ΛΟΦΟΣ 112

ΤΟ ΟΛΟΚΑΥΤΩΜΑ ΤΗΣ ΝΟΡΜΑΝΔΙΑΣ  

(26 ΙΟΥΝΙΟΥ- 1 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 1944)    

Άγγελος Δαλασσηνός

   

Η πόλη της Καν αποτελούσε το κυριότερο εμπόδιο στην προέλαση των βρετανικών δυνάμεων στην Νορμανδία. Παρά την αριθμητική τους υπεροχή οι Βρετανοί στάθηκαν ανίκανοι να εξαλείψουν την επίμονη αντίσταση μίας γερμανικής μεραρχίας η οποία την υπερασπιζόταν. Η αποτυχία κατάληψης της την “Ημέρα D” (6 Ιουνίου) ήταν ίσως κατανοητή, αλλά η αποτυχία της κατάληψής της μέχρι τα τέλη του μηνός ήταν ανεπίτρεπτη. Οι Σύμμαχοι ανησυχούσαν για την αργή πρόοδο της προέλασής τους και την αυξανόμενη συρροή γερμανικών ενισχύσεων. Σε μία προσπάθεια να ξεφύγει από την αιματηρή ισοπαλία μπροστά στις πύλες της γαλλικής πόλης, ο Μοντγκόμερυ αποφάσισε να την παρακάμψει από τα δυτικά, υπερφαλαγγίζοντας την γερμανική άμυνα, ώστε να επιτρέψει στα άρματά του να προελάσουν ταχύτατα στο εσωτερικό της επίπεδης ενδοχώρας. Στην μέση της διαδρομής της βρετανικής επίθεσης βρισκόταν ένας μικρός λόφος, αναφερόμενος στον χάρτη ως «Λόφος 112». Από την έναρξη της επίθεσης στις 26 Ιουνίου και για τις επόμενες πέντε εβδομάδες, ο λόφος αυτός θα μετατρέπονταν στο σκηνικό της μεγαλύτερης αιματοχυσίας σε όλη τη Νορμανδία.

   

The Monument

Στις 25 Ιουνίου 1944, σχεδόν τρεις εβδομάδες μετά την απόβαση, δύο βρετανικά Σώματα Στρατού βρίσκονταν ακόμα ακινητοποιημένα μπροστά στις πύλες της Καν, βορά στα πολυβόλα και τα λιγοστά άρματα μίας μεραρχίας SS. Μετά την αρχική μετωπική επίθεση εναντίον της Καν, και μίας δεύτερης κυκλωτικής επιχείρησης της πόλης -αμφότερες αποτυχημένες- ο στρατηγός Μοντγκόμερυ κατέφυγε στην επόμενη λογική λύση: να παράκαμψει την πόλη από δεξιά, με έναν ευρύ ημικυκλικό ελιγμό, ο οποίος θα απομόνωνε την γερμανική άμυνα, τοποθετώντας τις βρετανικές δυνάμεις στα νώτα του γερμανικού μετώπου, έτοιμες να προελάσουν γρήγορα προς την ενδοχώρα. Αυτή η απόφαση οδήγησε στην διεξαγωγή δύο διαδοχικών επιχειρήσεων μεγάλης κλίμακας. Η πρώτη ήταν η “PERCH” (12-14 Ιουνίου), η οποία έληξε απότομα όταν η προέλαση της εμπειροπόλεμης και διακεκριμένης 7ης Μεραρχίας Τεθωρακισμένων, των “Aρουραίων της Ερήμου”, σταμάτησε μπροστά στην κάννη του ενός και μόνου Tiger του ανθυπολοχαγού SS Μίκαελ Βίτμαν, στα συντρίμμια του Βιλλέρ Μποκάζ.

Για τον νικητή του Ελ Αλαμέϊν όμως, ο χρόνος ήταν αίμα και όλα αυτά κυλούσαν γρήγορα, λειτουργώντας εις βάρος του: η καθυστέρηση κατάληψης της πόλης, χάριζε χρόνο στις γερμανικές μεραρχίες τεθωρακισμένων να συγκεντρωθούν στον χώρο του συμμαχικού προγεφυρώματος -και οι Σύμμαχοι γνώριζαν καλά ότι τα βαριά Panther και Tiger αποτελούσαν την μόνη ελπίδα του Χίτλερ να καθηλώσει ολόκληρη την απόβαση στις ακτές. Όταν στα τέλη Ιουνίου τα τεθωρακισμένα της 1ης SS Μεραρχίας Τεθωρακισμένων “Leibstandarte Adolf Hitler” (LAH), κατέφθαναν στην Καν, η κατάσταση άγγιξε πλέον τα όρια της κρίσης.

Η επιχείρηση “EPSOM” (26-30 Ιουνίου) θα ήταν η δεύτερη απόπειρα κύκλωσης και η τέταρτη κατά σειρά απόπειρα κατάληψης της πόλης η οποία, σύμφωνα με τους υπολογισμούς του Μοντγκόμερυ, θα έπρεπε να είχε ήδη καταληφθεί από την πρώτη κιόλας ημέρα της απόβασης. Με δύναμη 60.000 ανδρών, 800 αρμάτων, 700 πυροβόλων, άφθονη αεροπορική υποστήριξη και ένα προπαρασκευαστικό φράγμα πυροβολικού το οποίο θα κατακεραύνωνε ανηλεώς τις γερμανικές θέσεις, το 8ο βρετανικό Σώμα Στρατού θα ξεκινούσε την επιχείρηση στις 26 Ιουνίου με εφαλτήριο την πόλη Μπρετεβίλ, δυτικά της Καν. Η 11η Μεραρχία Τεθωρακισμένων θα οδηγούσε την αιχμή της επίθεσης, εισχωρώντας στο ρήγμα το οποίο θα δημιουργούσε το πεζικό της 15ης και 43ης Μεραρχίας. Παρασύροντας τα πάντα στο πέρασμά τους, οι τρεις μεραρχίες θα έσπευδαν ολοταχώς να καταλάβουν τις γέφυρες των ποταμών Οντόν και Ορν, προκειμένου να συνεχίσουν την προέλασή τους στο εσωτερικό. Ακριβώς ανάμεσα στους δύο αυτούς ποταμούς βρισκόταν ένα μικρό ύψωμα, το οποίο αναφερόταν στον χάρτη ως «Λόφος 112», αν και στην πραγματικότητα δεν ήταν καν λόφος.

Ο χαρακτηρισμός αυτός θα ήταν υπερβολικός για μία ανεπαίσθητη εδαφική έξαρση ύψους 112 m, μήκους πέντε και πλάτους δύο χιλιομέτρων, η οποία εκτεινόταν από το Εβρεσύ στα δυτικά, έως το Μαλτό στα ανατολικά. Το 1944, αλλά και μέχρι σήμερα ακόμα, ο Λόφος 112 ήταν ένα ανοικτό πεδίο, με ανεπαίσθητα ανηφορικές πλαγιές, καλυμμένες κατά περιοχές με πυκνές καλαμποκιές ύψους ενός μέτρου, χαμηλούς θάμνους και μία μόνο μικρή συστάδα δένδρων στην κορυφή του, περιβεβλημένη από μία συστοιχία θάμνων. Από την πλατιά και επίπεδη κορυφή του όμως, κάποιος μπορούσε να ελέγξει ολόκληρη την περιοχή της Καν, σε εκτίνα 10 km, καθώς και τις κοιλάδες των ποταμών Οντόν και Ορν, ανάμεσα στις οποίες βρισκόταν. Σε μία χώρα απόλυτα επίπεδη, όπου τίποτα δεν ξεπερνά το επίπεδο της θάλασσας, οι Δίδυμοι Λόφοι 112 και 113 αποτελούσαν το μοναδικό ύψωμα το οποίο θα χάριζε στους κατόχους του ένα ευρύ πεδίο πυρός και παρατήρησης, αφήνοντας τον αντίπαλο εκτεθειμένο στις πεδιάδες οι οποίες απλώνονταν στα νώτα του, εκεί όπου τα βρετανικά άρματα θα προήλαυναν απρόσκοπτα προς τα ανατολικά. Στις αμέσως επόμενες ημέρες ο λόφος θα άλλαζε χέρια τόσες φορές, ώστε ακόμα και οι στρατιώτες των αντιμαχομένων πλευρών δεν θα γνώριζαν σε ποιόν ανήκε.

Προς το παρόν βέβαια, το μόνο που έστεκε ανάμεσα στην ακμαία βρετανική δύναμη της επιχείρησης EPSOM και τις γέφυρες του Οντόν ήταν το αριστερό άκρο μίας αποδεκατισμένης μεραρχίας εφήβων –της 12ης SSHitlerjugend”. Και αυτή θα έκανε όλη τη διαφορά…

 

26 ΙΟΥΝΙΟΥ-30 ΙΟΥΝΙΟΥ: ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ EPSOM

 

Η επιχείρηση άρχισε στις 07.30 με ένα μαζικό φράγμα πυροβολικού το οποίο άφησε άναυδους ακόμα και τους ίδιους τους Βρετανούς στρατιώτες. Το κυλυόμενο τείχος των εκρήξεων προχωρούσε με σταθερό ρυθμό 100 μέτρων ανά τρία λεπτά, με το πεζικό και τα άρματα του 8ου Σώματος Στρατού να ακολουθούν πίσω του, τυλιγμένα σε προπέτασμα καπνού. Η αρχική σφοδρότητά της επίθεσης έδειχνε ότι επρόκειτο για μία ολοκληρωτική προσπάθεια διάσπασης της γερμανικής γραμμής -ένα Blitzkrieg βρετανικού τύπου.

Η γερμανική άμυνα αποτελείτο από τα υπολείμματα του αριστερού πλευρού της 12ης Μεραρχίας Τεθωρακισμένων SSHitlerjugend(HJ) του στρατηγού Κουρτ “Panzer” Μάγερ. Ήταν λεπτή, εύθραυστη και η μόνη που διέθεταν εκείνη την στιγμή οι Γερμανοί: μία χούφτα ακλόνητων έφηβων, υπερήφανων από την καταστροφή που προξενούσαν στους εμπειρότερους αντιπάλους τους, αποφασισμένων να πολεμήσουν για τα μόνα πράγματα που τους είχαν απομείνει: την αξιοπρέπειά και την συντροφικότητά τους. Υπέστησαν βαριές απώλειες, αλλά επέζησαν αρκετοί για να προκαλέσουν αντίστοιχες απώλειες και στους επιτιθέμενους. Μέσα στην αχλή της πρωινής ομίχλης, του καπνού και των πυκνών νεφών χώματος που σήκωναν οι εκρήξεις, τα βρετανικά άρματα έχασαν τον προσανατολισμό τους, μείωσαν τον ρυθμό προέλασής τους και άρχισαν να πέφτουν θύματα μίας επιλαρχίας Panzer. Όταν το πεζικό αντελήφθη ότι βάδιζε χωρίς την υποστήριξη των αρμάτων, σταμάτησε κι εκείνο. Η έλλειψη επικοινωνίας μεταξύ τεθωρακισμένων και πεζικού βύθισε τα πάντα στην αταξία και σύντομα η προέλαση εκφυλίστηκε σε μία οργανωμένη σύγχυση.Αυτό δεν διήρκεσε για πολύ. Την επόμενη ημέρα οι υπέρογκοι αριθμοί διέσπασαν την γερμανική άμυνα και μπροστά στα μάτια των Βρετανών αρματιστών απλωνόταν ο ποταμός Οντόν και ο Λόφος 112. Οι Γερμανοί όμως, αντέδρασαν γρηγορότερα από ότι οι Βρετανοί προήλαυναν. Μόλις αντελήφθησαν το ρήγμα που είχε δημιουργηθεί στην άμυνά τους συγκέντρωσαν ότι τμήματα μονάδων έβρισκαν και τα μετέφεραν μέσα σε μία νύχτα από τα νότια της Καν στην απειλούμενη περιοχή. Ο Κουρτ Μάγερ έριξε και τον τελευταίο άνδρα του στη μάχη σε μία απεγνωσμένη προσπάθεια να σταματήσει την βρετανική προέλαση. Το απόγευμα τα Panther του αντισυνταγματάρχη SS Μαξ Βύνσε (Max Wuensche) και οι Γρεναδιέροι του ταγματάρχη SS Έριχ Όλμπετερ (Erich Olboeter), δίνοντας μία επική μάχη μπροστά στους πρόποδες του Λόφου 112 κατάφεραν, με τρομερές απώλειες, να σταματήσουν την αιχμή της βρετανικής φάλαγγας στα χωριά Γκαβρού, Τουρμαβίλ και Μπαρόν. Οι Βρετανοί, αν και απείχαν μόλις δύο χιλιόμετρα από την κορυφή του Λόφου, δίστασαν να προχωρήσουν μέσα στο σκοτάδι, όπου κάθε θάμνος μπορούσε να κρύβει ένα αθέατο αντιαρματικό. Εγκαταστάθηκαν στο Μπαρόν και με το πρώτο φως της επομένης θα ερευνούσαν την περιοχή του λόφου. Ωστόσο, το βράδυ εκείνης της ημέρας η μοναδική άμυνα στον Λόφο αποτελείτο από μία μονάδα αντιαρματικών και μισή διμοιρία Γρεναδιέρων της “HJ”, εξαντλημένων από τις σκληρές μάχες των προηγούμενων ημερών. Τα εναπομείναντα σώα τμήματα των δυνάμεων του Βύνσε και του Όλμπετερ τοποθετήθηκαν στους νότιους πρόποδες του λόφου ως δύναμη εφεδρείας.

(Χάρτης) Νορμανδία 25-30 Ιουνίου 1944. 

Επιχείρηση “EPSOM”-Θύλακας του Οντόν-Γερμανική αντεπίθεση 2ου SS Σώματος Τεθωρακισμένων.

Το πρωί της 28ης Ιουνίου οι Βρετανοί ξεκίνησαν χρησιμοποιώντας για κάλυψη τα κτίσματα στην έξοδο του χωριού. Στην κορυφή του λόφου βρισκόταν μία πυροβολαρχία αντιαρματικών της Luftwaffe, εξοπλισμένη με τα περίφημα πυροβόλα διπλής χρήσης των 88 mm, παρακολουθώντας την επίθεση να ξεδιπλώνεται μπροστά τους. Ο Αυστριακός πυροβολητής Έριχ Κουρτ Γκρέτσελ διέκρινε ένα Churchill να βγαίνει πίσω από μία οικία. Η καταπακτή του πύργου άνοιξε και από μέσα εμφανίστηκε ο κυβερνήτης. Ύψωσε τα κυάλια στα μάτια του και ερεύνησε προσεκτικά τον χώρο του λόφου. Ο Γκρέτσελ τον κοιτούσε μέσα από την μεγεθυντική διόπτρα μακράς ακτίνας του πυροβόλου του, σχεδιασμένη να μεγεθύνει αεροσκάφη σε ύψος 6.000 m. Νόμιζε ότι μπορούσε να τον αγγίξει! Ο ξερός συριστικός ήχος της πρώτης οβίδας των 88 mm έσπασε την ησυχία του πρωινού, γκρεμίζοντας το σπίτι που του προσέφερε κάλυψη. Ο κυβερνήτης πανικοβλήθηκε και διέταξε αναστροφή. Πριν το άρμα προλάβει να αναστρέψει, η δεύτερη βολή πέτυχε τον πύργο. Οι υπόλοιποι χειριστές είχαν ήδη επιλέξει τους στόχους τους. Η επόμενη βολή κατέστρεψε την ερπύστρια ενός άλλου. Ένα τρίτο τινάχτηκε στον αέρα και το πλήρωμά εγκατέλειψε το φλεγόμενο άρμα, καθώς γύρω του ξεσπούσε ένα όργιο πυρών μικρών όπλων από την κορυφή του λόφου. Σχεδιασμένες να καταρρίπτουν αεροπλάνα σε ύψος 4,5 km, με ταχύτητα 1.000 m/sec, ανεπηρέαστες από τον άνεμο, με απόλυτα ευθεία βλητική τροχιά, οι οβίδες των αντιαρματικών, έπλητταν τους στόχους τους αλάνθαστα και ακριβέστατα. Τα υπόλοιπα Sherman άρχισαν να ελίσσονται βάλλοντας εναντίον των πυροβόλων.

Τα Panzer IV του Βύνσε ανέβηκαν την νότια πλαγιά για να ενισχύσουν τον αγώνα των ανυπεράσπιστων αντιαρματικών, ενώ οι ελάχιστοι στρατιώτες του Όλμπετερ κατελάμβαναν το αλσύλλιο της κορυφής. Τα Panzer, κινούμενα ανάμεσα στις πυκνές καλαμποκιές, έβαλλαν αλλάζοντας συνεχώς θέσεις. Από τον ουρανό εμφανίστηκε μία μοίρα Typhoon, ξεσπώντας την οργή τους πάνω στα ευάλωτα αντιαρματικά. Οι χειριστές τους βρέθηκαν μέσα σε μία κόλαση πυρός προερχόμενη από τον αέρα και το έδαφος.

Τα Sherman άρχισαν να ανεβαίνουν γρήγορα τις πλαγιές του λόφου, καθώς τα μαχητικά αφάνιζαν τα αντιαρματικά. Το ένα πυροβόλο μετά το άλλο ανατιναζόταν στον αέρα μαζί με τους χειριστές του. Η μόνη σωτηρία ήταν η υποχώρηση. Πρόλαβαν να ανατινάξουν δύο πυροβόλα και να εγκαταλείψουν τον λόφο. Όταν τα Typhoon απομακρύνθηκαν, τα άρματα της “Hitlerjugend” απέμειναν μόνα να αντιμετωπίσουν την επίθεση. Εικοσιπέντε Sherman, μαζί με το πεζικό που τα ακολουθούσε, κατάφεραν να φθάσουν μέχρι τις βόρειες παρυφές του λόφου. Εκεί όμως δέχθηκαν πλευρικά πυρά από Panther και Mk IV που βρίσκονταν στο Φονταίν. Εγκλωβισμένα ανάμεσα σε διασταυρούμενα πυρά και εκτεθειμένα στις γυμνές πλαγιές του λόφου, τα άρματα της 23ης ίλης Ουσσάρων άρχισαν να υφίστανται απώλειες οι οποίες άγγιζαν επικίνδυνα επίπεδα. Καλυπτόμενα πίσω από ένα προπέτασμα καπνού, αποτραβήχτηκαν στο Μπαρόν.

Τη νύχτα, κάτω από την κάλυψη του σκότους, μία διμοιρία Γρεναδιέρων SS παρείσφρησε αθόρυβα στο χωριό. Κατέλαβαν χαρακώματα, κατέστρεψαν δύο αντιαρματικά πυροβόλα, δύο Bren Carrier και αρκετούς όλμους τοποθετημένους κοντά στην εκκλησία του χωριού, σκοτώνοντας τα πληρώματα όλων. Η έκρηξη των πυρομαχικών των όλμων η οποία συγκλόνισε ολόκληρη την περιοχή, πρόδωσε την παρουσία τους και το βρετανικό πυροβολικό απώθησε τελικά τους επιδρομείς. Οι Βρετανοί έκλεισαν την ημέρα σαρώνοντας τον Λόφο 112 με ένα τυφλό βομβαρδισμό ο οποίος υποχρέωσε τις μονάδες των Βύνσε και Όλμπετερ να υποχωρήσουν πάλι στις νότιες παρυφές. Το γερμανικό πυροβολικό ανταπέδωσε βομβαρδίζοντας το Μπαρόν. Ένας Βρετανός ταγματάρχης διηγείται μία σκηνή η οποία προκάλεσε στους άνδρες του μία περίεργη αίσθηση:

«Στην εκκλησία του χωριού υπήρχαν αρκετοί ξύλινοι σταυροί νεκρών στρατιωτών, ο καθένας με ένα γερμανικό κράνος στην κορυφή του. Οι συνεχείς εκρήξεις και τα εκτοξευόμενα θραύσματα συχνά έριχναν τα κράνη από τους σταυρούς. Όταν ο βομβαρδισμός τελείωνε, ένας Γάλλος χωρικός, με σεμνό και σοβαρό ύφος, επανατοποθετούσε προσεκτικά κάθε κράνος στον σταυρό του»…

 

 

29-30 ΙΟΥΝΙΟΥ – Η ΓΕΡΜΑΝΙΚΗ ΑΝΤΕΠΙΘΕΣΗ

«…Πίνοντας το αίμα της “Hitlerjugend”»

 

Το ρήγμα στην γερμανική άμυνα είχε δημιουργήσει έναν θύλακα ο οποίος εισχωρούσε σε βάθος οκτώ χιλιομέτρων μέσα στις γερμανικές γραμμές, αλλά είχε πλάτος μόνο τριών, με αποτέλεσμα να προεξέχει προκλητικά μέσα στον εχθρικό τομέα. Το γερμανικό επιτελείο δεν άργησε να αντιληφθεί την ευκαιρία που του παρουσιαζόταν να εξαλείψει εντελώς το βρετανικό προγεφύρωμα του Οντόν, σχεδιάζοντας μία ισχυρή αντεπίθεση στα πλευρά του. Γύρω από τον θύλακα άρχισαν να συγκεντρώνονται όλο και περισσότερες δυνάμεις. Ο καθοριστικός παράγων θα ήταν η άφιξη του 2ου SS Σώματος Τεθωρακισμένων. Η δύναμη αυτή αποτελείτο από δύο Μεραρχίες Τεθωρακισμένων, την 9η SS “Hohenstaufen” και 10η SS “Frundsberg”. Οι εμπειροπόλεμες αυτές μονάδες, μετά από μία εκστρατεία στο ανατολικό μέτωπο στα μέσα του 1943, είχαν κληθεί στην Νορμανδία για να αποτελέσουν την αιχμή της επίθεσης εναντίον των πλευρών και του μετώπου του θύλακα.

Η επίθεση ξεκίνησε δυναμικά στις 29 Ιουνίου με το 2ο SS Σώμα Τεθωρακισμένων να εισχωρεί στο δυτικό πλευρό των βρετανικών γραμμών. Οι Βρετανοί απάντησαν με έναν σαρωτικό αεροπορικό βομβαρδισμό ο οποίος διέσπασε τους σχηματισμούς των αρμάτων και τελικά ανέκοψε ολόκληρη την επίθεση. Οι Βρετανοί, χωρίς να έχουν αντιληφθεί ότι η ορμή της γερμανικής επίθεσης είχε εξαντληθεί, διέκοψαν την δική τους επίθεση, μεταφέροντας την κύρια δύναμη των τεθωρακισμένων τους στα πλευρά του θύλακα για να αντιμετωπίσουν μία απειλή η οποία, ουσιαστικά, δεν υφίστατο πλέον. Η κίνηση αυτή θα είχε τραγικές συνέπειες.

Την επόμενη μέρα, κάτω από έναν προπαρασκευαστικό βομβαρδισμό πυροβόλων, όλμων και ρουκετοβόλων, οι Γερμανοί ξεκίνησαν μία μαζική αντεπίθεση εναντίον του αποδυναμωμένου πλέον μετώπου του θύλακα, με αντικειμενικό σκοπό την κατάληψη των Δίδυμων Λόφων 112 και 113. Η επίθεση διεξήχθη σε τρεις άξονες –νοτιοδυτικά, νότια και νοτιοανατολικά. Οι δυνάμεις που την αποτελούσαν ήταν ένα σύνταγμα Γρεναδιέρων της 10ης SS, υποστηριζόμενο από Panzer IV και την Ομάδα Μάχης Βύνσε” της “HJ”, αποτελούμενη από τα Panzer ΙV του Βύνσε και τους εξουθενωμένους Γρεναδιέρους του Όλμπετερ. Ο υπολοχαγός SS Βίλλυ Κέντλερ της 12ης SS ανακαλεί την μάχη:

«Από νωρίς το πρωί τα ρουκετοβόλα, βάλλοντας πάνω από τα κεφάλια μας, ούρλιαζαν αφήνοντας πίσω τους πέπλα καπνού, κατακεραυνώνοντας τις βρετανικές θέσεις στο μικρό αλσύλλιο της κορυφής. Οι άνδρες μας έβλεπαν τους Άγγλους να τρέπονται σε φυγή. Όταν φθάσαμε στην κορυφή τα πάντα είχαν τελειώσει. Μερικοί κινητήρες βρετανικών αρμάτων ήταν ακόμα αναμμένοι, αλλά τα άρματα εγκαταλειμμένα. Από την άλλη πλευρά του λόφου οι Γρεναδιέροι της “Frundsberg” ανέβαιναν ήδη προς την κορυφή».

Μέχρι τις 07.30 τα Panzer IV είχαν αγγίξει την κορυφή του λόφου και μέχρι τις 10.00 όλη η βόρεια παρυφή βρισκόταν υπό γερμανική κατοχή. Το βρετανικό πεζικό που κατείχε κάποιες θέσεις στους βόρειους πρόποδες του Λόφου είχε απομείνει χωρίς υποστήριξη αρμάτων και όταν ξέσπασε η γερμανική επίθεση αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τις θέσεις τις οποίες με τόσο αίμα είχε κερδίσει την προηγούμενη ημέρα. Το βράδυ, κάτω από μία ξαφνική θερινή βροχή, καθώς το βρετανικό πεζικό αποσύρονταν, οι Γρεναδιέροι SS ανακαταλάμβαναν τον Λόφο.

Η έναρξη της βροχής σήμαινε και το τέλος της γερμανικής αντεπίθεσης του 2ου Σώματος Τεθωρακισμένων SS, αλλά και της ίδιας της επιχείρησης EPSOM, η οποία είχε κοστίσει τις ζωές 4.020 Βρετανών στρατιωτών. Από άποψη εδαφικών κερδών αμφότερες οι επιχειρήσεις είχαν ελάχιστα να επιδείξουν. Oι Γερμανοί, παρά την πίεση του δυτικού πλευρού του θύλακα κατά δύο χιλιόμετρα και την καταστροφή 23 αρμάτων, συνειδητοποίησαν ότι δεν διέθεταν πλέον την δύναμη για να εξαλείψουν το βρετανικό προγεφύρωμα στον Οντόν. Μετά τις απώλειες 1.145 ανδρών και 32 αρμάτων, η 9η Μεραρχία SSHohenstaufen” αποσύρθηκε νοτιότερα ως δύναμη εφεδρείας. Η 10η SS “Frundsberg”, με τις λιγότερες απώλειες (570 νεκρούς), παρέμεινε εκεί αναλαμβάνοντας την άμυνα του τομέα.

Παρά την αποτυχία της όμως, η αντεπίθεση είχε καταφέρει να περιορίσει την επέκταση του βρετανικού προγεφυρώματος και να αποτρέψει την διάσπαση της άμυνας. «Ο Λόφος 112 είναι το κλειδί για την πίσω πόρτα της Καν», σχολίασε ο στρατηγός SS Πάουλ Χάουσερ, σε μία εκτίμησή του για την κατάσταση του μετώπου.  «Όποιος κατέχει τον λόφο κατέχει την Νορμανδία». Οι Βρετανοί, με την διστακτικότητά τους, είχαν ουσιαστικά παραδώσει τον λόφο στους αντιπάλους τους και είχαν χάσει την ευκαιρία να αγγίξουν τον ποταμό Ορν μέσα στις επόμενες ημέρες, αν και μία αποφασιστική συνέχιση της επίθεσης εκείνη τη στιγμή θα μπορούσε να είχε διασπάσει την γερμανική άμυνα. Παρά τις φιλοδοξίες του Μοντγκόμερυ, η επιχείρηση EPSOM είχε αποδειχθεί η απόλυτη αντίθεση του “Αστραπιαίου Πολέμου” τον οποίο σχεδίαζε να διεξάγει. Με την λήξη της τέσσερις ταξίαρχοι, ένας υποστράτηγος και ένας αντιστράτηγος έχασαν τις διοικήσεις τους εξ αιτίας της έλλειψης επιθετικότητας που επέδειξαν. Σε ότι αφορούσε την Ανώτατη Συμμαχική Διοίκηση, η “Πίσω Πόρτα για την Καν”, παρέμενε κλειστή, χάρη στην αντεπίθεση του 2ου SS Σώματος Τεθωρακισμένων.

Στις ημέρες που ακολούθησαν οι Γερμανοί αποκατέστησαν την γραμμή της άμυνάς τους δυτικά της Καν, η οποία είχε το σχήμα του βρετανικού θύλακα στον Οντόν, περιλαμβάνοντας τις τοποθεσίες Καρπικέ, Βερσόν, Ετερβίλ, Λόφο 112, Τουρμαβίλ, Γκαβρού και Μπρετεβίλ στα βορειοδυτικά. Οι εξαντλημένοι Γρεναδιέροι της 12ης SS “HJ”, η οποία είχε αναλάβει ουσιαστικά την άμυνα της Καν για το διάστημα του Ιουνίου, είχαν δώσει μία απελπισμένη μάχη προσπαθώντας να κερδίσουν χρόνο μέχρι την άφιξη του 2ου SS Σώματος Τεθωρακισμένων, κατορθώνοντας να συγκρατήσουν την βρετανική επίθεση με τις τελευταίες εφεδρείες που διέθεταν. Λαχανιασμένοι από την ένταση της μάχης, με τα σώματά τους καλυμένα με αίμα, σκόνη και χώμα, οι έφηβοι αυτοί που δεν είχαν ξαναβρεθεί ποτέ σε πεδίο της μάχης, είχαν σταματήσει ολόκληρη την βρετανική προέλαση, μαχόμενοι εναντίον βετεράνων της Αφρικής και της Ιταλίας, εγείροντας το δέος και το μίσος τους. Με την λήξη της επίθεσης ο διοικητής τους, στρατηγός Μάγερ, είπε ότι «…οι τέσσερις βρετανικές μεραρχίες στο εσωτερικό του θύλακα είχαν επιζήσει πίνοντας το αίμα της “Hitlerjugend”». Παρά τις βαρύτατες απώλειές τους (1.244 άνδρες και 103 άρματα), η άμυνά τους θα καταγραφόταν ως μία από τις κλασσικότερες αμυντικές μάχες της σύγχρονης ιστορίας. Για τις ανδραγαθίες τους κατά την διάρκεια εκείνων των τρομακτικών ημερών ο Μαξ Βύνσε και ο Έριχ Όλμπετερ τιμήθηκαν με τα Φύλλα Δρυός ο πρώτος, και τον Σταυρό των Ιπποτών ο δεύτερος.

Μία ιδέα της αριθμητικής υπεροχής την οποία αντιμετώπισαν εκείνοι οι άνδρες μπορεί να δοθεί από μία αναλογική σύγκριση δυνάμεων. Εκείνη τη στιγμή το σύνολο των γερμανικών τεθωρακισμένων στη Νορμανδία αριθμούσε 620 άρματα, εκ των οποίων τα 500 βρίσκονταν στον βρετανικό τομέα και μόνο 120 στον αμερικανικό. Παρόλα αυτά η βρετανική υπεροπλία ήταν της αναλογίας 2:1 για το πεζικό και 6:1 για τα άρματα, χωρίς να αναφερθεί η απανταχού παρούσα αεροπορική υποστήριξη.

Μέσα στις επόμενες ημέρες, καθώς το βάρος των βρετανικών επιχειρήσεων θα μετατοπιζόταν και πάλι στην απευθείας κατάληψη της Καν, στην ευρύτερη περιοχή των Δίδυμων Λόφων θα συγκεντρώνονταν η 9η και η 10η SS Μεραρχία Τεθωρακισμένων, υποβοηθούμενες από Ομάδες Μάχης της 1η SS “Leibstandarte Adof Hitler”, της 12ης SS “Hitlerjugend” και της 2ης SS “Das Reich”. Ποτέ άλλοτε δεν είχαν συγκεντρωθεί τόσες μεραρχίες SS σε μία τόσο μικρή τοποθεσία!

 

Erich Olboeter

Kurt Meyer

 

«ΗΤΑΝ ΓΡΑΦΤΟ ΜΑΣ ΝΑ ΠΕΘΑΝΟΥΜΕ ΣΤΗΝ ΚΑΝ»

7-9 Ιουλίου: η πτώση της πόλης

 

Με την αποτυχία της επιχείρησης EPSOM η βρετανική διοίκηση υποχρεώθηκε να επανέλθει στην απλή και εξαιρετικά θανατηφόρα λύση της μετωπικής επίθεσης για την κατάληψή της Καν. Στις 7 Ιουλίου η RAF ισοπέδωσε την πόλη με έναν βομβαρδισμό 500 τετρακινητηρίων, ο οποίος δεν ήταν παρά ο πρόλογος μίας μαζικής επίθεσης σε τρεις διαφορετικούς άξονες. Μέχρι το μεσημέρι οι Βρετανοί είχαν συνθλίψει κάθε αντίσταση, εκτός από εκείνη της ηρωικής “Hitlerjugend” η οποία εξαπέλυσε μία τελευταία απεγνωσμένη αντεπίθεση με τα λιγοστά Panther που διέθετε. Η αντεπίθεση κατάφερε να ανασχέσει την βρετανική ορμή και όταν πλέον οι ακατάβλητοι Γρεναδιέροι του Κουρτ Μάγερ βρέθηκαν κυκλωμένοι από τρεις πλευρές, υποχώρησαν στο νότιο ήμισυ της πόλης, πίσω από τον ποταμό Ορν ο οποίος την διασχίζει. Στις 9 Ιουλίου τα βρετανικά στρατεύματα εισέρχονταν επιτέλους στην Καν, το μεγάλο έπαθλο της εκστρατείας της Νορμανδίας, 33 ημέρες αργότερα από την προγραμματισμένη κατάληψή της, έχοντας ωστόσο καταλάβει μόνο το βόρειο ήμισυ της πόλης. Ο Μάγερ και οι έφηβοί του θα συνέχιζαν να μάχονται μέχρι την τελευταία σφαίρα, έχοντας συνειδητοποιήσει ότι ήταν ταγμένοι να πεθάνουν εκεί.

 

ΤΟ ΓΡΥΛΙΣΜΑ ΤΗΣ ΤΙΓΡΗΣ

Νύχτα 9-10 Ιουλίου

 

Δυτικότερα όλων αυτών στηνόταν ένα νέο αιματηρό σκηνικό το οποίο δεν θα έσβηνε ποτέ από τις μνήμες Βρετανών και Γερμανών στρατιωτών που θα έπαιρναν μέρος σε αυτό: στατικός πόλεμος μπροστά στον Λόφο 112. Κάτω από τις συγκεκριμένες συνθήκες η κατάληψή του είχε τώρα αποβεί ζωτικής σημασίας και για τις δύο πλευρές: οι Βρετανοί τον χρειάζονταν για να ολοκληρώσουν την νίκη τους στην Καν και να συνεχίσουν την προέλασή τους προς την ενδοχώρα, ενώ οι Γερμανοί για να τους περιορίσουν στις ακτές. Οι πραγματικές μάχες για την κατάληψή του Λόφου 112 θα άρχιζαν με την επιχείρηση “JUPITER”. Αυτή θα διεξαγόταν σε τρεις φάσεις. Στην πρώτη, δύο βρετανικές ταξιαρχίες θα κατελάμβαναν τον λόφο. Στη δεύτερη, η μία θα κρατούσε τον λόφο, ενώ η δεύτερη θα κατελάμβανε τα χωριά  Ετερβίλ και Μαλτό. Στην τρίτη, άρματα και μηχανοκίνητο πεζικό, σε μία ταχεία προέλαση, θα έσπευδαν να καταλάβουν τις γέφυρες του Ορν. Η αιχμή του δόρατος του 8ου Σώματος Στρατού θα ήταν η 43η Μεραρχιά Πεζικού, υπό την διοίκηση του στρατηγού Άϊβορ Τόμας, αποτελούμενη από ένα σύνολο 18 ταγμάτων με την υποστήριξη 300 πυροβόλων.

Στο διάστημα που είχε μεσολαβήσει οι Γερμανοί είχαν οργανώσει μία εξαιρετική γραμμή οχυρώσεων. Είχε βάθος τριών γραμμών, σχεδόν παράλληλες μεταξύ τους, με απόσταση 2 km η μία από την άλλη. Η πρώτη ήταν επανδρωμένη μόνο από τις προφυλακές του πεζικού και λίγα άρματα, ανεπτυγμένα σε προκεχωρημένες θέσεις. Εκτεινόταν κατά μήκος των χωριών των βόρειων παρυφών του λόφου –Νεϋγύ, Μπουζύ, Γκαβρού, Τουρμαβίλ, Ετερβίλ. Η δεύτερη διέτρεχε το μήκος της κορυφογραμμής των Δίδυμων Λόφων 112 και 113. Η τρίτη βρισκόταν κατά μήκος των νότιων παρυφών, στα χωριά Εβρεσύ, Αβενάϋ, Σαιν Μαρτέν και είχε ορισθεί ως το έσχατο όριο υποχώρησης. Σε όλες είχαν προετοιμασθεί χαρακώματα πολυβολείων, πυροβολικού, όλμων, αντιαρματικών, ατομικά ορύγματα και θέσεις κάλυψης αρμάτων.

Στον ανατολικό τομέα του μετώπου, από το Λε Μενίλ και Ετερβίλ, ως το Μαλτό, υπήρχε η Ομάδα Μάχης του Κουρτ Μάγερ της “HJ”, αποτελούμενη από 30 Panzer Mk IV του Βύνσε και 41 StuG της “LAH”, υποστηριζόμενα από ένα σύνταγμα Γρεναδιέρων. Η 10η SS Μεραρχία Τεθωρακισμένων, η οποία θα δεχόταν και όλο το βάρος της επίθεσης, είχε αναλάβει την άμυνα του Φονταίν και των Δίδυμων Λόφων, με τριά συντάγματα Γρεναδιέρων και αρμάτων Panzer IV. Οι γυμνές πλαγιές του λόφου δεν προσέφεραν καμία κάλυψη σε αμυνόμενους ή επιτιθέμενους, οπότε προτίμησαν να αναπτύξουν τα τεθωρακισμένα τους στις νότιες πλαγιές του, πίσω από τις οποίες μπορούσαν να μετακινούν τις δυνάμεις τους αθέατοι από τον εχθρό. Στο αλσύλλιο της κορυφής βρισκόταν οχυρωμένος ένας λόχος Γρεναδιέρων, με μία ίλη StuG ΙΙΙ ανεπτυγμένων ακριβώς από πίσω, έτοιμα να επέμβουν στην πρώτη ανάγκη.

Ο διοικητής της βρετανικής 43ης μεραρχίας “Wessex” η οποία θα οδηγούσε την επίθεση, Άϊβορ Τόμας, ήταν μία αυστηρή προσωπικότητα η οποία προκαλούσε περισσότερο τον φόβο, παρά τον σεβασμό. «Ένας βραχύσωμος, τραχύς και αυστηρός αξιωματικός, χωρίς ίχνος χιούμορ, έτοιμος να “δαγκώσει” οποιονδήποτε επιχειρούσε να διαφωνήσει μαζί του ή να αμφισβητήσει τις διαταγές του», σύμφωνα με τα λόγια του ταξίαρχου Κάρβερ ο οποίος βρισκόταν κάτω από τις διαταγές του. Η στρατηγική φιλοσοφία του Τόμας ήταν ακόμα βαθιά επηρεασμένη από τον Α΄ ΠΠ. Οι αριθμοί απωλειών τον άφηναν σχεδόν αδιάφορο, αν και έδινε μεγάλη έμφαση στον τομέα της ταχύτητας –ταχύτητα σκέψης, αντίδρασης, χορήγησης διαταγών και κίνησης των στρατευμάτων. Και με αυτόν τον τρόπο σχεδίαζε να διεξάγει την επίθεσή του. Σύμφωνα με τους υπολογισμούς του θα ολοκλήρωνε την πρώτη φάση της επιχείρησης, δηλαδή την διάσπαση της γερμανικής άμυνας στον λόφο, μέσα σε 75 λεπτά! Αν και η διάταξη των γερμανικών μονάδων στην περιοχή του Λόφου ήταν γνωστή στο βρετανικό επιτελείο, η τύχη επεφύλασσε μία έκπληξη της τελευταίας στιγμής.

Το βράδυ της 9ης Ιουλίου η μεταμεσονύκτια ησυχία που βασίλευε στο μικρό χωριό του Σαιν Μαρτέν διαταράχθηκε από το μακρόσυρτο μεταλλικό γρύλισμα ερπυστριών πάνω στους στενούς δρόμους του. Τα σπίτια άρχισαν να τρέμουν από έναν υπόκωφο βρυχηθμό ο οποίος έμοιαζε να προέρχεται από τα βάθη της γης. Όσοι από τους νυσταγμένους Γάλλους χωρικούς τόλμησαν να κρυφοκοιτάξουν από τα παράθυρά τους, αντίκρισαν τα ογκώδη ατσάλινα τέρατα, βάρους 56 τόνων, τα οποία οι Σύμμαχοι αποκαλούσαν “Τίγρεις”. Οι Αμερικανοί και Βρετανοί στρατιώτες στην Νορμανδία, διακατεχόμενοι μόνιμα από την φοβία των συγκεκριμένων αρμάτων, αποκαλούσαν “Tiger” όλα τα γερμανικά άρματα, ανεξαρτήτως τύπου, αν και μέχρι εκείνη τη στιγμή είχαν αντιμετωπίσει μόνο Panzer IV και Panther. Αυτή τη φορά όμως επρόκειτο για τις πραγματικές “Τίγρεις”, με την πρόσθια θωράκιση των 100 mm, αδιάτρητη από οποιοδήποτε συμμαχικό πυροβόλο στη Νορμανδία. Ήταν τα 25 Tiger της 102ης SS Βαριάς Επιλαρχίας Αρμάτων, υπό την διοίκηση του συνταγματάρχη Χανς Βάϊς, τα οποία έλαβαν θέσεις στα ανατολικά του λόφου, μεταξύ Σαιν Μαρτέν και Μαλτό. Συγκροτημένη το 1943, η επιλαρχία είχε λάβει μέρος στις μάχες της Ρωσίας τον χειμώνα του ίδιου έτους και τώρα, οι βετεράνοι αρματιστές της είχαν καταφθάσει στη Νορμανδία προς ενίσχυση του 2ου SS Σώματος Τεθωρακισμένων. Η διαδρομή την οποία θα ακολουθούσαν τα άρματα και το μηχανοκίνητο πεζικό της 43ης μεραρχίας του Τόμας για την επίτευξη της επιχείρησης “JUPITER”, περνούσε μέσα από τα χωριά Μαλτό και Σαιν Μαρτέν. Όλα θα έπεφταν επάνω στα προελαύνοντα Tiger του συνταγματάρχη Βάϊς.

 

 

ΧΤΥΠΩΝΤΑΣ ΤΗΝ ΠΙΣΩ ΠΟΡΤΑ ΤΗΣ ΚΑΝ

10-11 Ιουλίου: Επιχείρηση “JUPITER”

 

 

Με το πρώτο φως της 10ης Ιουλίου οι πύλες της Κόλασης άνοιξαν απελευθερώνοντας για πολλοστή φορά τον χειρότερο εφιάλτη κάθε Γερμανού στρατιώτη στη Νορμανδία -τον ανελέητο, κυλιόμενο βομβαρδισμό, ο οποίος συγκλόνισε ολόκληρο τον λόφο, από άκρη σε άκρη, αφήνοντας τους Γρεναδιέρους της “Frundsberg” παγωμένους από φόβο στις θέσεις τους. Ένα σύνολο 416 πυροβόλων, ανάμεσά τους και εκείνα τριών βρετανικών θωρηκτών, βομβάρδιζαν ανηλεώς υποστηρίζοντας την επίθεση μίας και μόνης μεραρχίας.

«Στην Ρωσία είχαμε συχνά υποστεί βαρύ βομβαρδισμό, αλλά στην Νορμανδία βομβαρδιζόμασταν καθημερινά, αδιάκοπα από το βρετανικό πυροβολικό», θυμάται ένας παλαίμαχος στρατιώτης της “Frundsberg”. «Παρακολουθούσαμε την μεραρχία να αιμορραγεί μέχρι θανάτου μπροστά στα μάτια μας. Είδα Γρεναδιέρους να τρομοκρατούνται, να μένουν άναυδοι, με το βλέμμα καρφωμένο στο κενό, ενώ άλλοι οδηγούνταν στα όρια της παράνοιας».

Τον αργό βηματισμό των τριών ταγμάτων της 129ης ταξιαρχίας που είχε αναλάβει την επίθεση σε όλο το μήκος της κορυφογραμμής, συνόδευαν 25 Churchill, ανεπτυγμένα κατά μέτωπο, με τις σιλουέτες τους να αχνοφαίνονται μέσα από τα σύννεφα σκόνης και χώματος που σήκωναν οι εκρήξεις. Το αντίστοιχο φράγμα του γερμανικού πυροβολικού στάθηκε ανίκανο να ανακόψει την αργή, σταθερή πορεία των Βρετανών προς την κορυφή του λόφου. Μετά από 15 λεπτά ενός τέτοιου προπαρασκευαστικού βομβαρδισμού, οι άνδρες της 43ης μεραρχίας είχαν κάθε λόγο να ανεβαίνουν με αυτοπεποίθηση τις πλαγιές του υψώματος, αφού ήταν αδυνατόν να είχε απομείνει ζωντανό οτιδήποτε ζούσε μέσα στην ζώνη των πέντε χιλιομέτρων του Λόφου 112.

Oι Γρεναδιέροι SS, βετεράνοι του ανατολικού μετώπου, δικαίωσαν την φήμη τους ως των καλύτερων μαχητών που έχουν γνωρίσει ποτέ τα σύγχρονα πεδία μαχών. Τα ατομικά ορύγματα, σκαμμένα ανάμεσα στους χαμηλούς θάμνους και τις ψηλές καλαμποκιές, δεν ήταν παρά κυλινδρικοί λάκκοι σκαμμένοι στο έδαφος οι οποίοι χωρούσαν έναν ή δύο άνδρες. Ένα ξύλινο σκέπασμα προφύλασσε από τη βροχή και τα θραύσματα. Στα χείλη του ορύγματος περίμεναν ακουμπισμένα ένα Panzerfaust ή 2-3 χειροβομβίδες, έτοιμα για χρήση ανά πάσα στιγμή. Η τακτική τους ήταν να αποκόπτουν το πεζικό από τα άρματα υποστήριξης και μετά να τα εξολοθρεύουν ένα-ένα με πυκνά πυρά πολυβόλων και αντιαρματικών. Διατηρώντας μία αξιοθαύμαστη πειθαρχεία πυρός, παρέμεναν αθέατοι και ψύχραιμοι μέσα στα ορύγματά τους, αφήνοντας το κυλυόμενο φράγμα του πυροβολικού και το πρώτο κύμα πεζικού να περάσουν κυριολεκτικά πάνω από τα κεφάλια τους. Τότε σηκώθηκαν από τα ορύγματα τους, ανοίγοντας πυρ στα νώτα του πεζικού και των αρμάτων, σκορπώντας τον θάνατο στις τάξεις τους. Ξαφνικά ολόκληρο το πεδίο της μάχης φαινόταν να θερίζεται από διασταυρούμενα πυρά των MG 42 που γάζωναν το πεζικό. Δεσμίδες τεσσάρων ή πέντε χειροβομβίδων ακινητοποιούσαν τα άρματα καταστρέφοντας τις ερπύστριές τους και τα Panzerfaust τα τίναζαν στον αέρα από μικρή απόσταση, καθώς εκείνα περνούσαν δίπλα από τις θέσεις τους. Μέσα σπό τα ορύγματά τους, οι ελεύθεροι σκοπευτές επέλεγαν κάποιον κυβερνήτη άρματος ή κάποιον μυστακοφόρο πεζικάριο, επειδή αυτοί συνήθως ήταν αξιωματικοί.

Πιστεύοντας ότι το πρώτο κύμα της βρετανικής επίθεσης είχε ήδη εκκαθαρίσει τις εστίες αντίστασης που συνάντησε στο περασμά του, οι άνδρες του δεύτερου έπεφταν ανύποπτοι στις ίδιες παγίδες. Οι πεζικάριοι, προχωρώντας ανάμεσα στις πυκνές καλαμποκιές, ήταν ανίκανοι να διακρίνουν τις καλά παραλλαγμένες θέσεις των Γερμανών, μέχρι που έπεφταν μέσα στα ορύγματά τους. Τότε άρχιζε μία μάχη σώμα με σώμα όπου κανείς δεν ζητούσε οίκτο και κανείς δεν τον έδειχνε. Μερικοί έβλεπαν τους συναδέλφους τους να εξαφανίζονται απότομα ανάμεσα στα σπαρτά, σαν να τους κατάπινε η γη. Μία γερμανική ξιφολόγχη έσκιζε την σάρκα και όλα τελείωναν γρήγορα και σιωπηλά. Απώλειες σε άνδρες και άρματα άρχισαν να αυξάνουν με γοργό ρυθμό. Όταν τα δύο κύματα της επίθεσης αποκόπηκαν μεταξύ τους ο ρυθμός της προέλασης βράδυνε. Οι Βρετανοί άλλαζαν θέσεις μόνο όταν τα γερμανικά πυρά κατασίγαζαν ή όταν οι φωνές των αξιωματικών τους υποχρέωναν να σηκωθούν. Στο πέρασμά τους προσπερνούσαν νεκρά ή ετοιμοθάνατα πληρώματα γερμανικών αντιαρματικών, πεσμένα δίπλα στο πυροβόλο τους. Μερικοί σέρνονταν ή βογκούσαν αβοήθητοι, περιμένοντας κάποιον, εχθρό ή φίλο, να τους περισυλλέξει. 

Άλλοι, ακόμα και θανάσιμα τραυματισμένοι, αρνούνταν να συλληφθούν αιχμάλωτοι, πυροβολώντας εναντίον των Άγγλων τραυματιοφορέων οι οποίοι πήγαιναν να τους περισυλλέξουν. Μερικές φορές η άμυνά τους φαινόταν να αψηφά κάθε λογική. Ο στρατιώτης Λεν Νιούτον θυμάται την απίστευτη αποφασιστικότητα με την οποία μάχονταν οι αντίπαλοί του.

«Από τα αριστερά μας, μέσα από ένα ατομικό χαράκωμα, πετάχτηκε ένας νεαρός Γερμανός και μας πέταξε δύο χειροβομβίδες. Μία σειρά ριπών τον χτύπησαν και έπεσε στο χαράκωμά του. Μετά από λίγο σηκώθηκε πάλι, μας πέταξε δύο ακόμα χειροβομβίδες. Τον πυροβολήσαμε πάλι, χτυπήθηκε και έπεσε. Σηκώθηκε, άνοιξε πυρ με το πολυβόλο του και τα πυρά μας τον έριξαν πάλι. Αυτό συνεχίστηκε έως ότου, κάποια στιγμή, τελικά, πέθανε. Ήταν εκπληκτικά γενναίος!».

Τα Churchill προχώρησαν πυρπολώντας με τα φλογοβόλα τους οτιδήποτε βρισκόταν μπροστά τους. Κάθε δένδρο, κάθε θάμνος, οτιδήποτε μπορούσε να κρύβει ένα ανθρώπινο σώμα, γαζωνόταν από τα βρετανικά πολυβόλα. Κανένα ακίνητο κορμί δεν μπορούσε να θεωρηθεί νεκρό αν δεν έφερε κάποιο εμφανές, θανατηφόρο τραύμα. Ήταν μία μάχη στρατιωτών, όχι στρατηγών. Ο λόχος των Γρεναδιέρων που βρίσκονταν στο δασύλλιο της κορυφής υποχώρησε και τα πάντα έδειχναν ότι ο λόφος είχε χαθεί. Προαισθανόμενοι την νίκη, οι Βρετανοί διοικητές βιάστηκαν να ανακοινώσουν την κατάληψη του λόφου μόλις οι πρώτοι στρατιώτες τους άγγιζαν την κορυφή. Όμως στο στρατιωτικό λεξικό υπάρχει τεράστια διαφορά μεταξύ των λέξεων «κατέχω» και «εξασφαλίζω». Οι Γερμανοί ανασυγκροτήθηκαν γρήγορα κινητοποιώντας άρματα και πεζικό για να αντεπιτεθούν.

Τέσσερα Panzer IV του λοχαγού SS Κουρτ Λέφελ της “Frundsberg”, βρίσκονταν πίσω από το δασύλλιο αντιπροσωπεύοντας την τελευταία άμυνα της πρώτης γραμμής. Ρίχτηκαν με αυτοθυσία στη μάχη σταματώντας την επίθεση των Churchill, πριν κυκλωθούν και καταστραφούν ένα-ένα. Την θέση τους πήραν άλλα τέσσερα, ηγούμενα από τον λοχαγό SS Ματίας Μπόρεκοτ, γνωρίζοντας ότι θα πέθαιναν όλοι για να δώσουν τον χρόνο στους συναδέλφους τους να οργανώσουν την αντεπίθεση. Τα φονικά “Nebelwerfer” άρχισαν να βάλλουν εναντίον του δάσους κατακαίγοντας όσους Βρετανούς είχαν προλάβει να οχυρωθούν. Ένας Βρετανός αξιωματικός θυμάται το ολοκαύτωμα που επακολούθησε:

«Ένα αυξανόμενο σε ένταση ουρλιαχτό γέμισε τον αέρα, τελειώνοντας σε μία σειρά εκκωφαντικών εκρήξεων ολόγυρά μας. Ερχόταν από μακριά ηχώντας σαν διαπεραστικός, σπαρακτικός θρήνος εκατοντάδων γυναικών, που κορυφωνόταν σε μία κραυγή καθώς οι οβίδες πλησίαζαν… Και μετά περισσότερα ουρλιαχτά και περισσότερες εκρήξεις…».

Όταν οι ενισχύσεις της “Frundsberg” έφθασαν, τα άρματα του Λέφελ και του Μπόρεκοτ καίγονταν μαζί με τα πληρώματά τους. Τρεις ακόμα ίλες Panzer IV κινήθηκαν προς τις κορυφές 112 και 113 κτυπώντας τον άξονα της βρετανικής επίθεσης από τα πλευρά. Μερικά γερμανικά ημιερπυστριοφόρα εμφανίστηκαν πίσω από τον λόφο και από μέσα τους πήδησε ένα τάγμα Γρεναδιέρων. Η δεύτερη γραμμή άμυνας ριχνόταν στη μάχη την στιγμή που οι Βρετανοί άγγιζαν την κορυφή. Η συνδυασμένη γερμανική αντεπίθεση απώθησε το βρετανικό πεζικό αφήνοντας τα άρματα μόνα τους. Τα Panzer, κυριολεκτικά αθέατα μέσα στις καλαμποκιές, οι οποίες ξεπερνούσαν το ύψος του πήγματος, κατέστρεφαν ένα-ένα τα Churchill. Οι κυβερνήτες τους, με ανοιχτές τις θυρίδες των πύργων και τα κυάλια στα μάτια, παρατηρούσαν πάνω από τα σπαρτά, καθοδηγώντας τους πυροβολητές για την κάθε βολή. Κατόπιν άλλαζαν θέσεις δίνοντας την εντύπωση στους Βρετανούς ότι αντιμετώπιζαν αριθμητικά υπέρτερους αντιπάλους. Σε ένα ανεπανάληπτο όργιο πολεμικής φρενίτιδος, ένας Γρεναδιέρος SS κατέστρεψε μόνος του πέντε άρματα, σχεδόν εξ επαφής, χρησιμοποιώντας μαγνητικές νάρκες και Panzerfaust. Για το πέμπτο μάλιστα, δεν χρειάστηκε να χρησιμοποίησει τίποτα. Το άρμα είχε απομείνει ολομόναχο, τριγυρισμένο από τα μαυρισμένα κουφάρια των νεκρών συναδέλφων του. Ο Γερμανός πήδηξε στον πύργο του Churchill και κτυπώντας με το κοντάκι του όπλου του την θυρίδα ζήτησε την παράδοση του πληρώματος. Όταν το δεύτερο κύμα της βρετανικής επίθεσης πλησίαζε στην κορυφή του λόφου η μάχη είχε χαθεί. Ένας αξιωματικός περιέγραψε το θέαμα όπως το είδε από εκείνο το σημείο:

«Από τις πλαγιές η θέα στην κορυφή του λόφου ήταν τραγική. Η γραμμή του ορίζοντα είχε γεμίσει από μαύρους καπνούς οι οποίοι αναδεύονταν από τα μαυρισμένα κουφάρια βρετανικών αρμάτων, όλα κατεστραμμένα διαδοχικά, το ένα μετά το άλλο, σαν κορύνες του μπόουλινγκ, από τα ενεδρεύοντα γερμανικά άρματα και αντιαρματικά. Στο έδαφος, ανάμεσα στο ψηλό γρασίδι, κείτονταν νεκροί και τραυματίες, με τα όπλα τους πεταμένα ή καρφωμένα στο χώμα, σημειώνοντας το σημείο στο οποίο είχε πέσει ο κάτοχός τους –ένα θλιβερό θέαμα… Όσοι είχαν καταφέρει να διαφύγουν από τα φλεγόμενα άρματά τους γυρνούσαν πίσω τρικλίζοντας, κατάμαυροι από τους καπνούς της πυρίτιδας και των καμμένων λαδιών, με τα ρούχα τους σκισμένα και τα ακάλυπτα μέρη του σώματός τους καμμένα».

Οι Βρετανοί δέχονταν τώρα σκληρή πίεση από αλλεπάλληλες γερμανικές αντεπιθέσεις. Άρματα και πεζικό έδιναν ξεχωριστές μάχες επιβίωσης, ανίκανα να υποστηρίξουν το ένα το άλλο. Το δεύτερο κύμα της επίθεσης, ανίκανο να ενισχύσει το πρώτο, οχυρώθηκε, και τελικά καθηλώθηκε, στις πλαγιές του λόφου. Μετά την καταστροφή και των 25 βρετανικών αρμάτων, το γερμανικό πεζικό προωθήθηκε για την τελική εκκαθάριση ανακαταλαμβάνοντας το αλσύλλιο. Ο στρατιώτης Ντάγκλας Λαίηκυ, επιβαίνοντας σε ένα Bren carrier του δεύτερου κύματος περιγράφει γλαφυρά την σκηνή:

«Το όχημά μου είχε αναφλεχθεί από μία εμπρηστική οβίδα. Το εγκατέλειψα και καλύφθηκα πίσω του χρησιμοποιώντας το πολυβόλο μου για να αποκρούσω την επίθεση του γερμανικού πεζικού. Είδα μία διμοιρία Γρεναδιέρων 200 m μακριά μου να προχωρούν προς τη θέση μου. Τους άφησα να πλησιάσουν και έριξα μία μακριά ριπή που τους έκανε να σταματήσουν. Φώναξα στον σύντροφό μου να απομακρυνθεί και εκείνη τη στιγμή άκουσα από πίσω μου το γνώριμο μεταλλικό τρίξιμο ερπυστριών… Ένα ατσάλινο γερμανικό τέρας με το πυροβόλο του στραμμένο επάνω μου βρισκόταν ακριβώς πίσω μου!».

 

Πολυβολητής της 9ης SS Μεραρχίας Τεθωρακισμένων “Hohenstaufen”, ορμάει στη μάχη κρατώντας το ταχύβολο MG 42. Οι Σύμμαχοι είχαν υπολογίσει ότι η ισχύς πυρός μίας διμοιρίας SS ήταν η τριπλάσια από την αντίστοιχη οποιασδήποτε συμμαχικής διμοιρίας. Ο βαρύς οπλισμός, η μνημειώδης συντροφικότητα, η μαχητικότητα και η αυτοθυσία τους, ενδυναμωμένη από την πεποίθηση ότι αποτελούσαν τον πυρήνα της Ευρωπαϊκής στρατιωτικής ελίτ, καθιέρωσε τους άνδρες των Waffen SS ως τους καλύτερους μαχητές που γνώρισαν ποτέ τα πεδία μαχών του σύγχρονου κόσμου. Πολλοί σύγχρονοι στρατοί αντέγραψαν επίμονα τις στολές, τον οπλισμό και τις τακτικές τους, χωρίς όμως ποτέ να επιτύχουν κάτι αντίστοιχο.

Ο Λαίηκϋ βούτηξε στο έδαφος ακριβώς τη στιγμή που μία οβίδα ανατίναξε το Bren carrier. Τα μεταλλικά θραύσματα καρφώθηκαν στην πλάτη του σαν χιλιάδες καρφίτσες. Κατέφυγε γρήγορα σε μία συστάδα θάμνων όπου βρήκε ένα γερμανικό ατομικό όρυγμα με ένα ξύλινο σκέπασμα. Πήδησε μέσα πέφτοντας πάνω σε άλλους τρεις Βρετανούς που είχαν καλυφθεί εκεί. Οι Γερμανοί συνέχιζαν την προέλασή τους εκκαθαρίζοντας όλες τις θέσεις και τα χαρακώματα που έβρισκαν μπροστά τους. Ακούστηκαν βαριά βήματα να πλησιάζουν και σποραδικά κροταλίσματα πολυβόλων που γάζωναν τα ορύγματα. Οι τέσσερις Βρετανοί έσφιξαν τα χέρια τους, αποχαιρετώντας αμίλητοι ο ένας τον άλλον. Μερικοί προσευχήθηκαν. Ένας άναψε το τελευταίο τσιγάρο ενός πακέτου και το μοιράστηκε με τους υπόλοιπους. Αστραπιαίες σκέψεις πέρασαν από το μυαλό του Λαίηκυ: τι να έκαναν εκείνη τη στιγμή οι γονείς του; Πως θα αντιμετώπιζαν το γεγονός ότι «…έπεσε στο πεδίο της τιμής»; Αφέθηκε να ηρεμήσει, έτοιμος να αντιμετωπίσει τη μοίρα του. «Δεν φοβόμουν. Απλά ένιωθα θλίψη για όλα εκείνα τα μελλοντικά σχέδια που ήλπιζα να πραγματοποιήσω και τώρα τα έβλεπα να εξαφανίζονται…».

Μέχρι τις 13.00 ήταν πλέον ξεκάθαρο για τον Τόμας ότι κάθε πιθανότητα προέλασης προς τον ποταμό Ορν είχε χαθεί. Το μόνο δίλλημα που αντιμετώπιζε ήταν αν θα επιχειρούσε μία τελευταία απόπειρα κατάληψης του λόφου. Μία τελευταία ανανεωμένη επίθεση στον λόφο θα ήταν πιθανώς, ο μόνος τρόπος να ανατρέψει ή τουλάχιστον να σταθεροποιήσει την κατάσταση. Αυτή η επίθεση όμως θα απαιτούσε την θυσία ακόμη περισσότερων ανδρών και ο Τόμας γνώριζε ότι οι δυνάμεις του είχαν αρχίσει να εξαντλούνται.Την επίθεση θα ανελάμβανε το μόνο τάγμα το οποίο είχε μείνει ανέπαφο μέχρι εκείνη τη στιγμή: το 5ο τάγμα Ελαφρού Πεζικού του Δούκα της Κορνουάλης, υπό την διοίκηση του 26χρονου αντισυνταγματάρχη Ντικ Τζαίημς, ο οποίος είχε αναλάβει καθήκοντα μόλις πριν δύο εβδομάδες, μετά τον θάνατο του προηγούμενου διοικητή. Υποστηριζόμενοι από 14 Churchill, οι άνδρες του θα ενίσχυαν τους συναδέλφους τους που βρίσκονταν καθηλωμένοι κοντά στην κορυφή, επιχειρώντας ταυτόχρονα μία τελευταία προσπάθεια κατάληψής της. Αντίθετα με τον Τόμας, ο Τζαίημς γνώριζε καλά ότι, καθώς οι άνδρες του θα διέσχιζαν τα 400 m που τους χώριζαν από το αλσύλλιο της κορυφής, δεν θα αντίκριζαν τα ορύγματα των SS, αλλά το πρόσωπο του βέβαιου θανάτου.

Προχωρώντας πίσω από ένα φράγμα πυρός, οι πεζικάριοι ανέβαιναν τις ίδιες μουσκεμένες με αίμα πλαγιές που είχαν ανεβεί και τόσοι άλλοι νεκροί συνάδελφοί τους, κάτω από τις σταγόνες μίας βροχής που είχε μόλις ξεκινήσει. Ανάμεσα από εκρήξεις γερμανικών όλμων, ρουκετοβόλων και ριπές πολυβόλων, το τάγμα προήλασε αφήνοντας πίσω του τα πτώματα τουλάχιστον 100 ανδρών του σαν μακάβριο ίχνος της ματωμένης πορείας του -αυτού που αργότερα θα επονομαζόταν «Ο επιθανάτιος αγώνας του 5ου τάγματος της Κορνουάλης». Τα πυρά των Churchill μετέτρεψαν το αλσύλλιο σε βρυχόμενη κόλαση πυρός. Το τάγμα της “Frundsberg” που βρισκόταν οχυρωμένο εκεί άρχισε να αποδεκατίζεται. Οι επιζώντες υποχώρησαν και 100 m πίσω τους βρήκαν μία ξεραμένη ρεματιά η οποία καλυπτόταν από μία σειρά θάμνων. Οχυρώθηκαν εκεί γνωρίζοντας ότι είχαν αγγίξει την τελευταία γραμμή άμυνας. Αν δεν έφθαναν γρήγορα ενισχύσεις η θέση ήταν χαμένη. Αμυνόμενοι απεγνωσμένα κατάφεραν να καθηλώσουν τους Ουαλούς του Τζαίημς στην περιοχή του μικρού δάσους. Η απόσταση που χώριζε τις δύο θέσεις ήταν ελάχιστη. Από κάθε πλευρά εκτοξεύθηκαν αρκετές χειροβομβίδες, πολλές από τις οποίες επέστρεψαν στους αρχικούς κατόχους τους πριν ακόμα εκραγούν.

(Profile Tiger.) Tiger I “134”, του λοχία Βίλλυ Φάϋ (Willy Fey), 102η Επιλαρχία SS Βαρέων Αρμάτων, Νορμανδία 1944. Η κωδική του αρίθμηση, από δεξιά προς τα αριστερά, αποκαλύπτει ότι είναι το 4ο άρμα, του 3ου ουλαμού, της 1ης ίλης. Μετά την αποχώρηση της επιλαρχίας από τον Λόφο 112 ο Φάϋ διεκρίθη και πάλι στις 8 Αυγούστου 1944 όταν επιτέθηκε εναντίον μίας βρετανικής φάλαγγας καταστρέφοντας μόνος του 22 Sherman και μεγάλο αριθμό τεθωρακισμένων οχημάτων, χρησιμοποιώντας τις τελευταίες οβίδες του. Για την ανδραγαθεία του τιμήθηκε με τον Χρυσό Γερμανικό Σταυρό Σταυρό στις 15 Σεπτεμβρίου 1944. Χρησιμοποίησε το συγκεκριμένο άρμα καθ’ όλη τη διάρκεια των μαχών στη Νορμανδία, χωρίς να δεχθεί ποτέ εχθρικό πλήγμα, έως ότου αναγκάσθηκε να το εγκαταλείψει στην φρενήρη υποχώρηση τον Αύγουστο του 1944, όταν πλέον ο κινητήρας του εγκατέλειψε τον αγώνα δρόμου προς τα γερμανικά σύνορα.

Από την περιοχή του Μαλτό κλήθηκε εσπευσμένα η 2η ίλη των Tiger της 102ης Επιλαρχίας SS. Πυρά πυροβολικού και των δύο πλευρών εξακολουθούσαν να σφυροκοπούν τις αντίστοιχες εχθρικές θέσεις, ανεβάζοντας τις απώλειες στα ύψη. Νωρίς το απόγευμα κατέφθασαν τα Tiger για να οδηγήσουν την κρίσιμη αντεπίθεση, μαζί με ένα τάγμα Γρεναδιέρων. Ξεκινώντας από τους νότιους πρόποδες του λόφου τα άρματα πλησίασαν, βλέποντας τους επιζώντες Γρεναδιέρους από την ρεματιά να κατεβαίνουν τις νότιες πλαγιές. Η κορυφή είχε καταληφθεί! Φθάνοντας 300 m από το δάσος άνοιξαν πυρ με εκρηκτικές οβίδες και πολυβόλα. Ένα προπέτασμα καπνού έκρυψε την ορατότητα των Panzer με ένα πυκνό λευκό πέπλο. Πυρά πολυβόλων άρχισαν να κροταλίζουν πάνω στη θωράκισή τους και ένας σφοδρός βομβαρδισμός πυροβόλων και όλμων διέκοψε την προέλασή. Μέσα στην σύγχυση και την κόλαση των εκρήξεων τα γερμανικά άρματα απομονώθηκαν από το πεζικό και η αντεπίθεση αποκρούσθηκε αφήνοντας πίσω της 70 νεκρούς και μερικά ανεκτίμητα άρματα και ημιερπυστριοφόρα.

Μέχρι τη δύση του ηλίου η κατάσταση στον λόφο είχε περιέλθει σε πλήρη σύγχυση. Οι αντεπιθέσεις διαδέχονταν η μία την άλλη, με τις απώλειες να ανεβαίνουν, χωρίς αποτέλεσμα. Αμφότερες οι πλευρές είχαν εξαντληθεί τόσο πολύ, ώστε περαιτέρω επιθέσεις δεν είχαν κανένα νόημα. Η αποστολή ενισχύσεων ήταν κρίσιμη προκειμένου να εξασφαλιστεί η κατοχή των παρουσών θέσεων. Οι βρετανικοί λόχοι αριθμούσαν 20-30 άνδρες. Για τους λιγοστούς Γρεναδιέρους της “Frundsberg” η κατάσταση ήταν ακόμα τραγικότερη. Ορισμένοι λόχοι της είχαν απομείνει με 5-6 άνδρες.

Το “Δάσος των Μισών Δένδρων”, όπως το ονόμασαν οι Γερμανοί ή το “Αγκάθινο Στέμμα”, όπως το ονόμασαν οι αντίπαλοί τους, είχε πλέον μετατραπεί σε μικρογραφία πεδίου μάχης του Α΄ΠΠ: οι κορμοί των δένδρων δεν ξεπερνούσαν τα 50 cm και δεν υπήρχε ούτε μέτρο εδάφους που να μην είχε σκαφτεί από οβίδα. Οι κρατήρες των εκρήξεων είχαν μετατραπεί σε τάφους ακρωτηριασμένων πτωμάτων. Παντού κείτονταν μαυρισμένα συντρίμμια κατεστραμμένων αρμάτων και πτώματα ανδρών. Το βρετανικό πυροβολικό δεν σταμάτησε όλο το βράδυ. Στο μυαλό των ανδρών του μαρτυρικού τάγματος της Κορνουάλης, η νύχτα της 10-11ης Ιουλίου δεν θα τελείωνε ποτέ. Μέχρι την ανατολή του ήλιου είχαν αποκρούσει τουλάχιστον 10 αντεπιθέσεις…

  (Έγχρωμος χάρτης) Λόφος 112, 10-30 Ιουλίου 1944.

 

Η ΜΑΧΗ ΣΤΑ ΧΩΡΙΑ

Φονταίν και Ετερβίλ

 

Ταυτόχρονα με όλα αυτά εξελισσόταν και η επίθεση στα χωριά που βρίσκονταν ανατολικά του Λόφου 112: Ετερβίλ, Φονταίν και Μαλτό. Η γερμανική άμυνα, έχοντας συγκεντρώσει το βάρος των δυνάμεών της στον ίδιο τον λόφο, είχε αναθέσει την υπεράσπιση των χωριών σε μικρά, αδύναμα τμήματα, χωρίς την υποστήριξη τεθωρακισμένων, τα οποία μπορούσαν να αντιτάξουν μία υποτυπώδη άμυνα εναντίον πεζικού, αλλά ήταν ανίκανα να σταματήσουν την πλημμυρίδα των βρετανικών αρμάτων. Το Φονταίν υπερασπιζόταν ένα τάγμα της “Frundsberg”, το οποίο στην πραγματικότητα δεν υπερέβαινε την δύναμη διμοιρίας. Ο βρετανικός βομβαρδισμός απέκοψε όλες τις γραμμές επικοινωνιών και τα Churchill απλά καταπάτησαν τους Γρεναδιέρους χωρίς καν να σταματήσουν. Στο Ετερβίλ βρίσκονταν ένα τάγμα της “Frundsberg” υπό την διοίκηση του λοχαγού SS Ρίχτερ της “Frundsberg”. Οι άνδρες του αμύνθηκαν σκληρά, δίνοντας απεγνωσμένες μάχες για κάθε συστάδα θάμνων, για κάθε κτίριο και κάθε δωμάτιο. Στις 07.00 ο λοχαγός έστειλε ένα μήνυμα στο διοικητήριο του 2ου SS Σώματος Τεθωρακισμένων:

«Τα βρετανικά ερπυστριοφόρα απέχουν 200 m! Οι διμοιρίες της εμπροσθοφυλακής έχουν καταπατηθεί!».

Διέταξε τον γιατρό της μονάδας του να συγκεντρώσει όλους τους βαριά τραυματισμένους στον πύργο του χωριού και να τους παραδώσει στους Βρετανούς για περίθαλψη. Κατόπιν οπισθοχώρησε και οχυρώθηκε πρόχειρα με τους άνδρες του στο χαντάκι ενός δρόμου. Ο βαρύτερος οπλισμός που διέθεταν ήταν τρία πολυβόλα.

«Αφήσαμε τους Άγγλους να προχωρήσουν μέχρι τα 30 m και όταν εμφανίστηκαν μέσα από το ψηλό γρασίσι, ανοίξαμε πυρ», θυμάται ο Ρίχτερ. «Έπεσαν όλοι νεκροί χωρίς εξαίρεση». Κράτησαν την θέση εκείνη επί δύο ώρες, κερδίζοντας λίγο χρόνο για να οργανώσουν μία καλύτερη άμυνα έξω από το χωριό. Εκεί συνάντησαν μικρά τμήματα της “LAH” και της “HJ” τα οποία συγκεντρώνονταν μετά την υποχώρηση από την Καν τις προηγούμενες ημέρες και ενώθηκαν μαζί τους. Όλοι μαζί αριθμούσαν 65 άνδρες. Αποτόλμησαν μία αντεπίθεση η οποία βέβαια απέτυχε. Στις 07.45 οι Βρετανοί ανέφεραν την κατάληψη των χωριών Φονταίν και Ετερβίλ, αν και στην πραγματικότητα οι συμπλοκές στο τελευταίο θα συνεχίζονταν μέχρι αργά το βράδυ. Στο Φονταίν οι συστάδες των θάμνων γύρω από τον πύργο έκρυβαν αρκετούς ελεύθερους σκοπευτές οι οποίοι είχαν αποκοπεί από τις μονάδες τους και συνέχισαν να μάχονται μέχρι το τέλος. Ένας από αυτούς έριξε πέντε βολές εναντίον ενός Βρετανού αξιωματικού. Μία διμοιρία πεζικού τον αναζήτησε και τον εξουδετέρωσε. Κρυβόταν μέσα σε έναν λοφίσκο συντριμμιών, συγκεντρωμένων στη μέση μίας μικρής λιμνούλας. Δεν πρέπει να ήταν πάνω από 17 χρονών. Είχε χωθεί μέσα στη λάσπη της λίμνης, αφήνοντας ελεύθερα μόνο το κεφάλι, τα χέρια και το όπλο του. Ακόμα κι αυτά όμως τα είχε καλύψει με λάσπη και χόρτα.

Κάτω από την κάλυψη του σκότους, ένας λόχος 80 Γρεναδιέρων της “Frundsberg” έσπευσε να ενισχύσει την ομάδα του Ρίχτερ στο Ετερβίλ, διεξάγοντας μία υποδειγματική καταδρομική επιχείρηση. Ανακάλυψαν ένα δρομολόγιο μέσα από κήπους και θάμνους το οποίο απέκρυπτε την οδό προσέγγισής τους και παρείσφρησαν στο χωριό. Ανιχνεύοντας τις θέσεις γύρω τους, ανακάλυψαν ότι είχαν βρεθεί στον κενό χώρο μεταξύ δύο βρετανικών λόχων. Ανοίγοντας αιφνιδιαστικά πυρ εναντίον των θέσεών τους, απέκοψαν την επικοινωνία τους προκαλώντας βαρειές απώλειες. Οποιαδήποτε απόπειρα αποκατάστασης της επαφής μεταξύ των δύο λόχων απέτυχε καταλήγοντας σε ακόμη μεγαλύτερες απώλειες. Αδυνατώντας να εντοπίσουν την θέση των εισβολέων μέσα στη σύγχυση του σκοταδιού, οι Βρετανοί πίστεψαν ότι δέχονταν αντεπίθεση μεγάλης κλίμακος. Οι Γρεναδιέροι κατέλαβαν ένα πολυβολείο και έναν όλμο εξουδετερώνοντας το προσωπικό τους, και στη συνέχεια διέφυγαν με τα αιχμαλωτισμένα όπλα στα χέρια τους, ακολουθώντας το ίδιο δρομολόγιο από το οποίο είχαν μπει. Πίσω τους άφησαν τα πτώματα 44 ανδρών τους. Η συμπλοκή τελείωσε στις 04.30 τα ξημερώματα της 11ης Ιουλίου, όταν πιά οι αιφνιδιασμένοι Βρετανοί ανακάλυψαν τα πτώματα των ανδρών του ενός εκ των δύο αποκομμένων λόχων. Είχαν φονευθεί μέχρι ενός…

 

Μαλτό

 

Η κατάληψη του τρίτου χωριού ήταν  ο στόχος της 130ης ταξιαρχίας, η οποία θα ξεκινούσε αυτό που αργότερα θα αποκαλείτο «…μία μάχη συγκλονιστικής έντασης ακόμη και για τα δεδομένα της Νορμανδίας». Τα άρματά της έφθαναν την είσοδο του χωριού σχεδόν την ίδια στιγμή που από την άλλη πλευρά έμπαιναν έξι Tiger της 102ης Επιλαρχίας SS Βαρέων Αρμάτων. Περνώντας μέσα από τους στενούς δρόμους του χωριού, προχώρησαν παίρνοντας θέσεις πίσω από τοίχους και θάμνους. Μέσα από τα περισκόπια του πύργου, ο λοχίας Βίλλυ Φάϋ (Willy Fey), κυβερνήτης του Tiger “134”, είδε ξαφνικά μπροστά του τέσσερα Churchill.

«Panzer, Αλτ! Αριστερά, άρμα, 200 m, πυρ κατά βούληση!».

Δύο βολές από το βαρύ πυροβόλο των 88 mm κατέστρεψαν τα δύο πρώτα. Το Tiger του διοικητή του ουλαμού, λοχαγού SS Μπαράλ, έφθασε δίπλα στο “134” και με την πρώτη βολή ανατίναξε το τρίτο, καθώς το τέταρτο έστρεφε τα νώτα του για να φύγει. Το πεδίο πυρός ήταν εξαιρετικά περιορισμένο, αλλά οι Γερμανοί είχαν κερδίσει το πλεονέκτημα του αιφνιδιασμού και της πρώτης βολής. Δώδεκα Churchill καταστράφηκαν σε αστραπιαία διαδοχή και η επίθεση διακόπηκε πριν καν αρχίσει.

Λίγο αργότερα ένα τάγμα πεζικού ανέλαβε να παρεισφρήσει από διαφορετική πλευρά αιφνιδιάζοντας τους Γερμανούς. Μέχρι τις 09.15 οι στρατιώτες είχαν προχωρήσει μέχρι το κέντρο του χωριού, χωρίς να συναντήσουν αντίσταση. Το χωριό έδειχνε εγκαταλελειμμένο. Ο διοικητής του τάγματος ειδοποίησε από τον ασύρματο ότι το Μαλτό είχε «…καταληφθεί χωρίς πυροβολισμό». Με την διαβεβαίωση αυτή μία ίλη Churchill και M-10 “Achilles” έκαναν την εμφάνισή τους. Ήταν η στιγμή ακριβώς κατά την οποία ένας λόχος της 1ης SS LAH”, με επικεφαλής τον ανθυπολοχαγό Φρανκ Χάσσε, εισήλθε στο χωριό σε μία απεγνωσμένη προσπάθεια να αποτρέψει την διάσπαση του μετώπου από το ανατολικό πλευρό. Ο Χάσσε οδήγησε τους άνδρες του προς το κέντρο του χωριού και κατάφερε να προωθηθεί μέχρι τα δυτικά περίχωρά του, εμπλεκόμενος σε βίαιες μάχες εκ του συστάδην μέσα στους στενούς δρόμους. Το βρετανικό πεζικό κατέστρεψε τέσσερα άρματα και το πυροβολικό ανέλαβε να εξουδετερώσει κάθε εστία ντίστασης. Μέσα στην κόλαση των εκρήξεων, ο Χάσσε και οι λιγοστοί άνδρες του, κατάφεραν να κρατήσουν τις θέσεις τους αμυνόμενοι μέχρι το απόγευμα. Όταν ο βομβαρδισμός σταμάτησε, ο ανθυπολοχαγός ηγήθηκε μίας αντεπίθεσης καταστρέφοντας τέσσερα άρματα και εκκαθαρίζοντας τα 2/3 του χωριού από το εχθρικό πεζικό! Την κατάλληλη στιγμή, μερικά Tiger έκαναν την επανεμφάνισή τους για να τον ενισχύσουν καταδικάζοντας την δεύτερη βρετανική επίθεση σε αποτυχία. Για την δράση του την συγκεκριμένη ημέρα τιμήθηκε με τον Σταυρό των Ιπποτών στις 6 Αυγούστου.

Στις 15.00 το 4ο Τάγμα των Ντόρσετ και μία ίλη αρμάτων διατάχθηκαν να ενισχύσουν τις καθηλωμένες βρετανικές δυνάμεις στο Μαλτό. Χωρίς να το γνωρίζουν, εισέρχονταν σε μία παγίδα θανάτου. Μέχρι εκείνη τη στιγμή το χωριό είχε μετατραπεί σε γερμανικό οχυρό. Εκτός από τους Γρεναδιέρους του Χάσσε και τα Tiger της 102ης επιλαρχίας SS, είχαν συγκεντρωθεί ένας λόχος σκαπανέων της “Frundsberg”, ειδικευμένων στις οδομαχίες, και λίγα Panzer IV της Ομάδας Μάχης “Βύνσε”. Πριν ακόμη φθάσουν στην είσοδο του χωριού, οι Βρετανοί δέχθηκαν όλη την οργή των πυρών της οργανωμένης πλέον γερμανικής άμυνας. Ολόκληρο το τάγμα βρέθηκε εκτεθειμένο στα χωράφια έξω από το χωριό, καθώς τα Panzer και οι όλμοι έβαλλαν με θανατηφόρα ευστοχία, καλυμμένα πίσω από τα ερείπια των σπιτιών. Τρία Μ-10 “Achilles”, το ένα μετά το άλλο, από τους αρματιστές του Βύνσε. Κάθε φορά που κάποιο πλήρωμα επιχειρούσε να εγκαταλείψει το φλεγόμενο άρμα από την ανοικτή οροφή του πύργου, τα MG 42 έστελναν τις ριπές τους σε εκείνο ακριβώς το σημείο. Τα πτώματα των πληρωμάτων έπεφταν δίπλα στους πεζικάριους οι οποίοι δεν τολμούσαν να σηκώσουν τα κεφάλια τους.

«Ήμασταν παγιδευμένοι σαν λαγοί σε περίοδο κυνηγίου», περιγράφει ένας από τους παλαίμαχους των Ντόρσετ. «Κάθε φορά που κάναμε την παραμικρή κίνηση ακούγαμε το ανατριχιαστικό κροτάλισμα κάποιου πολυβόλου να θερίζει τις καλαμποκιές πάνω από τα κεφάλια μας».

Frank Hasse

Karl Bastian

Δύο από τους Γερμανούς αξιωματικούς οι οποίοι παρασημοφορήθηκαν με τον Σταυρό των Ιπποτών για τις ανδραγαθείες τους κατά την διάρκεια των μαχών του Λόφου 112. α) Ανθυπολοχαγός SS Φράνκ Χάσσε (Frank Hasse) της 1ης SS Μεραρχίας Τεθωρακισμένων “Leibstandarte Adolf Hitler”. Στις 10–7-44, επικεφαλής του 11ου τάγματος Γρεναδιέρων, αμύνθηκε ηρωικά στο Μαλτό εναντίον υπέρτερων δυνάμεων αρμάτων και πεζικού. Διενεργώντας μία αποφασιστική αντεπίθεση ανακατέλαβε το μεγαλύτερο μέρος του χωριού. Στις 21-7-44 του απενεμήθη ο Χρυσούς Γερμανικός Σταυρός και στις 6-8-44 ο Σταυρός των Ιπποτών. Σκοτώθηκε από Βέλγους αντιστασιακούς στις 24-12-44, στις Αρδέννες. β) Λοχαγός SS Καρλ Μπάστιαν (Karl Bastian), της 10ης SS Μεραρχίας Τεθωρακισμένων “Frundsberg”. Στις 21 Ιουλίου 1944, επικεφαλής του 7ου τάγματος Γρεναδιέρων, ηγήθηκε μίας νυκτερινής επίθεσης, καταλαμβάνοντας εχθρικά χαρακώματα, εξουδετερώνοντας 140 Βρετανούς και συλλαμβάνοντας 67 αιχμαλώτους. Βρήκε τον θάνατο 20 ημέρες αργότερα, στις 11 Αυγούστου, μαχόμενος ακόμα στη Νορμανδία. Ο Σταυρός των Ιπποτών του απενεμήθη μετά θάνατον στις 23-8-44.

 

Στο εσωτερικό του χωριού, οι οδομαχίες μαίνονταν ακόμα μεταξύ των αμυνόμενων Βρετανών της δεύτερης επίθεσης και των Γρεναδιέρων της “LAH” και της “Frundsberg”. Οι μάχες είχαν μεταφερθεί στο εσωτερικό των οικιών. Μία ομάδα έξι Βρετανών όρμησε σε ένα σπίτι σπάζοντας την πόρτα. Απόλυτη ησυχία…εκτός από κάποια κίνηση στο πάνω πάτωμα… Αφουγκράστηκαν και άρχισαν να γαζώνουν την οροφή… Ένας Γερμανός εμφανίστηκε ξαφνικά στο κεφαλόσκαλο και έριξε δύο χειροβομβίδες. Τρεις πυροβολισμοί τον έριξαν νεκρό. Οι εκρήξεις γέμισαν το ισόγειο με αίματα και ακρωτηριασμένα μέλη. Ο διοικητής του εγκλωβισμένου βρετανικού τάγματος διέταξε την εκκένωση των τραυματιών και την επείγουσα υποχώρηση των υπολειμμάτων της μονάδας του. Μέσα στη σύγχυση της μάχης, η διαταγή υποχώρησης δεν έφθασε στα αποκομμένα τμήματα στο κέντρο του χωριού, με αποτέλεσμα να συνεχίσουν μάχονται έως ότου εξουδετερώθηκαν μέχρι ενός. Καθώς το τάγμα αποδεκατιζόταν, οι υπόλοιπες γερμανικές δυνάμεις εξαπέλυσαν μία καταιγιστική αντεπίθεση εναντίον των αντιαρματικών του τάγματος των Ντόρσετ που βρίσκονταν στημένα στην είσοδό του χωριού. Οι χειριστές τους αφού εξάντλησαν όλα τα πυρομαχικά των ατομικών όπλων τους, εγκατέλειψαν τις θέσεις τους, καταστρέφοντας όσα πυροβόλα προλάβαιναν. Η έφοδος των SS καταπάτησε τις θέσεις τους, αφανίζοντας πληρώματα και εξοπλισμό.

Καθώς έκλεινε η πρώτη ημέρα της επιχείρησης “Jupiter”, τα μόνα σημεία που βρίσκονταν υπό βρετανική κατοχή ήταν το Φονταίν, το Ετερβίλ και η κορυφή του Λόφου 112 –όλα κερδισμένα με ένα βαρύ τίμημα: την απώλεια άνω των 1.000 ανδρών και 43 αρμάτων. Ακόμα και η εξασφάλιση του Λόφου όμως, κρεμόταν στο μεταίχμιο: το αποδυναμωμένο τάγμα του Τζαίημς το οποίο είχε καταλάβει το αλσύλλιο με βαριές απώλειες, δεν ήταν σε θέση να αντέξει άλλες αντεπιθέσεις.

Οι απώλειες της γερμανικής πλευράς ήταν ακόμη βαρύτερες. Ο διοικητής του 2ου SS Σώματος Τεθωρακισμένων, Βίλλυ Μπίτριχ, δεν είχε άλλη επιλογή παρά να ανακαλέσει την 9η SS Μεραρχία Τεθωρακισμ“Hohenstaufen” από την εφεδρεία και να την διαθέσει στην άμυνα του λόφου. Μετά την απώλεια της Καν, ο Λόφος 112 αποτελούσε το σημείο καμπής ολόκληρου του γερμανικού μετώπου στη Νορμανδία.

 

11 ΙΟΥΛΙΟΥ

 

Με το ξημέρωμα της 11ης Ιουλίου μία ίλη 15 Sherman έσπευσε να ενισχύσει τους σκληρά πιεζόμενους στρατιώτες του τάγματος της Κορνουάλης στην κορυφή του λόφου. Mέχρι εκείνη τη στιγμή είχαν χάσει πλέον τον αριθμό των αντεπιθέσεων τις οποίες είχαν απωθήσει. Οι Ουαλοί ζητωκραύγασαν από ενθουσιασμό όταν είδαν τα Sherman να πλησιάζουν, αλλά ο ενθουσιασμός χάθηκε γρήγορα μέσα στις φλόγες που τύλιξαν τα πρώτα πέντε άρματα που επεχείρησαν να προωθηθούν πέρα από το αλσύλλιο –με την έγκαιρη άφιξή τους, τα αντιαρματικά και τα Panther της 9ης SS “Hohenstaufen” είχαν δημιουργήσει έναν ατσάλινο αμυντικό δακτύλιο στις νότιες παρυφές του λόφου. Κάτω από έναν καταιγισμό πυρών από κάθε όπλο που διέθετε η γερμανική μεραρχία, τα Sherman αποσύρθηκαν και μαζί τους άρχισε να υποχωρεί και το πεζικό. Η μοναδική ελπίδα που διέθετε ο αντισυνταγματάρχης Ντικ Τζαίημς για να κρατήσει το έδαφος που με τόσες θυσίες είχαν καταλάβει οι ταλαιπωρημένοι άνδρες του ήταν η υποστήριξη πυροβολικού. Το πυροβολικό χρειαζόταν καθοδήγηση και ο Τζαίημς αποφάσισε να την δώσει ο ίδιος προσωπικά.

Παίρνοντας μαζί του τον ασυρματιστή Τζακ Φόστερ, πλησίασαν έρποντας το πλησιέστερο δένδρο, μέσα από γερμανικά πυρά που σάρωναν την περιοχή. Με καταπληκτική γενναιότητα, ο νεαρός αξιωματικός σκαρφάλωσε στο δένδρο και έφερε τα κυάλια στα μάτια του. Από την υπερυψωμένη θέση του η θέα ήταν καταπληκτική. Κατοπτεύοντας τις γερμανικές θέσεις κατηύθηνε με ακρίβεια τις βολές, δίνοντας τις οδηγίες στον Φόστερ. Είδε ενθουσιασμένος τους πρώτους Γερμανούς να υποχωρούν από τις θέσεις τους, όταν τον ενόπισε ένα MG 42. Η πρώτη ριπή σφύριξε δίπλα του, θερίζοντας τα φυλλώματα του δένδρου.

«Κύριε, κατεβείτε από ‘κει!», του φώναξε ο Φόστερ.

«Έρχομαι», απάντησε εκείνος. Η δεύτερη ριπή τον πέτυχε στο ύψος του λαιμού και τον έριξε στο έδαφος νεκρό, σχεδόν αποκεφαλισμένο…

Με τον θάνατο του διοικητή τους οι Ουαλοί έχασαν την ψυχραιμία τους. Κάποιος φώναξε «Υποχωρήστε, υποχωρήστε!», και ο πανικός διαδόθηκε σαν μολυσματική ασθένεια. Κάποιοι άρχισαν να εγκαταλείπουν το αλσύλλιο για να ενωθούν με τους συναδέλφους τους στις χαμηλότερες πλαγιές. Ένας αξιωματικός, διαισθανόμενος την κρίση που έτεινε να δημιουργηθεί, τράβηξε το περίστροφό του φωνάζοντας «Θα πυροβολήσω τον πρώτο ο οποίος θα οπισθοχωρήσει!». Η απειλή συγκράτησε αρκετούς, αλλά κατέστρεψε το μαχητικό πνεύμα της μονάδας. Ο αρχαιότερος αξιωματικός του τάγματος, ο ταγματάρχης Φράϋ, ζήτησε με τον ασύρματο άδεια να υποχωρήσει. Η απάντηση που έλαβε ήταν «…να παρουσιαστεί στον διοικητή της ταξιαρχίας, προκειμένου να εξηγήσει την κατάσταση». Ο Φράϋ όμως καταλάβαινε ότι μετά από 14 συνεχείς ημέρες παραμονής στην πρώτη γραμμή του μετώπου και 22 ώρες αδιάκοπης μάχης, με την πλειονότητα των αξιωματικών και υπαξιωματικών νεκρούς ή τραυματίες, το τάγμα κινδύνευε να αφανισθεί. Αναλαμβάνοντας την ευθύνη, διέταξε την υποχώρηση. Μία δύναμη από τους πρόποδες του λόφου κατέφθασε για να καλύψει την υποχώρηση των ανδρών της Κορνουάλης. Ήταν η στιγμή που από τις νότιες πλαγιές του Λόφου ανέβαιναν τα Tiger της 102ης επιλαρχίας SS, οδηγώντας μία νέα αντεπίθεση, ακολουθούμενα από τους Γρεναδιέρους της “Hohenstaufen” και της “Frundsberg”. Ένας από αυτούς περιέγραψε την σκηνή:

«Η θέα ήταν πέρα από κάθε φαντασία. Κατά μήκος ολόκληρου του ανοικτού εδάφους, μέχρι το δάσος, τα πτώματα, φίλων και εχθρών, κείτονταν πεσμένα σε στοίβες. Η δυσοσμία της σήψης στον αέρα προκαλούσε αηδία».

Το βρετανικό πυροβολικό προκάλεσε βαριές απώλειες μεταξύ των Γρεναδιέρων, αλλά τα Tiger συνέχισαν, με την θωράκισή τους να χαράζεται από τα θραύσματα οβίδων που εκρύγνηντο ολόγυρά τους, Το μικρό δασύλλιο της κορυφής είχε πάψει πλέον να αποτελεί ένα φυσικό εδαφικό χαρακτηριστικό –αποτελείτο από έναν άτακτο σωρό μεταλλικών συντριμμιών και καμμένων πτωμάτων. Το πρώτο Tiger που έφθασε στην κορυφή κυκλώθηκε από τρία Churchill. Το “134” του Βίλλυ Φάϋ έσπευσε ολοταχώς από τα αριστερά για να το σώσει. Υπολόγισε την απόσταση κατά την κίνηση και η τρίτη βολή του διέτρησε το ασπίδιο του πυροβόλου, τινάζοντας τον φλεγόμενο πύργο από την βάση του. Τα άλλα δύο υποχώρησαν.

O Feu ,sto akro aristera, kai o Egker  mprosta ston Tigrh 134

Στα αριστερά του, μόνο λίγες εκατοντάδες μέτρα από το άρμα του, τα πληρώματα κάποιων αντιαρματικών έσερναν τα πυροβόλα τους και ετοιμάζονταν να τα στήσουν σε μία φρενήρη προσπάθεια να σταματήσουν την εχθρική αντεπίθεση. Ο Φάϋ θαύμασε την γενναιότητά τους, αλλά με την ταχύτητα που τους πλησίαζε δεν είχαν καμία ελπίδα. Το πυροβόλο των 88 mm έβαλλε σχεδόν εξ επαφής, κομματιάζοντας όπλα και ανθρώπους. Τα ασπίδια τινάχτηκαν στον αέρα, οι τροχοί σκορπίστηκαν στο χώμα. Τα κορμιά των ανδρών περιστράφηκαν στον άερα, φρικτά ακρωτηριασμένα, κραυγάζοντας υστερικά τη στιγμή που πέθαιναν. Ένα πυκνό προπέτασμα καπνού προσπάθησε να καλύψει την άτακτη υποχώρηση του τάγματος. Οι Γερμανοί κατάλαβαν ότι ήταν η ώρα να πιέσουν.

«Πρόσω ολοταχώς! Τώρα!». Τα Tiger όρμησαν μέσα στον λευκό καπνό και βγήκαν από την άλλη πλευρά του προπετάσματος. Ο Φάϋ άκουσε βλήματα να αποστρακίζονται πάνω στα πλευρά και τον πύργο του άρματος.

«Άρμα, αλτ! Ασυρματιστή, πυρ με το πολυβόλο! Πυροβολητή, διατρητικό βλήμα!».

Εκατό μέτρα μακριά τους οι Βρετανοί εγκατέλειπαν τις θέσεις τους. Φορτηγά και ημιερπυστριοφόρα κινούνταν πυρετωδώς προσπαθώντας να διασώσουν το πεζικό. Δύο Churchill τα οποία προσπάθησαν να καλύψουν την υποχώρηση τυλίχθηκαν στις φλόγες πριν ακόμα προλάβουν να ανοίξουν πυρ. Μετά άρχισε η σφαγή. Ήταν μία άσκηση σκοποβολής των Tiger εναντίον των υπολειμμάτων του τάγματος Ελαφρού Πεζικού του Δούκα της Κορνουάλης. Η τελευταία σαρωτική γερμανική αντεπίθεση άφησε 75 Βρετανούς επιζώντες, οι οποίοι αντιπροσώπευαν το 10% της αρχικής δύναμης του τάγματος. Ανάμεσα συγκαταλέγονταν 26 άνδρες οι οποίοι είχαν υποστεί νευρικό κλονισμό από τους αδιάκοπους βομβαρδισμούς και άλλοι εννέα οι οποίοι υπέφεραν από πλήρη σωματική και πνευματική κατάρρευση.

Μετά τον αποδεκατισμό τριών ταγμάτων της μεραρχίας του μέσα σε δύο ημέρες ο Τόμας φαινόταν να έχει πλέον αποδεχθεί την αποτυχία της επιχείρησης. Η επίσημη βρετανική ιστορία δέχθηκε ότι η επιχείρηση “Jupiter” είχε κοστίσει την απώλεια 2.000 ανδρών για ελάχιστο εδαφικό κέρδος, συμπληρώνοντας όμως, ως αντιστάθμισμα, ότι «…είχε ανακοπεί επιτυχώς η επίθεση τριών μεραρχιών SS και μίας επιλαρχίας Βαρέων Αρμάτων» –ένας μάλλον διπλωματικά διατυπωμένος τρόπος για να μετονομάσει κάποιος την ήττα σε νίκη, αφού οι επιτιθέμενοι ήταν οι Βρετανοί και όχι οι Γερμανοί!

O Feu sthn metapolemikh germanikh Bermact

 

 

ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ “GREENLINE”

15-16 ΙΟΥΛΙΟΥ

 

Ο Μοντγκόμερυ αντιμετώπιζε πλέον επικρίσεις από όλες τις πλευρές: οι γερμανικές μεραρχίες τεθωρακισμένων που αποτελούσαν τον μεγαλύτερο συμμαχικό κίνδυνο, παρά τις βαριές απώλειες που υφίσταντο, εξακολουθούσαν να ανθίστανται σθεναρά. Ο δρόμος προς την γαλλική ενδοχώρα παρέμενε κλειστός και το συμμαχικό προγεφύρωμα στις ακτές της Νορμανδίας δεν επαρκούσε για την κατασκευή των απαραίτητων αεροδρομίων. Παρότι οι βρετανικές απώλειες είχαν πλέον αγγίξει το κρίσιμο σημείο της μη αναπλήρωσής τους, στα μέσα Ιουλίου οι συνολικές δυνάμεις τους στον θύλακα του Οντόν υπερτερούσαν έναντι των αντιπάλων τους σε αναλογία 10:1 για το πεζικό και 15:1 για τα άρματα. Για αυτό και ο Βρετανός στρατηγός δεν παραιτήθηκε από το σχέδιό του να διασπάσει την γερμανική άμυνα στα νοτιοανατολικά της Καν, να καταλάβει το πολύτιμο ύψωμα και να καταστρέψει την γερμανική δύναμη τεθωρακισμένων. Αυτός ήταν και ο αντικειμενικός σκοπός της επόμενης επιχείρησής του η οποία άκουγε στο κωδικό όνομα “GREENLINE”.

Με βάση εξόρμησης και πάλι τον θύλακα του Οντόν, τρεις μεραρχίες, η 15η Σκωτική, η 53η Ουαλική και η αναδημιουργημένη 43η του Τόμας, με την υποστήριξη 887 αρμάτων μάχης, θα προσπαθούσαν να εγκλωβίσουν σε έναν πόλεμο φθοράς τις δύο μεραρχίες SS οι οποίες τους έκλειναν τον δρόμο. Την ίδια στιγμή η αντίστοιχη δύναμη αρμάτων της “Hohenstaufen” και της “Frundsberg” δεν υπερέβαινε τα 160. Στην αιχμή της επίθεσης βρισκόταν η 15η Σκωτική Μεραρχία, με αποστολή την κατάληψη των τοποθεσιών Εσκάϋ, Λόφο 113, Γκαβρού και Μπουζύ. Στα αριστερά της, η γνώριμη αντίπαλος του 2ου SS Σώματος Τεθωρακισμένων, η 43η “Wessex”, θα περισπούσε την προσοχή των Γερμανών στον Λόφο 112.

Η επιχείρηση άρχισε το βράδυ της 15ης Ιουλίου. Αρχίζοντας την προέλασή τους από το Μπαρόν, τα φλογοβόλα των Churchill πυρπολούσαν τα πάντα στο πέρασμά τους. Τα πυροβόλα τους ανατίναζαν εξ επαφής οποιαδήποτε θέση θα μπορούσε να κρύβει κάποιο γερμανικό χαράκωμα. Παρά τις βαρειές απώλειες από το γερμανικό πυροβολικό, μέχρι τις 02.30 είχαν καταλάβει την τοποθεσία με την δυσοίωνη ονομασία Λε Μπον Ρεπό (Η Καλή Ανάπαυση!) και είχαν εξασφαλίσει τις δυτικές παρυφές του Λόφου 113. Συνέχισαν την προέλασή τους προς το Εσκάϋ, όταν μία εσπευσμένη αντεπίθεση της “Hohenstaufen” με άρματα και μηχανοκίνητο πεζικό, κατάφερε την τελευταία στιγμή να αποκαταστήσει την γερμανική γραμμή ανάμεσα στους δύο λόφους.

Churchill VII . Αν και διέθετε ισχυρή θωράκιση, το πυροβόλο του δεν είχε την απαιτούμενη διατρητική ικανότητα για να αντιμετωπίσει τα γερμανικά άρματα.

 

Με τις πρώτες ακτίνες του πρωινού ωστόσο, καθώς τα προωθημένα βρετανικά τμήματα είχαν περάσει την κορυφογραμμή και άγγιζαν τις νότιες πλαγιές της, το αριστερό πλευρό τους βρέθηκε εκτεθειμένο στα πυρά από την περιοχή του Λόφου 112. Η απόπειρα προέλασης κάτω από προπέτασμα καπνού, σε συνδυασμό με την πρωινή ομίχλη, επιδείνωσε την κατάσταση και η επίθεση διαλύθηκε και πάλι μέσα στο χάος. Η βρετανική φάλαγγα αρμάτων και ημιερπυστριοφόρων βρέθηκε συγκεντρωμένη σε μία περιοχή μικρότερη των 300 m πλάτους και 1.000 m βάθους, κάτω από την άμεση κατόπτευση των γερμανικών όλμων και πυροβόλων, ενώ τα πυρά των MG 42 δεν άφηναν τίποτα ζωντανό σε ύψος μισού μέτρου πάνω από το έδαφος. Η συνέχιση της επίθεσης μέχρι το Εβρεσύ ακυρώθηκε και διατάχθηκε υποχώρηση, η οποία είχε τραγική κατάληξη. Τα άρματα, στην προσπάθειά τους να στρέψουν και να ελιχθούν, έκλεισαν την οδό διαφυγής στα τμήματα που ακολουθούσαν. Τα εχθρικά πυρά εστίασαν την προσοχή τους στην κεφαλή της φάλαγγας καθηλώνοντας όλη την ταξιαρχία. Παρά την ρίψη άφθονων καπνογόνων οβίδων, οι Βρετανοί αποδεκατίστηκαν χωρίς καν να βρίσκονται σε άμεση επαφή με τον εχθρό.

Ταυτόχρονα η “Hohenstaufen” εξαπέλυσε μία ακόμα δριμεία αντεπίθεση για την ανακατάληψη των θέσεων Γκαβρού, Μπουζύ και του Λόφου 113. Το Μπουζύ δέχτηκε πρώτο την μανιασμένη επίθεση των αρμάτων και Γρεναδιέρων της μεραρχίας. Τα προκεχωρημένα βρετανικά τμήματα καταπατήθηκαν και στην αρματομαχία που ακολούθησε καταστράφηκαν 18 Churchill. Οι Βρετανοί άρχισαν να υποχωρούν προς το Γκαβρού, κάτω από την απηνή καταδίωξη των Γερμανών οι οποίοι έφθασαν μέχρι την είσοδο του χωριού. Μόνο στις 18.30 η ενισχυμένη βρετανική άμυνα κατάφερε να τελικά να απωθήσει την επίθεση και να αποκαταστήσει την κατάσταση. Η αντεπίθεση στον Λόφο 113 κατέληξε σε ένα ισόπαλο αιματοκύλισμα, αντιγραφή των όσων είχαν διαδραματιστεί στον δίδυμο λόφο του τις προηγούμενες ημέρες. Με την δύση του ήλιου οι απώλειες της “Hohenstaufen” ήταν τόσες ώστε οι επιζώντες των αποδεκατισμένων ταγμάτων απορροφούντο από τα υπόλοιπα, προκειμένου να διατηρηθεί η συνοχή της μεραρχίας. Ακόμα κι έτσι, ο διοικητής της, συνταγματάρχης Στάντλερ, κατάφερε να συγκροτήσει μόνο τέσσερα τάγματα Γρεναδιέρων! Μετά από δύο εβδομάδες μαχών οι συνολικές απώλειες της “Hohenstaufen” και της “Frundsberg” ήταν 4.180 άνδρες και 58 άρματα μάχης. Το γερμανικό επιτελείο αναγκάστηκε να προβεί στην σταδιακή αντικατάσταση των μεραρχιών του 2ου Σώματος Τεθωρακισμένων SS από μεραρχίες της Wehrmacht.  

Αργότερα την ίδια ημέρα, οι Βρετανοί επεχείρησαν πάλι μία νυκτερινή επίθεση στο Μαλτό. Η βρετανική επίθεση δεν διακρίθηκε για την αποφασιστικότητά της, ενώ οι αρματιστές της 102ης επιλαρχίας SS ήταν ακλόνητοι στην πεποίθησή τους ότι, εάν τα πράγματα έφθαναν στο χειρότερο, οι Τίγρεις τους θα ήταν οι τελευταίες που θα αποχωρούσαν από την περιοχή του Λόφου 112. Κάποια στιγμή που η συμπλοκή κατασίγασε ο επιλοχίας SS Ρότινγκερ άνοιξε την θυρίδα του άρματός του και είδε έκπληκτος έναν Βρετανό λοχαγό να τον πλησιάζει. Με σπασμένα γερμανικά και έντονες χειρονομίες, ο λοχαγός καλούσε τον Γερμανό να παραδοθεί! Από τον πύργο του άρματός του, ο Ρότινγκερ άνοιξε μαζί του μία συζήτηση 20 λεπτών, κατά τη διάρκεια της οποίας προσπαθούσε ευγενικά να τον πείσει να επιστρέψει στις γραμμές του! 

Η λήξη της επιχείρησης “GREENLINE” σήμανε και το τέλος των επιχειρήσεων μεγάλης κλίμακος στους Δίδυμους Λόφους. Τα εδαφικά κέρδη ήταν και πάλι μηδαμινά. Οι Γερμανοί, έστω και με βαρύτατες απώλειες, είχαν καταφέρει να συγκρατήσουν την εχθρική προέλαση κατά μήκος της οδού Εβρεσύ-Καν η οποία διέσχιζε τους Δίδυμους Λόφους. Οι ακατάπαυστες μάχες είχαν δημιουργήσει στις αντιμαχόμενες πλευρές την εντύπωση ότι κανείς δεν επρόκειτο να μετακινήσει τον άλλο από τις θέσεις του και όλοι πίστευαν ότι είχαν αγγίξει τα έσχατα όρια της αντοχής τους.

 

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΜΑΧΗ ΣΤΟ ΜΑΛΤΟ

21-22 Ιουλίου

 

Για τις επόμενες ημέρες οι Βρετανοί παρέμεναν οχυρωμένοι στου βόρειους πρόποδες του Λόφου, άπλυτοι κι αξύριστοι, χωρίς να τολμούν να σηκώσουν τα κεφάλια από τα ορύγματά τους. Τις νύχτες έβγαιναν έρποντας αθόρυβα προς τα μετόπισθεν για πάρουν την τροφή τους και να επιστρέψουν πίσω. Κείτονταν στον πάτο του ορύγματός τους, χρησιμοποιώντας άδειους κάλυκες οβίδων για την ανακούφισή τους, χωρίς ποτέ να αντικρίζουν κάποιον αντίπαλο, προσευχόμενοι να αντέξουν τον ασταμάτητο, εκκωφαντικό βομβαρδισμό ο οποίος τους οδηγούσε στην παραφροσύνη. Δίπλα τους άκουγαν τις κραυγές και τα κλάματα των συναδέλφων τους περιμένοντας απλά να γίνουν κι εκείνοι τα τυχαία θύματα της επόμενης οβίδας η οποία θα έσκαγε στο όρυγμά τους. Το “Δάσος των Μισών Δένδρων στην κορυφή του Λόφου 112 είχε καταντήσει μία ουδέτερη ζώνη η οποία άλλαζε συνεχώς κατόχους, χωρίς κανείς να την κατέχει για περισσότερο από μία ώρα. Ένας από τους αρχαιότερους υπαξιωματικούς μίας βρετανικής διμοιρίας, όταν πλέον ένιωσε ότι τα νεύρα του κατέρρεαν, αυτοπυροβολήθηκε στο πόδι και οδηγήθηκε στο νοσοκομείο.

Το βάρος των συμμαχικών επιχειρήσεων είχε αρχίσει να μετατοπίζεται δυτικότερα, εκεί όπου Αμερικανικές και Βρετανικές δυνάμεις φαίνονταν να συγκλίνουν για την κοινή επίτευξη μίας διάσπασης. Ωστόσο, στον Λόφο 112 η αγωνία των ανδρών της “Frundsberg” και της 102ης Επιλαρχίας SS δεν είχε τελειώσει. Μικρές, τοπικές επιχειρήσεις διεισδυτικού χαρακτήρα εξακολουθούσαν να διεξάγονται και από τις δύο πλευρές. Οποιαδήποτε απώλεια γερμανικού εδάφους ακολουθείτο αυτόματα από μία σφοδρή αντεπίθεση, πριν οι Βρετανοί προλάβουν να οργανωθούν. Οι περισσότερες από αυτές τις αντεπιθέσεις εκτελούντο με ελάχιστη ή καμμία ενημέρωση γύρω από τις θέσεις ή την δύναμη του εχθρού, με ελάχιστη ή καμία υποστήριξη πυροβολικού και χωρίς καμμία απολύτως υποστήριξη αεροπορίας. Παραδόξως, οι περισσότερες από αυτές ήταν επιτυχείς. Αλλά και οι άνδρες της “Frundsberg” δεν ήταν συνηθισμένοι άνδρες.

Σε μία τέτοια επιχείρηση, το απόγευμα της 21ης Ιουλίου, δύο τάγματα Γρεναδιέρων των οποίων η συνολική δύναμη δεν ξεπερνούσε τους 150 άνδρες, εξαπέλυσαν μία επίθεση εναντίον των εχθρικών θέσεων στο Μπον Ρεπό –μία θέση κλειδίγια τους παρατηρητές του βρετανικού πυροβολικού, από όπου κατόπτευαν τις νότιες πλαγιές αμφότερων των Λόφων. Με την υποστήριξη έξι Stug III, ο λοχαγός SS Καρλ Μπάστιαν ηγήθηκε προσωπικά του τάγματός του (περίπου 70 άνδρες), για να επιτεθεί στις βρετανικές θέσεις που βρίσκονταν απέναντι από τις θέσεις του. Οδηγώντας τους Γρεναδιέρους του με μία χειροβομβίδα στο χέρι, εκμεταλλεύτηκε τα εδαφικά χαρακτηριστικά και με μία κυκλωτική κίνηση διείσδυσε αιφνιδιαστικά ανάμεσα στα εχθρικά χαρακώματα και τα πολυβολεία ενός λόχου Ουαλών της 53ης μεραρχίας. Οι Βρετανοί αναγκάστηκαν να ζητήσουν την υποστήριξη του πυροβολικού πάνω στις ίδιες τις θέσεις τους προκειμένου να σταματήσουν την αιφνιδιαστική έφοδο. Το φράγμα του πυροβολικού είχε τα αντίθετα ακριβώς αποτελέσματα από τα αναμενόμενα: κατέστρεψε δύο άρματα απομακρύνοντας τα υπόλοιπα, αφήνοντας όμως ανέγγιχτους τους Γρεναδιέρους οι οποίοι συνέχισαν να καταλαμβάνουν το ένα χαράκωμα μετά το άλλο, μαχόμενοι ανάμεσα σε έναν ορυμαγδό εκρήξεων. Μετά τον αφανισμό 140 Βρετανών και την σύλληψη άλλων 67 η μάχη τελείωσε στις 23.30 με τους άνδρες του Μπάστιαν να κατέχουν τα βρετανικά χαρακώματα. Ο Γερμανός λοχαγός άξιζε ίσως αρκετά περισσότερα από τον Σταυρό των Ιπποτών ο οποίος του απενεμήθη για την δράση του εκείνο το βράδυ. Δύο ημέρες αργότερα, την ίδια ώρα, τα βρετανικά χαρακώματα είχαν ανακαταληφθεί.  Οι μάχες στον Λόφο 112 είχαν καταντήσει ένας αργός, αιματηρός πόλεμος φθοράς.

Το απόγευμα της 22ης Ιουλίου ακούστηκαν τριξίματα ερπυστριών από την πλευρά του Μαλτό: η 129η ταξιαρχία της μεραρχίας “Wessex” επιχειρούσε για μία ύστατη φορά να καταλάβει το ίδιο χωριό στο οποίο είχε αποδεκατιστεί η 130η ταξιαρχία πριν 12 ημέρες. Τα δεδομένα όμως δεν ήταν πλέον τα ίδια. Αν και η 102η επιλαρχία SS εξακολουθούσε να βρίσκεται στην περιοχή, οι Γρεναδιέροι της “Frundsberg” και της “Hohenstaufen” είχαν αντικατασταθεί από τους λιγότερο έμπειρους στρατιώτες της 272ης μεραρχίας πεζικού. Ακόμα και το ίδιο το Μαλτό θα ήταν δύσκολο πλέον να περιγραφεί ως χωριό. Δρόμοι και σπίτια δεν υπήρχαν. Ένας τεράστιος σωρός ερειπίων που είχαν δημιουργήσει οι βομβαρδισμοί τόσων ημερών, κάλυπτε τον χώρο στον οποίον είχαν βρει τον θάνατο εκατοντάδες άνδρες. Το μόνο οίκημα το οποίο έστεκε ακόμα όρθιο ήταν ο μεσαιωνικός πύργος του Μαλτό στα  ανατολικά, μακρύτερα από τα σημεία συμπλοκών των προηγούμενων εβδομάδων, ο οποίος και είχε διαφύγει της προσοχής των πυροβόλων. Είχε έλθει όμως η ώρα του να βρεθεί στο προσκήνιο της τελευταίας μάχης του χωριού.

Η επίθεση άρχισε στις 17.30 και διέθετε όλα τα συνήθη χαρακτηριστικά των βρετανικών επιθέσεων στη Νορμανδία: προπέτασμα καπνού και κυλυόμενο φράγμα πυροβολικού, πίσω από τα οποία προχωρούσαν άρματα και πεζικό. Μόλις η ταξιαρχία εισήλθε στο χωριό οι Γερμανοί ενεπλάκησαν σε βίαιες μάχες σώμα με σώμα. Τα Tiger της 102ης επιλαρχίας SS διατάχθηκαν να επέμβουν. Ο Χάϊντς Τράουτμαν, καθήμενος στην θέση του πολυβολητή του Tiger “134” άκουσε την διαταγή να τρίζει μέσα από τα ακουστικά του: «Άρματα, εμπρός!». Τα Tiger προέλασαν αργά, περνώντας ανάμεσα από τις εκρήξεις του βρετανικού πυροβολικού, βλέποντας μπροστά τους τα τελευταία όρθια σπίτια του Μαλτό να γκρεμίζονται κι αυτά ένα-ένα.

«Ώρα 10, 500 m!», ακούστηκε η φωνή του Βίλλυ Φάϋ. Ο πυροβολητής πάτησε το ποδωστήριο και ο πύργος έστρεψε βουίζοντας. Μέσα από το σκοπευτικό του διέκρινε τέσσερα πράσινα άρματα να προχωρούν κατά μήκος του δρόμου: μακρύ τετραγωνισμένο πήγμα, μικρός πύργος –Churchill!

«Στόχοι το προπορευόμενο και το τελευταίο άρμα. Πυρ!».

Η διάτρηση της οβίδας των 88 mm κυριολεκτικά τίναξε το πρώτο Churchill έξω από τον δρόμο. Η επόμενη βολή πυρπόλησε το τελευταίο. Τα δύο μεσαία βρέθηκαν παγιδευμένα. Το τρίτο δέχθηκε δύο βολές στο πήγμα και ανατινάχθηκε. Το Tiger προχώρησε βάλλοντας τα νώτα του τελευταίου Churchill. Λευκός καπνός άρχισε να βγαίνει από τις θυρίδες του, μία γλώσσα κόκκινης φλόγας πετάχτηκε από τον κινητήρα του και τα πυρομαχικά ανατινάχτηκαν διαλύοντας το ογκώδες άρμα σε κομματιασμένες πλάκες θωράκισης που στριφογύρισαν στον αέρα. Τα Tiger όρμησαν μπροστά και επιτέθηκαν στη φάλαγγα των Bren Carrier που πλησίαζαν μεταφέροντας το πεζικό. Η βρετανική επίθεση μετατράπηκε σε μία μάζα φλεγόμενων σιδερικών σπαρμένη κατά μήκος του δρόμου.

Ξαφνικά, πολλαπλές εκρήξεις στα δεξιά σήκωσαν σύννεφα σκόνης γύρω από τα βαριά άρματα, αιφνιδιάζοντας τους Γερμανούς από τα πλευρά:

«Προσοχή, πυρά αντιαρματικών! Φορτώστε εκρηκτικές οβίδες!».

Δίπλα στον Φάϋ, ένας άλλος κυβερνήτης άρματος παρακολουθούσε με τα κυάλια από τον πύργο του την στιγμή που μία λάμψη πετάχτηκε από την δεξιά πλευρά του πήγματός και η έκρηξη τον τίναξε στο έδαφος. Στο ύψος της θέσης του πολυβολητή έχασκε μία μαύρη τρύπα. Καπνός πετάχτηκε από τις θυρίδες, καθώς το πλήρωμα εγκατέλειπε με τον τρόμο αποτυπωμένο στα μαυρισμένα πρόσωπά του. Ο πολυβολητής είχε πεθάνει ακαριαία. Ο οδηγός βγήκε έξω ουρλιάζοντας, κρατώντας με το αριστερό του χέρι την άκρη του δεξιού του βραχίονα. Το υπόλοιπο χέρι κρεμόταν από ίνες σάρκας.

«Πίσω, πίσω!». Μόνο η ταχύτητα μπορούσε να αποσοβήσει την καταστροφή.

Πάνω από τους πύργους των Tiger βούιξε ένας σχηματισμός Typhoon, πετώντας χαμηλά πάνω από το πεδίο της μάχης, σπέρνοντας παντού ρουκέτες και αστραπιαίο θάνατο. Τα Tiger χάθηκαν μέσα σε έναν ανεμοστρόβιλο πύρινων εκρήξεων, θραυσμάτων και εκτοξευόμενων χωμάτων. Υποχώρησαν νότια του Μαλτό και κρύφτηκαν στο πρώτο δάσος που βρήκαν μπροστά τους. Οι στρατιώτες της Wehrmacht, μαζί με ένα μικρό τμήμα Γρεναδιέρων της “Hohenstaufen”, απέμειναν μόνοι τους να πολεμήσουν μέσα στα ερείπια. Τα φλογοβόλα των Churchill ανέλαβαν να εκκαθαρίσουν τις εστίες αντίστασης, ενώ μαζικές ρίψεις χειροβομβίδων εξόντωναν τους Γερμανούς στα χαρακώματά τους. Συνεχίζοντας την προέλασή τους, τα βρετανικά τάγματα, μέσα σε δύο ώρες, είχαν κατορθώσει να κυκλώσουν το χωριό. Όταν ο ήλιος άρχιζε να δύει, είχε απομείνει μόνο μία εστία γερμανικής αντίστασης: ο μεσαιωνικός πύργος όπου είχαν καταφύγει οι επιζώντες Γερμανοί στρατιώτες. Εκεί θα αντέτασσαν την ύστατη άμυνά τους.

Καθώς πλησίαζαν, οι Ουαλλοί στρατιώτες δέχθηκαν καταιγιστικά πυρά από τους άνω ορόφους και η προέλαση σταμάτησε απότομα. Τα άρματα άρχισαν να βομβαρδίζουν τον πύργο. Παρόλα αυτά, οι εκρηκτικές οβίδες τους δεν φαίνονταν να προκαλούν σοβαρές ζημιές στους ανθεκτικούς μεσαιωνικούς τοίχους του. Μέχρι τις 19.00 ήταν φανερό ότι ο πύργος αποτελούσε πρόβλημα. Ταυτόχρονα όμως, ο χρόνος δούλευε υπέρ των Βρετανών: το χωριό ήταν κυκλωμένο και απομονωμένο από κάθε πλευρά. Οι Γερμανοί μάχονταν γνωρίζοντας ότι μόνο μία εξωτερική αντεπίθεση θα μπορούσε να τους απελευθερώσει από τον κλοιό στον οποίο βρίσκονταν. Η αντεπίθεση όμως δεν έγινε ποτέ: την ίδια στιγμή, τα τελευταία τμήματα της “Hohenstaufen” απέκρουαν μία ακόμα επίθεση στον Λόφο 112.

Οι Βρετανοί αποφάσισαν να βομβαρδίσουν τον πύργο μέχρι κατεδαφίσεως. Μετά από μία ώρα αδιάκοπου σφυροκοπήματος ένας Γερμανός γιατρός βγήκε έξω ανεμίζοντας μία λευκή σημαία, ζητώντας ανακωχή προκειμένου να παραδώσει στους αντιπάλους του τον αυξανόμενο αριθμό τραυματιών τους οποίους δεν ήταν σε θέση να περιθάλψει. Ο Βρετανός διοικητής απάντησε ότι θα απέρριπτε την αίτηση, εάν μαζί με τους τραυματίες δεν παραδίδονταν και οι μαχόμενοι. Ο γιατρός απέρριψε τον όρο και επέστρεψε στον πύργο –η μάχη θα συνεχιζόταν.

Oi bretanoi tou Wessex anaptussontai

Όταν πλέον είχε αρχίσει να βραδιάζει οι Γερμανοί υπερασπιστές δεν διέθεταν κανενός είδους βαρύ οπλισμό. Τα βρετανικά άρματα πλησίασαν τον πύργο σε απόσταση αναπνοής, καλύπτοντας με τα πυρά τους μία έφοδο του πεζικού στο εσωτερικό του. Μία διμοιρία όρμησε στο ισόγειο σκοτώνοντας όσους Γερμανούς βρίσκονταν εκεί. Μία βροχή χειροβομβίδων μέσα από τρύπες της οροφής του πρώτου ορόφου τίναξε τις ελπίδες στον αέρα. Μέσα στο σκοτάδι, ο Ουαλός λοχίας Άϋερ ηγήθηκε μίας εφόδου στην ξύλινη σκάλα που οδηγούσε στον πρώτο όροφο. Σε μία βίαιη μάχη σώμα με σώμα, όπου ανάμεσα στις ξιφολόγχες και τα κοντάκια έστεκε μόνο γυμνή σάρκα και ύφασμα, οι άνδρες της βρετανικής διμοιρίας, μαζί με τον αρχηγό τους, έπεσαν όλοι νεκροί. Ο πύργος θα εξακολουθούσε να βομβαρδίζεται από τα Churchill μέχρι την αυγή του επόμενου πρωινού, όταν πλέον οι ελάχιστοι εναπομείναντες Γερμανοί, όλοι τραυματισμένοι, με τα πυρομαχικά τους εξαντλημένα, αποφάσισαν να παραδοθούν.

Όταν το Μαλτό περιήλθε τελικά σε βρετανική κατοχή, τα πτώματα των νεκρών των δύο ταγμάτων που είχαν πέσει πριν 20 ημέρες, κείτονταν ακόμα πεσμένα το ένα πάνω στο άλλο, σχηματίζοντας μικρούς μακάβριους λόφους, μέσα σε ημιτελή χαρακώματα ή εκτεθειμένα στους δρόμους και τα χωράφια.

 

ΕΝΑ ΧΑΜΕΝΟ ΓΡΑΜΜΑ

 

Την νύχτα της 3ης-4ης Αυγούστου μία περίπολος της 53ης Ουαλικής Μεραρχίας, άρχισε να ανεβαίνει αργά και προσεκτικά τις πλαγιές του λόφου, διασχίζοντας το ανοικτό, σεληνιακό πεδίο, προσπερνώντας τα διάσπαρτα κουφάρια των κατεστραμμένων αρμάτων και τα άταφα πτώματα των νεκρών. Οι κυβερνήτες των τεθωρακισμένων, τρομαγμένοι ακόμα και από την φήμη του τοπίου το οποίο διέσχιζαν, αναρωτιόνταν αν θα έφταναν ζωντανοί στην κορυφή του. Προς μεγάλη τους έκπληξη έφθασαν εκεί χωρίς να συναντήσουν αντίσταση: ο λόφος ήταν άδειος, εγκαταλελειμμένος. Μπροστά τους απλωνόταν γαλήνια η πεδιάδα του ποταμού Ορν…

Δύο ημέρες πριν οι μεραρχίες του 2ου SS Σώματος Τεθωρακισμένων, είχαν διαταχθεί να μετακινηθούν δυτικότερα για να αντιμετωπίσουν μία νέα κρίση: να κλείσουν το ρήγμα που είχε δημιουργηθεί από την διάσπαση των αμερικανικών δυνάμεων στο Μορταίν, στα νώτα του γερμανικού μετώπου, εκεί όπου οι Αμερικανοί προήλαυναν τώρα ακάθεκτοι. Ο Μοντγκόμερυ δεν είχε επιτύχει την διάσπαση την οποία είχε σχεδιάσει επανειλλημένες φορές, αλλά είχε καταφέρει να καθηλώσει στον τομέα του το 90% των γερμανικών τεθωρακισμένων της Νορμανδίας, διευκολύνοντας έτσι την διάσπαση των Αμερικανών στα δυτικά. Μετά την λυσσαλέα άμυνα 20 φρικιαστικών ημερών, η “Frundsberg”, η “Hohenstaufen” και η 102η Επιλαρχία SS Βαρέων Αρμάτων, αποχωρούσαν από τον Λόφο 112 αήττητες. Μετά από όλο το αίμα που είχε χυθεί στις πλαγιές του, ο Λόφος είχε πέσει στα χέρια των Βρετανών τρείς ημέρες αργότερα, χωρίς έναν πυροβολισμό…

Εγκαταλείποντας για πάντα το πεδίο της μάχης του Λόφου 112, ο πολυβολητής Χάϊντς Τράουτμαν, βέβαιος ότι δεν θα ξεχνούσε ποτέ στη ζωή του αυτά που είχε βιώσει εκεί, αποφάσισε να κρατήσει κάποια ενθύμια από τη μάχη: μερικούς βρετανικούς χάρτες και ένα γράμμα κάποιου νεκρού Βρετανού στρατιώτη. Το ξεδίπλωσε και άρχισε να διαβάζει.

«Αγαπητοί Τεντ και Μπρέντα,

Έλαβα το καλοδεχούμενο γράμμα σας, χαίρομαι που είστε καλά και που το μωρό μεγαλώνει. Εγώ είμαι καλά και μέχρι τώρα δεν έχω πάθει το παραμικρό. Δεν έχω ιδέα πότε θα καταφέρω να σας επισκεφθώ. Υποθέτω ότι θα πρέπει να συνεχίσουμε να καταδιώκουμε τους Γερμανούς καθώς υποχωρούν. Μετά την τελευταία μας επίθεση δεν θα ήθελα να λάβω μέρος σε καμιά άλλη παρόμοια. Ήταν μία πραγματικά φονική μάχη και χρειάστηκε να πολεμήσουμε σκληρά για να πάρουμε αυτό που θέλαμε. Σήμερα φάγαμε ψωμί για πρώτη φορά από τότε που πατήσαμε το πόδι μας στη Γαλλία και οπωσδήποτε το απέλαυσα. Ήταν βέβαια μόνο μία φέτα, αλλά ας μη ζητάμε πολλά. Δεν νομίζω ότι έχω πολλά περισσότερα να πω προς στιγμήν. Σας στέλνω τις θερμότερες ευχές μου. Εύχομαι το μωρό να είναι καλά και να καταφέρω να σας δω σύντομα».

Το γράμμα έφερε ημερομηνία 12 Ιουλίου και έπρεπε να είχε ταχυδρομηθεί τουλάχιστον πριν από δύο εβδομάδες. Την στιγμή όμως που γράφονταν εκείνες οι γραμμές ο στρατηγός Μοντγκόμερυ έριχνε στη μάχη και τον τελευταίο του άνδρα προκειμένου να ξεφύγει από τον στατικό πόλεμο φθοράς στον οποίον είχε εμπλακεί. Ο άγνωστος Βρετανός στρατιώτης ήταν ένα μικρό μέρος εκείνου του αιματηρού θεάτρου επιχειρήσεων και ένα από τα χιλιάδες θύματα της επιχείρησης “Jupiter”. Με την διαφορά λίγων εκατοντάδων μέτρων, είχε αφήσει την τελευταία του πνοή σε εκείνο το σημείο όπου τον είχε τάξει η πατρίδα του: τον Λόφο 112.

 

Σήμερα, στην κορυφή του Λόφου 112 στέκει ως μνημείο ένα Churchill αφιερωμένο στους νεκρούς του 5ου Τάγματος Ελαφρού Πεζικού του Δούκα της Κορνουάλης από τους παλαίμαχους της 43ης Μεραρχίας “Wessex”. Στις αναμνηστικές εορτές των βετεράνων του Λόφου 112 οι οποίες λαμβάνουν μέρος μέχρι σήμερα στο σημείο αυτό, κάνει και την εμφάνισή του η απομίμηση του Tiger 134” του Βίλλυ Φάϋ, κατασκευασμένο επάνω στο πήγμα ενός σοβιετικού Τ-55


 

 

Οδοιπορικό στον λόφο 112

 

Στις 28 Αυγούστου 2005 βρεθήκαμε στην Νορμανδία και επισκεφήκαμε επί 3ήμερο την γενικώτερη περιοχή , τα πεδία των μαχών και φυσικά τον λόφο 112. Σχεδόν κάθε γωνιά της Νορμανδίας και κάθε μικρό χωριό κρύβει κι από ένα μικρό μνημείο απ τις άγριες εκείνες μάχες. Πάντως το μεγάλο κεντρικό μουσείο της πόλης μάλλον μας απογοήτευσε καθώς τόσο το περιεχόμενο όσο και τα εκθέματα τα βρήκαμε πενιχρά ενώ αντίθετα πολλά έχουν αφιερωθεί στον …ψυχρό πόλεμο ! Αντίθετα ο μνημειακός χώρος γύρω απ τον λόφο 112 μας έκανε εντύπωση. Το περιβάλλον παραμένει απαράλλαχτο με τότε , υπάρχει ακριβώς και σήμερα ο κάμπος με τα στάχυα και η δενδροσειρά στην κορυφή του χαμηλού υψώματος σαν να μην είχε περάσει στιγμή από τότε. Ο μνημειακός χώρος είναι καλά φροντισμένος και περιλαμβάνει στο κέντρο του σκαλισμένο σε πέτρινο τραπέζι το σχέδιο μάχης με βέλη που δείχνουν τις κινήσεις των μονάδων από τις πραγματικές κατευθύνσεις στον ορίζοντα.

Πήραμε τον δακτύλιο γύρω απ την πόλη της Κάν (Caen) και βγήκαμε πρός την τοπική οδό D8 ( D = Departmentale ) ακολουθώντας ΝΔ πορεία , περνώντας πρώτα απ το Μαλτό. Ολα τα γύρω χωριά απ τα οποία ξεκίνησαν οι επιθέσεις είναι σήμερα όπως και τότε μικροί οικισμοί 20-30 χωρικών μονοκατοικιών με κάποια μικρά μνημεία και μια σημαία βρετανική και αναμνηστική πλάκα στην κεντρική πλατεία.  Ακολουθώντας την D8 φτάνουμε στον διχασμό του δρόμου με την D36 αριστερά , 2 χιλιόμετρα νότεια απ το Μαλτό , και μετά από 580 m πάνω στην D36 βρίσκουμε τον Λόφο 112. Πράγματι η λέξη λόφος είναι υπερβολική , πρόκειται για μικρή ανεπαίσθητη πλαγειά στα αριστερά του δρόμου. Το μνημείο βρίσκεται ακριβώς πάνω στον δρόμο σε μια πορεία 230 κάπου 10 χλμ απ το δυτικό άκρο της Κάν , μπροστά απ τα δένδρα και τα Εσκουάϊ και Μπαρόν-συρ-Οντόν όλα βρίσκονται κυκλικά του , γύρω στα 2-2,5 χιλμ. Για όσους θέλουν να το εντοπίσουν με ακρίβεια παραθέτουμε τις γεωγραφικές συντεταγμένες του GPS : N 49 07,350 W 0 26,775.

Καθώς όλη η περιοχή ολόιγυρα είναι γυμνή από άλλα υψώματα και το μάτι καλύπτει άνετα κάπου 50 χλμ ολόγυρα καταλαβαίνει κανείς γιατί οι γερμανοί το διάλεξαν για παρατηρητήριο, ώστε να εντοπίσουν την κυκλωτική κίνηση απ τα δυτικά των Αγγλων. Αλλά την ίδια ώρα δεν καταλαβαίνει κανείς γιατί οι Βρετανοί δεν το είχαν διαλύσει με τις ρουκέτες των Typhoon . Ηταν ένας άνετος και ο μοναδικός στόχος για την αεροπορία χωρίς κανένα άλλο κάλυμα εκτός απ τα δένδρα για τους αμυνόμενους. Φαίνεται ο Μόντυ παραήταν αισιόδοξος για την ανυπαρξία αντίστασης των γερμανών αν και η μάχη για την Κάν έπρεπε να τον είχε διδάξει καλλίτερα.

Απ την θέση του μνημείου είναι αλήθεια ότι καταλαβαίνουμε την κατάσταση των Βρετανών οπλιτών : με ένα συνηθισμένο όπλο του πεζικού είναι δύσκολο να αστοχήσεις σε οτιδήποτε κινείται να φτάσει τον λόφο. Το γαλήνιο σημερινό τοπίο δεν κρύβει με τίποτα την αγριάδα των συνθηκών μέσα στις οποίες πολέμησαν οι αντίπαλοι.

Απο εκεί συνεχίζοντας μπάινοντας πάλι στην D8 και ακολουθώντας N,ΝΔ πορεία φτάνει κανείς μετά από 14-15 χλμ στο Επερνάϋ-συρ-Οντόν και στο Βιλλέρ Μποκάζ , μέσα απο μια συνηθισμένη χωριάτικη εξοχή. Το Βιλλέρ Μποκάζ , όπως και τότε δεν είναι τίποτα άλλο παρά ένα χωριό απλωμένο δεξιά-αριστερά απ τον κεντρικό δρόμο στον οποίο συγκρούστηκαν τα αντίπαλα άρματα

Το μνημείο στον Hill112 φωτογραφημένο απ την Νότια μεριά πάνω στην D36. Διακρίνονται τα δέντρα που έκρυβαν τα γερμανικά τάνκς στην κορυφή του υψώματος, στη μέση το πέτρινο τραπέζι με το σχεδιάγραμμα της μάχης και δίπλα τους υπάρχει ένα άρμα ‘Τσώρτσιλ’ . Δεξιά ορθώνεται ο κενοτάφιος σταυρός

Το σχεδιάγραμμα της μάχης πάνω σε μαρμάρινη πλάκα στο κέντρο του μνημείου , προσανατολίζει προς τις σωστές ιστορικά κατευθύνσεις της προέλασης

Ο συγγραφέας του άρθρου Αγγελος Δαλασσινός 

πάνω στο ‘Τσώρτσιλ’ τανκ του μνημείου στο Hill 112

 

    ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ :  

1.        Michael Reynolds “Sons of the Reich – II SS Panzer Corps”, Casemete 2002.

2.        Michael Reynolds “Steel Inferno – Ist SS Panzer Corps in Normandy”, Dell Publishing 1997.

3.        Tim Saunders “Battleground Europe: Hill 112 –Battles of the Odon”, Leo Cooper 2001.

4.        Alexander McKee “Caen: Anvil of Victory”Pan Books, London, 1964.

5.        Willy Fey “Armoured Battles of the Waffen SS”, J.J. Fedorowicz Publishing 1990.

6.        Eric Lefevre “Panzers in Normandy, Then & Now”, After The Battle, Great Britain 1983.

7.        Gordon Williamson “SS –The Blood Soaked Soil”, Blitz Editions 1995.

 

 

 

Return to the Home Page