος κρατήρας βάθους τεσσάρων μέτρων έχασκε μπροστά στη γέφυρα, ακινητοποιώντας άρματα και στρατιώτες. Τώρα οποιαδήποτε επίθεση θα έπρεπε να εκτελεστεί μόνο από πεζικό: όποιος επιχειρούσε να διασχίσει τη γέφυρα θα έπρεπε να τρέξει ακάλυπτος μία απόσταση 320 μέτρων, δεχόμενος τα πυρά των δίδυμων πύργων και της ανατολικής όχθης.  

«Δεν φτάνει που θα ανατινάξουν τη γέφυρα, δεν μας αφήνουν ούτε καν να την πλησιάσουμε!», φώναξε ένας στρατιώτης δίπλα στον Τίμμερμαν. Η αγωνία κορυφωνόταν, καθώς όλοι τώρα περίμεναν τη μεγάλη έκρηξη. Πίσω τους είχαν αρχίσει να συγκεντρώνονται τα Pershing σφυροκοπώντας τις γερμανικές θέσεις της ανατολικής όχθης.

Η αστραπιαία διαδοχή των γεγονότων είχε πλέον θέσει σε κίνηση το αδυσώπητο χρονόμετρο της αντίστροφης μέτρησης. Στις 14.30 ο Σέλλερ διέταξε την διακοπή της κυκλοφορίας στη γέφυρα και την τοποθέτηση του πυροκροτητή.

Ο Χόουτζ όμως φλεγόταν ακόμα από πολεμικό μαίνος και είχε λάβει την απόφαση να αποτολμήσει την κατάληψη της γέφυρας, παρά τον ορατό κίνδυνο ενός αφανισμού των δυνάμεών του. Κάλεσε αμέσως τον συνταγματάρχη Ένγκεμαν και του είπε:

«Ρίξε προπέτασμα καπνού μπροστά από τη γέφυρα, κάλυψε την προέλασή σου με πυρά πολυβόλων και αρμάτων, και στείλε μπροστά τους μηχανικούς σου να ξηλώσουν τα καλώδια πυροδότησης. Θα καταλάβουμε τη γέφυρα!» Ο Χόουτζ πραγματικά βρυχόταν. «Θέλω να φτάσεις στη γέφυρα το γρηγορότερο δυνατό!»

Ο Ένγκεμαν με τη σειρά του μεταβίβασε τις διαταγές στον Τίμμερμαν.

-Μπορείς να περάσεις τους άνδρες σου απέναντι;

-Μπορούμε να προσπαθήσουμε… απάντησε διστακτικά ο ανθυπολοχαγός.

-Ε, τότε λοιπόν ξεκινήστε!

Τα πράγματα όμως τώρα έπαιρναν μία άλλη τροπή: υπήρχε τεράστια διαφορά μεταξύ της κατάληψης της πόλης και της κατάληψης της γέφυρας. Ο Χόουτζ είχε κάθε δικαίωμα να διατάξει το πρώτο, αλλά όχι και το δεύτερο, το οποίο αποτελούσε κατάφωρη και αυθαίρετη παραβίαση των διαταγών του επιτελείου. Κάποιοι από τους άνδρες άρχισαν να αντιδρούν, έχοντας την αίσθηση ότι ο Χόουτζ προσπαθούσε να γίνει ήρωας πάνω από τα πτώματά τους -ήταν εύκολο να στέλνεις στρατιώτες στο θάνατο και να παίρνεις γαλόνια, διατάζοντας από μακριά. Ένας στρατιώτης αρνήθηκε ανοικτά να υπακούσει στη διαταγή, αλλά ο Ένγκεμαν –που και αυτός δεν θα λάμβανε μέρος στην επίθεση- μεσολάβησε για να κατευνάσει τους άνδρες πριν επεκταθεί το φαινόμενο της απείθειας και υπάρξουν ολέθριες συνέπειες.  

Anq/goV Karl Timmerman

Ο Τίμμερμαν κοίταξε τη γέφυρα, τον κρατήρα και την μικρή ομάδα των Γερμανών στην άλλη άκρη, οι οποίοι φαίνονταν να εργάζονται πυρετωδώς πάνω σε κάτι.

Ήταν η ώρα για την αναπόφευκτη ερώτηση.

-Και τι θα γίνει αν η γέφυρα τιναχτεί στα μούτρα μου;

Ο Ντήβερς του γύρισε την πλάτη και απομακρύνθηκε. Ήταν μία ανόητη ερώτηση η οποία δεν άξιζε απάντηση. Ο Τίμμερμαν στράφηκε στους άνδρες του:

-Εμπρός! Φύγαμε!

Ο λόχος Α του 27ου Τεθωρακισμένου Τάγματος πεζικού άρχισε αυτό που είχε κάθε λόγο να πιστεύει ότι ήταν η τελευταία του έφοδός μπροστά στον βέβαιο θάνατο.

Την ίδια στιγμή στο άλλο άκρο, ο Σέλλερ, με σταθερή φωνή, ανταπαντούσε στην γενναιότητα των αντιπάλων του.

-Ανατινάξτε τη γέφυρα!

 

ΑΝΤΙΣΤΡΟΦΗ ΜΕΤΡΗΣΗ

14.30-16.00

Τα χέρια του Φρήζενχαν έστριψαν δύο φορές τον μοχλό πυροδότησης και με μία αποφασιστική κίνηση τον πίεσαν κάτω…

…τέσσερα…πέντε…έξι…

…Δευτερόλεπτα αγωνίας…

…Τίποτα!

Η σκέψη της ολέθριας πιθανότητας γεννήθηκε στο μυαλό του και διέλυσε το νευρικό του σύστημα σαν ηλεκτρικό σοκ. Σήκωσε τον μοχλό, τον έστριψε πάλι και τον κατέβασε με δύναμη…

Τίποτα!

Δεν μπορούσε να καταλάβει τι συμβαίνει. Είχε ελέγξει το ηλεκτρικό κύκλωμα και γνώριζε ότι λειτουργούσε. Το μόνο που μπορούσε να φανταστεί ήταν ότι το καλώδιο πυροδότησης –έστω και ασφαλισμένο μέσα στον χαλύβδινο σωλήνα του- είχε κοπεί, ίσως από κάποιο τυχερό πλήγμα οβίδας. Τώρα υπήρχε μόνο μία επιλογή. Συγκέντρωσε τους άνδρες του και ζήτησε έναν εθελοντή. Ο χρόνος έτρεχε αμείλικτος και κανείς δεν απαντούσε. Χρειάστηκε να φωνάξει και να απειλήσει για να εμφανιστεί τελικά ένας υπαξιωματικός –ο λοχίας Φάουστ.

Οι Αμερικανοί, παρατεταγμένοι στο δυτικό άκρο, πυροβολούσαν οτιδήποτε κινείτο πάνω στη γέφυρα. Με τα νεύρα τεντωμένα, ο Φάουστ βγήκε στην άκρη της σήραγγας και άρχισε να τρέχει κάτω από τα μαζικά πυρά. Συρρικνώθηκε πίσω από τις δοκούς αναζητώντας οποιαδήποτε κάλυψη. Βλήματα κάθε διαμετρήματος σφύριζαν κι αποστρακίζονταν δίπλα του. Έπρεπε να διασχίσει μία απόσταση 80 μέτρων μέχρι το σημείο που ήταν τοποθετημένο το φυτίλι.

Μέσα από την διεργασία κάποιου θαύματος, έφτασε στο σημείο και σήκωσε την μεταλλική θυρίδα στην άκρη του οδοστρώματος. Από κάτω βρισκόταν το φυτίλι και ένα πιστόλι φωτοβολίδων. Όπλισε, πυροβόλησε και άρχισε τον αγώνα της επιστροφής. Διέσχισε την απόσταση δεύτερη φορά και σωριάστηκε ασθμαίνοντας στη σήραγγα.

-Το φυτίλι άναψε, κύριε λοχαγέ!

Όλοι κράτησαν την αναπνοή τους…

…60 δευτερόλεπτα…

Οι άνδρες του Τίμμερμαν απείχαν 100 μέτρα από το οδόστρωμα της γέφυρας. Ο ανθυπολοχαγός έτρεχε μιλώντας αδιάκοπα, περισσότερο από νευρικότητα, παρά για να τους ενθαρρύνει…

-Γρήγορα παιδιά..!

…90 δευτερόλεπτα…

-Πρέπει να πάρουμε αυτή τη γέφυρα πριν_

…120…

Τα λόγια του κόπηκαν όταν ο κόσμος τινάχτηκε μπροστά στα μάτια του.

Η εκκωφαντική έκρηξη τράνταξε συθέμελα την περιοχή. Μέσα από μία κόλαση φωτιάς και καπνού, ογκώδη κομμάτια ξύλου και μετάλλου εκτοξεύονταν δεξιά κι αριστερά. Ολόκληρα τμήματα δοκών στριφογύριζαν αργά στον αέρα και βυθίζονταν στο ποτάμι υψώνοντας τεράστιους πίδακες νερού. Ένας στεναγμός ανακούφισης βγήκε από τα στόματα των Γερμανών. Μετά από αρκετά δευτερόλεπτα που φάνηκαν να διαρκούν ώρες, το σύννεφο του καπνού άρχισε να καταλαγιάζει. Στην επιφάνεια του νερού επέπλεαν συντρίμμια και ψόφια ψάρια. Μία βουβαμάρα σκέπασε τα πάντα και τα στόματα όλων άνοιξαν διάπλατα.

Η γέφυρα στεκόταν ακόμα άθικτη!

 

ΕΦΟΔΟΣ

16.00-17.30

     Πεσμένοι πρηνηδόν, όλοι περίμεναν την αντίδραση του Τίμμερμαν που δεν πίστευε στα μάτια του.

«…Κοιτάξτε, στέκεται ακόμα!»

«Δόξα τω Θεώ, γιατί δεν είχαμε καμία ελπίδα»

«Είναι παγίδα, σας λέω!» φώναξε κάποιος άλλος, «Θα μας αφήσουν να πάμε μέχρι εκεί και μετά θα μας τινάξουν στον Έβδομο Ουρανό!».

Βλέποντας τους Γερμανούς στη σήραγγα να κινητοποιούνται, ο Τίμμερμαν κούνησε το χέρι του για να τον ακολουθήσουν οι άνδρες του, αλλά εκείνοι έμειναν ακίνητοι στο έδαφος, παράλυτοι από φόβο –όπως και να το κάνουμε, υπάρχει ένα όριο στις ανατινάξεις που μπορεί να αντέξει κανείς μέσα σε διάστημα λίγων λεπτών και ο συγκεκριμένος λόχος είχε ήδη αντιμετωπίσει δύο!

Τα πολυβόλα από τους δίδυμους πύργους άνοιξαν πυρ και τους καθήλωσαν. Τα πυροβόλα των Pershing συγκέντρωσαν τα πυρά επάνω τους. Μία από τις οβίδες άνοιξε μία μεγάλη ρωγμή στον δεξιό πύργο. Το πολυβόλο σιώπησε για μία στιγμή.

«Γιατί καθυστερείτε, διάολε;», φώναξε ο Τίμμερμαν. «Προχωράτε, προχωράτε!». Οι άνδρες του όμως είχαν μείνει με τα πρόσωπα κολλημένα στο χώμα. Τα γερμανικά πυρά είχαν αυξηθεί και προέρχονταν από όλες τις πλευρές –τους πύργους, τη σήραγγα και τον λόφο. Τα Pershing και οι όλμοι ένωσαν τις προσπάθειές τους στην εξουδετέρωση των πύργων, αλλά τα αποτελέσματα ήταν πενιχρά. Ο λόχος του Τίμμερμαν αντιμετώπιζε μία κρίση, ενώ εκείνος επαναλάμβανε διαρκώς «Προχωράτε, προχωράτε!». Ο ίδιος δεν έδωσε το παράδειγμα. Το καθήκον αυτό το ανέθεσε σε έναν διμοιρίτη του, τον λοχία ΝτεΛίζιο.

Μερικοί άνδρες σηκώθηκαν και άρχισαν να προχωρούν σκυφτοί και φοβισμένοι μέχρι το μέσο της γέφυρας. Ένας από αυτούς διπλώθηκε στα δύο, έπεσε γονατιστός στη γέφυρα και έκανε εμετό: δεν τον είχε αηδιάσει ο πόλεμος, αλλά το κρασί που είχε καταναλώσει στα κελάρια της πόλης. Ο ΝτεΛίζιο, ωθούμενος από μία ξαφνική έκλαμψη θάρρους και αποφασιστικότητας, έτρεξε μπροστά από όλους και έφτασε κάτω από τον δεξιό πύργο, ενώ πυρά των 20 mm από τα γερμανικά αντιαεροπορικά σκόρπιζαν γύρω του ένα χαλάζι καυτού μολυβιού. Έσπρωξε τη μεταλλική πόρτα του πύργου, μπήκε μέσα και άρχισε να ανεβαίνει τα σκαλιά. Έφτασε στον πρώτο όροφο από όπου ακουγόταν το κροτάλισμα του πολυβόλου και άνοιξε την πόρτα πυροβολώντας στα τυφλά. Οι τρείς χειριστές του πολυβόλου σηκώθηκαν με τα χέρια ψηλά. Την ίδια στιγμή τρεις άλλοι Αμερικανοί εισέβαλαν στον αριστερό πύργο εξουδετερώνοντας το δεύτερο πολυβόλο. Μερικές χειροβομβίδες ολοκλήρωσαν το έργο. Πίσω από τους στρατιώτες του ΝτεΛίζιο, οι τρεις άνδρες του Μηχανικού, πηδούσαν στο κάτω μέρος της γέφυρας και κατέστρεφαν οποιοδήποτε καλώδιο έβρισκαν μπροστά τους, περιμένοντας ανά πάσα στιγμή να εξαϋλωθούν από μία έκρηξη. Δούλευαν μανιασμένα σαν να είχαν καταληφθεί από νευρικό παροξυσμό -τα έκοβαν με τους κόφτες, τα τράβούσαν, τα ξήλωναν, τα πυροβολούσαν, μεχρι να τα δουν να κρέμονται κομματιασμένα. Στη μέση της γέφυρας βρήκαν πέντε κουτιά εκρηκτικών δεμένα στις δοκούς. Έκοψαν τα καλώδια και τα κουτιά έπεσαν στο νερό.

Οι αμερικανικές απώλειες μέχρι εκείνη τη στιγμή ήταν ανύπαρκτες, αλλά κανείς δεν γνώριζε με βεβαιότητα αν οι Γερμανοί είχαν παίξει και το τελευταίο τους χαρτί. Οι άνδρες του Τίμμερμαν έπρεπε τώρα να καταλάβουν τη σήραγγα η οποία αποτελούσε την τελευταία εστία αντίστασης. Άρματα και στρατιώτες συγκέντρωσαν τα πυρά τους στο εσωτερικό της. Οβίδες αρμάτων, βολίδες πολυβόλων και μικρών όπλων άρχισαν να αποστρακίζονται επάνω στα τοιχώματά της, στέλνοντας θραύσματα σε όλες τις κατευθύνσεις. Οι ριπές γάζωσαν τριά βαγόνια τραίνου που βρίσκονταν σταθμευμένα εκεί, και τα καύσιμα άρχισαν να διαρρέουν στο πάτωμα, πλημμυρίζοντας τη σήραγγα με αναθυμιάσεις βενζίνης. Οι πανικόβλητοι πολίτες που είχαν καταφύγει στο εσωτερικό της άρχισαν να κραυγάζουν και να τρέχουν, ικετεύοντας τους στρατιώτες να σταματήσουν τη μάχη. Το πλήθος, μέσα στην άτακτη φυγή του, συμπαρέσυρε και αρκετούς στρατιώτες, προκαλώντας ένα ανεξέλεγκτο χάος. Ακόμα και εκείνοι οι ελάχιστοι που είχαν τη πρόθεση να πολεμήσουν, σταμάτησαν να πυροβολούν για να μη σκοτώσουν τους πολίτες που τους έκλειναν το οπτικό πεδίο. Ο πανικός διαδόθηκε αστραπιαία.

Ο Σέλλερ διέταξε τον Μπράτγκε να συγκροτήσει μία δύναμη αντεπίθεσης, αλλά κάθε ίχνος πειθαρχίας είχε εξαφανιστεί. Κανείς δεν μπορούσε πλέον να επιβάλλει την τάξη μέσα στην αποδιοργάνωση και τον πανικό. Με τον μοναδικό ασύρματο που υπήρχε στο Ρεμάγκεν, ο Σέλλερ προσπάθησε να επικοινωνήσει με το επιτελείο για να ζητήσει ενισχύσεις. Μετά από μάταιες απόπειρες συνειδητοποίησε ότι ο ασύρματος ήταν κατεστραμμένος -τα πάντα στο Ρεμάγκεν ήταν κατεστραμμένα εκτός από τη γέφυρα. Σταμάτησε τον πρώτο στρατιώτη που βρήκε μπροστά του και του έδωσε ένα κατεπείγον μήνυμα για τον στρατηγό Χίτσφελντ. Ο αγγελιαφόρος πήρε μία μοτοσυκλέτα και έφυγε ολοταχώς. Τουλάχιστον 50 αμερικανικά πολυβόλα από απέναντι τον εντόπισαν στη στιγμή. Ένα από αυτά τον γάζωσε, τινάζοντάς τον νεκρό στην άκρη του δρόμου. Η μοτοσυκλέτα αναποδογύρισε σε ένα χαντάκι και έμεινε με τις ρόδες να γυρίζουν στον αέρα. Χωρίς να ειδοποιήσει κανένα, ο Σέλλερ άρπαξε ένα ποδήλατο που βρέθηκε μπροστά του και έφυγε για να παραδώσει το μήνυμα προσωπικά, διαπράττοντας το υπέρτατο σφάλμα –είχε εγκαταλείψει τη θέση του. Οι Αμερικανοί διαισθάνθηκαν ότι η αποστολή των αγγελιαφόρων πρέπει να ήταν υψίστης σημασίας και συγκέντρωσαν τα πυρά τους επάνω στον ποδηλάτη. Με το κεφάλι σκυμμένο, ο Σέλλερ έτρεχε κάτω από το χειρότερο χαλάζι πυρός που είχε γνωρίσει ποτέ του σε μάχη.

Ήταν άτυχος. Ούτε μία σφαίρα δεν τον άγγιξε.

Ο Μπράτγκε βλέποντας τους στρατιώτες να τρέπονται σε φυγή, αναζήτησε απεγνωσμένα τον ταγματάρχη για να επιβάλλει κάποια τάξη. Σύντομα διαπίστωσε ότι είχε απομείνει μόνος του μαζί με τον Φρήζενχαν και άλλους τρεις υπολοχαγούς. Η Μοίρα τού είχε παίξει άσχημο παιχνίδι: μετά την ανεξήγητη εξαφάνιση του Σέλλερ, η διοίκηση της γέφυρας είχε περιέλθει και πάλι σε αυτόν –μία διοίκηση που τώρα αποτελούσε κατάρα και όχι τιμή. Αλλά ο Μπράτγκε ήταν μαθηματικός και υπολόγισε με ακρίβεια την επόμενη κίνησή του.

«Κύριοι, μετά την ανεξήγητη απουσία του ταγματάρχη Σέλλερ, και κάτω από το πρίσμα των παρουσών καταστάσεων, θεωρώ ότι δεν είμαι σε θέση να αναλάβω την ευθύνη της μάχης. Σύμφωνα με τις διαταγές λοιπόν, σας ρωτώ: είναι κάποιος από εσάς πρόθυμος να αναλάβει την διοίκηση;»

Δεν κινήθηκε κανείς.

«Τότε κύριοι, οφείλω να αναζητήσω ανάμεσά σας έναν εθελοντή…»

Δεν χρειάστηκε να συνεχίσει. Στην είσοδο της σήραγγας εμφανίστηκαν οι πρώτοι Αμερικανοί με προτεταμένα τα όπλα και κάποιος Γερμανός κουνούσε μία λευκή σημαία. Όταν ο Μπράτγκε γύρισε πάλι το κεφάλι του, το ακροατήριό του είχε εξαφανιστεί. Ανάμεσα σε ένα πλήθος φοβισμένων πολιτών που εγκατέλειπαν τις εστίες τους και άοπλων στρατιωτών που έψαχναν κάποιον Αμερικανό για να παραδοθούν, ύψωσε περισσότερο τη φωνή του, συντάσσοντας την τελευταία πρόταση ενός προσωπικού συμβολαίου αθωότητας μεταξύ της συνείδησης και της πατρίδας του.

«Θέλω να δηλώσω ότι η λευκή σημαία υψώθηκε χωρίς την διαταγή μου!». Κανείς δεν τον άκουγε, αλλά εκείνος συνέχιζε. «Σύμφωνα με τις διεθνείς συνθήκες, οποιαδήποτε παράταση των εχθροπραξιών αποτελεί παράβαση. Γι’ αυτό διατάζω αμέσως κατάπαυση του πυρός και παράδοση των όπλων!».

Η φωνή του όμως είχε ήδη χαθεί, καθώς παρασυρόταν κι αυτός από το ανώνυμο πλήθος που οδηγείτο σιωπηλό προς την αιχμαλωσία.  

 

Η ΑΦΙΞΗ ΤΩΝ ΔΗΜΙΩΝ

ΣΑΒΒΑΤΟ 10 ΜΑΡΤΙΟΥ 1945

Στην Καγκελαρία του Γ’ Ράϊχ υπήρχε τουλάχιστον ένα πράγμα το οποίο ταξίδευε γρηγορότερα από την ταχύτητα του φωτός: τα κακά νέα! Ο Χίτλερ ξέσπασε ωρυόμενος για τους «…προδότες του Ρεμάγκεν» και αναζητούσε τους υπεύθυνους αυτής της «…στρατιωτικής και εθνικής καταστροφής». Επιζητούσε ξεκάθαρα ένα λουτρό αίματος προς παραδειγματισμό των στρατηγών, του στρατού και του λαού. Το προπαγανδιστικό σύνθημα των προηγούμενων ετών που συναντούσε ακόμη κανείς γραμμένο σε κάποιους τοίχους, «Οι τροχοί πρέπει να κυλήσουν για την Νίκη», τώρα είχε αποκτήσει μία νέα, πιο επίκαιρη μορφή: «Τα κεφάλια πρέπει να κυλήσουν για την Νίκη!». Η κυνηγετική περίοδος είχε αρχίσει…

Για την διερεύνηση της υπόθεσης διέταξε αμέσως την σύσταση ενός ειδικού τριμελούς δικαστηρίου, διορίζοντας πρόεδρο τον υποστράτηγο Ρούντολφ Χύμπνερ (Rudolf Huebner): έναν φανατικό «αξιωματικό καθοδήγησης» του στρατού, ο οποίος θεωρούσε την πίστη στο εθνικοσοσιαλιστικό κόμμα ως τον πρωτεύοντα παράγοντα στην τελική νίκη. Στην έκθεση ικανοτήτων του μάλιστα, αναφερόταν ότι «…διακατέχεται από μία άρρωστη φιλοδοξία η οποία επηρεάζει την σκέψη του». Ο Χύμπνερ ανακλήθηκε από το ανατολικό μέτωπο και παρουσιάστηκε ενώπιον του Χίτλερ στις 10 Μαρτίου. Οι αντισυνταγματάρχες Πάουλ Πεντ (Paul Penth) και Άντον Ερνσπέργκερ (Anton Ehrnsperger), θα βοηθούσαν τον υποστράτηγο στο έργο του -περιττό να αναφερθεί ότι κανείς εκ των τριών αξιωματικών δεν διέθετε ίχνος νομικής κατάρτισης. Ο Πεντ ήταν ακόμη φανατικότερος του Χύμπνερ και δεν είχε κανέναν ενδοιασμό για ότι επρόκειτο να συμβεί. Θεωρούσε πατριωτικό του καθήκον την πάταξη της δειλίας και της απειθαρχίας. Ο Ερνσπέργκερ ήταν ο νεότερος όλων και ο μοναδικός ο οποίος δεν ένιωθε κανένα ενθουσιασμό για τον ρόλο που του είχαν αναθέσει, αλλά γνώριζε ότι αν προέβαλε έστω και την παραμικρή αντίρρηση, ο υποστράτηγος θα τον αντικαθιστούσε στη στιγμή –και δεν ήταν καθόλου σοφό να φέρνεις αντίρρηση σε μία εντολή που προερχόταν από τον ίδιο τον μαινόμενο Φύρερ.

Ο Σέλλερ επέστρεψε στο διοικητήριο του 67ου Σώματος στις 10 Μαρτίου, για να αναφέρει στον Χίτσφελντ τα δραματικά γεγονότα του Ρεμάγκεν. Εκεί βρισκόταν ήδη και ο στρατάρχης Μόντελ, ο οποίος θορυβημένος από τις ολέθριες εξελίξεις είχε σπεύσει να ενημερωθεί. Τα σφάλματα του στρατάρχη στην υπόθεση δεν ήταν λίγα. Δεν θεωρούσε το Ρεμάγκεν στόχο προτεραιότητας και είχε αγνοήσει αρκετές προειδοποιήσεις που υπεδείκνυαν το αντίθετο, αρνούμενος να αποστείλει ενισχύσεις. Για το διάστημα μεταξύ 16.00-17.00 το αμερικανικό προγεφύρωμα αποτελείτο μόνο από τους 120 άνδρες του Τίμμερμαν. Ακόμα και αρκετές ώρες αργότερα, η μόνη ενίσχυση που έλαβε ο λόχος του αποτελείτο από τμήματα πεζικού, αφού μέχρι το πρωί της επόμενης μέρας η γέφυρα παρέμενε απροσπέλαστη για τα άρματα. Η παρουσία έστω και μίας μικρής, αξιόμαχης γερμανικής δύναμης και λίγων αρμάτων, θα το είχε εξαλείψει την ίδια ώρα. Νιώθοντας τώρα την Δαμόκλειο Σπάθη να αιωρείται πάνω από το κεφάλι του, βιάστηκε να αναλάβει μόνος του καθήκοντα δικαστού. Άκουσε την αναφορά του ταγματάρχη και πριν ο Χίτσφελντ προλάβει να ανοίξει το στόμα του, επενέβη απότομα.

-Γιατί όμως, εγκατέλειψες τη γέφυρα; τον ρώτησε με κοφτό ύφος.

-Πήρα ένα ποδήλατο για να καλέσω βοήθεια, απάντησε ο Σέλλερ γεμάτος αυτοπεποίθηση ακόμη.

-Γιατί δεν πήρες τηλέφωνο ή τουλάχιστον δεν οργάνωνες μία αντεπίθεση;

-Οι επικοινωνίες ήταν κατεστραμμένες, ο αγγελιοφόρος μου σκοτώθηκε και θεώρησα σωστό να ενημερώσω την διοίκηση.

Κάτω από το μονόκλ του δεξιού του ματιού, το βλέμμα του στρατάρχη πήρε μία έκφραση περιφρόνησης.

-Και γιατί χρειάστηκες τρεις μέρες για να επιστρέψεις από το Ρεμάγκεν; Γιατί εγκατέλειψες τη θέση σου;

Οι ερωτήσεις έπεσαν σαν απανωτά χαστούκια στον Σέλλερ. Τα μάτια του ανοιγόκλεισαν και το στομάχι του σφίχτηκε από τον αιωρούμενο υπαινιγμό της λιποταξίας. Η φωνή του τρεμούλιασε κάνοντας την απάντηση να ακουστεί τόσο αξιολύπητα ψεύτικη, ώστε δεν έπεισε ούτε τον εαυτό του. Ο φόβος άρχισε να τον τυλίγει.

-Προσπάθησα να επιστρέψω στη μονάδα μου, αλλά διαπίστωσα ότι το αρχηγείο είχε μετακινηθεί. Έκανα ότι καλύτερο μπορούσα…

Το χέρι του Μόντελ τον διέκοψε, πέφτοντας βαρύ πάνω στον ώμο του: «Εδώ, λοιπόν, έχουμε έναν ένοχο!».

  

ΙΕΡΑ ΕΞΕΤΑΣΗ

ΚΥΡΙΑΚΗ 11 ΜΑΡΤΙΟΥ

  

Η πόρτα της αίθουσας άνοιξε και δύο οπλισμένοι υπαξιωματικοί ώθησαν ελαφρά τον ταγματάρχη στο εσωτερικό της. Ο ψηλός, νεαρός αξιωματικός βάδισε αργά, με τα μέλη του σφιγμένα και στάθηκε μπροστά στους κατήγορούς του. Ήταν νευρικός και φανερά καταβεβλημένος. Το έξυπνο πρόσωπό του είχε χλομιάσει. Επάνω του είχε αποτυπωθεί η αγωνία των προηγούμενων ημερών, αλλά και η βασανιστική υποψία όσων φοβόταν ότι θα επακολουθούσαν.

Στο κέντρο της αίθουσας, εκτός από τους τρεις στρατοδίκες, παρίστατο και ένας τέταρτος. Ο συνταγματάρχης Φέλιξ Γιάνερτ (Felix Janert) ήταν ο Αξιωματικός Δικαστικού της Β΄ Ομάδας Στρατιών και είχε διοριστεί από τον Μόντελ σαν σύμβουλος νομικών θεμάτων του δικαστηρίου. Ήταν ο μοναδικός που είχε την ειλικρινή πρόθεση να διεξάγει μία αντικειμενική δίκη, αλλά η παρουσία του εκεί ήταν καθαρά διακοσμητική. Βρισκόταν εγκλωβισμένος ανάμεσα στην Σκύλλα του Μόντελ και την Χάρυβδη του Χύμπνερ. Μία αφελής πρόταση του περί υπεράσπισης του κατηγορουμένου είχε απορριφθεί κατηγορηματικά από τον τελευταίο, η  μορφή του οποίου κυριαρχούσε ανάμεσα στην τριανδρία των δημίων.

Ο Χύμπνερ ανακάτεψε κάτι χαρτιά που βρίσκονταν μπροστά του χωρίς να τα διαβάσει και άρχισε την ανάκριση.

«Που βρισκόσασταν όταν έπρεπε να ανατιναχτεί η γέφυρα;… Γιατί δεν είχατε φροντίσει να την ανατινάξετε εγκαίρως;… Γιατί δεν φροντίσατε να καταστραφεί πλήρως;… Σαν διοικητής των δυνάμεων στη γέφυρα είχατε καθήκον να ηγηθείτε μίας αντεπίθεσης. Που βρισκόσασταν εκείνη την κρίσιμη στιγμή;»

Οι ερωτήσεις, εσκεμμένα διατυπωμένες σε καταιγιστική ακολουθία για να μην επιτρέπουν στον ταραγμένο Σέλλερ να συγκεντρωθεί, μετατρέπονταν σταδιακά σε απροκάλυπτες επικρίσεις, καθώς ο τόνος του Χύμπνερ ανέβαινε.

«Μπορείτε να μας παρουσιάσετε, αυτή τη στιγμή, κάποια απόδειξη ότι δεν ενεργήσατε με αμέλεια και δειλία; Οι ίδιες σας οι πράξεις δεν σας καθιστούν ένοχο εσχάτης προδοσίας;».

Ο Σέλλερ κοιτούσε απεγνωσμένα τα άλλα πρόσωπα μέσα στην αίθουσα, αναζητώντας υποστήριξη από κάπου. Ο Πεντ, στα δεξιά του Χύμπνερ, καθόταν ανέκφραστος με τα χείλη σφραγισμένα. Έβγαλε τα γυαλιά του, τα καθάρισε με αργές κινήσεις και τα ξαναφόρεσε. Τώρα έδειχνε πιο ήρεμος. Ο Ερνσπέργκερ, στα αριστερά, φαινόταν να παρακολουθεί με ενδιαφέρον, αλλά χωρίς να ανοίγει το στόμα του. Με την άδεια του Χύμπνερ, ο Σέλλερ προσπάθησε να απολογηθεί.

«Πρέπει να γνωρίζετε ότι ανέλαβα την διοίκηση ελάχιστα λεπτά πριν την εμφάνιση των αμερικανικών δυνάμεων. Η γέφυρα κατελήφθη τόσο γρήγορα, ώστε δεν είχα τον απαραίτητο χρόνο να κατανοήσω την πολύπλοκη αλυσίδα διοίκησης που επικρατούσε στον τομέα μου, ούτε να γνωρίζω με ποιόν έπρεπε να επικοινωνήσω. Μέσα στις ελάχιστες ώρες που είχα την διοίκηση ήταν αδύνατον να εξοικειωθώ με όλες τις τεχνικές λεπτομέρειες για την ανατίναξη της γέφυρας».

Εξήγησε λεπτομερώς τα δραματικά περιστατικά γύρω από την αποτυχημένη απόπειρα ανατίναξης και ότι είχε πράγματι προσπαθήσει να οργανώσει αντεπίθεση, αλλά οι άνδρες που είχε στη διάθεσή του ήταν ελάχιστοι και το ηθικό τους καταρρακωμένο. Ήταν αδύνατον να ανακαταληφθεί η γέφυρα από μία τέτοια δύναμη.

Όσο μιλούσε είχε αρχίσει να αναθαρρεί. Ήταν υπερήφανος χαρακτήρας και αποφασισμένος να αποδείξει ότι το μόνο που είχε πράξει ήταν το καθήκον του. «Ήμουν απομονωμένος και οι γραμμές επικοινωνίας μου κατεστραμμένες. Δεν είχα άλλη επιλογή παρά να ζητήσω επειγόντως_»

-Ταγματάρχα, προσπαθείτε τόση ώρα να δικαιολογήσετε τις πράξεις σας, ενώ η πραγματικότητα είναι απλή: η δολιότητα και η δειλία σου επέτρεψαν στον εχθρό να δημιουργήσει ένα προγεφύρωμα στον Ρήνο! Η φωνή του Χύμπνερ είχε λάβει μία απόχρωση αηδίας.

-Ακόμα και στην αναφορά προς τον διοικητή σου είχες το θράσος να περιγράψεις αυτά τα μυθεύματα! Και ο στρατηγός Χίτσφελντ τόλμησε να προτείνει την παρασημοφόρησή σου μετά από αυτές τις γελοίες ιστορίες! Έχεις και την αναίδεια να υπερασπίζεσαι τις πράξεις σου!

Ο Γιάνερτ σαν νομικός αντιπρόσωπος, πήρε τον λόγο χρησιμοποιώντας ηπιότερους χαρακτηρισμούς για τον Σέλλερ. Είπε ότι η αποστολή του στο Ρεμάγκεν ήταν ασαφής. Οι πληροφορίες που διέθετε ήταν ανεπαρκείς και το μέγεθος της αποστολής που του είχε ανατεθεί ήταν υπερβολικό για τις δυνάμεις του. Βεβαίως οι παραλείψεις του κατηγορούμενου ήταν αρκετές, αλλά και η ενοχή του δεν ήταν αρκετή για να δικαιολογήσει την θανατική καταδίκη.

Σε εκείνο το σημείο επενέβη απότομα ο Πεντ. Η φωνή του ανατρίχιασε τον Σέλλερ. Ήταν απαλή και ήρεμη σαν να συζητούσε για κάτι καθημερινό, τετριμμένο, ενώ στην ουσία στοιχειοθετούσε την καταδίκη του.

«Ο ταγματάρχης απέτυχε να αναλάβει αποφασιστική πρωτοβουλία όταν οι Αμερικανοί διέσχιζαν την γέφυρα. Ακόμα και οι αξιοθρήνητες ενέργειές του μετά την κατάληψη της γέφυρας επιδεικνύουν έναν άνθρωπο δειλό. Σαν ανώτερος αξιωματικός της εμπειρίας του όφειλε να δράσει με αποφασιστικότητα…»

Ο Γιάνερτ είχε χαμηλώσει το βλέμμα, γνωρίζοντας ότι δεν μπορούσε να αλλάξει τίποτα σε αυτή την παρωδία. Καθώς παρακολουθούσε τη δίκη, το μυαλό του ανέτρεξε στην συνομιλία του Χύμπνερ με τον Μόντελ, λίγο μετά από την άφιξή του πρώτου. Τα πάντα ήταν προδιαγεγραμμένα από την αρχή. Ο Χύμπνερ είχε πάρει το μήνυμα από τον στρατάρχη, διατυπωμένο με σαφήνεια:

«Σαν διοικητής των δυνάμεων της γέφυρας ήταν υπεύθυνος για την έγκαιρη ανατίναξή της, έτσι δεν είναι; Η αποτυχία του συνιστά θανάσιμο παράπτωμα και ως εκ τούτου δικαιολογεί απόλυτα την θανατική ποινή».

Τώρα πλέον τα πάντα οδηγούντο με μαθηματική ακρίβεια στην αναπόφευκτη ετυμηγορία.

Ο Πεντ έκλεισε τον λόγο του με την ίδια αδιατάρακτη γαλήνη.

«Αντί να ανασυγκροτήσει τους ανοργάνωτους στρατιώτες, σχηματίζοντας μία αμυντική δύναμη, εγκατέλειψε την διοίκησή του σε έναν λοχαγό, ισχυριζόμενος ότι έπρεπε να καταφύγει στα μετόπισθεν για να αναφέρει το περιστατικό, αποφεύγοντας τις ευθύνες του με αυτή την απίστευτη πράξη δειλίας!»

Η καρδιά τού Σέλλερ πάγωσε…

Ο Χύμπνερ πετάχτηκε από το κάθισμά του ξεφωνίζοντας: «Αναγνωρίζεις την δειλία και την ενοχή σου;»

Ο ταγματάρχης είχε αρχίσει να τρέμει και τα λόγια χάνονταν μέσα στις συσπάσεις του. Τα χείλη του ψέλλισαν κάτι ακατάληπτο που ούτε ο ίδιος κατάλαβε τι ήταν και δεν είχε και καμία σημασία. Καθώς οι δύο φρουροί τον σήκωναν από το κάθισμά του για να τον βγάλουν έξω, ο Χύμπνερ του ανακοίνωνε αδιάφορα τη θανατική ποινή…

Ταυτόχρονα όμως ο Μόντελ είχε διενεργήσει μία ακόμη έρευνα για την αναζήτηση περισσότερων υπόπτων –όσο αύξανε ο αριθμός τους, τόσο λιγότερο κινδύνευε ο ίδιος, και τόσο περισσότερο θα ικανοποιείτο το αίσθημα δικαιοσύνης του Φύρερ. Οι έρευνές του έφεραν στην επιφάνεια άλλους τρεις υπόπτους –παραδόξως, κανένας εξ αυτών ανώτερος από ταγματάρχη. Ο βαθμός αυτός διέθετε κάποια σαφή προνόμια: ήταν αρκετά υψηλός για να σε καθιστά υπεύθυνο για τα πάντα, και αρκετά χαμηλός για να μην εκτεθεί η ηγεσία.

Την ώρα που ο Χύμπνερ ανακοίνωνε την ετυμηγορία του δικαστηρίου στον Σέλλερ, τρεις νέοι ύποπτοι είχαν ανακαλυφθεί. Οι δύο πρώτοι ήταν οι ταγματάρχες του μηχανικού Χέρμπερτ Στρόμπελ (Herbert Strobel) και Άουγκουστ Κραφτ (August Kraft), επιφορτισμένοι και οι δύο με την ασφάλεια πέντε διαβάσεων στην ευρύτερη περιοχή, ανάμεσά τους και του Ρεμάγκεν. Σαν αξιωματικοί του Μηχανικού (και προϊστάμενοι του Φρήζενχαν) ήταν υπεύθυνοι για την διαδικασία των ανατινάξεων και δεν είχαν καμία ανάμιξη με τις τακτικές επιχειρήσεις. Παρόλα αυτά μόλις ενημερώθηκαν για την κατάληψη της γέφυρας διενήργησαν μία γενναία αντεπίθεση η οποία όμως απέτυχε. Οι δικαστές ωστόσο δεν δίστασαν να κατασκευάσουν μία θεωρία περί του αντιθέτου. Ο Στρόμπελ ήταν δραστήριος, αφοσιωμένος στο καθήκον του και δεν έτρεφε καμία αμφιβολία για την αθωότητά του. Αντίθετα όμως με τους υπόλοιπους κατηγορούμενους, ήταν οξύθυμος και γνώριζε με τι ανθρώπους είχε να κάνει. Όταν οι δικαστές άρχισαν να εκστομίζουν τις κατασκευασμένες κατηγορίες, η οργή του ξέσπασε.

«Γνωρίζω ότι το επιτελείο αναζητά επιμόνως ενόχους ανάμεσα στους μάχιμους αξιωματικούς, αλλά αν γνώριζε τις ενέργειες των στρατηγών, τις αντιφατικές διαταγές που εκδίδουν και τον τρόπο με τον οποίο αποποιούνται τις ευθύνες τους, θα αναζητούσε τους υπευθύνους εκεί!». Αυτό ήταν το πρώτο του σφάλμα. Κλείνοντας τον λόγο του παρουσίασε και μία αναφορά την οποία είχε προετοιμάσει ειδικά για την περίσταση, η οποία έλεγε ότι η ποσότητα και η ισχύς των εκρηκτικών που είχαν παραδοθεί στο Ρεμάγκεν ήταν οι μισές των απαιτούμενων -κάτι για το οποίο ο Σέλλερ δεν είχε ιδέα!. Αυτό ήταν το δεύτερο σφάλμα του. Η τύχη του είχε σφραγιστεί…

Ο 54χρονος Άουγκουστ Κραφτ ποτέ δεν φαντάστηκε τον πραγματικό λόγο για τον οποίο τον είχαν καλέσει να παραστεί στη δίκη και πίστευε ότι επρόκειτο για κάποιο διαδικαστικό ζήτημα. Ήταν τόσο βέβαιος για την αθωότητά του ώστε είχε δώσει εντολή στον οδηγό του να περάσει να τον πάρει το μεσημέρι!

Τρίτος και τελευταίος ήταν ο ανθυπολοχαγός Καρλ-Χάϊντς Πέτερς, διοικητής της αντιαεροπορικής πυροβολαρχίας στο Ρεμάγκεν. Μέσα στον γενικότερο πανικό, ο Πέτερς είχε υποχωρήσει χωρίς να φροντίσει να καταστρέψει την πυροβολαρχία του –ανάμεσα στα όπλα βρισκόταν και ένα ρουκετοβόλο τελευταίας παραγωγής, το οποίο δεν έπρεπε να πέσει στα χέρια του εχθρού. Ο 20χρονος ανθυπολοχαγός υποψιαζόταν την ενοχή του και έτρεμε πριν ακόμη μπει στην αίθουσα.

Για τους τρεις δικαστές η περίπτωση του Πέτερς ήταν ξεκάθαρη και δεν απαιτούσε πολύ χρόνο. Πριν την έναρξη της διαδικασίας, ο Χύμπνερ φρόντισε να καθησυχάσει τους συναδέλφους του: «Δεν θα αργήσουμε πολύ…» 

ΚΑΤΑΡΡΕΥΣΗ

ΣΑΒΒΑΤΟ 17 ΜΑΡΤΙΟΥ, 07.00

 

Τρεις ημέρες μετά από αυτό που οι Αμερικανοί αποκάλεσαν «Το Θαύμα του Ρεμάγκεν», το προγεφύρωμα είχε πλέον εγκαθιδρυθεί πλήρως. Όταν κάθε απόπειρα γερμανικής αντεπίθεσης είχε αποτύχει, οι Γερμανοί ανέθεσαν την καταστροφή της γέφυρας στη Luftwaffe, το πυροβολικό, τους βατραχάνθρωπους και τις ιπτάμενες βόμβες -με αυτή τη σειρά. Για μία ολόκληρη εβδομάδα η γέφυρα βομβαρδιζόταν αδιάκοπα από μία εναλλασσόμενη ποικιλία αεροσκαφών. “Stuka”, Focke Wulf 190, Messerschmitt 262, Arado 234 –όλο το άνθος της γερμανικής αεροπορικής τεχνολογίας παρέλασε από πάνω της, αποτυγχάνοντας να της προκαλέσει οποιαδήποτε σοβαρότερη ζημιά πέρα από την καταστροφή μερικών επιπλέον δοκών οι οποίες δεν την ενόχλησαν στο ελάχιστο.

Στις 16 Μαρτίου ο Χίτλερ χρησιμοποίησε τα μεγάλα μέσα: διέταξε την ισοπέδωση του αμερικανικού προγεφυρώματος με ιπτάμενες βόμβες V-2. Τα όπλα αυτά ήταν γνωστά για την καταστρεπτική ισχύ τους, αλλά και την μεγάλη αστοχία τους. Εκτοξευμένες από την Ολλανδία, έντεκα V-2 έπληξαν την πόλη του Ρεμάγκεν, σκορπίζοντας αυθεντική βιβλική καταστροφή σε κτίρια, χλωρίδα και πανίδα. Ούτε μία δεν άγγιξε την γέφυρα. Την επόμενη ημέρα, 17η Μαρτίου –ακριβώς δέκα ημέρες μετά την κατάληψή της- η γέφυρα υπέκυψε τελικά στα συσσωρευμένα πλήγματα που είχε δεχτεί και κατέρρευσε μόνη της χωρίς να την πειράξει κανείς. Το γεγονός άφησε αδιάφορους τους Αμερικανούς. Μέχρι τότε είχαν κατασκευάσει πέντε πλωτές γέφυρες μέσω των οποίων διαπεραίωναν τα στρατεύματά τους.

Όλα αυτά όμως συνέβησαν πολύ αργότερα. Πέντε μέρες πριν την κατάρρευση της γέφυρας, ένα άλλο δράμα, πολύ μικρότερων, αλλά και πολύ τραγικότερων διαστάσεων, συνέβαινε μερικά χιλιόμετρα μακρύτερα: τέσσερις άνθρωποι βίωναν τις τελευταίες στιγμές ενός ζωντανού θανάτου, περιμένοντας την βολή του εκτελεστικού αποσπάσματος.

  

ΠΟΙΟΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΕΧΘΡΟΣ;

ΔΕΥΤΕΡΑ 12 ΜΑΡΤΙΟΥ, 10.00

 

 Το πρωί της 12ης Μαρτίου το ανθρώπινο ερείπιο του ταγματάρχη Χανς Σέλλερ έσερνε τα βαριά του βήματα μέσα από τις λάσπες που είχαν δημιουργήσει οι βροχές των τελευταίων ημερών, κάτω από την συνοδεία δέκα στρατιωτών οι οποίοι τον οδηγούσαν στο σπίτι της οικογενείας Οξενμπρύχερ, στην πόλη του Ρίμπαχ, αρχηγείο του 67ου Σώματος Στρατού. Από τον εξωτερικό τοίχο του σπιτιού, ένα σύνθημα γραμμένο με μεγάλα μαύρα γράμματα τον κοίταζε κοροϊδευτικά στα μάτια: «Αν ο Θεός είναι μαζί μας, τότε ποιος μπορεί να είναι εναντίον μας;».

Η Μίννα Οξενμπρύχερ, η κόρη της οικογένειας, έπεισε τους φρουρούς να ετοιμάσει στον μελλοθάνατο αξιωματικό ένα απλό γεύμα. Στη συνέχεια του παραχωρήθηκαν 30 λεπτά για να γράψει ένα τελευταίο γράμμα στην οικογένειά του. Όταν τελείωσε οδηγήθηκε έξω από το σπίτι, σε ένα κοντινό δάσος. Οι κτύποι της καρδιάς του αντηχούσαν στα αυτιά του σαν κάποια βιαστική υπερταχεία που πλησίαζε από μακριά, σαν προπομπός του Θανάτου. Με έναν συγχρονισμένο, μεταλλικό κρότο, οι δέκα στρατιώτες έσπρωξαν από μία σφαίρα στη κρύα θαλάμη του όπλου τους. Άντλησε τα τελευταία ίχνη αξιοπρέπειας προσπαθώντας να αντιμετωπίσει υπερήφανος το πικρό τέλος, ενώ το ατέρμονο ερώτημα συνέχιζε να πνίγει το μυαλό του:

«Ποιός είναι ο εχθρός;…Ποιός είναι ο εχθρός;…»

Το τελευταίο πράγμα που κοίταξε ήταν ο μακρινός και αδιάφορος ουρανός. Ούτε εκεί βρήκε την απάντηση.

Ο αρχηγός του αποσπάσματος του έδωσε την χαριστική βολή στη βάση του κρανίου σαν να επρόκειτο για κάποιον κοινό εγκληματία. Το πτώμα του σκυλεύτηκε και το γράμμα προς την οικογένειά του κάηκε. Οι στρατιώτες κάλυψαν το πτώμα του με μερικές φτυαριές χώμα και απομακρύνθηκαν, αφήνοντας το σχεδόν εκτεθειμένο, μερικά εκατοστά πάνω από την επιφάνεια του νοτισμένου εδάφους.

 


 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

1.    Ken Hechler “The Bridge at Remagen”, Pictorial Histories Publishing Company 1957.

2.    Walther Goerlitz “Model”, Heyne Verlag.

3.    Alexander McKee “The Race for the Rhine Bridges”, Stein & Day Publishers, N. York 1971.

4.    Alfred Price “The Last Year of the Luftwaffe”, Arms & Armour Press 1991.

5.    “Combat: European Theater”, Dell Publishing, New York, 1958.

Return to the Home Page