ΠΤΕΡΥΓΑ ΑΥΤΟΚΤΟΝΙΑΣ «ELBE»

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΤΗΣ LUFTWAFFE  

 

ΑΓΓΕΛΟΣ Ν. ΔΑΛΑΣΣΗΝΟΣ  

ΣΤΙΣ 7 ΑΠΡΙΛΙΟΥ 1945 ΤΑ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ MESSERSCHMITT-109 ΤΗΣ LUFTWAFFE ΑΠΟΓΕΙΩΘΗΚΑΝ ΓΙΑ ΝΑ ΣΥΜΜΕΤΑΣΧΟΥΝ ΣΤΗΝ ΠΡΩΤΗ ΚΑΙ ΜΟΝΑΔΙΚΗ ΜΑΖΙΚΗ ΑΠΟΣΤΟΛΗ ΑΥΤΟΚΤΟΝΙΑΣ ΠΟΥ ΑΝΕΛΑΒΕ ΠΟΤΕ Η ΓΕΡΜΑΝΙΚΗ ΑΕΡΟΠΟΡΙΑ. Η ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ «ΛΥΚΑΝΘΡΩΠΟΣ» ΥΠΗΡΞΕ Η ΠΙΟ ΑΠΟΡΡΗΤΗ ΚΑΙ ΑΓΝΩΣΤΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΠΟΥ ΣΧΕΔΙΑΣΤΗΚΕ ΠΟΤΕ ΑΠΟ ΤΗΝ ΓΕΡΜΑΝΙΚΗ ΗΓΕΣΙΑ. ΤΑ ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΒΙΒΛΙΑ ΑΝΑΦΕΡΟΝΤΑΙ ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΜΟΝΟ ΜΕ ΕΠΙΠΟΛΑΙΕΣ ΑΣΑΦΕΙΕΣ ΚΑΙ ΑΝΑΚΡΙΒΕΙΕΣ. ΑΠΟ ΤΑ ΟΝΟΜΑΤΑ ΤΩΝ 120 ΓΕΝΝΑΙΩΝ ΕΘΕΛΟΝΤΩΝ ΠΟΥ ΕΛΑΒΑΝ ΜΕΡΟΣ ΛΙΓΑ ΕΓΙΝΑΝ ΠΟΤΕ ΓΝΩΣΤΑ ΚΑΙ ΟΙ  ΑΠΕΙΡΟΕΛΑΧΙΣΤΟΙ ΕΠΙΖΗΣΑΝΤΕΣ ΕΚΕΙΝΗΣ ΤΗΣ ΔΡΑΜΑΤΙΚΗΣ ΜΕΡΑΣ ΠΡΟΤΙΜΗΣΑΝ ΜΕΤΑ ΤΗ ΛΗΞΗ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ ΝΑ ΚΡΑΤΗΣΟΥΝ ΤΗ ΣΙΩΠΗ ΤΟΥΣ ΓΙΑ ΝΑ ΜΗΝ ΑΝΑΣΥΡΟΥΝ ΣΤΗΝ ΕΠΙΦΑΝΕΙΑ ΤΙΣ ΠΙΚΡΕΣ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΤΗΣ. Ο ΙΔΙΟΣ Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΠΟΥ ΤΗΝ ΣΧΕΔΙΑΣΕ ΚΑΙ ΤΗΝ ΟΡΓΑΝΩΣΕ, ΕΝΑΣ ΠΑΡΑΣΗΜΟΦΟΡΗΜΕΝΟΣ ΒΕΤΕΡΑΝΟΣ ΤΩΝ ΒΟΜΒΑΡΔΙΣΤΙΚΩΝ, ΑΝΑΦΕΡΕΤΑΙ ΜΟΝΟ ΕΠΙΦΑΝΕΙΑΚΑ ΚΑΙ ΑΟΡΙΣΤΑ ΓΙΑ ΑΥΤΗΝ ΣΤΑ ΑΠΟΜΝΗΜΟΝΕΥΜΑΤΑ ΤΟΥ, ΑΠΟΦΕΥΓΟΝΤΑΣ ΝΑ ΘΙΞΕΙ ΠΡΟΣΩΠΑ ΚΑΙ ΚΑΤΑΣΤΑΣΕΙΣ. ΙΣΩΣ ΜΕΤΑ ΤΟ ΠΕΡΑΣΜΑ ΤΟΣΩΝ ΧΡΟΝΩΝ ΤΟ ΒΑΣΑΝΙΣΤΙΚΟ ΕΡΩΤΗΜΑ ΔΕΝ ΕΠΑΨΕ ΠΟΤΕ ΝΑ ΤΑΛΑΙΠΩΡΕΙ ΤΗΝ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ ΤΟΥ: Η ΒΑΘΙΑ ΤΟΥ ΑΦΟΣΙΩΣΗ ΣΤΟ ΚΑΘΗΚΟΝ ΚΑΙ ΤΗΝ ΠΑΤΡΙΔΑ ΤΟΥ ΘΑ ΜΠΟΡΟΥΣΑΝ ΠΟΤΕ ΝΑ ΔΙΚΑΙΟΛΟΓΗΣΟΥΝ ΤΗΝ ΑΔΙΚΗ ΑΥΤΟΚΤΟΝΙΑ 120 ΝΕΑΡΩΝ ΠΙΛΟΤΩΝ;

   

    O AΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ  

    ΑΠΕΓΝΩΣΜΕΝΑ ΜΕΤΡΑ  

    «…ΟΙ ΠΙΘΑΝΟΤΗΤΕΣ ΕΠΙΣΤΡΟΦΗΣ ΣΑΣ ΕΙΝΑΙ ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΑ ΜΙΚΡΕΣ»  

    ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ «ΛΥΚΑΝΘΡΩΠΟΣ»  

    Η ΕΠΙΘΕΣΗ  

    Ο ΠΙΚΡΟΣ ΑΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ

    Η ΑΓΝΩΣΤΗ ΙΣΤΟΡΙΑ

    46 ΧΡΟΝΙΑ ΑΡΓΟΤΕΡΑ    

  


Το μισοτσακισμένο Messerschmitt 109 μούγκριζε και τρανταζόταν σύγκορμο καθώς βυθιζόταν με 740 χλμ, σαν να αρνείτο να συμμετάσχει σε αυτή την ανόητη μάχη. Στο εσωτερικό του ο 19χρονος υποσμηνίας Κλάους Χαν ζούσε τα τελευταία 24 δευτερόλεπτα της ζωής του μέσα σε μία κόλαση η οποία ήταν απλώς η μικρογραφία μίας άλλης μεγαλύτερης που εξελισσόταν με τρομακτική ταχύτητα γύρω του: εκατοντάδες κιτρινοκόκκινα τροχιοδεικτικά από τα αμερικανικά βομβαρδιστικά αναζητούσαν λαίμαργα το αεροπλάνο του και σφηνώνονταν με έναν υπόκωφο κρότο στη μεταλλική του σάρκα. Εκείνος ήταν βουτηγμένος μέσα στο αίμα του, με την καλύπτρα, τον πίνακα οργάνων και το αριστερό του χέρι κομματιασμένα από τα βλήματα.

Από την στιγμή που είχε απογειωθεί από το αεροδρόμιό του μαζί με τρεις άλλους συναδέλφους του ο κινητήρας του αεροπλάνου του δεν είχε πάψει να διαμαρτύρεται και να παρουσιάζει προβλήματα. Ήταν φανερό ότι ήταν ανίκανο να συμβαδίσει με την ταχύτητα των υπολοίπων και πολύ αμφίβολο αν θα κατάφερνε να φθάσει μέχρι τον τελικό του προορισμό. Όταν άρχισε να ξεμένει πίσω, ο αρχηγός του σχηματισμού του πέταξε δίπλα του και προσπάθησε να του πει κάτι χρησιμοποιώντας διάφορες χειρονομίες από τις οποίες ο Κλάους δεν κατάλαβε πολλά πράγματα. Πάντως αν αυτό που προσπαθούσε να του πει ήταν να γυρίσει στη βάση, αυτό δεν ήταν κάτι διαπραγματεύσιμο. Αν επέστρεφε πίσω, η υποψία της δειλίας εκ μέρους των συναδέλφων του θα τον ακολουθούσε για πάντα αφού η συμμετοχή του σε αυτή την αποστολή ήταν αποκλειστικά και μόνο δική του επιλογή. Με μία τελευταία χειρονομία αποχαιρετισμού ο αρχηγός του απομακρύνθηκε για να ενωθεί με τα άλλα δύο αεροσκάφη του σχηματισμού, αφήνοντας τον Κλάους να ακολουθήσει τη δική του μοίρα η οποία δεν θα διέφερε και πολύ από αυτήν των υπολοίπων συναδέλφων του. Καθώς συνέχισε να πετάει χωρίς να ξέρει που βρίσκεται, εντόπισε έναν σχηματισμό τεσσάρων μαχητικών που πέταγαν στην ίδια κατεύθυνση με αυτόν και βιάστηκε να ενωθεί μαζί τους. Ίσως αυτά γνώριζαν που βρισκόταν ο εχθρός.

Εκείνα γνώριζαν πράγματι που βρισκόταν ο εχθρός: το μοναχικό Messerschmitt είχε βρεθεί ξαφνικά ανάμεσα σε τέσσερα Mustang! Οι πρώτες αμερικανικές ριπές που σφυροκόπησαν το πιλοτήριο επανέφεραν τον Κλάους στην πραγματικότητα και οι επόμενες τον άφησαν ανάπηρο. Δύο μικρές σφαίρες φωτιάς πέρασαν δίπλα του και σφηνώθηκαν στον πίνακα οργάνων. Μία τρίτη διαπέρασε τον αγκώνα του και συναντήθηκε με τις άλλες. Τα γυάλινα θραύσματα από τον πίνακα  και την καλύπτρα πετάχτηκαν ολόγυρά του και τα πάντα βάφτηκαν με αίμα. Είχε την εντύπωση ότι ο Θωρ τον είχε χτυπήσει με το σφυρί του και το αριστερό του χέρι είχε εξαφανιστεί.

Το γερμανικό μαχητικό άρχισε να βυθίζεται αφήνοντας πίσω του ένα ίχνος λευκού καπνού και τα Mustang απαξίωσαν να ξοδέψουν περισσότερα πυρομαχικά πάνω σε έναν τόσο αξιολύπητο στόχο που φαινόταν εξ αρχής καταδικασμένος. Ο Κλάους ένοιωθε εξοργισμένος, ταπεινωμένος και αποτυχημένος. Γιατί είναι τόσο δύσκολο σε αυτόν τον κόσμο να πεθάνεις με τον τρόπο που έχεις επιλέξει; Η οργή του μεταβλήθηκε σε αποφασιστικότητα όταν ξαφνικά, πέντε χιλιόμετρα χαμηλότερα, αντίκρυσε αυτό που αναζητούσε: έναν σχηματισμό από «Ιπτάμενα Φρούρια». Αν τουλάχιστον κατάφερνε να κρατηθεί στη ζωή για λίγα δευτερόλεπτα ακόμα…

Χρησιμοποιώντας τα τελευταία ίχνη της δύναμής του συγκράτησε σφιχτά το στικ ανάμεσα στα γόνατά του και με το δεξί του χέρι ρύθμισε την ταχύτητα και τα φλαπς. Τα πηδάλια είχαν αρχίσει να γίνονται σκληρά και αναίσθητα όσο η ταχύτητα αύξανε, αλλά κατάφερε να ελέγξει τη βύθιση του πληγωμένου αεροσκάφους του και να κατευθυνθεί εναντίον του βομβαρδιστικού. Ο κίνδυνος σε τέτοιες στιγμές είναι ένα απρόβλεπτο φάρμακο. Μερικές φορές διεγείρει τις αισθήσεις και άλλες φορές τις αμβλύνει. Πριν από πέντε λεπτά ο Κλάους ήταν ένας αρτιμελής, φοβισμένος έφηβος, χαμένος μέσα σε μία εχθρική γαλάζια απεραντοσύνη που έψαχνε κάποιον φίλο για να μοιραστούν μαζί τον κοινό θάνατο. Τώρα ήταν σακατεμένος και με ένα χέρι λιγότερο, αλλά οπλισμένος με τυφλή μανία. Το μόνο πράγμα που είχε πλέον σημασία για αυτόν ήταν η καταστροφή του Β-17 που βρισκόταν πέντε χιλιόμετρα χαμηλότερα. Η απότομη βύθιση κόλλησε το σώμα του στην πλάτη του καθίσματος και συσσώρευσε όλο το αίμα στον εγκέφαλό. Ξαφνικά τα επόμενα 20 δευτερόλεπτα της ζωής του απέκτησαν κάποιο παράλογο νόημα. Ολόκληρη η προσοχή του εστιάσθηκε πάνω στο βομβαρδιστικό, αψηφώντας τα βλήματα που περνούσαν δίπλα του. Η βελόνα του δείκτη ταχύτητας άρχισε να τρεμοπαίζει σε επικίνδυνα όρια και οι κραδασμοί του αεροσκάφους συναγωνίζονταν τους κτύπους της καρδιάς του. Το Β-17 βρισκόταν τώρα μέσα στο σκοπευτικό του και σε ιδανική απόσταση βολής, αλλά ο Κλάους δεν πάτησε ποτέ το κουμπί των πολυβόλων του γιατί το αεροπλάνο του δεν είχε ούτε πυρομαχικά, ούτε πολυβόλα. Το μόνο που έκανε ήταν να παρακολουθεί τον τεράστιο όγκο του βομβαρδιστικού να μεγεθύνεται μπροστά στα μάτια του με ιλιγγιώδη ταχύτητα. Το στρίγκλισμα του 109 τρύπησε τα αυτιά του, καλύπτοντας κάθε ήχο και συναίσθημα. Τα πάντα έσβησαν μέσα σε μία κόκκινη λυτρωτική σκοτοδίνη την στιγμή που το τεράστιο ουραίο του Β-17 γέμιζε το αλεξινέμιο του Messerschmitt

 

O AΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ

 

Το μόνο που είχε καταφέρει εκείνη η σύσκεψη των επιτελών της Luftwaffe τον Νοέμβριο του 1944 ήταν να εντείνει την απόγνωση του υποπτέραρχου Άντολφ Γκάλλαντ (Adolf Galland), διοικητού του κλάδου των καταδιωκτικών, που μολονότι παρευρισκόταν στη σύσκεψη λόγω αρμοδιότητος, με κόπο συγκρατούσε τον εαυτό του για να μην αποχωρήσει. Γνώριζε πλέον καλά ότι η παρουσία του εκεί δεν θα είχε καμία απολύτως επιρροή στα πράγματα αφού ο στρατάρχης Γκαίρινγκ είχε ήδη προαποφασίσει την αντικατάστασή του. Ο στρατάρχης θεωρούσε τον κλάδο των καταδιωκτικών άμεσα υπεύθυνο για την  κατάσταση στην οποία είχε περιέλθει η Luftwaffe τους τελευταίους μήνες. Έχοντας χάσει την εμπιστοσύνη του στη δύναμη των καταδιωκτικών, αποφάσισε να παραχωρήσει την ηγεσία του επιτελείου στον κλάδο των βομβαρδιστικών προκειμένου να επαναφέρει ένα «…νέο πνεύμα επιθετικότητας», διορίζοντας ακατάλληλους ανθρώπους σε ακατάλληλες θέσεις. Αν και είχε διατάξει την συγκρότηση της σύσκεψης, ο ίδιος ως συνήθως απουσίαζε, έχοντας αφήσει απλώς την εντολή να τον ενημερώσουν για τα συμπεράσματα. Στη θέση του Γκαίρινγκ βρισκόταν τώρα ο νέος ευνοούμενος του, ο ταξίαρχος Ντήτριχ Πελτς (Dietrich Peltz): διοικητής του κλάδου των βομβαρδιστικών από το 1942 και νυν διοικητής του Αεροπορικού Σώματος της Άμυνας του Ράϊχ, ο οποίος προϊστατο της σύσκεψης.  

Adolf  Galland

Οι «Βαρώνοι των Βομβαρδιστικών» περίμεναν πολύ καιρό αυτή τη στιγμή. Τα γερμανικά εργοστάσια είχαν πάψει να παράγουν βομβαρδιστικά και το προσωπικό τους είχε αποσπαστεί στις μονάδες καταδιωκτικών στα οποία είχε ριχτεί και όλο το βάρος της παραγωγής. Αυτό προσέβαλε το αίσθημα πατριωτισμού των ανώτερων αξιωματικών των βομβαρδιστικών, δημιουργώντας τους την αίσθηση ότι δεν είχαν τίποτα να προσφέρουν στον κρίσιμο αγώνα που έδινε η χώρα τους, ενώ ταυτόχρονα έβλεπαν όλες οι επιτελικές θέσεις να καταλαμβάνονται από βετεράνους των καταδιωκτικών οι οποίοι ως τότε κατείχαν τα πρωτεία, οπότε η παρούσα σύσκεψη ήταν η ευκαιρία που ζητούσαν. Η συγκέντρωση τόσων πολλών υψηλόβαθμων στελεχών της αεροπορίας σε μία σύσκεψη που θα έκρινε κατά μεγάλο ποσοστό την τύχη της χώρας τους, δεν άργησε να της δώσει την επωνυμία «Άρειος Πάγος», η οποία όμως μετετράπη σε μία αντιδικία μεταξύ «βομβαρδιστικών-καταδιωκτικών», με τους πρώτους να προσπαθούν να αποσπάσουν από τους δεύτερους τον έλεγχο διεξαγωγής του αεροπορικού πολέμου.

Ένας από τους παρευρισκομένους ήταν και ο σμήναρχος Χανς- Γιόακιμ  Χέρμαν (“Hajo” Herrmann): ένας παρασημοφορημένος βετεράνος των βομβαρδιστικών που η επιτυχημένη σταδιοδρομία του είχε αρχίσει από το τον Ισπανικό Εμφύλιο και συνεχίστηκε με ιδιαίτερη επιτυχία στη Μάχη της Αγγλίας, όπου τιμήθηκε με την απονομή του Σταυρού των Ιπποτών τον Οκτώβριο του 1940. Μέσα στα επόμενα δύο χρόνια έδρασε εναντίον των συμμαχικών νηοπομπών στη Μεσόγειο και τον Αρκτικό ωκεανό έως ότου στο τέλος του έτους κέρδισε μία θέση στο γραφείο επιχειρήσεων του επιτελείου όπου είχε την ευκαιρία να δημιουργήσει γνωριμίες που θα του αποδεικνύονταν χρήσιμες αργότερα. Το επόμενο έτος σε ηλικία μόλις 30 ετών, με γκρίζους κροτάφους που πιστοποιούσαν την μάχιμη υπηρεσία του σε έναν από τους δυσκολότερους κλάδους της αεροπορίας, ο Χέρμαν ασχολήθηκε έντονα με την αντιμετώπιση των νυχτερινών βομβαρδισμών της RAF, σε μία περίοδο όπου η τεχνολογική ανωτερότητα των βρετανικών ραντάρ επέτρεπε στα βομβαρδιστικά τους να ισοπεδώνουν ανενόχλητα την Γερμανία, δημιουργώντας παρεμβολές στα γερμανικά ραντάρ. Τότε ο Χέρμαν πρότεινε μία λύση η οποία ήταν αναχρονιστική, αλλά ήταν και η μοναδική.

Χρησιμοποιώντας μεγάλους αριθμούς αντιαεροπορικών προβολέων φωταγώγησε περίλαμπρα όλες τις πόλεις και έστειλε μερικές μονάδες μονοθέσιων νυκτερινών καταδιωκτικών να περιπολούν σε μεγάλο ύψος πάνω από αυτές. Τα μονοθέσια μαχητικά δεν διέθεταν κανένα εξοπλισμό νυκτερινής αναχαίτισης, αλλά μόλις οι σκοτεινές σιλουέτες των εχθρικών βομβαρδιστικών εμφανίζονταν πάνω από τον στόχο έρχονταν σε ισχυρή αντίθεση με το φωταγωγημένο έδαφος και πρόσφεραν έναν ιδανικό στόχο! Αυτό βέβαια ερχόταν σε πλήρη αντίθεση με το μέτρο συσκότισης των πόλεων, αλλά δεν υπήρχε κανένας ιδιαίτερος λόγος να πιστεύει κανείς ότι μία συσκοτισμένη πόλη ήταν ασφαλέστερη από μία φωταγωγημένη αφού στις πλείστες των περιπτώσεων τα βομβαρδιστικά έβρισκαν πάντοτε τον στόχο τους! Το σχέδιο δεν αποτελούσε βέβαια πανάκεια, ούτε ο ίδιος ο εμπνευστής του ισχυρίστηκε ποτέ ότι ήταν, αλλά έως ότου οι Γερμανοί επιστήμονες ανακάλυπταν ένα αποτελεσματικότερο αντίμετρο στις βρετανικές παρεμβολές, οι δύο μονάδες των «Αγριόχοιρων» (Wilde Sau) του Χέρμαν θα μπορούσαν να καλύψουν πρόχειρα το κενό.

To εγχείρημα πέτυχε! Aπό τον Αύγουστο μέχρι τον Οκτώβριο του 1943 ο Χέρμαν έγινε ο ήρωας της Luftwaffe. Τα καταδιωκτικά του σημείωσαν μεγάλες επιτυχίες και ο ίδιος λαμβάνοντας μέρος σε εκείνες τις αποστολές, κατέρριψε εννέα εχθρικά τετρακινητήρια. Τα παράσημα και οι προαγωγές άρχισαν να διαδέχονται το ένα το άλλο μέχρι τον Ιανουάριο του 1944, όπου οι δάφνες της επιτυχίας μαράθηκαν μονομιάς όταν ο χειμώνας ήρθε να αποκαλύψει τα αδύνατα σημεία της τακτικής του: τα πυκνά σύννεφα και οι κακές καιρικές συνθήκες στερούσαν από τους Γερμανούς πιλότους την οπτική επαφή με τα βομβαρδιστικά, ενώ ταυτόχρονα προσέφεραν στους αντιπάλους τους θαυμάσια κάλυψη. Οι προβολείς ερευνούσαν μάταια τον σκοτεινό ουρανό και τα Focke Wulf έχαναν τον προσανατολισμό τους μέσα στο σκοτάδι, ενώ τα βρετανικά ραντάρ εξακολουθούσαν να διακρίνουν τους στόχους στο έδαφος πεντακάθαρα. Καθώς ο χειμώνας προχωρούσε οι θάνατοι από τα ατυχήματα άρχισαν να ξεπερνούν εκείνους από τα εχθρικά πυρά. Τον Φεβρουάριο του 1944 ήταν πλέον φανερό ότι οι περίφημοι “Αγριόχοιροι” του Χάγιο Χέρμαν αδυνατούσαν πλέον να ανταπεξέλθουν στις ιδιαίτερες απαιτήσεις αυτού του νέου είδους πολέμου και τον επόμενο ακριβώς μήνα, μόλις οι επιστήμονες κατάφεραν να αντιμετωπίσουν τις παρεμβολές των βρετανικών ραντάρ, οι μονάδες τους εντάχθηκαν και πάλι στη δύναμη καταδιωκτικών ημέρας όπου είχαν να προσφέρουν πολυτιμότερες υπηρεσίες εναντίον των αμερικανικών βομβαρδιστικών.

Τώρα μερικούς μήνες αργότερα σε εκείνη την σύσκεψη, συνειδητοποιώντας ότι ο κλάδος των καταδιωκτικών είχε περιέλθει σε δυσμένεια βρήκε την ευκαιρία να προωθήσει και πάλι ένα δικό του τολμηρό σχέδιο: τον σχηματισμό μίας μονάδας 1500 μαχητικών, επανδρωμένης από νεαρούς και άπειρους εθελοντές οι οποίοι θα εμβόλιζαν τα αμερικανικά βομβαρδιστικά σε μία και μόνη μαζική επιχείρηση αυτοκτονίας! Η εξωφρενική ιδέα δεν συντάραξε τον Γκάλλαντ. Δεν ήταν η πρώτη φορά που άκουγε την συγκεκριμένη πρόταση, ούτε η πρώτη που άκουγε τον Χέρμαν να προτείνει μία ακόμη από τις ακραίες ιδέες του και την απέρριψε αμέσως θεωρώντας την ανώφελη: αν τα καταδιωκτικά κατάφερναν να διαπεράσουν την ασπίδα προστασίας των Μustang και να πλησιάσουν τα βομβαρδιστικά γιά να τα εμβολίσουν, τότε θα μπορούσαν κάλλιστα να χρησιμοποιήσουν και τα πυροβόλα τους τα οποία σε τόσο μικρή απόσταση μπορούσαν να εγγυηθούν την καταστροφή του στόχου με μία σύντομη ριπή δύο δευτερολέπτων.

Ωστόσο η αρχική απόρριψη της ιδέας του δεν αποθάρρυνε τον Χέρμαν. Λίγες μέρες αργότερα επισκέφθηκε προσωπικά τον Γκάλλαντ για να τον πιέσει και πάλι: Ο Γκάλλαντ όμως εξακολουθούσε να διατηρεί επίσημα την θέση του Διοικητού Καταδιωκτικών και δεν θα έδινε ποτέ την έγκρισή του για κάτι το οποίο παρέβαινε κάθε προσωπική του αρχή σαν ανθρώπου και σαν πιλότου. Είχε προσπαθήσει σκληρά τους τελευταίους εκείνους μήνες να αποτρέψει παρόμοιες λύσεις απελπισίας και δεν θα επέτρεπε τώρα σε έναν αναρμόδιο να κατασπαταλήσει τους τελευταίους αξιόμαχους πιλότους που διέθετε η αεροπορία του.

Ο Χέρμαν από την άλλη πλευρά, ήταν ένας παρορμητικός χαρακτήρας που πίστευε ότι τα μόνα απαραίτητα στοιχεία για την νίκη ήταν το θάρρος, η τόλμη και η αποφασιστικότητα, αψηφώντας άλλες «λεπτομέρειες» οι οποίες ταίριαζαν σε ρομαντικούς πολεμιστές μίας παλιότερης εποχής που αγνοούσαν την βιαιότητα του σύγχρονου πολέμου. Και σε αυτή την κατηγορία κατέτασσε τον Γκάλλαντ. Η σύγκρουση των δύο χαρακτήρων ήταν αναπόφευκτη.

 « Και που θα βρίσκεσαι εσύ όταν οι γενναίοι νεαροί πιλότοι σου θα δίνουν την ζωή τους σε αυτή την μάταιη επιχείρηση;» τον ρώτησε ο Γκάλλαντ αν και γνώριζε εκ των προτέρων την απάντηση.

«Στο έδαφος βέβαια, απ΄όπου θα διευθύνω την επιχείρηση».

«Τότε να ξανάρθεις όταν θα έχεις αποπειραθεί εσύ ο ίδιος να διαπράξεις κάτι τέτοιο και θα είσαι έτοιμος να οδηγήσεις τους πιλότους σου στη μάχη». Ο Χέρμαν αποχώρησε εξαγριωμένος και προσβεβλημένος αφού κανείς ποτέ δεν είχε αμφισβητήσει την προσωπική του γενναιότητα την οποία είχε αποδείξει επανειλημμένως στο παρελθόν. Μετά την αδιανόητη προσβολή που δέχτηκε σε εκείνη την συνάντηση, ο Χέρμαν αποφάσισε να του ανταποδώσει το κτύπημα. Ο Γκάλλαντ έπρεπε να καταλάβει ότι τώρα τις αποφάσεις τις έπαιρναν άλλοι! Ο Ντήτριχ Πελτς ήταν προσωπικός φίλος και παλιός συμπολεμιστής του ο οποίος ασκούσε μεγάλη επιρροή στον Γκαίρινγκ! Εκείνος δέχθηκε αμέσως να προωθήσει το σχέδιό του φίλου του και μέσα στις επόμενες ημέρες κανόνισε μία συνάντηση στην έπαυλη του ίδιου του στρατάρχη Γκαίρινγκ όπου ο Χέρμαν θα είχε την ευκαιρία να του παρουσιάσει αναλυτικότερα το σχέδιό του.

 

                                    ΑΠΕΓΝΩΣΜΕΝΑ ΜΕΤΡΑ

 

Ο Γκαίρινγκ διέθετε αρκετά κοινά σημεία με τον νεαρό άσσο των βομβαρδιστικών. Πίστευε ότι στον πόλεμο η εξονυχιστική προσκόλληση σε θέματα τακτικής αποτελούσε μάλλον μειονέκτημα παρά προσόν. Η εμπειρία του από τον Α΄ΠΠ τον είχε διδάξει ότι μόνο οι δυναμικές προσωπικότητες ήταν σε θέση να αναλάβουν στα χέρια τους τις τύχες ενός έθνους, γι΄αυτό και η πρόταση του νεαρού σμήναρχου δεν τον άφηνε αδιάφορο.

 «Τα συμβατικά αεροσκάφη αδυνατούν πλέον να προκαλέσουν σοβαρές απώλειες στον εχθρό», εξήγησε ο Χέρμαν. «Χάνουμε περίπου 200 πιλότους κάθε μήνα χωρίς να επιτυγχάνουμε τίποτε. Η μόνη ελπίδα βρίσκεται στην παραγωγή του αεριωθούμενου Messerschmitt 262, αλλά μέχρι αυτό να είναι σε θέση να αναλάβει αποστολές μεγάλης κλίμακας εμείς πρέπει να βρούμε τον τρόπο να προξενήσουμε στον εχθρό μεγάλες αριθμητικές απώλειες, ώστε εκείνος να αναγκαστεί να μειώσει την συχνότητα των επιδρομών του και εμείς να βρούμε την ευκαιρία να κερδίσουμε χρόνο για την παραγωγή του. Μία μεγάλη δύναμη συμβατικών καταδιωκτικών επανδρωμένης από άπειρους πιλότους θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί σε μία τέτοια τελική και αποφασιστική επίθεση εναντίον της αμερικανικής αεροπορίας. Διακινδυνεύοντας να υποστούμε τις αναπόφευκτες απώλειες δύο μηνών σε μία και μόνη μαζική επιχείρηση, θα μπορούσαμε να επιφέρουμε στον εχθρό ένα σοβαρότατο πλήγμα».

Ο Γκαίρινγκ άκουγε με σκεπτικό ύφος τα λόγια που με τόσο μεγάλη προσοχή είχε προετοιμάσει ο συνομιλητής του και έδειχνε διστακτικός. Καταλάβαινε καλά τι εννοούσε ο Χέρμαν με τις λέξεις «τελική…αποφασιστική…μαζική» και εξέφρασε αμέσως τις αμφιβολίες του:

«Δεν ξέρω αν θα καταφέρουμε να συγκεντρώσουμε έναν αριθμό νεαρών πιλότων που θα ήταν πρόθυμοι να αναλάβουν μία τέτοια αποστολή. Και πολύ περισσότερο, πως θα μπορούσα να τους ζητήσω να διακινδυνεύσουν τη ζωή τους σε κάτι τέτοιο;»

Η φωνή του Χέρμαν απάντησε με αυτοπεποίθηση σε μία ερώτηση που ήταν αναμενόμενη: «Στρατάρχα μου, γνωρίζω πολύ καλά το θάρρος και την αποφασιστικότητα ακόμη και των νεαρότερων πιλότων της Luftwaffe και είμαι βέβαιος πως αν δινόταν σε τέτοιους γενναίους άνδρες η ευκαιρία να λάβουν μέρος σε μία επιχείρηση που θα είχε σαν στόχο να απομακρύνει την απειλή των συμμαχικών βομβαρδιστικών από τους ουρανούς, θα παρουσιάζονταν αμέσως με μεγάλη προθυμία. Όλοι οι Γερμανοί έχουν πλέον συνειδητοποιήσει ότι πολεμούν για να προστατεύσουν τα σπίτια και τις οικογένειές τους». Όσο κι αν φαίνεται απίστευτο ο Χέρμαν πίστευε ακράδαντα την κάθε λέξη που έλεγε, γιατί στο ενδεχόμενο που η έκκλησή του δεν έβρισκε την αναμενόμενη απήχηση, το στίγμα που θα τον κυνηγούσε για το υπόλοιπο της ζωής του θα ήταν εφιαλτικά αβάσταχτο.

Το δίλημμα ωστόσο ήταν μεγάλο. Αν ο Γκαίρινγκ ενέκρινε μία τέτοια επιχείρηση θα ήταν σαν να παραδεχόταν ανοικτά ότι ο πόλεμος είχε χαθεί. Αλλά ταυτόχρονα οι καταστάσεις γίνονταν όλο και πιεστικότερες για τον ίδιο. Ο Φύρερ στα στρατιωτικά του συμβούλια αντιμετώπιζε τον Γκαίρινγκ και την αεροπορία του με τις αυστηρότερες κριτικές, ενώ εκείνος απέφευγε να εμφανίζεται αφού δεν είχε τίποτα να αντιπροτείνει. Προσπαθώντας να αναστηλώσει το χαμένο του κύρος μέσα στην ηγεσία του Γ΄ Ράϊχ και κυρίως στα μάτια του ανώτατου αρχηγού του, ο στρατάρχης πήρε τη σκληρή απόφαση να παρουσιάσει το σχέδιο στον Χίτλερ μέσα στις επόμενες ημέρες.

Όπως ήταν φυσικό η πρόταση ξεσήκωσε τις αντιδράσεις πολλών υψηλόβαθμων μέσα στη Luftwaffe. Ο εμβολισμός δεν ήταν κάτι πρωτάκουστο για τους μάχιμους πιλότους. Πολλοί είχαν καταφύγει σε αυτή τη πράξη ηρωισμού σε όλες τις αεροπορικές δυνάμεις του κόσμου, αλλά μία τέτοια πράξη αυταπάρνησης πηγάζει πάντοτε από το συναίσθημα και σπανίως διαπράττεται κάτω από το φως της ψυχρής λογικής. Η αυτοθυσία σε τέτοιες στιγμές είναι μία προσωπική επιλογή και κανείς δεν θα μπορούσε ποτέ να διανοηθεί να διατάξει ενσυνείδητα μία τέτοια πράξη, ειδικά σε μία χώρα του Δυτικού κόσμου όπου η ζωή του ανθρώπου εκτιμάται πολύ υψηλότερα από ότι στις χώρες της Ανατολής. Όλα αυτά δημιουργούσαν σοβαρές αμφιβολίες για το αν η έκκληση εθελοντών θα είχε απήχηση στον λαό της Γερμανίας, έστω κι αν αυτή βρισκόταν στο χείλος της καταστροφής. Στην διοίκηση της Luftwaffe όλοι περίμεναν εναγωνίως την απόφαση του Φύρερ πάνω σε ένα τέτοιο θέμα που θα είχε άμεσο αντίκτυπο στο γόητρο του ενώπιον ολόκληρου του γερμανικού λαού. Όταν τελικά αυτή ήρθε τον Φεβρουάριο του 1945, ήταν διατυπωμένη με διπλωματία, αλλά και με την συγκεκαλυμμένη παραδοχή του ανώτατου ηγέτη της χώρας ότι ο πόλεμος είχε πιά χαθεί.

«Ποτέ δεν θα μπορούσα να απαιτήσω μία τέτοια θυσία από οποιονδήποτε Γερμανό. Αλλά εάν παρουσιασθούν αρκετοί εθελοντές πρόθυμοι να εμβολίσουν τα εχθρικά βομβαρδιστικά, τότε το σχέδιο θα έχει την έγκρισή μου»… 

 

«…ΟΙ ΠΙΘΑΝΟΤΗΤΕΣ ΕΠΙΣΤΡΟΦΗΣ ΣΑΣ ΕΙΝΑΙ ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΑ ΜΙΚΡΕΣ»

 

Αν και οι αντιδράσεις εξακολούθησαν, μετά την έγκριση του Χίτλερ ο Χέρμαν άρχισε να οργανώνει το σχέδιο και να προετοιμάζει την προσέλευση των εθελοντών. Η επιλογή τους θα γινόταν αποκλειστικά μέσα από τις τάξεις των πιλότων που θα προέρχονταν από τις εκπαιδευτικές σχολές και όσων είχαν συμπληρώσει μέχρι 50 ώρες πτήσεις σε μαχητικά και για λόγους προπαγάνδας θα έπρεπε να αποκλειστούν οι κάτοχοι μεγάλων τιμητικών διακρίσεων που πιθανώς να δήλωναν συμμετοχή: το αντίθετο θα έδειχνε ότι ο πόλεμος είχε φτάσει σε τέτοιο απελπιστικό σημείο ώστε η Γερμανία δεν δίσταζε να θυσιάσει ακόμη και τους ήρωές της. Δεν θα εξασκείτο καμμία απολύτως πίεση στους πιλότους για την κατάταξή τους, αλλά αντίθετα θα επισημαίνετο σε όλους η επικίνδυνη φύση της αποστολής και οι πιθανότητες επιβίωσής τους. Οι λεπτομέρειες της θα παρέμεναν μυστικές μέχρι την έναρξή της και μέχρι τότε ο κάθε πιλότος θα είχε το ελεύθερο δικαίωμα να αποχωρήσει από την μονάδα χωρίς καμία ηθική ή άλλη επίπτωση.

Ανάμεσα στις αιτήσεις του Χέρμαν που αφορούσαν την συγκρότηση της μονάδας περιλαμβανόταν και μία ενυπόγραφη υπόσχεση του ίδιου του στρατάρχη Γκαίρινγκ ότι θα συνέτασσε την επίσημη έκκληση προσέλευσης εθελοντών τους οποίους και θα επισκεπτόταν κατόπιν προσωπικά στις μονάδες τους πριν την αποστολή για να τους εκφράσει την ευγνωμοσύνη και τις ευχές του. Ο Γκαίρινγκ δέχτηκε τον πρώτο όρο, αλλά χωρίς να δώσει καμία εξήγηση απέρριψε τον δεύτερο. Όλοι όμως υποψιάστηκαν τον λόγο: ο άλλοτε υπερφίαλος στρατάρχης συλλογιζόταν τώρα τις ευθύνες του και οι τύψεις και η ντροπή τον εμπόδιζαν να αντικρίσει στα μάτια εκείνους τους γενναίους άνδρες που σε λίγο θα θυσίαζαν την ζωή τους για την Γερμανία…

Το επίσημο διάγγελμα μεταδόθηκε προς όλους του διοικητές αεροπορικών μονάδων Άμυνας του Ράϊχ στις 03:30μμ το απόγευμα της Πέμπτης 8 Μαρτίου 1945, οι οποίοι στη συνέχεια θα το ανακοίνωναν προφορικά στους άνδρες τους. Το σήμα έφερε την προειδοποίηση «Απόρρητο -Να καταστραφεί μετά την λήψη». Ένα αντίγραφό του έχει διασωθεί μέχρι σήμερα:  

O Herman Goering - fwtografia gurw sta 1930

«Ο μοιραίος αγώνας για το Ράϊχ, τον λαό και την πατρίδα μας έχει αγγίξει το απόγειο του. Σχεδόν ολόκληρος ο κόσμος μάχεται εναντίον μας, ορκισμένος να μας καταστρέψει και να μας εκμηδενίσει με το τυφλό μίσος του. Με τις τελευταίες δυνάμεις μας αγωνιζόμαστε να αποτρέψουμε αυτήν την απειλή. Όσο ποτέ άλλοτε στην ιστορία της πατρίδος μας, αντιμετωπίζουμε έναν ολοκληρωτικό αφανισμό από τον οποίο δεν θα υπάρξει αναγέννηση. Αυτός ο κίνδυνος δύναται να αποφευχθεί μόνο με την ύψιστη ετοιμότητα του γερμανικού αγωνιστικού πνεύματος. Απευθύνομαι σε εσάς λοιπόν, αυτή την αποφασιστική στιγμή, και σας ζητώ να θυσιάσετε συνειδητά τη ζωή σας για να διασώσετε την ζωή του έθνους από την τελική εξόντωσή του. Για αυτό σας καλώ σε μία επιχείρηση από την οποία οι πιθανότητες επιστροφής σας είναι εξαιρετικά μικρές.

Σύντροφοι, θα καταλάβετε τιμητικότατη θέση μέσα στην ένδοξη ιστορία της Πολεμικής Αεροπορίας, δίπλα στους πλέον δοξασμένους στρατιώτες. Στην ώρα του ύψιστου κινδύνου θα δώσετε στον γερμανικό λαό ελπίδα και παράδειγμα που θα ζήσει αιώνια».

 

(Υπογραφή) Goering                               

 

Η οργή και η πικρία που ένοιωσαν οι βετεράνοι διοικητές των μονάδων όταν έλαβαν το σήμα-και ακόμη περισσότερο όταν υποχρεώθηκαν να το ανακοινώσουν οι ίδιοι στους πιλότους τους-είναι δύσκολο να περιγραφούν. Ποιός ήταν αυτός ο άρρωστος νους που είχε συλλάβει ένα τέτοιο μαζικό και αποτρόπαιο έγκλημα; Ποιός αναίσθητος, στο όνομα της αφοσίωσής του προς την πατρίδα, σκόπευε να θυσιάσει τα παιδιά της σαν αναλώσιμα αντικείμενα; Και εκείνοι οι διοικητές που τόσο καιρό προσπαθούσαν να διδάσκουν στους άμαχους πιλότους τους πώς να επιβιώνουν, τώρα ήταν υποχρεωμένοι να τους ανακοινώσουν ότι η πατρίδα είχε απόλυτη ανάγκη τον μάταιο θάνατό τους!

Ωστόσο αυτό που συνέβη μετά την ανακοίνωση του σήματος ξεπέρασε και την πιο αιμοχαρή φαντασία: η συρροή 2000 εθελοντών δεν είχε κανένα παρόμοιο προηγούμενο στην πολεμική ιστορία του Δυτικού Πολιτισμού! Ακόμη και στα πρόθυρα της ολοκληρωτικής καταστροφής οι νεαροί πιλότοι της Luftwaffe εξακολουθούσαν να επιδεικνύουν την ίδια αυταπάρνηση και να είναι ικανοί για τέτοιο ηρωισμό.

Οι εθελοντές προέρχονταν όχι μόνο από τις εκπαιδευτικές μονάδες, αλλά ακόμη και από τις πιο αξιόμαχες και εμπειροπόλεμες όπως η JG1, που πολεμούσε καθημερινά εναντίον των αμερικανικών βομβαρδιστικών από το 1943. Η πτέρυγες JG300 και JG301 κατετάγησαν σχεδόν ολόκληρες. Η ηρωικές «σμηναρχίες διάσπασης» (Sturmjaeger) ΙΙ/JG300 και ΙV/JG3, φημισμένες για τις ατρόμητες επιθέσεις τους εναντίον των πυκνών αμερικανικών σχηματισμών, απάντησαν αμέσως στην έκκληση. Από την πτέρυγα JG400 των πυραυλοκίνητων Messerscmitt 163, παρουσιάστηκαν οκτώ άνδρες. Από τις εκπαιδευτικές μονάδες η ανταπόκριση ήταν σχεδόν μαζική –ανάμεσά τους και ένας ανηψιός του Γκαίρινγκ!

Ο αριθμός των εθελοντών ήταν τόσο απρόβλεπτος ώστε πολλοί απορρίφθηκαν επειδή διέθεταν σημαντική πολεμική εμπειρία. Υπήρξαν περιπτώσεις πιλότων οι οποίοι πλαστογράφησαν τα μητρώα των πτητικών ώρών τους προκειμένου να γίνουν δεκτοί. Ανάμεσα στους εθελοντές ήταν και ένας τουλάχιστον αξιωματικός παρασημοφορημένος με τον Σταυρό των Ιπποτών, ο σμηναγός Ερνστ Ζόργκε, ένας πρώην πιλότος των αναγνωριστικών. Σύμφωνα με τους όρους θα έπρεπε να απορριφθεί αλλά εκείνος διαμαρτυρήθηκε έντονα για αυτόν τον προσβλητικό διαχωρισμό και εξέφρασε προσωπικά τη δυσαρέσκειά του στον ίδιο τον Χέρμαν. Αναλογιζόμενος τις επιπτώσεις που μπορούσε να έχει η απόρριψή του στο ηθικό των υπόλοιπων εθελοντών, ο Χέρμαν έπεισε τον Γκαίρινγκ να άρει τον περιορισμό.

Το τι οδήγησε αυτούς τους νεαρούς άνδρες σε μία τέτοια απόφαση δεν θα το μάθουμε ποτέ, αλλά ο πόλεμος έχει πάντα τον δικό του τρόπο να μεταβάλει την ψυχολογία ενός ανθρώπου -και ο Απρίλιος του ΄45 σε μία Γερμανία που κατέρρεε δεν ήταν ακριβώς η εποχή που οι νέοι άνθρωποι έβλεπαν ένα λαμπρό μέλλον να ανοίγεται μπροστά τους. Οι περισσότεροι από αυτούς είχαν οδηγηθεί στην απόγνωση όταν ο πόλεμος είχε εξοντώσει κάθε τι που αγαπούσαν. Όλος τους ο κόσμος είχε μεταβληθεί σε ερείπια –εκείνα τα ερείπια που κάποτε αντιπροσώπευαν ένα σπίτι, μία οικογένεια, κάποια παιδιά, κάποια αγαπημένη. Μερικοί από αυτούς όταν έπαιρναν άδεια δεν πήγαιναν ποτέ στα σπίτια τους για να μην αντικρύσουν το θλιβερό θέαμα των κατεστραμμένων σπιτιών τους. Άλλους ο πόλεμος τους είχε αποξενώσει τόσο από την ομαλή κοινωνική ζωή ώστε ένιωθαν ξένοι ακόμα και ανάμεσα στις οικογένειές τους. Κι άλλοι επειδή απλά δεν είχαν πιά οικογένειες. Αυτοί οι άνθρωποι αλλά και αρκετοί άλλοι, αντιμετώπιζαν πιά τον πόλεμο με μία οικειότητα, συνηθισμένη και φυσιολογική σαν την αναπνοή. Για εκείνους τους ανθρώπους ο πόλεμος ήταν ένα σπίτι -ένα σπίτι που όσο κι αν ήθελαν, οι Αμερικανοί δεν μπορούσαν να το καταστρέψουν.

Πολλοί από τους εθελοντές κατατάχθηκαν σε μικρές ομάδες φίλων και συμπολεμιστών που είχαν  αποφασίσει να μείνουν αχώριστοι ακόμη και στον θάνατο –κάτι το οποίο έθεσαν και σαν όρο: αν κάποιος δεν γινόταν δεκτός, θα αποχωρούσαν και οι δύο. Μετά την αθρώα εκείνη προσέλευση, το πρόβλημα δεν ήταν πλέον η ανεύρεση εθελοντών αλλά η εξασφάλιση του ανάλογου αριθμού αεροσκαφών! Ο Χέρμαν αρχικά είχε ζητήσει τον εξωπραγματικό αριθμό των 1500 αεροσκαφών την στιγμή που η Luftwaffe διέθετε σε όλα τα μέτωπα 800 περίπου καταδιωκτικά! Για την επικείμενη επιχείρηση του παραχωρήθηκαν μόνο 180, όσο κι αν ο Χέρμαν διαμαρτυρόταν ότι από μία τόσο μικρή δύναμη δεν θα έπρεπε να αναμένονται σημαντικά αποτελέσματα. Συμφωνήθηκε όμως ότι το πλεόνασμα των εθελοντών που δεν θα συμμετείχαν λόγω έλλειψης αεροσκαφών θα έπαιρνε μέρος σε μία δεύτερη παρόμοια επιχείρηση αν η πρώτη σημείωνε την αναμενόμενη επιτυχία.

Στις 24 Μαρτίου οι επιλεγμένοι εθελοντές συγκεντρώθηκαν όλοι στην αεροπορική βάση του Στένταλ της κεντρικής Γερμανίας όπου ο ίδιος ο σμήναρχος τους ανέλυσε τα βασικά σημεία του σχεδίου: μετά από μία εκπαίδευση δύο εβδομάδων θα εξαπέλυαν μία μαζική επίθεση εμβολισμού εναντίον των αμερικανικών βομβαρδιστικών, η οποία χάρη στις βαριές απώλειες που θα προκαλούσε θα ανέκοπτε για ένα σημαντικό διάστημα τους βομβαρδισμούς.

Η δύναμη θα απαρτιζόταν αποκλειστικά από τους πιο ξεπερασμένους τύπους καταδιωκτικών, τα Me-109G-10, G-14 και Κ-4. Θα ήταν όλα απαλλαγμένα από οπλισμό και θωράκιση ώστε με την μεγαλύτερη ταχύτητά και ευελιξία τους να διαπεράσουν τον κλοιό προστασίας των καταδιωκτικών. Τα άοπλα Me-109 θα προστατεύονταν από σχηματισμούς καταδιωκτικών Me-262 και FW-190 τα οποία θα απασχολούσαν τα αμερικανικά μαχητικά του κλοιού προστασίας. Ο Χέρμαν ολοκληρώνοντας την ομιλία του είπε ότι οι πιθανότητες επιβίωσης τους από εκείνη την αποστολή θα ήταν λιγότερες από 10%. Τώρα που όλοι γνώριζαν τα βασικά σημεία της επιχείρησης, κάθε άνδρας είχε το δικαίωμα να αποχωρήσει από την μονάδα. Ακόμη και μετά από αυτή την τελευταία προειδοποίηση κανείς από τους εθελοντές δεν έφυγε.  

Hajo Hermann

Η επιχείρηση δεν θεωρήθηκε κυριολεκτικά σαν αποστολή αυτοκτονίας με την αυστηρή έννοια του όρου. Μετά τον εμβολισμό οι πιλότοι θα προσπαθούσαν, αν αυτό ήταν δυνατόν, να εγκαταλείψουν το αεροσκάφος τους. Καθένας μπορούσε να εφαρμόσει οποιαδήποτε μέθοδο θεωρούσε ασφαλέστερη, αν και ο Χέρμαν είχε να προτείνει μία δική του η οποία θα έδινε την ευκαιρία στους πιλότους να διαφύγουν τον θάνατο: τα αεροσκάφη θα πετούσαν σε πολύ μεγαλύτερο ύψος από τα βομβαρδιστικά και με μία βύθιση υψηλής ταχύτητας θα έπαιρναν θέση ακριβώς στα νώτα τους, στην «ώρα 6», όπου ο μόνος κίνδυνος που θα είχαν να αντιμετωπίσουν θα ήταν τα δύο πυροβόλα του οπίσθιου πολυβολητή. Με σημείο σκόπευσης εκείνη ακριβώς την περιοχή, οι πιλότοι θα έριχναν τα μαχητικά τους στα πηδάλια της ουράς, χρησιμοποιώντας την έλικά σαν μία κυκλική πριονοκορδέλα που θα κατακρεουργούσε το βομβαρδιστικό. Ήταν μία μέθοδος η οποία απαιτούσε ακρίβεια κατά την επίθεση αλλά ταυτόχρονα δεν καταδίκαζε και τον πιλότο σε βέβαιο θάνατο.

 

 

ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ «ΛΥΚΑΝΘΡΩΠΟΣ»

 

 

Καθώς οι ημέρες πλησίαζαν το σχέδιο της αποστολής άρχισε να μπαίνει στην φάση της τελικής προετοιμασίας.

Η μονάδα οργανώθηκε σε τρεις σμηναρχίες των 60 αεροσκαφών η κάθε μία, κάτω από την ονομασία «Ειδική Διοίκηση Έλβα» (Sonderkommando Elbe), επειδή η βάση του Στένταλ βρισκόταν κοντά στον ομώνυμο ποταμό ο οποίος αποτελούσε πλέον την τελευταία γραμμή άμυνας πριν το Βερολίνο. Ωστόσο έμεινε για πάντα γνωστή με την πιο αρμόζουσα και χαρακτηριστική ονομασία «Rammkommando Elbe» (Διοίκηση Εμβολισμού Έλβα). Τα 180 Messerschmitt-109 που θα έπαιρναν μέρος είχαν ήδη αρχίσει να μετασκευάζονται σύμφωνα με το σχέδιο: η θωράκιση, ο οπλισμός και άλλα «περιττά» βάρη αφαιρέθηκαν προκειμένου να γίνουν ελαφρύτερα και ταχύτερα. Τα κενά που δημιουργήθηκαν στις ατράκτους από αυτές τις μετατροπές σφραγίστηκαν με αεροδυναμικά καλύμματα και τα αεροσκάφη βάφτηκαν με γυαλιστερά χρώματα παραλλαγής για να αυξηθούν οι αεροδυναμικές τους επιδόσεις. Σαν αρχηγοί σχηματισμών επιλέχθηκαν οι εθελοντές με την μεγαλύτερη μαχητική εμπειρία, τα αεροσκάφη των οποίων διατήρησαν σχεδόν ακέραιο τον οπλισμό τους, αλλά με μειωμένα πυρομαχικά. Αυτοί θα είχαν την ευθύνη να οδηγήσουν τους υπόλοιπους πιλότους πάνω στους σχηματισμούς των βομβαρδιστικών και να εξουδετερώσουν κάποιους ουραίους πολυβολητές που θα αποτελούσαν άμεση απειλή για τους άοπλους συναδέλφους του.

Βέβαια μέσα στο χάος των ημερών που επικρατούσε, οι ιδιαίτερα χρονοβόρες αυτές μετατροπές δεν εφαρμόστηκαν σε όλα τα αεροσκάφη με αποτέλεσμα να υπάρξουν πολλές ανομοιογένειες στην εμφάνιση: σε μερικά αεροπλάνα ο οπλισμός είχε περιορισθεί σε ένα πυροβόλο των 13 mm στο ρύγχος με 60 βλήματα, ενώ άλλα διατήρησαν τμήματα της θωράκισης που θα ήταν δύσκολο να αφαιρεθούν. Το ίδιο συνέβαινε και στους χρωματισμούς. Πολλοί πιλότοι παρουσιάστηκαν στο Στένταλ με τα αεροσκάφη που χρησιμοποιούσαν και στις προηγούμενες επιχειρησιακές μονάδες τους τα οποία έφεραν τους κωδικούς αριθμούς αναγνώρισης, τα εμβλήματα και τις χαρακτηριστικές «ρίγες» στο πίσω μέρος της ατράκτου. Όσα προέρχονταν από εκπαιδευτικές μονάδες έφεραν έναν τριψήφιο αριθμό αναγνώρισης στην άτρακτο και όσα προέρχονταν από τα εργοστάσια παραγωγής έφεραν μόνο την τυπική παραλλαγή.

Οι πιλότοι παρακολούθησαν μία σειρά διαλέξεων …«ιδεολογικού περιεχομένου» για ανύψωση του ηθικού τους και στις 4 Απριλίου ο ταξίαρχος Πελτς που θα διηύθυνε την επιχείρηση συνέστησε ότι «…για ψυχολογικούς λόγους, η αναμονή της επιχείρησης δεν θα πρέπει να είναι μακρά». Την επόμενη ημέρα οι πιλότοι συγκέντρωσαν με φροντίδα τα προσωπικά τους είδη και τα απέστειλαν στους συγγενείς τους συμπεριλαμβάνοντας και ένα τελευταίο αποχαιρετιστήριο γράμμα προς αυτούς. Στις 6 Απριλίου –την παραμονή της επίθεσης- οι άνδρες παρέδωσαν όλοι από μία φωτογραφία ο καθένας και έλαβαν την προσωπική υπόσχεση του Γκαίρινγκ ότι ανεξάρτητα από την επιβίωση ή τον θάνατό τους στην επερχόμενη αποστολή, η πολιτεία θα κατασκεύαζε ένα ξεχωριστό μνημείο προς τιμήν τους με τα ονόματα όλων. Όποια κι αν ήταν η μοίρα των γενναίων εκείνων εθελοντών, θα είχαν όλοι τιμές ηρώων –των ύστατων υπερασπιστών του Γ΄Ράϊχ…

Αν και η προσοχή του αναγνώστη όπως είναι φυσικό έλκεται από τα 180 πρόσωπα της επικείμενης τραγωδίας, πολλοί τείνουν να παραβλέψουν το πρόσωπο που είχε αναλάβει την διοίκηση της μονάδας. Και όχι τυχαία, γιατί ο διοικητής του Rammkommando Elbe ήταν ένα ακόμη πρόσωπο που θα παρέμενε απόμακρο από το δράμα των ανδρών του. Ο επισμηναγός Όττο Κένκε (Otto Koehnke) ήταν συμπολεμιστής και προσωπικός φίλος του Χάγιο Χέρμαν από το 1940. Διακρίθηκε στην Ρωσία το 1942 όταν με το βομβαρδιστικό του κατέστρεψε με μία και μόνη επίθεση 12 αμαξοστοιχίες και πολλά βαγόνια ανεφοδιασμού και πυρομαχικών και τον Αύγουστο του ίδιου έτους παρασημοφορήθηκε με τον Σταυρό των Ιπποτών. Αργότερα, μετά από έναν σοβαρό τραυματισμό, έχασε το ένα του πόδι και έκτοτε απομακρύνθηκε από την μάχιμη υπηρεσία και τοποθετήθηκε στο επιτελείο. Ο Χέρμαν προκειμένου να τιμήσει τον παλιό του φίλο του ανέθεσε την διοίκηση της πτέρυγας “Elbe” την οποία φυσικά ασκούσε μόνο θεωρητικά. Έτσι με αυτή την αλυσίδα διοίκησης η αποτυχία της επιχείρησης είχε ήδη ξεκινήσει από το έδαφος: είχε σχεδιαστεί από έναν αξιωματικό που αγνοούσε τις τακτικές των μαχητικών ημέρας και διοικείτο από έναν ανάπηρο αξιωματικό που δεν μπορούσε ούτε καν να εκπαιδεύσει στους άνδρες του.

Ο γερμανικός Λυκάνθρωπος δεν χρειαζόταν μία ασημένια σφαίρα για να σκοτωθεί. Μπορούσε να τα καταφέρει και μόνος του…

 

 

Η ΕΠΙΘΕΣΗ

 

 

H επιδρομή υπ΄αριθμόν 931 της USAAF το Σάββατο της 7ης Απριλίου 1945 αποτελείτο από 1.260 βομβαρδιστικά που κατευθύνονταν σε τρία κύματα εναντίον βιομηχανιών και αεροδρομίων της ΒΔ Γερμανίας, γύρω από τον ποταμό Έλβα και φαινόταν να διαθέτει όλα τα χαρακτηριστικά μίας «βολτούλας»: το μήκος της διαδρομής ήταν το μισό σε σχέση με εκείνα των προηγούμενων ημερών, οι ζώνες των αντιαεροπορικών ανύπαρκτες, ενώ η μοναδική απειλή που μπορούσε να αντιτάξει η Luftwaffe θα προερχόταν από τα 50 περίπου Me-262 που αναμενόταν να κάνουν την εμφάνισή τους. Ακόμη και αυτά όμως ελάχιστα θα μπορούσαν να κατορθώσουν μπροστά στα 780 Mustang και Thunderbolt που θα προστάτευαν τους «μεγαλόσωμους φίλους» τους. Το μοναδικό παράδοξο για τα πληρώματα των βομβαρδιστικών ήταν το ιδιαίτερα χαμηλό ύψος της επιδρομής: 4,5 km! Κανείς πιλότος μέχρι τότε δεν είχε πετάξει σε ύψος μικρότερο των 7 km.

Στις 11.00 όταν οι φάλαγγες των βομβαρδιστικών διέσχιζαν τις Ολλανδικές ακτές ο σμήναρχος Χέρμαν μέσα από το κέντρο ελέγχου του 9ου Αεροπορικού Σώματος έθεσε τα πληρώματα σε άμεση ετοιμότητα. Ακόμη κι εκείνη την στιγμή όμως τα προβλήματα οργάνωσης της Luftwaffe δεν σταμάτησαν να επηρεάζουν την επιχείρηση. Οι μετατροπές στα αεροσκάφη δεν είχαν ολοκληρωθεί, τα καύσιμα δεν επαρκούσαν για όλα τα μαχητικά, ενώ κάποιοι πιλότοι περίμεναν ακόμη την άφιξη των αεροσκαφών τους τα οποία δεν είχαν ακόμη παραδοθεί στις μονάδες! Όλα αυτά τα προβλήματα μείωσαν την δύναμη της επιχείρησης κατά 60 αεροσκάφη λίγα λεπτά πριν την απογείωση! Ο Χέρμαν άρχισε να νιώθει ότι όλη η επιχείρηση του καταστρεφόταν βήμα-βήμα. Γνώριζε καλά ότι τα εναπομείναντα 120 μαχητικά με τους άπειρους πιλότους τους δεν είχαν τίποτα να ελπίζουν εναντίον συντριπτικά πολυπληθέστερων και εμπειρότερων αντιπάλων, αλλά ακόμη και τότε δεν ματαίωσε την επιχείρηση αν και είχε τον χρόνο να το κάνει. Τώρα τα πάντα είχαν πάρει το δρόμο τους. Αν οι άνδρες εκείνοι είχαν δεχθεί να πεθάνουν για την πατρίδα, ο σμήναρχος Χέρμαν δεν θα τους απογοήτευε…

Συγκεντρωμένοι σε μικρές ομάδες γνωστών και φίλων οι πιλότοι της δύναμης “Elbe”, μέσα σε ένα σιωπηλά φορτισμένο κλίμα νευρικότητας, περίμεναν ακόμη να μάθουν αν θα λάμβαναν τελικά μέρος στην επιχείρηση. Στο αεροδρόμιο του Γκαρντελέγκεν ο Φριτς Μάρκετσεφελ και ο Άρμιν Τηλ δεν έβρισκαν τα λόγια να αποχαιρετιστούν. Ήταν παιδικοί φίλοι και συμμαθητές και είχαν πάρει από κοινού την απόφαση να θυσιάσουν μαζί την ζωή τους σε αυτήν την επιχείρηση. Τώρα όμως ο Φριτς βρισκόταν δεμένος μέσα στο πιλοτήριο του αεροπλάνου του περιμένοντας να απογειωθεί, ενώ ο Άρμιν δεν είχε ούτε καν αεροπλάνο. Η μοίρα του πολέμου δεν τους επέτρεπε να πεθάνουν μαζί. Μερικές φορές ακόμη κι αυτό είναι δύσκολο… Στις 11.15 από τους πύργους ελέγχου των τεσσάρων αεροδρομίων του Rammkommando Elbe εκτοξεύθηκε μία πράσινη φωτοβολίδα. Ακριβώς μία δεκαετία από τότε που το πρώτο Messerschmitt-109 έβγαινε από το εργοστάσιο του Άουγκσμπουργκ, οι τελευταίοι 120 απόγονοί του απογειώθηκαν για την τελευταία τους μάχη.

. Εκείνο το πρωινό του Σαββάτου ήταν συννεφιασμένο και κρύο. Καθώς οι πιλότοι ανέβαιναν ψηλότερα το κρύο γινόταν εντονότερο: στα 3.000m ήταν –12ο, στα 6.000 –29ο και στα 10.000m –48o. Οι πιλότοι παρέμεναν σφιγμένοι και σιωπηλοί μέσα στα πιλοτήριά τους με τα νεύρα τεντωμένα καθώς όδευαν προς τον εκούσιο θάνατό τους. Αντίθετα με τόσα άλλα πράγματα ζωτικά για την επιβίωση τους, οι ασύρματοι των αεροσκαφών δεν είχαν αφαιρεθεί. Είχαν όμως υποστεί μία πολύ ιδιότροπη μετατροπή: δεν είχαν δυνατότητα εκπομπής, παρά μόνο λήψης! Και ξαφνικά λίγο πριν τις 12.00, η ανυπόφορη σιωπή διαλύθηκε μέσα σε ένα μελοδραματικό ξέσπασμα εμβατηριακής μουσικής που ξεχύθηκε από τα ακουστικά των πιλότων και πλημμύρισε τους εγκεφάλους τους! Μία γυναικεία φωνή τους υπενθύμισε με φλογερό τόνο την καταστροφή που έσπερναν καθημερινά στις οικογένειές τους τα μισητά βομβαρδιστικά και το ιερό τους καθήκον απέναντι στους νεκρούς της Δρέσδης. Μία χορωδία νεανίδων άρχισε να τραγουδάει τον εθνικό ύμνο, κάποιοι πιλότοι δήλωναν την επιθυμία τους να πεθάνουν για τον Φύρερ και την Γερμανία και κάποιοι άλλοι έκλεισαν με αηδία τον ασύρματό τους… Μόνο το θλιβερό κλίμα απόγνωσης εκείνων των τελευταίων ημερών του πολέμου θα μπορούσε ίσως να εξηγήσει την αξιοθρήνητη παράνοια όλων αυτών των γεγονότων που φαίνεται να ξεπήδησαν μέσα από τις σελίδες κάποιου εξωφρενικού πολεμικού μυθιστορήματος…

Στις 12.00 οι συμπαγείς σχηματισμοί «κιβωτίων» των βομβαρδιστικών βρίσκονταν απλωμένοι μεταξύ Αμβούργου και Ανόβερου, καταλαμβάνοντας ένα πλάτος 107km και σύντομα θα συναντούσαν το πρώτο κύμα των γερμανικών μαχητικών. Τότε ο Χέρμαν διέπραξε το τελευταίο και καθοριστικό σφάλμα του: αντί να συγκεντρώσει τα αεροσκάφη του εναντίον μίας και μόνης επιδρομής, τα χώρισε σε δύο κύματα των 36 και 84 μαχητικών αντίστοιχα, προσπαθώντας να πλήξει την επιδρομή σε δύο διαφορετικά μέτωπα, καταστρατηγώντας το αρχικό του σχέδιο που βασιζόταν στην συγκέντρωση μεγάλου αριθμού μαχητικών σε έναν και μόνο τομέα.

Μία ισχυρή δύναμη συνοδείας αποτελούμενη από 59 Me-262 και αρκετά FW-190 των JG300 και JG301 βρισκόταν καθ΄οδόν για να συναντήσει την δύναμη Elbe, αλλά την ίδια στιγμή πολλοί από τους άπειρους πιλότους των απογυμνωμένων Messerschmitt είχαν χάσει τον δρόμο τους μέσα στα σύννεφα. Η σύγχυση έπληξε το πρώτο κύμα της γερμανικής επίθεσης πριν ακόμα το καταφέρουν οι αντίπαλοί της. Αρκετοί πιλότοι περιπλανήθηκαν άσκοπα ψάχνοντας τον εχθρό πριν επιστρέψουν στις βάσεις τους άπρακτοι, ενώ κάποιοι λιγότερο αποφασισμένοι εγκατέλειψαν τα αεροπλάνα τους μόλις συνάντησαν μπροστά τους τα προπορευόμενα Mustang της προστασίας των βομβαρδιστικών. Όσοι απέμειναν επιχείρησαν να διακινδυνεύσουν μεμονωμένες επιθέσεις εναντίον μίας άριστα οργανωμένης επιδρομής.

Οι Γερμανοί είχαν το πλεονέκτημα του μεγαλύτερου ύψους αλλά και το μειονέκτημα ότι η παρουσία τους προδιδόταν γρήγορα από τα λευκά ίχνη των υδρατμών που άφηναν τα αεροπλάνα τους. Τα Mustang αντέδρασαν αμέσως και όρμησαν να τα προλάβουν πριν αρχίσουν την αυτοκτονική βύθισή τους. Τα δύο πρώτα Me-109 καταρρίφθηκαν μέσα στα πρώτα δευτερόλεπτα. Ο ανθυπολοχαγός Άϋερς έστειλε μία φονική ριπή στο πιλοτήριο του πρώτου γερμανικού μαχητικού από τα 400m που διαπέρασε την καλύπτρα, τον πίνακα οργάνων και το σώμα του πιλότου. Ο αιμόφυρτος Γερμανός συγκέντρωσε τις τελευταίες δυνάμεις του για να λύσει τις ζώνες του καθίσματός του, αλλά η ζωή τον εγκατέλειψε πριν ολοκληρώσει την προσπάθειά του. Το σώμα του έγειρε μπροστά και το φλεγόμενο αεροσκάφος γύρισε ακυβέρνητο ανάποδα αφήνοντάς τον να πέσει άψυχος στο κενό. Δύο άλλα 109 προσπέρασαν γρήγορα τα Mustang κατευθυνόμενα εναντίον των βομβαρδιστικών. Ο λοχαγός ΜακΓκρώ και ο «παραστάτης» του απελευθέρωσαν τις εφεδρικές δεξαμενές καυσίμων και με μία βίαιη κλειστή στροφή τα ακολούθησαν από πίσω. Με την απειλή των δύο Mustang στα νώτα τους οι Γερμανοί πιλότοι έκαναν το σφάλμα να εγκαταλείψουν ο ένας τον άλλον αναζητώντας ασφάλεια στα σύννεφα. Ο ΜακΓκρώ πάτησε το κουμπί των πυροβόλων του και τα βλήματα τσάκισαν την βάση των φτερών και την άτρακτο του ενός 109. Ολόκληρη η ουρά ξεκόλλησε από την άτρακτο και το ακρωτηριασμένο μαχητικό άρχισε να στριφογυρνάει σαν τρελό, παγιδεύοντας τον πιλότο στο εσωτερικό του. Κάπου μακρύτερα ο λοχαγός Μπόστγουικ παρακολουθούσε το σώμα του σμηνία Γκέρχαρντ Μπόνκε (Gerhard Bohnke) να εγκαταλείπει το αεροπλάνο του και να τσακίζεται με δύναμη πάνω στην ουρά του.

Η προσοχή των αμερικανικών καταδιωκτικών στράφηκε ξαφνικά στην συνοδεία του Rammkommando που έκανε την εμφάνισή της εκείνη τη στιγμή. Τα Me-262 αποτελούσαν την μοναδική απειλή για τους Αμερικανούς πιλότους και δεν είχαν καμμία αμφιβολία ότι αυτή ήταν η κύρια επίθεση της Luftwaffe. Τα αεριωθούμενα εμφανίστηκαν από τα 10.000m και κατευθύνθηκαν εναντίον των βομβαρδιστικών παρασύροντας από πίσω τους τα μαχητικά σε μάταιες καταδιώξεις. Οι έμπειροι πιλότοι των αεριωθουμένων γνώριζαν καλά τη δουλειά τους: άφηναν ένα ή δύο Mustang να τους πλησιάσουν αρκετά ώστε να δελεάσουν τους αμερικανούς πιλότους με μία πιθανή κατάρριψη και την τελευταία στιγμή βυθίζονταν προς την αντίθετη κατεύθυνση από εκείνη των βομβαρδιστικών. Τότε η κύρια δύναμη του Rammkommando Elbe έκανε την επίθεσή της.

Ένας σχηματισμός από 15 Me-109K πλησίαζε τα Liberator από ψηλά, ακολουθώντας τον έμπειρο αρχηγό τους. Το μαχητικό του άνοιξε την επίθεση με έναν τρόπο που θύμιζε τους βετεράνους της Luftwaffe: αναστράφηκε, χώθηκε ανάμεσα στα βομβαρδιστικά περιστρεφόμενο γύρω από τον εαυτό του και άρχισε να βάλλει με τα πυροβόλα του. Το πρώτο Liberator τυλίχθηκε στις φλόγες και έπεσε προς το έδαφος. Ο επιδέξιος πιλότος συνέχισε την επίθεσή του αναστατώνοντας τα βομβαρδιστικά και προετοιμάζοντας το έδαφος για τους νεότερους συντρόφους του, καθώς οι αναφορές για μία ισχυρή συγκέντρωση γερμανικών μαχητικών άρχισε να κατακλύζει τους ασυρμάτους των αμερικανικών καταδιωκτικών. Ένας ακόμη σχηματισμός από 15 Me-109 ξεκίνησε την επίθεσή του με τον ίδιο τρόπο, ενώ αρκετά FW-190 που ακολουθούσαν απασχόλησαν τα Thunderbolt. Ο αρχηγός του γερμανικού σμήνους διάλεξε από μακρυά ένα τετρακινητήριο και «κόλλησε» στην ουρά του, ενώ ένα Ρ-51 κατεδίωκε στενά τον Γερμανό. Ο ταγματάρχης Ολντς κατάλαβε αμέσως ότι είχε να κάνει με έναν πεπειραμένο αντίπαλο. Το 109 συνέχισε να προσεγγίζει σταθερά το βομβαρδιστικό αποφασισμένος να το καταρρίψει αδιαφορώντας για την απειλή στα νώτα του. Όταν οι ουραίοι πολυβολητές των Β-24 άρχισαν να βάλλουν εναντίον του 109, ο Ολντς διαπίστωσε ότι είχε παρασυρθεί στην παγίδα του Γερμανού: είχε πλησιάσει τόσο πολύ ώστε βρισκόταν κι ο ίδιος στον κώνο πυρός των βομβαρδιστικών! Με μία κλειστή στροφή ξέφυγε γρήγορα από την πορεία του, βλέποντας τον γενναίο αντίπαλό του να γαζώνει το Liberator. Ένα από τα Messerscmitt που ακολουθούσαν, διαπέρασε αστραπιαία την ασπίδα των καταδιωκτικών και «ξύρισε» το αριστερό φτερό ενός Β-24, συνεχίζοντας την καθοδική του πορεία προς το έδαφος μαζί με το θύμα του. Ήταν ο πρώτος επιτυχημένος εμβολισμός του Rammkommando Elbe.

Τότε οι Αμερικανοί άρχισαν να συνειδητοποιούν ότι αντιμετώπιζαν μία γερμανική επίθεση ανεπανάληπτης σφοδρότητας. Οι Γερμανοί έδειχναν αποφασισμένοι να φτάσουν στους στόχους τους κυριολεκτικά με κάθε θυσία, έτοιμοι να σκοτώσουν ή να σκοτωθούν. Ο υποσμηνίας Χάϊνριχ Ρόζνερ (Heinrich Rosner) ήταν ένας από αυτούς. Είχε καταταγεί στην μονάδα αυτοκτονίας κατευθείαν από την σχολή εκπαίδευσης και αυτή ήταν η πρώτη του πτήση. Μόλις εντόπισε τα εχθρικά βομβαρδιστικά άρχισε την απότομη βύθισή του εναντίον ενός Liberator που βρισκόταν στην αιχμή του σχηματισμού. Ήταν το αεροσκάφος του συνταγματάρχη Τζον Χέρμποθ (John Herboth), του διοικητή της 389 Μοίρας Βομβαρδισμού. Η εφόρμηση του Ρόζνερ ήταν τόσο σφοδρή ώστε οι πολυβολητές του Liberator δεν πρόλαβαν καν να αντιδράσουν. Η έλικα του Me-109 έσκισε την μεταλλική σάρκα του βομβαρδιστικού σαν χειρουργικό νυστέρι, κομματιάζοντας την ουρά του και τα δύο αεροσκάφη φάνηκαν να απομακρύνονται σιωπηλά το ένα από το άλλο, σαν να μην είχε συμβεί τίποτα μεταξύ τους. Οι πολυβολητές είχαν μείνει αποσβωλομένοι κοιτώντας προς το πίσω μέρος του βομβαρδιστικού, εκεί που κάποτε υπήρχαν τα διπλά ουραία πτερύγια και τα ανθρώπινα υπολείματα του ουραίου πολυβολητή. Ο Χέρμποθ έκανε μία προσπάθεια να ισορροπήσει το βαρύ βομβαρδιστικό επαναφέροντάς το για μία στιγμή στην προηγούμενη θέση του. Το Liberator μετά από μία τέτοια τρομακτική επαφή με τον εχθρό δεν είχε καμία διάθεση να επιστρέψει στο συγκεκριμένο σημείο του ουρανού και αποφάσισε να μετακινηθεί λίγο αριστερότερα, πάνω στο αεροσκάφος του αντισυνταγματάρχη Κάνκελ (Κunkel), του υποδιοικητή της Μοίρας. Τα δύο βομβαρδιστικά ενώθηκαν σε μία άμορφη ασημένια μάζα και άρχισαν να στρυφογυρίζουν προς το έδαφος σαν παιδικά παιχνίδια που τα πέταξε από το μπαλκόνι κάποιος οργισμένος γονιός. Την ίδια στιγμή ο Ρόζνερ έλυνε απεγνωσμένα τις ζώνες του καθίσματός του, εκτίναζε την καλύπτρα και πηδούσε ζωντανός έξω από το ακυβέρνητο μαχητικό του. Ήταν ο μοναδικός πιλότος του Rammkommando Elbe που διεκδίκησε διπλή κατάρριψη και ένας από τους ελάχιστους που έζησαν για να διηγηθούν την ιστορία τους.

Στις 12.30 ένα νέο πεδίο μάχης είχε αρχίσει να σχηματίζεται πάνω από την πόλη Τσέλλε, λίγα χιλιόμετρα βόρεια του Ανόβερου, καθώς οι φάλαγγες των βομβαρδιστικών έστριβαν βόρεια για να μπουν στην τελική ευθεία προς τους στόχους τους. Οι πιλότοι του δεύτερου κύματος αφήνοντας πίσω τους λευκές γραμμές υδρατμών, βυθίστηκαν εναντίον των Β-17 ανά ζεύγη και τριάδες, αποφασισμένοι για όλα. Μπροστά από τα Me-109, ένα Focke Wulf άνοιγε τον δρόμο της επίθεσης, ορμώντας μόνο του ανάμεσα σε τρία Mustang, με μοναδική επιθετικότητα και επιδεξειότητα. Αναποδογυρίζοντας το αεροσκάφος του, άρχισε μία σειρά περιστροφών, άγριων ελιγμών, κλειστών στροφών και βυθίσεων, τραβώντας τους διώκτες του μακρυά από τα βομβαρδιστικά. Δύο Mustnang ακολούθησαν το FW-190 του ανώνυμου βετεράνου, την στιγμή που ένα Messerscmitt κατευθυνόταν προς την ουρά του πλησιέστερου Β-17. Το 109 είχε στα νώτα του το τρίτο Mustang που βρισκόταν σε θέση ιδανική για να εγγυηθεί την καταστροφή του. Με την απόσταση να μειώνεται ραγδαία ανάμεσα στο γερμανικό μαχητικό και το τερακινητήριο, ο ουραίος πολυβολητής  και το Mustang πυροδότησαν ταυτόχρονα τα πυροβόλα τους. Τα βλήματα βρήκαν όλα τον στόχο τους, σκίζοντας ολόκληρα κομμάτια από την άτρακτό του, αλλά το 109 παρέμεινε ακλόνητο στην σταθερή, αυτοκτονική πορεία του και το επόμενο δευτερόλεπτο τα δύο αεροσκάφη συγχωνεύθηκαν σε μία τεράστια σφαίρα φωτιάς. Το Mustang τελευταία στιγμή πρόλαβε να αλλάξει πορεία πριν γίνει ένα με την πύρινη κόλαση που απείχε λίγα μέτρα μπροστά του.

Εκείνη την ημέρα τα μάτια πολλών Αμερικανών πιλότων γνώρισαν τον τρόμο παρακολουθώντας σαστισμένοι τα αεροσκάφη των συναδέλφων τους να εμβολίζονται με ψυχρή αυτοκτονική διάθεση. Τα καταδιωκτικιά έρχονταν με την συνοδεία τους από οποιαδήποτε θέση μεταξύ «ώρα 3» και «ώρα 9».  Τρία Β-17 χάθηκαν σε αστραπιαία διαδοχή πριν προλάβουν τα Mustang να αντιδράσουν. Τα δύο πρώτα 109 διαπέρασαν την ασπίδα των καταδιωκτικών εμβολίζοντας από τα νώτα. Το τρίτο προσπέρασε τον σχηματισμό των βομβαρδιστικών και επέστρεψε πίσω επιλέγοντας την παλιά και αλάνθαστη μέθοδο του μετωπικού εμβολισμού, στερώντας τον εαυτό του από κάθε πιθανότητα επιβίωσης. Τα βλήματα τουλάχιστον 12 αμερικανικών πυροβόλων στράφηκαν εναντίον του μοναχικού καταδιωκτικού και σχεδόν όλα βρήκαν τον στόχο τους. Το μαχητικό ταλαντεύτηκε βίαια και ο πιλότος του έκανε μία απεγνωσμένη προσπάθεια να το επαναφέρει. Οι πιλότοι του προπορευόμενου Β-17 παρακολουθούσαν παγωμένοι από τον τρόμο την πορεία του 109, γνωρίζοντας ότι αν δεν ανατιναζόταν, σε τρία δευτερόλεπτα θα ήταν όλοι νεκροί. Πίσω από την βροχή των τροχειοδεικτικών το μέγεθος του μαχητικού συνέχισε να αυξάνει και να αυξάνει…αλλά δεν ανατινάχτηκε. Η σύγκρουση ήταν σιωπηλή αλλά έζησε για πάντα στο μυαλό των ανθρώπων που την είδαν. Το τεράστιο ρύγχος του βομβαρδιστικού άνοιξε σαν στόμα κήτους και κατάπιε το μικροσκοπικό καταδιωκτικό που χάθηκε στα σωθικά του, συμπαρασύροντας στο πέρασμά του τα πάντα μέχρι τον ραχιαίο πυργίσκο. Οποιοδήποτε ίχνος ύπαρξης του καταδιωκτικού είχε εξαφανιστεί μέσα στη σιωπή, σαν να μην υπήρξε ποτέ. Το παραμορφωμένο στόμα του κήτους απέμεινε ορθάνοιχτο σαν να περίμενε κι άλλη τροφή, μέχρι που αργά-αργά βυθίστηκε και χάθηκε σε μία ανεξέλεγκτη περιδίνηση. Από τους τρείς Γερμανούς πιλότους δεν είχε διασωθεί κανείς. 

Σύντομα τα αμερικάνικα καταδιωκτικά κατάλαβαν τι συμβαίνει και συγκέντρωσαν την προσοχή τους εναντίον των άοπλων Me-109. Καθώς οι μετατροπές που είχαν υποστεί τα μαχητικά τους τα καθιστούσαν ακόμα πιο ευάλωτα στα εχθρικά πυρά, αυτό που ακολούθησε ήταν μία μονόπλευρη σφαγή. Ο μεγαλύτερος σχηματισμός γερμανικών καταδιωκτικών που επιχείρησαν να επιτεθούν καλυπτόμενα από την συνοδεία τους αποτελείτο από 100 αεροσκάφη. Μετά την αντεπίθεση των αμερικανικών καταδιωκτικών ο τεράστιος αυτός σχηματισμός διασπάστηκε σε ομάδες των 10-15 μαχητικών, ανίκανων πια να αιφνιδιάσουν τα βομβαρδιστικά. Ανάμεσα στο χάος των ελισσόμενων γερμανικών καταδιωκτικών που προσφέρονταν θυσία στα ταχύτατα Mustang, κάποια λευκά αλεξίπτωτα ξεπηδούσαν ξαφνικά σαν ανοιξιάτικα λουλούδια μέσα στον φλεγόμενο ουρανό. Κάποια από αυτά τα αλεξίπτωτα όμως δεν συγκρατούσαν στην άκρη τους και έναν ζωντανό άνθρωπο. Ο 20χρονος αρχισμηνίας Έμπερχαρντ Πρεκ (E. Proeck) και ο 23χρονος σμηνίας Ράϊνχολντ Χέντβιγκ (R. Hedwig) ήταν δύο από αυτούς. Μετά από δύο επιτυχημένους εμβολισμούς εγκατέλειψαν τα τσακισμένα αεροσκάφη τους για να πέσουν νεκροί από τα πυροβόλα των Mustang.

Ο υποσμηνίας Βέρνερ Τσελ (Werner Zell) και ο στενός του φίλος Χορστ Ζίντελ (Horst Siedel) είχαν καταταγεί μαζί στην δύναμη Elbe και όπως συνέβη με πολλές παρόμοιες περιπτώσεις φίλων, είχαν ζητήσει να παραμείνουν αχώριστοι μέχρι και την στιγμή της τελικής επίθεσης. Χωρίς την δυνατότητα επικοινωνίας μεταξύ τους οι δύο φίλοι αποχαιρετίστηκαν σιωπηλά μέσα από τα πιλοτήριά τους με ένα τελευταίο νεύμα, μία πικρή ματιά και βυθίστηκαν εναντίον των Β-17 που βρίσκονταν δύο χιλιόμετρα χαμηλότερα. Δεν θα βλεπόντουσαν ποτέ ξανά…Ο Βέρνερ Τσελ εμβόλισε ένα Β-17 και κατάφερε να εγκαταλείψει το ακυβέρνητο αεροπλάνο του, παρά τα αδιάκοπα πυρά ενός Mustang που βρισκόταν διαρκώς πίσω του. Καθώς έπεφτε παρακολούθησε τον αντίπαλό του να διαγράφει γύρω του έναν κύκλο και να επιστρέφει με τις κάνες των έξι πυροβόλων αναμμένες! Όταν το αλεξίπτωτό του άγγιξε το έδαφος είχε επάνω του 19 τρύπες, ο ίδιος όμως ήταν ακόμα ζωντανός…Ο Χόρστ Ζίντελ δεν στάθηκε τόσο τυχερός. Το πτώμα του βρέθηκε σε κάποιο χωράφι ένα χρόνο μετά την λήξη του πολέμου. Στην πλάτη του υπήρχε ακόμη αχρησιμοποίητο το αλεξίπτωτό του.

Στον ίδιο εναέριο χώρο με τα αεροσκάφη των δύο φίλων βρισκόταν και το Me-109K-4 του υποσμηνία Κλάους Χαν με τον οποίο είχε ξεκινήσει αυτό το άρθρο. Μέχρι εκείνη τη στιγμή ο Κλάους δεν είχε χάσει μόνο το αριστερό του χέρι αλλά και το καλύτερο μέρος του εμβολισμού. Δεν ένοιωσε ποτέ την στιγμή της πρόσκρουσης γιατί οι αισθήσεις του τον εγκατέλειψαν: αποτέλεσμα ενστικτώδους αυτοάμυνας του οργανισμού ή παρατεταμένης αιμορραγίας. Ή και των δύο. Το μαχητικό του τραντάχτηκε από άκρη σε άκρη καθώς οι λεπίδες της τρίφυλλης έλικας του χώθηκαν μέσα στην ουρά του Β-17 πετσοκόβοντας μέταλλα, λαμαρίνες και τον ουραίο πολυβολητή. Ακόμη και η ίδια του η επιβίωση παρέμεινε πάντα ένα μυστήριο για τον Κλάους. Τα επόμενα λεπτά μετά τον εμβολισμό χάθηκαν μέσα στην μαυρίλα της λήθης. Όταν οι αισθήσεις του επανήλθαν -και πάλι με δική τους πρωτοβουλία -ανακάλυψε έκπληκτος ότι βρισκόταν κάτω από το αλεξίπτωτό του.

Στις 12.45 οι μόνοι σχηματισμοί που εξακολουθούσαν να διατηρούν την συνοχή και την τάξη τους ήταν εκείνοι των βομβαρδιστικών καθώς πλησίαζαν τους στόχους τους. Τα περισσότερα από τα καταδιωκτικά του Rammkommando Elbe είχαν εκτελέσει τις επιθέσεις τους και όσα απέμεναν είχαν διασκορπιστεί, προσπαθώντας να επιστρέψουν στις βάσεις τους. Εκείνα που είχαν αποτύχει να εμβολίσουν κάποιο βομβαρδιστικό αποπειράθηκαν για μία δεύτερη φορά -κάποιοι φανατικοί πιλότοι δεν δέχονταν να επιστρέψουν πίσω χωρίς να έχουν πράξει το καθήκον τους. Αν και οι ελπίδες επιβίωσής τους ήταν πλέον μηδαμινές, η ένταση των επιθέσεών τους παρέμεινε αμείωτη. Παρά το ανελέητο κυνηγητό ενός Mustang και το χαλάζι διασταυρούμενων πυρών από τα βομβαρδιστικά, ένα άλλο 109 εμβόλισε την άτρακτο ενός Β-17 και τα δύο αεροσκάφη εξαϋλώθηκαν σε μία εκτυφλωτική ανάφλεξη βομβών, καυσίμων και φωσφόρου. Ένα άλλο αγνοώντας εντελώς τα εχθρικά πυρά βομβαρδιστικών και καταδιωκτικών, συνέχισε ακάθεκτο την πορεία του εισχωρώντας μέσα στον σχηματισμό, περνώντας μέσα από τους στενούς «διαδρόμους» που χώριζαν το ένα «Φρούριο» από το άλλο. Στο αιφνίδιο πέρασμά του, το δεξί φτερό του μαχητικού προσέκρουσε επάνω στο οριζόντιο σταθερό ενός Β-17. Με έναν στιγμιαίο συριστικό θόρυβο από λαμαρίνες που σκίζονται, τα δύο φτερά ξέφυγαν ανέμελα από τους ιδιοκτήτες τους σαν απείθαρχοι χαρταετοί που μια ξαφνική ιδιοτροπία της φύσης τους κάνει να παρασυρθούν από ένα ισχυρό ρεύμα του αέρα, παρά να υποταχθούν στην ανθρώπινη θέληση. Το Messerschmitt άρχισε μία ανεξέλεγκτη αριστερόστροφη περιδίνηση, συνεχίζοντας την απρόβλεπτη πορεία του διά μέσου του πυκνού σχηματισμού, αστοχώντας για λίγα εκατοστά το επόμενο βομβαρδιστικό και καταλήγοντας επάνω στην άτρακτο του επόμενου. Το μεταλλικά υπολείμματα του Me-109 μαζί με τον πιλότο του έπεσαν κατακόρυφα προς το έδαφος, αλλά τα δύο Β-17 επέστρεψαν κανονικά στις βάσεις τους…

Όσο περνούσε η ώρα ο απεγνωσμένος φανατισμός των Γερμανών πιλότων διέγειρε την ασίγαστη μανία των Αμερικανών αντιπάλων τους. Τα Mustang ξεχώριζαν τα μεμονωμένα Messerschmitt που κατευθύνονταν προς τα βομβαρδιστικά και τα κυνηγούσαν προσπαθώντας να τα καταστρέψουν πριν την μοιραία πρόσκρουση, δημιουργώντας αλυσίδες τριών και τεσσάρων αεροσκαφών που το ένα βρισκόταν πίσω από το άλλο. Οι ουραίοι πολυβολητές είχαν τρομοκρατηθεί τόσο από τα παρανοϊκά γεγονότα εκείνης της ημέρας ώστε πυροβολούσαν αδιάκριτα οποιοδήποτε μαχητικό τους πλησίαζε επικίνδυνα. Αν αυτό ήταν ένα Mustang ή ένα 109, είχε ελάχιστη σημασία για εκείνους. «Καλύτερα σίγουρος παρά νεκρός!», συνήθιζαν να λένε.

Το Mustang του ανθυπολοχαγού Χάρυ Γκόσλερ (Harry Gosler) ήρθε να προστεθεί σαν τέταρτο στην σειρά μίας παρόμοιας αλυσίδας, όταν παρατήρησε δύο μαχητικά που βρίσκονταν στα νώτα ενός χτυπημένου βομβαρδιστικού και δέχονταν τα πυρά από τους πυργίσκους του. Έφερε στο κέντρο του σκοπευτικού του το δεύτερο κατά σειρά μαχητικό και με μία σύντομη ριπή το τίναξε στον αέρα. Περνώντας αστραπιαία δίπλα από τα κομμάτια των συντριμμιών διαπίστωσε με φρίκη ότι το μαχητικό είχε τετράγωνα ακροπτερύγια όπως το δικό του! Και επιπλέον δεν είχε εθνόσημο στο δεξί φτερό, επίσης όπως το δικό του! Το ένστικτο του Γκόσλερ του υπαγόρευσε ότι μόλις είχε καταρρίψει ένα Mustang...! Στην αναφορά του βέβαια δεν έγραψε κάτι τέτοιο. Προτίμησε να…αλλοιώσει ελάχιστα την ταυτότητα του «εχθρικού μαχητικού», λέγοντας ότι ήταν ένα Me-109E!!! Ταυτόχρονα οι πολυβολητές του Β-17 ομολόγησαν μετά την αποστολή ότι είχαν δεχθεί πυρά από ένα Mustang –προφανώς αυτό που προσπαθούσε να καταρρίψει το Me-109 που βρισκόταν στη μέση- αλλά δύο άλλοι συνάδελφοί του Γκόσλερ επιβεβαίωσαν την δική του εκδοχή των γεγονότων, οπότε η κατάρριψη χρεώθηκε επίσημα σε εκείνον. Έτσι έμειναν όλοι ικανοποιημένοι: οι πιλότοι του Β-17 είχαν επιστρέψει σώοι και αβλαβείς οπότε δεν είχαν λόγο να διαμαρτύρονται υπερβολικά, ενώ ταυτόχρονα ο Γκόσλερ είχε προσθέσει μία ακόμη επιβεβαιωμένη κατάρριψη στο ενεργητικό του. Μοναδικός αδικημένος στον κρίκο της αλυσίδας, ο πιλότος του άτυχου Mustang -αλλά οι νεκροί δεν μιλούν και δεν έχουν αντιρρήσεις. Οι αγωνιώδεις στιγμές εκείνης της δραματικής ημέρας έγιναν αιτία αρκετών παρόμοιων περιστατικών: τουλάχιστον ένα Β-17 και τρία Mustang καταρρίφθηκαν εκείνο το Σάββατο από φίλια πυρά…

Στις 13.00, όταν  οι τρεις φάλαγγες των επιδρομέων είχαν φθάσει πάνω από τους στόχους τους και ετοιμάζονταν για τον βομβαρδισμό, η επιθετικότητα του Rammkommando Elbe είχε πλέον εξαϋλωθεί μαζί με τις ζωές των περισσότερων πιλότων του. Τα βομβαρδιστικά έριξαν ανενόχλητα 3.450 τόνους βομβών πάνω στους στόχους τους και κατά την επιστροφή είχαν την άνεση να μην συναντήσουν ούτε ένα γερμανικό αεροπλάνο.

Από τους 120 πιλότους του Rammkommando Elbe που είχαν ξεκινήσει εκείνο το μακάβριο Σάββατο της 7ης Απριλίου 1945 για την επιχείρηση «Λυκάνθρωπος», στο απογευματινό προσκλητήριο του Στένταλ παρουσιάστηκαν μόνο δεκαπέντε…

 

Ο ΠΙΚΡΟΣ ΑΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ

 

Την στιγμή που ο σμήναρχος Χάγιο Χέρμαν αψηφώντας τους αριθμούς των απωλειών πίεζε το επιτελείο να εγκρίνει μία δεύτερη επίθεση αυτοκτονίας ισχυριζόμενος ότι η πρώτη είχε στεφθεί από επιτυχία, οι Αμερικανοί πιλότοι έγραφαν στις αναφορές τους την στυγνή αλήθεια: «…οι Γερμανοί κατανάλωναν τους τελευταίους εναπομείναντες πιλότους τους σε αυτοκτονικές, φρενιασμένες επιθέσεις». Με άλλους 60 ακόμα πιλότους στην διάθεσή του οι οποίοι δεν είχαν λάβει μέρος στην επιχείρηση, ο Χέρμαν ένοιωθε ύψιστη πατριωτική του υποχρέωση να τους εξοντώσει, αλλά η απάντηση του επιτελείου ήταν αρνητική. Στις 20 Απριλίου, την ημέρα των 56ων γενεθλίων του Χίτλερ, πήγε αυτοπροσώπως να συναντήσει τον Γκαίρινγκ για να λάβει την έγκρισή του για την δεύτερη επιχείρηση, μόνο και μόνο για να πληροφορηθεί απογοητευμένος ότι ο στρατάρχης δεν διατηρούσε πλέον την ιδιότητα του αρχηγού της Luftwaffe… (Ωστόσο δέκα μέρες αργότερα κάποιοι από τους 60 εκείνους πιλότους θα πέθαιναν οικειοθελώς στην Επιχείρηση «Κυψέλη» -ένα άλλο πρόγραμμα αυτοκτονίας με αεροσκάφη Mistel που ο Χέρμαν δεν είχε την ικανοποίηση να διευθήνει ο ίδιος!)

Οι αριθμοί των γερμανικών απωλειών του Rammkommando Elbe παραμένουν άγνωστοι μέχρι σήμερα. Οι ελάχιστες υπάρχουσες πηγές αναφέρουν οτιδήποτε μεταξύ 50 και 77, με τις περισσότερες όμως να συγκλίνουν στον μέσο όρο μεταξύ 65-70. Οι συνολικές αμερικανικές απώλειες ήταν πέντε καταδιωκτικά και 27 βομβαρδιστικά, από τα οποία μόνο 13 καταστράφηκαν από εμβολισμό. Ένας πρόχειρος υπολογισμός οδηγεί στο συμπέρασμα ότι μόνο 20 περίπου μαχητικά αυτοκτονίας κατάφεραν να φθάσουν σε απόσταση εμβολισμού, ενώ τουλάχιστον 40 κατερρίφθησαν από τα αμερικανικά καταδιωκτικά πριν ακόμα πλησιάσουν τα «Ιπτάμενα Φρούρια». Οι υπόλοιποι 50 περίπου επιζώντες κατάφεραν να χρησιμοποιήσουν με επιτυχία τα αλεξίπτωτά τους.

Για τις επόμενες 30 ημέρες του πολέμου τα μόνα αεροσκάφη που θα επιχειρούσαν εναντίον των επιδρομέων θα ήταν τα λιγοστά Me-262 που θα συνέχιζαν να δίνουν τον δικό τους γενναίο αλλά άνισο αγώνα. Τα υπόλοιπα ελικοφόρα μαχητικά της Luftwaffe είχαν ουσιαστικά δώσει την τελευταία τους μάχη εκείνο το μακάβριο Σάββατο της 7ης Απριλίου 1945, ενώ οι ψυχές των νεκρών της επιχείρησης «Λυκάνθρωπος» πλανιόντουσαν ανήσυχες, αναζητώντας ανάπαυση στο μνημείο που τους είχε υποσχεθεί η πατρίδα τους –μία πατρίδα που δεν ήταν πιά δική τους…

 

Η ΑΓΝΩΣΤΗ ΙΣΤΟΡΙΑ

Τα υπάρχοντα στοιχεία για την επιχείρηση «Λυκάνθρωπος» παραμένουν μέχρι σήμερα ελάχιστα και αντιφατικά. Πολλά γεγονότα έχουν αποσιωπηθεί. Από τα ονόματα των 120 πιλότων που έλαβαν μέρος, μόνο 50 μας είναι σήμερα γνωστά. Οι πρωταγωνιστές της αποφεύγουν να επαναφέρουν στη μνήμη τους εκείνη την πικρή ημέρα που με δική τους πρωτοβουλία θέλησαν να δώσουν τέλος στη ζωή τους, αλλά που ένα ιδιότροπο γύρισμα της τύχης τους κράτησε ζωντανούς. Ο εμπνευστής της, ο σμήναρχος Χανς Γιόακιμ Χέρμαν, μετά από δεκαετή κάθειρξη στις σοβιετικές φυλακές, επέστρεψε στην χώρα του και συνέγραψε την αυτοβιογραφία του. Η αναφορά του στην επιχείρηση περιορίζεται σε ελάχιστες μόνο παραγράφους οι οποίες θα μπορούσαν κάλλιστα να περάσουν απαρατήρητες μέσα στο βιβλίο.

Μόλις πριν από τρία χρόνια εκδόθηκε το πρώτο και μοναδικό μέχρι σήμερα βιβλίο που αναφέρεται διεξοδικά σε εκείνη την τελευταία μάχη της Luftwaffe, αλλά ακόμη και εκεί ο συγγραφέας Adrian Weir αποκρύπτει τις παρασκηνιακές δραστηριότητες του Χέρμαν για την προώθηση του σχεδίου του, αποσιωπά την προσωπική σύγκρουση του Χέρμαν με τον Γκάλλαντ  και προσπαθεί γενικότερα να δικαιολογήσει τις πράξεις του. Ωστόσο είναι το μοναδικό που περιέχει μαρτυρίες των ελάχιστων επιζώντων της επιχείρησης, κάτι που συνέβη για πρώτη φορά μετά από μισό περίπου αιώνα.

Πολλές από τις αποκαλυπτικές λεπτομέρειες που παρατίθενται στο άρθρο αυτό παρουσιάζονται για πρώτη φορά σε ιστορικό περιοδικό και προέρχονται από άλλες σπάνιες πηγές περισσότερο αντικειμενικές, παρότι δεν αναφέρονται αποκλειστικά στην συγκεκριμένη επιχείρηση. Μόνο όμως χάρη σε αυτές ο αναγνώστης ή ο ιστορικός ερευνητής μπορεί να έχει την ολοκληρωμένη εικόνα μίας Γερμανίας η οποία βγάζει τους τελευταίους επιθανάτιους ρόγχους της, την στιγμή που κάποιοι αρρωστημένοι αξιωματικοί θυσιάζουν σαν άψυχα πιόνια τις ζωές απεγνωσμένων νεαρών πιλότων για τους οποίους η καταστροφή ενός αμερικανικού βομβαρδιστικού άξιζε περισσότερο από τις ίδιες τις ζωές τους.

 

46 ΧΡΟΝΙΑ ΑΡΓΟΤΕΡΑ

 

Η μικρή ομήγυρη των ηλικιωμένων ανδρών στεκόταν μπροστά στην είσοδο ενός μικρού δάσους στην πόλη Τσέλλε της κεντρικής Γερμανίας. Τα χαμηλωμένα βλέμματα έδειχναν θλιμμένα, αλλά πίσω από την θλίψη σιγοσπινθήριζε ακόμα η φλόγα μίας υπερηφάνειας, ανύπαρκτης σε πολλούς νεότερους σε ηλικία. Οι περισσότεροι βρίσκονταν ήδη στα μέσα της έκτης δεκαετίας της ζωής τους και κάποιοι ανάμεσά τους έφεραν στο σώμα τους μερικές βλάβες σοβαρότερες από αυτές που πιθανόν να υπαγόρευαν οι συνθήκες μίας φυσιολογικής, ατάραχης ζωής. Αλλά αυτά ήταν μόνο τα επιφανειακά τραύματα. Τα βαρύτερα ήταν ως συνήθως αόρατα στο μικροσκόπιο της επιστήμης, βαθιά κρυμμένα στα εσώψυχα της ψυχής τους και ορατά μόνο στους ανθρώπους που ανήκαν στον δικό τους κλειστό κύκλο. Την σιωπή του τοπίου διέκοπτε μόνο η φωνή ενός ανθρώπου, απόλυτα εναρμονισμένη με την σοβαρότητα της στιγμής.

«…γιατί με όποια μέσα κι αν υπερασπίστηκαν  τις εστίες τους εκείνοι οι άνθρωποι, θα έπρεπε η μνήμη τους να διατηρείται άσβεστη, αφού όλοι τους μοιράζονταν την κοινή αγάπη για την Πατρίδα των Προγόνων τους…Δεν ζητούν να θεωρηθούν ίσοι ή ανώτεροι των άλλων μαχητών που έδωσαν τις ζωές τους, παρά μόνο να αναγνωριστεί η γενναιότητά τους και να τους επιτραπεί να συμπεριληφθούν μέσα στις τάξεις όλων εκείνων που θυσιάστηκαν για τον ίδιο σκοπό…»

Ο άνθρωπος που εκφωνούσε τον λόγο λεγόταν Καρλ- Χάϊνριχ Λάνγκσπεχτ και ήταν ένα πρώην μέλος της Ειδικής Διοίκησης Elbe. Πίσω από αυτόν στεκόταν ο Κλάους Χαν, δίπλα του ο Χάϊνριχ Ρόζνερ και παραδίπλα του ο Βέρνερ Τσελ. Όλοι τους παλιοί συμπολεμιστές στην ίδια μονάδα. Μπροστά από όλους, περικλεισμένη από έναν μικρό ξύλινο φράχτη, βρισκόταν μία μικρή λίθινη πλάκα με ένα στεφάνι από λουλούδια και την επιγραφή:

«Εις ανάμνηση των πιλότων των μαχητικών του Rammkommando Elbe 7 Απριλίου 1945 και Sonderkommando Bienenstock Απρίλιος-Μάϊος 1945»

Η ημερομηνία εκείνη την στιγμή ήταν 7 Απριλίου 1991. Μετά από 46 χρόνια οι μνήμες των νεκρών είχαν τιμηθεί. Οι ψυχές είχαν αναπαυθεί…


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ 

1.       Adrian Weir “The Last Flight of the Luftwaffe”, Arms and Armour Press 1997

2.       David Irving “Goering: Eine Biographie”, Reinbeck bei Hamburg 1989

3.       Alfred Price “The Last Year of the Luftwaffe”, Arms and Armour Press 1991

4.       David Irving “Hitler΄s War”, Macmillan 1977

5.       “Rise and Fall of the German Air Force 1933-1945”, St. Martin Press 1983

6.       William Green “Warplanes of the Third Reich”, Macdonald and Jane΄s 1970

7.       Martin Caidin “Flying Forts”, Ballantine Books 1968

8.       Werner Girbig “Six months to oblivion”, Schiffer Military History 1991

9.       David Baker “Adolf Galland: The authorized biography”, Presidio Press 1997

10.   Herrmann Hajo “Eagle´s Wings”, Airlife 1991

Return to the Home Page