ΖΑΝ ΝΑΒΑΡ

(Jean Navarre)

  Ο ΦΡΟΥΡΟΣ ΤΟΥ ΒΕΡΝΤΕΝ

ΑΓΓΕΛΟΣ Ν. ΔΑΛΑΣΣΗΝΟΣ  

 

ΣΤΙΣ ΑΡΧΕΣ ΤΟΥ 1915 Η ΠΤΗΣΗ ΜΕ ΕΝΑ ΑΕΡΟΠΛΑΝΟ ΠΑΝΩ ΑΠΟ ΤΟ ΜΕΤΩΠΟ ΗΤΑΝ ΕΝΑ ΔΙΑΣΚΕΔΑΣΤΙΚΟ ΑΘΛΗΜΑ ΓΙΑ ΠΑΡΑΤΟΛΜΟΥΣ ΚΑΙ ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΩΔΕΙΣ ΝΕΑΡΟΥΣ ΠΡΟΘΥΜΟΥΣ ΝΑ ΚΑΤΑΚΤΗΣΟΥΝ ΤΑ ΟΥΡΑΝΙΑ ΚΑΙ ΝΑ ΠΥΡΟΒΟΛΗΣΟΥΝ ΤΗΝ ΑΔΕΙΑ ΑΠΕΡΑΝΤΟΣΥΝΗ. ΚΑΝΕΙΣ ΔΕΝ ΠΙΣΤΕΥΕ ΟΤΙ ΘΑ ΚΑΤΕΡΡΙΠΤΕ ΕΝΑΝ ΑΝΤΙΠΑΛΟ Ή ΟΤΙ ΘΑ ΚΑΤΑΡΡΙΠΤΟΤΑΝ ΠΟΤΕ Ο ΙΔΙΟΣ. Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΗΤΑΝ ΚΑΤΙ ΞΕΝΟ ΠΟΥ ΣΥΝΕΒΑΙΝΕ ΜΟΝΟ ΣΤΑ ΧΑΡΑΚΩΜΑΤΑ ΚΑΙ ΟΙ ΠΙΛΟΤΟΙ ΑΠΕΙΧΑΝ ΠΟΛΛΑ ΧΙΛΙΟΜΕΤΡΑ ΑΠΟ ΑΥΤΑ. ΑΝΑΜΕΣΑ ΤΟΥΣ ΗΤΑΝ ΚΑΙ Ο 19ΧΡΟΝΟΣ ΓΑΛΛΟΣ ΖΑΝ ΝΑΒΑΡ: ΕΝΑΣ ΑΤΙΘΑΣΟΣ ΝΕΟΣ, ΓΕΜΑΤΟΣ ΜΑΧΗΤΙΚΗ ΟΡΜΗ ΟΠΩΣ ΤΟΣΟΙ ΑΛΛΟΙ ΜΕΣΑ ΣΤΗΝ ΜΙΚΡΗ ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΤΩΝ ΠΙΛΟΤΩΝ. ΕΝΑΝ ΧΡΟΝΟ ΑΡΓΟΤΕΡΑ, ΠΑΝΩ ΑΠΟ ΤΟ ΒΕΡΝΤΕΝ, ΤΑ ΠΑΝΤΑ ΕΙΧΑΝ ΑΛΛΑΞΕΙ. Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΕΙΧΕ ΓΙΝΕΙ ΣΟΒΑΡΗ ΥΠΟΘΕΣΗ. EKEINEΣ ΤΙΣ ΔΡΑΜΑΤΙΚΕΣ ΗΜΕΡΕΣ Ο ΝΑΒΑΡ ΕΓΙΝΕ Ο ΠΡΩΤΟΣ ΜΕΓΑΛΟΣ ΑΣΣΟΣ ΤΗΣ ΓΑΛΛΙΑΣ ΚΑΙ Η ΘΕΑ ΤΟΥ ΚΟΚΚΙΝΟΥ ΜΑΧΗΤΙΚΟΥ ΤΟΥ ΗΤΑΝ ΕΝΑ ΑΠΟ ΤΑ ΕΛΑΧΙΣΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ ΠΟΥ ΕΔΙΝΑΝ ΚΟΥΡΑΓΙΟ ΣΤΟΥΣ ΑΠΕΛΠΙΣΜΕΝΟΥΣ ΣΥΜΠΑΤΡΙΩΤΕΣ ΤΟΥ ΠΟΥ ΠΕΘΑΙΝΑΝ ΣΑΝ ΑΡΟΥΡΑΙΟΙ ΣΤΟ ΜΑΖΙΚΟ ΣΦΑΓΕΙΟ ΤΟΥ ΔΥΤΙΚΟΥ ΜΕΤΩΠΟΥ. ΣΕ ΗΛΙΚΙΑ 21 ΕΤΩΝ ΗΤΑΝ ΕΝΑΣ ΘΡΥΛΟΣ ΤΗΣ ΓΑΛΛΙΑΣ, ΗΤΑΝ «Ο ΦΡΟΥΡΟΣ ΤΟΥ ΒΕΡΝΤΕΝ» ΚΑΙ ΜΙΑ ΑΠΟ ΤΙΣ ΤΡΑΓΙΚΟΤΕΡΕΣ ΦΥΣΙΟΓΝΩΜΙΕΣ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ.  

   

Ήταν το ίδιο εκείνο όμορφο όνειρο που τον επισκεπτόταν συχνά τα βράδια: τα δυο οκτάχρονα δίδυμα αγόρια έτρεχαν χαρούμενα προς το δάσος κάτω από τον γλυκό μεσημεριάτικο γαλλικό ήλιο, ξεφεύγοντας από την μητέρα τους που μάταια τα φώναζε να γυρίσουν πίσω. Πήγαιναν να παίξουν ανάμεσα στα πυκνά δένδρα και τους θάμνους, να κρυφτούν σε σπηλιές που μόνα τους είχαν εξερευνήσει και να πολεμήσουν ανύπαρκτους εχθρούς που έπλαθε γενναιόδωρα η παιδική τους φαντασία. Θα επέστρεφαν αργά το βράδυ ή πιθανώς και την άλλη μέρα το πρωί χωρίς ποτέ να τα τρομάξει η νυχτερινή περιπλάνηση ή η παραμονή μέσα στην στοιχειωμένη σιωπή του δάσους. Δεν ήταν η πρώτη φορά που το έκαναν και δεν θα ήταν η τελευταία. Η μητέρα τους είχε συνειδητοποιήσει ότι οι γιοί της ήταν στενά συνδεδεμένοι με εκείνον τον ιδιαίτερο και σχεδόν μεταφυσικό δεσμό που ανέπτυσσαν μεταξύ τους δύο δίδυμοι. Η επιστήμη δεν είχε ανακαλύψει τις ρίζες αυτού του άρρηκτου συναισθηματικού δεσμού που ξεπερνούσε τα όρια της συνηθισμένης εξ αίματος συγγένειας, ούτε και γνώριζε αν πράγματι υπήρχε κάτι τέτοιο, αλλά μία μητέρα μπορούσε να το διαισθανθεί.

Τα δύο παιδιά ήταν πάντοτε ιδιόμορφοι χαρακτήρες –αυτό που η δασκάλα αποκαλούσε «προβληματικά παιδιά». Όταν το ένα από τα δύο αδέλφια απουσίαζε για κάποιο λόγο, το άλλο εξαφανιζόταν μόνο του στο δάσος για μία ή δύο μέρες, απομονωμένο και απλησίαστο σαν αγρίμι. Ακόμα και η πανσέληνος φαινόταν να επιδρά επάνω τους. Εκείνες τις ημέρες –και ιδιαίτερα εκείνες τις νύχτες- γίνονταν πιο νευρικά και ευερέθιστα. Όσο τα παιδιά μεγάλωναν οι ιδιομορφίες αυτές γίνονταν όλο και πιο έντονες. Για τα δίδυμα αδέλφια της οικογένειας Ναβάρ η ζωή συνέχισε να κυλά μέσα στον πυρετό μίας εφηβικής «απροσαρμοστικότητας», μέχρι την στιγμή που το αναπάντεχο ξέσπασμα του Μεγάλου Πολέμου τα συμπαρέσυρε στην δίνη του. Αλλά αυτό δεν θα άλλαζε τίποτα στην συμπεριφορά τους.

Η εκνευριστική πρωινή έγερση της μονάδας για την οποία σπανίως υπήρχε συγκεκριμένος λόγος, ήρθε να καταστρέψει απότομα το ωραίο όνειρο του Ζαν Μαρί Ντομινίκ Ναβάρ (Jean Marie Dominique Navarre). Η υπακοή και η πειθαρχεία της στρατιωτικής ζωής υπήρξαν πάντοτε ασυμβίβαστες με τον ατίθασο χαρακτήρα του, αλλά ταυτόχρονα έκρυβαν και κάποιες πρωτόγνωρες απολαύσεις για όσους υπηρετούσαν στην Στρατιωτική Αεροπορία και ήθελαν να γνωρίσουν την αγνή και άμεμπτη έξαψη που χαρίζει η πτήση σε όσους είναι αρκετά νέοι και απερίσκεπτοι για να μην σκέπτονται το αύριο. Για τον 19χρονο Γάλλο αεροπόρο η πτήση ήταν από μόνη της μία εμπειρία συναρπαστική, είτε με πόλεμο, είτε χωρίς πόλεμο.

Ο Ζαν και ο δίδυμος αδελφός του Πιέρ είχαν γεννηθεί στις 8 Αυγούστου 1895, στο Ζουί-Συρ-Μορέν, μία περιοχή ανάμεσα στον Μάρνη και τον Σηκουάνα, από έναν εύπορο πατέρα που διατηρούσε μία βιομηχανία παραγωγής χαρτιού. Ο Ζαν έδειξε το ενδιαφέρον του για τα αεροπλάνα από πολύ μικρή ηλικία και χάρη στα χρήματα του πατέρα του πήρε τα πρώτα μαθήματα σε μία σχολή πιλότων. Ο Μεγάλος Πολέμος ξέσπασε ένα Σάββατο του 1914, ακριβώς πέντε ημέρες πριν τα δύο αδέλφια κλείσουν τα 19 τους χρόνια. Αν και σε όλη τους την ζωή ήταν πάντοτε αχώριστοι, στον πόλεμο ακολούθησαν διαφορετικές πορείες. Ο Ζαν συνέχισε την σταδιοδρομία του στην Αεροπορία και τον Σεπτέμβριο είχε ήδη αποφοιτήσει από την σχολή με τον βαθμό του δεκανέα, ενώ ο Πιέρ είχε καταταγεί Μηχανικό.

Η πρώτη μετάθεση του Ζαν ήταν στην MF8, μία μονάδα κοντά στην Αμιέν εφοδιασμένη με τα απηρχαιωμένα Maurice Farman, αλλά και μία από τις πρώτες που διεξήγαγαν πολεμικές επιχειρήσεις. Την πρώτη φορά που συνάντησε στον αέρα γερμανικό αεροπλάνο, τον Δεκέμβριο του 1914, ο Ναβάρ πετούσε μόνος. Το ίδιο και ο Γερμανός ο οποίος σε μία στιγμή τον πλησίασε με το αεροπλάνο του και τον χαιρέτησε. Ο Ναβάρ αντιγύρισε ευγενικά τον χαιρετισμό, άφησε το στικ από τα χέρια, έβγαλε ένα τουφέκι από το πιλοτήριο και πυροβόλησε τον Γερμανό. Το Farman έχασε την στήριξή του αναγκάζοντας τον να αναλάβει πάλι τον έλεγχό και η βολή φυσικά αστόχησε, αλλά ο Ναβάρ είχε περάσει το μήνυμά του στον εχθρό!

Όταν προσγειώθηκε διηγήθηκε το περιστατικό στους συναδέλφους του οι οποίοι τον κατέκριναν για την αντισυναδελφική του πράξη. Τον καιρό εκείνο τα αεροπλάνα ήταν άοπλα και ο αέρας θεωρείτο περισσότερο ο χώρος ενός ευγενούς ανταγωνισμού, παρά το πεδίο μάχης δύο άσπονδων εχθρών. Ο Ναβάρ δεν το έβλεπε ακριβώς έτσι. «Να πετάς δεν είναι αρκετό» τους είπε, «πρέπει να πετάς και να πολεμάς! Γίνεται πόλεμος, αν δεν το καταλάβατε!».

1915: ΕΡΓΑΣΙΑ ΚΑΙ ΧΑΡΑ

Αναζητώντας περισσότερη δράση, στις αρχές του επόμενου έτους μετατέθηκε στην MS12 η οποία εκτελούσε αναγνωριστικές και φωτογραφικές αποστολές με τα διθέσια μονοπλάνα Morane Saulnier “L” που είχαν το παρατσούκλι «Parasol» -«ομπρέλα» ή καλύτερα, «αλεξήλιο», λόγω του φτερού το οποίο βρισκόταν πάνω από το κεφάλι του πιλότου και στηριζόταν στην άτρακτο με επικλινή στυλίδια, σκιάζοντας όλο το πιλοτήριο. Όπως σε όλες τις αεροπορικές δυνάμεις εκείνο τον καιρό, οι αποστολές των άοπλων διθέσιων αναγνωριστικών ήταν το πιο δυσάρεστο καθήκον για οποιονδήποτε δραστήριο νεαρό ο οποίος ανυπομονούσε να ριχτεί στη μάχη: ο μόνος αντικειμενικός σκοπός των πιλότων ήταν να διαγράφουν με τις ώρες ομόκεντρους κύκλους πάνω από ένα συγκεκριμένο σημείο των εχθρικών γραμμών παρατηρώντας τις βολές του φίλιου πυροβολικού, παρέχοντας οδηγίες για την διόρθωση της σκόπευσης και περιμένοντας κάποια τυχαία βολή αντιαεροπορικού να τους κάνει κομμάτια. Όταν δεν τους σκότωναν τα αντιαεροπορικά, οι πιλότοι πέθαιναν από ανία.  Αυτό ήταν κάτι που δεν θα το ανεχόταν για πολύ καιρό ο Ναβάρ και έτσι την 1η Απριλίου 1915 αποφάσισε να πιέσει τα πράγματα.

Ήταν μία συνηθισμένη αναγνωριστική πτήση στην οποία είχε συναντήσει δύο διστακτικά γερμανικά Aviatik να καταδιώκονται μάταια από ένα μοναχικό Morane του οποίου ο πιλότος είχε εξαντλήσει τα πυρομαχικά του. Ο παρατηρητής του Ναβάρ στο πίσω κάθισμα σηκώθηκε όρθιος κρατώντας στα χέρια ένα πολυβόλο και άρχισε να πυροβολεί πάνω από το φτερό, ενώ ο Ναβάρ έριχνε με το περίστροφό του. Το πρώτο θύμα των βολών τους ήταν το αεροπλάνου τους επειδή μέσα στην έξαψη της μάχης χτύπησαν την ίδια τους την έλικά και έτσι ο Ναβάρ ήταν περισσότερο απασχολημένος με το να συγκρατήσει το αεροπλάνο του στον αέρα, όταν ξαφνικά άκουσε τον κινητήρα του Aviatik να βήχει, να βήχει περισσότερο, και μετά να πεθαίνει. Το γερμανικό αναγνωριστικό έπεσε μέσα στις γαλλικές γραμμές και ο Ναβάρ είχε σημειώσει την πρώτη του νίκη με τρεις καλοσημαδεμένες βολές.

Μέχρι το τέλος του μηνός ακολούθησαν δύο ακόμα καταρρίψεις με τα ίδια αυτοσχέδια και πενιχρά μέσα, κερδίζοντας το Στρατιωτικό Μετάλλιο και την φήμη ενός ριψοκίνδυνου πιλότου λόγω των ακροβατικών ελιγμών στους οποίους αρεσκόταν. Οι Γάλλοι στρατιώτες στον τομέα της Ρενς αναγνώριζαν το αεροπλάνο του, αφού δεν παρέλειπε ποτέ να τους χαιρετήσει με ένα συναρπαστικό θέαμα ακροβατικών ελιγμών, χαρακτηριστικό του επιδεικτικού ύφους του. Ακούραστος, ενεργητικός, αξιαγάπητος και εξαιρετικά απείθαρχος, είχε κάνει τους πάντες να μιλούν για αυτόν. Ήταν ο πρώτος από τους αλαζόνες αεροπόρους. Γνώριζε τέλεια το αεροπλάνο του και δεν δεχόταν καμία υπόδειξη πάνω σε αυτό.

Ο διοικητής του, ο λοχαγός ντε Μπερνί, θαύμασε αμέσως την τολμηρή φύση του Ναβάρ και για αυτό μία από τις πρώτες αποστολές που του εμπιστεύθηκε ήταν η απόσπασή του στην βάση του Αρράς, όπου μαζί με τον συνάδελφό και στενό του φίλο τον Πιβολό, έπρεπε να παραδώσουν επειγόντως δύο αεροσκάφη για την κάλυψη των αναγκών του μετώπου ξεκινώντας την πτήση τους μέσα στην νύχτα. Ο Πιβολό τον καθησύχασε: «Μην φοβάσαι. Ξέρω καλά τον δρόμο και έχω αρκετή πείρα στην πλοήγηση».

Σε όλη την πτήση ο Ναβάρ ακολουθούσε πιστά την ουρά του φίλο του για να μην τον χάσει, ο οποίος με την σειρά του ακολουθούσε την πιο αξιόπιστη μέθοδο πλοήγησης της εποχής, τις σιδηροδρομικές γραμμές. Όποτε έβλεπε σταθμό κατέβαινε στα πέντε μέτρα από το έδαφος προσπαθώντας να διαβάσει το όνομα στην πινακίδα. Αυτό συνεχιζόταν μέχρι την στιγμή που τους τελείωσαν τα καύσιμα, προσγειώθηκαν και συνειδητοποίησαν ότι είχαν χάσει τον δρόμο.

«Μείνε εσύ εδώ κι εγώ θα πάω να βρω λίγο «χυμό» για τους «χαρταετούς» μας», του είπε ο Ναβάρ. Ανόητη υπόδειξη φυσικά, αφού ούτως ή άλλως ο Πιβολό δεν μπορούσε να πάει και πουθενά. Στην αναζήτησή του ο Ναβάρ στάθηκε τυχερός γιατί συνάντησε μία στρατιωτική μονάδα, αλλά ο εφοδιαστής λοχίας αρνήθηκε να του χορηγήσει καύσιμα επειδή δεν είχε καμία εξουσιοδότηση. Ο Ναβάρ του είπε που να «βάλει» την εξουσιοδότησή του, στην συνέχεια τον απείλησε και όταν απέτυχε και αυτό αποφάσισε να τον δωροδοκήσει. Με τα απαραίτητα καύσιμα στην διάθεσή τους και την πλοήγηση στα χέρια του Ναβάρ αυτή την φορά, το πρωί βρίσκονταν στο Αρράς.

Η απόσπασή τους εκεί θα ήταν σύντομη και επεισοδιακή. Και πρώτα από όλα, εκείνη η ανάστροφη πτήση του Ναβάρ πάνω από το αεροδρόμιο καθώς πλησίαζε για προσγείωση, απαγορευόταν αυστηρά από τον διοικητή όπως τον πληροφόρησαν αργότερα κάποιοι. Εκείνος τους αψήφησε ειρωνικά. «Σε λίγο θα μου δείξουν και πώς να τρώω», είπε περιφρονητικά και την επόμενη στιγμή εκτελούσε πάλι ακροβατικά πάνω από το αεροδρόμιό για να τους δείξει ότι δεν είχαν καταλάβει με ποιόν πιλότο είχαν να κάνουν. Αυτό του κόστισε 15νθήμερο περιορισμό και απαγόρευση πτήσεων.

Κατά την διάρκεια του περιορισμού δέχθηκε την απρόσμενη και πάντα ευχάριστη επίσκεψη του αδελφού του Πιέρ, ο οποίος υπηρετούσε κοντά σε εκείνο τον τομέα του μετώπου. Όταν η άδεια επίσκεψης του αδελφού του τελείωσε, ο Ζαν ζήτησε να τον μεταφέρει με το αεροπλάνο στην μονάδα του, αλλά ο διοικητής το αρνήθηκε. Βγαίνοντας από το γραφείο του ο Ναβάρ, κατευθύνθηκε προς το αεροπλάνο του, απογειώθηκε και πήγε τον αδελφό του στην μονάδα του. Όταν επέστρεψε τιμωρήθηκε με άλλες 15 ημέρες για ανυπακοή στην προηγούμενη ποινή των 15 ημερών!

Εκείνος όμως δεν έπαψε να προκαλεί την τύχη του. Μία βροχερή ημέρα που ο διοικητής απουσίαζε και κανείς άλλος δεν θα διανοείτο να πετάξει, ο Ναβάρ πρότεινε σε έναν συνάδελφό του να πάνε μέχρι την Αμιέν.

«Με τι;», τον ρώτησε με απορία εκείνος.

_«Μα, με αεροπλάνο βέβαια!»

«Με αυτή την βροχή;»

_«Γιατί, φοβάσαι το νερό;»

«Όχι, αλλά με ένα Parasol («αλεξήλιο») με αυτόν τον καιρό…»

_«Μήπως θα προτιμούσες ένα Paraplieu («αλεξιβρόχιο»);» τον ειρωνεύτηκε ο Ναβάρ.

«Όχι, αλλά…»

_«Μην ανησυχείς, δεν πρόκειται να σπάσω τίποτα. Έχω πετάξει με χειρότερο καιρό από αυτόν».  

Maurane Saulnier MS-L , 'Parasol' (Ομπρέλλα )

Δεν ήταν απόλυτα αλήθεια, αλλά τελικά πήγαν μέχρι την Αμιέν όπου χάρηκαν όλες τις απολαύσεις της πολιτικής ζωής, καλοδεχούμενοι από τους κατοίκους όπου κι αν πήγαιναν. Τα κεράσματα διαδέχονταν το ένα το άλλο. Ένα πλούσιο γεύμα, αρκετό κρασί και ένα γλυκό συμπλήρωσαν την όμορφη ημέρα. Με βαριά καρδιά αποφάσισαν να αποχωρήσουν το απόγευμα για να βρίσκονται στην μονάδα πριν την άφιξη του διοικητή. Όχι όμως πριν ευχαριστήσουν τον κόσμο για την φιλοξενία του.

Απογειώθηκαν και πέταξαν πάνω από τον καθεδρικό ναό της πόλης παρουσιάζοντας όλο το πρόγραμμα ακροβατικών επιδείξεων του Ναβάρ και ραίνοντας την κεντρική πλατεία και τους δρόμους με λουλούδια τα οποία είχαν αγοράσει ειδικά για την περίσταση. Πετώντας ξυστά πάνω από τις στέγες των σπιτιών για να ρίξουν το πολύχρωμο φορτίο τους, δεν μπόρεσαν να μην παρατηρήσουν και μία γοητευτική κοπέλα που τους έστελνε φιλιά από το μπαλκόνι της. Σημείωσαν καλά την τοποθεσία, προσγειώθηκαν πάλι και επέστρεψαν στην πόλη για μία επίσκεψη στην νεαρή θαυμάστριά τους. Όπως ήταν φυσικό πέρασαν εκεί την νύχτα και σίγουρα δεν υπήρχε καμία ποινή αρκετά βαριά για να τους κάνει να το μετανιώσουν…Το άλλο πρωί ένιωσαν τυχεροί που την είχαν γλιτώσει μόνο με οκτώ μέρες κράτηση.

Οι περιπολίες ρουτίνας είχαν αρχίσει να γίνονται ανιαρές. Μοναδική διασκέδαση μέσα στην γενικότερη θλιβερή απραξία ήταν μία ακόμη επίσκεψη του Πιέρ. Τα δύο αδέλφια έφυγαν για μία πολύωρη μακρινή βόλτα όπως αυτές που συνήθιζαν στα παιδικά τους χρόνια και όταν επέστρεψαν ο Ζαν δεν ζήτησε καμία άδεια -απλά πήρε το αεροπλάνο του και πήγε τον Πιέρ στην μονάδα του. Αυτό ήταν και η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι.

Ήταν η πρώτη φορά που ο Ναβάρ και ο Πιβολό θα βρίσκονταν στο γραφείο του διοικητή χωρίς να τιμωρηθούν. Τους ανακοίνωσε ότι ήταν πλέον ανεπιθύμητοι στην μονάδα του και είχε αποφασίσει να τους στείλει πίσω στην MS-12. Ήταν τέτοια η έκπληξη από την αναπάντεχη αυτή απόφαση που οι δύο πιλότοι τα έχασαν: άρχισαν να του σφίγουν το χέρι, να τον χαιρετούν, να τον ευχαριστούν και να “χτυπούν” προσοχές, ενώ ταυτόχρονα κατευθύνονταν διακριτικά προς την έξοδο πριν αλλάξει γνώμη. Χωρίς καθυστέρηση ετοίμασαν τα πράγματά τους και επιβιβάστηκαν για απογείωση. Ήταν ο χειμώνας του 1915 και στο έδαφος το χιόνι ήταν αρκετά πυκνό. Καθώς ζέσταιναν τους κινητήρες τους, το προσωπικό της μονάδας άρχισε σιγά-σιγά να βγαίνει από τα γραφεία και τα υπόστεγα για να συγκεντρωθεί στην άκρη του διαδρόμου: κανείς δεν μπορούσε να αντισταθεί στον πειρασμό να παρακολουθήσει το θέαμα των ακροβατικών ελιγμών που σίγουρα θα παρουσίαζε ο Ναβάρ.

Ούτε εκείνος κατάφερε να αντισταθεί σε τέτοιον πειρασμό. Μόλις οι τροχοί του Morane ανυψώθηκαν ελάχιστα από το έδαφος, κράτησε σταθερό ύψος και κατευθύνθηκε προς την ομάδα των συγκεντρωμένων ανδρών. Στα πρόσωπά τους άρχισε να σχηματίζεται μία έκφραση τρόμου όταν είδαν το αεροπλάνο να έρχεται καταπάνω τους «ξυρίζοντας» το έδαφος. Με μία ταυτόχρονη κίνηση έπεσαν όλοι κάτω την στιγμή που ο Ναβάρ περνούσε σαν αστραπή ένα μέτρο πάνω από τα κεφάλια τους.

 

Ενταγμένος και πάλι στην MS-12, απογοητεύτηκε διαπιστώνοντας ότι τίποτα δεν είχε αλλάξει στον πόλεμο. Την επόμενη φορά που του ανατέθηκε να πετάξει σε μία περιπολία ήταν Μάϊος και ο ουρανός ήταν ένας απέραντος γαλήνιος παράδεισος. Δεν πέταγε τίποτα και άρχισε να φοβάται ότι κάποιος προσπαθούσε επιμελώς να του χαλάσει τον πόλεμο. Για να μην χάσει την φόρμα του επινόησε ένα δικό του σύστημα προσομοίωσης αερομαχιών. Επιστρέφοντας από την περιπολία μαζί με τον υπολοχαγό Ρενέ Σαμπ στη θέση του πολυβολητή, επισκέφθηκαν τις πεδιάδες γύρω από την Ρενς, όχι για να βρούν Γερμανούς, αλλά για να κυνηγήσουν πάπιες. Θα ήταν μία ευχάριστη αλλαγή μέσα στη γενική μονοτονία.

Από τα δεκαπέντε μέτρα το τοπίο της συμπαθητικής λιμνούλας και των ελών παρουσίαζε μία υπέροχη θέα. Πλάγιασε απαλά το Morane στα αριστερά, το επανέφερε σε οριζόντια θέση, μείωσε την ταχύτητά του στα 70km/h -ελάχιστα πάνω από το όριο απώλειας στήριξης- και κατέβηκε στα έξι μέτρα ερευνώντας την λίμνη. Αν κάποιος έψαχνε για κυνήγι, αυτή ήταν η ιδανική τοποθεσία, παρόλα αυτά οι πάπιες είχαν εξαφανιστεί. Κοίταξε πίσω του και κατάλαβε τον λόγο: ο ουρανός ήταν γεμάτος πτηνά που έφευγαν τρομαγμένα από τον θόρυβο του κινητήρα του. Είχε αρχίσει να απελπίζεται όταν ξαφνικά κάτω από τις ρόδες του πετάχτηκε μία πάπια που διέγραφε ζιγκ-ζαγκ ακριβώς πάνω από το έδαφος. Ο Σαμπ σήκωσε το τουφέκι του καθώς ο Ναβάρ την κατεδίωκε στενά μειώνοντας την απόσταση, αλλά η πάπια άλλαξε απότομα κατεύθυνση στρίβοντας δεξιά, αιφνιδιάζοντάς τον. Ο Ναβάρ ήταν καλύτερος πιλότος από όσο νόμιζε, αλλά και αρκετά πιο επιπόλαιος από όσο νόμιζε: έστριψε τόσο κλειστά που βρέθηκε αμέσως πίσω από το πτηνό, ξεχνώντας μέσα στο πάθος του ότι βρισκόταν ελάχιστα μέτρα πάνω από το έδαφος. Το αριστερό φτερό ανυψώθηκε βυθίζοντας το δεξιό ακροπτερύγιο λίγα εκατοστά μέσα στο χώμα. Το Morane έφερε τέσσερις τούμπες συνοδευόμενες από τον ανατριχιαστικό ήχο ξύλων που σπάνε, υφασμάτων που σκίζονται και μετάλλων που συνθλίβονται, για να καταλήξει αναποδογυρισμένο με τα κομμάτια του σκορπισμένα σε μία ακτίνα 20 μέτρων. Ήταν ένα ταλαιπωρημένο και δυστυχισμένο αεροπλάνο που οι άνθρωποι του είχαν φερθεί σκληρά. Ο Ναβάρ ανασηκώθηκε σώος από τα συντρίμμια και απομακρύνθηκε κοιτώντας σαστισμένος τα ερείπια του αεροπλάνου του. Ανάμεσά τους βρισκόταν και ο Σαμπ πεταμένος στην εντελώς αντίθετη κατεύθυνση με μερικά πλευρά λιγότερα να μουγκρίζει από τους πόνους.  

Κουβαλώντας τον φίλο του στην πλάτη, ο Ναβάρ πήρε τον κουραστικό δρόμο της επιστροφής προσπαθώντας να τον παρηγορήσει: «Αν τουλάχιστον είχαμε και την πάπια…»

Για τις επόμενες δύο ημέρες, καθώς ο Σαμπ βρισκόταν στο νοσοκομείο τυλιγμένος σε επιδέσμους, ο Ναβάρ κινδύνευε να βρεθεί  στα χαρακώματα του πεζικού. Ο λοχαγός ντε Μπερνί τον κάλεσε στο γραφείο του και του είπε:

«Ο διοικητής των αεροπορικών δυνάμεων του 5ου Σώματος Στρατού ήταν έξαλλος μαζί σου χθές το απόγευμα. Για μία στιγμή ήμουν σίγουρος ότι θα κατέληγες στο πεζικό…». Ο Ναβάρ άκουγε σιωπηλός με κατεβασμένο το κεφάλι.

«…αλλά τελικά δέχτηκε την αίτηση που του είχα υποβάλλει».

_«Ποιά αίτηση;», ρώτησε διστακτικά ο Ναβάρ.

_«Για την απονομή του παρασήμου της Λεγεώνας της Τιμής».

Ο Ναβάρ ο Αδιόρθωτος έσκυψε περισσότερο το κεφάλι και τα μάτια του βούρκωσαν…

Ο ντε Μπερνί ήταν ένας από εκείνους τους σπάνιους διοικητές που κατά βάθος πίστευαν ότι κάθε μονάδα έπρεπε να έχει έναν άνδρα σαν τον Ναβάρ: κατέστρεφε την πειθαρχία, αλλά ωφελούσε το ηθικό!

  Τις πρώτες πρωινές ώρες της 25ης Οκτωβρίου 1915, καθώς ο Ναβάρ καθόταν μέσα στο πιλοτήριό του νέου του μονοθέσιου Morane Saulnier N, έτοιμος για ότι προκύψει, οι Γερμανοί αποφάσισαν να κάνουν την εμφάνισή τους. Απογειώθηκε αμέσως και εντόπισε ένα διθέσιο LVG πάνω από τις γαλλικές γραμμές να κατευθύνεται δυτικά. Ο Ναβάρ ευχήθηκε να κατευθυνόταν προς το Παρίσι για να βρει μία δικαιολογία να επισκεφθεί την πρωτεύουσα. Ο Γερμανός πιλότος αντί να του δώσει αυτή την ικανοποίηση, στράφηκε εναντίον του και τα δύο αντίπαλα αεροπλάνα βρέθηκαν ξαφνικά σε πορεία μετωπικής σύγκρουσης. Την στιγμή που διασταυρώθηκαν ο πολυβολητής έπιασε το Parabellum ρίχνοντας μία άγρια ριπή εναντίον του Ναβάρ ο οποίος πέρναγε ξυστά πάνω από το φτερό του. Ρίχνοντας όλα τα πηδάλια στην δεξιά μεριά, έστριψε κλειστά και βρέθηκε στην ουρά του Γερμανού που βυθιζόταν για να ξεφύγει. Ο Ναβάρ πλησίασε ψύχραιμα από πίσω αριστερά και η σύντομη ριπή του χώθηκε στον κινητήρα του. Το LVG άφησε πίσω του μία λεπτή δέσμη λευκού καπνού και ταλαντεύτηκε δεξιά-αριστερά αναποφάσιστο, έως ότου η βαρύτητα το έβγαλε από το δίλημμα δείχνοντάς του τον δρόμο προς τις γαλλικές γραμμές.

Ο Ναβάρ παρακολούθησε όλη την σκηνή διαγράφοντας συνεχώς κύκλους από ψηλά, περιμένοντας να εμφανιστεί κάποια μονάδα γαλλικού στρατού για να συλλάβει τους Γερμανούς, αλλά ο στρατός δεν εμφανίστηκε γιατί ήταν αρκετά απασχολημένος να πεθαίνει στα χαρακώματα. Ο Ναβάρ διέγραψε μερικούς ακόμα κύκλους περιμένοντας κανέναν οπλισμένο αγρότη: καμία επιτυχία. Όλα έπρεπε να τα κάνει μόνος του σε αυτόν τον πόλεμο! Αγανακτισμένος αποφάσισε να συλλάβει μόνος του τους δύο πιλότους οι οποίοι έχοντας κι αυτοί βαρεθεί να περιμένουν, αποπειράθηκαν να πυρπολήσουν το άθικτο αεροπλάνο τους. Ο Ναβάρ πέρασε ρίχνοντας μία προειδοποιητική βολή πάνω από τα κεφάλια τους για να τους συμμορφώσει κι εκείνοι πέταξαν το αναμμένο στουπί, σηκώνοντας τα χέρια τους ψηλά.

Προσγειώθηκε, κατέβηκε από το αεροπλάνο και τους πλησίασε.

«Πως σας κατέρριψα;»

_«Οι πρώτες σου βολές πέρασαν πάνω από το κεφάλι μου και κτύπησαν τον κινητήρα», απάντησε ο πιλότος.

Ο Ναβάρ εξέτασε το λάφυρό του και μέτρησε τέσσερις τρύπες. Συνολικά είχε ρίξει μόνο οκτώ βολίδες.

«Θα μπορούσα να ρωτήσω το όνομά σου;» ρώτησε ο ένας Γερμανός.

_«Ναβάρ»

«Α, ώστε εσύ είσαι! Σε γνωρίζουμε πολύ καλά!».

Κάποτε εμφανίστηκε μία γαλλική περίπολος που οδήγησε τους αιχμάλωτους στο πλησιέστερο καφενείο της περιοχής κάτω από την καθοδήγηση του Ναβάρ, ο οποίος ειδοποίησε τηλεφωνικά τον διοικητή του για να αναφέρει το περιστατικό. Μετά από λίγη ώρα εμφανίστηκε ο ντε Μπερνί προσφέροντας στους αιχμαλώτους δύο μερίδες φαγητού και ένα μπουκάλι κρασιού. Μετά από τις σχετικές συστάσεις η συζήτηση προχώρησε σε πιο προσφιλή θέματα όπως η πτήση και τα αεροπλάνα. Όταν το κέφι άρχισε να ανεβαίνει ο λοχαγός έδιωξε τους πεζικάριους αναλαμβάνοντας εκείνος την επιτήρησή των αιχμαλώτων, για να μπορέσουν να διασκεδάσουν μεταξύ τους οι αεροπόροι, με εκείνον τον ιδιαίτερο τρόπο που είχαν να επιδεικνύουν στα άλλα σώματα το προνόμιό τους να συμπεριφέρονται τόσο αντιστρατιωτικά. Όσο η στάθμη του κρασιού κατέβαινε και η συζήτηση στράφηκε γύρω από τις δυνατότητες των αντίπαλων αεροσκαφών, οι Γερμανοί θίχτηκαν: το μέλλον της αεροπορικής τεχνολογίας ανήκε αναμφισβήτητα στην Γερμανία!

_Αποκλείεται! Το γεγονός της ίδιας τους της κατάρριψης ήταν η ζωντανή απόδειξη της γαλλικής ανωτερότητας, ωρυόταν ο Ναβάρ καθώς ξέσπαγε επάνω σε ένα άμαχο τραπέζι. Ο ντε Μπερνί συμφώνησε σπάζοντας ένα ποτήρι στο πάτωμα και οι Γερμανοί υπερασπίστηκαν την Προγονική τους Πατρίδα εκτοξεύοντας ένα μπουκάλι στον τοίχο. Μέσα σε λίγη ώρα κατέφθασαν κάποιοι αστυνομικοί ειδοποιημένοι από τους ανάστατους κατοίκους του χωριού για να επαναφέρουν την τάξη, αλλά ο ντε Μπερνί χρησιμοποίησε το περίστροφό