ΟΥΓΓΡΙΚΑ MESSERSCΗMITT ΠΑΝΩ ΑΠΟ ΤΙΣ ΣΤΕΠΠΕΣ

ΟΙ ΑΣΣΟΙ ΤΩΝ “ΚΟΚΚΙΝΩΝ PUMA”

 

 

Άγγελος Ν. Δαλασσηνός

Έγχρωμα Profiles: Άγγελος Ν. Δαλασσηνός

 

 

 

Αν και οι Γερμανοί άσσοι με τους τριψήφιους αριθμούς καταρρίψεων κλέβουν συχνά την παράσταση του αεροπορικού πολέμου, οι Ούγγροι σύμμαχοί τους, σε πολλές περιπτώσεις, κατάφεραν ακόμη και να τους επισκιάσουν, παραμένοντας όμως πάντα στην αφάνεια. Αντιμετωπίζοντας αριθμητικά πολλαπλάσιους αντιπάλους και οξεία έλλειψη πυρομαχικών, πολέμησαν σθεναρά μέχρι το τέλος στην πλευρά του Άξονα, όταν όλοι οι υπόλοιποι Ευρωπαίοι σύμμαχοι της Γερμανίας την είχαν εγκαταλείψει. Στις σκληρές αερομαχίες πάνω από το Ανατολικό μέτωπο τα Ουγγρικά Messerschmitt υποστήριζαν τα κυκλωμένα στρατεύματα της Wermacht στο έδαφος και αργότερα υπερασπίστηκαν την πατρίδα τους πολεμώντας τις ορδές των αμερικανικών βομβαρδιστικών πάνω από την Βουδαπέστη. Ο διοικητής τους, Αλαντάρ ντε Χέπες και ο Γκυόργκυ Ντεμπροντύ, ένας από τους μεγαλύτερους άσσους του, υπήρξαν δύο από τους κυριότερους πρωταγωνιστές εκατοντάδων νικηφόρων αερομαχιών, αιματηρών επεισοδίων, αλλά και μερικών ανήκουστων συναρπαστικών ανδραγαθημάτων. Αυτή είναι η ιστορία της 101ης Σμηναρχίας Μαχητικών -των “Κόκκινων Puma” της Ουγγαρίας.

 

 

Για την Ναζιστική Γερμανία του Χίτλερ η συμμαχία της Ουγγαρίας υπήρξε ανέκαθεν ένας από τους σημαντικότερους στόχους της στρατιωτικής πολιτικής του. Οι πρώτες ύλες και τα πετρέλαια της χώρας αυτής ήταν ανεκτίμητα για την διεξαγωγή του πολέμου. Ο Ούγγρος αντιβασιλέας, ναύαρχος Νίκολας Χόρτυ, συμμεριζόταν την άποψη ότι η Γερμανία ήταν η μοναδική δύναμη η οποία θα μπορούσε να εμποδίσει τον Στάλιν και τον Ερυθρό Στρατό από το «…να καταβροχθίσουν ολόκληρο τον κόσμο», οπότε αρχικά φάνηκε πρόθυμος να παραχωρήσει στρατιωτικές δυνάμεις στον Χίτλερ για μία εκστρατεία στην Ρωσία –με αντάλλαγμα φυσικά ορισμένα εδάφη της όμορης Ρουμανίας τα οποία ανέκαθεν επιβουλευόταν η Ουγγαρία. Όταν το 1941 η Βασιλική Ουγγρική Αεροπορία, ενεπλάκη στον πόλεμο εναντίον της ΕΣΣΔ, διέθετε μόνο 350 απηρχαιωμένα αεροσκάφη, κυρίως ιταλικής κατασκευής διπλάνα Fiat CR-42 και Reggiane 2000. Στις αρχές του 1943 παρελήφθησαν από την Γερμανία τα πρώτα Messerschmitt 109F τα οποία θα έδιναν την δυνατότητα στους Ούγγρους πιλότους να αντιμετωπίσουν την Ερυθρά Αεροπορία σε επίπεδο ποιοτικής τουλάχιστον, υπεροχής. Ένας από τους πρώτους πιλότους που εκπαιδεύτηκαν στο νέο μαχητικό ήταν και ο αριστοκρατικής καταγωγής υποσμηναγός Αλαντάρ ντε Χέπες (Aladar de Heppes), ένας από τους παλαιότερους χειριστές της Ουγγρικής Αεροπορίας.

Γεννημένος το 1904, ο Χέπες ήταν ο δεύτερος γιός ενός ανωτάτου δικαστικού ο οποίος είχε βρει τον θάνατο στις αρχές του Α΄ΠΠ. Αποφοιτώντας από την Στρατιωτική Ακαδημία της Ουγγαρίας, πραγματοποίησε την πρώτη σόλο πτήση του το 1928 και το 1935 εντάχθηκε για πρώτη φορά σε Μοίρα μαχητικών. Τον Απρίλιο του ίδιου έτους, με τον βαθμό του σμηναγού, ανέλαβε την διοίκηση της 5/1  Μοίρας Μαχητικών η οποία ήταν μία από τις πρώτες η οποία παρέλαβε τα πασίγνωστα γερμανικά μαχητικά. Εκτελώντας αποστολές υποστήριξης πεζικού και συνοδείας βομβαρδιστικών, τα Messerschmitt της μονάδας του δεν θα αργούσαν να γίνουν γνωστά σε ολόκληρο τον τομέα του κεντρικού ανατολικού μετώπου. Με το κεφάλι μίας κόκκινης βρυχόμενης αγριόγατας να διακοσμεί τα ρύγχη τους - ένα έμβλημα εμπνευσμένο και σχεδιασμένο από τον ίδιο τον Χέπες - τα “Κόκκινα Puma” άρχισαν αμέσως να επιχειρούν εναντίον των σοβιετικών αεροσκαφών.  

Στις 30 Μαΐου 1943, ο 37χρονος πλέον Αλαντάρ ντε Χέπες, το “Γέρικο Puma”, όπως τον αποκαλούσαν οι πιλότοι του, οδήγησε οκτώ μαχητικά του σε μία αποστολή συνοδείας βομβαρδιστικών Heinkel 111 και Junkers 88, κατευθυνόμενα εναντίον ενός σιδηροδρομικού κόμβου, 130 km πίσω από τις εχθρικές γραμμές. Τα βομβαρδιστικά ολοκλήρωσαν την αποστολή τους χωρίς δυσκολίες, αλλά κατά τη διάρκεια της επιστροφής ο Χέπες εντόπισε αρκετά σοβιετικά μαχητικά Yak να απογειώνονται από ένα κοντινό αεροδρόμιο. Διατάζοντας τα αεροσκάφη του να παραμείνουν με τα βομβαρδιστικά, ο Χέπες μαζί με τον Νο 2 του, έστρεψαν για να καθυστερήσουν τα μαχητικά. Πλησιάζοντας τον εχθρικό σχηματισμό, με την απόσταση μεταξύ τους να μειώνεται αστραπιαία, ο Χέπες άρχισε να μετρά από μακριά τις κουκίδες: 10…15…18...20. Θα ήταν μία μάχη επιβίωσης εναντίον των δεκαπλάσιων εχθρικών μαχητικών! Τα δύο Messerschmitt όρμησαν εναντίον των σοβιετικών αεροσκαφών διασπώντας τον σχηματισμό τους σε μία προσπάθεια να ανακόψουν την πορεία τους. Το πρώτο θύμα των Yak ήταν ο Νο 2 του Χέπες, αφήνοντάς τον να ελίσσεται μόνος του ανάμεσα σε ένα πανδαιμόνιο εχθρικών αεροσκαφών. Σπρώχνοντας την μανέτα ισχύος μπροστά, άρχισε να περνά ανάμεσα από τα σοβιετικά καταδιωκτικά, παραμένοντας συνεχώς στο κέντρο του σχηματισμού τους, ώστε να δυσκολεύει την σκόπευσή τους και να τα παρεμποδίζει να συνενωθούν σε μία επίθεση εναντίον του. Μετά από μερικά περάσματα κατάφερε να πιάσει ένα Yak στο σκοπευτικό του.   

Αλαντάρ ντε Χέπες

Αριθμώντας τα διπλάσια χρόνια από εκείνα των υπόλοιπων συναδέλφων αλλά και αντιπάλων του, ο αντισμήναρχος Αλαντάρ ντε Χέπες, υπήρξε ο ιθύνων νους πίσω από την οργάνωση και τις τακτικές της Βασιλικής Ουγγρικής Αεροπορίας, οδηγώντας τους πιλότους του εναντίον αντιπάλων οι οποίοι υπερτερούσαν σε αναλογία 20:1.  

Με μία γρήγορη ριπή το σοβιετικό μαχητικό συνετρίβη φλεγόμενο πάνω στο ίδιο του το αεροδρόμιο. Παίζοντας με τον χρόνο, ο Χέπες υπολόγισε ότι τα βομβαρδιστικά θα έπρεπε πλέον να βρίσκονται σε ασφαλή εναέριο χώρο και τότε αποφάσισε να απεμπλακεί. Διαφεύγοντας δυτικά, εντόπισε ένα Yak να αποσπάται από τα υπόλοιπα για να αποκόψει την οδό διαφυγής του και έστρεψε αμέσως να αντιμετωπίσει την επίθεση με επίθεση! Τα δύο αεροσκάφη πλησίαζαν το ένα το άλλο με ιλιγγιώδη ταχύτητα σε πορεία μετωπικής σύγκρουσης. Για μερικά δέκατα του δευτερολέπτου το Yak φάνηκε να διστάζει, αρχίζοντας να παρεκκλίνει αριστερά, σαν να δίστασε να επιτεθεί από εκείνη τη γωνία. Ο στιγμιαίος δισταγμός χάρισε στον Χέπες την ευκαιρία για μία γρήγορη βολή απόκλισης από μικρή απόσταση. Πίεσε τη σκανδάλη νιώθοντας το Messerschmitt να τρέμει από την οπισθοδρόμηση των πυροβόλων. Μικρές εκρήξεις άστραψαν στην περιοχή του κόκπιτ και θραύσματα της καλύπτρας του Yak τινάχτηκαν στον αέρα. Στρέφοντας το κεφάλι του το είδε να πετάει ευθεία χωρίς κανένα ίχνος καπνού. Πλησίασε κοντά και είδε το κόκπιτ διαλυμένο με τον Ρώσο πιλότο σωριασμένο στο κάθισμά του. Με τον κινητήρα του ακόμα σε πλήρη ισχύ, το άψυχο Yak συνέχισε να πετάει σε άσχετες κατευθύνσεις, αλλάζοντας πορείες σαν αδικοχαμένη ψυχή που δεν βρίσκει λύτρωση. Η τυφλή πορεία του το οδήγησε προς την κατέυθυνση των υπόλοιπων συντρόφων του οι οποίοι, έχοντας παρακολουθήσει την έκβαση της μονομαχίας, διασκορπίστηκαν για να αποφύγουν την σύγκρουση, χαρίζοντας στον Χέπες τον χρόνο που χρειαζόταν για να διαφύγει.  

Messerschmitt 109 G-6 “V9-10”, της 101η Σμηναρχίας, του επισμηναγού Αλαντάρ ντε Χέπες, Ουγγαρία, καλοκαίρι 1944. Η παραλλαγή αποτελείται από τα τυπικά για την εποχή χρώματα RLM 74 Dark Grey, RLM 75 Grey Violet, για τις άνω επιφάνειες, και RLM 76 Light Blue για τις κάτω. Στο ρύγχος το έμβλημα των Κόκκινων Puma, σχεδιασμένο από τον ίδιο τον Αλαντάρ ντε Χέπες. Το ουραίο κοσμούν τα εθνικά χρώματα της Ουγγαρίας, κόκκινο, άσπρο, πράσινο, τα οποία καλύπτουν και τις δύο επιφάνειες των ουραίων πτερυγίων.  

Μετά την ανακατάληψη του Χάρκοβο και του Σμόλενσκ από τον Ερυθρό Στρατό και κάτω από την διαρκή πίεση της εχθρικής προέλασης, η μονάδα του μετακινείτο συνεχώς για ολόκληρο το διάστημα του θέρους και του φθινοπώρου του 1943. Κατά τη διάρκεια εκείνων των μηνών τα “Puma του Χέπες είχαν σημειώσει 70 καταρρίψεις, για την απώλεια μόνο εννέα πιλότων τους. Δύο από αυτές ανήκαν στο ίδιο το “Γέρικο Puma”, ενώ άλλες έξι είχαν πιστωθεί στον νεαρό ανθυπολοχαγό Γκυόργκυ Ντεμπροντύ (Gyorgy Debrody), ο οποίος πολύ σύντομα θα ξεπερνούσε σε φήμη και τον ίδιο τον διοικητή του.

Ο Ντεμπροντύ και ο στενός του φίλος Μίκλος Κενυέρες, είχαν αποφοιτήσει από την στρατιωτική ακαδημία της Ουγγρικής Βασιλικής Αεροπορίας τον Ιούνιο του 1942 και η μοίρα έμελλε να τους φέρει ακόμα πλησιέστερα, όταν με μεγάλη τους υπερηφάνεια πληροφορήθηκαν την μετάθεσή τους στην διασημότερη μονάδα της αεροπορίας, τα “Κόκκινα Puma”. Σημειώνοντας την πρώτη του νίκη πάνω από το Κουρσκ στις 5 Ιουλίου 1943, ο Ντεμπροντύ, μέχρι το τέλος του έτους, ήταν ήδη ένας από τους μεγαλύτερους άσσους με 16 καταρρίψεις στο ενεργητικό του.

Ο αεροπορικός πόλεμος στο ανατολικό μέτωπο διέφερε πολύ από εκείνον πάνω από την Ευρώπη. Στην Ρωσία οι αποστολές συνίσταντο κυρίως στην υποστήριξη των χερσαίων δυνάμεων. Οι αερομαχίες διεξάγονταν πολλά χιλιόμετρα πίσω από τις εχθρικές γραμμές και σε εξαιρετικά χαμηλό ύψος. Το τελευταίο πράγμα που είχαν αντικρίσει πολλοί πιλότοι ήταν το ακροπτερύγιό τους να αγγίζει την κορυφή ενός δένδρου ή το έδαφος να πετάγεται στο πρόσωπό τους μετά από κάποιον βίαιο ελιγμό σε χαμηλό ύψος ο οποίος κατέληξε σε απώλεια στήριξης. Ακόμη περισσότεροι ήταν εκείνοι οι οποίοι αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν το κτυπημένο αεροσκάφος τους πάνω από εχθρικό έδαφος και να πέσουν ζωντανοί στα χέρια των Σοβιετικών. Η φρίκη την οποία βίωσαν θα γινόταν αντιληπτή μόνο από τα μάτια των Γερμανών στρατιωτών οι οποίοι έτυχε να βρεθούν μπροστά στον εφιάλτη των αποτρόπαιων υπολειμμάτων τους, εγκαταλελειμμένων στο χιόνι. Ο Ντεμπρoντύ γνώριζε καλά αυτόν τον φόβο επειδή τον είχε ζήσει στις 25 Σεπτεμβρίου 1943, όταν ένα Yak-9 τον είχε καταρρίψει πίσω από τις εχθρικές γραμμές. Κατάφερε να εκτελέσει μία αναγκαστική προσγείωση η οποία όμως τον είχε φέρει πλησιέστερα στους άνδρες μίας σοβιετικής αντιαεροπορικής πυροβολαρχίας. Μετά από μία αγωνιώδη καταδίωξη η οποία διήρκεσε πάνω από 12 ώρες, την επόμενη ημέρα κατάφερε να περάσει κολυμπώντας τον παγωμένο Δνείπερο και να βρεθεί στις γερμανικές γραμμές.

Τον Ιανουάριο του 1944 η μονάδα του ντε Χέπες στάθμευε στο αεροδρόμιο του Ουμάν, ανάμεσα στην Οδησσό και το Κίεβο, υποστηρίζοντας τις γερμανικές μονάδες οι οποίες είχαν περικυκλωθεί στον κακόφημο θύλακα του Τσερκάσσυ, ο οποίος έτεινε να εξελιχθεί σε ένα δεύτερο Στάλινγκραντ. Τα μεταγωγικά της Luftwaffe είχαν αναλάβει τον ανεφοδιασμό του θύλακα, καθώς και την εκκένωση των τραυματιών. Σε κάθε αποστολή τα Junkers 52 έπρεπε να διασχίζουν 50 km εχθρικού εδάφους, το οποίο έσφυζε από σοβιετικά αεροσκάφη και αντιαεροπορικά. Τα “Κόκκινα Puma” είχαν αναλάβει την προστασία τους.  

Γκυόργκυ Ντεμπροντύ

 

Την 1η Φεβρουαρίου, με γκρίζα βροχοφόρα σύννεφα να περιορίζουν την ορατότητα, ο Ντεμπροντύ ηγείτο ενός σχηματισμού τριών Messerschmitt τα οποία επέστρεφαν από μία αποστολή συνοδείας μεταγωγικών, όταν ξαφνικά εμφανίσθηκε ένας σχηματισμός Yak-9. Ο Γκυόργκυ διέταξε δύο από τους πιλότους του να παραμείνουν κοντά στα Ju-52, ενώ εκείνος, μαζί με τον στενό του φίλο και Νο 2, τον Μίκλος Κενυέρες, θα ανελάμβαναν τα μαχητικά. Ξαφνικά, μέσα από την πυκνή, χαμηλή νέφωση, ένα Yak πετάχτηκε μπροστά στο σκοπευτικό του. Το αναπάντεχο αυτό “δώρο” τράβηξε τόσο πολύ την προσοχή του, ώστε δεν αντελήφθη ότι την ίδια στιγμή, ένα δεύτερο πλησίαζε στην ουρά του. Ο Κενυέρες πετώντας πίσω και δεξιά του Ντεμπροντύ, είδε αμέσως τι συνέβη, αλλά εξ αιτίας μίας βλάβης στον ασύρματό του αδυνατούσε να τον ειδοποιήσει. Αν και βρισκόταν αρκετά μακριά για μία επιτυχημένη βολή, έριξε μία βιαστική ριπή προς το μέρος του δεύτερου Yak με σκοπό να του αποσπάσει την προσοχή. Ο Ντεμπροντύ, ανύποπτος, κατεδίωκε ακόμη το πρώτο Yak, έως ότου τον διέκοψε ένας δυνατός κρότος από λαμαρίνες που τσακίζονταν. Η θερμοκρασία μέσα στο κόκπιτ άρχισε να ανεβαίνει και ένα σύννεφο μαύρου καπνού εξερράγη μπροστά στο πρόσωπό του – ο κινητήρας είχε πάρει φωτιά. Το χαλάζι των βλημάτων που κατακρεουργούσαν το Messerschmitt διεκόπη απότομα όταν ο Κενυέρες έφερε το Yak μέσα στο σκοπευτικό του και το κατέρριψε.  

 Ο Ντεμπροντύ απομακρύνθηκε από τη συμπλοκή και εκτίναξε την καλύπτρα του έτοιμος να εγκαταλείψει το φλεγόμενο αεροσκάφος του. Τότε όμως συνειδητοποίησε ότι πετούσε σε εξαιρετικά χαμηλό ύψος, πάνω από ένα πυκνό δάσος. Για μεγάλη του τύχη, μακρύτερα στα αριστερά του, εντόπισε ένα χωράφι και κατευθύνθηκε προς τα εκεί. Προσγειώθηκε με την “κοιλιά” και λύνοντας τους ιμάντες του πετάχτηκε από το κόκπιτ και πυρπόλησε το αεροσκάφος του. Ήταν έτοιμος να αρχίσει να τρέχει προς το δάσος, όταν από πάνω του πέρασε το Messerschmitt του Κενυέρες. Μέσα από την καλύπτρα διέκρινε τον φίλο του να του απευθύνει έναν -κατά πάσα πιθανότητα- τελευταίο χαιρετισμό… Εξακόσια μέτρα μακρύτερα, από την άκρη του δάσους, εμφανίσθηκαν οι στρατιώτες μίας σοβιετικής περιπόλου και οι φόβοι του έγιναν πραγματικότητα! Ο Ντεμπροντύ στράφηκε προς την αντίθετη κατεύθυνση και άρχισε να τρέχει σαν τρελός ανάμεσα από πυροβολισμούς, κατευθυνόμενος ουσιαστικά, ακόμα βαθύτερα στις σοβιετικές γραμμές. Ο θάνατος τον άγγιζε και πάλι με τον ίδιο ακριβώς τρόπο όπως πριν από πέντε μήνες...

 Messerschmitt 109 F-4 “V-03”, 5/1 Μοίρα Μαχητικών, του ανθυπολοχαγού Γκυόργκυ Ντεμπροντύ, ανατολικό μέτωπο 1943. Η γνωστή παραλλαγή των δύο γκρίζων RLM 74, 75 επαναλαμβάνεται στο αεροσκάφος του Ούγγρου άσσου, με μία μικρή παραλλαγή στα εθνικά χρώματα του ουραίου όπου το πράσινο κατεβαίνει χαμηλότερα από το ύψος των πτερυγίων. Οι κίτρινοι τομείς στις κάτω επιφάνειες του αεροσκάφους είχαν αρχικά θεσμοθετηθεί από την Luftwaffe ως μέσον αναγνώρισης από το έδαφος και διατηρήθηκαν και στην ουγγρική αεροπορία ως αναγκαίες, αφού στο ανατολικό μέτωπο η πλειονότητα των αποστολών εκτελείτο σε χαμηλά ύψη. Σε αντίθεση με τα υπόλοιπα Me-109 της εποχής του, το συγκεκριμένο αεροσκάφος δεν φέρει τα συνηθισμένα “spots” των δύο χρωμάτων της παραλλαγής στα πλευρά της ατράκτου, ενώ αξιοπρόσεκτο επίσης είναι και το ενιαίο χρώμα του καλύμματος του κινητήρα (RLM 74). Τα κωδικά γράμματα και τα εθνόσημα των Ουγγρικών Me-109 βάφονταν από τους μηχανικούς στα αεροδρόμια, μετά από την παράδοσή τους από την γερμανική αεροπορία, με αποτέλεσμα η θέση και το μέγεθός τους, πολλές φορές, να ποικίλουν από αεροσκάφος σε αεροσκάφος. Ο Ντεμπροντύ τελείωσε τον πόλεμο ως ο δεύτερος άσσος της Βασιλικής Ουγγρικής Αεροπορίας με 26 καταρρίψεις – οι έξι από αυτές εναντίον αμερικανικών αεροσκαφών.

Ο γνώριμος βόμβος της δωδεκακύλινδρης Daimler Benz του Me-109 ήχησε και πάλι στα αυτιά του. Σηκώνοντας το κεφάλι του είδε το Messerschmitt του Κενυέρες να χαμηλώνει τα φλαπς και τους τροχούς, έτοιμο να προσγειωθεί! Όταν οι Ρώσοι κατάλαβαν τι επρόκειτο να συμβεί βγήκαν στο ξέφωτο και άρχισαν να καταδιώκουν τον πεζό πιλότο. Το Messerschmitt σταμάτησε να τροχοδρομεί 180 m μακριά από τον Ντεμπροντύ κι εκείνος άρχισε να τρέχει προς το μέρος του. Ο Κενυέρες άνοιξε την καλύπτρα, έβγαλε το δερμάτινο μπουφάν του, έλυσε τους ιμάντες του αλεξιπτώτου του και τα πέταξε όλα μαζί έξω! Ο Ντεμπροντύ κατάλαβε: στο ασφυκτικά στενό πιλοτήριο του Me-109 ήταν αδύνατον να χωρέσουν δύο άνθρωποι, εκτός βέβαια αν πέταγαν όλο τον ογκώδη ρουχισμό και εξοπλισμό τους, ανάμεσα στον οποίον συμπεριλαμβανόταν το μπουφάν, το πουλόβερ και το αλεξίπτωτο – δηλαδή, όλα εκείνα τα αντικείμενα τα οποία τους επέτρεπαν να επιβιώσουν στον σοβιετικό χειμώνα!

Με τις βολίδες να σφυρίζουν γύρω από το κεφάλι του, ο Ντεμπροντύ έβγαλε το μπουφάν, το πουλόβερ του και πήδηξε μέσα στο κόκπιτ. Ο Κενυέρες στριμώχτηκε βαθιά στο κάθισμά του και ο Γκυόργκυ έκατσε στους μηρούς του. «Θα χειρίζομαι το στικ και την μανέτα του κινητήρα», του είπε ο Κενυέρες. «Εσύ ανέλαβε τα ποδωστήρια». Οι Ρώσοι έξαλλοι από την οργή τους, άρχισαν να πυροβολούν το αεροσκάφος. Οι πιλότοι άκουσαν μερικούς ξερούς κρότους στην άτρακτο, πίσω από την πλάτη τους και κατάλαβαν ότι αν δεν απογειώνονταν γρήγορα, θα έπεφταν και οι δύο θύματα της ίδιας φρικτής τύχης.  

Μία ομάδα αξιωματικών της Luftwaffe συζητούν με Ούγγρους πιλότους. Στο κέντρο της φωτογραφίας ο Ντεμπροντύ.

Με το κεφάλι του Ντεμπροντύ να εξέχει αρκετά πάνω από το ύψος του αλεξινέμιου, οι δύο πιλότοι, με θαυμάσια συγχρονισμένες κινήσεις απογειώθηκαν μέσα από ένα χαλάζι πυρών και εκρήξεων χειροβομβίδων. Μόλις το Messerschmitt ανυψώθηκε, ανέπτυξε γρήγορα ταχύτητα και το πρώτο δυνατό κύμα του αέρα τίναξε τα γυαλιά και την κάσκα από το κεφάλι του Ντεμπροντύ. Σχεδόν τυφλωμένος, με μάτια του να δακρύζουν ασταμάτητα, κρατιόταν από τις δύο χειρολαβές στο εσωτερικό του αλεξινεμίου, νιώθοντας την δύναμη του ρεύματος να θέλει να τον εκσφενδονίσει από το κόκπιτ. Ο χειρισμός των ποδωστηρίων αποδείχθηκε πρακτικά αδύνατος, ενώ ταυτόχρονα το οπτικό πεδίο του Κενυέρες ήταν κλεισμένο από το σώμα του φίλου του. Ελάχιστα λεπτά μετά την απογείωση ο παγωμένος αέρας είχε μουδιάσει τα άκρα τους σε σημείο παράλυσης. Η δυσκολία των χειρισμών κατέληξε σε ένα διαρκή εξαντλητικό αγώνα ο οποίος αντλούσε κάθε ίχνος αντοχής από το σώμα τους. Τα μέλη και το πνεύμα τους άρχισαν να εγκαταλείπουν την προσπάθεια – μία εγκατάλειψη η οποία έμοιαζε σχεδόν με ανακούφιση, με εκούσια παραίτηση. Ο Μίκλος βυθίστηκε ακόμα περισσότερο στο κάθισμά του, γέρνοντας προς τη μία πλευρά, προσπαθώντας να εξοικονομήσει στον φίλο του και τα τελευταία εκατοστά προστασίας από τον άνεμο και το ψύχος. Μετά από μερικά δραματικά λεπτά αγωνίας με τον φόβο της επίθεσης κάποιου εχθρικού μαχητικού, το Messerschmitt προσγειώθηκε με ασφάλεια στο αεροδρόμιο του Ουμάν. Οι δύο κατεξουθενωμένοι φίλοι κατέβηκαν υποβασταζόμενοι από το πιλοτήριο και πριν λιποθυμήσουν βρήκαν την δύναμη να πέσουν με λυγμούς ο ένας στην αγκαλιά του άλλου…

Η αόρατη μέγγενη της νευρικής εξάντλησης δεν άργησε να συμπιέσει το πνεύμα των θυμάτων της. Για το υπόλοιπο της ημέρας ο Κενυέρες περιφερόταν ολομόναχος μέσα στο αεροδρόμιο, με το κεφάλι σκυφτό, αποφεύγοντας κάθε επαφή. Ο Ντεμπροντύ αντίθετα, προσποιούμενος ότι η περιπέτειά του δεν είχε επηρεάσει το ηθικό του, πίεσε τον εαυτό του να συμπεριφέρεται κανονικά και να χαμογελά, φθάνοντας στο σημείο να ζητήσει να πετάξει και πάλι σε μία αποστολή το ίδιο απόγευμα. Θα μετάνιωνε πικρά για την παρατολμία του: αν και η αποστολή τελείωσε χωρίς κανένα απρόοπτο, κάθε ξεχωριστό λεπτό που περνούσε, η καρδιά του ήταν έτοιμη να σπάσει από τον φόβο του…      

Στις αρχές του 1944, μετά την ακάθεκτη σοβιετική προέλαση, το πρώτιστο μέλημα των Ουγγρικών ενόπλων δυνάμεων ήταν η υπεράσπιση της πατρίδας τους. Με την ανάσα των σοβιετικών ορδών πάνω από τους ώμους του, η συμμαχία του Ούγγρου αντιβασιλέα προς την Γερμανία άρχισε να γίνεται ρευστή και αμφίβολη. Ο Χίτλερ όμως ήταν αποφασισμένος να κρατήσει με νύχια και με δόντια την Ουγγαρία, το υπέδαφος της οποίας εξακολουθούσε να διατηρεί ζωντανή την πολεμική του βιομηχανία: το αλουμίνιο της κατασκεύαζε τα αεροπλάνα του και τα πετρέλαιά της κινούσαν τα άρματά του. Στις 24 Μαρτίου 1944, χωρίς να διστάσει ούτε στιγμή, απέστειλε ισχυρές γερμανικές δυνάμεις στην Ουγγαρία αφ’ ενός για να για να διαφυλάξει τα πετρέλαιά της από την σοβιετική εισβολή, αφ’ ετέρου δε για να εξασφαλίσει την αμφίρροπη συμμαχία της. Αν και ο ναύαρχος Χόρτυ ένιωθε να βρίσκεται υπό καθεστώς γερμανικής ομηρίας, ο ουγγρικός λαός υποδέχθηκε ενθουσιασμένος τις γερμανικές μεραρχίες, πρόθυμος να πολεμήσει στο πλευρό της Γερμανίας εναντίον του κομμουνιστικού κινδύνου. 

Την ίδια εποχή ο 40χρονος σμηναγός Αλαντάρ ντε Χέπες διατάχθηκε να συγκροτήσει και να αναλάβει την διοίκηση της 101ης Σμηναρχίας, μίας νέας μονάδας η οποία με συνολική δύναμη τριών Μοιρών, θα ανελάμβανε την άμυνα του πατρίου εδάφους από τις επιδρομές των αμερικανικών τετρακινητήριων: με αφετηρία τις βάσεις της 15ης Αεροπορικής Δύναμης στην Ιταλία, οι Αμερικανοί είχαν ήδη αρχίσει να βομβαρδίζουν την Βουδαπέστη. Τα “Κόκκινα Puma”, ενσωματωμένα τώρα στην 101η Σμηναρχία, θα έφεραν όλο το βάρος της άμυνας της ουγγρικής πρωτεύουσας η οποία σύντομα θα βρισκόταν στην ίδια ακριβώς μοίρα με εκείνη του Βερολίνου.

Αρχικά η ουγγρική κυβέρνηση επέδειξε μία ανεκτική στάση έναντι των επιδρομών, αποφεύγοντας να εμπλέξει τα αεροσκάφη της με τα αμερικανικά βομβαρδιστικά, επιδιώκοντας να προκαλέσουν κρυφά τον οίκτο των ΗΠΑ, προτιμώντας ουσιαστικά, η χώρα τους να καταληφθεί από εκείνους, παρά από τους Σοβιετικούς. Η στάση του ντε Χέπες όμως, άλλαξε ξαφνικά όταν μία ημέρα ένα σμήνος Mustang επιτέθηκε αιφνιδιαστικά στην βάση του, πολυβολώντας στο έδαφος οποιοδήποτε κινητό ή ακίνητο αντικείμενο. Ο Χέπες εξέλαβε την “απρόκλητη” επίθεση ως προσωπική προσβολή και αποφάσισε να ανταποδώσει το κτύπημα.

Συνηθισμένοι έως τότε στις αερομαχίες χαμηλού ύψους εναντίον των σοβιετικών μαχητικών, όπου μειονεκτούσαν αριθμητικά σε αναλογία 10:1, οι πιλότοι του ντε Χέπες, θα μάθαιναν τώρα τι σήμαινε να «…σκοτεινιάζει ο ουρανός από τις αμερικανικές αρμάδες» 500 τετρακινητηρίων, συνοδευόμενων από έναν ανάλογο αριθμό καταδιωκτικών. Απέναντί τους τα “Puma” είχαν να αντιτάξουν 40 Me-109! Η πρώτη επιτυχία του Χέπες εναντίον των αμερικανικών “Φρουρίων” ήλθε στις 26 Μαΐου 1944 με την κατάρριψη δύο Liberator. Τέσσερις ημέρες αργότερα βυθίστηκε και πάλι εναντίον ενός “κιβωτίου” τετρακινητήριων νιώθοντας την οργή τουλάχιστον 60 πολυβόλων των 12,7 mm  να ξεσπά πάν