ΖΑΝ ΝΑΒΑΡ

(Jean Navarre)

  Ο ΦΡΟΥΡΟΣ ΤΟΥ ΒΕΡΝΤΕΝ

ΑΓΓΕΛΟΣ Ν. ΔΑΛΑΣΣΗΝΟΣ  

 

ΣΤΙΣ ΑΡΧΕΣ ΤΟΥ 1915 Η ΠΤΗΣΗ ΜΕ ΕΝΑ ΑΕΡΟΠΛΑΝΟ ΠΑΝΩ ΑΠΟ ΤΟ ΜΕΤΩΠΟ ΗΤΑΝ ΕΝΑ ΔΙΑΣΚΕΔΑΣΤΙΚΟ ΑΘΛΗΜΑ ΓΙΑ ΠΑΡΑΤΟΛΜΟΥΣ ΚΑΙ ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΩΔΕΙΣ ΝΕΑΡΟΥΣ ΠΡΟΘΥΜΟΥΣ ΝΑ ΚΑΤΑΚΤΗΣΟΥΝ ΤΑ ΟΥΡΑΝΙΑ ΚΑΙ ΝΑ ΠΥΡΟΒΟΛΗΣΟΥΝ ΤΗΝ ΑΔΕΙΑ ΑΠΕΡΑΝΤΟΣΥΝΗ. ΚΑΝΕΙΣ ΔΕΝ ΠΙΣΤΕΥΕ ΟΤΙ ΘΑ ΚΑΤΕΡΡΙΠΤΕ ΕΝΑΝ ΑΝΤΙΠΑΛΟ Ή ΟΤΙ ΘΑ ΚΑΤΑΡΡΙΠΤΟΤΑΝ ΠΟΤΕ Ο ΙΔΙΟΣ. Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΗΤΑΝ ΚΑΤΙ ΞΕΝΟ ΠΟΥ ΣΥΝΕΒΑΙΝΕ ΜΟΝΟ ΣΤΑ ΧΑΡΑΚΩΜΑΤΑ ΚΑΙ ΟΙ ΠΙΛΟΤΟΙ ΑΠΕΙΧΑΝ ΠΟΛΛΑ ΧΙΛΙΟΜΕΤΡΑ ΑΠΟ ΑΥΤΑ. ΑΝΑΜΕΣΑ ΤΟΥΣ ΗΤΑΝ ΚΑΙ Ο 19ΧΡΟΝΟΣ ΓΑΛΛΟΣ ΖΑΝ ΝΑΒΑΡ: ΕΝΑΣ ΑΤΙΘΑΣΟΣ ΝΕΟΣ, ΓΕΜΑΤΟΣ ΜΑΧΗΤΙΚΗ ΟΡΜΗ ΟΠΩΣ ΤΟΣΟΙ ΑΛΛΟΙ ΜΕΣΑ ΣΤΗΝ ΜΙΚΡΗ ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΤΩΝ ΠΙΛΟΤΩΝ. ΕΝΑΝ ΧΡΟΝΟ ΑΡΓΟΤΕΡΑ, ΠΑΝΩ ΑΠΟ ΤΟ ΒΕΡΝΤΕΝ, ΤΑ ΠΑΝΤΑ ΕΙΧΑΝ ΑΛΛΑΞΕΙ. Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΕΙΧΕ ΓΙΝΕΙ ΣΟΒΑΡΗ ΥΠΟΘΕΣΗ. EKEINEΣ ΤΙΣ ΔΡΑΜΑΤΙΚΕΣ ΗΜΕΡΕΣ Ο ΝΑΒΑΡ ΕΓΙΝΕ Ο ΠΡΩΤΟΣ ΜΕΓΑΛΟΣ ΑΣΣΟΣ ΤΗΣ ΓΑΛΛΙΑΣ ΚΑΙ Η ΘΕΑ ΤΟΥ ΚΟΚΚΙΝΟΥ ΜΑΧΗΤΙΚΟΥ ΤΟΥ ΗΤΑΝ ΕΝΑ ΑΠΟ ΤΑ ΕΛΑΧΙΣΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ ΠΟΥ ΕΔΙΝΑΝ ΚΟΥΡΑΓΙΟ ΣΤΟΥΣ ΑΠΕΛΠΙΣΜΕΝΟΥΣ ΣΥΜΠΑΤΡΙΩΤΕΣ ΤΟΥ ΠΟΥ ΠΕΘΑΙΝΑΝ ΣΑΝ ΑΡΟΥΡΑΙΟΙ ΣΤΟ ΜΑΖΙΚΟ ΣΦΑΓΕΙΟ ΤΟΥ ΔΥΤΙΚΟΥ ΜΕΤΩΠΟΥ. ΣΕ ΗΛΙΚΙΑ 21 ΕΤΩΝ ΗΤΑΝ ΕΝΑΣ ΘΡΥΛΟΣ ΤΗΣ ΓΑΛΛΙΑΣ, ΗΤΑΝ «Ο ΦΡΟΥΡΟΣ ΤΟΥ ΒΕΡΝΤΕΝ» ΚΑΙ ΜΙΑ ΑΠΟ ΤΙΣ ΤΡΑΓΙΚΟΤΕΡΕΣ ΦΥΣΙΟΓΝΩΜΙΕΣ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ.  

   

Ήταν το ίδιο εκείνο όμορφο όνειρο που τον επισκεπτόταν συχνά τα βράδια: τα δυο οκτάχρονα δίδυμα αγόρια έτρεχαν χαρούμενα προς το δάσος κάτω από τον γλυκό μεσημεριάτικο γαλλικό ήλιο, ξεφεύγοντας από την μητέρα τους που μάταια τα φώναζε να γυρίσουν πίσω. Πήγαιναν να παίξουν ανάμεσα στα πυκνά δένδρα και τους θάμνους, να κρυφτούν σε σπηλιές που μόνα τους είχαν εξερευνήσει και να πολεμήσουν ανύπαρκτους εχθρούς που έπλαθε γενναιόδωρα η παιδική τους φαντασία. Θα επέστρεφαν αργά το βράδυ ή πιθανώς και την άλλη μέρα το πρωί χωρίς ποτέ να τα τρομάξει η νυχτερινή περιπλάνηση ή η παραμονή μέσα στην στοιχειωμένη σιωπή του δάσους. Δεν ήταν η πρώτη φορά που το έκαναν και δεν θα ήταν η τελευταία. Η μητέρα τους είχε συνειδητοποιήσει ότι οι γιοί της ήταν στενά συνδεδεμένοι με εκείνον τον ιδιαίτερο και σχεδόν μεταφυσικό δεσμό που ανέπτυσσαν μεταξύ τους δύο δίδυμοι. Η επιστήμη δεν είχε ανακαλύψει τις ρίζες αυτού του άρρηκτου συναισθηματικού δεσμού που ξεπερνούσε τα όρια της συνηθισμένης εξ αίματος συγγένειας, ούτε και γνώριζε αν πράγματι υπήρχε κάτι τέτοιο, αλλά μία μητέρα μπορούσε να το διαισθανθεί.

Τα δύο παιδιά ήταν πάντοτε ιδιόμορφοι χαρακτήρες –αυτό που η δασκάλα αποκαλούσε «προβληματικά παιδιά». Όταν το ένα από τα δύο αδέλφια απουσίαζε για κάποιο λόγο, το άλλο εξαφανιζόταν μόνο του στο δάσος για μία ή δύο μέρες, απομονωμένο και απλησίαστο σαν αγρίμι. Ακόμα και η πανσέληνος φαινόταν να επιδρά επάνω τους. Εκείνες τις ημέρες –και ιδιαίτερα εκείνες τις νύχτες- γίνονταν πιο νευρικά και ευερέθιστα. Όσο τα παιδιά μεγάλωναν οι ιδιομορφίες αυτές γίνονταν όλο και πιο έντονες. Για τα δίδυμα αδέλφια της οικογένειας Ναβάρ η ζωή συνέχισε να κυλά μέσα στον πυρετό μίας εφηβικής «απροσαρμοστικότητας», μέχρι την στιγμή που το αναπάντεχο ξέσπασμα του Μεγάλου Πολέμου τα συμπαρέσυρε στην δίνη του. Αλλά αυτό δεν θα άλλαζε τίποτα στην συμπεριφορά τους.

Η εκνευριστική πρωινή έγερση της μονάδας για την οποία σπανίως υπήρχε συγκεκριμένος λόγος, ήρθε να καταστρέψει απότομα το ωραίο όνειρο του Ζαν Μαρί Ντομινίκ Ναβάρ (Jean Marie Dominique Navarre). Η υπακοή και η πειθαρχεία της στρατιωτικής ζωής υπήρξαν πάντοτε ασυμβίβαστες με τον ατίθασο χαρακτήρα του, αλλά ταυτόχρονα έκρυβαν και κάποιες πρωτόγνωρες απολαύσεις για όσους υπηρετούσαν στην Στρατιωτική Αεροπορία και ήθελαν να γνωρίσουν την αγνή και άμεμπτη έξαψη που χαρίζει η πτήση σε όσους είναι αρκετά νέοι και απερίσκεπτοι για να μην σκέπτονται το αύριο. Για τον 19χρονο Γάλλο αεροπόρο η πτήση ήταν από μόνη της μία εμπειρία συναρπαστική, είτε με πόλεμο, είτε χωρίς πόλεμο.

Ο Ζαν και ο δίδυμος αδελφός του Πιέρ είχαν γεννηθεί στις 8 Αυγούστου 1895, στο Ζουί-Συρ-Μορέν, μία περιοχή ανάμεσα στον Μάρνη και τον Σηκουάνα, από έναν εύπορο πατέρα που διατηρούσε μία βιομηχανία παραγωγής χαρτιού. Ο Ζαν έδειξε το ενδιαφέρον του για τα αεροπλάνα από πολύ μικρή ηλικία και χάρη στα χρήματα του πατέρα του πήρε τα πρώτα μαθήματα σε μία σχολή πιλότων. Ο Μεγάλος Πολέμος ξέσπασε ένα Σάββατο του 1914, ακριβώς πέντε ημέρες πριν τα δύο αδέλφια κλείσουν τα 19 τους χρόνια. Αν και σε όλη τους την ζωή ήταν πάντοτε αχώριστοι, στον πόλεμο ακολούθησαν διαφορετικές πορείες. Ο Ζαν συνέχισε την σταδιοδρομία του στην Αεροπορία και τον Σεπτέμβριο είχε ήδη αποφοιτήσει από την σχολή με τον βαθμό του δεκανέα, ενώ ο Πιέρ είχε καταταγεί Μηχανικό.

Η πρώτη μετάθεση του Ζαν ήταν στην MF8, μία μονάδα κοντά στην Αμιέν εφοδιασμένη με τα απηρχαιωμένα Maurice Farman, αλλά και μία από τις πρώτες που διεξήγαγαν πολεμικές επιχειρήσεις. Την πρώτη φορά που συνάντησε στον αέρα γερμανικό αεροπλάνο, τον Δεκέμβριο του 1914, ο Ναβάρ πετούσε μόνος. Το ίδιο και ο Γερμανός ο οποίος σε μία στιγμή τον πλησίασε με το αεροπλάνο του και τον χαιρέτησε. Ο Ναβάρ αντιγύρισε ευγενικά τον χαιρετισμό, άφησε το στικ από τα χέρια, έβγαλε ένα τουφέκι από το πιλοτήριο και πυροβόλησε τον Γερμανό. Το Farman έχασε την στήριξή του αναγκάζοντας τον να αναλάβει πάλι τον έλεγχό και η βολή φυσικά αστόχησε, αλλά ο Ναβάρ είχε περάσει το μήνυμά του στον εχθρό!

Όταν προσγειώθηκε διηγήθηκε το περιστατικό στους συναδέλφους του οι οποίοι τον κατέκριναν για την αντισυναδελφική του πράξη. Τον καιρό εκείνο τα αεροπλάνα ήταν άοπλα και ο αέρας θεωρείτο περισσότερο ο χώρος ενός ευγενούς ανταγωνισμού, παρά το πεδίο μάχης δύο άσπονδων εχθρών. Ο Ναβάρ δεν το έβλεπε ακριβώς έτσι. «Να πετάς δεν είναι αρκετό» τους είπε, «πρέπει να πετάς και να πολεμάς! Γίνεται πόλεμος, αν δεν το καταλάβατε!».

1915: ΕΡΓΑΣΙΑ ΚΑΙ ΧΑΡΑ

Αναζητώντας περισσότερη δράση, στις αρχές του επόμενου έτους μετατέθηκε στην MS12 η οποία εκτελούσε αναγνωριστικές και φωτογραφικές αποστολές με τα διθέσια μονοπλάνα Morane Saulnier “L” που είχαν το παρατσούκλι «Parasol» -«ομπρέλα» ή καλύτερα, «αλεξήλιο», λόγω του φτερού το οποίο βρισκόταν πάνω από το κεφάλι του πιλότου και στηριζόταν στην άτρακτο με επικλινή στυλίδια, σκιάζοντας όλο το πιλοτήριο. Όπως σε όλες τις αεροπορικές δυνάμεις εκείνο τον καιρό, οι αποστολές των άοπλων διθέσιων αναγνωριστικών ήταν το πιο δυσάρεστο καθήκον για οποιονδήποτε δραστήριο νεαρό ο οποίος ανυπομονούσε να ριχτεί στη μάχη: ο μόνος αντικειμενικός σκοπός των πιλότων ήταν να διαγράφουν με τις ώρες ομόκεντρους κύκλους πάνω από ένα συγκεκριμένο σημείο των εχθρικών γραμμών παρατηρώντας τις βολές του φίλιου πυροβολικού, παρέχοντας οδηγίες για την διόρθωση της σκόπευσης και περιμένοντας κάποια τυχαία βολή αντιαεροπορικού να τους κάνει κομμάτια. Όταν δεν τους σκότωναν τα αντιαεροπορικά, οι πιλότοι πέθαιναν από ανία.  Αυτό ήταν κάτι που δεν θα το ανεχόταν για πολύ καιρό ο Ναβάρ και έτσι την 1η Απριλίου 1915 αποφάσισε να πιέσει τα πράγματα.

Ήταν μία συνηθισμένη αναγνωριστική πτήση στην οποία είχε συναντήσει δύο διστακτικά γερμανικά Aviatik να καταδιώκονται μάταια από ένα μοναχικό Morane του οποίου ο πιλότος είχε εξαντλήσει τα πυρομαχικά του. Ο παρατηρητής του Ναβάρ στο πίσω κάθισμα σηκώθηκε όρθιος κρατώντας στα χέρια ένα πολυβόλο και άρχισε να πυροβολεί πάνω από το φτερό, ενώ ο Ναβάρ έριχνε με το περίστροφό του. Το πρώτο θύμα των βολών τους ήταν το αεροπλάνου τους επειδή μέσα στην έξαψη της μάχης χτύπησαν την ίδια τους την έλικά και έτσι ο Ναβάρ ήταν περισσότερο απασχολημένος με το να συγκρατήσει το αεροπλάνο του στον αέρα, όταν ξαφνικά άκουσε τον κινητήρα του Aviatik να βήχει, να βήχει περισσότερο, και μετά να πεθαίνει. Το γερμανικό αναγνωριστικό έπεσε μέσα στις γαλλικές γραμμές και ο Ναβάρ είχε σημειώσει την πρώτη του νίκη με τρεις καλοσημαδεμένες βολές.

Μέχρι το τέλος του μηνός ακολούθησαν δύο ακόμα καταρρίψεις με τα ίδια αυτοσχέδια και πενιχρά μέσα, κερδίζοντας το Στρατιωτικό Μετάλλιο και την φήμη ενός ριψοκίνδυνου πιλότου λόγω των ακροβατικών ελιγμών στους οποίους αρεσκόταν. Οι Γάλλοι στρατιώτες στον τομέα της Ρενς αναγνώριζαν το αεροπλάνο του, αφού δεν παρέλειπε ποτέ να τους χαιρετήσει με ένα συναρπαστικό θέαμα ακροβατικών ελιγμών, χαρακτηριστικό του επιδεικτικού ύφους του. Ακούραστος, ενεργητικός, αξιαγάπητος και εξαιρετικά απείθαρχος, είχε κάνει τους πάντες να μιλούν για αυτόν. Ήταν ο πρώτος από τους αλαζόνες αεροπόρους. Γνώριζε τέλεια το αεροπλάνο του και δεν δεχόταν καμία υπόδειξη πάνω σε αυτό.

Ο διοικητής του, ο λοχαγός ντε Μπερνί, θαύμασε αμέσως την τολμηρή φύση του Ναβάρ και για αυτό μία από τις πρώτες αποστολές που του εμπιστεύθηκε ήταν η απόσπασή του στην βάση του Αρράς, όπου μαζί με τον συνάδελφό και στενό του φίλο τον Πιβολό, έπρεπε να παραδώσουν επειγόντως δύο αεροσκάφη για την κάλυψη των αναγκών του μετώπου ξεκινώντας την πτήση τους μέσα στην νύχτα. Ο Πιβολό τον καθησύχασε: «Μην φοβάσαι. Ξέρω καλά τον δρόμο και έχω αρκετή πείρα στην πλοήγηση».

Σε όλη την πτήση ο Ναβάρ ακολουθούσε πιστά την ουρά του φίλο του για να μην τον χάσει, ο οποίος με την σειρά του ακολουθούσε την πιο αξιόπιστη μέθοδο πλοήγησης της εποχής, τις σιδηροδρομικές γραμμές. Όποτε έβλεπε σταθμό κατέβαινε στα πέντε μέτρα από το έδαφος προσπαθώντας να διαβάσει το όνομα στην πινακίδα. Αυτό συνεχιζόταν μέχρι την στιγμή που τους τελείωσαν τα καύσιμα, προσγειώθηκαν και συνειδητοποίησαν ότι είχαν χάσει τον δρόμο.

«Μείνε εσύ εδώ κι εγώ θα πάω να βρω λίγο «χυμό» για τους «χαρταετούς» μας», του είπε ο Ναβάρ. Ανόητη υπόδειξη φυσικά, αφού ούτως ή άλλως ο Πιβολό δεν μπορούσε να πάει και πουθενά. Στην αναζήτησή του ο Ναβάρ στάθηκε τυχερός γιατί συνάντησε μία στρατιωτική μονάδα, αλλά ο εφοδιαστής λοχίας αρνήθηκε να του χορηγήσει καύσιμα επειδή δεν είχε καμία εξουσιοδότηση. Ο Ναβάρ του είπε που να «βάλει» την εξουσιοδότησή του, στην συνέχεια τον απείλησε και όταν απέτυχε και αυτό αποφάσισε να τον δωροδοκήσει. Με τα απαραίτητα καύσιμα στην διάθεσή τους και την πλοήγηση στα χέρια του Ναβάρ αυτή την φορά, το πρωί βρίσκονταν στο Αρράς.

Η απόσπασή τους εκεί θα ήταν σύντομη και επεισοδιακή. Και πρώτα από όλα, εκείνη η ανάστροφη πτήση του Ναβάρ πάνω από το αεροδρόμιο καθώς πλησίαζε για προσγείωση, απαγορευόταν αυστηρά από τον διοικητή όπως τον πληροφόρησαν αργότερα κάποιοι. Εκείνος τους αψήφησε ειρωνικά. «Σε λίγο θα μου δείξουν και πώς να τρώω», είπε περιφρονητικά και την επόμενη στιγμή εκτελούσε πάλι ακροβατικά πάνω από το αεροδρόμιό για να τους δείξει ότι δεν είχαν καταλάβει με ποιόν πιλότο είχαν να κάνουν. Αυτό του κόστισε 15νθήμερο περιορισμό και απαγόρευση πτήσεων.

Κατά την διάρκεια του περιορισμού δέχθηκε την απρόσμενη και πάντα ευχάριστη επίσκεψη του αδελφού του Πιέρ, ο οποίος υπηρετούσε κοντά σε εκείνο τον τομέα του μετώπου. Όταν η άδεια επίσκεψης του αδελφού του τελείωσε, ο Ζαν ζήτησε να τον μεταφέρει με το αεροπλάνο στην μονάδα του, αλλά ο διοικητής το αρνήθηκε. Βγαίνοντας από το γραφείο του ο Ναβάρ, κατευθύνθηκε προς το αεροπλάνο του, απογειώθηκε και πήγε τον αδελφό του στην μονάδα του. Όταν επέστρεψε τιμωρήθηκε με άλλες 15 ημέρες για ανυπακοή στην προηγούμενη ποινή των 15 ημερών!

Εκείνος όμως δεν έπαψε να προκαλεί την τύχη του. Μία βροχερή ημέρα που ο διοικητής απουσίαζε και κανείς άλλος δεν θα διανοείτο να πετάξει, ο Ναβάρ πρότεινε σε έναν συνάδελφό του να πάνε μέχρι την Αμιέν.

«Με τι;», τον ρώτησε με απορία εκείνος.

_«Μα, με αεροπλάνο βέβαια!»

«Με αυτή την βροχή;»

_«Γιατί, φοβάσαι το νερό;»

«Όχι, αλλά με ένα Parasol («αλεξήλιο») με αυτόν τον καιρό…»

_«Μήπως θα προτιμούσες ένα Paraplieu («αλεξιβρόχιο»);» τον ειρωνεύτηκε ο Ναβάρ.

«Όχι, αλλά…»

_«Μην ανησυχείς, δεν πρόκειται να σπάσω τίποτα. Έχω πετάξει με χειρότερο καιρό από αυτόν».  

Maurane Saulnier MS-L , 'Parasol' (Ομπρέλλα )

Δεν ήταν απόλυτα αλήθεια, αλλά τελικά πήγαν μέχρι την Αμιέν όπου χάρηκαν όλες τις απολαύσεις της πολιτικής ζωής, καλοδεχούμενοι από τους κατοίκους όπου κι αν πήγαιναν. Τα κεράσματα διαδέχονταν το ένα το άλλο. Ένα πλούσιο γεύμα, αρκετό κρασί και ένα γλυκό συμπλήρωσαν την όμορφη ημέρα. Με βαριά καρδιά αποφάσισαν να αποχωρήσουν το απόγευμα για να βρίσκονται στην μονάδα πριν την άφιξη του διοικητή. Όχι όμως πριν ευχαριστήσουν τον κόσμο για την φιλοξενία του.

Απογειώθηκαν και πέταξαν πάνω από τον καθεδρικό ναό της πόλης παρουσιάζοντας όλο το πρόγραμμα ακροβατικών επιδείξεων του Ναβάρ και ραίνοντας την κεντρική πλατεία και τους δρόμους με λουλούδια τα οποία είχαν αγοράσει ειδικά για την περίσταση. Πετώντας ξυστά πάνω από τις στέγες των σπιτιών για να ρίξουν το πολύχρωμο φορτίο τους, δεν μπόρεσαν να μην παρατηρήσουν και μία γοητευτική κοπέλα που τους έστελνε φιλιά από το μπαλκόνι της. Σημείωσαν καλά την τοποθεσία, προσγειώθηκαν πάλι και επέστρεψαν στην πόλη για μία επίσκεψη στην νεαρή θαυμάστριά τους. Όπως ήταν φυσικό πέρασαν εκεί την νύχτα και σίγουρα δεν υπήρχε καμία ποινή αρκετά βαριά για να τους κάνει να το μετανιώσουν…Το άλλο πρωί ένιωσαν τυχεροί που την είχαν γλιτώσει μόνο με οκτώ μέρες κράτηση.

Οι περιπολίες ρουτίνας είχαν αρχίσει να γίνονται ανιαρές. Μοναδική διασκέδαση μέσα στην γενικότερη θλιβερή απραξία ήταν μία ακόμη επίσκεψη του Πιέρ. Τα δύο αδέλφια έφυγαν για μία πολύωρη μακρινή βόλτα όπως αυτές που συνήθιζαν στα παιδικά τους χρόνια και όταν επέστρεψαν ο Ζαν δεν ζήτησε καμία άδεια -απλά πήρε το αεροπλάνο του και πήγε τον Πιέρ στην μονάδα του. Αυτό ήταν και η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι.

Ήταν η πρώτη φορά που ο Ναβάρ και ο Πιβολό θα βρίσκονταν στο γραφείο του διοικητή χωρίς να τιμωρηθούν. Τους ανακοίνωσε ότι ήταν πλέον ανεπιθύμητοι στην μονάδα του και είχε αποφασίσει να τους στείλει πίσω στην MS-12. Ήταν τέτοια η έκπληξη από την αναπάντεχη αυτή απόφαση που οι δύο πιλότοι τα έχασαν: άρχισαν να του σφίγουν το χέρι, να τον χαιρετούν, να τον ευχαριστούν και να “χτυπούν” προσοχές, ενώ ταυτόχρονα κατευθύνονταν διακριτικά προς την έξοδο πριν αλλάξει γνώμη. Χωρίς καθυστέρηση ετοίμασαν τα πράγματά τους και επιβιβάστηκαν για απογείωση. Ήταν ο χειμώνας του 1915 και στο έδαφος το χιόνι ήταν αρκετά πυκνό. Καθώς ζέσταιναν τους κινητήρες τους, το προσωπικό της μονάδας άρχισε σιγά-σιγά να βγαίνει από τα γραφεία και τα υπόστεγα για να συγκεντρωθεί στην άκρη του διαδρόμου: κανείς δεν μπορούσε να αντισταθεί στον πειρασμό να παρακολουθήσει το θέαμα των ακροβατικών ελιγμών που σίγουρα θα παρουσίαζε ο Ναβάρ.

Ούτε εκείνος κατάφερε να αντισταθεί σε τέτοιον πειρασμό. Μόλις οι τροχοί του Morane ανυψώθηκαν ελάχιστα από το έδαφος, κράτησε σταθερό ύψος και κατευθύνθηκε προς την ομάδα των συγκεντρωμένων ανδρών. Στα πρόσωπά τους άρχισε να σχηματίζεται μία έκφραση τρόμου όταν είδαν το αεροπλάνο να έρχεται καταπάνω τους «ξυρίζοντας» το έδαφος. Με μία ταυτόχρονη κίνηση έπεσαν όλοι κάτω την στιγμή που ο Ναβάρ περνούσε σαν αστραπή ένα μέτρο πάνω από τα κεφάλια τους.

 

Ενταγμένος και πάλι στην MS-12, απογοητεύτηκε διαπιστώνοντας ότι τίποτα δεν είχε αλλάξει στον πόλεμο. Την επόμενη φορά που του ανατέθηκε να πετάξει σε μία περιπολία ήταν Μάϊος και ο ουρανός ήταν ένας απέραντος γαλήνιος παράδεισος. Δεν πέταγε τίποτα και άρχισε να φοβάται ότι κάποιος προσπαθούσε επιμελώς να του χαλάσει τον πόλεμο. Για να μην χάσει την φόρμα του επινόησε ένα δικό του σύστημα προσομοίωσης αερομαχιών. Επιστρέφοντας από την περιπολία μαζί με τον υπολοχαγό Ρενέ Σαμπ στη θέση του πολυβολητή, επισκέφθηκαν τις πεδιάδες γύρω από την Ρενς, όχι για να βρούν Γερμανούς, αλλά για να κυνηγήσουν πάπιες. Θα ήταν μία ευχάριστη αλλαγή μέσα στη γενική μονοτονία.

Από τα δεκαπέντε μέτρα το τοπίο της συμπαθητικής λιμνούλας και των ελών παρουσίαζε μία υπέροχη θέα. Πλάγιασε απαλά το Morane στα αριστερά, το επανέφερε σε οριζόντια θέση, μείωσε την ταχύτητά του στα 70km/h -ελάχιστα πάνω από το όριο απώλειας στήριξης- και κατέβηκε στα έξι μέτρα ερευνώντας την λίμνη. Αν κάποιος έψαχνε για κυνήγι, αυτή ήταν η ιδανική τοποθεσία, παρόλα αυτά οι πάπιες είχαν εξαφανιστεί. Κοίταξε πίσω του και κατάλαβε τον λόγο: ο ουρανός ήταν γεμάτος πτηνά που έφευγαν τρομαγμένα από τον θόρυβο του κινητήρα του. Είχε αρχίσει να απελπίζεται όταν ξαφνικά κάτω από τις ρόδες του πετάχτηκε μία πάπια που διέγραφε ζιγκ-ζαγκ ακριβώς πάνω από το έδαφος. Ο Σαμπ σήκωσε το τουφέκι του καθώς ο Ναβάρ την κατεδίωκε στενά μειώνοντας την απόσταση, αλλά η πάπια άλλαξε απότομα κατεύθυνση στρίβοντας δεξιά, αιφνιδιάζοντάς τον. Ο Ναβάρ ήταν καλύτερος πιλότος από όσο νόμιζε, αλλά και αρκετά πιο επιπόλαιος από όσο νόμιζε: έστριψε τόσο κλειστά που βρέθηκε αμέσως πίσω από το πτηνό, ξεχνώντας μέσα στο πάθος του ότι βρισκόταν ελάχιστα μέτρα πάνω από το έδαφος. Το αριστερό φτερό ανυψώθηκε βυθίζοντας το δεξιό ακροπτερύγιο λίγα εκατοστά μέσα στο χώμα. Το Morane έφερε τέσσερις τούμπες συνοδευόμενες από τον ανατριχιαστικό ήχο ξύλων που σπάνε, υφασμάτων που σκίζονται και μετάλλων που συνθλίβονται, για να καταλήξει αναποδογυρισμένο με τα κομμάτια του σκορπισμένα σε μία ακτίνα 20 μέτρων. Ήταν ένα ταλαιπωρημένο και δυστυχισμένο αεροπλάνο που οι άνθρωποι του είχαν φερθεί σκληρά. Ο Ναβάρ ανασηκώθηκε σώος από τα συντρίμμια και απομακρύνθηκε κοιτώντας σαστισμένος τα ερείπια του αεροπλάνου του. Ανάμεσά τους βρισκόταν και ο Σαμπ πεταμένος στην εντελώς αντίθετη κατεύθυνση με μερικά πλευρά λιγότερα να μουγκρίζει από τους πόνους.  

Κουβαλώντας τον φίλο του στην πλάτη, ο Ναβάρ πήρε τον κουραστικό δρόμο της επιστροφής προσπαθώντας να τον παρηγορήσει: «Αν τουλάχιστον είχαμε και την πάπια…»

Για τις επόμενες δύο ημέρες, καθώς ο Σαμπ βρισκόταν στο νοσοκομείο τυλιγμένος σε επιδέσμους, ο Ναβάρ κινδύνευε να βρεθεί  στα χαρακώματα του πεζικού. Ο λοχαγός ντε Μπερνί τον κάλεσε στο γραφείο του και του είπε:

«Ο διοικητής των αεροπορικών δυνάμεων του 5ου Σώματος Στρατού ήταν έξαλλος μαζί σου χθές το απόγευμα. Για μία στιγμή ήμουν σίγουρος ότι θα κατέληγες στο πεζικό…». Ο Ναβάρ άκουγε σιωπηλός με κατεβασμένο το κεφάλι.

«…αλλά τελικά δέχτηκε την αίτηση που του είχα υποβάλλει».

_«Ποιά αίτηση;», ρώτησε διστακτικά ο Ναβάρ.

_«Για την απονομή του παρασήμου της Λεγεώνας της Τιμής».

Ο Ναβάρ ο Αδιόρθωτος έσκυψε περισσότερο το κεφάλι και τα μάτια του βούρκωσαν…

Ο ντε Μπερνί ήταν ένας από εκείνους τους σπάνιους διοικητές που κατά βάθος πίστευαν ότι κάθε μονάδα έπρεπε να έχει έναν άνδρα σαν τον Ναβάρ: κατέστρεφε την πειθαρχία, αλλά ωφελούσε το ηθικό!

  Τις πρώτες πρωινές ώρες της 25ης Οκτωβρίου 1915, καθώς ο Ναβάρ καθόταν μέσα στο πιλοτήριό του νέου του μονοθέσιου Morane Saulnier N, έτοιμος για ότι προκύψει, οι Γερμανοί αποφάσισαν να κάνουν την εμφάνισή τους. Απογειώθηκε αμέσως και εντόπισε ένα διθέσιο LVG πάνω από τις γαλλικές γραμμές να κατευθύνεται δυτικά. Ο Ναβάρ ευχήθηκε να κατευθυνόταν προς το Παρίσι για να βρει μία δικαιολογία να επισκεφθεί την πρωτεύουσα. Ο Γερμανός πιλότος αντί να του δώσει αυτή την ικανοποίηση, στράφηκε εναντίον του και τα δύο αντίπαλα αεροπλάνα βρέθηκαν ξαφνικά σε πορεία μετωπικής σύγκρουσης. Την στιγμή που διασταυρώθηκαν ο πολυβολητής έπιασε το Parabellum ρίχνοντας μία άγρια ριπή εναντίον του Ναβάρ ο οποίος πέρναγε ξυστά πάνω από το φτερό του. Ρίχνοντας όλα τα πηδάλια στην δεξιά μεριά, έστριψε κλειστά και βρέθηκε στην ουρά του Γερμανού που βυθιζόταν για να ξεφύγει. Ο Ναβάρ πλησίασε ψύχραιμα από πίσω αριστερά και η σύντομη ριπή του χώθηκε στον κινητήρα του. Το LVG άφησε πίσω του μία λεπτή δέσμη λευκού καπνού και ταλαντεύτηκε δεξιά-αριστερά αναποφάσιστο, έως ότου η βαρύτητα το έβγαλε από το δίλημμα δείχνοντάς του τον δρόμο προς τις γαλλικές γραμμές.

Ο Ναβάρ παρακολούθησε όλη την σκηνή διαγράφοντας συνεχώς κύκλους από ψηλά, περιμένοντας να εμφανιστεί κάποια μονάδα γαλλικού στρατού για να συλλάβει τους Γερμανούς, αλλά ο στρατός δεν εμφανίστηκε γιατί ήταν αρκετά απασχολημένος να πεθαίνει στα χαρακώματα. Ο Ναβάρ διέγραψε μερικούς ακόμα κύκλους περιμένοντας κανέναν οπλισμένο αγρότη: καμία επιτυχία. Όλα έπρεπε να τα κάνει μόνος του σε αυτόν τον πόλεμο! Αγανακτισμένος αποφάσισε να συλλάβει μόνος του τους δύο πιλότους οι οποίοι έχοντας κι αυτοί βαρεθεί να περιμένουν, αποπειράθηκαν να πυρπολήσουν το άθικτο αεροπλάνο τους. Ο Ναβάρ πέρασε ρίχνοντας μία προειδοποιητική βολή πάνω από τα κεφάλια τους για να τους συμμορφώσει κι εκείνοι πέταξαν το αναμμένο στουπί, σηκώνοντας τα χέρια τους ψηλά.

Προσγειώθηκε, κατέβηκε από το αεροπλάνο και τους πλησίασε.

«Πως σας κατέρριψα;»

_«Οι πρώτες σου βολές πέρασαν πάνω από το κεφάλι μου και κτύπησαν τον κινητήρα», απάντησε ο πιλότος.

Ο Ναβάρ εξέτασε το λάφυρό του και μέτρησε τέσσερις τρύπες. Συνολικά είχε ρίξει μόνο οκτώ βολίδες.

«Θα μπορούσα να ρωτήσω το όνομά σου;» ρώτησε ο ένας Γερμανός.

_«Ναβάρ»

«Α, ώστε εσύ είσαι! Σε γνωρίζουμε πολύ καλά!».

Κάποτε εμφανίστηκε μία γαλλική περίπολος που οδήγησε τους αιχμάλωτους στο πλησιέστερο καφενείο της περιοχής κάτω από την καθοδήγηση του Ναβάρ, ο οποίος ειδοποίησε τηλεφωνικά τον διοικητή του για να αναφέρει το περιστατικό. Μετά από λίγη ώρα εμφανίστηκε ο ντε Μπερνί προσφέροντας στους αιχμαλώτους δύο μερίδες φαγητού και ένα μπουκάλι κρασιού. Μετά από τις σχετικές συστάσεις η συζήτηση προχώρησε σε πιο προσφιλή θέματα όπως η πτήση και τα αεροπλάνα. Όταν το κέφι άρχισε να ανεβαίνει ο λοχαγός έδιωξε τους πεζικάριους αναλαμβάνοντας εκείνος την επιτήρησή των αιχμαλώτων, για να μπορέσουν να διασκεδάσουν μεταξύ τους οι αεροπόροι, με εκείνον τον ιδιαίτερο τρόπο που είχαν να επιδεικνύουν στα άλλα σώματα το προνόμιό τους να συμπεριφέρονται τόσο αντιστρατιωτικά. Όσο η στάθμη του κρασιού κατέβαινε και η συζήτηση στράφηκε γύρω από τις δυνατότητες των αντίπαλων αεροσκαφών, οι Γερμανοί θίχτηκαν: το μέλλον της αεροπορικής τεχνολογίας ανήκε αναμφισβήτητα στην Γερμανία!

_Αποκλείεται! Το γεγονός της ίδιας τους της κατάρριψης ήταν η ζωντανή απόδειξη της γαλλικής ανωτερότητας, ωρυόταν ο Ναβάρ καθώς ξέσπαγε επάνω σε ένα άμαχο τραπέζι. Ο ντε Μπερνί συμφώνησε σπάζοντας ένα ποτήρι στο πάτωμα και οι Γερμανοί υπερασπίστηκαν την Προγονική τους Πατρίδα εκτοξεύοντας ένα μπουκάλι στον τοίχο. Μέσα σε λίγη ώρα κατέφθασαν κάποιοι αστυνομικοί ειδοποιημένοι από τους ανάστατους κατοίκους του χωριού για να επαναφέρουν την τάξη, αλλά ο ντε Μπερνί χρησιμοποίησε το περίστροφό του για να τους δείξει ότι αυτό ήταν ένα θέμα μεταξύ αεροπόρων. Μόλις οι πυροβολισμοί άρχισαν να κατευθύνονται προς το μέρος τους οι αστυνομικοί κατάλαβαν ότι έπρεπε να αποχωρήσουν διακριτικά. Μάλλον δεν συνέτρεχε λόγος ανησυχίας…

Οι τελευταίες μέρες του 1915 κύλησαν ήσυχα μέχρι που ένα πρωινό του Φεβρουαρίου του 1916 οι γαλλικές σειρήνες αντήχησαν μέχρι το Παρίσι και η Γαλλία ήταν κάθε άλλο παρά έτοιμη να αντιμετωπίσει την κρισιμότερη φάση του πολέμου της. Στις 24 του μηνός, τρεις μέρες μετά την έναρξη της αιφνιδιαστικής γερμανικής επίθεσης ο Ναβάρ δέχθηκε με χαρά την μετάθεσή του κοντά στο μέτωπο του Βερντέν, όπου θα έβλεπε τελικά λίγη δράση: «Το μόνο που έχει σημασία είναι να τσακίσεις τους Γερμαναράδες!», συνήθιζε να λέει και τώρα θα του δινόταν όλη η ευκαιρία να κάνει τα λόγια του πράξη. Είχε ζήσει μία περιπετειώδη εφηβεία, είχε σημειώσει τρεις καταρρίψεις σε μία εποχή που ο όρος «αερομαχία» ήταν ανύπαρκτος, αλλά ήταν ακόμη παιδί. Στο Βερντέν θα έπρεπε να γίνει άνδρας.

 

1916: Ο ΑΣΣΟΣ ΤΩΝ ΠΑΡΙΣΙΩΝ

Η απότομη αλλαγή ήταν εμφανής στα πάντα. Ακόμα και στη μυρωδιά του αέρα όπως τον πληροφορούσε ο αδελφός του, αν και ο Ζαν βρισκόταν πολύ ψηλά για να αντιληφθεί την μυρωδιά. Στα χαρακώματα η ατμόσφαιρα δεν μύριζε απλά μπαρούτι. Μύριζε θάνατο και σήψη. Το μόνο που μπορούσε να διακρίνει από τις περιπολίες του ήταν το ανασκαμμένο χώμα που έκρυβε μέσα του πολτοποιημένα ανθρώπινα κουφάρια, αθέατα κι αυτά από το ύψος των τριών χιλιομέτρων, αλλά απόλυτα ορατά στα μάτια του Πιέρ του οποίου η μονάδα προσπαθούσε να καλύψει με ασβέστη την βρώμα των πτωμάτων. Την επόμενη κιόλας μέρα ο Πιέρ αποφάσισε να ζητήσει μετάταξη στην Αεροπορία. Το γαλλικό επιτελείο βρισκόταν σε σύγχυση και άγνοια. Δεν γνώριζε τις δυνάμεις που αντιμετώπιζε γιατί δεν είχε αντιληφθεί τις κινήσεις των Γερμανών, δεν γνώριζε που βρισκόταν η κύρια δύναμη τους γιατί οι γραμμές επικοινωνίας είχαν κοπεί, και δεν γνώριζε που βρισκόταν το μέτωπο, γιατί δεν υπήρχε μέτωπο: οι Γερμανοί εισέβαλαν από παντού…

 

Υπήρχαν όμως και κάποιες αλλαγές προς το καλύτερο: η νέα του μονάδα, η Μοίρα Ν67, ήταν εφοδιασμένη με τα καλύτερα μονοθέσια μαχητικά του καιρού της: τα Nieuport 11 που οι πιλότοι είχαν επάξια βαφτίσει “Bebe” επειδή ήταν μικρά, χαριτωμένα και εύθραυστα σαν μωρά. Ανώτερα σε ταχύτητα, ιπποδύναμη και ευελιξία από οτιδήποτε γερμανικό πετούσε εκείνη την στιγμή στον αέρα, τα Nieuport ήταν το αποτέλεσμα ενός χαρακτηριστικού σχεδιασμού στον οποίο το μεγάλο του πλεονέκτημα αποτελούσε ταυτόχρονα και το μειονέκτημά του. Η καταπληκτική του ευελιξία οφειλόταν στην αντίθεση μεταξύ της μεγάλης και πλατιάς άνω πτέρυγας και της μικρής και στενής κάτω πτέρυγας: ένα πλεονέκτημα το οποίο μπορούσε εύκολα να μετατραπεί σε θλιβερή θρησκευτική τελετή αν ο πιλότος επιχειρούσε κάποια απότομη, παρατεταμένη βύθιση που θα  έσκιζε το κάτω φτερό σαν λωρίδα χαρτιού, αν και αυτό δεν αποθάρρυνε καθόλου τον τολμηρό Ναβάρ να καταρρίπτει τα περισσότερα θύματά του με αυτόν ακριβώς τον τρόπο.

 

Δύο μόλις μέρες μετά την άφιξή του στο Βερντέν απέδειξε έμπρακτα τις δυνατότητες του νέου μαχητικού. Στις 26 Φεβρουαρίου απογειώθηκε πριν ακόμα ξημερώσει για μία μοναχική περιπολία και εντόπισε τρία γερμανικά διθέσια που μόλις τον είδαν έσπασαν τον σχηματισμό τους και κατευθύνθηκαν προς τις γραμμές τους. Επέλεξε το πλησιέστερο, το πλησίασε και είδε τον πίσω πολυβολητή να σηκώνει τα χέρια του ψηλά σε ένδειξη παράδοσης! Το οδήγησε πίσω από τις γαλλικές γραμμές, το παρέδωσε και επέστρεψε στην μονάδα του για πρωινό. Το μεσημέρι της ίδιας ημέρας είδε έκπληκτος εννιά εχθρικά να περνούν ανενόχλητα πάνω από το αεροδρόμιο και απογειώθηκε αμέσως να τα καταδιώξει ολομόναχος. Καθώς πλησίαζε, ο πιλότος του ενός έστριψε κλειστά δεξιά για να δώσει στον πολυβολητή του ένα καλό πεδίο πυρός. Ο Ναβάρ αιφνιδιάστηκε, απομακρύνθηκε γρήγορα και επέστρεψε για μία δεύτερη καλοζυγισμένη επίθεση, πλησιάζοντας το γερμανικό από πίσω και χαμηλά, στην τυφλή του γωνία. Με μία σύντομη ριπή το διθέσιο αναποδογύρισε και άρχισε να βυθίζεται σχεδόν κάθετα. Το αριστερό φτερό αποκολλήθηκε και η βύθιση μετατράπηκε σε ένα ανεξέλεγκτο κουτρουβαλητό που σταμάτησε απότομα στην καρδιά ενός δάσους. Όταν προσγειώθηκε ανακοίνωσε τις νίκες του στον μηχανικό του και απομακρύνθηκε για το δωμάτιό του. Αυτή ήταν η πέμπτη κατάρριψή του και η πρώτη διπλή γαλλική νίκη του πολέμου. Σύμφωνα με τα γαλλικά δεδομένα ήταν πλέον ένας «άσσος» -ένας όρος που υιοθετήθηκε για πρώτη φορά από τους Γάλλους. Ο Ναβάρ πάντοτε συμπεριφερόταν με μία καλοπροαίρετη αλαζονεία, αλλά τώρα πλέον η πατρίδα τού είχε απονείμει επίσημα τον τίτλο του άσσου. Και οι άσσοι έπρεπε να ξεχωρίζουν.

Ο νέος του διοικητής, ο Μαρκήσιος ντε Σαιν-Σωβέρ, ήταν ένας ικανότατος αξιωματικός και διακεκριμένος αθλητής ο οποίος, όπως ακριβώς και ο λοχαγός ντε Μπερνί πριν από αυτόν, εκτίμησε αμέσως το επιθετικό πνεύμα του. Έτσι όταν ο Ναβάρ του ζήτησε την άδεια να προσθέσει κάποιο ιδιαίτερο προσωπικό χαρακτηριστικό στο αεροπλάνο του, ο Σωβέρ του την έδωσε. Την επόμενη μέρα οι πιλότοι της Μοίρας αντίκρισαν μπροστά τους ένα και μοναδικό κατακόκκινο Nieuport ανάμεσα στα άλλα!

Ο Ναβάρ ήταν ο πρώτος από τους αλλαζόνες πιλότους που εισήγαγε αυτήν την πρακτική την οποία αντέγραψαν πολύ άλλοι αργότερα, με διασημότερο όλων τον Ριχτχόφεν. Όλοι έβρισκαν κάποια λογικοφανή δικαιολογία για να δικαιολογήσουν την υπεροπτική πράξη τους που προκαλούσε την αντιπάθεια των δύο άλλων αρχαιότερων σωμάτων των ενόπλων δυνάμεων. Πολλοί υποστήριξαν ότι βοηθούσε την αναγνώριση στον αέρα ή ότι ενέπνεε αυτοπεποίθηση στον πιλότο και στους συναδέλφους του, επειδή στην πραγματικότητα ήθελαν να αποκρύψουν τον πραγματικό λόγο: αν ένας έπρεπε κάποια στιγμή να αντικρίσει τον θάνατο, προτιμούσε να το κάνει σαν το “επώνυμο” μέλος μίας “εξέχουσας” μονάδας, παρά σαν ο ανώνυμος στρατιώτης 325357 του 35ου συντάγματος, της 21ης μεραρχίας. Κανείς δεν ήθελε να παραδεχτεί έτσι απλά ότι ο Άνθρωπος είναι θνητός και φοβάται να πεθάνει.  

 

Το ολοκόκκινο αεροπλάνο Ni-11 του Ναβάρ

Μέσα στις επόμενες ημέρες το κόκκινο Nieuport του Ναβάρ θα γινόταν ένα μοναδικό σύμβολο ενθάρρυνσης για τους εξαθλιωμένους Γάλλους στρατιώτες στα χαρακώματα του Βερντέν –μία απειροελάχιστη προσφορά σε έναν στρατό που δεν έβρισκε καμία δόξα στο να σκοτώνει αντιπάλους, και ακόμα λιγότερη στο να σκοτώνεται ο ίδιος. Μετά από κάθε του κατάρριψη περνούσε ξυστά πάνω από τα κεφάλια τους για να τους χαιρετήσει. Οι στρατιώτες πετούσαν τα κράνη τους ψηλά ζητωκραυγάζοντας «Ζήτω ο Φρουρός του Βερντέν!», και το βούισμα του κινητήρα του δεν αρκούσε για να καλύψει τις φωνές τους.

Στις 4 Απριλίου 1916 -έναν χρόνο και τρεις μέρες μετά την πρώτη του κατάρριψη- πέταξε σε τρεις περιπολίες –την αυγή, το μεσημέρι και το απόγευμα. Όταν προσγειώθηκε από την τελευταία του πτήση, ο μηχανικός του έφτασε τρέχοντας να τον εξυπηρετήσει, ανυπομονώντας να ακούσει για κάποια καινούργια του νίκη. Ο Ναβάρ του άφησε τα γάντια και την κάσκα του, σκούπισε από το πρόσωπό του το λίπος φάλαινας και του είπε «Το κτήνος μέσα μου καθησυχάστηκε…». Κατά την διάρκεια των περιπολιών είχε καταρρίψει τέσσερα αεροπλάνα –αριθμός ασύλληπτος για την εποχή…

Στην πραγματικότητα βέβαια ο Ναβάρ δεν ήταν τόσο σκληρός όσο ήθελε να δείχνει. Κατά βάθος προτιμούσε να καταρρίπτει τους αντιπάλους του ζωντανούς. Το «ανήμερο κτήνος» που προσπαθούσε να κατασιγάσει μέσα του δεν ήταν η επιθυμία για φόνο, αλλά η δίψα για την μάχη αυτή καθεαυτή: η πρωτόγονη ηδονή που προκαλούσε η σκέψη ότι είχε διακινδυνεύσει και είχε βγει νικητής, βασιζόμενος στις δικές του ικανότητες.

Τελικά μόνο δύο από τις καταρρίψεις του χρεώθηκαν επίσημα επειδή τα υπόλοιπα αεροσκάφη είχαν πέσει πίσω από τις εχθρικές γραμμές και η επιβεβαίωση ήταν αδύνατη, αλλά αυτές ήταν αρκετές για να προαχθεί σε ανθυπολοχαγό. Ταυτόχρονα όμως η ένταση των μαχών και η καθημερινή μονομαχία με τον θάνατο είχαν αρχίσει να επενεργούν επάνω του. Η παλιά του μυστικοπάθεια φαινόταν να επιστρέφει. Στην επόμενη πανσέληνο εξαφανίστηκε πάλι για κάποιο μοναχικό περίπατο στο δάσος όπου οι σκέψεις του αναπόφευκτα περιπλανήθηκαν στον αδελφό του. Η αίτηση μετάταξής του στην Αεροπορία είχε γίνει δεκτή και είχε αρχίσει κιόλας τις πρώτες εκπαιδευτικές πτήσεις του. Ανησυχούσε πολύ για αυτόν. Εκείνος είχε αρχίσει να συμβιβάζεται με τον ρόλο του «ψυχρού εκτελεστή» που του επέβαλε ο πόλεμος. Ο Πιέρ όμως μέχρι εκείνη την στιγμή δεν είχε γνωρίσει τι σημαίνει να κοιτάς στα μάτια τον άνθρωπο που σκοτώνεις…

Στις 19 Μαίου 1916 ένα καμιόνι σταμάτησε στο αεροδρόμιο του Βωντελενκούρ, πίσω από τις γραμμές του μετώπου, και από μέσα κατέβηκε ο Άρτσιμπαλντ Τζόνσον, ένας Αμερικανός που είχε έρθει να καταταγεί εθελοντικά στην  Γαλλική Αεροπορία. Το πρώτο θέαμα που αντίκρισε ήταν τα διάσπαρτα μαύρα στίγματα των αντιαεροπορικών που κυνηγούσαν ένα τολμηρό διθέσιο Albatros που είχε εισχωρήσει στις γαλλικές γραμμές καταδιώκοντας ένα απελπισμένο γαλλικό Voisin. Ο Τζόνσον παρακολουθούσε εκστατικός εκείνο το θέαμα που διέθετε μία συναρπαστική γοητεία στην οποία ήταν αδύνατο να αντισταθείς: το ρυθμικό βούισμα των κινητήρων άλλαζε τόνους καθώς τα αντίπαλα αεροσκάφη ελίσσονταν με τον ήλιο να λαμπυρίζει φευγαλέα πάνω στις υφασμάτινες επιδερμίδες τους, και το στακάτο κροτάλισμα των πολυβόλων –τόσο άκακο όταν το άκουγε κανείς από μακριά- να ολοκληρώνει αυτήν μουσική μονομαχία όταν το ένα πλησίαζε το άλλο. Ξαφνικά ένα οξύ στρίγκλισμα ήρθε να προστεθεί στους προηγούμενους ήχους όταν ένα κόκκινο Nieuport εμφανίστηκε από το πουθενά να βυθίζεται σχεδόν κάθετα εναντίον του γερμανικού με τα συρματόσχοινά του να σχίζουν τον αέρα. Ο Γερμανός πολυβολητής υποδέχτηκε τον αντίπαλό με μικρές, σύντομες ριπές ελέγχοντας την πορεία των τροχειοδεικτικών του. Το Nieuport έμεινε σταθερό στην ακάθεκτη βύθισή του και την στιγμή που εξαφανιζόταν αστραπιαία πίσω από την ουρά του μία ριπή έξι βολίδων γάζωσε την κοιλιά του Albatros. Το κόκκινο Nieuport επανήλθε σε οριζόντια πτήση και ο πιλότος γύρισε πίσω να κοιτάξει το θύμα του που σήκωνε απότομα την μούρη του προς τα πάνω, βύθιζε το ένα του φτερό στο πλάϊ και άρχισε να πέφτει αφήνοντας πίσω του ένα μακρύ ίχνος καπνού. Τουλάχιστον χίλιοι Γάλλοι στρατιώτες που παρακολουθούσαν την σκηνή ζητωκραύγασαν όταν το γερμανικό αναγνωριστικό συνετρίβει δίπλα σε έναν δρόμο που οδηγούσε στο Βερντέν.

Ο Αμερικανός εθελοντής πήγε ενθουσιασμένος να συναντήσει τον πιλότο μετά την προσγείωσή του. Είχε ξαπλώσει στο γρασίδι, κάτω από την σκιά μίας σκηνής, με τα χέρια πίσω από το κεφάλι, απόλυτα χαλαρωμένος, με το σακάκι ξεκούμπωτο, χωρίς κανένα ίχνος συναισθήματος. Ήταν κοντός, ευθυτενής, με μία λεπτή πεταχτή μύτη και δύο έντονα φλογερά μάτια που άστραφταν πάνω σε ένα μπαρουτοκαπνισμένο πρόσωπο, αλειμμένο ακόμα με λίπος φάλαινας. Τα μάτια του βετεράνου γύρισαν ήρεμα προς το μέρος του άγνωστου νεοφερμένου και του απάντησε χωρίς να ακούσει την ερώτηση: «Νομίζω ότι τους σκότωσα και τους δύο. Ακαριαία».

_«Γιατί όμως περιμένατε τόσο πολύ πριν ανοίξετε πυρ;»

_«Η δουλειά μου είναι να καταστρέφω τον εχθρό και εγώ, ο Ναβάρ, δεν διακινδυνεύω να μου ξεφύγει». Ήταν η δωδέκατη και τελευταία του κατάρριψη.  


Lieutenant Jean Navarre

Στις 17 Ιουνίου ο Ναβάρ μαζί με τον Πιβολό και τον ανθυπολοχαγό Ζινιάν, εντόπισαν ένα εχθρικό αναγνωριστικό που καθοδηγούσε τις βολές του γερμανικού πυροβολικού, καθώς περιπολούσαν στα 4.500 m πάνω από την Αργκόν. Επιτέθηκαν διαδοχικά και το κατέρριψαν. Το αναγνωριστικό για να τους εκδικηθεί έπεσε πίσω από τις εχθρικές γραμμές, οπότε η νίκη δεν χρεώθηκε σε κανέναν τους. Συνεχίζοντας την περιπολία τους, εντόπισαν ένα δεύτερο, ένα χιλιόμετρο χαμηλότερα. Ο Ναβάρ κούνησε τα φτερά του δεξιά-αριστερά, έδειξε τον στόχο στους συναδέλφους του και τα τρία Nieuport βυθίστηκαν για μία ακόμη τυπική συντονισμένη επίθεση βύθισης από τα νώτα. Ο Ναβάρ πλησιάζοντας πρώτος το γερμανικό αναγνωριστικό, έκανε την τελευταία στιγμή στην άκρη παραχωρώντας την κατάρριψη στους συναδέλφους του. Ο Πιβολό πέρασε γρήγορα από δίπλα του ρίχνοντας μία ριπή και απομακρύνθηκε. Μεσολάβησε ένα ανεξήγητο κενό τριών δευτερολέπτων και ο Ναβάρ γύρισε πίσω να κοιτάξει γιατί ο Ζινιάν καθυστερούσε την επίθεσή του. Η γερμανική βολίδα έσπασε το αριστερό του χέρι, σφηνώθηκε στο στήθος του και τίναξε το κεφάλι του με δύναμη πάνω στο αλεξινέμιό του. Ο Γερμανός πολυβολητής είχε χρειαστεί μόνο δύο δευτερόλεπτα για να βάλει το κόκκινο Nieuport στο στόχαστρό του και να του ρίξει μία μακριά ριπή. Ο Ναβάρ τυφλωμένος από το αίμα που έτρεχε από το κεφάλι του, έσπρωξε μπροστά το στικ για να ξεφύγει ενστικτωδώς με μία γρήγορη βύθιση η οποία επιδείνωσε την αιμορραγία. Η όρασή του θόλωσε και έχασε τις αισθήσεις του καθώς το ακυβέρνητο Nieuport βυθιζόταν με μέγιστη ταχύτητα. Σαν από θαύμα επανέκτησε τον έλεγχο όταν βρισκόταν σε απόσταση 1.700 m από το έδαφος και έσβησε τον κινητήρα κατεβάζοντας το σε μία υποδειγματικά άψογη προσγείωση. Άφησε το αεροπλάνο να κυλήσει ήσυχα στο έδαφος μέχρι που ακινητοποιήθηκε και προσπαθώντας να βγει έξω λιποθύμησε πάλι.

Όταν συνήλθε για πρώτη φορά είδε σκυμμένους από πάνω του δύο Πιβολό να προσπαθούν να τον συνεφέρουν, αλλά το κάταγμα στο κεφάλι του τον έκανε να βλέπει τα πάντα διπλά, οπότε οι Πιβολό ήταν μάλλον οι μισοί.

_«Πως κατάφερες και έκανες τόσο τέλεια προσγείωση;» ρώτησε με πραγματική έκπληξη ο διπλός φίλος του.

_«…φοβήθηκα μήπως είναι η τελευταία μου και είπα να προσέξω…», σιγοψιθύρισε αιμόφυρτος και τα πάντα σκοτείνιασαν όταν κάποιος έσβησε τον ήλιο…  

 

Την δεύτερη φορά που συνήλθε βρισκόταν στο νοσοκομείο, αλλά ο ίδιος δεν το κατάλαβε. Ήταν μόνιμα χαμένος μέσα σε ένα παραλήρημα αιμορραγίας, διάσεισης και εφιαλτών. Οι γιατροί έκαναν ότι μπορούσαν για τα δύο πρώτα, αλλά δεν γνώριζαν κανένα φάρμακο για το τρίτο. Εγχειρίστηκε πρόχειρα και στάλθηκε βιαστικά στην μονάδα του μετά από μία σύντομη αναρρωτική άδεια η οποία ελάχιστα βοήθησε στην ανάρρωσή του. Όταν επέστρεψε στην μονάδα του η μάχη είχε πάρει ακόμη χειρότερη τροπή μετά τον γερμανικό βομβαρδισμό των χημικών αερίων. Ίσως η Γαλλία να ανέμενε πολλά από τον Ναβάρ σε εκείνη την κρίσιμη φάση της, αλλά εκείνος τώρα συμπεριφερόταν περισσότερο σαν θύμα του αερίου νεύρων, παρά σαν τον περίφημο «Φρουρό του Βερντέν»: ήταν κακοδιάθετος, μελαγχολικός, ευερέθιστος και τόσο εξασθενημένος ψυχικά και σωματικά, ώστε ακόμα και με ένα ποτήρι κρασί γινόταν τύφλα στο μεθύσι. Οι συνάδελφοί του συνειδητοποίησαν ότι δεν ήταν πια ο ίδιος, αλλά εκείνος αρνείτο να το παραδεχτεί. Λίγες μέρες μετά την άφιξή του επεχείρησε έναν δύσκολο ελιγμό με τον οποίο κατάφερε μόνο να ανοίξει πάλι τα πρόσφατα τραύματά του. Λιποθύμησε μέσα στο κόκπιτ και ξαναβρήκε τις αισθήσεις του λίγα μέτρα πάνω από τα δένδρα.

Η αποτυχία του τον εξαγρίωσε ακόμη περισσότερο και την επόμενη φορά θέλησε να πείσει τον εαυτό του ότι δεν είχε χάσει τις ικανότητές του στη μάχη. Απογειώθηκε για μία μοναχική περιπολία όταν η μέθοδος αυτή είχε ήδη αρχίσει να αποδεικνύεται ξεπερασμένη, επιχειρώντας να επιτεθεί σε ένα αναγνωριστικό με τον ίδιο, παλιό τρόπο σε μία εποχή που οι πιλότοι των διθέσιων είχαν πάψει πια να είναι ένας εύκολος στόχος για να ανεβάζεις το σκορ σου.

Ο Γερμανός ανθυπολοχαγός Γκόϋ (Goy), οπίσθιος πολυβολητής σε ένα Aviatik, δεν ανησύχησε ιδιαίτερα όταν εντόπισε το γαλλικό μαχητικό. Συνήθως χρειάζονταν τρία Nieuport για να αποτελέσουν μία πραγματική απειλή για ένα διθέσιο στο οποίο πιλότος και πολυβολητής είχαν αναπτύξει μία έκτη αίσθηση συνεννόησης μεταξύ τους: ο πιλότος πατούσε συνεχώς τα πετάλια του rudder εμποδίζοντας το μαχητικό να βρεθεί στην τυφλή γωνία του πίσω και κάτω από την ουρά, ενώ ο πολυβολητής εκμεταλλευόταν την περιστροφική κίνηση του πολυβόλου του για να κτυπήσει έναν αντίπαλο που διέθετε μία σταθερή κι αμετακίνητη γραμμή πυρός -και εκείνο το μαχητικό γυρνούσε για να επιτεθεί από ψηλά και πίσω, χαρίζοντας στον πιλότο του Aviatik όλα αυτά τα πλεονεκτήματα. Καθώς το εχθρικό μαχητικό πλησίαζε, ο Γκόϋ το αναγνώρισε αμέσως: ένα κόκκινο Nieuport –ο Ναβάρ!  

 

Χωρίς να το χάσει στιγμή από τα μάτια του, ο Γερμανός ανθυπολοχαγός παρακολουθούσε τα φτερά να μετατρέπονται σε δύο λεπτές ίσιες γραμμές και την άτρακτο να κρύβεται πίσω από το στρογγυλό κόκκινο ρύγχος, που όλα μεγεθύνονταν με αστραπιαία ταχύτητα καθώς ο Ναβάρ άρχιζε την τυπική βύθιση του γερακιού πάνω στο ανυποψίαστο θύμα του –αλλά αυτή την φορά το θύμα ήταν κάθε άλλο παρά ανυποψίαστο. Ο Γκόϋ σήκωσε το πολυβόλο του και είχε όλο τον χρόνο να σημαδέψει προσεκτικά το μαχητικό πριν εκείνο μπει στην απόσταση των 150 m από όπου ο Ναβάρ άνοιγε συνήθως πυρ. Στα 500 m ο Γερμανός πάτησε την σκανδάλη του κυρίως από νευρικότητα η οποία όμως είχε άμεσο αντίκτυπο στον αντίπαλό του που απάντησε επίσης πρόωρα. Η ριπή του Γάλλου άνοιξε μία σειρά από τρύπες σε όλο το μήκος της ατράκτου του Aviatik, τινάζοντας απότομα τον Γκόϋ προς τα πίσω, κόβοντας τα συρματόσχοινα ελέγχου των πηδαλίων και τρυπώντας το ψυγείο νερού πάνω από το κεφάλι του πιλότου. Λουσμένος από τα νερά του ψυγείου που εκτοξεύθηκαν στο πρόσωπό του, κλώτσησε βίαια το πετάλι του δεξιού rudder για να ξεφύγει από το χαλάζι των πυρών, αλλά το αεροπλάνο αρνήθηκε πεισματικά να υπακούσει. Ρίχνοντας όλες τις ελπίδες του στα ailerons έσπρωξε το στικ όλο δεξιά και το αεροπλάνο έστριψε, αλλά ο κινητήρας έδειχνε πολύ απρόθυμος να συνεργαστεί: μούγκριζε, έβηχε και σύντομα θα τον εγκατέλειπε. Τον έσβησε και άρχισε να ψάχνει απεγνωσμένα κάποιο μέρος για να το προσγειώσει. Ο Γκόϋ στο πίσω κάθισμα, ζωντανός ακόμα, κοίταξε στο σώμα του και ανακάλυψε μία στρογγυλή τρύπα στο μπουφάν του. Ψηλάφισε αδέξια την πλάτη του και είδε το γάντι του βαμμένο με αίμα: ένα διαμπερές κοιλιακό τραύμα, κατά πάσα πιθανότητα μοιραίο. Αποφάσισε να πουλήσει ακριβά τη ζωή του. Κρατώντας ακόμα το πολυβόλο του, περίμενε την επόμενη επίθεση του Γάλλου. Αλλά το Nieuport αργούσε να εμφανιστεί. Κοίταξε γύρω και το είδε να κατευθύνεται προς τα κάτω σε μία απαλή βύθιση χωρίς κανένα άλλο σημείο ζημιάς, έχοντας πάρει τον δρόμο για τις γαλλικές γραμμές. Αναρωτήθηκε αν είχε χτυπήσει τον μεγάλο άσσο και το ενδεχόμενο του φάνηκε απίστευτο, αλλά το ότι ο Ναβάρ δεν είχε επαναλάβει την επίθεσή του ήταν καλό σημάδι. Είχε ακούσει ότι η μέθοδός του ήταν να βυθίζεται μόνο μία φορά εναντίον του θύματός του και αν αποτύγχανε, εγκατέλειπε την προσπάθεια.

Πράγματι ο Ναβάρ είχε τηρήσει πιστά την τακτική του. Είχε δοκιμάσει και είχε αποτύχει. Τώρα έπρεπε να αποδεχτεί την πικρή αλήθεια του ίδιου του τού πειράματος: Ή ο πόλεμος είχε αλλάξει ή ο ίδιος είχε αλλάξει. Ή και τα δύο.  


Μόλις 23 ετών κι έμοιαζε 33 και …

Οι αντίπαλοι πιλότοι εκείνης της ημέρας επέστρεψαν όλοι σώοι στις βάσεις τους, με την διαφορά ότι οι Γερμανοί θα είχαν την ευκαιρία να πολεμήσουν μία ακόμη μέρα. Για τον Ναβάρ ο πόλεμος είχε τελειώσει. Μετά το περιστατικό η πνευματική του υγεία επιδεινώθηκε εξ αιτίας του κρανιακού του τραύματος και ο διοικητής του τον απομάκρυνε από τις πτήσεις. Ο συσσωρευμένος θυμός του έβρισκε πλέον διέξοδο στους φιλήσυχους κάτοικους της γαλλικής πρωτεύουσας που κάποτε τον είχαν λατρέψει, αλλά τώρα ζούσαν μία σχετικά άνετη ζωή μακριά από τον πόλεμο την στιγμή που κάποιοι άλλοι ζούσαν –και κυρίως πέθαιναν- σαν αρουραίοι στα χαρακώματα, και δεν είχαν καμία όρεξη να ανεχτούν τις δυστροπίες του. 

ΝΟΕΜΒΡΙΟΣ 1916: Ο ΕΦΙΑΛΤΗΣ

 

…περιπλανιόταν σαν χαμένος στο δάσος χωρίς να καταλαβαίνει γιατί είναι μόνος. Ο Πιέρ έπρεπε να ήταν εκεί, μαζί του, αλλά δεν ήταν. Έπρεπε να τον βρει…

Η απογευματινή εκπαιδευτική πτήση είχε πάει πολύ καλά. Το Morane είχε συμπεριφερθεί αξιοπρεπέστατα, χωρίς «μαγικές» ιδιοτροπίες και διαμαρτυρίες. Ο απογευματινός ήλιος έπεφτε, αλλά στο βάθος μπορούσε ακόμη να διακρίνει τα χαρακώματα του μετώπου: μία ατέλειωτη σειρά από καφετιές τεθλασμένες γραμμές που χάνονταν μέσα στη λάσπη του Νοεμβρίου, εκεί που για εννέα συνεχείς μήνες οι δύο αντίπαλες πλευρές είχαν γαζώσει, ανατινάξει, πνίξει και αποτεφρώσει 700.000 άνδρες. Σε λίγο καιρό θα πετούσε κι εκείνος πάνω από εκεί…

…δεν τον έβρισκε πουθενά. Κάτι σοβαρό έπρεπε να συμβαίνει. Ο Πιέρ δεν θα πήγαινε πουθενά μόνος του χωρίς εκείνον. Μία ανησυχία άρχισε να του σφίγγει το στομάχι. Τι θα έλεγε της μητέρας του; Ότι ο Πιέρ είχε χαθεί; Αδύνατον. Έπρεπε να ψάξει κι άλλο…παντού…

…το νοτισμένο γρασίδι του αεροδρομίου απλωνόταν μπροστά του και ετοιμαζόταν να προσγειωθεί. Οι οδηγίες του εκπαιδευτή ξεπήδησαν στο μυαλό του: ένας τελευταίος έλεγχος στα όργανα, μείωση ταχύτητας, σταδιακή μείωση του ύψους, οριζοντίωση του αεροπλάνου…όλα τέλεια…

…για πρώτη φορά τα δένδρα του φαίνονταν απειλητικά, ζοφερά, έτοιμα να τον πλακώσουν. Απεγνωσμένος από την μάταιη αναζήτηση, ένοιωσε τον φόβο να τον κυριεύει και θέλησε να κραυγάσει το όνομα του αδελφού του. Άνοιξε διάπλατα το στόμα του, πίεσε τα πνευμόνια του,

«…………..»

αλλά κανένας ήχος δεν βγήκε. Προσπάθησε να στριγγλίξει, να βγάλει μία οποιαδήποτε άναρθρη κραυγή, αλλά το λαρύγγι του είχε πάψει να παράγει ήχους. Σε όλο το δάσος απλωνόταν μία αιώνια, ολοκληρωτική σιωπή που κατάπινε τα πάντα. Και αυτό τον τρόμαζε ακόμα περισσότερο…

…το Morane τροχοδρόμησε όμορφα και γλυκά σε ένα σημείο αρκετά μουσκεμένο από την βροχή και η λάσπη έφραξε τις ρόδες…

…«……………!!!»

…Το ρύγχος βυθίστηκε λίγο περισσότερο, η ουρά ανασηκώθηκε και το μονοπλάνο αναποδογύρισε διαγράφοντας μία τούμπα στον αέρα. Το φτερό πάνω από το κόκπιτ έσπασε μόλις χτύπησε στο έδαφος και ο Ζαν πετάχτηκε κάθιδρος από τον εφιάλτη του ακριβώς την στιγμή που ο Πιέρ έσπαγε τον αυχένα του…

 

Η θλιβερή είδηση που του ανακοινώθηκε την επόμενη μέρα με αδιάφορο, κυνικό ύφος ήταν το ύστατο πλήγμα για το διαταραγμένο πνεύμα του. Η έμφυτη επαναστατική του τάση και η πνευματική του σύγχυση τον οδήγησαν αμέσως στο συμπέρασμα: το εκπαιδευτικό αεροπλάνο ήταν ελαττωματικό! Η κυβέρνηση είχε σκοτώσει τον αδελφό του! Τα επεισόδια που επακολούθησαν εκείνη την νύχτα έφτασαν την επόμενη μέρα στα αφτιά του Αμερικανού εθελοντή Άρτσιμπαλντ Τζόνσον ο οποίος περίμενε τώρα να ενταχθεί σε κάποια πολεμική μονάδα και που κάποτε είχε παρακολουθήσει ενθουσιασμένος τον Ναβάρ να καταρρίπτει το τελευταίο θύμα του.

Η προσωπική ενοχή για την αποτυχία του σαν πιλότου, η οργή εναντίον των άλλων και η βαριά κατάθλιψη για τον χαμό του αγαπημένου του αδελφού, συντέθηκαν όλα μαζί σε έναν νευρικό κλονισμό που ξέσπασε με την επόμενη πανσέληνο, όταν βρισκόταν σε  αναρρωτική άδεια αορίστου χρόνου στο Παρίσι. Πίσω από το τιμόνι ενός αυτοκινήτου σε κατάσταση υστερίας, άρχισε να κυνηγά τους αστυνομικούς στους δρόμους, καταπατώντας τους επάνω στα πεζοδρόμια και τους τοίχους των κτιρίων, κραυγάζοντας συνεχώς «Είμαι ο Άσσος των Παρισίων! Είμαι ο Άσσος των Παρισίων!». Ξεφεύγοντας από όλους και από όλα, κατευθύνθηκε στο παλιό του αεροδρόμιο και κλέβοντας ένα αεροπλάνο εξαφανίστηκε πάνω από το μέτωπο αναζητώντας κάποιον Γερμανό να καταρρίψει. Προσγειώθηκε μετά από δύο ώρες μάταιης αναζήτησης, πνιγμένος ακόμα από τον παροξυσμό του «ανήμερου κτήνους» που είχε ξυπνήσει μέσα του, όχι επειδή είχε αρχίσει να σκοτεινιάζει αλλά επειδή η δεξαμενή καυσίμων του είχε στεγνώσει εντελώς. Ο πόλεμος κοιμόταν εκείνη την ημέρα…Εκεί τον συνέλαβε η αστυνομία για να τον παραδώσει στα χέρια των «ειδικών με τις λευκές μπλούζες» οι οποίοι τον έκλεισαν σε ένα άσυλο για τα επόμενα δύο χρόνια –ένα πικρό και ανάξιο τέλος για έναν πνευματικά συγχυσμένο, αλλά πολύ γενναίο άνδρα 21 ετών, ο οποίος τώρα έδειχνε περισσότερο για 35.

Μέχρι το τέλος του πολέμου ο Ναβάρ δεν ενόχλησε κανέναν άλλον, εκτός ίσως από τους δεσμοφύλακές του. Ήταν απλά μία ακόμη περίπτωση «νευρικά διαταραγμένης προσωπικότητας» χαμένης μέσα στην ανωνυμία και την λήθη ενός ασύλου. Για αυτό και έζησε περισσότερο από πολλούς άλλους διασημότερους ή και ικανότερους συναδέλφους του οι οποίοι τράβηξαν επάνω τους τα φώτα της δημοσιότητας και τις σφαίρες του εχθρού –αυτές που τώρα απέφευγαν τον δύστυχο Ναβάρ ο οποίος κατά βάθος θα προτιμούσε να σκοτώνεται στον αέρα, παρά να ζει ατάραχος μέσα στην φαρμακευτική ηρεμία των χαπιών του. Έζησε τουλάχιστον αρκετά περισσότερο για να δει και το τέλος του πολέμου, αλλά αυτή την φορά όχι πίσω από τα κάγκελα της απομόνωσής του.

Δύο μήνες πριν την λήξη του πολέμου, τον Σεπτέμβριο του 1918, οι πόρτες του ασύλου άνοιξαν οριστικά και ο ανθυπολοχαγός Ζαν Ναβάρ επέστρεψε επισήμως στην ενεργό υπηρεσία, αν και ποτέ δεν ξαναπέταξε σε επιχειρήσεις: ο ξεπεσμένος ήρωας είχε εξαντλήσει τα αποθέματα της δύναμής του πάνω από το Βερντέν. Μετά το τέλος του πολέμου ο «εξημερωμένος» πλέον Ναβάρ κατάφερε να εργαστεί σαν πιλότος στην εταιρεία Morane και τον Ιούλιο του 1919 γνώρισε μία μεγάλη τιμή από εκείνο το κράτος για το οποίο ο αδελφός του είχε χάσει την ζωή του και ο ίδιος την ψυχική του ισορροπία: επιλέχθηκε τιμητικά για να συμμετάσχει στον ετήσιο εορτασμό της έναρξης του Μεγάλου Πολέμου, πετώντας ένα Morane-Saulnier κάτω από την Αψίδα του Θριάμβου.

Οι δοκιμές διεξάγονταν στο αεροδρόμιο του Βιλλακουμπλαί, κάτω από την αψίδα μίας παραπλήσιας μεγάλης γέφυρας. Ο Ναβάρ παρά το γεγονός ότι τώρα έμοιαζε με γέρο που το πρόσωπό του είχε από καιρό σταματήσει να δείχνει το παραμικρό ενδιαφέρον για οτιδήποτε -πόσο μάλλον για παρελάσεις- απέδειξε ότι δεν είχε χάσει εντελώς την «αίσθηση» του αεροπλάνου η οποία εξακολουθούσε για εκείνον να αποτελεί δεύτερη φύση. Στην δεύτερη δοκιμαστική πτήση του στις 10 Ιουλίου, πέρασε ψύχραιμα κάτω από την αψίδα σε χαμηλό ύψος, απομακρύνθηκε αρκετά και πήρε μία ανοιχτή αριστερή στροφή για να επιστρέψει στο πεδίο δοκιμών. Οι τροχοί ακούμπησαν μαλακά στο έδαφος διασχίζοντας μία απόσταση 50 μέτρων μέχρι που ο Ναβάρ άκουσε καθαρά το ΠΑΝΓΚ! από κάποιο συρματόσχοινο που έσπαγε κάτω από τα πόδια του και ο δεξιός τροχός έσπασε ανεξήγητα κάτω από το βάρος του αεροπλάνου. Το Nieuport ξέφυγε από τον έλεγχο, έπεσε στην δεξιά πλευρά και ο έλικας σταμάτησε ακαριαία την περιστροφή του μόλις η άκρη του άγγιξε το πρώτο εκατοστό εδάφους και ξεκόλλησε ολόκληρος από τον άξονά του μεταδίδοντας κραδασμούς σε όλο το μήκος της ατράκτου. Το ανάπηρο αεροπλάνο σύρθηκε για άλλα 100 μέτρα με το δεξιό του ακροπτερύγιο να χαράζει το έδαφος, διαγράφοντας συνεχείς κύκλους γύρω από τον εαυτό του σαν τρελό, μέχρι που ένα ξύλινο υπόστεγο σταμάτησε απότομα την ξέφρενη πορεία του. Η δεξαμενή καυσίμου συνεθλίβη στην πρόσκρουση και το Μorane χάθηκε σε μία λαμπρή φλόγα που τίναξε δεξιά και αριστερά κομμάτια του υποστέγου, κομμάτια του αεροπλάνου και κομμάτια του Ναβάρ. Συνέβαιναν τέτοια ατυχήματα.

Ο Θεός τουλάχιστον του είχε επιφυλάξει τον αξιοπρεπή θάνατο ενός αεροπόρου.

 

The medals awarded to Jean Navarre : The Legion of Honor, The Military-Medal, The War Cross


 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

1.      Thomas Funderburk: “The Fighters”, Grosset & Dunlap New York 1965.

2.      Alexander McKee: “The Friendless Sky”, New English Library 1962.

3.      Jean Jacque Petit: “Les As de l’Aviation 1914-18”, Editions Heimdal1992.

4.      Διεύθυνση Ίντερνετ: www.theaerodrome.com/

5.      Cristopher Campbell: “Aces and Aircraft of WW1”, Treasure Press 1981.

6.      Norman Franks: “Nieuport Aces of WW1”, Osprey Publishing 2000.

   

Return to the Home Page