ΜΙΝΤΓΟΥΑΙΥ
Το
κρυφό
παρασκήνιο μίας
αδιανόητης
νίκης
Ιωάννης
Μανσόλας
Άγγελος Δαλασσηνός
24/05/2009
Μία
αξιωματική
ιστορική
αλήθεια είναι
ότι στο πεδίο
της μάχης «…νικά
εκείνος ο
οποίος διαπράττει
τα λιγότερα
σφάλματα».
Ωστόσο,
αντίθετα στα
αξιώματά της, η
Ιστορία δεν
παύει ποτέ να
καταπλήσσει. Η
Μάχη της
Μιντγουαίυ
θεωρείται η
μεγαλύτερη
αεροναυτική
νίκη της
αμερικανικής
ιστορίας.
Ακολούθησαν
χιλιάδες
αναλύσεις με
τις οποίες οι
ιστορικοί, εκ
των υστέρων,
μάς
υποδείκνυαν τα
μοιραία
σφάλματα των
Ιαπώνων σε
αντίθεση με
τους «ευφυέστατους»
χειρισμούς των
Αμερικανών.
Παρόλα αυτά, 60
χρόνια
αργότερα, όταν
πλέον ο μανδύας
του θρύλου
ξεθωριάζει
ξεσκεπάζοντας
τα ίχνη της
αλήθειας,
αποκαλύπτεται,
για πρώτη ίσως
φορά στα
ιστορικά
χρονικά, ότι
νικητής
ανεδείχθη
εκείνος ο
οποίος
διέπραξε
σωρεία
ολέθριων
σφαλμάτων! Οι
επίσημες
Αναφορές Μάχης
αλλοιώθηκαν εκ
των υστέρων,
προκειμένου να
αποκρύψουν
τους λανθασμένους
χειρισμούς, τα
αεροναυτιλιακά
σφάλματα, τις προσωπικές
διαμάχες
μεταξύ
διοικητών, αλλά και να
αμβλύνουν την
οργή που θα
προκαλούσε η
μάταιη σφαγή
τριών Μοιρών
τορπιλοπλάνων:
από τα 41
αεροσκάφη τα
οποία
εξαπολύθηκαν
εναντίον του
ιαπωνικού
στόλου, μόνο
έξι επέστρεψαν.
Ούτε μία
τορπίλη δεν
είχε βρει τον
στόχο της…
Το
παρόν άρθρο
σκοπεύει να
εστιάσει στα
όσα παρέμεναν
άγνωστα μέχρι
σήμερα στο
κοινό και όχι
να διηγηθεί για
μία ακόμα φορά
τα στερεότυπα
της
χιλιοειπωμένης
εκείνης μάχης.
Πρόκειται για
μία
απομυθοποίηση,
η οποία
αποδίδει φόρο
τιμής σε
εκείνους που
όντως τον
αξίζουν.
Η
μάχη της
Θάλασσας των
Κοραλλίων (4-8
Μαΐου 1942), η οποία
είχε μόλις
προηγηθεί, είχε
λήξει σαν μια
τακτική
ισοπαλία για
τις αντίπαλες
πλευρές στο
μέτωπο του
Ειρηνικού, αν
και η απώλεια
του
αεροπλανοφόρου
USS
Lexington
βάραινε άσχημα
στο μυαλό του
Ναύαρχου
Νίμιτς, ο
οποίος
αδυνατούσε να
συναγωνισθεί
την ιαπωνική
υπεροπλία. Οι
Αμερικανοί
πιλότοι και οι
τακτικές τους
είχαν
αποδειχτεί
μετριότατες, οι
συντονισμοί
των πλοιάρχων
του ανύπαρκτοι
και πολλά
πράγματα είχαν
αφεθεί στην
τύχη. Ακόμα και
η αποχώρηση των
Ιαπώνων από το
πεδίο της μάχης
απείχε πολύ από
μία νίκη, αφού
την ίδια στιγμή
οι Φιλιππίνες
είχαν πέσει στα
χέρια τους,
μαζί με 78.000
αιχμαλώτους.
Οι
ιαπωνικές
δυνάμεις
υπερτερούσαν
του αντιπάλου
κατά 2:1 στη
θάλασσα και
κατά 3:1 στον αέρα.
Ο Ναύαρχος
Ναγκούμο,
διοικητής της
Δύναμης
Αεροπλανοφόρων,
ήταν πρακτικά ο
εν δυνάμει
κυρίαρχος του
Ειρηνικού από
τις ακτές της
πατρίδας του
μέχρι τα νησιά
του Σολομώντος.
Παρόλα αυτά, ο
Αρχηγός του
Ιαπωνικού
Αυτοκρατορικού
Ναυτικού,
Ναύαρχος
Γιαμαμότο,
αντιμετώπιζε
τα πράγματα
λιγότερο
αισιόδοξα. Από
την επιδρομή
του Περλ
Χάρμπορ και
μετά, μία
ανησυχία
κατέτρωγε τα
σωθικά του. Η
Μάχη της
Θάλασσας των
Κοραλλίων είχε
καταδείξει ότι
οι ΗΠΑ δεν
είχαν σβήσει
από τον
Ειρηνικό και ο
ολοένα
αυξανόμενος
αμερικανικός
στόλος
μπορούσε ανά
πάσα στιγμή να
ανατρέψει την
υπεροπλία του.
Τώρα ήταν
έτοιμος να
πραγματοποιήσει
ένα τολμηρό
σχέδιο, του
οποίου η έκβαση
θα ήταν
καθοριστική
για την
ισορροπία
δυνάμεων στον
Ειρηνικό.
Αρχικός
και πρώτιστος
σκοπός του ήταν
η εξουδετέρωση
του
αμερικανικού
στόλου, ο
οποίος όμως,
απέφευγε να
εκτεθεί.
Προκειμένου να
τον προκαλέσει
σε έξοδο είχε
σχεδιάσει την
κατάληψη της
αμερικανικής
βάσης της
Μίντγουαίυ,
μίας
μικροσκοπικής,
μοναχικής
ατόλης στην
μέση της
απόστασης
μεταξύ των
ακτών Ιαπωνίας
και Αμερικής (εξ
ου και το όνομά
του), η οποία
απείχε 1.000 ν. μ. από
τα νησιά της
Χαβάης. Μία
αεροναυτική
δύναμη
εγκατεστημένη
εκεί θα
μπορούσε να
καταστρέψει
ολοσχερώς τη
βάση του Περλ
Χάρμπορ και να
αποτελεί μία
μόνιμη απειλή
εισβολής για
τις ΗΠΑ.
Αυτός
εξάλλου ήταν
και ο μόνιμος
εφιάλτης του
προέδρου
Ρούζβελτ.
Θορυβημένος
και
απογοητευμένος
από τα
αποτελέσματα
της Μάχης της
Θάλασσας των
Κοραλλίων,
υπέδειξε στον
Διοικητή
Στόλου
Ειρηνικού,
Ναύαρχο
Τσέστερ Νίμιτς,
να
αντικαταστήσει
αμέσως τον
Αντιναύαρχο
Φλέτσερ, ο
οποίος, κατά
την γνώμη του,
δεν είχε
επιδείξει την
απαραίτητη
επιθετικότητα,
η οποία θα
μπορούσε να
είχε οδηγήσει
σε μία ξεκάθαρη
νίκη στη
Θάλασσα των
Κοραλλίων. Ο
Νίμιτς,
θέλοντας να
αποφύγει τις
διαπροσωπικές
συγκρούσεις
μεταξύ των
διοικητών του,
προτίμησε μία
ενδιάμεση λύση,
δημιουργώντας
ένα σύστημα
διαρχίας, και
μαζί με αυτό,
και μία κρίση
σε επίπεδο
ηγεσίας.
Χωρίς
να απομακρύνει
τον Φλέτσερ από
την διοίκηση
του USS
Yorktown,
χώρισε τις
δυνάμεις των
τριών
διαθέσιμων
αεροπλανοφόρων
του σε δύο
ανεξάρτητες
ομάδες, τις Task Force
16 και Task Force
17. Διοικητής της
πρώτης (TF
16) θα ήταν ο
Υποναύαρχος
Ραίυ Σπρούανς,
ένας
αξιωματικός ο
οποίος μέχρι
τότε είχε
διοικήσει μόνο
καταδρομικά
και τώρα θα
είχε υπό τις
διαταγές του τα
USS
Hornet
(CV-8)
και Enterprise (CV-6).
Διοικητής της
δεύτερης (TF
17), ο Φλέτσερ, με
το Yorktown (CV-3),
ο οποίος, ως
αρχαιότερος
του Σπρούανς
και ο μοναδικός
με εμπειρία
στην διοίκηση
αεροπλανοφόρων,
θεωρητικά θα
είχε την
τακτική
διοίκηση των
δυνάμεων. Στην
πραγματικότητα
όμως, ο Φλέτσερ
δεν έβρισκε
ιδιαίτερους
λόγους να
συνεργαστεί
στενά με τον
Σπρούανς, τον
οποίον
αντιμετώπιζε
σαν αντίζηλό
του. Παρότι η
ενότητα και ο
συγχρονισμός
των δύο αυτών
δυνάμεων ήταν
κρίσιμης
σημασίας στο
πεδίο της μάχης,
ο Νίμιτς έπραξε
παν δυνατόν για
να αποτρέψει
αυτή τη
συνεργασία,
αφού, σύμφωνα
με τις οδηγίες
του, οι δύο
δυνάμεις θα
επιχειρούσαν
ανεξάρτητα.
Επιπλέον, όχι
μόνο δεν
οργάνωσε έστω,
μια κοινή
ενημέρωση των
διοικητών του,
αλλά έφθασε στο
σημείο να
χορηγήσει και
ξεχωριστές
διαταγές στον
καθένα! Σύμφωνα
με την Υπηρεσία
Πληροφοριών,
στόχος των
Ιαπώνων ήταν η
νήσος
Μίντγουαιύ,
ωστόσο, σύμφωνα
με το πνεύμα
των λόγων του
προέδρου και
της ανώτατης
διοίκησης, η
στρατηγική στο
πεδίο της μάχης
θα έπρεπε να
καθορίζεται
από τρία
απευκτέα
ενδεχόμενα, τα
οποία θα έπρεπε
πάντοτε να
λαμβάνονται
υπόψη, με την
εξής αυστηρή
προτεραιότητα:
α) Να αποτραπεί
ιαπωνική
απόβαση στο
μητροπολιτικό
έδαφος των ΗΠΑ,
β) Να μην
απωλεσθεί
αεροπλανοφόρο,
γ) Να μην
απωλεσθεί η
Μίντγουαίυ.
Στην
καθομιλουμένη
του
αμερικανικού
ναυτικού
υπάρχουν δύο
παρωνύμια που
περιγράφουν
δύο εντελώς
διαφορετικούς
χαρακτήρες
αξιωματικών: ο «Ξυρισμένος»
και ο «Μαλλιαρός»
(“Τhe Smooth
and
the
Hairy”).
Ο πρώτος
αντιπροσωπεύει
τον τυπικό,
αυστηρό
αξιωματικό,
προσκολλημένο
στο γράμμα των
διαταγών, ενώ ο
δεύτερος
εκείνον που
αδιαφορεί για
τους τύπους ή
την εμφάνιση
και
ενδιαφέρεται
για την ουσία
των πραγμάτων.
Σχεδόν σε κάθε
στρατιωτική
μονάδα
υπάρχουν
τουλάχιστον
δύο τέτοιοι
αξιωματικοί,
και όποτε
χρειάστηκε
αυτοί να
συνεργαστούν
μεταξύ τους στο
πεδίο της μάχης,
η επιχείρηση
κατά του εχθρού
κατέληξε σε
προσωπική
αντιπαράθεση. Η
μοίρα έμελλε να
τοποθετήσει
δύο τέτοιους
αντίθετους
χαρακτήρες στο
αεροπλανοφόρο Hornet,
οι οποίοι θα
έπρεπε να
συνεργαστούν
στην
επικείμενη
μάχη. Οι δύο
αυτοί
αξιωματικοί
ήταν ο
Υποπλοίαρχος
Τζον
Γουώλντρον και
ο Πλωτάρχης
Στάνχοπ Ρινγκ.
Ο
Τζόν Τσάρλς
Γουώλντρον (John Charles Waldron) είχε
γεννηθεί στις 24
Αυγούστου 1900 στο
Φόρτ Πιέρ της Nότιας
Ντακότα. Η
μητέρα του
κατάγονταν από
την φυλή των
Σιού και ήταν
περήφανος για
το ινδιάνικο
αίμα που
κυλούσε στις
φλέβες του.
Είχε περάσει
φτωχικά
παιδικά χρόνια,
πουλώντας είδη
μπακαλικής
στις
ινδιάνικες
φυλές της
αγροτικής
περιοχής που
μεγάλωσε. Το 1920
έχοντας
βαρεθεί την
προοπτική της
αγροτικής ζωής,
ζήτησε την
υποστήριξη
ενός τοπικού
γερουσιαστή
για να προταθεί
στην Ναυτική
Ακαδημία.
Αποφοίτησε από
αυτήν το 1924 με
χαμηλή
βαθμολογία και
πήρε το πτυχίο
του πιλότου το 1927.
Μεταξύ των ετών
1929-39 υπηρέτησε σε
δύο
αεροπλανοφόρα
πετώντας με
αναγνωριστικά
και μαχητικά, αποκτώντας
σημαντική
πτητική
εμπειρία.
Κατόπιν
τοποθετήθηκε
για μεγάλο
διάστημα ως
εκπαιδευτής,
μέχρι τα
γεγονότα του
Περλ Χάρμπορ,
όταν κλήθηκε
να αναλάβει
καθήκοντα
Μοιράρχου της νεοσυσταθείσας
8ης Μοίρας
Τορπιλοπλάνων (VT-8) του USS
Hornet
(CV-8).
Ήταν
ένας απλός
άνθρωπος, ο
οποίος,
δημιουργούσε
επιστήθιες
φιλίες μέσα και
έξω από το
επαγγελματικό
του περιβάλλον.
Αντίθετα με την
πλειονότητα
των
αξιωματικών
του Ναυτικού,
δεν κρατούσε
αποστάσεις από
τους
χαμηλότερους
βαθμούς, ήταν
αγαπητός στους
άνδρες του και
ενδιαφερόταν
για αυτούς.
Αρκετά
ενθουσιώδης με
το οινόπνευμα,
όταν βρισκόταν
σε μεγάλο κέφι,
συνήθιζε να
ανεβαίνει στο
τραπέζι
σηκώνοντας την
γροθιά του,
κραυγάζοντας «Επίθεση!».
Ενίοτε, και
ανάλογα με την
διάθεσή του, το
μεσαίο δάκτυλο
της γροθιάς του
προεξείχε
ανασηκωμένο!
Δεν έχανε ποτέ
ευκαιρία να
πρωταγωνιστήσει
σε γιορτή μαζί
με τους άνδρες
του, αλλά όταν
ανέβαινε στο
αεροπλανοφόρο
γινόταν
πραγματικός
επαγγελματίας.
Μόνο του
ενδιαφέρον
ήταν η
εκπαίδευση των
ανδρών του και
η ανάπτυξη
τακτικών
επίθεσης. Οι
άνδρες του ήταν
όλοι νεαροί
Σημαιοφόροι
και
υπαξιωματικοί,
κυρίως
εθελοντές, οι
οποίοι μόλις
είχαν
τελειώσει τη
βασική
εκπαίδευση,
χωρίς καμία
προηγούμενη
εμπειρία στα
αεροπλάνα και
πολύ λιγότερο
στα ιδιότροπα
τορπιλοπλάνα.
Εξαιτίας της
απελπιστικής
έλλειψης πόρων και
εκπαιδευτικών
μέσων, ο
Γουώλντρον
αναγκάστηκε να
χρησιμοποιήσει
όλο το υπόβαθρο
της εμπειρίας
του,
επιδιδόμενος σε μια
ειλικρινή και
άοκνη
προσπάθεια
εκπαίδευσής
τους. Είχε
αναπτύξει μία
δική του μέθοδο,
την οποία
δίδασκε: πτήση
χαμηλού ύψους (30
μ πάνω από τη
θάλασσα),
μείωση της
ταχύτητας στα 160
χ.α.ω. και ρίψη
της τορπίλης σε
απόσταση 200 μ από
τον στόχο,
σημαδεύοντας
μπροστά από
αυτόν και σε
απόσταση
περίπου ίση με
το ήμισυ του
μήκους του
πλοίου. Ωστόσο, μέχρι την
ημέρα που οι
πιλότοι του θα
έπαιρναν το
βάπτισμα του
πυρός στη
Μίντγουαίυ, δεν
θα είχαν ποτέ
την ευκαιρία να
εξασκηθούν στη
ρίψη μίας
πραγματικής
τορπίλης. Στις
μόνες δοκιμές
που είχαν γίνει
κατά
τη διάρκεια της
εκπαίδευσης,
τον ρόλο της «τορπίλης»
έπαιζαν
κάποιοι σάκοι
παραγεμισμένοι
με άμμο...
Στον
αντίποδα του
χαρακτήρα του
Γουώλντρον
βρισκόταν ο
άμεσος
προϊστάμενός
του και
διοικητής του
Αεροπορικού
Συγκροτήματος Hornet,
Πλωτάρχης
Στάνχοπ Κόττον
Ρίνγκ (Stanhope
Cotton
Ring).
Κατάγονταν από
παραδοσιακή
οικογένεια
αξιωματικών
του ναυτικού
και είχε ζήσει
πλούσια
παιδικά χρόνια.
Στην Ακαδημία
διακρίθηκε για
το παράστημά
και την άψογη
εμφάνισή του,
αποφοιτώντας 87ος,
σε μια σειρά 414
ατόμων. Μετά
την απόκτηση
του πτυχίου του
πιλότου πέταξε
για μικρό
χρονικό
διάστημα με
αεροσκάφη, αλλά
σύντομα
ορίστηκε
βοηθός
Ναυτικού
Ακολούθου του
προέδρου των
ΗΠΑ στην
Ουάσινγκτον.
Κατόπιν
υπηρέτησε στο
Τμήμα
Αεροναυτικής
και μετά την
έναρξη του
πολέμου στην
Ευρώπη
διορίστηκε
Ναυτικός
Ακόλουθος στο
Λονδίνο.
Επιστρέφοντας
στην χώρα του
ασχολήθηκε με
την ανάπτυξη
της τεχνικής
κάθετου
βομβαρδισμού,
πετώντας με
διπλάνα SBC-4
Helldiver.
Μετά όμως, την
ανάληψη των
νέων του
καθηκόντων ως
Διοικητού
Αεροπορικού
Συγκροτήματος,
η πρώτη του
προσνήωση
καττέληξε σε
συντριβή.
Αργότερα, ένας
συνάδελφός του
σχολίασε ότι
κάποιος θα
έπρεπε να
προσπαθήσει
πολύ για να
καταστρέψει
κατά αυτόν τον
τρόπο ένα
αεροπλάνο!
Επιπλέον, σε
μια άσκηση
αεροναυτιλίας
στον Κόλπο του
Μεξικού, έχασε
εντελώς την
πορεία του και
αναγκάστηκε να
παραχωρήσει
την ηγεσία της
Μοίρας του στον
αμέσως
αρχαιότερο,
προκειμένου να
βρουν το στίγμα
τους. Για
αρκετούς
άνδρες του ήταν
φανερό ότι η
επιχειρησιακή
δράση δεν
ταίριαζε στον
ψυχισμό του
διοικητή τους.
Ακόμα και η
συμπεριφορά
του ως
αξιωματικού
όμως, ήταν κάθε
άλλο παρά
συναδελφική.
Ήταν αυστηρός
σε θέματα
πειθαρχίας,
κρατούσε
αποστάσεις από
κατωτέρους και
η ανυπακοή ήταν
λέξη ανύπαρκτη
για όσους
τελούσαν υπό
τις διαταγές
του. Είχε την
ιδιορυθμία να
βαδίζει με
μπαστούνι
περιπάτου
προκαλώντας
την προσοχή και
περιόριζε τις
εξόδους των
ανδρών του,
επειδή φοβόταν
μην τυχόν
εμπλακούν σε
επεισόδια στην
ξηρά, γεγονός
που θα είχε
αντίκτυπο στην
σταδιοδρομία
του, όταν τα
πληρώματα
άλλων
αεροπλανοφόρων
απολάμβαναν
ξέγνοιαστες
νύχτες στις
παραλίες της
Χαβάης.
Η
επιλογή του για
το Hornet
επηρεάστηκε
από τον
κυβερνήτη του
σκάφους,
Υποναύαρχο
Μάρκ Μίτσερ (Mark
Mitscher)
με τον οποίον
είχαν
συνυπηρετήσει
στο παρελθόν,
και ο οποίος
γνώριζε
προσωπικά την
οικογένειά του.
Ο Μίτσερ και ο
Ρίνγκ είχαν ήδη
περάσει στα
φώτα των
δημοσιογράφων
δύο μήνες πριν
τη Μίντγουαίυ,
τον Απρίλιο του
1942, όταν το
αεροπλανοφόρο
τους είχε
πρωταγωνιστήσει
στην επιδρομή
του Τόκυο,
μεταφέροντας
τα Β-25 του
Αντισυνταγματάρχη
Ντούλιτλ: ο
πρώτος ως
κυβερνήτης του
σκάφους, ο δε
δεύτερος χωρίς
προφανή λόγο,
αφού δεν είχε
λάβει μέρος
στην
επιχείρηση.
Παρόλα αυτά το
όνομά του είχε
αναφερθεί στις
εφημερίδες,
γεγονός το
οποίο πρέπει να
σχετιζόταν με
τις υψηλές
γνωριμίες του
στην
Ουάσινγκτον.
4
Ιουνίου 1942
04.30-07.30: Επίθεση
στην
Μίντγουαίυ
(Τα
ακόλουθα
γεγονότα
αναφέρονται
μόνο στην
συγκεκριμένη
ημερομηνία, την
κρισιμότερη
της μάχης)
Για
τον Ναύαρχο Tσουίτσι
Ναγκούμο,
διοικητή της
δύναμης των
αεροπλανοφόρων
Kaga, Akagi,
Soryu,
Hiryu,
η Μίντγουαίυ
αποτελούσε το
δόλωμα το οποίο
θα τραβούσε τον
αμερικανικό
στόλο έξω από
τη φωλιά του.
Αυτή ήταν η
πρώτιστη
αποστολή του.
Σε περίπτωση
όμως, που αυτό
δεν συνέβαινε,
τότε θα
περιοριζόταν
στην κατάκτηση
της νήσου.
Χωρίς να χάσει
χρόνο, στις 04.30,
αμέσως μετά την
αυγή, εξαπέλυσε
το πρώτο κύμα
αεροπορικής
επιδρομής.
Ήταν ένας
τεράστιος
σχηματισμός 108
ιαπωνικών
αεροσκαφών υπό
την διοίκηση
του
Υποπλοίαρχου
Τζόϊτσι
Τομονάγκα,
βετεράνου του
Περλ Χάρμπορ,
που θα έπληττε
τις επίγειες
εγκαταστάσεις
και θα
προετοίμαζε το
έδαφος για την
απόβαση.
Ταυτόχρονα
το ραντάρ της
νήσου είχε
εντοπίσει την
επιδρομή και οι
αεροπορικές
μονάδες της
κινητοποιήθηκαν
εναντίον του
εχθρού. Η δράση
αυτή είναι πολύ
λιγότερο
γνωστή στο
κοινό, αφ΄ ενός
επειδή δεν
επηρέασε σε
τίποτα την
έκβαση της
μάχης, αφ’
ετέρου δε
επειδή οι
Αμερικανοί
είχαν κάθε λόγο
να την αφήσουν
να χαθεί στη
λήθη της
ιστορίας. Από
τις 07.10 μέχρι τις 08.30
θα εξαπολυθούν
από την
Μίντγουαίυ
διαδοχικά
κύματα
αεροπορικών
επιθέσεων κατά
του Ναγκούμο,
τα οποία
συνετρίβησαν
ολοσχερώς
επάνω στο
φράγμα των
ιαπωνικών
μαχητικών και
αντιαεροπορικών.
Μεταξύ 06.30
και 06.43 η ιαπωνική
αεροπορική
δύναμη έχει
φθάσει στον
στόχο της και
βομβάρδιζε το
νησί. Στις
αερομαχίες
μεταξύ των
μαχητικών που
διεξήχθησαν
πάνω από την
ατόληυ οι
Αμερικανοί
υπέστησαν
πανωλεθρία,
χάνοντας 17
αεροσκάφη, ενώ
η ιαπωνική
δύναμη
παρέμεινε
σχεδόν ανέπαφη.
Καθώς όμως, τα
ιαπωνικά
αεροσκάφη
αποχωρούσαν, ο
έμπειρος
Τομονάγκα είχε
συνειδητοποιήσει
ότι στην
πραγματικότητα,
οι ζημιές που
είχε υποστεί το
νησί δεν ήταν
σημαντικές: ο
μεγαλύτερος
αριθμός των
βαρέων όπλων
στο έδαφος ήταν
ακόμη ανέπαφος,
ενώ τα
περισσότερα
από τα 120
αεροσκάφη τα
οποία έδρευαν
στο νησί
βρίσκονταν
στον αέρα τη
στιγμή της
επίθεσης. Καθ’οδόν
ακόμα προς το Akagi,
διεμήνυσε στον
ναύαρχό του
στις 07.05:
«Δεύτερη
επίθεση
απαραίτητη…».
Σαν
επιβεβαίωση
των λόγων του,
ένα ακόμα κύμα
αμερικανικών
αεροσκαφών από
τη Μίντγουαίυ
εμφανίστηκε
πάνω από τα
ιαπωνικά
αεροπλανοφόρα.
Η επίθεσή τους
ήταν εξίσου
αποτυχημένη με
την πρώτη, αλλά
ο Ναγκούμο δεν
χρειαζόταν
άλλη
επιβεβαίωση.
Όλες οι
αναφορές των
αναγνωριστικών
του επέστρεφαν
αρνητικές –ο
αμερικανικός
στόλος δεν είχε
εμφανιστεί
πουθενά.
Διέθετε λοιπόν,
ακόμα την άνεση
να ρίξει το
βάρος του στην
κατάληψη της
Μίντγουαίυ.
Στις 07.15 διέταξε
να ετοιμασθεί
δεύτερο κύμα
επίθεσης
εξοπλισμένο με
βόμβες, ενώ στο
μεταξύ
περίμενε να
συγκεντρώσει
τα αεροσκάφη
του πρώτου
κύματος, τα
οποία
επέστρεφαν με
άδειες τις
δεξαμενές τους.
Παρόλα αυτά,
δεν
καθησυχάζεται.
Ο αντίπαλος
στόλος μπορεί
να εμφανιστεί
από στιγμή σε
στιγμή και τότε
θα πρέπει να
αναστρέψει
εντελώς την
στρατηγική του.
06.00-08.00:
H
TF-16
εξαπολύει
επίθεση
Στο
μεταξύ, στις 06.03,
στη γέφυρα του Yorktown
είχε
καταφθάσει
επιτέλους μία
βάσιμη αναφορά
για την
παρουσία του
εχθρικού
στόλου:
«Δύο
αεροπλανοφόρα
και θωρηκτά,
διόπτευση 320º,
απόσταση 180 ν.μ.
πορεία 135º»
Αυτό
σήμαινε ότι ο
εχθρικός
στόλος
βρισκόταν
δυτικά του
αμερικανικού,
με κατεύθυνση
ΝΑ. Γνωρίζοντας
ότι η
Μίντγουαίυ
δεχόταν
επίθεση την
ίδια στιγμή, ο Φλέτσερ
εύκολα
συμπέρανε ότι
αυτός ήταν και
ο
αντικειμενικός
στόχος των
Ιαπώνων. Οι δύο
Αμερικανοί
ναύαρχοι είχαν
συμφωνήσει ότι
η καλύτερη
τακτική για την
αντιμετώπιση
του αντιπάλου
ήταν μία
συντονισμένη,
μαζική
αεροπορική
επίθεση κατά
του αντίπαλου
στόλου αμέσως
μόλις αυτός
γινόταν
αντιληπτός. Η
παρούσα
αναφορά όμως,
προβλημάτισε
τον Φλέτσερ: η
αμερικανική
Υπηρεσία
Πληροφοριών
είχε
προειδοποιήσει
για την ύπαρξη
τεσσάρων ή και
πέντε
ιαπωνικών
αεροπλανοφόρων.
Αν λοιπόν, οι
Ιάπωνες είχαν
διαιρέσει τις
δυνάμεις τους,
ο αμερικανικός
στόλος θα έμενε
ανυπεράσπιστος
αν εξαπέλυε
τώρα όλα του τα
αεροσκάφη. Έτσι,
ο ίδιος
προτίμησε να
ενεργήσει με
σύνεση,
κρατώντας τις
αεροπορικές
δυνάμεις του σε
εφεδρεία,
εξαπολύοντας
όμως, αμέσως
εκείνες του
Σπρούανς, ώστε
να μην χαθεί το
πλεονέκτημα
του πρώτου
πλήγματος.
Πράγματι, στις 06.07 διεμήνυσε,
με
κάπως αόριστο τρόπο,
στην TF-16:
«Κινηθείτε
νοτιοδυτικά
και επιτεθείτε
στον αντίπαλο
στόλο μόλις
αυτός
εντοπιστεί».
Καθώς
όμως, τα
αεροσκάφη της TF-16
προετοιμάζονταν
για απονήωση, στη
γέφυρα του Hornet
διαδραματιζόταν
ένας έντονος
διαπληκτισμός
μεταξύ τριών
βαθμοφόρων: από
την μία πλευρά
βρίσκονταν ο
κυβερνήτης του
σκάφους,
Υποναυάρχος
Μαρκ Μίτσερ και
ο Πλωτάρχης
Στάνχοπ Ρινγκ,
διοικητής του
Αεροπορικού
Συγκροτήματος Hornet
(Α.Σ. Hornet), ενώ από
την άλλη ο
Υποπλοίαρχος
Τζων
Γουώλντρον,
διοικητής της
Μοίρας
Τορπιλοπλάνων.
Αν και δεν
υπάρχουν
καταγεγραμμένες
μαρτυρίες για
τα όσα
ειπώθηκαν σε
εκείνη τη
σύσκεψη, τα
λεγόμενα
επαληθεύτηκαν
αρκετά χρόνια
αργότερα από
προφορικές
μαρτυρίες
μελών του
πληρώματος, τα
οποία
διηγήθηκαν την
διαφωνία των
τριών
αξιωματικών σε
ότι αφορούσε
την πορεία που
θα έπρεπε να
ακολουθήσουν
τα αεροσκάφη.
Οι Μίτσερ και
Ρινγκ
φαίνονταν να
συμμερίζονται
τους φόβους του
προέδρου
Ρούζβελτ,
υποστηρίζοντας
ότι οι Ιάπωνες
αποσκοπούσαν
σε κάτι πολύ
μεγαλύτερο από
την κατάκτηση
της Μιντγουαίυ.
Διατηρώντας ανατολική
πορεία από το
σημείο που
βρίσκονταν, θα
χτυπούσαν εκεί
που δεν τους
περίμενε
κανείς -τις
ίδιες τις
δυτικές ακτές
των ΗΠΑ! Ποιός ο
λόγος να
ασχοληθεί ο
Ναγκούμο με μία
μικροσκοπική
ατόλη, όταν
ακριβώς
μπροστά του
απλώνονταν οι
ίδιες οι
αμερικανικές
ακτές;
Η
άποψη του
Γουώλντρον
ήταν τελείως
διαφορετική.
Έστω κι αν
εκείνη τη
στιγμή
βομβάρδιζαν
την Μίντγουαίυ,
στόχος των
Ιαπώνων δεν
ήταν ούτε οι
ακτές των ΗΠΑ,
ούτε η νησίδα,
αλλά ο ίδιος ο
αμερικανικός
στόλος. Αργά ή γρήγορα,
θα ανακάλυπταν
την θέση του
και τότε θα
έστρεφαν
βόρεια για να
τον
αντιμετωπίσουν.
Η διάσταση
απόψεων τον
οδήγησε σε
σύγκρουση με
τους ανωτέρους
του, αλλά
αναπόφευκτα, οι
τελευταίοι
επέβαλλαν τη
γνώμη τους. Ένα
δεύτερο θέμα
διένεξης
μεταξύ
Γουώλντρον και
Ριγνκ ήταν η
ανησυχία του
πρώτου για την
έλλειψη
προστασίας
μαχητικών στα
ευάλωτα
τορπιλοπλάνα
του. Ο
Γουώλντρον
παρακάλεσε
απεγνωσμένα
για την παροχή
κάλυψης
καταδιωκτικών,
αλλά ο Ρινγκ
παρέμεινε
αμετάπειστος
στην πεποίθησή
του ότι τα
τορπιλοπλάνα
ήταν αρκετά
ασφαλή αν
παρέμεναν
χαμηλά,
πετώντας πάνω
από τα κύματα,
σε συμπαγή
σχηματισμό.
Αντίθετα,
πίστευε ότι τα
βομβαρδιστικά
ήταν πολύ πιο
ευάλωτα,
πετώντας σε
μεγάλο ύψος με
βαρύ φορτίο
βομβών. Εάν
παρουσιαζόταν
ανάγκη τα
τορπιλοπλάνα
μπορούσαν να
καλέσουν σε
βοήθεια τα
μαχητικά μέσω
ασυρμάτου. Όλες
οι παρακλήσεις
του
Υποπλοίαρχου
έπεσαν στο κενό.
Φανερά
εξοργισμένος
και
διαβλέποντας
την επερχόμενη
καταστροφή, ο
Γουώλντρον δεν
δίστασε να
μιλήσει
ανοικτά. Πριν
ανεβεί στο
αεροπλάνο του
πλησίασε τον
Μίτσερ και του
έσφιξε το χέρι:
«Ξέρω
πως η Μοίρα μου
είναι
προορισμένη να
καταστραφεί
ολόκληρη και
δεν έχω καμία
πιθανότητα να
ξαναδώ αυτό το
αεροπλανοφόρο,
αλλά μπορείτε
να βασίζεστε σε
μένα κύριε…». Αποφασισμένος να
ακολουθήσει
τον δικό του
δρόμο,
συγκέντρωσε τους
πιλότους του
για να τους
δώσει τις
τελευταίες
συμβουλές του.
Ο Σημαιοφόρος
Τζωρτζ Γκαίυ (George
Gay),
πιλότος του Devastator “T-14”
ανακαλεί τα
τελευταία
λόγια του
διοικητή του:
«Μην ανησυχείτε για το θέμα της ναυτιλίας. Ακολουθήστε με και ξέρω που πηγαίνω. Για τα αισθήματά μου, μόνο δύο λόγια έχω να σας πω. Είχαμε ελάχιστο χρόνο για εκπαίδευση και εργαστήκαμε κάτω από τις δυσκολότερες συνθήκες, αλλά πράξαμε το καλύτερο δυνατόν. Θέλω να ελπίζω ότι θα συναντήσουμε μία τακτικά ευνοϊκή κατάσταση, αν όμως, αυτό δεν συμβεί, και τα πράγματα οδηγηθούν στο χειρότερο, θέλω καθένας από εσάς να πράξει το καθήκον του. Αν απομείνει έστω κι ένας για να κάνει μία τελευταία επίθεση, θέλω αυτός ο άνδρας να πετύχει ένα πλήγμα. Ο Θεός μαζί μας. Καλή τύχη, καλή επιστροφή και δώστε τους να καταλάβουν!».

O
Γουώλντρον (δεξιά)
με τον
πολυβολητή του
Χόρας Ντομπς
μπροστά στο
αεροσκάφος
τους.
Στις 07.02 τα Enterprise και Hornet άρχισαν να απονηώνουν τα αεροσκάφη τους. Η εξαπόλυση 60 αεροπλάνων από το κατάστρωμα ενός αεροπλανοφόρου είναι μία δύσκολη διαδικασία, η οποία απαιτεί άψογη οργάνωση και πείρα. Η σειρά απονήωσης των αεροσκαφών έπρεπε να ακολουθεί μια συγκεκριμένη σειρά, η οποία υπαγορεύονταν από την τακτική επίθεσης, η οποία προέβλεπε ότι όλες οι Μοίρες τορπιλοπλάνων και βομβαρδιστικών έπρεπε να αφιχθούν μαζί πάνω από τον στόχο και να εξαπολύσουν ταυτόχρονα την επίθεσή τους, ώστε να διασπάται το αντιαεροπορικό πυρ και η προσοχή των εχθρικών μαχητικών. Στις 07.25 όλα τα αεροσκάφη του Hornet βρίσκονταν στον αέρα, ωστόσο το Enterprise αντιμετώπιζε προβλήματα, άλλης φύσεως. Ένας ανελκυστήρας με δύο SBD επάνω του είχε ακινητοποιηθεί και δεν επέτρεπε στα TBD που περίμεναν από κάτω, να πάρουν σειρά στη διαδικασία απονήωσης. Έτσι, τα βομβαρδιστικά που βρίσκονταν ήδη στον αέρα αναγκάστηκαν να διαγράφουν κύκλους πάνω από το αεροπλανοφόρο, περιμένοντας να επισκευασθεί η βλάβη. Μετά την πάροδο 20 άκαρπων λεπτών και την κατανάλωση πολύτιμων καυσίμων, ο Σπρούανς απελπίστηκε και διέταξε τον διοικητή του Αεροπορικού Συγκροτήματος Enterprise, Πλωτάρχη Γουέϊντ ΜακΚλάσκυ (Wade McClusky), να συνεχίσει με τα αεροσκάφη του κατά τα προβλεπόμενα. Περί τις 08.00, όταν πλέον η βλάβη είχε επισκευασθεί, ακολούθησαν με μεγάλη καθυστέρηση τα μαχητικά και τα τορπιλοπλάνα, τελευταία στη σειρά απονήωσης, παρότι θα έπρεπε να ήταν πρώτα, όντας βραδύτερα των άλλων. Έτσι, ο ΜακΚλάσκυ, επικεφαλής των 33 SBD της VB-6 είχε ήδη προπορευθεί κατά πολύ των υπόλοιπων αεροσκαφών του Enterprise και κατέληξε να αναζητά μόνος τον εχθρικό στόλο, σύμφωνα με τις οδηγίες που είχε: με κατεύθυνση προς Μίντγουαίυ και πορεία 231º, αναμένοντας τον εχθρό στα 155 ν.μ. από εκεί.

Το Devastator
“T-16” (1506) του
διοικητή της VT-8,
Υποπλοίαρχου
Τζων
Γουώλντρον,
καθώς
τροχοδρομεί
για απογείωση
ένα μήνα πριν
τη Μάχη της
Μίντγουαίυ.
08.40: Η TF-17
εξαπολύει
επίθεση
Μετά
την πάροδο
μιάμιση ώρας
από την
απονήωση των
αεροσκαφών της TF-16
και ενώ αυτά
βρίσκονταν καθ’
οδόν προς το
σημείο όπου
υπέθεταν ότι
κατευθυνόταν ο
ιαπωνικός
στόλος, ο
Φλέτσερ, χωρίς
κάποια νεότερη
πληροφορία για
τη δύναμη του
αντιπάλου,
αποφάσισε
τελικά να
εξαπολύσει κι
αυτός τα
αεροσκάφη του
εναντίον των
ήδη γνωστών
στόχων.
Αντίθετα από
τον Σπρούανς
και με την
εμπειρία που
διέθετε από τη
Μάχη της
Θάλασσας των
Κοραλλίων,
απονήωσε τα
δικά του με
πλήρη τάξη στις
08.40, με τα
τορπιλοπλάνα (VT-3)
να πετούν
χαμηλά στα 450 m,
υπό την
συνοδεία έξι
μαχητικών (VF-3),
και τα
βομβαρδιστικά (VB-3) στα 4.800 m,
έτοιμα για
κάθετη
εφόρμηση. Δεν
ήταν όμως, μόνο
αυτό το οποίο
θα έδινε μία
τακτική
υπεροχή στην
επίθεση του
Φλέτσερ, σε
σύγκριση με
εκείνη του
Σπρούανς. Ήταν
κυρίως, η
διαφορά
εκείνης της
μιάμισης ώρας
μεταξύ των δύο
επιθέσεων η
οποία θα
στεκόταν
πραγματικά
καθοριστική
για τη μάχη.
Ο Φλέτσερ
με τους
αξιωματικούς
του,
εκμεταλλευόμενος
εκείνο το
διάστημα είχε
τον χρόνο να
σκεφθεί
διεξοδικότερα
τις πιθανές
επιλογές
κινήσεως του
αντιπάλου του,
καταλήγοντας
στο ίδιο
συμπέρασμα με
εκείνο του
Γουώλντρον: η
παρουσία του
αμερικανικού
στόλου δεν θα
ήταν δυνατόν να
διαφεύγει
διαρκώς του
Ναγκούμο -μόλις
συγκέντρωνε τα
αεροσκάφη του
από τον
βομβαρδισμό
της Μίντγουαίυ,
θα στρεφόταν
εναντίον τους.
Έτσι, αποφάσισε
να κατευθύνει
τα αεροσκάφη
του σε
διαφορετικό
σημείο από
εκείνο του
Σπρούανς, χωρίς
όμως, και να τον
ενημερώσει για
αυτή του την
ενέργεια, με
αποτέλεσμα τα
Αεροπορικά
Συγκροτήματα
των TF-16 και TF-17 να
κατευθύνονται
μεν
νοτιοδυτικά,
αλλά σε
διαφορετικό
σημείο έκαστο.
08.00-09.20:
Ο Ναγκούμο
στρέφει βόρεια
Στις
08.10, στα
καταστρώματα
των Kaga
και Akagi
τα αεροσκάφη
του δεύτερου
κύματος
επιδρομής κατά
της Μίντγουαίυ,
περίμεναν την
διαταγή
απονήωσης, όταν
ο Ναγκούμο
έλαβε την πρώτη
αναφορά
εμφάνισης
εχθρικού
στόλου: «Εχθρικός
στόλος
αποτελείται
από 5 θωρηκτά
και 5
αντιτορπιλικά».
Αυτά καθαυτά τα
σκάφη δεν
αποτελούσαν
απειλή για τον
στόλο του,
ωστόσο, μία
τέτοια δύναμη
δεν θα είχε
σκοπό να
βρίσκεται στη
θάλασσα εάν δεν
συνοδευόταν
από ένα
τουλάχιστον
αεροπλανοφόρο.
Αγωνιώδη λεπτά
κυλούσαν καθώς
αναρωτιόταν αν
θα έπρεπε ή όχι
να εξαπολύσει
και το δεύτερο
επιθετικό κύμα
κατά της
Μίντγουαίυ.
Τότε, στις 08.30,
μία δεύτερη,
πληρέστερη και
ανησυχητική
αναφορά ήρθε
να σκάσει σαν
βόμβα στην
γέφυρα του Akagi:
«Εχθρός
συνοδεύεται
από ένα
αεροπλανοφόρο.!
Θα είχε δώσει
τα πάντα για να
την είχε λάβει
πριν εξαπέλυε
την ισχυρή του
επίθεση κατά
της Μιτνγουαίυ.
Τώρα, για να
αντιμετωπίσει
την
απροσδόκητη
ανατροπή, θα
έπρεπε τα
αεροσκάφη του
δεύτερου
κύματος να
ξανακατεβούν
στα υπόστεγα,
να αφοπλιστούν
και στη
συνέχεια να
επανεξοπλιστούν
με τορπίλες και
διατρητικές
βόμβες, (αντί
των εκρηκτικών
βομβών που
έφεραν τώρα).
Ταυτόχρονα, τα
καταστρώματα
θα ήταν
ελεύθερα για να
δεχθούν τα
αεροσκάφη του
πρώτου κύματος.
Θα μπορούσε
βέβαια, να
εξαπολύσει τα 36
βομβαρδιστικά
που είχε ήδη
έτοιμα στα
καταστρώματα
των Hiryu
και Soryu,
αλλά προτίμησε
να
συγκεντρώσει
όλα του τα
αεροσκάφη και
μετά να τα
εξαπολύσει σε
μία μαζική
επιδρομή,
σύμφωνα με την
ενδεδειγμένη
τακτική.
Στις
08.37 τα
πρώτα
αεροσκάφη του
Τομονάγκα
άρχισαν να
επιστρέφουν
στα
αεροπλανοφόρα
τους. Τα
πληρώματα των
μηχανικών και
των οπλουργών
εργάζονταν
πυρετωδώς,
επισκευάζοντας,
ανεφοδιάζοντας
και
επανεξοπλίζοντας.
Στις 09.17,
έχοντας
περισυλλέξει
και το
τελευταίο
αεροσκάφος του,
ο Ναγκούμο
διέταξε αλλαγή
πορείας, από 130º
σε 070º (ΒΑ), για να
προσεγγίσει
τον
αμερικανικό
στόλο. Η
στροφή αυτή
παραδόξως, δεν
έτυχε αρκετής
προσοχής από
τους
ιστορικούς
αναλυτές, οι
οποίοι
προτιμούν τον
Ναγκούμο να
παίζει τον ρόλο
του άβουλου
ναυάρχου, ο
οποίος
αιφνιδιάζεται
απόλυτα από
έναν αντίπαλο
τού οποίου
αγνοεί την
ύπαρξη. Εκείνη
η στροφή όμως,
ανέτρεψε τα
πάντα, αφού
αυτομάτως
έθεσε όλα τα
αμερικανικά
αεροσκάφη
εκτός πορείας…
Αεροπορικό
Συγκρότημα Hornet:
Η πτήση στο
πουθενά
Την στιγμή που ο ιαπωνικός στόλος άλλαζε πορεία, τα Α.Σ. της TF-16 (Hornet και Enterprise) βρίσκονταν ήδη επί δύο ώρες στον αέρα, κατευθυνόμενα προς Μίντγουαίυ, βασιζόμενα πάντα στην εικασία ότι ο εχθρικός στόλος κατευθυνόταν νοτιοανατολικά. Η συνοχή των σχηματισμών είχε ήδη διασπαστεί από την στιγμή της απονήωσης, αλλά οποιαδήποτε τάξη κι αν είχε απομείνει, χάθηκε οριστικά όταν ο Πλωτάρχης Στάνχοπ Ρινγκ, οδήγησε το Α.Σ. Hornet σε πορεία δυτική 265º, προς την θέση την οποία είχε εντοπισθεί για πρώτη φορά ο ιαπωνικός στόλος. (Χάρτης Νο 1).

Χάρτης Νο 1.
Η
πραγματική
πορεία του
Αεροπορικού
Συγκροτήματος Hornet
με
χρονοδιάγραμμα
και τις
δυνάμεις
αεροσκαφών,
όπως αυτός
προκύπτει από
νεότερες
έρευνες και
μαρτυρίες. 1.
Τα ιαπωνικά
αεροπλανοφόρα
εντοπίζονται
για πρώτη φορά. 2.
Το Hornet
εξαπολύει το
Αεροπορικό του
Συγκρότημα,
συνολικής
δύναμης 55
αεροσκαφών (30 SBD,
15 TBD,
10 F4F).
3. Τα
αεροσκάφη
ακολουθούν
κοινή πορεία 265°
προς το σημείο (1). 4.
Γουώλντρον και
Ρινγκ
διαπληκτίζονται
για την πορεία
που θα έπρεπε
να
ακολουθήσουν. 5.
Ο Γουώλντρον
αποφασίζει να
ακολουθήσει το
ένστικτό του
και αποσπάται
με τα 15
τορπιλοπλάνα
της VT-8,
ακολουθώντας
πορεία 234°. 6.
Η VF-8
εγκαταλείπει
λόγω έλλειψης
καυσίμων. 7.
Επίθεση και
καταστροφή της VT-8.
8. Μετά
από άκαρπη
έρευνα, ο Ρινγκ,
επικεφαλής 13 SBD,
επιστρέφει στο Hornet.
9. Τα
υπόλοιπα 17 SBD
υπό τον
Υποπλοίαρχο
Τζόνσον,
διατάσσονται
να συνεχίσουν
την έρευνα στα
νοτιοανατολικά.
10.
Βομβαρδιστικά
των VB-3
και VΒ-6
(Yorktown
& Enterprise)
σημειώνουν
αστραπιαία
νίκη,
βυθίζοντας
τρία
αεροπλανοφόρα
σε πέντε λεπτά. 11. 14 SBD
του Τζόνσον
θεωρούν μάταιη
την αναζήτηση
του εχθρού και
αποφασίζουν να
κατευθυνθούν
προς
Μίντγουαίυ. 12.
Τρία
αποφασίζουν να
διακινδυνεύσουν
να εντοπίσουν
το Hornet
και τελικά το
κατορθώνουν. 13.
Το Hornet
περισυλλέγει
συνολικά 16 SBD.
14. Η VF-8
χάνει τον
προσανατολισμό
της και
προσθαλασσώνεται
70 μίλια
νοτιότερα του Hornet.
Οι λέμβοι των 10
πιλότων
παρασύρονται
και μεταξύ 8 και 9
Ιουνίου
περισυλλέγονται
οκτώ ζωντανοί. 15. 11 SBD
του Τζόνσον
φθάνουν τελικά
στη Μίντγουαίυ.
Τρία έχουν
καταπέσει στη
θάλασσα λόγω
ανεπάρκειας
καυσίμων.
Μόνο
η ινδιάνικη «όσφρηση»
και η διαίσθηση
τού Γουώλτρον
του
υπαγορεύουν
ότι ο Ναγκούμο
κατευθυνόταν
προς τον
αμερικανικό
στόλο. Σε μια
στιγμή που
εκτιμάται περί
τις 08.16, ο
Γουώλτρον
ακούστηκε να
σπάει την σιγή
ασυρμάτου και
να
διαπληκτίζεται
έντονα με τον
διοικητή του.
Αρκετά χρόνια
μετά τη μάχη, ο
πολυβολητής
τού Ρινγκ
δήλωσε ότι
άκουσε καθαρά
μέσα από την
συχνότητα να
ανταλλάσονται
«βαρειά» λόγια: ο
Γουώλντρον,
αποφασισμένος
να ακολουθήσει
το ένστικτό του,
αρνήθηκε
κατηγορηματικά
να ακολουθήσει
τον διοικητή
του και διέταξε
την Μοίρα του
να τον
ακολουθήσει. Με
πρώτο το “T-16”
του διοικητή
τους, τα 15 Devastator της VT-8
αποσπάσθηκαν
ένα-ένα από τον
υπόλοιπο
σχηματισμό,
στρέφοντας σε
πορεία 234º (ΝΔ),
εγκαταλείποντας
έτσι πίσω τους
και την
μοναδική
ελπίδα
επιβίωσής τους
-τα μαχητικά
προστασίας. Και
στη μοιραία
αυτή απόφαση
του Γουώλντρον,
δεν υπήρξε ούτε
ένας άνδρας του
που να μη τον
ακολουθήσει.
Αυτή
η αλλαγή
πορείας της VT-8
την έφερε
πλησιέστερα με
τις Μοίρες της TF-16,
αν και σε
διαφορετικές
πορείες, οι
οποίες
διέφεραν κατά
λίγες μόνο
μοίρες. Ο
Υποπλοίαρχος
Λίντσεϋ,
επικεφαλής της VT-6
ακολουθούσε
την
διατεταγμένη
πορεία των 231º,
ενώ ο
Γουώλντρον
κατευθυνόταν
ελάχιστα
δυτικότερα (234º). Ας
λάβουμε όμως,
υπόψη ότι η
ελάχιστη αυτή
απόκλιση των
τριών μοιρών
σημαίνει την
απόκλιση
σχεδόν 20
χιλιομέτρων σε
απόσταση 155 ν.μ..
Σαν αυτό να μην
αρκούσε, τα
καταδιωκτικά
του Enterprise
(VF-6),
τα οποία θα
έπρεπε να
καλύπτουν τα
τορπιλοπλάνα
του Λίντσεϋ,
από ύψος 5.700 m
και μέσα στα
στρώματα των
νεφών, έχασαν
τα ίχνη τους,
καταλήγοντας
να συνοδεύουν
τα
τορπιλοπλάνα
του Γουώλντρον
(VT-8), χωρίς όμως,
να το γνωρίζει
κανείς από τους
εμπλεκομένους.
Ως
αποτέλεσμα
όλων αυτών,
αντί μίας
συγκροτημένης,
μαζικής
επίθεσης, όπου
τα Αεροπορικά
Συγκροτήματα
θα έπρεπε να
συμπορεύονται,
κατευθυνόμενα
προς τον στόχο,
αυτά είχαν
βρεθεί «χύδην»
στον αέρα,
αναζητώντας
τον εχθρό σε
τρεις
διαφορετικές
κατευθύνσεις,
με τους
σχηματισμούς
διασκορπισμένους,
άλλους να
προηγούνται
και άλλους να
έπονται
καθυστερημένοι!
Όλα αυτά
θα είχαν
ολέθριες
συνέπειες στην
τύχη ορισμένων
Μοιρών. Όσο για
τον Πλωτάρχη
Ρίνγκ και τα
αεροσκάφη του Α.Σ.
Hornet,
αυτά συνέχισαν
την δυτική
πορεία τους,
χωρίς καμία
ελπίδα πλέον να
συναντήσουν
τον εχθρικό
στόλο, ο οποίος
ουσιαστικά,
βρισκόταν στα
νώτα τους! Στις 09.05
τα μαχητικά (VF-8)
υποχρεώθηκαν
να
εγκαταλείψουν
λόγω έλλειψης
καυσίμων.
Ωστόσο, εξ
αιτίας δικού
τους
ναυτιλιακού
σφάλματος,
κατέληξαν με
τις δεξαμενές
τους στεγνές,
να
προσθαλασσωθούν
70 ν.μ. νοτιότερα
του Hornet. Στις 09.20
ο Ρινγκ
εξακολουθούσε
να αναζητά
μάταια τον
ιαπωνικό στόλο,
όταν ξαφνικά ο
ασύρματός του
πλημμύρισε από
τις φωνές των
πιλότων του
Γουώλντρον που
εκείνη τη
στιγμή
αντίκριζαν τον
θάνατο κατά
πρόσωπο. Τότε
μόνο
συνειδητοποίησε
ότι η συμπλοκή
διαδραματιζόταν
κάπου στα νότια!
Με τα καύσιμά
του ήδη
εξαντλημένα
κατά το ήμισυ,
παρέδωσε την
διοίκησή του
στον
Υποπλοίαρχο
Τζόνσον,
διατάζοντάς
τον να
αποσπασθεί
μαζί με άλλα 16
αεροσκάφη και
να
κατευθυνθούν
προς
Μίντγουαίυ,
προκειμένου να
αναζητήσουν
τον εχθρό σε
εκείνη την
κατεύθυνση.
Εκείνη τη
στιγμή όμως, τα
ιαπωνικά
αεροπλανοφόρα
είχαν ήδη
στραφεί βόρεια,
οπότε και αυτή
η έρευνα απέβη
άκαρπη.
Αργότερα, με τα
καύσιμά τους σε
οριακό σημείο,
προτίμησαν να
προσγειωθούν
καταναγκαστικά
στην
Μίντγουαίυ. Στο
μεταξύ, ο ίδιος
ο Ρινγκ,
επικεφαλής των
υπόλοιπων 13 SBD,
είχε ήδη
στρέψει κατά 180º,
παίρνοντας τον
δρόμο της
επιστροφής για
το Hornet,
εγκαταλείποντας
ουσιαστικά την
διοίκησή του
και το πεδίο
της μάχης
άπρακτος, τη
στιγμή που 30
άνδρες του
σφαγιάζονταν
από τα ιαπωνικά
μαχητικά.
09.20 - 10.20: Η σφαγή
των
Τορπιλοπλάνων
Πιστός
στον λόγο που
είχε δώσει
στους άνδρες
του, ο
Γουώλτρον ήταν
ο πρώτος ο
οποίος
συνάντησε τον
ιαπωνικό στόλο
μετά την αλλαγή
πορείας του, με
αξιοθαύμαστη
ακρίβεια, στο
σημείο ακριβώς
που πίστευε ότι
θα βρισκόταν.
Ο Τζωρτζ
Γκαίυ, αρκετά
χρόνια
αργότερα,
θυμάται την
έκπληξή του: «Τα
πράγματα
εξελίχθησαν
όπως ακριβώς
μας τα είπε. Μας
οδήγησε
κατευθείαν
πάνω στον
ιαπωνικό στόλο
σαν να ήταν
δεμένος μαζί
του με σχοινί».
Χωρίς
να περιμένει
καμία
υποστήριξη από
τα μαχητικά ή
τα
βομβαρδιστικά
του Hornet, μοναδική
ελπίδα του
Γουώλντρον
ήταν αν τα
βομβαρδιστικά
του Entrerprise,
ως ταχύτερα των
τορπιλοπλάνων,
είχαν ίσως,
εντοπίσει
πρώτα τον εχθρό
και με την
επίθεσή τους
είχαν
προσελκύσει
τον μεγαλύτερο
όγκο των
ιαπωνικών
μαχητικών. Όταν
όμως, αντίκρισε
μπροστά του τα
αεροπλανοφόρα
άθικτα, χωρίς
καπνούς ή άλλα
σημεία μάχης,
τότε κατάλαβε
ότι θα
αντιμετώπιζε
ολόκληρη την
οργή της
ιαπωνικής
άμυνας. Εν
αγνοία του
Γουώλντρον και
σε ύψος 7.500 m
ψηλότερα,
βρισκόταν ο
Ανθυποπλοίαρχος
Τζαίημς Γκραίυ,
επικεφαλής των
10 μαχητικών της VF-6,
αλλά ακόμα και
αυτά δεν
επρόκειτο να
του παρέξουν
καμία βοήθεια.
Μέσα από ένα
κενό μεταξύ των
νεφών που του
επέτρεψε μία
εξεταστικότερη
ματιά, ο Γκραίυ,
συνειδητοποίησε
ξαφνικά ότι τα
τορπιλοπλάνα
που συνόδευε
δεν ήταν εκείνα
του Entreprise, αλλά εκείνα
του Hornet.
Αναρωτήθηκε αν
θα έπρεπε να
ξαναβρεί την VT-6
ή να συνεχίσει
στην ίδια
πορεία, έως
ότου ένα στρώμα
νεφών
μεσολάβησε και
πάλι ανάμεσα
στους δύο
σχηματισμούς
και τότε έχασε
τα ίχνη της VT-8 για
πάντα. Συνέχισε
λίγο την έρευνα,
αλλά
ανησυχώντας
για την στάθμη
των καυσίμων
του, στις 10.05 πήρε
τον δρόμο της
επιστροφής.
Στο
μεταξύ, ο
Ναγκούμο,
αντίθετα με τα
στερεότυπα
κείμενα που τον
θέλουν
απροετοίμαστο,
έχει ήδη
απογειώσει 50 Ζero,
τα οποία έχουν
αναπτυχθεί σε
μία ασπίδα
προστασίας
γύρω από τον
στόλο του, και
εντοπίζουν
αμέσως τα
επερχόμενα
τορπιλοπλάνα.
Αν φανταστούμε
την διαφορά
επιδόσεων
μεταξύ των
αργών,
ακάλυπτων
τορπιλοπλάνων
και των
ταχύτατων
ιαπωνικών
μαχητικών, η
σφαγή της VT-8
δεν
αποτελεί
έκπληξη. Σε
απόσταση οκτώ
μιλίων από τον
ιαπωνικό στόλο,
οι Αμερικανοί
πιλότοι είδαν
τα Zero
να βυθίζονται
εναντίον τους
από μεγαλύτερο
ύψος. Ο
Γουώλντρον
άνοιξε τον
ασύρματο για να
δώσει την
τελευταία του
διαταγή:
«Θα
επιτεθούμε και
δεν πρόκειται
να
επιστρέψουμε.
Καλή τύχη».
Στις
09.20 κούνησε τα
φτερά του
δίνοντας το
σήμα της
επίθεσης και τα
15 Devastator άρχισαν την
καταδικασμένη
επίθεσή τους.
Το ένα μετά το
άλλο
αποδεκατίζονται
πριν καν
πλησιάσουν σε
απόσταση βολής.
Ο Σημαιοφόρος
Τζώρτζ Γκαίϋ
ήταν ο
μοναδικός
μάρτυρας του
θανάτου των
συντρόφων του.
«Τα
δύο αεροσκάφη
που πλαισίωναν
τον Γουώλντρον
ήταν τα πρώτα
που
κατερρίφθησαν.
Ο Υποπλοίαρχος
κάλεσε στον
ασύρματο τον
Στάνχοπ Ρινγκ,
αλλά δεν πήρε
καμία απάντηση.
Δεν ξέρω αν μας
άκουσαν ή όχι,
αλλά πάντα είχα
την αίσθηση ότι
μας άκουσαν»…
Ο
Γουώλντρον
συνέχισε
σταθερά την
πορεία του
κατευθυνόμενος
προς τον στόχο
του, αλλά πριν
ακόμα φθάσει
στο σημείο
άφεσης, ένα
μετωπικά
επιτιθέμενο Zero
γάζωσε το
αεροπλάνο του,
αναφλέγοντας
τη δεξαμενή
καυσίμων.
Άνοιξε την
καλύπτρα του
και στάθηκε
όρθιος στο
κόκπιτ, έτοιμος
να
εγκαταλείψει,
όταν το
φλεγόμενο
αεροσκάφος του
προσέκρουσε
στη θάλασσα και
ανατινάχτηκε.
Ο
Γκαίυ απέμεινε
ο τελευταίος
επιζών για να
τηρήσει την
δέσμευση του
νεκρού
διοικητή του.
Με το αεροπλάνο
του διάτρητο
και τον
πολυβολητή του
νεκρό, πλησίασε
το Kaga, το οποίο είδε
ακριβώς
μπροστά του και
εξαπέλυσε την
τορπίλη του,
χωρίς καμία
αμφιβολία για
το μάταιο της
επίθεσης:
«Τα
Zero
μας σκότωσαν
όλους. Ήμουν ο
μοναδικός που
έφτασε
ζωντανός μέχρι
το σημείο που
τα
αντιαεροπορικά
πυρά άρχισαν να
γίνονται
θανάσιμα και
μόνο τότε μας
άφησαν τα
καταδιωκτικά. Σημάδεψα
ένα τέταρτο του
μήκους του
πλοίου μπροστά
από την πλώρη
του και τράβηξα
με δύναμη τον
μοχλό άφεσης
που έμοιαζε
κολλημένος.
Ξανατράβηξα με
τόση δύναμη
μέχρι που μου
έμεινε στα
χέρια, ενώ από
κάτω κρέμονταν
καλώδια και
σύρματα. Τι
έγινε η τορπίλη
μου; Πιστεύω
πως έπεσε, αλλά
μήπως είχα
ξαναρίξει για
να ξέρω; Πού
πήγε; Μπορεί
και να
επέστρεψε στο
Πέρλ…».
Εγκατέλειψε
τραυματισμένος
το
καταδικασμένο
αεροσκάφος του
και
περισυνελλέχθη
σώος την
επόμενη μέρα.
Η ώρα ήταν 09.30. Η σφαγή της VT-8 είχε διαρκέσει μόλις 10 λεπτά, όταν τα 14 τορπιλοπλάνα της VT-6 εντόπισαν τον ιαπωνικό στόλο και ξεκίνησαν την επίθεσή τους. Ωστόσο, αν ο Γουώλντρον δεν είχε επιτεθεί πρώτος, ο Τζην Λίντσεϋ, αγνοώντας κι εκείνος την στροφή του Ναγκούμο, θα είχε προσπεράσει τα ιαπωνικά αεροπλανοφόρα από τα νότια χωρίς ποτέ να τα αντιληφθεί, αν δεν είχε προσελκύσει την προσοχή του το προπέτασμα καπνού των ιαπωνικών σκαφών συνοδείας. Έχοντας πλήρη άγνοια του γεγονότος ότι πετούσε χωρίς την κάλυψη των μαχητικών του Τζαίημς Γκραίυ, ο Λίντσεϋ έστρεψε προς την πλευρά του καπνού για να ερευνήσει και τότε διέκρινε τρία αεροπλανοφόρα! Επέλεξε το πλησιέστερο και ανέπτυξε τα αεροσκάφη του για επίθεση, πετώντας σε ύψος 450 m πάνω από τα κύματα. Στις 09.38 τον εντόπισαν τα πλήθη των Zero τα οποία είχαν μόλις αποδεκατίσει την VT-8. Αλλά η επέμβασή τους δεν χρειάστηκε –τα αντιαεροπορικά ήταν απόλυτα ικανά να ανταπεξέλθουν από μόνα τους στον κίνδυνο και ο Λίντσεϋ ήταν ο πρώτος που σκοτώθηκε. Από τα 14 TBD μόνο τέσσερα επέστρεψαν στο Enterprise. Για τον ιαπωνικό στόλο η απώλεια της VT-6 ήταν ένα ακόμα θεαματικό, όσο και ασήμαντο επεισόδιο…

Οι
άνδρες της VT-8
φωτογραφημένοι
πάνω στο USS
Hornet
(CV-8),
στα μέσα Μαΐου 1942.
(Από αριστερά).
Γονατιστοί:
Σημαιοφόροι Harold
Ellison,
Henry
R.
Kenyon,
John
Gray ,
George
Gay(σε
κύκλο),
Ανθυποπλοίαρχος
Jeff
Woodson,
Σημαιοφόρος William
Creamer,
Πολυβολητής Robert
Miles.
Όρθιοι:
Ανθυποπλοίαρχος
James
Owens,
Σημαιοφόρος E.
Fayle,
Υποπλοίαρχος John
Waldron,
Ανθυποπλοίαρχος
Raymond
Moore,
Σημαιοφόροι Ulvert
Moore,
William
Evans,
Grant
Teats,
Ανθυποπλοίαρχος
George
Campbell.
Οι
Μοίρες του Yorktown (VT-3,
VB-3,
VF-6),
έχοντας
απονηωθεί
αργότερα από
εκείνες της TF-16,
αφίχθησαν
τελευταίες στη
σκηνή, αλλά
παρά την σωστή
διαδικασία
απονήωσής τους,
βρέθηκαν μέσα
σε πυκνά νέφη
λίγο πριν την
έναρξη της
επίθεσης και
έχασαν την
επαφή μεταξύ
τους. Τα
βομβαρδιστικά
περιπλανήθηκαν
για λίγο στα
σύννεφα, ενώ τα
τοπριλοπλάνα
έβλεπαν τον
εχθρό μπροστά
τους. Έτσι, η
επίθεσή τους
προηγήθηκε των
βομβαρδιστικών
κατά δέκα λεπτά
–χρόνος
αρκετός για τον
αφανισμό μίας
ακόμα Μοίρας.
Ο
Μοίραρχος της VT-3,
Πλωτάρχης Λανς
Μάσσεϋ, άρχισε
την επίθεσή του
στις 10.00, μόλις
είχε τελειώσει
η σφαγή της VT-6.
Αντίθετα από
τους άτυχους
συναδέλφους
τους της TF-16,
τα
τορπιλοπλάνα
του Yorktown ήταν
τα μόνα που
είχαν την τύχη
να
συνοδεύονται
από έξι Wildcat,
αν και η
παρουσία τους
ήταν κυρίως
ακαδημαϊκή.
Μέσα στο πλήθος
των Zero
που τα κύκλωνε,
τα Wildcat είχαν
να φροντίσουν
την δική τους
επιβίωση. Σε
απόσταση ενός
μιλίου από τα
αεροπλανοφόρα
ο Μάσσεϋ
ξεκίνησε
πρώτος την
επίθεσή του και
σκοτώθηκε πριν
προλάβει να
εξαπολύσει την
τορπίλη του.
Μόνο πέντε
αεροσκάφη
έφθασαν στο
σημείο ρίψης
χωρίς να
πετύχουν
τίποτα, και
μόνο δύο
επέζησαν για να
επιστρέψουν
στο Yorktown.
Μέχρι τις 10.20 τρεις αμερικανικές επιθέσεις είχαν αφανιστεί χωρίς να έχουν προκαλέσει στον Ναγκούμο ούτε πονοκέφαλο. Από τα 41 τορπιλοπλάνα που είχαν απογειωθεί, 35 είχαν καταστραφεί, παίρνοντας μαζί τους και τις ζωές 68 πιλότων. Στον ιαπωνικό στόλο δικαιολογημένα επικρατούσε μία αίσθηση θριάμβου: ο εχθρός είχε εξαντλήσει τις επιθέσεις του, κατασφαγιαζόμενος. Στο μέτωπο του Ειρηνικού ήταν αλήθεια ότι όποιος εξαπέλυε πρώτος την επίθεσή του διέθετε το πλεονέκτημα. Αν όμως, αυτή αποτύγχανε, τότε το πλεονέκτημα περιερχόταν αυτομάτως στον αντίπαλο. Και τώρα ο Ναγκούμο ήταν έτοιμος να εξαπολύσει τη δική του, αμέσως μόλις ολοκλήρωνε τη συγκέντρωση και τον επανεξοπλισμό των νικηφόρων μαχητικών του. Καθ΄όλη τη διάρκεια των επιθέσεων, τα ιαπωνικά αεροσκάφη στα αεροπλανοφόρα δεν είχαν σταματήσει να ανεφοδιάζονται και να επανεξοπλίζονται, αλλά ο Ναγκούμο χρειαζόταν μία περίοδο ηρεμίας για να απονηώσει τα αεροσκάφη του, και οι τρεις αλλεπάλληλες επιθέσεις τον είχαν καθυστερήσει σημαντικά. Στις 10.24 ο ανεφοδιασμός έχει ολοκληρωθεί και τα πρώτα αεροσκάφη είναι έτοιμα να τροχοδρομήσουν. Όμως, τα ιαπωνικά αεροπλανοφόρα δεν διαθέτουν ραντάρ και την ίδια στιγμή, δεν μπορούν να αντιληφθούν τα βομβαρδιστικά της VB-3 τα οποία ακολουθούσαν τα τορπιλοπλάνα τους από μεγαλύτερο ύψος και είχαν μόλις εντοπίσει και πάλι τον στόχο τους. Την στιγμή που ο Ναγκούμο έδινε τη διαταγή απονήωσης, ένας οπτήρας του Κaga είδε τα SBD να βυθίζονται εναντίον τους. Η ώρα ήταν 10.25.
10.25 – 10.30: Ένας
απροσδόκητος
θρίαμβος
Μετά
την άσκοπη «Πτήση
στο Πουθενά»
του Α.Σ. Hornet
του Πλωτάρχη
Ρινγκ, ο οποίος
εκείνη τη
στιγμή
επέστρεφε
άκαπνος στο
αεροπλανοφόρο
του, η
αμερικανική
επίθεση είχε
απωλέσει το 1/3
της ισχύος της.
Αυτό σήμαινε
ότι είχαν
απομείνει δύο
Μοίρες
βομβαρδιστικών
να αναζητούν
τον Ναγκούμο:
εκείνες των Yorktown (VB-3)
και Enterprise (VB-6).
Και από αυτές,
μόνο η πρώτη
βρισκόταν στο
σωστό σημείο
επίθεσης. Ή
μήπως όχι;
Τα
37 Dauntless
του Γουαίηντ
ΜακΚλάσκυ (VB-6),
έχοντας
προηγηθεί των
τορπιλοπλάνων
τους, στις 09.20
βρέθηκαν στο
σημείο όπου
ανέμεναν να
συναντήσουν
τον αντίπαλο.
Ωστόσο,
αγνοώντας την
στροφή του προς
βορράν, τον
αναζητούσαν
τώρα πολύ
νοτιότερα,
κοιτώντας και
αυτά την
γαλάζια
απεραντοσύνη
του ωκεανού.
Βέβαιος ότι ο
εχθρός δεν
μπορούσε να
βρίσκεται πολύ
μακρύτερα από
το σημείο που
ερευνούσε, ο
ΜακΚλάσκυ
αποφάσισε να
στραφεί
νοτιοδυτικά
συνεχίζοντας
την αναζήτησή
του για άλλα 35
μίλια. Όταν κι
αυτό δεν
απέδωσε τίποτα
στράφηκε
βορειοδυτικά –στην
αντίθετη
ακριβώς
κατεύθυνση από
εκείνη που
βρισκόταν ο
Ναγκούμο. Τέλος,
όταν το μόνο
που βρήκε και
εκεί ήταν η
απόγνωση,
στράφηκε
ανατολικά,
αποφασισμένος
να επιστρέψει
στο Enterprise,
αφού τα καύσιμά
του δεν θα του
συγχωρούσαν
πολλές ακόμα
παρόμοιες
περιπλανήσεις.
Τότε ακριβώς,
στις 09.47, όταν
κάθε ελπίδα
είχε χαθεί,
εντόπισε ένα
μοναχικό
ιαπωνικό
αντιτορπιλικό
να
κατευθύνεται
βορειοανατολικά.
Όντας το
μοναδικό
σημείο
εχθρικής
παρουσίας μέσα
στον ωκεανό
μετά από δύο
ώρες άκαρπης
έρευνας,
αποφάσισε να το
ακολουθήσει
για να δει που
θα τον οδηγούσε.
Στις 10.22, περίπου
τη στιγμή που η VT-3 άρχιζε
την επίθεσή
δική της, τα
βομβαρδιστικά
του ΜακΚλάσκυ,
ακολουθώντας
το εχθρικό
αντιτορπιλικό,
βρέθηκαν,
εντελώς
ανέλπιστα, πάνω
από τον
ιαπωνικό στόλο!
Αλλά οι
συμπτώσεις δεν
σταματούν εδώ! Όσο
απίστευτο κι αν
φαίνεται, την
ίδια ακριβώς
στιγμή που ο
ΜακΚλάσκυ
αντίκριζε τα
ιαπωνικά
αεροπλανοφόρα,
μία δεύτερη
ομάδα
βομβαρδιστικών
έκανε την
εμφάνισή της
πάνω από τη
σκηνή της μάχης.
Ήταν τα 17 SBD της VB-3 υπό την
διοίκηση του
Μαξ Λέσλυ από
το Yorktown!.
Μία
μοναδική στα
ιστορικά
χρονικά
σύμπτωση, είχε
συνδυάσει την
άδικη
περιπλάνηση
του χαμένου
ΜακΚλάσκυ με
την διαίσθηση
του Φλέτσερ,
οδηγώντας τα
αμερικανικά
βομβαρδιστικά
κατευθείαν
πάνω στα
ιαπωνικά
αεροπλανοφόρα.
Στις 10.25
εκείνης της
μοιραίας 4ης
Ιουνίου, οι VB-3
και VB-6,
ερχόμενες από
εντελώς
αντίθετες
κατευθύνσεις,
συναντήθηκαν πάνω
από το ίδιο
σημείο, την
ίδια στιγμή, με μία
ακρίβεια που
δεν θα
μπορούσαν ποτέ
να είχαν ονειρευτεί
ή εκτελέσει
οι Αμερικανοί
ναύαρχοι!
Τα
υπόλοιπα είναι
γνωστά. Εκείνη
τη στιγμή τα
ξύλινα
καταστρώματα
των ιαπωνικών
αεροπλανοφόρων,
γεμάτα
αεροσκάφη
έτοιμα να
απογειωθούν,
ξεχείλιζαν από
πυρομαχικά,
καύσιμα, βόμβες
και τορπίλες.
Ακόμα και η
φλόγα ενός
αναπτήρα θα
ήταν ικανή να
πυροδτήσει αλυσιδωτές
εκρήξεις που,
μέσα σε λίγα
λεπτά, θα τα
μετέτρεπαν σε
πλωτές
κολάσεις. Πάνω
από τον στόλο
του Ναγκούμο
υπήρχαν 54
βομβαρδιστικά
καθέτου
εφορμήσεως,
εξοπλισμένα με
ένα σύνολο 162
βομβών. Από
αυτές μόνο
εννέα βρήκαν
τους στόχους
τους -αρκετές
όμως, για να μία
προκαλέσουν
όλο εκείνο τον
όλεθρο,
σημειώνοντας
μία αδιανόητη,
αστραπαιαία
νίκη. Μέσα στα
επόμενα πέντε
λεπτά ο
ιαπωνικός
στόλος έχασε εν
ριπή οφθαλμού
τρία από τα
μεγαλύτερα
αεροπλανοφόρα
του. Μέχρι
τις 10.30 είχε
απομείνει μόνο
ένα, το Hiryu, το οποίο είχε
διαφύγει την
καταστροφή,
αλλά και αυτού
η επιβίωση ήταν
απλά θέμα
χρόνου. Μεταξύ
11.00 και 11.30 το Hiryu
εξαπέλυσε δύο
επιθέσεις κατά
του Yorktown,
το οποίο και
βύθισε. Στις 15.30
τα Enterprise
και Hornet
ανταπάντησαν
στην ιαπωνική
επιμονή,
εξαπολύοντας
μία τελευταία
επιδρομή και
σφραγίζοντας
την μοίρα του
τέταρτου και
τελευταίου
ιαπωνικού
αεροπλανοφόρου.
Πολύ
όμως, πριν
επικρατήσει η
άμεση ευφορία
της νίκης η
οποία
περιγράφεται
στα
περισσότερα
βιβλία, υπήρχε
ένα αίσχος το
οποίο έπρεπε να
συγκαλυφθεί,
και μάλιστα
σύντομα…
|
|
|
|
Τζόϊτσι
Τομονάγκα |
Νakajima B5N2 “Kate”, “BI-310”
του
Ανθυποπλοίαρχου
Joichi Tomonaga (Τζόϊτσι
Τομονάγκα), Ηiryu, 4 Ιουνίου
1942. Η αυτοθυσία
του
Γουώλντρον
στην
αμερικανική
πλευρά, είχε το
αντίστοιχό
της και στην
αντίπαλη
πλευρά, στο
πρόσωπο του
Ιάπωνα
Ανθυποπλοίαρχου.
Ο Τομονάγκα
είχε ηγηθεί
της επίθεσης
κατά της
Μίντγουαίυ το
πρωί και μετά
την επιστροφή
του τού
ανετέθη η
διοίκηση της
επίθεσης των
τορπιλοπλάνων
κατά του Yorktown. Δέχθηκε
αναντίρρητα
την αποστολή
παρότι
γνώριζε ότι
δεν θα
επέστρεφε από
αυτήν: μετά την
επιστροφή του
από την
προηγούμενη
επιδρομή η
διαρροή στην
δεξαμενή
καυσίμων της
αριστερής του
πτέρυγας δεν
είχε προλάβει
να
επισκευασθεί
και τα καύσιμα
δεν
επαρκούσαν
για την
επιστροφή.
Κατά την
επίθεσή του το
αεροσκάφος
του χτυπήθηκε
από εχθρικό
μαχητικό.
Ζωσμένος από
φλόγες, το
κράτησε
σταθερό και
μετά την άφεση
της τορπίλης
κατέπεσε στο
κατάστρωμα
του
αμερικανικού
αεροπλανοφόρου.
Κατά ειρωνικό
τρόπο, ήταν η
σωστή, αλλά
μοιραία
εκτίμησή του
ότι απαιτείτο
δεύτερη
επίθεση
εναντίον της
Μίντγουαίυ,
εκείνη που
πυροδότησε
όλη την
αλυσίδα των
γεγονότων που
κατέληξαν
στην
καταστροφή
των τεσσάρων
ιαπωνικών
αεροπλανοφόρων. |
Το
άγνωστο
παρασκήνιο στο Hornet:
Η
πλαστογραφημένη
Ιστορία
Μόλις
οι τροχοί του
Ρινγκ άγγιξαν
το κατάστρωμα
του Hornet,
ο Μίτσερ τον
ειδοποίησε να
παρουσιαστεί
επειγόντως
μπροστά του. Η
δράση του Α.Σ. Hornet
υπήρξε ολέθρια:
από ένα σύνολο 60
αεροσκαφών, 45
δεν αντίκρισαν
ποτέ τον εχθρό
και 27 είχαν
καταστραφεί,
παρασύροντας
στον θάνατο 31
πιλότους.
Προσωπικό του
αεροπλανοφόρου
που βρέθηκε
κοντά στα
γεγονότα,
περιέγραψε το
πρόσωπο του
Μίτσερ χλωμό,
με μία ανάμικτη
έκφραση οργής
και αγωνίας στα
χαρακτηριστικά
του. Εκείνος
και ο Ρινγκ θα
πρέπει να
ένιωθαν τον πέλεκυ του
ναυτοδικείου
να αιωρείται
πάνω από το
κεφάλι τους.
Τουλάχιστον
στην περίπτωση
του δεύτερου, η
ποινή της
ατιμωτικής
καθαίρεσης,
ήταν μία πολύ
πιθανή
κατάληξη. Η
διαμάχη τους με
τον νεκρό
Γουώλντρον για
τον εντοπισμό
του ιαπωνικού
στόλου ήταν
ακόμα ζωντανή
στο μυαλό των
ανδρών που
επέστρεψαν, και
οι οποίοι
ένιωθαν επίσης,
μία ανάλογη
ανησυχία για
τις επιπτώσεις
που ίσως είχε
και στο δικό
τους μέλλον η
αποτυχία τους. (Θυμηθείτε
ότι ο
Υποπλοίαρχος
Τζόνσον είχε
διαταχθεί από
τον Ρινγκ να
αποπειραθεί να
εντοπίσει τον
εχθρό στην
κατεύθυνση της
Μίντγουαίυ -μία
αόριστη, αλλά
ταυτόχρονα και
δεσμευτική
διαταγή προς
έναν
υφιστάμενο, ο
οποίος, είχε να
αναλογιστεί
την οριακή
επάρκεια των
καυσίμων του
για ένα τέτοιο
εγχείρημα,
καθώς και τις
ζωές 33
συναδέλφων του).
Στον
διάλογο που
ακολούθησε
μεταξύ των δύο
αξιωματικών
δεν
παραβρέθηκε
κανείς τρίτος,
ωστόσο ένα
είναι γνωστό:
παρά τις σαφείς
πάγιες
διαταγές, οι
οποίες όριζαν
ότι αμέσως μετά
την επιστροφή
μίας μονάδας
από τη μάχη
συντασσόταν η
Αναφορά Μάχης,
βασισμένη στις
αναφορές των
πληρωμάτων, και
υπογεγραμμένη
από τον
διοικητή του
Αεροπορικού
Συγκροτήματος,
στο Hornet
δεν συνετάχθη
ποτέ τέτοια
αναφορά και
φυσικά, δεν
υπεγράφη
τίποτα από τον
Ρινγκ.
Νεότερες πηγές πιθανολογούν ότι ο Μίτσερ, έχοντας την υποστήριξη της Ουάσινγκτον, μίλησε με όλους όσους εμπλέκονταν άμεσα στην επονείδιστη δράση του Α.Σ. και τους ζήτησε να συμπληρώσουν ανάλογα τις αναφορές τους, ώστε να συγκαλυφθούν τα σφάλματα και να αποδοθούν όλα σε συγκυρίες. Η μόνη αναφορά που εμφανίστηκε συνετάχθη από τον ίδιο, και στην οποία δεν αναφερόταν πουθενά η διαμάχη με τον Γουώλτρον, ούτε και η πορεία την οποία είχε ακολουθήσει το Α.Σ.. Το κείμενο ανέφερε αόριστα ότι τα αεροσκάφη ακολούθησαν «…την προδιαγεγραμμένη πορεία», χωρίς όμως, να αναφέρεται η αριθμητική τιμή της! Όσο για τον χάρτη της πορείας, εκεί παρουσιαζόταν μία εντελώς διαφορετική εκδοχή, όπου οι Μοίρες εμφανίζονται να ακολουθούν αρχικά, πορεία κοινή με εκείνες του Enterprise, προς Mίντγουαίυ (Χάρτης Νο 2). Όταν όμως, δεν συνάντησαν τον εχθρό στο αναμενόμενο σημείο, ο Ρινγκ αποφάσισε να κατευθυνθεί ακόμη νοτιότερα, θεωρώντας ότι ο Ναγκούμο θα είχε πλησιάσει περισσότερο την νήσο, προκειμένου να συγκεντρώσει τα αεροσκάφη που είχε εξαπολύσει νωρίτερα. Ο Γουώλντρον αντίθετα, με δική του πρωτοβουλία, αποφάσισε να αποσπασθεί από το υπόλοιπο Συγκρότημα, στρέφοντας δεξιά, (δηλαδή, βόρεια!), όπου και συνάντησε τον εχθρό. Αυτό όμως, διαψεύστηκε από τις μεταπολεμικές μαρτυρίες των πιλότων του Ρινγκ, οι οποίοι δήλωσαν ρητά ότι είχαν δει την VT-8 να στρέφει απομακρυνόμενη αριστερά (νότια).

Χάρτης Νο 2
Τα
κυριότερα
γεγονότα της
Μάχης της
Μίντγουαίυ. Προσοχή: με
κίτρινη διακεκομμένη
γραμμή
απεικονίζεται
η
πλαστογραφημένη
πορεία του
Αεροπορικού
Συγκροτήματος Hornet,
όπως αυτή
εμφανίζεται
στα επίσημα
αμερικανικά
αρχεία. 1.
07.02:
Enterprise
και Hornet
εξαπολύουν
επίθεση. 2.
08.40: Το Yorktown
εξαπολύει
επίθεση. 3. 09.17: Ο
Ναγκούμο
στρέφει βόρεια
για να επιτεθεί
στον
αμερικανικό
στόλο. 4. 09.20:
Η VT-8
επιτίθεται και
αποδεκατίζεται.
5. 09.58: Η VT-6
επιτίθεται και
αποδεκατίζεται.
6. 09.55: Η VB-6
εντοπίζει ένα
μεμονωμένο
ιαπωνικό
αντιτορπιλικό
και το
ακολουθεί. 7.
10.15: Η VT-3
επιτίθεται και
αποδεκατίζεται.
8. 10.22: Οι VB-6
και VB-3
συναντώνται
συμπτωματικά
πάνω από τον
ιαπωνικό στόλο
και βυθίζουν
τρία
αεροπλανοφόρα
σε 10 λεπτά. 9.
11.00 & 11.30: Το Hiryu
εξαπολύει δύο
επιθέσεις κατά
του Yorktown.
10. 12.00: Το Yorktown
πλήττεται και
αργότερα
βυθίζεται. 11.
15.30: Enterprise
και Hornet
εξαπολύουν
επίθεση κατά
του Hiryu.
12. 17.05: Το Hiryu
πλήττεται και
βυθίζεται.
Η
εκδοχή αυτή, αν
και εντελώς
αντίθετη των
όσων είχαν
πραγματικά
συμβεί, μείωνε
την απόκλιση
του
ναυτιλιακού
σφάλματος του
Ρινγκ,
παρουσιάζοντας
την θέση του
πλησιέστερα
στην
πραγματική
τοποθεσία της
μάχης. Έτσι, η
πλαστογραφημένη
εκδοχή των
αρχείων,
κατέληξε να
επικρατεί ως
επίσημη. Το δε
κείμενο φέρει
ημερομηνία 7
Ιουνίου 1942 και
συνετάχθη στο
Περλ Χάρμπορ
και όχι πάνω
στο ίδιο το Hornet,
αμέσως μετά τα
γεγονότα, όπως
θα έπρεπε!
Όταν
αργότερα,
κάποιοι
επεσήμαναν
στον Σπρούανς
ότι η αναφορά
του Hornet
εξακολουθούσε
να έχει πολλά «κενά»,
εκείνος
απάντησε: «Οπουδήποτε
διαπιστώνεται
διαφορά μεταξύ
των αναφορών
των Hornet
και Enterprise,
θα λαμβάνεται
ως αξιόπιστη
εκείνη του Enterprise»,
επιβεβαιώνοντας
έμμεσα την
αναξιοπιστία
της αναφοράς
του Hornet.
Ακόμα και όλα
αυτά όμως, δεν
θα μπορούσαν με
τίποτα να
συγκριθούν σε
σχέση με το
πραγματικό
αποκορύφωμα
του αίσχους που
θα προσέβαλε
την μνήμη των
νεκρών της VT-8.
Ενώ
ο Τζών
Γουώλτρον και ο
πολυβολητής
του, Οράτιος
Ντομπς, δικαίως
τιμήθηκαν
μεταθανάτια με
τον Σταυρό του
Ναυτικού (Navy
Cross),
ο Μίτσερ
απένειμε την
ίδια διάκριση
και στον
Στάνχοπ Ρινγκ
για επιτυχή
επίθεση
εναντίον εχθρικών
σκαφών στις
6 Ιουνίου.
Η
απονομή
ενεκρίθη από
την
Ουάσινγκτον,
παρότι ακόμη
και η
ημερομηνία από
μόνη της
εξοργίζει: οι
επιθέσεις κατά
των ιαπωνικών
αεροπλανοφόρων
έγιναν όλες
στις 4 Ιουνίου,
ενώ στις
επιθέσεις κατά
των
καταδρομικών
της 6ης
Ιουνίου ο Ρινγκ
δεν είχε λάβει
μέρος!
Χαρακτηριστικό
είναι ότι το
ίδιο μετάλλιο
απονεμήθηκε
και στον
πολυβολητή του,
ο οποίος το
αρνήθηκε!
Αξίζει
να παρατεθούν
τα κείμενα
απονομής των
διακρίσεων:

Την
περίοδο της
μάχης της
Μίντγουαίυ ο
Υποπλοίαρχος
Τζων
Γουώλντρον
ήταν
αναμφίβολα ο
εμπειρότερος
διοικητής
τορπιλοπλάνων
του
αμερικανικού
στόλου. Η
διαφωνίες του
με τον διοικητή
του, Στάνχοπ
Ρινγκ,
κατέληξαν στον
ηρωικό, αλλά
μάταιο θάνατό
του.
Μεταπολεμικά
ένα
αντιτορπιλικό
και μία οδός
στην
γεννέτειρά του
(Ν. Ντακότα),
ονομάστηκαν
προς τιμήν του.
WALDRON,
JOHN CHARLES (Φονευθείς
Εν Δράσει)
«Ο Πρόεδρος των ΗΠΑ ευαρεστείται να απονείμει μεταθανατίως τον Ναυτικό Σταυρό στον John Charles Waldron, Υποπλοίαρχο Ναυτικού, για εξαίρετο ηρωισμό κατά τη διάρκεια επιχειρήσεων στη Μάχη της Μίντγουαίυ, εναντίον Ιαπωνικών δυνάμεων στις 4 Ιουνίου 1942, ως πιλότου τορπιλοπλάνου και διοικητή της Μοίρας Τορπιλοπλάνων VT-8 του U.S.S. HORNET (CV-8). Γνωρίζοντας τις θανάσιμες συνέπειες επίθεσης χωρίς κάλυψη μαχητικών, και χωρίς επαρκή καύσιμα για την επιστροφή του, ο Υποπλοίαρχος Waldron, με αποφασιστικότητα και αυτοθυσία, ηγήθηκε της Μοίρας του σε επιτυχή τορπιλισμό ενώπιον φονικών εχθρικών πυρών. H θαρραλέα δράση του, εκτελεσθείσα με πνεύμα γενναιότητος, αυτοθυσίας και συνειδητής αφοσίωσης στην εκπλήρωση της αποστολής του, υπήρξε αποφασιστικός παράγων για την ήττα των εχθρικών δυνάμεων, σύμφωνη με τις υψηλότερες παραδόσεις του Ναυτικού των ΗΠΑ, για τις οποίες θυσίασε την ζωή του».

Douglas TBD-1 Devastator, s/n 1506, “T-16”
του
Υποπλοίαρχου
John
Charles Waldron και
του
πολυβολητού
Horace
F. Dobbs, VT-8, USS Hornet (CV-8), 4 Ιουνίου
1942. Το
αεροσκάφος με
το οποίο βρήκε
ηρωικό θάνατο ο
διοικητής της VT-8,
σε ηλικία 41 ετών,
μαζί με άλλους 28
άνδρες του στην
πρώτη τους
επιχειρησιακή
αποστολή, κατά
την
αυτοκτονική
επίθεσή τους
εναντίον του
ιαπωνικού
στόλου. Το
αεροσκάφος το
οποίο
αντιστοιχούσε
κανονικά στον
διοικητή της
Μοίρας ήταν το “T-1”,
το οποίο όμως,
δεν ήταν έτοιμο
εκείνη τη μέρα.
Παρατηρήστε τα
ξύλινα πλαίσια
γύρω από τα
πτερύγια της
τορπίλης για
βελτίωση της
πλευστότητας.

Η
μοναδική
γνωστή, αν και
κακής
ποιότητος,
φωτογραφία του
Πλωτάρχη
Στάνχοπ Ρινγκ
κατά τη
διάρκεια
επιθεωρήσεως
των αεροσκαφών
του Hornet.
RING,
STANHOPE COTTON
«Ο Πρόεδρος των
ΗΠΑ
ευαρεστείται
να απονείμει
τον Ναυτικό
Σταυρό στον
Στάνχοπ Κόττον
Ρινγκ, Πλωτάρχη
Ναυτικού, για
τον εξαιρετικό
ηρωισμό του
στις
επιχειρήσεις
κατά του εχθρού,
υπηρετώντας ως
πιλότος
αεροσκάφους
και Διοικητής
του 8ου
Αεροπορικού
Συγκροτήματος
του
αεροπλανοφόρου
U.S.S. HORNET (CV-8),
κατά την Μάχη
της Μίντγουαίυ
στις 6 Ιουνίου 1942. Ο Πλωτάρχης
Ρινγκ οδήγησε
το Συγκρότημά
του κατά
εχθρικών
καταδρομικών
και
αντιτορπιλικών
ψύχραιμα και
μεθοδικά,
ενώπιον βαρέων
αντιαεροπορικών
πυρών.
Αψηφώντας την
προσωπική του
ασφάλεια,
ηγήθηκε
επιτυχούς
επίθεσης κατά
των εχθρικών
αεροπλανοφόρων.
Το
διακεκριμένο
θάρρος και η
αποφασιστικότητά
του υπήρξαν
καθοριστικά
και σύμφωνα
με τις
υψηλότερες
παραδόσεις του
Ναυτικού των
ΗΠΑ».
Έκτοτε
ο Ρινγκ δεν
ανέλαβε ποτέ
ξανά μάχιμη
διοίκηση και
ολοκλήρωσε την
σταδιοδρομία
του, φθάνοντας
τον βαθμό του
Αντιναυάρχου,
υπηρετώντας σε
διάφορες
επιτελικές
θέσεις, χωρίς
ποτέ να
αντιμετωπίσει
ευθύνες για την
διαγωγή του στη
μάχη. Ωστόσο, η
φήμη που είχε
αφήσει πίσω του
θα τον συνόδευε
για αρκετά
χρόνια. Ένα
χρόνο μετά τη
Μίντγουαίυ
εμφανίστηκε σε
μία βραδινή
συγκέντρωση
στη Λέσχη
Αξιωματικών
του Περλ
Χάρμπορ, όπου
δεν δίστασε να
εξομολογηθεί
από βήματος: “The
pilots of
the Hornet, think
I’m a
real shit”
-φράση η οποία,
για λόγους
κοσμιότητος
του άρθρου,
μάλλον δεν
χρειάζεται να
μεταφραστεί.
Μια
συγγνώμη από το
παρελθόν
Μετά
την πάροδο
αρκετών χρόνων
πολλά σημεία
της αλήθειας
άρχισαν να
ξεπροβάλλουν
μέσα από
αναπάντεχες
συγκυρίες. Ο
πατέρας του
νεκρού πιλότου
της VF-8,
Σημαιοφόρου
Μαρκ Κέλλυ,
είχε ιδρύσει
ένα σύλλογο
υπέρ της μνήμης
του χαμένου
γιού του. Ένας
δικηγόρος της
Βαλτιμόρης που
έτυχε να
αποτελεί μέλος,
ο Μπόουεν
Βάϊσχάϊτ (Bowen Weisheit)
ενδιαφέρθηκε
να βρει το
ακριβές σημείο
όπου είχε
συντριβεί το
αεροσκάφος του
νεαρού πιλότου,
με σκοπό να
κάνουν ένα
αναμνηστικό
ταξίδι,
αποτείοντας
φόρο τιμής.
Αυτό τον
παρότρυνε να
αποδυθεί σε μια
επίπονη
ιστορική
έρευνα, η οποία
τελικά του
επέτρεψε να
αντιληφθεί τις
πραγματικές
πορείες που
είχαν
ακολουθήσει τα
αεροσκάφη του Α.Σ.
Hornet.
Βασιζόμενος
στις μαρτυρίες
επιζώντων,
στους οποίους
οι «περιστάσεις»
επέτρεπαν
πλέον να
μιλήσουν
ελεύθερα,
κατασκεύασε
έναν χάρτη, ο
οποίος ερχόταν
σε πλήρη
αντίθεση με τα
αρχεία,
αποδεικνύοντας
ότι η «επίσημη»
πορεία την
οποία είχε
ακολουθήσει το
Α.Σ., ήταν εκ
θεμελίων
ψευδής!
Ορισμένοι
απολογητές του
Ρινγκ
ισχυρίστηκαν
ότι είχε πέσει
θύμα σφάλματος απόκλισης
της πυξίδας, το
οποίο μπορούσε
να προκληθεί
από τα
μεταλλικά
φορτία των
βομβών, παρότι
βέβαια,
διεξάγονταν
συστηματικές
μελέτες για να
αποφεύγονται
τέτοια
φαινόμενα.
Αρκετοί άλλοι
επέμειναν ότι
ήταν απλά ένας «σκουριασμένος»
πιλότος, του
οποίου η
μακρά
προϋπηρεσία σε
επιτελικές
θέσεις τον είχε
αποξενώσει από
τα
μάχιμα
καθήκοντά του.
Κάποιοι πιο
πικρόχολοι
αντίπαλοί του,
έφθασαν να
διατυπώσουν
την άποψη ότι
φυγομάχησε
εσκεμμένα.
Ωστόσο, όπως
διαφαίνεται
από τα στοιχεία,
η πιθανότερη
εξήγηση είναι
ότι οι Μίτσερ
και Ρινγκ, είχαν
πράγματι
πιστέψει ότι οι
Ιάπωνες
αποσκοπούσαν
σε απόβαση των
ΗΠΑ και
αποφάσισαν να
ριψοκινυνεύσουν
μία κατάφωρη
παραβίαση των
διαταγών με την
ενδόμυχη
φιλοδοξία να
καταστούν οι
ήρωες της
ημέρας. Αυτό εξηγεί
εύκολα τα όσα
επακολούθησαν.
Η
επαίσχυντη
ενέργεια του
Ρινγκ να
εγκαταλείψει
την διοίκησή
του στον αέρα,
αποκαλύπτει
τον πανικό του
τη στιγμή που
συνειδητοποίησε
ότι η εκτίμησή
τους είχε
αποτύχει και η
μάχη
διεξαγόταν
πράγματι στα ΝΑ.
Τότε αποφάσισε επιστρέψει
άρον-άρον στο Hornet για να
ενημερώσει τον
Μίτσερ, ώστε να
συγκαλύψουν το
φιάσκο πριν
ήταν πολύ αργά.
Ταυτόχρονα
είχε
κατευθύνει τα
μισά του
αεροσκάφη προς
την Μιντγουαίυ
σε μία ύστατη,
απεγνωσμένη
προσπάθεια, να
εντοπίσουν,
εκείνα
τουλάχιστον,
τον εχθρό.
Όταν
προέκυψαν όλα
αυτά τα νέα
στοιχεία, ο
Στάνχοπ Ρινγκ
δεν βρισκόταν
εκεί για να
απολογηθεί,
αφού είχε
πεθάνει το 1963,
κρατώντας
μέχρι τότε τη
σιωπή του.
Εντελώς
αναπάντεχα
όμως, μετά τον
θάνατό του, η
σύζυγός του
ανακάλυψε,
φυλαγμένο σε
ένα συρτάρι,
ένα ιδιόχειρο
γράμμα του 22
σελίδων, με
ημερομηνία 28
Μαρτίου 1946. Ήταν η
έγγραφη
απολογία του
για τα σφάλματα
που ο ίδιος
θεωρούσε ότι
είχε διαπράξει
και τα οποία
απέδιδε σε
απειρία
ναυτιλίας των
πληρωμάτων του
και στην
επιβληθείσα
σιγή ασυρμάτου
που δεν του
επέτρεψε να
πληροφορηθεί
την νέα θέση
του εχθρού. Ο
ίδιος δίστασε
τελικά να
δημοσιοποιήσει
αυτή την «απολογία»,
αν και τελικά,
το κείμενο
δημοσιεύτηκε
μετά τον θάνατό
του, σε μηνιαίο
περιοδικό του
Ναυτικού των
ΗΠΑ με τον
τίτλο «Χαμένο
γράμμα από την Μίντγουαίη».
Έτσι σήμερα δεν
έχουμε
αμφιβολία για
το πως
εξελίχθηκαν τα
πράγματα, αλλά,
παρά το γεγονός
ότι η αλήθεια
είναι γνωστή,
καμία αλλαγή
δεν έχει
επέλθει στα
επίσημα αρχεία,
τα οποία
μάλιστα,
αρκετοί
ιστορικοί
χρησιμοποιούν
ακόμα σαν «πηγές»,
αναμηρυκάζοντας
τις ίδιες
ανακρίβειες.
Ο
Τζώρτζ Γκαίη,
μετά από μία
μακρά περίοδο
ανάπαυσης, πήρε
μέρος στις
μάχες της
Γκουανταλκανάλ
και στη
συνέχεια
διετέλεσε ως
εκπαιδευτής
μέχρι τη λήξη
του πολέμου.
Μεταπολεμικά
διηγήθηκε τις
εμπειρίες της
Μίντγουαίυ σε
αρκετούς
ιστορικούς και
δημοσιογράφους
και εξέδωσε
βιβλίο με τις
αναμνήσεις του
υπό τον τίτλο “Sole
Survivor”
(Μοναδικός
Επιζών), αρκετές
αποκαλύψεις
του οποίου όμως,
λογοκρίθηκαν.
Πέθανε στις 21-10-1994,
σε ηλικία 77 ετών
και οι στάχτες
του
σκορπίστηκαν
στον Ειρηνικό,
στο ίδιο σημείο
που είχαν πέσει
οι σύντροφοί
του πριν 53
χρόνια.
![]() |
![]() |
|
Αριστερά
: Ο Τζώρτζ
Γκαίυ (δεξιά)
με τον
πολυβολητή
του Τζώρτζ
Φιλντ, μπροστά
στο
αεροσκάφος
τους, Μάϊος 1942.
Δεξιά, το 1967,
καθώς
διηγείται τις
αναμνήσεις
του σε
δημοσιογράφους.
|
|
Ο Ανθ/χος Τζώρτζ Γκαίυ φιλοξενείται πρωτοσέλιδα στο περιοδικό ΤΙΜΕ. Στην επιστροφή του δεν είχε παραλείψει να μιλήσει για πολλές λεπτομέρειες από τα σφάλματα εκπαίδευσης που είχαν κοστίσει την ζωή του σμήνους του χωρίς κανείς να του δώσει σημασία παρά μόνο πολλά χρόνια αργότερα

Κατά
το γύρισμα της
ταινίας ‘Battle of Midway’ , το
1967, εκλήθησαν σαν
τεχνικοί
σύμβουλοι
τρεις
επιζώντες από
εκείνη την μάχη.
Αριστερά
διακρίνεται το
πρόσωπο του
Τζώρτζ Γκαίη,
στο μέσον ο
Μάξγουελ Λέσλη
και στα δεξιά
του Τζόζεφ
Ρότσφορντ - ο
αξιωματικός
που ‘έσπασε’ τον
ιαπωνικό
κώδικα και
αποκάλυψε ότι ο
επόμενος
στόχος των
γιαπωνέζων ,
μετά την
Θάλασσα των
Κοραλλίων ήταν
η Μίντγουαίη.
Την μέρα που η
ταινία θα
προβάλλεται
είχε ήδη
πεθάνει
Η
κατάρρευση του
μύθου
Νεότεροι
αναλυτές,
απαλλαγμένοι
από τις
συναισθηματικές
φορτίσεις του
ανέλπιστου
θριάμβου,
αντιμετ,ωπισαν
τα πράγματα με
μία πιο
ψύχραιμη ματιά
και χάρη σε
αυτούς
καταρρίπτονται
σήμερα κάποιοι
από τους μύθους
που περιβάλουν
τη Μάχη της
Μίντγουαίυ.
Όταν
καταλάγιασε ο
καπνός της
μάχης και οι
διάφορες «ανακολουθίες»
των γεγονότων
είχαν
τακτοποιηθεί, ο
τύπος και η
Ανώτατη
Διοίκηση
θέλησαν να
προσδώσουν μία
«ηρωική»
ερμηνεία στην
θυσία των
τορπιλοπλάνων,
υποστηρίζοντας
ότι η θυσία
τους δεν ήταν
μάταιη, αφού
συγκέντρωσαν
επάνω τους τα
ιαπωνικά
μαχητικά,
επιτρέποντας
στα
βομβαρδιστικά
να πλήξουν
ανενόχλητα τα
εχθρικά
αεροπλανοφόρα.
Όμως, η θυσία 35
αεροσκαφών και
των πληρωμάτων
τους, εσκεμμένη
ή μη, δεν μπορεί
ποτέ να είναι
αποδεκτή, ηθικά
ή στρατηγικά
στη συνείδηση
οποιουδήποτε
στρατηγού.
Αλλά ακόμα κι
αν κάποιος ήταν
τόσο
αδίστακτος
ώστε να
επιχειρήσει
έναν τέτοιο
αντιπερισπασμό,
το όλο
εγχείρημα θα
είχε κάποια
αξία μόνο εάν
γνώριζε
επακριβώς την
θέση του
αντίπαλου
στόλου, γεγονός
το οποίο
προφανώς, δεν
συνέβαινε στην
περίπτωση των
Αμερικανών. Η
ωμή αλήθεια
είναι ότι εάν η
επίθεση είχε
συντονιστεί
σωστά, η σφαγή
των
τορπιλοπλάνων
θα είχε
αποφευχθεί. Η
απροσδόκητη
και
συμπτωματική
συνάντηση των
δύο Μοιρών Dauntless ήταν
μια σατανική
σύμπτωση την
οποία δεν
πιστώνεται
κανείς, ούτε
και την είχε
επιδιώξει
κάποιος. Ήταν η
συγκυρία, και
μόνο αυτή, η
οποία έκρινε
την νίκη,
κάνοντας τον
Σπρούανς να
παραδεχθεί: «Είναι
απίστευτο πόσο
η σύμπτωση
κρίνει τις
τύχες μίας
μάχης».
Πολλά
σύγχρονα
βιβλία
υιοθετούν την
άποψη ότι ο
Ναγκούμο
προχωρούσε
άβουλος, χωρίς
να έχει
αποσαφηνίσει
τον
αντικειμενικό
του σκοπό και
όταν εντόπισε
τον
αμερικανικό
στόλο
ολιγώρησε,
πράγμα το οποίο
«…σοφά
εκμεταλλεύτηκαν
οι αντίπαλοί
του».
Ο
Ναγκούμο, ως
επιτιθέμενος,
έπρεπε να
αντιπαρέλθει
πολλές
δυσκολίες και
αντιξοότητες.
Εάν υπάρχει ένα
συμπέρασμα το
οποίο μπορούμε
να εξάγουμε από
τη μάχη, αυτό
είναι ότι ο
Ιάπωνας
ναύαρχος, από
την στιγμή που
αντελήφθη την
παρουσία του
εχθρικού
στόλου,
ανταπεξήλθε με
απόλυτη
επιτυχία σε
κάθε μία από
αυτές, και
μάλιστα,
πιεζόμενος
σκληρά από τον
χρόνο και
ταυτόχρονα
δεχόμενος
αλλεπάλληλες
επιθέσεις.
Συνολικά από
τις 07.00 μέχρι τις 10.20
είχε δεχθεί τις
επιθέσεις 172
αεροσκαφών, τα
οποία
αποδεκάτισε
χωρίς να δεχθεί
ούτε ένα πλήγμα.
Κατά τη
διάρκεια της
τελευταίας
κρίσιμης ώρας
της μάχης (09.20-10.20) οι
αντιδράσεις
του ήταν άψογες:
·
Εκκαθάρισε
εγκαίρως τα
καταστρώματα
από τα
αεροσκάφη που
προορίζονταν
ως δεύτερο
επιθετικό κύμα
κατά της
Μιντγουαίυ,
περισυνέλλεξε
και ανεφοδίασε
τα αεροσκάφη
του πρώτου
κύματος.
·
Επανεξόπλισε
εξ αρχής όλα τα
αεροσκάφη με
όπλα κατά
αεροπλανοφόρων.
·
Ανέπτυξε
τα μαχητικά του
σε μία ασπίδα
προστασίας
γύρω από τον
στόλο του, και
·
Μετά το
πέρας των
αερομαχιών, τα
περισυνέλλεξε,
τα ανεφοδίασε,
και ήταν
πανέτοιμος να
εξαπολύσει την
επίθεσή του.
Πέρα
από το πέπλο
των μύθων της
Μίντγουαίυ, ο
Ναγκούμο
μπορεί να
χαρακτηριστεί
ως ο
ατυχέστερος
στρατηγός της
Ιστορίας, ο
οποίος είδε τις
δυνάμεις του να
θριαμβεύουν
διαρκώς επί
τέσσερις ώρες,
για να χάσει τα
πάντα μέσα σε
πέντε λεπτά,
εξαιτίας μίας
τυχαίας
σύμπτωσης! Εάν
η αμερικανική
επίθεση είχε
καθυστερήσει
κατά 2-3 λεπτά τα
ιαπωνικά
αεροσκάφη θα
είχαν
απογειωθεί και
οι εννέα
εύστοχες
αμερικανικές
βόμβες θα είχαν
προκαλέσει
μόνο
επιφανειακές
ζημιές στα
άδεια
καταστρώματα.
Αν τα πράγματα
είχαν
εξελιχθεί «λογικά»,
με τα αεροσκάφη
του Σπρούανς να
επιστρέφουν με
τις δεξαμενές
τους άδειες
μετά την μάταιη
αναζήτηση,
είναι βέβαιο
ότι στην θέση
των ιαπωνικών
αεροπλανοφόρων
θα βρίσκονταν
τα αμερικανικά,
με τα
καταστρώματά
τους γεμάτα
αεροσκάφη. Ας
ληφθεί δε υπόψη
ότι ένα από τα
τέσσερα
ιαπωνικά
αεροπλανοφόρα,
το Hiryu,
κατάφερε να
εξουδετερώσει
το Yorktown
πριν χαθεί κι
αυτό, αργότερα
την ίδια μέρα.
Σε
αντίθεση με
τους
αντιπάλους
τους, και
δεδομένων της
αριθμητικής
υπεροχής των
πρώτων, οι
Ιάπωνες
πιλότοι
απέδειξαν την
ανωτερότητά
τους, έστω και
ηττημένοι: εάν,
εν μέσω «καθαρών
ουρανών», τα 54 SBD
είχαν επιτύχει
εννέα πλήγματα,
τα 10, όλα κι όλα
ιαπωνικά
αεροσκάφη του Hiryu
που διαπέρασαν
την ασπίδα
καταδιωκτικών
και
αντιαεροπορικών,
σημείωσαν
πέντε πλήγματα
κατά του Yorktown (3
βόμβες, 2
τορπίλες).
Στην
αμερικανική
πλευρά,
εξαιρουμένης
της αυτοθυσίας
και
στρατηγικής
διαίσθησης του
Γουώλντρον, θα
μπορούσαμε να
πούμε ότι ο
Φλέτσερ αξίζει
συγχαρητηρίων
για τον ακριβή
εντοπισμό του
ιαπωνικού
στόλου χωρίς
περαιτέρω
ενημέρωση, αν
και η «συνεργασία»
του με τον
Σπρούανς
ενείχε αρκετά
ύποπτα σημεία,
αφού τον άφηνε
μονίμως «στο
σκοτάδι» σε ότι
αφορούσε στις
δικές του
κινήσεις –ένα
δικαίωμα όμως,
που του
παραχωρούσε το
σύστημα
διαρχίας του
Νίμιτς, εφόσον,
τυπικώς, οι δύο
ναύαρχοι
δρούσαν
ανεξάρτητα.
|
|
Ναύαρχος Μάρκ Άντριου Μίτσερ (Marc Andrew Mitscher), 26/1/1887 – 3/2/1947.
Με την έναρξη
του πολέμου
ανέλαβε την
διοίκηση του USS Hornet.
Η Μίντγουαιυ
ήταν η
χειρότερη και
πιο
επικίνδυνη
στιγμή της
σταδιοδρομίας
του, η οποία
διεσώθη από
την ίδια την
Ουάσινγκτον,
με μόνο
αντίκτυπο την
μετάθεσή του
σε χερσαία
διοίκηση.
Αργότερα
απεκατέστησε
τη φήμη του
αναλαμβάνοντας
την διοίκηση
της Task Force 58, μίας
ταχείας
δύναμης
αεροπλανοφόρων,
η οποία έδρασε
αποφασιστικά
μεταξύ 1944-45,
διατρέχοντας
τον Ειρηνικό
και
καταφέρνοντας
αιφνίδια
πλήγματα σε
ναυτικές
δυνάμεις και
εγκαταστάσεις
του εχθρού. Η
μεγαλύτερη
ώρα του ήταν η
αεροναυμαχία
των
Φιλιππίνων,
όταν σε
αντίθεση με τα
ισχύοντα
δεδομένα
ασφαλείας,
διέταξε να
φωτιστούν τα
καταστρώματα
των
αεροπλανοφόρων
κατά τη
διάρκεια της
νύχτας για να
περισυλλεχθούν
τα αεροσκάφη
μετά τις
δραματικές
μάχες που
είχαν
προηγηθεί το
απόγευμα –ένα
τέχνασμα το
οποίο είχε «αντιγράψει»
από τον
Σπρούανς, ο
οποίος το είχε
εφαρμόσει
πρώτος στη
Μίντγουαίυ,
για τον ίδιο
λόγο! Μετά τον
πόλεμο
ανέλαβε
Υποδιοικητής
Ναυτικών
Επιχειρήσεων
στην
Ουάσινγκτον.
Λέγεται ότι το
άγχος της
πολεμικής του
δράσης κατά τα
δύο τελευταία
έτη του πολέμου
κλόνισε
σοβαρά την
υγεία του, με
αποτέλεσμα να
πεθάνει το 1947 σε
ηλικία 60 ετών.
|
|
|
Αντιναύαρχος
Φράνκ Τζάκ
Φλέτσερ
(Vice
Adm Frank Jack Fletcher), 29
Απριλίου 1885 – 25
Απριλίου 1973. Απόφοιτος της Ναυτικής Ακαδημίας το 1906 , στα επόμενα χρόνια υπηρετεί συνεχώς σε πλοία και διακρίνεται το 1914 στην απόβαση στην Σάντα Κρούζ (Μεξικό) , όπου και του απονέμεται το Παράσημο Τιμής.Το 1918 είναι διοικητής αντιτορπιλικού σε προστασία νηοπομπών του Ατλαντικού κι ως το 1933 έχει ανέλθει στο πόστο του Αρχηγού Επιτελείου του Ατλαντικού. Το 1942 αναλαμβάνει την διοίκηση στην Θάλασσα των Κοραλλίων, Στην περίοδο εκείνη είναι ο μόνος διοικητής στολίσκου αεροπλανοφόρων του ναυτικού με πολεμική πείρα, αλλά κρίνεται απ τον Νίμιτς λιγότερο επιθετικός από τις προσδοκίες του, ενώ παράλληλα ‘βάλλεται’ και από το Υπουργείο Ναυτικών και τον συνάδελφό του Χώλσεϋ. Σε ένα μήνα σαν διοικητής του Γιόρκταουν παίρνει μέρος στην Μάχη της Μίντγουαίη. Αν και σαν ανώτερος εννοείται ηγείται της επιχείρησης η δόξα περνάει μάλλον στον Σπρούανς ενώ ο ίδιος κατηγορείται ότι εγκαταλείπει πρόωρα το λαβωμένο του αεροπλανοφόρο. Λίγο αργότερα διοικεί την απόβαση στο Γκουανταλκανάλ και σε μια σύντομη ναυμαχία στην θάλασσα ανατολικά των Ν. Σολομόντος το αεροπλανοφόρο του Σαρατόγκα τορπιλίστηκε από υποβρύχιο Η
πρόωρη
εγκατάλειψη
του
Γιόρκταουν , η
στάση του στην
Γκουανταλκανάλ
, όπου
σχεδόν
εγκατέλειψε
την απόβαση
στο αρχικό της
στάδιο και οι
αδέξιες
συνθήκες του
τορπιλισμού
του Σαρατόγκα,
τον έφεραν σε
αντίθεση με
τους
ανωτέρους
του. Έκτοτε
αποσύρθηκε απ
το εκεί μέτωπο
αλλά συνέχισε
στην διοίκηση
του Βορειο-Ανατολικού
Ειρηνικού ως
το τέλος του
πολέμου. Η
κλάση
αντιτορπιλικών
‘Φλέτσερ´
ονομάστηκε
προς τιμήν του
|
|
|
Ναύαρχος Ραίημοντ Αίημς Σπρούανς (Raymond Ames Spruance), 3/7/1886 – 13/12/1969. Ανέλαβε απρόοπτα την διοίκηση ΤF-16 αντί του ασθενούντος Υποναυάρχου Ουίλλιαμ Χώλσεϋ χωρίς μάλιστα πρόταερη εμεπιρία στην διοίκηση αεροπλανοφόρων. Μέχρι σήμερα η απροσδόκητη αυτή προτίμηση του Χώλσεϋ δεν έχει ερμηνευθεί κατάλληλα. Μετά την άδικη απώλεια του Yorktown από τον αντίζηλό του Φλέτσερ, τα γεγονότα τον ανέδειξαν σαν τον «νικητή» της Μίντγουαιυ. Είχε εξοργιστεί εξαιρετικά όμως με τον Μίτσερ και την απόπειρα πλαστογράφησης των γεγονότων της μάχης. Κατόπιν
ανέλαβε την
διοίκηση των
μεγαλύτερων
επιχειρήσεων
στον Ειρηνικό,
καταλαμβάνοντας
τα νησιά
Γκίλμπερτ,
Μάρσαλ,
Μαριάννες, Ίβο
Τζίμα και
Οκινάουα. Η
φήμη που
απέκτησε μετά
τις επιτυχίες
αυτές τον
έφεραν σε
σύγκρουση με
τον Χώλσεϋ, ο
οποίος δεν
απέλαυσε
ανάλογη
επιτυχία στην
δράση του και
ειδικά στην
αεροναυμαχία
της Λέϋτε. Ο Χώλσεϋ
υποστήριξε
έντονα τον
φίλο του
Μίτσερ
ενάντια στις
κατηγορίες
που είχε
διατυπώσει ο
Σπρούανς και η
έχθρα μεταξύ
τους κράτησε
για πολύ καιρό. Το 1945 ο
Νίμιτς τον
διόρισε
διάδοχό του
στην διοίκηση
του Στόλου
Ειρηνικού και
μεταπολεμικά
προτάθηκε
πέντε φορές
για προαγωγή
στον βαθμό του
Ναυάρχου
πέντε αστέρων.
Ωστόσο, ο
παντοδύναμος
γερουσιαστής
Καρλ Βίνσον,
και στενός
φίλος του
Υποναυάρχου
Χώλσεϋ, την
απέρριψε και
τις πέντε
φορές!
|
Η
Μιντγουαίυ
ήταν μία
αδιανόητη
αμερικάνικη
νίκη όπου
κατερρίφθησαν
όλες οι
θεμελιώδεις
αρχές της
στρατηγικής: οι
Ιάπωνες
υπερτερούσαν
αριθμητικά και
οπλικά, δεν
είχαν
διαπράξει
κανένα τακτικό
σφάλμα,
νικούσαν
ολοκληρωτικά
μέχρι τις 10.20 και
ηττήθησαν
ολοσχερώς μέσα
στα επόμενα
πέντε λεπτά
μετά από μία
αδιανόητη
μεταστροφή της
τύχης. Οι
Αμερικανοί
υστερούσαν σε
εμπειρία,
αριθμούς και
όπλα,
προχωρούσαν
στα τυφλά,
χωρίς κανένα
σχέδιο, οι
διοικητές τους
αντιμάχονταν ο
ένας τον άλλον,
διέπραξαν
σωρεία
τακτικών και
στρατηγικών
σφαλμάτων, και
όμως, η Θεά Τύχη
τους ευνόησε σε
τέτοιο
απίστευτο
βαθμό, ώστε
έφθασαν να δουν
μία αναμενόμενη
πανωλεθρία να
μετατρέπεται
σε
ανεπανάληπτο
θρίαμβο, ο
οποίος έκρινε
την τύχη του
πολέμου στον
Ειρηνικό. Όπως
ομολόγησε ο
ίδιος ο Φλέτσερ:
«Όταν τελειώνει η μάχη ξεφυτρώνουν από παντού αναλύσεις για τα σχέδια και την στρατηγική που οδήγησαν στη νίκη.
Στην
πραγματικότητα
αυτό που συνέβη
ήταν ένας σωρός
από γκάφες».
Ο
«Καταστροφέας»
TBD-1 Devastator
Το TBD Devastator («Καταστροφέας») σχεδιασμένο με τα δεδομένα του 1930 ήταν ένα εξαιρετικά προοδευτικό αεροπλάνο για την εποχή του που η οικονομική κρίση του 1929 έμελλε να καταντήσει ένα άχρηστο κι επικίνδυνο αεροπλάνο για τα πληρώματά του το 1941. Επιπλέον τα πληρώματά του είχαν ελάχιστη εκπαίδευση στον τύπο αυτό την ώρα της Μίντγουαίυ
Το
1941 ο πόλεμος στην
Ευρώπη είχε ήδη
κλείσει μία
διετία, αλλά οι
επιδόσεις των
αεροσκαφών που
μάχονταν εκεί
ήταν ακόμα
τελείως
άγνωστες στις
αεροναυπηγικά
πρωτόγονες ΗΠΑ.
Ο τορπιλισμός
του ιταλικού
στόλου στον
Τάραντα από την
RAF,
έτυχε
διαφορετικών
ερμηνειών από
τα αντίπαλα
στρατόπεδα
στην άλλη
πλευρά της
υδρογείου. Για
τους μεν
Ιάπωνες
επιβεβαίωνε
τις τεράστιες
δυνατότητες
του
τορπιλισμού
από αεροπλάνα.
Για τους δε
Αμερικανούς,
σήμαινε ότι αν
μερικά
πανάρχαια
διπλάνα σαν τα
αγγλικά Swordfish
ήταν ικανά να
προκαλέσουν
τέτοια
καταστροφή,
τότε τα δικά
τους Devastator
είχαν κάτι
παραπάνω από
εξασφαλισμένο
τον θρίαμβο επί
των «καθυστερημένων»
Ιαπώνων. Και
όντως, για τα
δεδομένα του 1930,
το TBD
Devastator
(«Καταστροφέας»)
ήταν ένα
σύγχρονο
αεροσκάφος και
το πρώτο
μονοπλάνο του
είδους με
αναδιπλούμενες
πτέρυγες που θα
εξόπλιζε
αεροπλανοφόρο.
Αυτή βέβαια,
ήταν η
υπεροπτική,
υπεραπλουστευμένη
ερμηνεία που
προτίμησε το
Αμερικανικό
Ναυτικό. Στην
πράξη τα
πράγματα ήταν
διαφορετικά. Το
Devastator
ήταν ένα πολλά
υποσχόμενο
αεροσκάφος, το
οποίο όμως,
έπεσε θύμα
οικονομικών
περικοπών. Το
σημαντικό του
βάρος
απαιτούσε έναν
κινητήρα 1200 hp,
ο οποίος θα του
προσέδιδε την
αρχικά
υπολογισθείσα
ταχύτητα των 240
κόμβων. Αντί
αυτού, την θέση
του πήρε ένας
οικονομικότερος
των 900 hp,
οπότε το
αεροσκάφος δεν
ξεπέρασε ποτέ
τους 125 κόμβους. Η
δεύτερη
περικοπή
επηρέασε τον
οπλισμό του. Με
δεδομένο το
τακτικό δόγμα
ότι τα Devastator
θα καλύπτονταν
επαρκώς από
μαχητικά
προστασίας, οι
σχεδιαστές
περιόρισαν τον
οπλισμό του σε
ένα πρόσθιο και
ένα οπίσθιο
πολυβόλο.
Επιπλέον, άλλες,
δευτερεύουσας
σημασίας
φαεινές ιδέες,
όπως η
δυνατότητα
ευκολότερης
αναγκαστικής
προσγείωσης
επί
αεροπλανοφόρου
με τους τροχούς
να προεξέχουν
των πτερύγων,
μείωναν την ήδη
βεβαρημένη
αεροδυναμικότητά
του.
Σε
ότι δε αφορούσε
την εκπαίδευση
των πληρωμάτων
στον
τορπιλισμό, η
κατάσταση ήταν
τραγελαφική.
Επειδή οι
τορπίλες
κόστιζαν το
υπέρογκο ποσόν
των 10.000 $ έκαστη, οι
πιλότοι δεν
εξασκούνταν
ποτέ με
πραγματική
τορπίλη και
ποτέ κατά
κινούμενου
στόχου! Οι
εκπαιδευτές,
αγνοώντας και
οι ίδιοι το
θέμα, κάλυπταν
το μάθημα με
ατελείωτα
σχέδια επί
πίνακος,
συμπληρώνοντας
με οτιδήποτε
άλλο θεωρούσαν
χρήσιμο. Όσο
για τους
οπίσθιους
ασυρματιστές-πολυβολητές,
αυτοί είχαν
επιλεγεί με
μόνο κριτήριο
την γνώση τους
στον κώδικα
Μορς, χωρίς να
εκπαιδεύονται
στη σκόπευση
του πολυβόλου.
Ήδη κατά τη
διάρκεια της
εκπαίδευσης
τέθηκε για
πρώτη φορά το
ανεπίσημο
ερώτημα αν
τελικά, στην
πράξη, ο «Καταστροφέας»
θα κατέστρεφε
τον εχθρό ή τα
πληρώματά του.
Η απάντηση
δόθηκε με τον
τραγικότερο
τρόπο στην
Μίντγουαίυ.

SDB-3 Dauntless
Αν
υπάρχει ένα
πράγμα για το
οποίο μπορεί
να
υπερηφανεύεται
το Ναυτικό των
ΗΠΑ, αυτό είναι
αναμφισβήτητα
το SBD
Dauntless.
Διέθετε όλα τα
προτερήματα
ενός
βομβαρδιστικού
κάθετης
εφόρμησης:
σταθερό,
υπάκουο, με
ικανοποιητική
ταχύτητα,
μεγάλη
εμβέλεια και
φορτίο βομβών
1.000 kg. Σε
αυτό το
αεροσκάφος
βασίστηκε η
επιθετική
ικανότητα του
Αμερικανικού
Ναυτικού για
τα έτη 1942-43. Τα
πληρώματά του,
παραλλάζοντας
τα αρχικά του,
επάξια το
επονόμασαν “Slow But Deadly” –Αργό,
Αλλά
Θανατηφόρο!
Το
«Ψάρι»
Εάν
όμως, τα
τορπιλοπλάνα
ήταν
προβληματικά,
αυτό που
συνέβαινε με
τις τορπίλες
ήταν σκάνδαλο.
Την δεκαετία
του 1930 η τορπίλη
τύπου Μk
13 των 600 kg με την οποία
ήταν
εξοπλισμένα τα
τορπιλοπλάνα
και τα
υποβρύχια, θεωρείτο
όπλο υψηλής
τεχνολογίας, αν
και στην
πραγματικότητα
ήταν μία
αξιοθρήνητη
κατασκευή,
συγκρινόμενη
ειδικά, με την
αντίστοιχη
ιαπωνική που
έφεραν τα Β5Ν “Kate”. Διέθετε
έναν «προηγμένο»
μηχανισμό
εκπυρσοκρότησης,
γυροσκοπικό
καθοδηγητή
ναυτιλίας και
μηχανισμό
κίνησης αερίου,
ο οποίος της
προσέδιδε
ταχύτητα 18-20
κόμβων, η οποία,
με άφεση από
απόσταση 300 m
από τον στόχο,
κάλυπτε τις
ανάγκες για τις
ταχύτητες των
πλοίων της
εποχής του 1920,
αλλά όπως
αποδείχθηκε,
ήταν τελείως
ανεπαρκής για
τις ταχύτητες
του 1940. Η παραγωγή
τους είχε
ανατεθεί σε ένα
και μόνο
εργοστάσιο στο
Ρόουντ Άϊλαντ,
το οποίο, όχι
μόνο δεν
διέθετε τις
καλύτερες
εγκαταστάσεις,
αλλά βασιζόταν
κυρίως στην
χειρονακτική,
και κατά
συνέπεια, ατελή,
εργασία,
προκειμένου να
μην
αντικαταστήσει
το ανθρώπινο
δυναμικό του με
αυτοματοποιημένα
μηχανήματα.
Τα
προβλήματα
εμφανίστηκαν
γρήγορα. Η
τορπίλες είχαν
μικρή ταχύτητα,
μικρή εμβέλεια
και την τάση να
εκτρέπονται
της πορείας
τους Η
συμπεριφορά
τους ήταν
τελείως
απρόβλεπτη:
λίγο μετά την
άφεσή τους
μπορεί να ξεπετάγονταν
στον αφρό σαν
παιχνιδιάρικα
δελφίνια, για
να
εξαφανιστούν
αμέσως μετά στα
βάθη της
θάλασσας, ενώ
συνήθως
επέλεγαν να
ακολουθήσουν
την πλέον
ασυνάρτητη
πορεία, και
αυτό ήταν το
μόνο πράγμα στο
οποίο οι Mark 13
ήταν
πραγματικά
αξιόπιστες. Λόγω της
απρόβλεπτης
συμπεριφοράς
τους, οι
πιλότοι τούς
προσέδωσαν το
υποκοριστικό «Τα
Ψάρια». Όσο για
τον «προηγμένο»
μηχανισμό
εκπυρσοκρότησης,
αποδείχθηκε
εξίσου
ελαττωματικός:
άλλοτε δεν
λειτουργούσε
ποτέ και άλλοτε
εκρήγνειτο
πρόωρα, αμέσως
μετά την άφεση.
Παρόλα αυτά, το Aμερικανικό
Nαυτικό
ανέβαζε τις
προοπτικές
επιτυχίας σε 80%.
Μετά τις πρώτες
δοκιμές των
ετών 1940-41 όλοι
διαπίστωσαν το
μάταιο της
υπόθεσης. Οι
δοκιμές
διεκόπησαν και
κάποιοι
πρότειναν να
δοθεί η
παραγωγή σε
άλλο
εργοστάσιο,
αλλά οι
πολιτικοί και
τα εργατικά
συνδικάτα
αντέδρασαν
έντονα για τους
γνωστούς
λόγους, οπότε
το θέμα αφέθηκε
έως είχε μέχρι
τα τέλη του 1943,
όταν πλέον τα
πληρώματα
αεροσκαφών και
υποβρυχίων
γνώριζαν καλά
ότι πολεμούσαν
με
ελαττωματικά
όπλα, όσο κι αν
το επιτελείο
διατηρούσε
ένοχη σιωπή.
Τουλάχιστον σε
μία γνωστή
περίπτωση (11
Ιουνίου 1943), η
αναφορά μάχης
υποβρυχίου
στην οποία
τονιζόταν η
αναξιοπιστία
της τορπίλης, «αλλοιώθηκε»,
προκειμένου να
αποφευχθεί
άλλο ένα
σκάνδαλο, το
οποίο όμως δεν
απεφεύχθη και
το θέμα έγινε
γνωστό ως το«Μεγάλο
Σκάνδαλο των
Τορπιλών». Το
ίδιο έτος οι
διοικητές
υποβρυχίων
έφτασαν σχεδόν
να στασιάσουν,
οπότε ο Νίμιτς
έδωσε εντολή να
διεξαχθούν
έρευνες επί του
πεδίου, οι
οποίες θα
οδηγούσαν σε
ριζική
επανεξέταση
των πάντων.
Πράγματι, μέχρι
τον Σεπτέμβριο
του 1943, ενώ το
εργοστάσιο
επέμενε ότι «Δεν
υπάρχει κανένα
απολύτως
πρόβλημα με τις
τορπίλες», τα
πληρώματα των
υποβρυχίων
είχαν μάθει εξ
εμπειρίας να
τις
επιδιορθώνουν,
οπότε το θέμα
έκλεισε
ανεπισήμως,
εκεί. Όλα αυτά
όμως,
βρίσκονταν
ακόμα στο
μέλλον. Προς το
παρόν, το 1942, το «Ψάρι»
παρέμενε
πάντοτε ένα
ελαττωματικό
όπλο και η
εξαπόλυσή του
μία εντελώς
αδοκίμαστη
τεχνική.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:
1.
Alvin Kernan: “The Unknown Battle of Midway:
the Destruction of the American Torpedo Squadrons”, Yale
Library of Military History, 2005.
2.
Bowen P. Weisheit: “The Last Flight of Ensign C.
Markland Kelly, Junior, USNR”, 1996.
3.
Walter Lord: “Midway: The Incredible
Victory”, Wordsworth editions, UK, 2000.
4.
Mark Healy: “Midway 1942 –Turning-Point in
the Pacific”, Osprey Campaign Series No 30, 1993.
5.
George Gay: “Sole
Survivor”, Midway Publishers 1980.