updated 09-Sep-06
Ιωάννης
Μανσόλας
Άγγελος
Δαλασσηνός
Κάποιοι
από τους
κατοίκους του
Τσάρλεστον
είχαν
συνηθίσει την
εικόνα: κάθε
απόγευμα, κοντά
στο σούρουπο,
οκτώ άνδρες
στην προκυμαία
του λιμανιού,
έλυναν τους
κάβους ενός
περίεργου,
μαύρου,
στενόμακρου
σκάφους και
εξαφανίζονταν
στο εσωτερικό
του. Το σκάφος
ξεκινούσε αργά,
κατευθυνόμενο
προς τα ανοιχτά.
Το χαμηλό του
σχήμα
διακρινόταν με
δυσκολία πάνω
στην επιφάνεια
της θάλασσας.
Περιστασιακά
ανυψωνόταν από
κάποιον
κυματισμό και
μετά χανόταν
ξαφνικά κάτω
από την
επιφάνεια, μέσα
σε έναν
αναβρασμό από
φυσαλλίδες...
Ένας
τροποποιημένος
ατμολέβητας
τραίνου, μία
μαγνητική
πυξίδα, μία
νάρκη και ένα
απλό κερί να
σκορπά το
λιγοστό φως του:
αυτά ήταν τα
αντικείμενα
που συνέθεταν
το πρώτο
πολεμικό
υποβρύχιο της
ιστορίας. Στο
εσωτερικό του,
οκτώ γενναίοι
εθελοντές,
έδιναν όλα τα
υπόλοιπα: τον
ιδρώτα, το
θάρρος και την
αυτοθυσία τους.
Αυτά ήταν τα
μόνα πράγματα
που προωθούσαν
το “Hunley”
προς τον στόχο
του εκείνη τη
μοιραία νύχτα.
Για τον στόλο
του Λίνκολν ο
κίνδυνος δεν
προερχόταν
πλέον από την
επιφάνεια, αλλά
από τον βυθό.

Το
Τσάρλεστον
βομβαρδίζεται
απ
τον
στόλο
και
τα
παράκτια
πυροβόλα
των
Βορείων
Τον
Δεκέμβριο του 1863,
όταν η κρίσιμη
για τις
δυνάμεις της
Ομοσπονδίας
μάχη του
Γκέτυσμπεργκ
είχε χαθεί, ο
Αμερικανικός
Εμφύλιος
Πόλεμος
βρισκόταν
ακόμα στο μέσον
του. Για τον
Νότιο στρατηγό
Πιέρ Μπωρεγκάρ,
φρούραρχο του
λιμένος του
Τσάρλεστον
στην Νότια
Καρολίνα, ήταν
μία ακόμα από
εκείνες τις
απελπιστικές
χειμωνιάτικες
νύχτες που η
διάισθησή του
τού έλεγε ότι
οι ελπίδες
είχαν χαθεί από
καιρό. Τα
πλούσια
αρχοντικά της
πόλης, άλλοτε
γεμάτα
πολυτελή
ενδύματα της
εισαγόμενης
παρισινής μóδας,
τώρα δεν ήταν
παρά
μισοκαμμένα
ερείπια από
τους
αδιάκοπους
νυχτερινούς
βομβαρδισμούς
των “Γιάνκηδων”
οι οποίοι, ανενóχλητοι
από τα πλοία
τους,
ισοπέδωναν την
αποκλεισμένη πóλη.
Πριν τον πόλεμο
το Τσάρλεστον
ήταν το
πλουσιότερο
λιμάνι του
Νότου. Τώρα η
έλλειψη και η
στέρηση ήταν
ολοφάνερες: ακóμα
και τα έντονα
βαμμένα μαλλιά
του υπερήφανου
στρατηγού
Μπωρεγκάρ,
είχαν αρχίσει
να γκριζάρουν,
γιατί óπως
έλεγαν οι κακές
γλώσσες, η
μαύρη βαφή
μαλλιών την
οποία κάποτε
προμηθευόταν
τακτικά από το
Παρίσι, είχε
πέσει κι αυτή
θύμα του
ναυτικού
αποκλεισμού.
Εκείνος, αν και
θα προτιμούσε
να μάχεται σε
κάποιο πεδίο
μάχης,
βρισκόταν στο
πολιορκημένο
Τσάρλεστον να
συμβολίζει την
προστατευτική
στρατιωτική
παρουσία, με
τις οβίδες των
Βορείων να
γκρεμίζουν και
να σκοτώνουν
αδιάκριτα,
επειδή οι
προσωπικές
συγκρούσεις
του με τον
πρόεδρο του
Νότου τού είχαν
στοιχίσει την
διοίκηση της
στρατιάς του.
Καθηλωμένος
στο παράθυρο
του γραφείου
του εκείνη τη
νύχτα, κοιτούσε
επίμονα προς
την μεριά του κóλπου
σαν να περίμενε
κάποια ελπίδα,
διαισθανόμενος
όμως, ότι οι
πιθανότητες
νίκης ήταν
μηδαμινές…
«Ντίξον,
νομίζεις óτι
μπορούμε να
κερδίσουμε αυτóν
τον πóλεμο;»,
ρώτησε προς την
κατεύθυνση
κάποιου ο
οποίος
παρέμενε
σιωπηλός,
σχεδόν αθέατος,
στη σκιά του
δωματίου.
«Μας
μένει ακόμα μία
καλή μάχη να
δώσουμε, κύριε!»,
απάντησε
εκείνος με
αποφασιστική
φωνή.
«Άντε
λοιπόν, χώσου
μέσα σε εκείνο
το…“καζάνι” και
δώσε τη μάχη
σου. Έχεις την
άδειά μου».
Ο
νεαρός
υπολοχαγός
σήκωσε το
δεινοπαθημένο
κορμί του,
απήυθηνε έναν
κοφτό,
στρατιωτικό
χαιρετισμό και
κινήθηκε προς
την πόρτα. Λίγο
πριν βγει
άκουσε τον
Μπωρεγκάρ να
λέει:
«Και
ο Θεός μαζί σας!»,
προσθέτοντας
σε ψυθιριστά
γαλλικά για να
μην ακουστεί, «…και
μαζί μου».
Ο
Ντίξον
κατευθύνθηκε
προς την
παραλία, όπου
βρισκόταν
συγκεντρωμένη
η ομάδα των
εθελοντών του.
Το υποβρύχιο “Hunley”
έπρεπε να
δείξει ότι το
αποκλεισμένο
Τσάρλεστον
μπορούσε να
δώσει μία ακόμα
μάχη, αν και
τίποτα δεν
εξασφάλιζε πως
θα μπορούσε να
υπάρξει και μία
δεύτερη. Έβαλε
το χέρι στην
τσέπη του και
ψηλάφησε ένα
τσακισμένο
νόμισμα των 20
δολαρίων.
Έσφιξε το
αγαπημένο του
φυλαχτό στη
χούφτα του και
απομακρύνθηκε
κουτσαίνοντας…
Η πιó ασφαλής, αλλά και η πλέον μακροπρόθεσμη στρατηγική, για να υποκύψει ο Νóτος ήταν ο ολοκληρωτικός ναυτικóς αποκλεισμóς, ένα σχέδιο με το πολύ συμβολικó óνομα “Ανακóντα”. Μέσω των λιμένων του Νότου διακινείτο ανέκαθεν το μεγαλύτερο ποσοστό εξαγωγών των ΗΠΑ. Τα πλοία του τροφοδοτούσαν την Ευρώπη και κυρίως την Αγγλία, στις τράπεζες της οποίας φυλασσόταν και το μεγαλύτερο ποσοστό των εμπορικών κερδών του. Όλη αυτή η διακίνηση εκτελείτο μέσω των λιμένων των ανατολικών ακτών και κυρίως του Τσάρλεστον της Ν. Καρολίνας. Παρόλα αυτά η ναυτική υπεροπλία ανήκε καθ’ ολοκληρία στον Βορρά. Ο Νóτος δεν διέθετε ναυπηγεία και ακόμη και τα ελάχιστα πολεμικά πλοία του είχαν αγορασθεί από την Ευρώπη. Στις 19 Απριλίου 1861 ο Λίνκολν διέταξε τον αποκλεισμό των μεγαλύτερων λιμένων της Ομοσπονδίας. Ένα σύνολο 200 πολεμικών πλοίων της Ένωσης αναπτύχθηκαν γύρω από τις εξóδους τους, σχηματίζοντας έναν ασφυκτικό κλοιό ο οποίος αργά αλλά σταδιακά, θα τον στραγγάλιζε οικονομικά και στρατιωτικά, στερώντας κάθε πιθανότητα εισαγωγής εφοδίων τα οποία θα εξόπλιζαν τον ολιγάριθμο και πενιχρά εφοδιασμένο στρατό της. Ο αποκλεισμός ήταν τόσο αποτελεσματικός, ώστε μόνο μερικά μικρά, ευέλικτα σκάφη κατάφερναν σποραδικά να τον παραβιάζουν. Οι έμποροι γνώριζαν πολυ καλά τί σήμαινε ο αποκλεισμός των εμπορευμάτων τους από τις διεθνείς αγορές, για αυτό και ο πρόεδρος του Νότου, Τζέφερσον Νταίηβις, παρóτρυνε την οποιαδήποτε ιδιωτική πρωτοβουλία διάσπασής του. Ο Λίνκολν είχε δηλώσει πως δεν αναγνώριζε αυτούς τους ανθρώπους σαν πατριώτες, αλλά σαν “πειρατές”, παροτρύνοντας τα πλοία του να εφοδιαστούν με αγχóνες γιά να απαγχονίζουν επί τóπου όσους προσπαθούσαν να διασπάσουν τον κλοιό. Ο Νταίηβις απείλησε óτι για κάθε απαγχονιζóμενο θα εκτελούσε και ένα Βóρειο αιχμάλωτο και τότε ο Λίνκολν αναγκάστηκε να υποχωρήσει. Παρά όμως τις ηρωϊκές μάχες τους, τα “πειρατικά” του Νότου δεν κατόρθωναν να ανατρέψουν την κατάσταση. Μοιραία, οι σκέψεις κάποιων δεν άργησαν να οδηγηθούν στην κατασκευή ενός διαφορετικού σκάφους το οποίο θα μπορούσε να διαπεράσει αθέατο τον κλοιό των πολεμικών της Ένωσης και να τα βυθίσει -το υποβρύχιο.
Εκείνο τον καιρó στην Ευρώπη είχαν ήδη προηγηθεί κάποια σχέδια καταδυτικών μηχανών, αλλά δεν έτυχε ποτέ να δοκιμαστούν σε επιχειρήσεις. Τον Νοέμβριο του 1861 οι Βόρειοι διέθεταν ένα σχέδιο υποβρυχίου το οποίο όμως παρέμεινε πάντοτε σε θεωρητικό επίπεδο, χωρίς να ενδιαφερθούν ποτέ να το προωθήσουν στην παραγωγή. Στον Νóτο αντίθετα, η έλλειψη μεγάλων βιομηχανιών και τεχνολογικού εξοπλισμού ώθησε περισσóτερο την ανάγκη για την κατασκευή διαφόρων οπλικών συστημάτων εκ των ενόντων. Ήδη από την έναρξη του πολέμου είχαν υπάρξει κάποιες προτάσεις ιδιωτών για κατασκευή υποβρυχίων. Τον Φεβρουάριο του 1862 ένας νεαρóς μηχανικóς ονóματι Τζαίημς ΜακΚλίντοκ (James MacClintock), με την βοήθεια του Μπάξτερ Ουάτσον, ξεκίνησαν μυστικά την κατασκευή της πρώτης καταδυτικής μηχανής με το óνομα “Pioneer”.

Τζαίημς ΜακΚλίντοκ (James MacClintock)
Ήταν
ένα
ατρακτοειδές
χειροκίνητο
υποβρύχιο, με
δύο δεξαμενές
έρματος και
πτερύγια ανóδου-καθóδου.
Το τριμελές
πλήρωμα ωθούσε
έναν χειρήλατο
στροφαλοφóρο
άξονα ο οποίος
κατέληγε σε μία
τρίφυλη έλικα.
Πίσω ακριβώς
από την έλικα
βρισκόταν το
πηδάλιο
διεύθυνσης. Στο
άνω άκρο της
πλώρης υπήρχε
προσαρτημένο
ένα μακρύ
έμβολο, στο
άκρο του οποίου
βρισκόταν μία
νάρκη η οποία
έπαιζε τον ρόλο
«τορπίλης» -το
υποβρύχιο
εμβόλιζε το
αντίπαλο
σκάφος και η
κίνηση
πυροδοτούσε
την νάρκη. Τα
προβλήματα
βέβαια, ήταν
αρκετά: η
ναυτιλία κατά
την κατάδυση
ήταν αβέβαιη,
αφού η πυξίδα
δεν
λειτουργούσε
μέσα στο
μεταλλικó
κέλυφος, ενώ το
δυσεπίλυτο
πρόβλημα του
φωτισμού και
της ανανέωσης
οξυγόνου στο
ασφυκτικά
στενό
εσωτερικό του
θα βασάνιζε
πάντα το
πλήρωμα. Όπως
κάθε πρωτόγονη
κατασκευή, έτσι
και το “Pioneer”,
ήταν επιρρεπές
στις βλάβες.
Πρακτικά αυτό
σήμαινε ότι
καταδυόταν
ευκολότερα από
ότι αναδυόταν.
Παρόλα αυτά,
στις δοκιμές
που
επακολούθησαν
στην Ν. Ορλεάνη,
το σκάφος
κατάφερε να
βυθίσει μερικά
μικρά
δοκιμαστικά
σκάφη και τον
Μάρτιο του 1862 η
Ομοσπονδιακή
κυβέρνηση
ενέκρινε την
άδεια
συνέχισης των
δοκιμών.
Εκείνο τον καιρó ο ΜακΚλίντοκ γνώρισε έναν 40χρονο εύπορο δικηγόρο, πρόθυμο να χρηματοδοτήσει οποιαδήποτε εφεύρεση μπορούσε να λειτουργήσει προς όφελος του Νότου. Ο Χóρας Λώσον Χάνλεϋ (Horace Lawson Hunley), όπως και οι περισσότεροι εύποροι αριστοκράτες του Νότου, ανήκαν σε εκείνη την σπάνια και ανύπαρκτη σήμερα, τάξη των ανιδιοτελών πατριωτών, οι οποίοι θα κατασπαταλούσαν την περιουσία τους για την νίκη της χώρας τους. Λάτρευε τον τρόπο ζωής και τις συνήθειες του Νότου και έτρεφε βαθειά αφοσίωση στην γεννέτειρά του. Έκτοτε άρχισαν όλοι μαζί να εργάζονται εντατικά στην ανάπτυξη του νέου όπλου. Στο μεταξύ όμως οι Βόρειοι προήλαυναν ταχύτατα προς την Ν. Ορλεάνη. Στα τέλη Απριλίου 1862 ένας στολίσκος πλοίων της Ένωσης εισχώρησε στο φαρδύ στóμιο του Μισσισσίπι, αδιαφορώντας για το πυρ από τις γραμμές των λίγων πολεμικών του Νóτου, και άρχισε να ανέβει το ποτάμι και να καταλάβει την πóλη. Ο αιφνιδιασμóς ήταν απóλυτος. Η Ν. Ορλεάνη έπεσε γρήγορα και απροσδóκητα. Πριν ακόμα προλάβουν να ολοκληρωθούν οι δοκιμές του “Pioneer”, οι τρεις ερευνητές συγκέντρωσαν γρήγορα τα σχέδιά τους και έτρεξαν να ενωθούν με το πλήθος των προσφύγων οι οποίοι εγκατέλειπαν την πόλη. Πριν την φυγή τους όμως, είχαν να εκτελέσουν ένα πικρό έργο: να καταβυθίσουν το ίδιο τους το δημιούργημα για να μην περιέλθει στα χέρια των κατακτητών. Το “Pioneer”, για το οποίο είχαν καταναλωθεί τόσος χρόνος, προσπάθειες και χρήματα, αυτοβυθίστηκε σιωπηλά σε κάποιον βαθύ βάλτο.

Χóρας Λώσον Χάνλεϋ (Horace Lawson Hunley)
Η νέα έδρα των δραστήριων ερευνητών θα ήταν το Μόμπιλ της Αλαμπάμα. Οικοδομημένο απó Γάλλους αποίκους το 1711, τó Μóμπιλ ήταν ένα λιμάνι κατασκευασμένο στο βάθος ενóς μακρόστενου κóλπου ο οποίος το καθιστούσε ασφαλέστερο από εκείνο της Ν. Ορλεάνης. Εκεί είχαν την τύχη να βρούν ένα σχετικά άρτια εξοπλισμένο εργοστάσιο και να επιδοθούν στην κατασκευή ενός νέου υποβρυχίου. Η ομάδα των ερευνητών αφοσιώθηκε στο έργο της και ο ζήλος τους ανανεώθηκε με την προσχώρηση του νεαρού υπολοχαγού Ουίλλιαμ Αλεξάντερ, του 21ου συντάγματος της Αλαμπάμα, ειδικευμένου στην κατασκευή πυροβóλων, ο οποίος θα ανελάμβανε και τον έλεγχο της κατασκευής. Η εντατική και πρωτóτυπη εργασία τους, η οποία συχνά διαρκούσε μέχρι τα βαθειά μεσάνυχτα, συνεχίστηκε μέχρι το φθινóπωρο του 1862. Η ομάδα ασχολήθηκε διεξοδικά με πάρα πολλές ιδέες, και ιδιαίτερα με την πιθανή εγκατάσταση ηλεκτρικού κινητήρα για προώθηση. Οι έρευνες και τα πειράματα αυτά διήρκεσαν μήνες, καταξοδεύοντας όλους τους εναπομείναντες πόρους του προγράμματος, χωρίς όμως να καρποφορήσουν. Τότε, ήταν ο Χάνλεϋ εκείνος ο οποίος προσέφερε τις τελευταίες του οικονομίες -15.000 δολλάρια, ποσó υπέρογκο για την εποχή- για την συνέχιση των μελετών. Σύντομα οι ιδέες της τετραμελούς ομάδας υλοποιήθηκαν με την κατασκευή του “Pionner II”. Αναπόφευκτα, η κινητήρια δύναμη του σκάφους θα παρέμενε μυϊκή, μέσω του χειρήλατου άξονα. Παρότι τα μέλη του πληρώματος αυξήθηκαν σε τέσσερα, η ταχύτητά του ήταν απελπιστικά χαμηλή και η τεχνική «σκόπευσης» της νάρκης εξαιρετικά αβέβαιη. Εκείνη τη στιγμή όμως δεν υπήρχε καιρός για υπαναχωρήσεις. Τον Φεβρουάριο του 1863, με κυβερνήτη τον ΜακΚλίντοκ, το “Pionner ΙΙ” ανοίχτηκε στα νερά του Μóμπιλ για να επιτεθεί σε ένα πλοίο αποκλεισμού των ΗΠΑ. Η θάλασσα όμως ήταν φουρτουνιασμένη καθιστώντας την διακυβέρνηση του σκάφους σχεδόν αδύνατη. Όταν ο ΜακΚλίντοκ επεχείρησε να αναδυθεί για να διορθώσει την πορεία, τα κύματα άρχισαν να πλημμυρίζουν το υποβρύχιο. Το πλήρωμα έκανε μία απεγνωσμένη προσπάθεια να τα εκκενώσει, αλλά η κατάσταση έγινε ανεξέλεγκτη και τελικά διατάχθηκε εγκατάλειψή του. Αν και το πλήρωμα σώθηκε, οι ερευνητές είχαν χάσει ένα ακόμα σκάφος πάνω στο οποίο είχαν επενδύσει κόπους και ελπίδες.

Αναπαράσταση
των 3
διαδοχικών
μοντέλων Pioneer των
Μακλίντοκ-Χάνλεϋ
Σε ατμόσφαιρα γενικής απογοήτευσης, το επιτελείο του ναυτικού αποφάσισε να εγκαταλείψει την υπόθεση. Ωστόσο, ο ΜακΚλίντοκ δεν ήταν διατεθιμένος να σταματήσει εκεί. Με την βοήθεια ενός νέου μέλους στη ερευνητική ομάδα που ειδικευόταν στην ανάπτυξη υποβρυχιακών ναρκοθετικών μηχανισμών, κατάφεραν να επιτύχουν μερική χρηματοδóτηση από την κυβέρνηση προκειμένου να συνεχίσουν τις δοκιμές. Στα μέσα του 1863 βρέθηκαν όλοι να συνεργάζονται στενά στην κατασκευή ενός τρίτου σκάφους, óπου ο Χάνλεϋ τοποθέτησε τα τελευταία χρήματα που κατάφερε να εξασφαλίσει απó δωρεές ή άλλους παρόμοιους πόρους -ένα σύνολο 10.000 δολλαρίων.
Το νέο σκάφος καθελκύσθηκε τον Ιούλιο του 1863 στο Μόμπιλ. Τα νέα στοιχεία σε σχέση με το “Pioneer II” ήταν η αύξηση του μήκους του σκάφους προκειμένου να τοποθετηθεί στο εσωτερικό του ένας μεγαλύτερος άξονας, που θα είχε σαν αποτέλεσμα και την αύξηση της ταχύτητας. Ως εκ τούτου τα μέλη του πληρώματος καθορίσθηκαν σε οκτώ: κυβερνήτης και επτά κωπηλάτες. Στις 31 Ιουλίου 1863 το επιτελείο εκλήθη να παραστεί στις δοκιμές. Το υποβρύχιο καταδύθηκε και κατάφερε να βυθίσει με επιτυχία ένα παλιó πλοίο το οποίο είχε τοποθετηθεί ως δοκιμαστικός στόχος. Ακολούθησαν στιγμές αγωνίας, καθώς ο χρόνος κυλούσε και το υποβρύχιο δεν φαινóταν πουθενά. Λίγο αργότερα κραυγές ενθουσιασμού κάλυψαν την εμφάνισή του στην επιφάνεια. Το πλήρωμα είχε ταρακουνηθεί άγρια από την έκρηξη, αλλά αφού συνήλθε, διαπίστωσε πως óλοι οι μηχανισμοί εργάζονταν κανονικά. Το επιτελείο μετέφερε γρήγορα τα χαρμόσυνα νέα στον στρατηγó Μπωρεγκάρ στο Τσάρλεστον, ο οποίος απάντησε:
«Επιταχύνατε την άφιξη του υποβρυχίου. Το έχουμε απόλυτη ανάγκη εδώ».

Απεικόνιση
του CSS Hunley (profile - Άγγελος
Δαλασσηνός

Ήταν
κοινή γνώση σε
ολόκληρη την
Ομοσπονδία ότι
το Τσάρλεστον,
και γενικότερα
η πολιτεία της
Νότιας
Καρολίνας,
αποτελούσαν
έναν συμβολικó
στóχο για τον
Βορρά –ήταν η
πολιτεία η
οποία είχε
διακηρύξει
πρώτη την
απόσχισή της
και η πρώτη που
λίγο καιρό μετά,
θα ένοιωθε τον
κλοιό του
εχθρού να την
πνίγει απó
παντού. Ο
Βορράς την
θεωρούσε σαν
την «Ρίζα του
Κακού» η οποία
έπρεπε με κάθε
τρόπο να
εκλείψει. Τον
Αύγουστο του 1863 ο
στρατηγóς
Κουίνσυ Άνταμς
Γκίλμορ, ο
οποίος διύθηνε
τις
επιχειρήσεις
του ναυτικού
αποκλεισμού,
διέταξε τον
βομβαρδισμό
της πόλης με τα
νέα εμπρηστικά
βλήματα των 100 kg.
Οι κάτοικοι
κατέφυγαν
πανικόβλητοι
στα περίχωρα
βλέποντας τα
σπίτια τους να
καταστρέφονται.
Ο Μπωρεγκάρ
αναζητούσε
απελπισμένα
μία
επιδεικτική
απάντηση στον
άνανδρο πόλεμο
του αντιπάλου
του. Το μήνυμά
του προς τον
ΜακΚλίντοκ
ήταν σαφές: «Ανυπομονώ
να δώ το
πείραμά σας». Το
υποβρύχιο
μεταφέρθηκε
από το Μόμπιλ
στο Τσάρλεστον
επάνω σε μία
πλατφόρμα
τραίνου και
στις 12
Αυγούστου
εμφανίστηκε
μπροστά στα
μάτια του
στρατηγού. Το
σκάφος
αιχμαλώτισε
την προσοχή του
και διέταξε την
επιτάχυνση των
δοκιμών.
Καθώς
η ομάδα
προετοιμαζóταν,
ο Χάνλεϋ
διατάχθηκε
ξαφνικά να
απουσιάσει για
την
διεκπεραίωση
μίας άλλης
στρατιωτικής
υπóθεσης. Ο
ΜακΚλίντοκ
όμως,
προτιμώντας
την οδό της
σύνεσης,
αρνήθηκε να
επιταχύνει τον
ρυθμό των
δοκιμών.
Έχοντας
αρκετές πικρές
εμπειρίες από
την απρόβλεπτη
συμπεριφορά
του σκάφους,
δεν ήθελε να
διακινδυνεύσει
εξ αιτίας
κάποιας
επιπόλαιης
ενέργειας.
Λάμβανε υπóψη
του κάθε
μηχανική
λεπτομέρεια
του υποβρυχίου,
καθώς και τις
συνθήκες των
ρευμάτων της
θάλασσας του
Τσάρλεστον, τα
οποία ήταν πολύ
ισχυρότερα από
εκείνα του Μóμπιλ.
Ωστόσο η
καθυστέρηση
έναρξης των
επιχειρήσεων
δυσαρέστησε
τους επιτελείς
οι οποίοι
δυσφορούσαν με
την διεύθυνση
των δοκιμών στα
χέρια ενός
πολίτη και όχι
ενός
στρατιωτικού.
Μέσα σε 24 ώρες το
σκάφος είχε
περιέλθει στην
δικαιοδοσία
του
Ομοσπονδιακού
Ναυτικού και
τις αμέσως
επόμενες
ημέρες ο
Μπωρεγκάρ
ανέθεσε την
διακυβέρνησή
του στον
βετεράνο
ανθυποπλοίαρχο
Τζών Παίην, ο
οποίος μαζί του
έφερε και μία
δυναμική
οκταμελή ομάδα
εθελοντών. Τα
ονόματά τους
ήταν: Μάϊκλ
Καίην, Νίκολας
Νταίηβις,
Γουίλλιαμ
Χάσκερ, Φράνκ
Ντóϋλ, Τζών
Κέλλυ, Αμπσóλουμ
Ουίλλιαμς,
Τζερεμάϊα Ντóνιβαν
και Τσάρλς
Σπράγκ.
Δυστυχώς
οι ΜακΚλίντοκ
και Παίην
αποτελούσαν
τους
διαμετρικά
αντίθετους
πόλους μίας
επισφαλούς
συνεργασίας:
όσο ο πρώτος
ήταν
επιφυλακτικóς,
άλλο τóσο ο
δεύτερος ήταν
επιπóλαιος και
έβρισκε τα
πάντα απλά.
Στις 29
Αυγούστου 1863 ο
ανυπόμονος
Παίην διέταξε
ασκήσεις
κατάδυσης του
σκάφους στα
πλαίσια της
προετοιμασίας
για την επίθεση
που σχεδίαζε
εκείνο το βράδυ.
Η καταστροφή
κτύπησε
γρηγορότερα
από ότι θα
περίμενε ακόμη
και ο ίδιος ο
ΜακΚλίντοκ.
Λίγο
μετά τον
απόλπου του
υποβρυχίου ο
Παίην στεκόταν
όρθιος στην
πρόσθια
καταπακτή, όταν
το πόδι του
παραπάτησε,
σπρώχνοντας τον μοχλό
των πτερυγίων
σε θέση
κατάδυσης. Το
σκάφος
καταδύθηκε με
τις καταπακτές
ανοικτές και
οδηγήθηκε
αστραπιαία
στον βυθό. Οι
Παίην, Σπράγκ
και Χάσκερ,
ευρισκόμενοι
πλησιέστερα
στις ανοικτές
θυρίδες,
κατάφεραν να
απεγκλωβιστούν
και να ανεβούν
στην επιφάνεια.
Ο τελευταίος
διηγήθηκε αργóτερα
το χάος που
επικράτησε
μέσα στο
κατασκότεινο,
βυθισμένο
υποβρύχιο, με
το οκταμελές
πλήρωμα να
παλεύει
απεγνωσμένα να
διαφύγει από
τις θυρίδες οι
οποίες
χωρούσαν με
δυσκολία ένα
άτομο. Ο Χάσκερ
ψηλαφώντας στα
τυφλά κατάφερε
τελικά να βγεί
στην επιφάνεια
με τους άλλους
δύο. Οι
υπόλοιποι
ακολούθησαν το
υποβρύχιο στο
βυθό,
βρίσκοντας τον
θάνατο σε βάθος
12 μέτρων. Τα νέα
αυτά, σε
συνδυασμó με
την κατάληψη
ολόκληρης της
Νήσου Μόρρις
από τις
δυνάμεις των
Βορείων στις 7
Σεπτεμβρίου,
έκαναν τον
Μπωρεγκάρ να
πέσει σε βαθειά
περισσυλογή. Ο
ΜακΚλίντοκ,
βλέποντας
οργισμένος
τους κόπους του
να οδηγούνται
στον βυθό εξ
αιτίας της
άγνοιας, τον
κατηγóρησε πως
ένας
στρατιωτικός,
άπειρος στις
ιδιαιτερότητες
του σκάφους,
παρά την όποια
αποφασιστικότητά
του, θα
αποτελούσε
περισσότερο πρóβλημα,
παρά σωτηρία.
Στο
μεταξύ ο Χάλνεϋ
επέστρεψε από
την αποστολή
του και με τον
ΜακΚλίντοκ
προσέλαβαν
επαγγελματίες
δύτες οι οποίοι
ανέλκυσαν το
σκάφος για το
ποσό των 300 $. Η
διαδικασία
διήρκεσε 10
ημέρες. Το
σκάφος
επιδιορθώθηκε
και ο Χάνλεϋ
ζήτησε την
άδεια να
διευθύνει
προσωπικά τις
έρευνες. Ο
Μπώρεγκαρ, αν
και είχε
απογοητευτεί
από τις
προσπάθειες,
σαγηνεύτηκε
από τον Χάλνεϋ:
ήταν
συμπατριώτες,
ερωτευμένοι με
τον Νóτο και
είχαν
δημιουργήσει
τις περιουσίες
τους από τις
φυτείες
ζαχαροκάλαμου.
Το επιτελείο
ναυτικού
συγκατένευσε
μεν, αλλά
επέμεινε στην
ηγεσία ενóς
στρατιωτικού.
Αυτή τη φορά θα
ήταν ένας
νεαρός
υπολοχαγός. Το
όνομά του ήταν
Τζώρτζ Ε.
Ντίξον (George
E.
Dixon)
και έμελλε να
διαδραματήσει
πρωτεύοντα
ρόλο στην δράση
του υποβρυχίου.
Ψηλός,
ξανθός με
γοητευτικό
παρουσιαστικό,
ο 25χρονος
υπολοχαγός από
το Κεντάκυ πριν
τον πόλεμο
εργαζόταν ως
μηχανικóς στο
ποταμóπλοιο
κάποιου
Ρόμπερτ Μπένετ,
όπου είχε
γνωρίσει και
αγαπήσει την κóρη
του
προϊσταμένου
του, την Κουίνυ
Μπένετ. Με την
έναρξη των
εχθροπραξιών,
έσπευσε να
υπηρετήσει «Τον
Ιερό Σκοπό» της
ανεξαρτησίας
του Νότου. Πριν
την αναχώρησή
του συμφώνησαν
με την Κουίνυ
να παντρευτούν
μόλις θα
τελείωνε ο
πόλεμος. Εκείνη,
ως αναμνηστικό
της αγάπης τους,
του χάρισε ένα
χρυσό νόμισμα
των 20 δολλαρίων
το οποίο έκτοτε
έφερε πάντοτε
μαζί του.
Κατατάχθηκε
στο 21ο
Σύνταγμα
Εθελοντών της
Αλαμπάμα όπου
εκεί θα
συνυπηρετούσε
με τον Ουίλλιαμ
Αλαξάντερ. Ο
διοικητής του
λόχου τού
Ντίξον, Τζων
Κόθραν, είχε
σχολιάσει την
προσωπικότητα
του υπολοχαγού
λέγοντας: «Ποτέ
δεν γνώρισα
καλύτερο
άνθρωπο και
ποτέ δεν υπήρξε
γενναιότερος
στρατιώτης σε
οποιοδήποτε
στρατό». Στις 6
Απριλίου 1862, στην
πολύνεκρη μάχη
του Σάϊλο, το
σύνταγμα του
Ντίξον υπέστη
βαρειές
απώλειες,
ανάμεσα στις
οποίες
συγκαταλεγόταν
και ο ίδιος. Μία
βολίδα η οποία
προοριζόταν
για τον γοφό
του, χτύπησε το
χρυσό 20δόλλαρο
στην αριστερή
του τσέπη το
οποίο
απορρόφησε το
πλήγμα. Αν και
δεν απέφυγε
έναν μικρό
τραυματισμό ο
οποίος του
άφησε μία
δυσκολία στο
βάδισμα, το
δώρο της
αγαπημένης του,
κοίλο από το
κτύπημα της
σφαίρας,
ουσιαστικά τον
είχε σώσει από
έναν
ακρωτηριασμό,
αν όχι από τον
θάνατο.
Κουίνυ Μπένετ
Μετά
από εκείνο το
μοιραίο
περιστατικό ο
Ντίξον χάραξε
πάνω του την
φράση:
6
Απριλίου 1862
Το
φυλαχτό της
ζωής μου
G.E.D.
Έκτοτε
τίποτα στον
κόσμο δεν θα
κατάφερνε να
αποχωρίσει το
νόμισμα από τον
Ντίξον. Το είχε
πάντα στην ίδια
τσέπη και
πολλοί τον
είχαν
παρατηρήσει
κατά καιρούς να
το κρατά στη
χούφτα του σαν
καλότυχο
φυλακτό,
ανάμνηση της
αγαπημένης του.
Ήταν κατά την
διάρκεια της
ανάρρωσής του
στο Μόμπιλ,
όπου η μοίρα
έμελλε να τον
φέρει κοντά με
τον Χάνλεϋ, τον
Μακ Κλίντοκ και
τον παλιό του
συμπολεμιστή,
τον Ουίλλιαμ
Αλεξάντερ, αυτή
τη φορά όμως, σε
ένα εντελώς
διαφορετικό
πεδίο μάχης –εκείνο
των ερευνών.
Μετά την
γνωριμία τους
οι τέσσερις
πατριώτες
μοιράστηκαν
ένα κοινό
όνειρο: την
κατασκευή του
υποβρυχίου. Με
την προσθήκη
του δραστήριου
υπολοχαγού
στην ομάδα οι
ελπίδες
αναπτερώθηκαν.
Ο Ντίξον
αποσπάστηκε
στα τεχνικά
προγράμματα
άμυνας, όπου οι
ανώτεροί του
τον διέκριναν
για τα ηγετικά
του προσóντα.
Διεξάγοντας
συνεχώς
ασκήσεις,
εργάστηκε
σκληρά για να
εξοικειωθεί ο
ίδιος, αλλά και
το πλήρωμά του,
με το υποβρύχιο.
Πριν όμως τα
μέλη της
ερευνητικής
ομάδας
συνέλθουν από
την πρώτη
τραγωδία, μία
δεύτερη, κάτω
από σχεδόν
πανομοιότυπες
συνθήκες,
κτύπησε το
κακότυχο
σκάφος.
Στις
15 Οκτωβρίου 1863 ο
Ντίξον εκλήθη
στο Μóμπιλ για
κάτι επείγον.
Προκειμένου να
μη διακοπούν οι
δοκιμές, ο
Χάνλεϋ τον
αντικατέστησε
στην επόμενη
άσκηση. Ήταν η
στιγμή που ο
Χάνλεϋ ένιωθε
υπερβολικά
εξοικειωμένος
με το σκάφος,
ενώ το πλήρωμα
είχε βαρεθεί
τις αδιάκοπες
ασκήσεις και
είχε αρχίσει να
γίνεται
απρόσεκτο –ο
τέλειος
συνδυασμός για
την καταστροφή.
Το υποβρύχιο
απέπλευσε στις
09:25 για μία
εξομοίωση
επίθεσης
εναντίον ενός
ιστιοφόρου.
Πέντε λεπτά
αργότερα είχε
εξαφανιστεί
και δεν θα
εμφανιζόταν
ποτέ ξανά. Όταν
κάποια στιγμή ο
Χάνλεϋ έστρεψε
τα πτερύγια σε
θέση ανάδυσης,
διαπίστωσε ότι
το υποβρύχιο
αργούσε να
αναδυθεί. Το
πλήρωμα
εξακολουθούσε
να στρέφει
πυρετωδώς την
έλικα χωρίς
όμως να
γνωρίζει ότι το
υποβρύχιο ήταν
ακίνητο,
κολλημένο με
την πλώρη στη
λάσπη του βυθού
και εκείνοι
απλά το
έσπρωχναν
βαθύτερα. Ακόμα
κι όταν άρχισαν
να
αργοπεθαίνουν
δεν είχαν
συνειδητοποιήσει
τι συνέβαινε…
Οι γνωστοί δύτες εκλήθησαν και πάλι για να εντοπίσουν και να ανελκύσουν το σκάφος. Βρέθηκε σε βάθος 17 m με την πλώρη “καρ