ΛΟΦΟΣ 112

ΤΟ ΟΛΟΚΑΥΤΩΜΑ ΤΗΣ ΝΟΡΜΑΝΔΙΑΣ  

(26 ΙΟΥΝΙΟΥ- 1 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 1944)    

Άγγελος Δαλασσηνός

   

Η πόλη της Καν αποτελούσε το κυριότερο εμπόδιο στην προέλαση των βρετανικών δυνάμεων στην Νορμανδία. Παρά την αριθμητική τους υπεροχή οι Βρετανοί στάθηκαν ανίκανοι να εξαλείψουν την επίμονη αντίσταση μίας γερμανικής μεραρχίας η οποία την υπερασπιζόταν. Η αποτυχία κατάληψης της την “Ημέρα D” (6 Ιουνίου) ήταν ίσως κατανοητή, αλλά η αποτυχία της κατάληψής της μέχρι τα τέλη του μηνός ήταν ανεπίτρεπτη. Οι Σύμμαχοι ανησυχούσαν για την αργή πρόοδο της προέλασής τους και την αυξανόμενη συρροή γερμανικών ενισχύσεων. Σε μία προσπάθεια να ξεφύγει από την αιματηρή ισοπαλία μπροστά στις πύλες της γαλλικής πόλης, ο Μοντγκόμερυ αποφάσισε να την παρακάμψει από τα δυτικά, υπερφαλαγγίζοντας την γερμανική άμυνα, ώστε να επιτρέψει στα άρματά του να προελάσουν ταχύτατα στο εσωτερικό της επίπεδης ενδοχώρας. Στην μέση της διαδρομής της βρετανικής επίθεσης βρισκόταν ένας μικρός λόφος, αναφερόμενος στον χάρτη ως «Λόφος 112». Από την έναρξη της επίθεσης στις 26 Ιουνίου και για τις επόμενες πέντε εβδομάδες, ο λόφος αυτός θα μετατρέπονταν στο σκηνικό της μεγαλύτερης αιματοχυσίας σε όλη τη Νορμανδία.

   

The Monument

Στις 25 Ιουνίου 1944, σχεδόν τρεις εβδομάδες μετά την απόβαση, δύο βρετανικά Σώματα Στρατού βρίσκονταν ακόμα ακινητοποιημένα μπροστά στις πύλες της Καν, βορά στα πολυβόλα και τα λιγοστά άρματα μίας μεραρχίας SS. Μετά την αρχική μετωπική επίθεση εναντίον της Καν, και μίας δεύτερης κυκλωτικής επιχείρησης της πόλης -αμφότερες αποτυχημένες- ο στρατηγός Μοντγκόμερυ κατέφυγε στην επόμενη λογική λύση: να παράκαμψει την πόλη από δεξιά, με έναν ευρύ ημικυκλικό ελιγμό, ο οποίος θα απομόνωνε την γερμανική άμυνα, τοποθετώντας τις βρετανικές δυνάμεις στα νώτα του γερμανικού μετώπου, έτοιμες να προελάσουν γρήγορα προς την ενδοχώρα. Αυτή η απόφαση οδήγησε στην διεξαγωγή δύο διαδοχικών επιχειρήσεων μεγάλης κλίμακας. Η πρώτη ήταν η “PERCH” (12-14 Ιουνίου), η οποία έληξε απότομα όταν η προέλαση της εμπειροπόλεμης και διακεκριμένης 7ης Μεραρχίας Τεθωρακισμένων, των “Aρουραίων της Ερήμου”, σταμάτησε μπροστά στην κάννη του ενός και μόνου Tiger του ανθυπολοχαγού SS Μίκαελ Βίτμαν, στα συντρίμμια του Βιλλέρ Μποκάζ.

Για τον νικητή του Ελ Αλαμέϊν όμως, ο χρόνος ήταν αίμα και όλα αυτά κυλούσαν γρήγορα, λειτουργώντας εις βάρος του: η καθυστέρηση κατάληψης της πόλης, χάριζε χρόνο στις γερμανικές μεραρχίες τεθωρακισμένων να συγκεντρωθούν στον χώρο του συμμαχικού προγεφυρώματος -και οι Σύμμαχοι γνώριζαν καλά ότι τα βαριά Panther και Tiger αποτελούσαν την μόνη ελπίδα του Χίτλερ να καθηλώσει ολόκληρη την απόβαση στις ακτές. Όταν στα τέλη Ιουνίου τα τεθωρακισμένα της 1ης SS Μεραρχίας Τεθωρακισμένων “Leibstandarte Adolf Hitler” (LAH), κατέφθαναν στην Καν, η κατάσταση άγγιξε πλέον τα όρια της κρίσης.

Η επιχείρηση “EPSOM” (26-30 Ιουνίου) θα ήταν η δεύτερη απόπειρα κύκλωσης και η τέταρτη κατά σειρά απόπειρα κατάληψης της πόλης η οποία, σύμφωνα με τους υπολογισμούς του Μοντγκόμερυ, θα έπρεπε να είχε ήδη καταληφθεί από την πρώτη κιόλας ημέρα της απόβασης. Με δύναμη 60.000 ανδρών, 800 αρμάτων, 700 πυροβόλων, άφθονη αεροπορική υποστήριξη και ένα προπαρασκευαστικό φράγμα πυροβολικού το οποίο θα κατακεραύνωνε ανηλεώς τις γερμανικές θέσεις, το 8ο βρετανικό Σώμα Στρατού θα ξεκινούσε την επιχείρηση στις 26 Ιουνίου με εφαλτήριο την πόλη Μπρετεβίλ, δυτικά της Καν. Η 11η Μεραρχία Τεθωρακισμένων θα οδηγούσε την αιχμή της επίθεσης, εισχωρώντας στο ρήγμα το οποίο θα δημιουργούσε το πεζικό της 15ης και 43ης Μεραρχίας. Παρασύροντας τα πάντα στο πέρασμά τους, οι τρεις μεραρχίες θα έσπευδαν ολοταχώς να καταλάβουν τις γέφυρες των ποταμών Οντόν και Ορν, προκειμένου να συνεχίσουν την προέλασή τους στο εσωτερικό. Ακριβώς ανάμεσα στους δύο αυτούς ποταμούς βρισκόταν ένα μικρό ύψωμα, το οποίο αναφερόταν στον χάρτη ως «Λόφος 112», αν και στην πραγματικότητα δεν ήταν καν λόφος.

Ο χαρακτηρισμός αυτός θα ήταν υπερβολικός για μία ανεπαίσθητη εδαφική έξαρση ύψους 112 m, μήκους πέντε και πλάτους δύο χιλιομέτρων, η οποία εκτεινόταν από το Εβρεσύ στα δυτικά, έως το Μαλτό στα ανατολικά. Το 1944, αλλά και μέχρι σήμερα ακόμα, ο Λόφος 112 ήταν ένα ανοικτό πεδίο, με ανεπαίσθητα ανηφορικές πλαγιές, καλυμμένες κατά περιοχές με πυκνές καλαμποκιές ύψους ενός μέτρου, χαμηλούς θάμνους και μία μόνο μικρή συστάδα δένδρων στην κορυφή του, περιβεβλημένη από μία συστοιχία θάμνων. Από την πλατιά και επίπεδη κορυφή του όμως, κάποιος μπορούσε να ελέγξει ολόκληρη την περιοχή της Καν, σε εκτίνα 10 km, καθώς και τις κοιλάδες των ποταμών Οντόν και Ορν, ανάμεσα στις οποίες βρισκόταν. Σε μία χώρα απόλυτα επίπεδη, όπου τίποτα δεν ξεπερνά το επίπεδο της θάλασσας, οι Δίδυμοι Λόφοι 112 και 113 αποτελούσαν το μοναδικό ύψωμα το οποίο θα χάριζε στους κατόχους του ένα ευρύ πεδίο πυρός και παρατήρησης, αφήνοντας τον αντίπαλο εκτεθειμένο στις πεδιάδες οι οποίες απλώνονταν στα νώτα του, εκεί όπου τα βρετανικά άρματα θα προήλαυναν απρόσκοπτα προς τα ανατολικά. Στις αμέσως επόμενες ημέρες ο λόφος θα άλλαζε χέρια τόσες φορές, ώστε ακόμα και οι στρατιώτες των αντιμαχομένων πλευρών δεν θα γνώριζαν σε ποιόν ανήκε.

Προς το παρόν βέβαια, το μόνο που έστεκε ανάμεσα στην ακμαία βρετανική δύναμη της επιχείρησης EPSOM και τις γέφυρες του Οντόν ήταν το αριστερό άκρο μίας αποδεκατισμένης μεραρχίας εφήβων –της 12ης SSHitlerjugend”. Και αυτή θα έκανε όλη τη διαφορά…

 

26 ΙΟΥΝΙΟΥ-30 ΙΟΥΝΙΟΥ: ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ EPSOM

 

Η επιχείρηση άρχισε στις 07.30 με ένα μαζικό φράγμα πυροβολικού το οποίο άφησε άναυδους ακόμα και τους ίδιους τους Βρετανούς στρατιώτες. Το κυλυόμενο τείχος των εκρήξεων προχωρούσε με σταθερό ρυθμό 100 μέτρων ανά τρία λεπτά, με το πεζικό και τα άρματα του 8ου Σώματος Στρατού να ακολουθούν πίσω του, τυλιγμένα σε προπέτασμα καπνού. Η αρχική σφοδρότητά της επίθεσης έδειχνε ότι επρόκειτο για μία ολοκληρωτική προσπάθεια διάσπασης της γερμανικής γραμμής -ένα Blitzkrieg βρετανικού τύπου.

Η γερμανική άμυνα αποτελείτο από τα υπολείμματα του αριστερού πλευρού της 12ης Μεραρχίας Τεθωρακισμένων SSHitlerjugend(HJ) του στρατηγού Κουρτ “Panzer” Μάγερ. Ήταν λεπτή, εύθραυστη και η μόνη που διέθεταν εκείνη την στιγμή οι Γερμανοί: μία χούφτα ακλόνητων έφηβων, υπερήφανων από την καταστροφή που προξενούσαν στους εμπειρότερους αντιπάλους τους, αποφασισμένων να πολεμήσουν για τα μόνα πράγματα που τους είχαν απομείνει: την αξιοπρέπειά και την συντροφικότητά τους. Υπέστησαν βαριές απώλειες, αλλά επέζησαν αρκετοί για να προκαλέσουν αντίστοιχες απώλειες και στους επιτιθέμενους. Μέσα στην αχλή της πρωινής ομίχλης, του καπνού και των πυκνών νεφών χώματος που σήκωναν οι εκρήξεις, τα βρετανικά άρματα έχασαν τον προσανατολισμό τους, μείωσαν τον ρυθμό προέλασής τους και άρχισαν να πέφτουν θύματα μίας επιλαρχίας Panzer. Όταν το πεζικό αντελήφθη ότι βάδιζε χωρίς την υποστήριξη των αρμάτων, σταμάτησε κι εκείνο. Η έλλειψη επικοινωνίας μεταξύ τεθωρακισμένων και πεζικού βύθισε τα πάντα στην αταξία και σύντομα η προέλαση εκφυλίστηκε σε μία οργανωμένη σύγχυση.Αυτό δεν διήρκεσε για πολύ. Την επόμενη ημέρα οι υπέρογκοι αριθμοί διέσπασαν την γερμανική άμυνα και μπροστά στα μάτια των Βρετανών αρματιστών απλωνόταν ο ποταμός Οντόν και ο Λόφος 112. Οι Γερμανοί όμως, αντέδρασαν γρηγορότερα από ότι οι Βρετανοί προήλαυναν. Μόλις αντελήφθησαν το ρήγμα που είχε δημιουργηθεί στην άμυνά τους συγκέντρωσαν ότι τμήματα μονάδων έβρισκαν και τα μετέφεραν μέσα σε μία νύχτα από τα νότια της Καν στην απειλούμενη περιοχή. Ο Κουρτ Μάγερ έριξε και τον τελευταίο άνδρα του στη μάχη σε μία απεγνωσμένη προσπάθεια να σταματήσει την βρετανική προέλαση. Το απόγευμα τα Panther του αντισυνταγματάρχη SS Μαξ Βύνσε (Max Wuensche) και οι Γρεναδιέροι του ταγματάρχη SS Έριχ Όλμπετερ (Erich Olboeter), δίνοντας μία επική μάχη μπροστά στους πρόποδες του Λόφου 112 κατάφεραν, με τρομερές απώλειες, να σταματήσουν την αιχμή της βρετανικής φάλαγγας στα χωριά Γκαβρού, Τουρμαβίλ και Μπαρόν. Οι Βρετανοί, αν και απείχαν μόλις δύο χιλιόμετρα από την κορυφή του Λόφου, δίστασαν να προχωρήσουν μέσα στο σκοτάδι, όπου κάθε θάμνος μπορούσε να κρύβει ένα αθέατο αντιαρματικό. Εγκαταστάθηκαν στο Μπαρόν και με το πρώτο φως της επομένης θα ερευνούσαν την περιοχή του λόφου. Ωστόσο, το βράδυ εκείνης της ημέρας η μοναδική άμυνα στον Λόφο αποτελείτο από μία μονάδα αντιαρματικών και μισή διμοιρία Γρεναδιέρων της “HJ”, εξαντλημένων από τις σκληρές μάχες των προηγούμενων ημερών. Τα εναπομείναντα σώα τμήματα των δυνάμεων του Βύνσε και του Όλμπετερ τοποθετήθηκαν στους νότιους πρόποδες του λόφου ως δύναμη εφεδρείας.

(Χάρτης) Νορμανδία 25-30 Ιουνίου 1944. 

Επιχείρηση “EPSOM”-Θύλακας του Οντόν-Γερμανική αντεπίθεση 2ου SS Σώματος Τεθωρακισμένων.

Το πρωί της 28ης Ιουνίου οι Βρετανοί ξεκίνησαν χρησιμοποιώντας για κάλυψη τα κτίσματα στην έξοδο του χωριού. Στην κορυφή του λόφου βρισκόταν μία πυροβολαρχία αντιαρματικών της Luftwaffe, εξοπλισμένη με τα περίφημα πυροβόλα διπλής χρήσης των 88 mm, παρακολουθώντας την επίθεση να ξεδιπλώνεται μπροστά τους. Ο Αυστριακός πυροβολητής Έριχ Κουρτ Γκρέτσελ διέκρινε ένα Churchill να βγαίνει πίσω από μία οικία. Η καταπακτή του πύργου άνοιξε και από μέσα εμφανίστηκε ο κυβερνήτης. Ύψωσε τα κυάλια στα μάτια του και ερεύνησε προσεκτικά τον χώρο του λόφου. Ο Γκρέτσελ τον κοιτούσε μέσα από την μεγεθυντική διόπτρα μακράς ακτίνας του πυροβόλου του, σχεδιασμένη να μεγεθύνει αεροσκάφη σε ύψος 6.000 m. Νόμιζε ότι μπορούσε να τον αγγίξει! Ο ξερός συριστικός ήχος της πρώτης οβίδας των 88 mm έσπασε την ησυχία του πρωινού, γκρεμίζοντας το σπίτι που του προσέφερε κάλυψη. Ο κυβερνήτης πανικοβλήθηκε και διέταξε αναστροφή. Πριν το άρμα προλάβει να αναστρέψει, η δεύτερη βολή πέτυχε τον πύργο. Οι υπόλοιποι χειριστές είχαν ήδη επιλέξει τους στόχους τους. Η επόμενη βολή κατέστρεψε την ερπύστρια ενός άλλου. Ένα τρίτο τινάχτηκε στον αέρα και το πλήρωμά εγκατέλειψε το φλεγόμενο άρμα, καθώς γύρω του ξεσπούσε ένα όργιο πυρών μικρών όπλων από την κορυφή του λόφου. Σχεδιασμένες να καταρρίπτουν αεροπλάνα σε ύψος 4,5 km, με ταχύτητα 1.000 m/sec, ανεπηρέαστες από τον άνεμο, με απόλυτα ευθεία βλητική τροχιά, οι οβίδες των αντιαρματικών, έπλητταν τους στόχους τους αλάνθαστα και ακριβέστατα. Τα υπόλοιπα Sherman άρχισαν να ελίσσονται βάλλοντας εναντίον των πυροβόλων.

Τα Panzer IV του Βύνσε ανέβηκαν την νότια πλαγιά για να ενισχύσουν τον αγώνα των ανυπεράσπιστων αντιαρματικών, ενώ οι ελάχιστοι στρατιώτες του Όλμπετερ κατελάμβαναν το αλσύλλιο της κορυφής. Τα Panzer, κινούμενα ανάμεσα στις πυκνές καλαμποκιές, έβαλλαν αλλάζοντας συνεχώς θέσεις. Από τον ουρανό εμφανίστηκε μία μοίρα Typhoon, ξεσπώντας την οργή τους πάνω στα ευάλωτα αντιαρματικά. Οι χειριστές τους βρέθηκαν μέσα σε μία κόλαση πυρός προερχόμενη από τον αέρα και το έδαφος.

Τα Sherman άρχισαν να ανεβαίνουν γρήγορα τις πλαγιές του λόφου, καθώς τα μαχητικά αφάνιζαν τα αντιαρματικά. Το ένα πυροβόλο μετά το άλλο ανατιναζόταν στον αέρα μαζί με τους χειριστές του. Η μόνη σωτηρία ήταν η υποχώρηση. Πρόλαβαν να ανατινάξουν δύο πυροβόλα και να εγκαταλείψουν τον λόφο. Όταν τα Typhoon απομακρύνθηκαν, τα άρματα της “Hitlerjugend” απέμειναν μόνα να αντιμετωπίσουν την επίθεση. Εικοσιπέντε Sherman, μαζί με το πεζικό που τα ακολουθούσε, κατάφεραν να φθάσουν μέχρι τις βόρειες παρυφές του λόφου. Εκεί όμως δέχθηκαν πλευρικά πυρά από Panther και Mk IV που βρίσκονταν στο Φονταίν. Εγκλωβισμένα ανάμεσα σε διασταυρούμενα πυρά και εκτεθειμένα στις γυμνές πλαγιές του λόφου, τα άρματα της 23ης ίλης Ουσσάρων άρχισαν να υφίστανται απώλειες οι οποίες άγγιζαν επικίνδυνα επίπεδα. Καλυπτόμενα πίσω από ένα προπέτασμα καπνού, αποτραβήχτηκαν στο Μπαρόν.

Τη νύχτα, κάτω από την κάλυψη του σκότους, μία διμοιρία Γρεναδιέρων SS παρείσφρησε αθόρυβα στο χωριό. Κατέλαβαν χαρακώματα, κατέστρεψαν δύο αντιαρματικά πυροβόλα, δύο Bren Carrier και αρκετούς όλμους τοποθετημένους κοντά στην εκκλησία του χωριού, σκοτώνοντας τα πληρώματα όλων. Η έκρηξη των πυρομαχικών των όλμων η οποία συγκλόνισε ολόκληρη την περιοχή, πρόδωσε την παρουσία τους και το βρετανικό πυροβολικό απώθησε τελικά τους επιδρομείς. Οι Βρετανοί έκλεισαν την ημέρα σαρώνοντας τον Λόφο 112 με ένα τυφλό βομβαρδισμό ο οποίος υποχρέωσε τις μονάδες των Βύνσε και Όλμπετερ να υποχωρήσουν πάλι στις νότιες παρυφές. Το γερμανικό πυροβολικό ανταπέδωσε βομβαρδίζοντας το Μπαρόν. Ένας Βρετανός ταγματάρχης διηγείται μία σκηνή η οποία προκάλεσε στους άνδρες του μία περίεργη αίσθηση:

«Στην εκκλησία του χωριού υπήρχαν αρκετοί ξύλινοι σταυροί νεκρών στρατιωτών, ο καθένας με ένα γερμανικό κράνος στην κορυφή του. Οι συνεχείς εκρήξεις και τα εκτοξευόμενα θραύσματα συχνά έριχναν τα κράνη από τους σταυρούς. Όταν ο βομβαρδισμός τελείωνε, ένας Γάλλος χωρικός, με σεμνό και σοβαρό ύφος, επανατοποθετούσε προσεκτικά κάθε κράνος στον σταυρό του»…

 

 

29-30 ΙΟΥΝΙΟΥ – Η ΓΕΡΜΑΝΙΚΗ ΑΝΤΕΠΙΘΕΣΗ

«…Πίνοντας το αίμα της “Hitlerjugend”»

 

Το ρήγμα στην γερμανική άμυνα είχε δημιουργήσει έναν θύλακα ο οποίος εισχωρούσε σε βάθος οκτώ χιλιομέτρων μέσα στις γερμανικές γραμμές, αλλά είχε πλάτος μόνο τριών, με αποτέλεσμα να προεξέχει προκλητικά μέσα στον εχθρικό τομέα. Το γερμανικό επιτελείο δεν άργησε να αντιληφθεί την ευκαιρία που του παρουσιαζόταν να εξαλείψει εντελώς το βρετανικό προγεφύρωμα του Οντόν, σχεδιάζοντας μία ισχυρή αντεπίθεση στα πλευρά του. Γύρω από τον θύλακα άρχισαν να συγκεντρώνονται όλο και περισσότερες δυνάμεις. Ο καθοριστικός παράγων θα ήταν η άφιξη του 2ου SS Σώματος Τεθωρακισμένων. Η δύναμη αυτή αποτελείτο από δύο Μεραρχίες Τεθωρακισμένων, την 9η SS “Hohenstaufen” και 10η SS “Frundsberg”. Οι εμπειροπόλεμες αυτές μονάδες, μετά από μία εκστρατεία στο ανατολικό μέτωπο στα μέσα του 1943, είχαν κληθεί στην Νορμανδία για να αποτελέσουν την αιχμή της επίθεσης εναντίον των πλευρών και του μετώπου του θύλακα.

Η επίθεση ξεκίνησε δυναμικά στις 29 Ιουνίου με το 2ο SS Σώμα Τεθωρακισμένων να εισχωρεί στο δυτικό πλευρό των βρετανικών γραμμών. Οι Βρετανοί απάντησαν με έναν σαρωτικό αεροπορικό βομβαρδισμό ο οποίος διέσπασε τους σχηματισμούς των αρμάτων και τελικά ανέκοψε ολόκληρη την επίθεση. Οι Βρετανοί, χωρίς να έχουν αντιληφθεί ότι η ορμή της γερμανικής επίθεσης είχε εξαντληθεί, διέκοψαν την δική τους επίθεση, μεταφέροντας την κύρια δύναμη των τεθωρακισμένων τους στα πλευρά του θύλακα για να αντιμετωπίσουν μία απειλή η οποία, ουσιαστικά, δεν υφίστατο πλέον. Η κίνηση αυτή θα είχε τραγικές συνέπειες.

Την επόμενη μέρα, κάτω από έναν προπαρασκευαστικό βομβαρδισμό πυροβόλων, όλμων και ρουκετοβόλων, οι Γερμανοί ξεκίνησαν μία μαζική αντεπίθεση εναντίον του αποδυναμωμένου πλέον μετώπου του θύλακα, με αντικειμενικό σκοπό την κατάληψη των Δίδυμων Λόφων 112 και 113. Η επίθεση διεξήχθη σε τρεις άξονες –νοτιοδυτικά, νότια και νοτιοανατολικά. Οι δυνάμεις που την αποτελούσαν ήταν ένα σύνταγμα Γρεναδιέρων της 10ης SS, υποστηριζόμενο από Panzer IV και την Ομάδα Μάχης Βύνσε” της “HJ”, αποτελούμενη από τα Panzer ΙV του Βύνσε και τους εξουθενωμένους Γρεναδιέρους του Όλμπετερ. Ο υπολοχαγός SS Βίλλυ Κέντλερ της 12ης SS ανακαλεί την μάχη:

«Από νωρίς το πρωί τα ρουκετοβόλα, βάλλοντας πάνω από τα κεφάλια μας, ούρλιαζαν αφήνοντας πίσω τους πέπλα καπνού, κατακεραυνώνοντας τις βρετανικές θέσεις στο μικρό αλσύλλιο της κορυφής. Οι άνδρες μας έβλεπαν τους Άγγλους να τρέπονται σε φυγή. Όταν φθάσαμε στην κορυφή τα πάντα είχαν τελειώσει. Μερικοί κινητήρες βρετανικών αρμάτων ήταν ακόμα αναμμένοι, αλλά τα άρματα εγκαταλειμμένα. Από την άλλη πλευρά του λόφου οι Γρεναδιέροι της “Frundsberg” ανέβαιναν ήδη προς την κορυφή».

Μέχρι τις 07.30 τα Panzer IV είχαν αγγίξει την κορυφή του λόφου και μέχρι τις 10.00 όλη η βόρεια παρυφή βρισκόταν υπό γερμανική κατοχή. Το βρετανικό πεζικό που κατείχε κάποιες θέσεις στους βόρειους πρόποδες του Λόφου είχε απομείνει χωρίς υποστήριξη αρμάτων και όταν ξέσπασε η γερμανική επίθεση αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τις θέσεις τις οποίες με τόσο αίμα είχε κερδίσει την προηγούμενη ημέρα. Το βράδυ, κάτω από μία ξαφνική θερινή βροχή, καθώς το βρετανικό πεζικό αποσύρονταν, οι Γρεναδιέροι SS ανακαταλάμβαναν τον Λόφο.

Η έναρξη της βροχής σήμαινε και το τέλος της γερμανικής αντεπίθεσης του 2ου Σώματος Τεθωρακισμένων SS, αλλά και της ίδιας της επιχείρησης EPSOM, η οποία είχε κοστίσει τις ζωές 4.020 Βρετανών στρατιωτών. Από άποψη εδαφικών κερδών αμφότερες οι επιχειρήσεις είχαν ελάχιστα να επιδείξουν. Oι Γερμανοί, παρά την πίεση του δυτικού πλευρού του θύλακα κατά δύο χιλιόμετρα και την καταστροφή 23 αρμάτων, συνειδητοποίησαν ότι δεν διέθεταν πλέον την δύναμη για να εξαλείψουν το βρετανικό προγεφύρωμα στον Οντόν. Μετά τις απώλειες 1.145 ανδρών και 32 αρμάτων, η 9η Μεραρχία SSHohenstaufen” αποσύρθηκε νοτιότερα ως δύναμη εφεδρείας. Η 10η SS “Frundsberg”, με τις λιγότερες απώλειες (570 νεκρούς), παρέμεινε εκεί αναλαμβάνοντας την άμυνα του τομέα.

Παρά την αποτυχία της όμως, η αντεπίθεση είχε καταφέρει να περιορίσει την επέκταση του βρετανικού προγεφυρώματος και να αποτρέψει την διάσπαση της άμυνας. «Ο Λόφος 112 είναι το κλειδί για την πίσω πόρτα της Καν», σχολίασε ο στρατηγός SS Πάουλ Χάουσερ, σε μία εκτίμησή του για την κατάσταση του μετώπου.  «Όποιος κατέχει τον λόφο κατέχει την Νορμανδία». Οι Βρετανοί, με την διστακτικότητά τους, είχαν ουσιαστικά παραδώσει τον λόφο στους αντιπάλους τους και είχαν χάσει την ευκαιρία να αγγίξουν τον ποταμό Ορν μέσα στις επόμενες ημέρες, αν και μία αποφασιστική συνέχιση της επίθεσης εκείνη τη στιγμή θα μπορούσε να είχε διασπάσει την γερμανική άμυνα. Παρά τις φιλοδοξίες του Μοντγκόμερυ, η επιχείρηση EPSOM είχε αποδειχθεί η απόλυτη αντίθεση του “Αστραπιαίου Πολέμου” τον οποίο σχεδίαζε να διεξάγει. Με την λήξη της τέσσερις ταξίαρχοι, ένας υποστράτηγος και ένας αντιστράτηγος έχασαν τις διοικήσεις τους εξ αιτίας της έλλειψης επιθετικότητας που επέδειξαν. Σε ότι αφορούσε την Ανώτατη Συμμαχική Διοίκηση, η “Πίσω Πόρτα για την Καν”, παρέμενε κλειστή, χάρη στην αντεπίθεση του 2ου SS Σώματος Τεθωρακισμένων.

Στις ημέρες που ακολούθησαν οι Γερμανοί αποκατέστησαν την γραμμή της άμυνάς τους δυτικά της Καν, η οποία είχε το σχήμα του βρετανικού θύλακα στον Οντόν, περιλαμβάνοντας τις τοποθεσίες Καρπικέ, Βερσόν, Ετερβίλ, Λόφο 112, Τουρμαβίλ, Γκαβρού και Μπρετεβίλ στα βορειοδυτικά. Οι εξαντλημένοι Γρεναδιέροι της 12ης SS “HJ”, η οποία είχε αναλάβει ουσιαστικά την άμυνα της Καν για το διάστημα του Ιουνίου, είχαν δώσει μία απελπισμένη μάχη προσπαθώντας να κερδίσουν χρόνο μέχρι την άφιξη του 2ου SS Σώματος Τεθωρακισμένων, κατορθώνοντας να συγκρατήσουν την βρετανική επίθεση με τις τελευταίες εφεδρείες που διέθεταν. Λαχανιασμένοι από την ένταση της μάχης, με τα σώματά τους καλυμένα με αίμα, σκόνη και χώμα, οι έφηβοι αυτοί που δεν είχαν ξαναβρεθεί ποτέ σε πεδίο της μάχης, είχαν σταματήσει ολόκληρη την βρετανική προέλαση, μαχόμενοι εναντίον βετεράνων της Αφρικής και της Ιταλίας, εγείροντας το δέος και το μίσος τους. Με την λήξη της επίθεσης ο διοικητής τους, στρατηγός Μάγερ, είπε ότι «…οι τέσσερις βρετανικές μεραρχίες στο εσωτερικό του θύλακα είχαν επιζήσει πίνοντας το αίμα της “Hitlerjugend”». Παρά τις βαρύτατες απώλειές τους (1.244 άνδρες και 103 άρματα), η άμυνά τους θα καταγραφόταν ως μία από τις κλασσικότερες αμυντικές μάχες της σύγχρονης ιστορίας. Για τις ανδραγαθίες τους κατά την διάρκεια εκείνων των τρομακτικών ημερών ο Μαξ Βύνσε και ο Έριχ Όλμπετερ τιμήθηκαν με τα Φύλλα Δρυός ο πρώτος, και τον Σταυρό των Ιπποτών ο δεύτερος.

Μία ιδέα της αριθμητικής υπεροχής την οποία αντιμετώπισαν εκείνοι οι άνδρες μπορεί να δοθεί από μία αναλογική σύγκριση δυνάμεων. Εκείνη τη στιγμή το σύνολο των γερμανικών τεθωρακισμένων στη Νορμανδία αριθμούσε 620 άρματα, εκ των οποίων τα 500 βρίσκονταν στον βρετανικό τομέα και μόνο 120 στον αμερικανικό. Παρόλα αυτά η βρετανική υπεροπλία ήταν της αναλογίας 2:1 για το πεζικό και 6:1 για τα άρματα, χωρίς να αναφερθεί η απανταχού παρούσα αεροπορική υποστήριξη.

Μέσα στις επόμενες ημέρες, καθώς το βάρος των βρετανικών επιχειρήσεων θα μετατοπιζόταν και πάλι στην απευθείας κατάληψη της Καν, στην ευρύτερη περιοχή των Δίδυμων Λόφων θα συγκεντρώνονταν η 9η και η 10η SS Μεραρχία Τεθωρακισμένων, υποβοηθούμενες από Ομάδες Μάχης της 1η SS “Leibstandarte Adof Hitler”, της 12ης SS “Hitlerjugend” και της 2ης SS “Das Reich”. Ποτέ άλλοτε δεν είχαν συγκεντρωθεί τόσες μεραρχίες SS σε μία τόσο μικρή τοποθεσία!

 

Erich Olboeter

Kurt Meyer

 

«ΗΤΑΝ ΓΡΑΦΤΟ ΜΑΣ ΝΑ ΠΕΘΑΝΟΥΜΕ ΣΤΗΝ ΚΑΝ»

7-9 Ιουλίου: η πτώση της πόλης

 

Με την αποτυχία της επιχείρησης EPSOM η βρετανική διοίκηση υποχρεώθηκε να επανέλθει στην απλή και εξαιρετικά θανατηφόρα λύση της μετωπικής επίθεσης για την κατάληψή της Καν. Στις 7 Ιουλίου η RAF ισοπέδωσε την πόλη με έναν βομβαρδισμό 500 τετρακινητηρίων, ο οποίος δεν ήταν παρά ο πρόλογος μίας μαζικής επίθεσης σε τρεις διαφορετικούς άξονες. Μέχρι το μεσημέρι οι Βρετανοί είχαν συνθλίψει κάθε αντίσταση, εκτός από εκείνη της ηρωικής “Hitlerjugend” η οποία εξαπέλυσε μία τελευταία απεγνωσμένη αντεπίθεση με τα λιγοστά Panther που διέθετε. Η αντεπίθεση κατάφερε να ανασχέσει την βρετανική ορμή και όταν πλέον οι ακατάβλητοι Γρεναδιέροι του Κουρτ Μάγερ βρέθηκαν κυκλωμένοι από τρεις πλευρές, υποχώρησαν στο νότιο ήμισυ της πόλης, πίσω από τον ποταμό Ορν ο οποίος την διασχίζει. Στις 9 Ιουλίου τα βρετανικά στρατεύματα εισέρχονταν επιτέλους στην Καν, το μεγάλο έπαθλο της εκστρατείας της Νορμανδίας, 33 ημέρες αργότερα από την προγραμματισμένη κατάληψή της, έχοντας ωστόσο καταλάβει μόνο το βόρειο ήμισυ της πόλης. Ο Μάγερ και οι έφηβοί του θα συνέχιζαν να μάχονται μέχρι την τελευταία σφαίρα, έχοντας συνειδητοποιήσει ότι ήταν ταγμένοι να πεθάνουν εκεί.

 

ΤΟ ΓΡΥΛΙΣΜΑ ΤΗΣ ΤΙΓΡΗΣ

Νύχτα 9-10 Ιουλίου

 

Δυτικότερα όλων αυτών στηνόταν ένα νέο αιματηρό σκηνικό το οποίο δεν θα έσβηνε ποτέ από τις μνήμες Βρετανών και Γερμανών στρατιωτών που θα έπαιρναν μέρος σε αυτό: στατικός πόλεμος μπροστά στον Λόφο 112. Κάτω από τις συγκεκριμένες συνθήκες η κατάληψή του είχε τώρα αποβεί ζωτικής σημασίας και για τις δύο πλευρές: οι Βρετανοί τον χρειάζονταν για να ολοκληρώσουν την νίκη τους στην Καν και να συνεχίσουν την προέλασή τους προς την ενδοχώρα, ενώ οι Γερμανοί για να τους περιορίσουν στις ακτές. Οι πραγματικές μάχες για την κατάληψή του Λόφου 112 θα άρχιζαν με την επιχείρηση “JUPITER”. Αυτή θα διεξαγόταν σε τρεις φάσεις. Στην πρώτη, δύο βρετανικές ταξιαρχίες θα κατελάμβαναν τον λόφο. Στη δεύτερη, η μία θα κρατούσε τον λόφο, ενώ η δεύτερη θα κατελάμβανε τα χωριά  Ετερβίλ και Μαλτό. Στην τρίτη, άρματα και μηχανοκίνητο πεζικό, σε μία ταχεία προέλαση, θα έσπευδαν να καταλάβουν τις γέφυρες του Ορν. Η αιχμή του δόρατος του 8ου Σώματος Στρατού θα ήταν η 43η Μεραρχιά Πεζικού, υπό την διοίκηση του στρατηγού Άϊβορ Τόμας, αποτελούμενη από ένα σύνολο 18 ταγμάτω&#