ΟΙ ΘΕΡΜΟΠΥΛΕΣ ΤΗΣ ΝΟΡΜΑΝΔΙΑΣ

 

Η ΕΠΙΚΗ ΑΜΥΝΑ ΤΗΣ “HITLERJUGEND”

ΣΤΗ ΦΑΛΑΙΖ

(16-18 Αυγούστου 1944)

 

 

20-Jan-07 16:24

Άγγελος Ν. Δαλασσηνός

 

 

Στα μέσα Αυγούστου 1944 τα υπολείμματα των γερμανικών δυνάμεων στην Νορμανδία είχαν αρχίσει να εγκλωβίζονται στον θύλακα της Φαλαίζ, περιμένοντας να συνθλιβούν από την υλική και αριθμητική υπεροχή εννέα Συμμαχικών Σωμάτων Στρατού τα οποία συγκεντρώνονταν γύρω τους. Στο εσωτερικό του, 150.000 Γερμανοί στρατιώτες προσπαθούσαν να διαφύγουν διά μέσω ενός και μοναδικού διαδρόμου, πλάτους 18 χλμ, ο οποίος αποτελούσε την μοναδική δίοδο διαφυγής. Αλλά αυτός δεν θα έμενε για πολύ ανοικτός. Στις 16 Αυγούστου μία Ομάδα Μάχης της 12 Μεραρχίας Τεθωρακισμένων SS “Hitlerjugend”, δύναμης 150 ανδρών, διατάχθηκε να κρατήσει την Φαλαίζ για να καθυστερήσει την εχθρική προέλαση και την ολοκληρωτική κύκλωση του θύλακα. Αντίπαλός τους, μία καναδική ταξιαρχία 1.850 ανδρών και 24 αρμάτων. Θα ήταν μία απεγνωσμένη, καταδικασμένη άμυνα, αλλά κάθε ώρα αντίστασης θα σήμαινε την σωτηρία εκατοντάδων συντρόφων τους. Και εκείνοι οι λιγοστοί Γρεναδιέροι SS ήταν αποφασισμένοι να μείνουν ακλόνητοι στις θέσεις τους, υπερασπιζόμενοι τις δικές τους Θερμοπύλες μέχρι τον τελευταίο.

 

 

Η μεσαιωνική κωμόπολη της Φαλαίζ, γεννέτειρα του Γουλιέλμου του Κατακτητή, βρίσκεται επάνω σε ένα πλάτωμα στην κοιλάδα του μικρού ποταμού Αντ. Σε ολόκληρη τη βορειοδυτική πλευρά της δεσπόζει το μεσαιωνικό κάστρο και τα τείχη του, χτισμένο πάνω σε έναν απότομο βράχο, από τον οποίο πήρε και η πόλη το όνομά της (Falaise=απότομος, απόκρημνος βράχος). Μετά την Καν, 35 χλμ βορειότερα, η Φαλαίζ ήταν ο δεύτερος σημαντικότερος οδικός κόμβος στον βρετανικό τομέα της απόβασης. Στα μέσα Αυγούστου 1944, όταν τα γερμανικά στρατεύματα στην Νορμανδία άρχισαν να υποχωρούν μαζικά, καταδιωκόμενα από τον Συμμαχικό οδοστρωτήρα, η Φαλαίζ απετέλεσε, εκ των πραγμάτων, το σημείο συγκέντρωσης του όγκου όλων αυτών των δυνάμεων. Με την στρατηγική θέση που κατείχε, αποτελούσε την φυσική πύλη εξόδου από την Νορμανδία προς την υπόλοιπη γαλλική ενδοχώρα, ενώ οι δύο κεντρικές λεωφόροι οι οποίες την διασχίζουν από βορρά προς νότο και από δύση προς ανατολή – η Καν-Αρζαντέν (Ν 158) και η λεωφόρος Αββαείου (Ν 809) – επέτρεπαν την ταχεία μετακίνηση στρατευμάτων των αντιμαχομένων πλευρών. Δεν θα ήταν υπερβολή αν χαρακτηρίζαμε την Φαλαίζ σαν τις Θερμοπύλες της Νορμανδίας. Η κατοχή της ήταν ζωτικής σημασίας για αμφότερες τις πλευρές: στους Γερμανούς εξασφάλιζε μία ταχεία οδό διαφυγής προς τον Σηκουάνα στα ανατολικά, ενώ για τους Συμμάχους σήμαινε τον ταχύτερο εγκλωβισμό των Γερμανών στον θύλακα που είχε αρχίσει να σχηματίζεται μεταξύ Φαλαίζ-Φλερ-Αρζαντέν. Στο εσωτερικό του βρίσκονταν 150.000 Γερμανοί στρατιώτες - τα υπολείμματα δύο Στρατιών και μίας Ομάδας Τεθωρακισμένων. Οι επιζώντες των αποδεκατισμένων αυτών μονάδων διέφευγαν μέσω ενός διαδρόμου πλάτους 18 χλμ, ο οποίος έμενε ανοικτός μεταξύ των χωριών Τραν-Σαμπουά. Στις 13 Αυγούστου η ύπαρξη του διαδρόμου έγινε αντιληπτή από τον στρατηγό Μοντγκόμερυ, ο οποίος διέταξε επειγόντως την 2η Καναδική Μεραρχία Πεζικού να καταλάβει την Φαλαίζ, στον βόρειο τομέα του θύλακα, και να κλείσει τον διάδρομο το ταχύτερο δυνατόν.

O θύλακας της Φαλαίζ 16-20 Αυγούστου 1944. Χάρη στον τιτάνιο αγώνα της “HJ”, αλλά και εξαιτίας του κακού συντονισμού μεταξύ των μονάδων και τις επιδιώξεις κάθε στρατηγού για προσωπική δόξα, οι Σύμμαχοι έχασαν πολύτιμο χρόνο, επιτρέποντας σε 100.000 Γερμανούς να διαφύγουν μέσα από τα χέρια τους.

 

 

Μπροστά στο μέτωπο των Καναδών βρισκόταν η κατακερματισμένη 12η SS Μεραρχία Τεθωρακισμένων “Hitlerjugend” (“HJ”), η οποία, κατά τη διάρκεια της υποχώρησης, κρατούσε σθεναρά την οπισθοφυλακή, καθυστερώντας την Συμμαχική προέλαση και τώρα πλησίαζε τα βόρεια περίχωρα της Φαλαίζ. Μέχρι τις 14 Αυγούστου η μεραρχία είχε αποδυναμωθεί σε απελπιστικό σημείο: ήταν χωρισμένη σε τρεις Ομάδες Μάχης οι οποίες επιχειρούσαν διεσπαρμένες, προκειμένου να καλύψουν όλους τους επαπειλούμενους τομείς του μετώπου. Ήταν ένα σύνολο περίπου 1.000 μάχιμων Γρεναδιέρων και 50 αρμάτων, οι οποίοι μάχονταν εναντίον δύο Σωμάτων Στρατού και 700 αρμάτων. Οποιαδήποτε ελπίδα διαφυγής των περικυκλωμένων Γερμανών βασιζόταν στον χρόνο για τον οποίο η “HJ” θα μπορούσε να κρατήσει την γαλλική κωμόπολη, διασφαλίζοντας έτσι το βόρειο πλευρό του θύλακα.

 

Ο διοικητής της, συνταγματάρχης SS Κουρτ Μάγιερ (Kurt Meyer) ανέθεσε το βαρύτατο καθήκον της άμυνας της Φαλαίζ στην Ομάδα Μάχης (Kampfgruppe) του ταγματάρχη SS Μπέρνχαρντ Κράουζε (Bernhard Krause), διοικητή του 1ου τάγματος, του 26ου συντάγματος Γρανδιέρων (Ι./26). Η Ομάδα του αποτελείτο από τα υπολείμματα του τάγματός του, μαζί με τους άνδρες του Λόχου Ασφαλείας Μεραρχίας (Divisionbegleitkompanie) – ένα σύνολο μόλις 150 ανδρών. Τα μοναδικά βαρέα όπλα μακρού βεληνεκούς που διέθεταν ήταν δύο αντιαρματικά πυροβόλα των 75 mm και δύο Tiger της 102ης SS Επιλαρχίας Βαρέων Αρμάτων (“001” και “241”) του ανθυπίλαρχου SS Βάλτερ Σρόϊφ (Walter Schroif), διοικητή της 2ης ίλης. Για τις μάχες εκ του συστάδην, τα μόνα που είχαν να αντιτάξουν ήταν αρκετά MG42, μερικά Panzerfaust και την προσωπική τους ανδρεία.

Στην βρετανική πλευρά, η κατάληψη της πόλης ανετέθη στην 6η Καναδική Ταξιαρχία, τμήμα της 2ης Καναδικής Μεραρχίας. Τα τρία τάγματα πεζικού της (South Saskatchewan, Cameron Highlanders και Fusilier Mont Royal) υποστηρίζονταν από δύο ίλες αρμάτων Sherman, τρία τάγματα πυροβολικού και αρκετά αντιαρματικά. Το σχέδιο προέβλεπε την διεξαγωγή της επίθεσης σε δύο άξονες από τα δύο πρώτα τάγματα, των South Saskatchewan, δύναμης 625 ανδρών και των Cameron Highlanders, δύναμης 667 ανδρών, έκαστο υποστηριζόμενο από μία ίλη Sherman. Το τρίτο, των Fusilier Mont Royal (558 άνδρες), θα παρέμενε σε εφεδρεία, ακολουθώντας πίσω από τους Cameron Highlanders. Ήταν ένα σύνολο 1850 ανδρών, 24 αρμάτων και τριών ταγμάτων πυροβολικού, εναντίον 150 ανδρών, δύο αρμάτων και δύο αντιαρματικών.

Μέχρι τις 13 Αυγούστου η πόλη είχε ήδη βομβαρδιστεί τέσσερις φορές από τους Συμμάχους, αναγκάζοντας το μεγαλύτερο μέρος των κατοίκων της να την εγκαταλείψουν. Όταν το πρωί της 15ης Αυγούστου εμφανίστηκαν οι Γρεναδιέροι του Κράουζε μπροστά τους αντίκρισαν σωρούς ερειπίων και μερικά άθικτα κτίρια μέσα στα οποία ζούσαν περίπου 300 Γάλλοι οι οποίοι είχαν αρνηθεί να εγκαταλείψουν τις εστίες τους. Οι Γρεναδιέροι του Κράουζε εγκατέστησαν ισχυρές αμυντικές θέσεις κατά μήκος του μεσαιωνικού τείχους της πόλης, με τους άνδρες του Ι./26 να αναλαμβάνουν τον αριστερό τομέα των τειχών και εκείνους του Λόχου Ασφαλείας Μεραρχίας, τον δεξιό. Ένα αντιαρματικό στήθηκε στην είσοδο της πόλης, επί της λεωφόρου Καν, καλύπτοντας την γέφυρα του ποταμού Αντ και το δεύτερο, περίπου 400 m πίσω από το πρώτο, στην Πύλη Μαρεσκό. Τα δύο Tiger πήραν θέσεις γύρω από την Πύλη Μαρεσκό και την έπαυλη Φρεναγιέ, από όπου θα μπορούσαν ταυτόχρονα να προστατεύουν και το ανοικτό δεξιό πλευρό της παράταξης. Η αριστερή πλευρά της πόλης ήταν δυσκολότερα προσβάσιμη: ο ψηλός, απόκρημνος βράχος του κάστρου και οι στενοί δρόμοι γύρω από αυτό, δεν επέτρεπαν την εύκολη μετακίνηση αρμάτων, ενώ οποιαδήποτε δύναμη πεζών επιχειρούσε να παρακάμψει το κάστρο από τα δυτικά θα είχε να αντιμετωπίσει τις οχυρές θέσεις των Γρεναδιέρων στα σπίτια γύρω από τον καθεδρικό ναό της Αγίας Τριάδος.

Η οδομαχία είναι ένα από τα δυσκολότερα και αιματηρότερα είδη μάχης και η συγκεκριμένη μάχη δεν θα αποτελούσε εξαίρεση. Ο Κράουζε διέταξε τους άνδρες του να μετατρέψουν τα σπίτια κατά μήκος των κυριοτέρων οδών σε μικρά οχυρά, επανδρωμένα με μικρές ομάδες ανδρών οι οποίοι θα κρατούσαν τις θέσεις τους όσο το δυνατόν περισσότερο. Όταν η πρώτη γραμμή άμυνας κατά μήκος των τειχών κατέρρεε, θα υποχωρούσαν στο εσωτερικό της πόλης, καταφεύγοντας στα μικρά οχυρά τους, από όπου θα υποχρέωναν τους Καναδούς να πολεμήσουν κάτω από τους δικούς τους όρους: η πολυάριθμη δύναμή τους θα κατακερματιζόταν σε μεμονωμένες μάχες από σπίτι σε σπίτι, χάνοντας την υποστήριξη των αρμάτων τους. Ο Κράουζε βέβαια, γνώριζε καλά ότι όλα αυτά αποτελούσαν μόνο προσωρινά μέτρα καθυστέρησης του αναπόφευκτου. Ήταν μία μάχη εναντίον του χρόνου, ο οποίος μετρούσε αντίστροφα. Θα δεχόταν ακατάπαυστες επιθέσεις συντριπτικά υπέρτερων αντιπάλων και, αντίθετα από εκείνους, δεν μπορούσε να ελπίζει στην παραμικρή υποστήριξη. Το μόνο που διέθετε ήταν η αυταπάρνηση των ανδρών του. Είχε εμπιστοσύνη στις δυνάμεις τους και ήταν βέβαιος ότι θα πολεμούσαν αδυσώπητα μέχρι τέλους – και η αποστολή που του είχαν αναθέσει απαιτούσε περίπου αυτό.

 

 

16 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 1944, 15.30-00.00

Άμυνα στα τείχη

 

Οι φάλαγγες των δύο καναδικών ταγμάτων ξεκίνησαν την επίθεσή τους στις 15.30. Οι South Saskatchewan προήλασαν κατά μήκος της λεωφόρου Καν (Εθνική Οδός 158), με σκοπό να διασπάσουν την γερμανική άμυνα κοντά στα τείχη και κατόπιν να συνεχίσουν κατά μήκος των κεντρικών οδών Ζωρζ Κλεμανσώ και Αριστείδου Μπριάν. Με την έναρξη όμως, της επίθεσης, δέχθηκαν πυρά μακράς εμβελείας από τα δύο Tiger. Το βρετανικό πυροβολικό διατάχθηκε να βομβαρδίσει την περιοχή με επικεντρωμένα πυρά, αλλά παρά τον βομβαρδισμό, τα Tiger παρέμειναν εκεί, μετκινούμενα από κρατήρα. Συνεχίζοντας να βάλλουν εναντίον της φάλαγγας των Sherman, κατέστρεψαν δύο από αυτά. Τα υπόλοιπα συνέχισαν την επίθεση κάτω από την κάλυψη των πυρών του πυροβολικού, πλησιάζοντας την γέφυρα επί του ποταμού Αντ που βρισκόταν μπροστά στα τείχη. Τότε τα δύο γερμανικά άρματα και οι Γρεναδιέροι που τα υποστήριζαν διατάχθηκαν να υποχωρήσουν στο βορειοανατολικό άκρο της πόλης, χάνοντας τον έλεγχο του κεντρικού δρόμου.

Οι Γρεναδιέροι που επάνδρωναν τις αμυντικές θέσεις κατά μήκος των τειχών, συγκράτησαν τα πυρά τους, αφήνοντας την φάλαγγα των αρμάτων και του πεζικού να πλησιάσει. Όταν η απόσταση μειώθηκε στο ελάχιστο άνοιξαν πυρ, αποκόπτοντας το πεζικό από τα άρματα. Η απόσταση ήταν τόσο μικρή, ώστε οποιαδήποτε βολή ήταν αδύνατον να αστοχήσει. Καθώς το προπορευόμενο Sherman εμφανίστηκε πίσω από την στροφή του δρόμου, ανατινάχθηκε μπροστά στην γέφυρα από την βολή του αντιαρματικού που βρισκόταν εγκατεστημένο εκεί. Οι Καναδοί στρατιώτες αναπτύχθηκαν εκατέρωθεν του δρόμου για να επιτεθούν, αλλά οι πρώτοι έπεσαν νεκροί από τα καταιγιστικά πυρά ενός MG42 που βρισκόταν δίπλα στο αντιαρματικό, καλύπτοντας το πλήρωμά του. Δύο ακόμη Sherman επεχείρησαν να προωθηθούν, αλλά έπεσαν θύματα του αντιαρματικού. Με την έναρξη κιόλας της επίθεσης, οι Καναδοί είχαν χάσει πέντε άρματα και βρίσκονταν καθηλωμένοι μπροστά στην είσοδο της πόλης για μισή ώρα.

Ο διοικητής του καναδικού τάγματος, αντισυνταγματάρχης Κλιφτ, προχώρησε μπροστά για να εξακριβώσει την αιτία της καθυστέρησης. Πήρε το όπλο από τα χέρια ενός στρατιώτη και υπό την κάλυψη των πυρών των ανδρών του, εξουδετέρωσε μόνος του δύο από τους χειριστές του αντιαρματικού και τον βοηθό του πολυβολητή. Ένας από τους επιζώντες του αντιαρματικού, ο στρατιώτης SS Χάϊνριχ Μπασενάουερ (Heinrich Bassenauer), ανατίναξε το πυροβόλο και υποχώρησε μαζί με τον αρχηγό του, υποδεκανέα SS Μαράουν (Mahraun). Η έκρηξη μίας οβίδας έριξε τον Μαράουν βαριά τραυματισμένο στο κεφάλι από θραύσματα. Δίπλα τους, ο χειριστής του MG42 επεχείρησε κι αυτός να αλλάξει θέση, αλλά έπεσε σοβαρά τραυματισμένος από πυρά τυφεκιοφόρων. Ο Μπασενάουερ πήρε το πολυβόλο από τον πεσμένο Γρεναδιέρο και έτρεξε στο πάνω πάτωμα μίας οικίας που βρισκόταν μπροστά του. Από εκεί διέθετε καλό πεδίο πυρός και κατάφερε να καθυστερήσει αρκετά τον εχθρό. Όταν η θέση του έγινε αντιληπτή άλλαξε πάλι θέση, αλλά αυτή τη φορά η οβίδα ενός άρματος κατέστρεψε το αέτωμα της οικίας, τραυματίζοντάς τον. Δύο σύντροφοί του τον απομάκρυναν, μεταφέροντάς τον στον πρόχειρο σταθμό Πρώτων Βοηθειών που βρισκόταν κοντά στο διοικητήριο του Κράουζε. Μισή ώρα αργότερα μεταφέρθηκε δίπλα του και ο θανάσιμα τραυματισμένος Μαράουν. Με τρεμάμενη από τον πόνο φωνή, ζήτησε επειγόντως να αναφερθεί στον διοικητή τού λόχου του, ανθυπολοχαγό SS Αλόϊς Χάρτουνγκ (Alois Hartung). Όταν εκείνος παρουσιάστηκε μπροστά του, του ανέφερε με υπερηφάνεια ότι το πλήρωμά του είχε καταστρέψει τρία άρματα πριν καταστραφεί το πυροβόλο τους.

Με την δύναμη των αριθμών η ανανεωμένη καναδική έφοδος διέσπασε την άμυνα του Λόχου Ασφαλείας. Καναδοί στρατιώτες και άρματα άρχισαν να προωθούνται προς το κέντρο της πόλης. Ο διοικητής του Λόχου, υπολοχαγός SS Φριτς Γκούντρουμ (Fritz Guntrum), διέταξε τον λοχία Λήο Φώϋντ (Leo Feund) να ενημερώσει γρήγορα τον Κράουζε για την κατάσταση. Τρέχοντας μέσα από τα βομβαρδισμένα ερείπια της πόλης, ο Φώϋντ πέρασε δίπλα από τον καθεδρικό του Σαιν Ζερβαί, ο οποίος ως εκ θαύματος στεκόταν ακόμα όρθιος, διασχίζοντας την Ζωρζ Κλεμανσώ. Πλησιάζοντας στον σιδηροδρομικό σταθμό, κατέβηκε στα αριστερά του τα σκαλιά ενός υπογείου που στέγαζε τον διοικητή και τους λιγοστούς άνδρες της φρουράς του. Ο ταγματάρχης είδε τον λαχανιασμένο λοχία και έσπευσε να τον ηρεμήσει με τον γνωστό, πατρικό τόνο της φωνής του:

«Ηρέμησε πρώτα, παιδί μου και μετά πες μου τι συμβαίνει».

Ο Φώϋντ του εξήγησε την κρισιμότητα της κατάστασης: το δεξιό μέτωπο της άμυνας είχε διαρραγεί. Ο Κράουζε, ψυχραιμότερος από ποτέ, πήρε το όπλο του και ηγήθηκε προσωπικά μίας αντεπίθεσης με την μοναδική εφεδρεία που διέθετε: τους 20 άνδρες της φρουράς του. Συγκεντρώνοντας καθ΄ οδόν όσους μεμονωμένους Γρεναδιέρους έβρισκε, συνάντησε μπροστά του την αιχμή της εχθρικής επίθεσης. Οι Καναδοί είχαν εισχωρήσει μέχρι το κέντρο της πόλης και άρχιζαν να ξεπροβάλλουν πίσω από τους σωρούς των ερειπίων. Μετά τη διάσπαση της πρώτης αμυντικής γραμμής τους, οι Γρεναδιέροι του Λόχου Ασφαλείας είχαν οπισθοχωρήσει και τώρα μάχονταν ανάμεσα στα σπίτια που είχαν προετοιμάσει ως δεύτερη θέση άμυνας. Η εικόνα του ίδιου του Κράουζε να ηγείται της εφόδου τούς έκανε να πολεμήσουν σαν λυσσασμένα σκυλιά για να μη φανούν ανάξιοι της εμπιστοσύνης του. Σκαπανικά, ξιφολόγχες και κοντάκια συγκρούστηκαν σε μία ανελέητη μάχη σώμα με σώμα, δίχως οίκτο για νικητή ή ηττημένο. Εγκαταλείποντας τα σπίτια, οι Γρεναδιέροι βγήκαν στους δρόμους καταδιώκοντας τους Καναδούς. Αφήνοντας πίσω τους τον έναν νεκρό μετά τον άλλο σε μία μάχη χωρίς μέτωπο, οι Καναδοί, άρχισαν να υποχωρούν. Η σφοδρότητα της γερμανικής αντεπίθεσης τούς απώθησε έξω από την πόλη και οι λιγοστοί επιζώντες Γρεναδιέροι του Λόχου Ασφαλείας ανακατέλαβαν τις αμυντικές τους θέσεις στα τείχη.

Μέχρι εκείνη τη στιγμή, η επίθεση των South Saskatchewan τούς είχε κοστίσει την απώλεια πέντε αρμάτων, 14 ανδρών και πολλών περισσότερων τραυματιών. Ανασυγκροτήθηκαν και στις 17.30 ανανέωσαν την επίθεσή τους. Διέσχισαν τον ποταμό Αντ και εισχώρησαν στην πόλη. Η προέλασή τους διακόπηκε από ένα πολυβόλο εγκατεστημένο στο σχολικό κτίριο της οδού Καμπ Φαρμ. Τα πυρά του κάλυπταν τις οδούς Φρεντερίκ Γκαλλερόν και Κορντελιέρ. Όταν τα καναδικά πυρά επικεντρώθηκαν εκεί, οι χειριστές του στοιχείου μετακινήθηκαν σε άλλο σπίτι, στην πλατεία Σαιν Ζερβαί. Τα Sherman εστάλησαν μπροστά, κατεδαφίζοντας ολόκληρο το οικοδομικό τετράγωνο και πυρπολώντας τα συντρίμμια. Φθάνοντας μπροστά στον ομώνυμο καθεδρικό ναό, η καναδική φάλαγγα έστρεψε βορειοανατολικά, προχωρώντας κατά μήκος της οδού Γκαμπετά. Μία μικρή διμοιρία Γρεναδιέρων, καλυμμένη πίσω από πέτρινους ογκόλιθους ερειπίων, άφησε τα άρματα να περάσουν και την κατάλληλη στιγμή άνοιξαν πυρ εναντίον του πεζικού, σκορπώντας τον θάνατο ανάμεσα στις τάξεις των Καναδών. Το τέλος τους όμως, ήταν προδιαγεγραμμένο. Τρεις Γρεναδιέροι σκοτώθηκαν επί τόπου και οι υπόλοιποι κατέφυγαν σε άλλα οικήματα για να συνεχίσουν την αντίστασή τους. Τα επτά Sherman, συνοδευόμενα από το πεζικό, χτένισαν όλους τους δρόμους του βορειοανατολικού τομέα, σταματώντας διαρκώς για να εκκαθαρίσουν μικρούς, μεμονωμένους θύλακες αντίστασης Γρεναδιέρων οι οποίοι αρνούντο να εγκαταλείψουν τις θέσεις τους. Σε όλους τους δρόμους, αποκομμένοι νεαροί της “HJ” έδιναν τις μικρές, ατομικές τους μάχες, πεθαίνοντας μόνοι. Οι χειριστές του αντιαρματικού πυροβόλου στην έξοδο της Πύλης Μαρεσκό προέβαλαν την τελευταία αντίσταση στην περιοχή και σκοτώθηκαν ένας-ένας, χειριζόμενοι το όπλο τους μέχρι τέλους. Τα δύο Tiger, μαχόμενα πλέον σε ανοικτό πεδίο γύρω από την έπαυλη Φρεναγιέ, διατάχθηκαν να οπισθοχωρήσουν στον νότιο τομέα της πόλης.

Φαλαίζ 17-8-44, κατά τη διάρκεια των μαχών επί της οδού Πρεμόντρ. Καναδοί τυφεκιοφόροι των Fusilier Mont Royal, προωθούνται μέσα στους δρόμους κάτω από την στενή υποστήριξη των Sherman, αντιμετωπίζοντας την τελευταία αντίσταση που προβάλλουν οι Γρεναδιέροι της “HJ”.

Όταν τελικά, κατελήφθη ο βορειοανατολικός τομέας, η ώρα ήταν ήδη 19.00, και, αν για μιάμιση ώρα αιματηρών μαχών οι South Saskatchewan είχαν να υπερηφανευθούν για την κατάληψη ενός τμήματος της πόλης, οι Cameron Highlandres στο δυτικό άκρο, δεν είχαν τίποτα ανάλογο να επιδείξουν. Το σχέδιο προέβλεπε την διάσπαση της άμυνας στην Πύλη Φιλίπ Σαιν Ζαν και την προέλαση κατά μήκος της οδού Πωλ Ντουμέρ και της προέκτασής της, οδού Ουρσουλινών. Όμως, από τις 15.30 που είχαν αρχίσει την επίθεσή τους μέχρι εκείνη τη στιγμή, βρίσκονταν καθηλωμένοι στο ίδιο σημείο. Η αντίστοιχη γέφυρα του ποταμού Αντ και ο δρόμος μετά από αυτήν ήταν αποκλεισμένα από ένα φράγμα συρματοπλεγμάτων, δοκαριών και βράχων. Οποιεσδήποτε προσπάθειες να απομακρυνθούν τα εμπόδια κατέληγαν σε τοπική σφαγή από τα θεριστικά πυρά ενός MG42 και ελεύθερων σκοπευτών, οχυρωμένων στα σπίτια της πύλης. Τα 12 Sherman που συνόδευαν το τάγμα είχαν κολλήσει κι αυτά στους βαλτώδεις κρατήρες που είχε δημιουργήσει το ίδιο το βρετανικό πυροβολικό. Οι ογκώδεις εκσκαφείς οι οποίοι εκλήθησαν στην αιχμή της φάλαγγας για να ανοίξουν τον δρόμο, επισφράγισαν το αποκορύφωμα της κυκλοφοριακής συμφόρησης: μπλέχτηκαν ανάμεσα στα ακινητοποιημένα άρματα, ανίκανοι πλέον να προχωρήσουν μπροστά ή πίσω. Οι γερμανικές θέσεις ήταν αδύνατον να καταβληθούν χωρίς την υποστήριξη αρμάτων και ο διοικητής του τάγματος αρνείτο να στείλει τους άνδρες του μπροστά στο χαλάζι των εχθρικών πυρών που γάζωναν οτιδήποτε πλησίαζε. Οι ώρες περνούσαν άδικα και το σκοτάδι πλησίαζε. Αποφάσισε να περιμένει για να αποπειραθεί μία ακόμα επίθεση όταν θα νύχτωνε. Μέχρι τότε το βρετανικό πυροβολικό ανέλαβε να ισοπεδώσει τον δυτικό τομέα της πόλης. Καθώς η μάχη μαινόταν ανάμεσα στα ερείπια και τις εκρήξεις, οι 300 εναπομείναντες κάτοικοι της πόλης είχαν βρει καταφύγιο στον ναό της Αγίας Τριάδος. Όταν οι οβίδες όλμων και πυροβολικού άρχισαν να ισοπεδώνουν τα πάντα γύρω από τον καθεδρικό ναό, ο πανικός κατακυρίευσε τους πάντες. Τα γυναικόπαιδα όρμησαν να ανοίξουν τις πόρτες για να τρέξουν έξω. Οι Γρεναδιέροι που αμύνονταν σε εκείνο το σημείο χρειάστηκε να τους συγκρατήσουν για να μη ορμήσουν έξω. Τα θραύσματα των εκρήξεων κατέστρεφαν μικρά τμήματα του ναού και σύντομα τεράστιες φλόγες άρχισαν να υψώνονται γύρω από την μεσαιωνική εκκλησία. Κραυγές αγωνίας και εκκλήσεις βοήθειας ξέσπασαν από το τρομοκρατημένο πλήθος: «Θα καούμε ζωντανοί!», κραύγαζαν οι γυναίκες. Όλοι έπεσαν στα γόνατα, προσευχόμενοι δυνατά, ικετεύοντας για σωτηρία. Οι φλόγες πλέον έγλυφαν την πρόσοψη του ναού και τα κεραμίδια έσπαγαν από την αναπτυσσόμενη θερμοκρασία. Οι οιμωγές άγγιξαν ένα εκκωφαντικό κρεσέντο, καλύπτοντας τις κραυγές τοκετού μίας εγκύου, η οποία έφερνε μία νέα ζωή ανάμεσα στη φρίκη του θανάτου.

Την ίδια ώρα οι South Saskatchewans εκκαθάριζαν το ανατολικό τμήμα της πόλης. Προχωρώντας αργά, προσεκτικά, μέσα από τα ερείπια των δρόμων, πλησίαζαν την περιοχή του σιδηροδρομικού σταθμού. Η προέλασή τους διακοπτόταν συνεχώς από πυρά πολυβόλων και ελεύθερων σκοπευτών που είχαν καταφύγει στον κήπο της έπαυλης Φρεναγιέ. Το πυροβολικό βομβάρδισε την περιοχή μετατρέποντάς την σε σωρό καπνισμένων συντριμμιών. Οι Καναδοί σηκώθηκαν για να συνεχίσουν την προέλασή τους, αλλά ακόμα και τότε δέχονταν σποραδικά πυρά μεμονωμένων Γρεναδιέρων, οι οποίοι πέθαιναν υπερασπιζόμενοι το καταφύγιο του διοικητή τους. Είχαν φθάσει μεσάνυχτα και οι μάχες σε εκείνο το τμήμα της πόλης συνεχίζονταν ακόμα, ενώ οι Γρεναδιέροι του Ι./26 στο δυτικό άκρο, ούτε καν είχαν μετακινηθεί από τις θέσεις τους.

 

17 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 01.00-00.00

Το Κάλεσμα της Βαλχάλλα

 

«Ήταν αυτή ακριβώς η φονική υλική υπεροχή του εχθρού που έκανε τον απεγνωσμένο αγώνα μας μία σκληρή αναγκαιότητα. Δεν είχαμε καμία δόξα να υπερασπιστούμε. Απλά ήμασταν αποφασισμένοι να πολεμήσουμε μέχρι τον τελευταίο, με ότι μας είχε απομείνει: τον δεσμό συντροφικότητας που μας έδενε όλους, ανεξαρτήτως βαθμού».

Λοχαγός SS Χανς Ζίγκελ, 12η SS Μ Τ. “HJ”

 

 

Η οδομαχίες θα συνεχίζονταν με αμείωτη ένταση καθ΄ όλη τη διάρκεια της νύχτας. Ένα απόσπασμα από το βιβλίο του Πωλ Ζερμαίν «Η Ιστορία της Φαλαίζ», αποδίδει γλαφυρά την ατμόσφαιρα και τα συναίσθηματα εκείνης της μάχης:

«…Η νύχτα πέφτει αργά πάνω στα ερείπια της πόλης. Οι σκελετοί αυτών που κάποτε ήταν τα σπίτια μας, ορθώνονται μαυρισμένα προς τον ουρανό, υποφωτισμένα από την κόκκινη ανταύγεια των πυρκαγιών που είχε ανάψει η μάχη. Αυτό το σκηνικό έκανε ακόμα ζοφερότερο το ανθρωποκυνηγητό, στο οποίο θήραμα και κυνηγός άλλαζαν συνεχώς ρόλους. Τι γενναιότητα επέδειξαν αυτοί οι Καναδοί, οι οποίοι είχαν έρθει από την άλλη άκρη του ωκεανού για να υπερασπιστούν την ελευθερία μας, προελαύνοντας κατά μήκος των δρόμων μας, γνωρίζοντας ότι οποιοδήποτε κομμάτι γκρεμισμένου τοίχου μπορούσε να κρύβει έναν από εκείνους τους εξαίρετους σκοπευτές, οι οποίοι σπανίως αστοχούσαν. Θα πρέπει όμως, να θαυμάζουμε εξ ίσου και την γενναιότητα εκείνων των 18χρονων νεαρών Γερμανών, οι οποίοι, μαχόμενοι με αναλογία 1:30, παρέμεναν σιωπηλοί στις θέσεις τους, έως ότου εμφανισθούν τα καναδικά άρματα και το πεζικό, περιμένοντας την καταλληλότερη στιγμή για να ανοίξουν πυρ. Γνώριζαν καλά ότι μία τέτοια καθυστέρηση αύξανε την αβεβαιότητα της επιβίωσής τους, αλλά είχαν αποδεχθεί τον θάνατο προς υπεράσπιση της πατρίδος τους».

Στις 02.00 της 17ης Αυγούστου, κάτω από την κάλυψη του σκότους, τέσσερις λόχοι των Cameron Highlanders πέρασαν τον ποταμό Αντ, αλλά ακόμα και τότε έγιναν αντιληπτοί από το γερμανικό πολυβολείο. Παρότι οι εκσκαφείς κατάφεραν να απεμπλακούν από την κυκλοφοριακή σύγχυση και να χρησιμοποιήσουν μικρούς παρακαμπτήριους δρόμους για να μετακινήσουν το οδόφραγμα μετά την γέφυρα, η επίθεση ματαιώθηκε εξ αιτίας της μανιασμένης αντίστασης των Γρεναδιέρων στην πύλη Φιλίπ Σαιν Ζαν. Οι Καναδοί είχαν χάσει άδικα μία ολόκληρη μέρα και αρκετές ζωές για να διαπιστώσουν καθυστερημένα ότι έπρεπε να είχαν βρει εξ αρχής, άλλο τρόπο προσέγγισης. Το τάγμα παρέκαμψε το μεσαιωνικό κάστρο από τα δυτικά, προχωρώντας παράλληλα με την βάση του απότομου βράχου και στις 07.30, συναντώντας ακόμα αντίσταση από μεμονωμένους, αποφασισμένους Γρεναδιέρους, κατάφεραν να φθάσουν στην πλατεία της Αγίας Τριάδος. Είχαν χρειαστεί πεντέμισι ώρες μάχης και ακόμη περισσότεροι νεκροί για μία παράκαμψη 1.300 μέτρων. Μπροστά στην εκκλησία τους σταμάτησε και πάλι ένα πολυβόλο στο οίκημα του αστυνομικού τμήματος...

Την ίδια περίπου ώρα ο Κράουζε λάμβανε νεότερες διαταγές από τον Κουρτ Μάγερ: οι λιγοστοί άνδρες του είχαν πολεμήσει απεγνωσμένα επί 12 ώρες, προτάσσοντας τα στήθη τους στην προέλαση ενός οδοστρωτήρα. Η πρώτη γραμμή άμυνας είχε ουσιαστικά καταρρεύσει και το διοικητήριο του Κράουζε είχε καταληφθεί. Οποιαδήποτε περαιτέρω αντίσταση στην πόλη θα ήταν παράλογη. Ο Μάγιερ έπρεπε να διασώσει και τον τελευταίο άνδρα του για να κρατηθεί ο θύλακας ανοιχτός. Η Ομάδα Μάχης Κράουζε, μαζί με τα δύο Tiger, θα υποχωρούσαν αμέσως στο Φρεν-Λα-Μερ, έξι χλμ ανατολικά της Φαλαίζ.

Όσοι μάχονταν κοντά στην περιοχή του σιδηροδρομικού σταθμού έλαβαν την διαταγή πρώτοι και άρχισαν να υποχωρούν μαχόμενοι. Τα Tiger, με όσους Γρεναδιέρους είχαν την τύχη να ανέβουν στα πήγματά τους, υποχώρησαν κι αυτά ανατολικά, αφήνοντας πίσω τους την σκοτεινή, ερειπωμένη Φαλαίζ. Όμως η διαταγή δεν έφθασε ποτέ σε εκείνους που μάχονταν αποκομμένοι ανάμεσα στα ερείπια, μέσα στο εχθρικό σκοτάδι, κυκλωμένοι από τον θάνατο. Όσοι «ταχυδρόμοι» εστάλησαν να τους ειδοποιήσουν, είτε βρήκαν τον δρόμο κλεισμένο από τους Καναδούς, είτε σκοτώθηκαν στην προσπάθεια. Το αποδυναμωμένο τάγμα του Κράουζε, είχε κατακερματισθεί πολύ πριν δοθεί η διαταγή. Μοιραία, αυτοί οι 60 περίπου άτυχοι Γρεναδιέροι, ήταν καταδικασμένοι να απομείνουν μόνοι τους. Μέσα στις επόμενες ώρες θα καλούνταν να ανταποκριθούν στο ύστατο κάλεσμα ενός πολεμιστή, υπερασπιζόμενοι ο καθένας τις δικές του μικρές, ανώνυμες Θερμοπύλες. Και θα το έπρατταν μέχρι τον τελευταίο.

18-11-44. Τρεις μήνες μετά την επική άμυνα του τάγματός του στη Φαλαίζ, ο ταγματάρχης Μπέρνχαρντ Κράουζε (δεύτερος από δεξιά) τιμάται με τον επάξια κερδισμένο Σταυρό των Ιπποτών. Βετεράνος της 1ης Μεραρχίας SS “Leibstandarte” και διοικητής του Ι./26 μετά την συγκρότηση της “HJ”, ο Κράουζε ήταν πάντοτε αγαπητός στους άνδρες του, οι οποίοι τον προσφωνούσαν “Papa Krause”. Προήχθη σε αντισυνταγματάρχη την 1-9-44 και σκοτώθηκε στις 19-2-45 στη μάχη του προγεφυρώματος Γκραν, στην Ουγγαρία.

 

Στο μεταξύ οι South Saskatchewan είχαν πλέον καταλάβει τον σιδηροδρομικό σταθμό μέχρι τις 03.00, μαχόμενοι εναντίον όσων Γρεναδιέρων είχαν υποχωρήσει στον Δημοτικό Κήπο. Τα πυρά μίας μικρής επίμονης, συνεχώς κινούμενης ομάδας, τους προκάλεσε βαριές απώλειες. Αρχικά βρίσκονταν καλυμμένοι στο πάρκο της έπαυλης Φρεναγιέ, αιφνιδιάζοντας με πλευρικά πυρά τους προελαύνοντες Καναδούς. Για μία ακόμη φορά το βρετανικό πυροβολικό εκλήθη να σώσει την κατάσταση. Μόλις οι εκρήξεις άρχισαν να πυκνώνουν γύρω τους, οι Γρεναδιέροι μετακινήθηκαν στον σιδηροδρομικό σταθμό, όπου μαζί με όσους συναδέλφους τους βρήκαν αποκομμένους, υποχώρησαν στον Δημοτικό Κήπο. Η φυσική κάλυψη που προσέφερε η τοποθεσία θα γινόταν το σκηνικό αιματηρότατων απωλειών για αμφότερες τις πλευρές. Ένας ελεύθερος σκοπευτής ανέβηκε σε ένα δένδρο, ανοίγοντας πυρ κατά των Bren Carrier που βρίσκονταν στην κεφαλή της φάλαγγας. Με τους στρατιώτες στριμωγμένους τον ένα δίπλα στον άλλον στον περιορισμένο χώρο του τεθωρακισμένου, οι βολές του ήταν αδύνατον να αστοχήσουν. Ο ένας μετά τον άλλον, οι επιβαίνοντες Καναδοί έπεφταν νεκροί πάνω στους συναδέφλους τους, με τα κρανία τους διαλυμένα. Ακόμα και το πυροβολικό ήταν ανίκανο να βοηθήσει. Οι οδηγοί των τεθωρακισμένων άνοιξαν ταχύτητα για να διασχίσουν γρήγορα την επικίνδυνη περιοχή. Όταν η φάλαγγα έφθασε στη γωνία των οδών Ζωρζ Κλεμανσώ και Λιβαρό δέχθηκε τα θεριστικά πυρά δύο MG42 εγκατεστημένων στο νότιο άκρο της Ζωρζ Κλεμανσώ. Χρειάστηκαν πολλοί νεκροί μέχρι οι σύντροφοί τους να συνειδητοποιήσουν από πού προερχόταν αυτός ο συντονισμένος και φονικός καταιγισμός πυρών και ακόμη περισσότερη ώρα μέχρι να εντοπίσουν τα ακριβή σημεία και να εξουδετερώσουν την αντίσταση. Μία ώρα αργότερα, στις 04.00, είχαν πλέον εξασφαλίσει το έδαφος που με τόσο αίμα είχαν κερδίσει και εγκαθίδρυσαν ένα σταθερό μέτωπο στην ανατολική έξοδο της πόλης, μετά τον σιδηροδρομικό σταθμό.

Στις 07.30 της 17ης Αυγούστου, όταν οι Cameron Highlanders έφθαναν στην πλατεία Αγίας Τριάδος, νέες διαταγές εξεδόθησαν για την καναδική ταξιαρχία. Το επιτελείο της 2ης Καναδικής Μεραρχίας Πεζικού, έχοντας πληροφορηθεί πόσο σκληρή ήταν η μάχη για την κατάληψη της Φαλαίζ, διέταξε τους South Saskatchewan να διατηρούσουν τις θέσεις τους, ενώ τους Cameron Highlanders να συνεχίσουν την προέλασή τους μέχρι το χωριό Σαιν Κλαιρ, δύο χλμ νότια της Φαλαίζ. Ταυτόχρονα, το τρίτο τάγμα της ταξιαρχίας, οι ξεκούραστοι Fusilier Mont Royal, θα έπαιρνε την θέση του τελευταίου, αναλαμβάνοντας το δυσάρεστο καθήκον να εκκαθαρίσει τις τελευταίες εστίες αντίστασης στην πόλη.

Οι Cameron Highlanders συνέχισαν την προέλασή τους προς το κέντρο της πόλης στις 11.45, κατεβαίνοντας νότια την οδό Ουρσουλινών, με τα Bren Carrier και τα Sherman στην κεφαλή της φάλαγγας. Στη γωνία της οδού Λεμπαγύ, από το παράθυρο ενός σπιτιού, πετάχτηκε ένας Γρεναδιέρος πυροδοτώντας ένα Panzerfaust εναντίον της φάλαγγας. Το βλήμα τίναξε στον σέρα ένα ελαφρύ τεθωρακισμένο και πριν οι αιφνιδιασμένοι Καναδοί προλάβουν να αντιδράσουν, σηκώθηκε με ένα δεύτερο αντιαρματικό στα χέρια καταστρέφοντας ένα Sherman. Λίγο πιο κάτω, όπου η Λεμπαγύ συναντά την Αριστείδου Μπριάν, η φάλαγγα δέχτηκε πυρά από λίγους τυφεκιοφόρους οι οποίοι είχαν υποχωρήσει από την συνοικία Ζιμπραϋ. Λίγες βολές των αρμάτων ήταν αρκετές για να εξουδετερώσουν την μικρή, ανίσχυρη ομάδα. Στις 12.30 το τάγμα άφηνε πλέον πίσω του την αιματοβαμμένη Φαλαίζ. Ακόμη και τότε όμως, η προέλασή τους καθυστέρησε από τις εύστοχες βολές ενός ακόμα ελεύθερου σκοπευτή. Ήταν ένας Γρεναδιέρος που είχε αποκοπεί από τους συναδέλφους του κατά την υποχώρηση. Ήταν δεμένος πάνω σε έναν κορμό δένδρου και η πρώτη του βολή άφησε νεκρό έναν αξιωματικό. Οι Καναδοί έπεσαν όλοι στο χώμα ή έτρεξαν να καλυφθούν. Μετά την δεύτερη βολή εντόπισαν την περιοχή από όπου προέρχονταν τα πυρά και έστειλαν μπροστά μερικά Sherman. Τα πολυβόλα των αρμάτων γάζωσαν επίμονα τα φυλλώματα των δένδρων και όταν το χαλάζι των πυρών σταμάτησε, ο σκοπευτής έριξε μία τελευταία βολή. Ο πολυβολητής ενός Bren Carrier εντόπισε το δένδρο και άδειασε μία γεμιστήρα επάνω του. Επακολούθησε μακρά σιωπή και μία μικρή περίπολος προχώρησε μπροστά για να ερευνήσει την περιοχή. Κάτω από ένα δένδρο είδαν κηλίδες αίματος να στάζουν στο χώμα. Σήκωσαν τα κεφάλια τους και ανάμεσα στα φυλλώματα είδαν το σώμα του νεαρού Γρεναδιέρου να κρέμεται άψυχο από τους ιμάντες που τον συγκρατούσαν.

Στο μεταξύ το τάγμα των Fusilier Mont Royal είχε ήδη εισέλθει στην κατεστραμμένη πόλη, κατευθυνόμενο προς το κέντρο της. Τα πτώματα Γρεναδιέρων και Καναδών που συναντούσαν ανάμεσα στα ερείπια των σπιτιών, μερικές φορές το ένα δίπλα στο άλλο, καταμαρτυρούσαν τι είχε προηγηθεί. Θεωρώντας ότι η μάχη είχε ήδη τελειώσει και η αποστολή τους ήταν μόνο η εκκαθάριση κάποιων μεμονωμένων εστιών αντίστασης, σάστισαν όταν η προέλασή τους διακόπηκε μπροστά στην φανατική άμυνα μικρών ομάδων Γρεναδιέρων οι οποίοι κρύβονταν ακόμα μέσα στα συντρίμμια των οικιών. Μόλις άκουγαν τον εχθρό να πλησιάζει πετάγονταν μέσα από τα χαλάσματα σαν αρουραίοι, θερίζοντας τους Καναδούς σχεδόν εξ επαφής. Ήταν εκείνοι οι λίγοι άνδρες του Κράουζε οι οποίοι δεν είχαν λάβει την διαταγή για υποχώρηση και τώρα πλέον είχαν συνειδητοποιήσει ότι κανείς από αυτούς δεν θα έβγαινε ζωντανός από εκεί. Μάχονταν ατομικά, με ότι πολεμοφόδια τους είχαν απομείνει, χωρίς καμία επαφή μεταξύ τους. Στα φλεγόμενα συντρίμμια της έπαυλης Φρεναγυέ, δέκα Καναδοί και τέσσερις Γρεναδιέροι βρήκαν τον θάνατο πολεμώντας σώμα με σώμα. Οι Καναδοί πλήρωναν ακριβά για κάθε μέτρο ερειπίων που κέρδιζαν.

Με τις εξόδους της πόλης αποκλεισμένες από τους South Saskatchewan στα ανατολικά, τους Cameron Highlanders στα νότια και τους Fusilier Mont Royal στο μέτωπό τους, οι σκόρπιοι επιζώντες της “Hitlerjugend”, άρχισαν να υποχωρούν ενστικτωδώς προς το κέντρο της πόλης, αναζητώντας κάποια οχυρή θέση μέσα στα χαλάσματα. Χωρίς να το γνωρίζουν, σχημάτισαν μία ομάδα αντίστασης η οποία συγκεντρώθηκε στα οικοδομικά τετράγωνα που πλαισιωνόταν από τις οδούς Ουρσουλινών, Σαιν-Ζαν, Πρεμόντρ, Λεμπαγύ και Αριστείδου Μπριάν. Αυτοί οι 50 περίπου άνδρες, με τυφέκια, πολυβόλα και λίγα Panzerfaust, κατάφεραν να καταστήσουν τις δύο κυριότερες οδικές αρτηρίες της πόλης κυριολεκτικά αδιάβατες σε πεζικό και μη-τεθωρακισμένα οχήματα. Η ώρα ήταν ήδη 17.00 και αν αυτός ο θύλακας δεν εξουδετερωνόταν, το εξαντλημένο τάγμα των Cameron Highlanders κινδύνευε να αποκοπεί από την υπόλοιπη ταξιαρχία. Για να αποφευχθεί κάτι τέτοιο, η προέλασή τους προς το Σαιν-Κλαιρ διακόπηκε και όλοι τώρα περίμεναν τους Fusilier Mont Royal –οι οποίοι μάχονταν ήδη επί πέντε ώρες για την κατάκτηση μερικών κατεδαφισμένων οικοδομικών τετραγώνων- να τελειώνουν με αυτή την υπόθεση. Δεν θα ήταν τόσο εύκολο. Λόχοι Καναδών εφορμούσαν εναντίον των κτιρίων και έπεφταν νεκροί πριν φθάσουν στις εισόδους τους. Άρματα έπαιρναν τη θέση τους και μετά από λίγα μέτρα καταστρέφονταν από τα τελευταία βλήματα των Panzerfaust. Τα υπόλοιπα Sherman πλησίασαν βομβαρδίζοντας και πυρπολώντας τα σπίτια ένα-ένα. Οι μικρές ομάδες των Γρεναδιέρων εγκατέλειψαν τα κτίρια και τρέχοντας κάτω από χαλάζι εχθρικών πυρών, κατέφυγαν σταδιακά στο κεντρικό κτίριο της Σχολής Θηλέων και όσα μικρότερα το περιέβαλλαν. Ήταν ένα παλαιό κτιριακό συγκρότημα με παχείς πέτρινους τοίχους, το οποίο μπορούσε να αντέξει αρκετά πλήγματα οβίδων. Χωρίς κανένα βαρύ οπλισμό στη διάθεσή τους, αλλά με άφθονα φυσίγγια για να πολεμήσουν για αρκετές ακόμα ώρες, οι νεαροί Γρεναδιέροι της Ομάδας Μάχης Κράουζε θα έδιναν εκεί την τελευταία τους μάχη.

Γερμανία 19-9-44. Η τελετή παρασημοφόρησης των ανδρών της “Hitlerjugend” μετά τις μάχες της Νορμανδίας. Ο αρχηγός της Χιτλερικής Νεολαίας Άρτουρ Άξμαν, παραδίδει στον υπολοχαγό SS Αλόϊς Χάρτουνγκ (Alois Hartung) την περιχειρίδα με τον τίτλο της μεραρχίας. Διοικητής του 4ου λόχου, 26ου συντάγματος (4./26), ο Χάρτουνγκ, έλαβε μέρος στην άμυνα της Φαλαίζ και ήταν μεταξύ των ελαχίστων οι οποίοι επέζησαν της συγκεκριμένης μάχης, αλλά και του πολέμου, έχοντας λάβει μέρος σε όλες τις εκστρατείες της “Hitlerjugend”. Στις διακρίσεις του περιλαμβάνεται και το Ασημένιο Μετάλλιο Μάχης εκ του Συστάδην (30 ημερών).

 

 

Από τον ψηλότερο όροφο του κτιρίου οι Γρεναδιέροι επέβλεπαν το κέντρο της πόλης, αρκετούς από τους δρόμους του νοτίου τμήματός της και φυσικά, την κύρια οδό προέλασης των Καναδών. Tα Sherman ανέλαβαν και πάλι τον πρώτο ρόλο. Προχώρησαν μπροστά και από ασφαλή απόσταση άρχισαν να κατεδαφίζουν τους τοίχους που περιέβαλαν το συγκρότημα. Στις 18.00, όταν οι οβίδες τους είχαν καταστρέψει μεγάλο μέρος τους, μία ομάδα 10 Καναδών προσπάθησαν να περάσουν τον τοίχο και να ορμήσουν μέσα στο κτίριο. Πριν ακόμα φθάσουν στην είσοδο τούς περίμεναν μερικοί ενεδρεύοντες Γρεναδιέροι. Οι γερμανικές ριπές σκότωσαν τους πρώτους και οι υπόλοιποι συγκρούστηκαν σε μάχη εκ του συστάδην. Ελάχιστοι από τους Καναδούς απέμειναν ζωντανοί για να υποχωρήσουν στις θέσεις τους. Την θέση τους πήρε η ομάδα εφόδου του Αναγνωριστικού Λόχου. Ακολούθησε δεύτερη μάχη σώμα με σώμα και ο καναδικός λόχος υποχώρησε αποδεκατισμένος. Τα πάντα σταμάτησαν εκεί. Είχαν φθάσει μεσάνυχτα. Οι Καναδοί ανασυγκροτήθηκαν και συμφώνησαν σε μία νέα, συστηματική επίθεση εναντίον του κτιρίου, με ώρα έναρξης τις 02.00 της 18ης Αυγούστου. Οι ελάχιστοι πολιορκημένοι επιζήσαντες του Κράουζε, άγρυπνοι, πεινασμένοι, εξαντλημένοι, με τα πρόσωπά τους βουτηγμένα στο αίμα και τη λάσπη, είχαν ήδη συμπληρώσει 33 ώρες μάχης εκ του συστάδην και τώρα ετοιμάζονταν να αποκρούσουν την τελευταία επίθεση της σύντομης ζωής τους…

 

 

18 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 01.00-05.00

Το Τελευταίο Οχυρό

 

«Αργά εκείνο το βράδυ, δύο Γρεναδιέροι μού παρέδωσαν την τελευταία αναφορά από εκείνη την γενναία ομάδα. Πέθαναν όλοι λίγο μετά τα μεσάνυχτα στα ερείπια της Σχολής».

 

Συνταγματάρχης Κουρτ Μάγιερ,

Διοικητής 12ης SS Μ. Τ. “HJ”

 

 

Στην ευρύτερη περιοχή του κτιριακού συγκροτήματος της Σχολής Θηλέων αμύνονταν πλέον μικρές ομάδες Γρεναδιέρων που η μία αγνοούσε την ύπαρξη της άλλης. Ακόμα και αν αρχικά υπήρχε οποιαδήποτε επαφή μεταξύ τους, αυτή χάθηκε οριστικά με την έναρξη της μάχης. Ο υποδεκανέας νοσοκόμος SS Πάουλ Χινσμπέργκερ (Paul Hinsberger), μαχόμενος ή φροντίζοντας τραυματίες και ετοιμοθάνατους συναδέλφους του, βρισκόταν ανάμεσα σε εκείνους τους ηρωικούς υπερασπιστές

«Το μαχητικό μας δυναμικό μέσα στη Σχολή πρέπει να ήταν περίπου 45 άνδρες, εξαιρουμένων των τραυματιών. Δεν επαρκούσαμε για να επανδρώσουμε όλα τα παράθυρα. Ώρα με την ώρα ο αριθμός των μαχίμων μειωνόταν. Η ομάδα των τραυματιών μας στο υπόγειο αύξανε διαρκώς. Όσοι έφεραν μικρά τραύματα παρέμεναν με τους μαχόμενους. Μόνο οι θανάσιμα τραυματισμένοι ζητούσαν να μεταφερθούν στο υπόγειο».

Κατά τη διάρκεια εκείνης της ανεπίσημης κατάπαυσης του πυρός και με την διαμεσολάβηση ενός αιχμάλωτου Καναδού, ο Χινσμπέργκερ παρέδωσε όλους τους βαριά τραυματισμένους, στην φροντίδα των πολιορκητών. Μετά την ανταλλαγή κρατήθηκε και ο ίδιος ως αιχμάλωτος, παρακολουθώντας από μακριά την τελευταία πράξη του δράματος των συντρόφων του.

Στο εσωτερικό του κτιρίου όλοι γνώριζαν ότι η αποστολή τους πλησίαζε στο τέλος της. Ωστόσο υπήρχε μία τελευταία υπηρεσία που θα μπορούσαν να προσφέρουν στους συντρόφους της μεραρχίας τους οι οποίοι μάχονταν ανατολικότερα. Μετά το ψυχορράγημα της Ομάδας Μάχης Κράουζε οι Καναδοί θα ξεχύνονταν στα νοτιοανατολικά για να σφραγίσουν την έξοδο τον θύλακα. Αν ο διοικητής τους πληροφορείτο εγκαίρως την πτώση της Φαλαίζ υπήρχαν αρκετές ελπίδες πολλοί σύντροφοί τους να αποφύγουν τον αφανισμό. Ο αρχαιότερος υπαξιωματικός στο κτίριο διέταξε δύο στρατιώτες του να φύγουν από την πόλη για να παραδώσουν στον διοικητή τους το μήνυμα για την κατάσταση στην Φαλαίζ: η μικρή ομάδα τους δεν θα μπορούσε να κρατήσει την πόλη για πολύ ακόμη. Η μεραρχία τους έπρεπε να σχηματίσει γρήγορα ένα δεύτερο αμυντικό μέτωπο και οι μονάδες στον θύλακα να κινηθούν ταχύτερα. Οι στρατιώτες αρνήθηκαν την αποστολή. Ήθελαν να παραμείνουν εκεί μέχρι το τέλος. Ο αρχηγός τους ζήτησε εθελοντές, αλλά δεν προσφέρθηκε κανείς. Όλοι αρνούντο να εγκαταλείψουν τους συντρόφους τους. Κατόπιν αυτού, η επιλογή των «ταχυδρόμων» έγινε διά κληρώσεως. Τραβήχτηκαν δύο κλήροι και οι εντεταλμένοι στρατιώτες αποχαιρέτησαν τους συντρόφους τους και βγήκαν από το κτίριο. Αθόρυβα, κάτω από την κάλυψη του σκοταδιού, πέρασαν μέσα από τις εχθρικές γραμμές. Καθώς απομακρύνονταν, άκουγαν πίσω τους το τρίξιμο των ερπυστριών δύο Sherman που έπαιρναν θέση μπροστά στο κτίριο της Σχολής, πλαισιωμένα από αντιαρματικά και όλμους. Θα ήταν οι πρωταγωνιστές της μάχης. Πίσω τους, δύο λόχοι Καναδών, περίμεναν σαν απλοί θεατές να παρακολουθήσουν το ηρωικό ψυχορράγημα των λιγοστών αντιπάλων τους και κατόπιν να κλείσουν την αυλαία του έργου, χειροκροτώντας την νίκη των τεθωρακσιμένων πάνω από τα πτώματά τους.

Μόλις τα πυροβόλα άρχισαν να βομβαρδίζουν μεθοδικά το κτίριο, οι απώλειες των αμυνομένων κορυφώθηκαν. Ανάμεσα τους δεν υπήρχε πλέον κανείς που να μη φέρει κάποιο τραύμα, μικρό ή μεγάλο. Όσοι δεν ήταν θανάσιμα τραυματισμένοι χειρίζονταν τα πολυβόλα ή βοηθούσαν στην τροφοδοσία των δεσμίδων. Αλλά η άνιση μάχη δεν μπορούσε παρά να έχει ένα αποτέλεσμα. Οι εκρηκτικές και εμπρηστικές οβίδες τύλιξαν το κτίριο στις φλόγες και όταν οι φωτιές άγγιξαν το ψηλότερο πάτωμα η ένταση των πυρών άρχισε να μειώνεται. Τα πολυβόλα σιγούσαν το ένα μετά το άλλο, έως ότου απέμειναν μόνο κάποιοι σκόρπιοι, μεμονωμένοι πυροβολισμοί να ξεχωρίζουν μέσα από τα τριξίματα της φωτιάς. Δεν είχαν πλέον κάποιον συγκεκριμένο στόχο και σίγουρα δεν θα προκαλούσαν την παραμικρή ζημιά προς απρόσωπους, θωρακισμένους αντιπάλους τους. Ήταν μάλλον γοερά μηνύματα πείσματος: «Δεν με σκοτώσατε…είμαι ακόμα ζωντανός…θα πεθάνω πολεμώντας…». Σύντομα, οι φλόγες τους καταβρόχθισαν κι αυτούς.

Στο μεταξύ, σε κάποιο μικρότερο, απομακρυσμένο κτίριο, στον κήπο προς Σχολής, μία άλλη μικρή ομάδα επιζώντων έδινε την δική της καταδικασμένη μάχη. Όταν οι φλόγες άρχισαν να τους τυλίγουν, αποφάσισαν να αποπειραθούν την διάσπαση του εχθρικού κλοιού μέσα στη νύχτα. Ο στρατιώτης SS Καρλ-Χάϊντς Ντέκερ (Karl-Heinz Decker), ανακαλεί τα γεγονότα εκείνης προς δραματικής νύχτας:

«Ήταν ακόμα σκοτάδι όταν βγήκαμε στον δρόμο. Εκεί δεχθήκαμε καταιγισμό πυρών. Χωθήκαμε σε σπίτια για να καλυφθούμε και μείναμε εκεί μέχρι το ξημέρωμα. Κατά τη διάρκεια προς γερμανικής αεροπορικής επίθεσης κατορθώσαμε να περάσουμε δια μέσω των εχθρικών θέσεων. Ήμαστε 18 άνδρες όλοι κι όλοι…».

Κατευθύνθηκαν προς το νότιο τμήμα προς πόλης, προσπαθώντας να έλθουν σε επαφή με φίλια τμήματα. Εντελώς εξουθενωμένοι και πεινασμένοι, κατάφεραν να βρουν προσωρινό καταφύγιο σε ένα αγρόκτημα, όπου και συνελήφθησαν αιχμάλωτοι το πρωί της 18ης Αυγούστου. Την ίδια περίπου ώρα οι δύο αγγελιαφόροι παρέδιδαν στον Μάγερ το μήνυμα από την Φαλαίζ: Η πόλη θα έπεφτε σύντομα. Οι κυκλωμένοι άνδρες στην Σχολή θηλέων απηύθυναν στους συντρόφους τους τον τελευταίο χαιρετισμό και θα αντιστέκονταν μέχρι τον τελευταίο. Στις 05.00 οι Καναδοί στρατιώτες εισέρχονταν ανενόχλητοι στα μαυρισμένα αποκαϊδια των ερειπίων της Σχολής. Το ημερολόγιο της Ταξιαρχίας αναφέρει:

«Οι Fusiliers Mont Royal άρχισαν την επίθεσή τους στις 02.00. Περίπου 100 άνδρες έλαβαν μέρος σε αυτήν, υποστηριζόμενοι από άρματα, αντιαρματικά και όλμους. Με την βοήθειά τους η Σχολή πυρπολήθηκε και οι αμυνόμενοι βγήκαν έξω. Το κτίριο ήταν κατειλημμένο από μέλη της 12ης SS τα οποία πολέμησαν λυσσασμένα μέχρι το τέλος. Στις 05.00 βρήκαμε αρκετούς σωρούς νεκρών Γερμανών στην περιοχή του κτιρίου, καθώς και καμμένα πτώματα μέσα στη Σχολή. Εξαιρουμένων τεσσάρων βαριά τραυματισμένων, οι οποίοι κατάφεραν να διαφύγουν προς τον τομέα των South Saskatchewan, δεν συνελήφθη κανένας αιχμάλωτος»...

 

 

18χρονος Γρεναδιέρος της “Hitlerjugend” οπλισμένος με MG42 και τις δεσμίδες του. Το πολυβόλο του φέρει την χαρακτηριστική τυμπανοειδή γεμιστήρα για ευκολότερο χειρισμό. Φαίνεται απίστευτο, αλλά 150 νεαροί σαν αυτούς καθήλωσαν επί δύο ημέρες μία καναδική ταξιαρχία και έπεσαν όλοι μαχόμενοι.

 

18-20 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ

«Κρατήστε τον θύλακα ανοικτό!»

 

 

«Τα πολεμικά επιτεύγματα της 12ης SS Μεραρχίας Τεθωρακισμένων στην Νορμανδία έμειναν αξεπέραστα από οποιαδήποτε άλλη μεραρχία, Συμμαχική ή Γερμανική».

 

Απόσπασμα από την επίσημη Βρετανική ιστορία της εκστρατείας

 

 

Η άμυνα της Ομάδας Μάχης Κράουζε είχε καθυστερήσει την κατάρρευση του βόρειου τμήματος του θύλακα για δύο ημέρες. Στις 18 Αυγούστου, όταν η Φαλαίζ έπεφτε στα χέρια των Καναδών, το πλάτος του διαδρόμου διαφυγής μεταξύ Σαιν Λαμπέρ-Σαμπουά είχε μειωθεί στα 10 χλμ. Μέσα από αυτόν προσπαθούσαν να διαφύγουν τα υπολείμματα 13 μονάδων που κάποτε ονομάζονταν μεραρχίες. Στην περίπτωση της “HJ” ακόμα και ο χαρακτηρισμός «Ομάδα Μάχης» αποτελούσε υπερβολή. Σε μία συντονισμένη προσπάθεια, Καναδοί και Αμερικανοί, από βορρά και νότο αντίστοιχα, επικέντρωσαν όλες τους τις δυνάμεις για να κλείσουν αυτό που θα ονομαζόταν «Διάδρομος Θανάτου». Δυστυχώς για εκείνους, θα έπρεπε να περάσουν άλλες 48 ώρες πριν συμβεί αυτό. Καθώς η θηλιά στένευε διαρκώς, στην “HJ” ανετέθη μία ακόμα αδύνατη αποστολή: να κρατήσει τον διάδρομο ανοικτό! Στις 19 Αυγούστου το πλάτος του ήταν μόλις δύο χιλιόμετρα και όμως, οι Γερμανοί εξακολουθούσαν να διαφεύγουν! Την επόμενη ημέρα, μετά από ένα εφιαλτικό ολοκαύτωμα φρίκης και σφαγών, ο «Διάδρομος» έκλεισε ερμητικά. Στο εσωτερικό του βρίσκονταν 10.000 νεκροί, 50.000 αιχμάλωτοι και τουλάχιστον 500 κατεστραμμένα άρματα. Όμως, για μία ακόμα φορά η “HJ” είχε επιτύχει το ακατόρθωτο: χάρη στον υπεράνθρωπο αγώνα της, 100.000 στρατιώτες είχαν καταφέρει να διαφύγουν για να πολεμήσουν μία ακόμα ημέρα. Ξεκινώντας στις 6 Ιουνίου 1944 με πλήρη δύναμη 20.540 ανδρών και 148 αρμάτων, η “Hitlerjugend” θα επέστρεφε στη Γερμανία τρεις μήνες αργότερα, έχοντας αφήσει 9.000 άνδρες της στο νοτισμένο από τις βροχές και το αίμα χώμα της Νορμανδίας. Σε όλο αυτό το διάστημα είχε πολεμήσει αδιάκοπα, χωρίς μία ημέρα ανάπαυσης και χωρίς να λάβει την παραμικρή αντικατάσταση για τις υλικές ή ανθρώπινες απώλειές της, αναλαμβάνοντας τις δυσκολότερες επιχειρήσεις και επιτυγχάνοντας πάντοτε περισσότερα από όσα θα μπορούσαν να της ζητηθούν. Τα λόγια ενός Βρετανού τυφεκιοφόρου το επιβεβαιώνουν με τον καλύτερο τρόπο:

Ένας από τους τελευταίους πεσόντες: Γρεναδιέρος της “HJ” νεκρός στην διασταύρωση των οδών Λεμπαγύ και Αριστείδου Μπριάν, λιγότερο από 500 μ μακριά από τη Σχολή Θηλέων, στις 19 Αυγούστου.

 

«Οι μόνοι στρατιώτες οι οποίοι κέρδισαν πραγματικά τα μετάλλιά τους σε αυτό τον πόλεμο ήταν οι άνδρες των SS. Κάθε ένας από αυτούς άξιζε έναν Σταυρό της Βικτωρίας. Ήταν σκληροί, αλλά ήταν πραγματικοί στρατιώτες! Μας έκαναν όλους να φαινόμαστε ερασιτέχνες».


 

(ΕΝΘΕΤΟ)

 

ΓΡΕΝΑΔΙΕΡΟΣ WAFFEN SS – Η ΕΠΙΤΟΜΗ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΙΣΤΗ

 

 

«Μπορούμε ακόμα να χάσουμε αυτόν τον πόλεμο.

Οι Γερμανοί κρυώνουν περισσότερο από εμάς, πεινούν περισσότερο από εμάς,

αλλά πολεμούν πολύ καλύτερα από εμάς».

 

Στρατηγός Τζ. Πάττον στην πολιορκία της Μπαστόν, Ιανουάριος 1945.

 

Αν ο Έλλην οπλίτης, και ειδικότερα ο Σπαρτιάτης, αποτελούσε την επιτομή του αρχαίου πολεμιστή, τότε στην σύγχρονη εποχή ο τίτλος αυτός ανήκει δικαιωματικά στον Γρεναδιέρο των Waffen SS. Το σώμα αυτό κατάφερε μέσα σε λίγα χρόνια να δημιουργήσει τον πολεμιστή τον οποίον προσπαθούν να αντιγράψουν έκτοτε όλοι οι υπόλοιποι στρατοί, χωρίς ποτέ να το επιτυγχάνουν. Ολόκληροι τόμοι έχουν γραφεί και εκατοντάδες έρευνες έχουν διεξαχθεί για να αναζητηθούν οι λόγοι οι οποίοι μετέτρεπαν έναν απλό άνθρωπο στην αρτιότερη πολεμική μηχανή του κόσμου, χωρίς να έχει δοθεί μία πειστική εξήγηση. Η απάντηση βέβαια, είναι σύνθετη και οι λόγοι θα έπρεπε να αναζητηθούν τόσο σε θεωρητικό, όσο και πρακτικό επίπεδο.

Η συντροφικότητα ήταν ένας τουλάχιστον από τους λόγους. Κατά την διάρκεια της εκπαίδευσής τους οι στρατιώτες ενθαρρύνονταν να μην κλειδώνουν τους ατομικούς φοριαμούς τους, ώστε να μάθουν να εμπιστεύονται ο ένας τον άλλον. Στους ανωτέρους τους απευθύνονταν με την τυπική προσφώνηση του βαθμού τους, χωρίς αυτή να συνοδεύεται από την προσφώνηση «Κύριε». Για τους βετεράνους ακόμα και αυτό καταργείτο σταδιακά, αντικαθιστάμενο από την απλή προσφώνηση «Σύντροφε». Τελικά αναπτυσσόταν μία στενή σχέση μεταξύ αξιωματικών, υπαξιωματικών και απλών στρατιωτών, πράγμα απαράδεκτο στους Συμμαχικούς στρατούς ή ακόμα και στην υπόλοιπη Wehrmacht. Ήταν το μοναδικό σώμα στο οποίο κάποιος δεν συναντούσε επικρίσεις των κατωτέρων προς τους ανώτερους, κάτι το οποίο, σε οποιονδήποτε άλλο στρατό, αποτελεί σχεδόν «ηθική υποχρέωση». Οι στρατιώτες εκτιμούσαν και θαύμαζαν τους αξιωματικούς τους επειδή μάχονταν δίπλα τους, κερδίζοντας τις διακρίσεις τους με το όπλο στο χέρι. Η εμπιστοσύνη και ο σεβασμός κερδίζονταν στο πεδίο της μάχης και δεν ήταν το αποτέλεσμα ενός τυφλού, επιβεβλημένου κανονισμού, όπως δηλαδή, συμβαίνει σε όλους τους στρατούς του κόσμου. Ο συνδυασμός των μεγαλοπρεπών στολών, των συμβόλων, των μεταλλίων και η ισχυρή πεποίθηση ότι εκείνοι ήταν προορισμένοι να αποτελέσουν την πνευματική και σωματική ελίτ της Ενωμένης Ευρώπης, σφυρηλάτησαν αυτό το ακατάβλητο φρόνημα, το οποίο φαινόταν να επιδρά ακόμα και στα φυσικά χαρακτηριστικά τους. Ο οίκτος θεωρείτο ένδειξη αδυναμίας και για αυτό κανείς δεν τον ζητούσε από τον αντίπαλο, αλλά ούτε και τον έδειχνε. Τα σημάδια των τραυμάτων φέρονταν με υπερηφάνεια, και όχι με θλίψη.

Η πίστη στα ιδεώδη του Εθνικοσοσιαλισμού έπαιξε αναμφίβολα τον ρόλο της, τουλάχιστον στις τάξεις των αρχαιοτέρων αξιωματικών του σώματος οι οποίοι, ακόμα και μεταπολεμικά, δήλωσαν αμετανόητοι. Η μετάλλαξη της μεταπολεμικής Ευρώπης, υποδουλωμένης ανάμεσα στις δύο νικήτριες υπερδυνάμεις, απλά ενίσχυε και επιβεβαίωνε την πεποίθησή τους. Για τον απλό Γρεναδιέρο όμως, με το λασπωμένο πρόσωπο και τις ουλές στο σώμα κατά το τελευταίο έτος του πολέμου, η «τυφλή πίστη στο πρόσωπο του Φύρερ» αποτελούσε κακόγουστο προπαγανδιστικό ανέκδοτο. Το μόνο που τους κρατούσε δεμένους εκείνες τις πικρές ώρες ήταν το Χρέος προς την Πατρίδα, η Πίστη προς τον Σύντροφο και η Τιμή της μονάδος, η οποία αποτελούσε το τελευταίο τους καταφύγιο. Η προθυμία αυτών των στρατιωτών να συνεχίσουν να μάχονται κάτω από τέτοιες συνθήκες μπορεί μόνο να προξενεί απορία στις σημερινές γενεές.

Σε πρακτικό επίπεδο, η σκληρή εκπαίδευση, η απαράμιλλη πειθαρχεία, ο βαρύς οπλισμός και οι τακτικές μάχης, συμπλήρωναν το σύνολο. Η ισχύς πυρός μίας διμοιρίας SS ήταν η τριπλάσια από εκείνη οποιασδήποτε άλλης συμμαχικής διμοιρίας. Τα τάγματα Ανίχνευσης και Μηχανικού των μεραρχιών SS, ήταν ισχυρά εξοπλισμένες μονάδες, 1.000 ανδρών περίπου, ειδικευμένων σε τακτικές οδομαχιών, ελεύθερης σκόπευσης, ανατινάξεων και διείσδυσης. Οι επιθέσεις τους ήταν πάντοτε σφοδρές και μετωπικές. Οποιαδήποτε απώλεια εδάφους ακολουθείτο αυτόματα από μία ακόμη σφοδρότερη αντεπίθεση, πριν ο αντίπαλος προλάβει να οργανωθεί. Οι περισσότερες από αυτές εκτελούντο με ελάχιστη ή καμμία πρότερη γνώση για τις θέσεις ή την δύναμη του εχθρού, με ελάχιστη ή καθόλου υποστήριξη πυροβολικού και χωρίς καμία υποστήριξη αεροσκαφών. Παραδόξως, οι περισσότερες από αυτές ήταν επιτυχείς – αλλά και εκείνοι δεν ήταν συνηθισμένοι άνδρες. Στο πεδίο της μάχης επιτελούσαν ανδραγαθήματα τα οποία μέχρι σήμερα θεωρούνται ακατανόητα. Ο Γρεναδιέρος SS είχε την ακλόνητη την πεποίθηση ότι σε μάχες εκ του συστάδην υπερείχε των αντιπάλων του και το διαπίστωνε διαρκώς στη μάχη. Οι στρατιωτικοί αναλυτές των μεταπολεμικών χρόνων το διαπίστωσαν κι εκείνοι. Σύμφωνα με στατιστικά αποτελέσματα Αμερικανών ερευνητών του Πενταγώνου, 100 Γερμανοί στρατιώτες ισοδυναμούσαν με 120 στρατιώτες των Δυτικών Συμμάχων ή 200 Σοβιετικούς, οπλισμένων με τα ίδια όπλα. Τα αποτελέσματα της έρευνας οδήγησαν στην δημιουργία ενός νέου στατιστικού όρου, ο οποίος ονομάζεται «Αξία Μαχητικής Αποτελεσματικότητος» (Combat Effectiveness Value). Στην περίπτωση των Γερμανών στρατιωτών η υπεροχή αυτή ίσχυε ανεξαρτήτως εποχής, ανεξαρτήτως τακτικής (επιθετική ή αμυντική), ανεξαρτήτως υποστήριξης πυροβολικού, αεροσκαφών ή αρμάτων και ανεξαρτήτως της τελικής έκβασης της μάχης. Το όπλο το οποίο κατανίκησε τα Waffen SS στο πεδίο της μάχης, δεν ήταν ποτέ το αντίπαλο πεζικό, αλλά ο αδιάκοπος, ισοπεδωτικός βομβαρδισμός πυροβόλων και αεροσκαφών, ο οποίος ανελάμβανε πάντα να βγάλει το πεζικό από την δύσκολη θέση. Είναι αξιοσημείωτο ότι κατά την μεταπολεμική περίοδο οι Σύμμαχοι κατανάλωσαν τον χρόνο τους κατακρίνοντας ο ένας τον άλλον για τα στρατηγικά τους σφάλματα, θαυμάζοντας όμως, τα κατορθώματα του αντιπάλου τους.

Οι αμερικανικός στρατός του 20ου και του 21ου αιώνα, ταλανισμένος από ένα σύμπλεγμα κατωτερότητας και ζηλοφθονίας προς τα πρόσωπα των πρώην αντιπάλων του, αντέγραψε πιστά τις στολές, τον εξοπλισμό και τις τακτικές τους, αλλά φυσικά δεν κατάφερε να «αντιγράψει» το φρόνημά τους. Καταφεύγοντας σε αποτυχημένους μιμητισμούς, σκληραγώγησε τους στρατιώτες του, προσπαθώντας να τους εμφυσήσει ένα πνεύμα μαχητικότητας και φανατισμού, χωρίς όμως, κάποιο αληθινό ιδεολογικό υπόβαθρο, αφού οι τάξεις του αποτελούνται από ένα πολυφυλετικό μωσαϊκό εθνικοτήτων, γλωσσών και θρησκειών, χωρίς τίποτα κοινό μεταξύ τους. Το αποτέλεσμα ήταν η δημιουργία φονικών μηχανών υπό την επήρεια ναρκωτικών, οι οποίες ηθικά δεν διαφέρουν σε τίποτα από τροφίμους φυλακών.


 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:

Hubert Meyer: “The 12th SS – The History of Hitlerjugend Division”, Stackpole Books 1994, Vol. 2.

Michael Reynolds: “Steel Inferno – 1st SS Panzer Corps in Normandy”, Spellmount Staplehurst, 1997.

James Lucas: “Battle Group – The Story of Germany’s Fearsome Shock Troops”, Rigel Publications, 1993.

William Breuer, “Death of a Nazi Army – The Falaise Pocket”, Scarborough House Publishers, 1990.

 

Return to the Home Page