ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΟΣ ΒΟΜΒΑΡΔΙΣΜΟΣ

ΤΟ ΠΙΟ ΑΜΦΙΛΕΓΟΜΕΝΟ ΔΟΓΜΑ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ

 

 

Άγγελος Δαλασσηνός

Ιωάννης Μανσόλας

 

 

ΓΕΝΝΗΘΗΚΕ ΤΟ 1917, ΑΛΛΑ ΘΑ ΕΦΑΡΜΟΖΟΤΑΝ 25 ΧΡΟΝΙΑ ΑΡΓΟΤΕΡΑ, ΣΤΟΝ Β΄ΠΠ. ΓΙΑ ΟΡΙΣΜΕΝΟΥΣ ΠΕΘΑΝΕ ΤΗΝ ΙΔΙΑ ΣΤΙΓΜΗ ΠΟΥ ΓΕΝΝΗΘΗΚΕ. ΓΙΑ ΑΛΛΟΥΣ ΕΠΕΖΗΣΕ ΜΟΝΟ ΓΙΑ ΝΑ ΕΞΥΠΗΡΕΤΗΣΕΙ ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΠΡΟΠΑΓΑΝΔΙΣΤΙΚΕΣ ΑΝΑΓΚΕΣ, ΕΝΩ ΓΙΑ ΚΑΠΟΙΟΥΣ ΑΛΛΟΥΣ ΕΞΑΚΟΛΟΥΘΕΙ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΕΝΑ ΚΑΙ ΜΟΝΑΔΙΚΟ ΔΟΓΜΑ ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΟΔΗΓΕΙ ΓΡΗΓΟΡΑ ΣΤΗΝ ΝΙΚΗ ΜΕ ΤΙΣ ΛΙΓΟΤΕΡΕΣ ΔΥΝΑΤΕΣ ΑΠΩΛΕΙΕΣ. ΕΠΑΝΩ ΤΟΥ ΒΑΣΙΣΤΗΚΑΝ ΟΛΟΚΛΗΡΕΣ ΠΟΛΕΜΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ, ΜΕΤΑ ΤΟ ΠΕΡΑΣ ΤΩΝ ΟΠΟΙΩΝ, ΠΟΛΛΟΙ ΠΡΟΣΠΑΘΗΣΑΝ ΝΑ ΚΑΛΥΨΟΥΝ ΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ, ΧΩΡΙΣ ΟΜΩΣ ΝΑ ΚΑΤΑΦΕΡΟΥΝ ΝΑ ΑΠΟΦΥΓΟΥΝ ΚΑΙ ΤΙΣ ΕΝΙΟΤΕ ΨΕΥΔΕΙΣ ΔΗΛΩΣΕΙΣ. ΣΗΜΕΡΑ, ΜΕΤΑ ΑΠΟ 90 ΣΧΕΔΟΝ ΧΡΟΝΙΑ, ΤΟ ΘΝΗΣΙΓΕΝΕΣ ΔΟΓΜΑ ΤΟΥ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΟΥ ΒΟΜΒΑΡΔΙΣΜΟΥ ΕΞΑΚΟΛΟΥΘΕΙ ΝΑ ΔΙΑΤΗΡΕΙΤΑΙ ΖΩΝΤΑΝΟ, ΕΞΥΠΗΡΕΤΩΝΤΑΣ ΑΚΟΜΑ ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΣΚΟΠΙΜΟΤΗΤΕΣ.

 

Ήταν το καλοκαίρι του 1917 όταν τα γερμανικά Zeppelin αποτόλμησαν να βομβαρδίσουν για πρώτη φορά το Λονδίνο και ένα χρόνο αργότερα το επανέλαβαν με τα τετρακινητήρια βομβαρδιστικά Gotha. Δεν περίμεναν φυσικά ότι 150 νεκροί Άγγλοι πολίτες και 600 τραυματίες θα ήταν ικανοί να σταματήσουν τον πόλεμο. Το ερώτημα όμως ήταν απλό: Πως μπορούσε κανείς να λυγίσει πραγματικά τον αντίπαλο, χωρίς να κολλήσει για πάντα στα χαρακώματα; Ποιό ήταν το όπλο εκείνο που θα έδινε μία καθαρή και γρήγορη νίκη, πριν ουσιαστικά καταρρακωθούν οικονομικά νικητές και ηττημένοι;

Οι βομβαρδισμοί βέβαια αποσκοπούσαν στην δημιουργία εντυπώσεων και όχι στην πραγματική ουσία. Επεδίωκαν να τρομοκρατήσουν τον αντίπαλο πληθυσμό για να αποκρύψουν από την κοινή γνώμη το γεγονός ότι και οι ίδιοι οι Γερμανοί βρίσκονταν κολλημένοι στα χαρακώματα, χωρίς να ελπίζουν σε νίκη. Απλά πολεμούσαν περισσότερο την απελπισία τους με εντυπώσεις, παρά τον αντίπαλο. Αν και ήταν οι πρώτοι που εφάρμοσαν αυτό το είδος πολέμου, δεν είχαν σαν αυτοσκοπό τον στρατηγικό βομβαρδισμό, αλλά την εξεύρεση μίας λύσης στο στρατιωτικό αδιέξοδο. Ουσιαστικά το δόγμα θα γεννιόταν 25 χρόνια αργότερα, μέσα από τις κοιλιές των βρετανικών και αμερικανικών βομβαρδιστικών του Β΄ΠΠ -χωρίς αυτό να σημαίνει ότι εκείνοι κατάφεραν να ξεφύγουν από το αδιέξοδο.

 

Η ΘΕΩΡΙΑ ΕΝΟΣ ΟΡΑΜΑΤΙΣΤΗ

 

Το 1912 ένας Ιταλός στρατηγός ονόματι Τζιούλιο Ντουέτ, τόλμησε να θεμελιώσει ένα νέο δόγμα, με τον εξής βασικό άξονα σκέψης:

 

«Ο εχθρός υποχωρεί μόνο εάν φοβηθεί την ολοκληρωτική καταστροφή της ίδιας της πατρίδας του. Δεν πρόκειται πλέον για πόλεμο στρατιωτών. Εμπλέκονται όλοι και ειδικά ο πληθυσμός ο οποίος βοηθά στη συντήρηση και τον εφοδιασμό των εμπολέμων. Αν καταστρέψουμε την υποδομή, τα σπίτια και τις πόλεις του, θα του στερήσουμε τα μέσα να πολεμήσει. Μόνο ένα όπλο περνά τα χαρακώματα χωρίς δυσκολία. Ονομάζεται αεροπλάνο».

Πολλοί στρατηγοί γέλασαν σαρκαστικά και ο Α΄ΠΠ δεν είχε ξεσπάσει ακόμα, οπότε όλοι άφησαν τον φιλόδοξο Ντουέτ να οραματίζεται και να σχεδιάζει. Τέσσερα χρόνια αργότερα, στο μέτωπο του Σωμ, οι Βρετανοί στρατηγοί προτίμησαν τις αξιόπιστες και δοκιμασμένες μεθόδους: το πεζικό βάδισε εναντίον των γερμανικών θέσεων σε υποδειγματική πυκνή παράταξη, με την λόγχη στα όπλα για να σφαγιασθεί μπροστά στα γερμανικά πολυβόλα. Οι πολιτικοί “άφρισαν”. Πως ήταν δυνατόν να πείσουν τον λαό τους ότι με τέτοια μέσα θα μπορούσαν ποτέ να νικήσουν στον πόλεμο; Ο πρωθυπουργός Λόϋντ Τζώρτζ κάλεσε τον στρατηγό Γιαν Σμάτς, διακεκριμένο από τον πόλεμο των Μπόερς, να μελετήσει το θέμα. Δεν γνωρίζουμε αν ο Σματς είχε εντυπωσιαστεί από την θεωρία του Ντουέτ, αλλά το πόρισμά του ήταν ουσιαστικά μία προφητική παράφραση του δόγματός του Ιταλού στρατηγού:

«Δεν είναι μακριά η μέρα που οι αεροπορικές επιθέσεις θα καταστούν το κύριο επιχειρησιακό στοιχείο του πολέμου, μετατρέποντας τις στρατιωτικές και ναυτικές επιχειρήσεις σε δευτερεύουσες». Μέσα στο κλίμα της γενικότερης απελπισίας, οι Βρετανοί επιτελείς κάλεσαν τον διοικητή του Βασιλικού Αεροπορικού Σώματος, στρατηγό Σερ Χιού Τρέντσαρντ, να υλοποιήσει το νέο δόγμα. Εκείνος το έπραξε ρίχνοντας 543 τόνους βομβών πάνω στο γερμανικό έδαφος, ένα αποτέλεσμα το οποίο δεν προσέφερε πολλά στην πολεμική προσπάθεια, αλλά χάρισε την ευκαιρία στον ίδιο να υπερβάλλει συνεχώς γύρω από την αποτελεσματικότητα του όπλου του, ίσως δε και του εαυτού του. Έναν χρόνο αργότερα, τον Νοέμβριο του 1918, ο πόλεμος τελείωσε νικηφόρα για τους Συμμάχους, οπότε η ορθότητα ή η αποτυχία των θεωριών των Ντουέτ, Σματς και Τρέντσαρντ, δεν είχαν και μεγάλη σημασία. Ο τελευταίος μάλιστα ανέλαβε και την διοίκηση της RAF, προβαλλόμενος από την προπαγάνδα ως ήρωας και Μεσσίας του νέου δόγματος. Εργαζόμενος πυρετωδώς για την υλοποίηση της θεωρίας του, ο Τρέντσαρντ, μαζί με την βοήθεια δύο άλλων αφοσιωμένων συνεργατών του, του Τσάρλς Πόρτερ και του Άρθουρ Χάρρις, αποφάσισε να αποδείξει σε όλους την αποτελεσματικότητα του όπλου του. Παρά τα περιορισμένα μέσα που διέθεταν οι δύο τελευταίοι, μελέτησαν σε βάθος όλα τα πρακτικά θέματα που σχετίζονταν με τον βομβαρδισμό: εκπαίδευση, ακρίβεια σκόπευσης, εξέλιξη σκοπευτικών συστημάτων, τακτικές βομβαρδισμού. Στο μεταξύ ο Τρέντσαρντ, υπερφίαλος και πεπεισμένος για την ορθότητα των λόγων του, “βομβάρδιζε” το επιτελείο με αναφορές και μελέτες προσπαθώντας να τονίσει την σημασία του αεροπορικού πολέμου και των βομβαρδιστικών. «Μου αρκούν 1.000 βομβαρδιστικά για να κερδίσω μόνος μου έναν νέο πόλεμο!», δήλωνε με στόμφο. «…Τα μαχητικά αεροσκάφη δεν έχουν να προσφέρουν τίποτα ουσιαστικό στο νέο είδος του αεροπορικού πολέμου, αφού τα βομβαρδιστικά είναι απόλυτα ικανά να αμυνθούν μόνα τους και να περάσουν μέσα από τα εχθρικά συστήματα αεράμυνας».

 

«Ο εχθρός υποχωρεί μόνο εάν φοβηθεί την ολοκληρωτική καταστροφή της ίδιας της πατρίδας του. Δεν πρόκειται πλέον για πόλεμο στρατιωτών. Εμπλέκονται όλοι και ειδικά ο πληθυσμός ο οποίος βοηθά στη συντήρηση και τον εφοδιασμό των εμπολέμων. Αν καταστρέψουμε την υποδομή, τα σπίτια και τις πόλεις του, θα του στερήσουμε τα μέσα να πολεμήσει. Μόνο ένα όπλο περνά τα χαρακώματα χωρίς δυσκολία. Ονομάζεται αεροπλάνο».

<---  Τζιούλιο Ντουέτ (1912)

-------------------------------------------------------

«Μου αρκούν 1.000 βομβαρδιστικά για να κερδίσω μόνος μου έναν νέο πόλεμο!»

Σερ Χιού Τρέντσαρντ (1930) --->

Μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα η Διοίκηση Βομβαρδιστικών είχε χριστεί ως το νέο βρετανικό υπερόπλο. Πολλοί αξιωματικοί έτρεφαν έντονες αμφιβολίες για την αποτελεσματικότητα των βομβαρδισμών, αλλά οποιαδήποτε υπόνοια αντίθετης πεποίθησης με το υιοθετημένο δόγμα σήμαινε αυτόματα ηττοπάθεια, έλλειψη αυτοπεποίθησης και πιθανότατα κάποια καθυστέρηση προαγωγής. Οι περισσότεροι προτίμησαν την ασφαλέστερη οδό της σιωπής…

Η περίοδος 1936-39 έφερε τον Ισπανικό Εμφύλιο πόλεμο, όπου οι δυνάμεις του Άξονα είχαν την ευκαιρία να δοκιμάσουν έμπρακτα την αποτελεσματικότητα της αεροπορίας. Δεν υπήρξε κανένα περιστατικό το οποίο να αποδείκνυε την ορθότητα του δόγματος του στρατηγικού βομβαρδισμού, μέχρι τη στιγμή που ακούστηκε για πρώτη φορά το όνομα «Γκουέρνικα». Η Γκουέρνικα ήταν μία πόλη- σύμβολο των Βάσκων, χωρίς καμία στρατηγική σημασία και ο βομβαρδισμός ήταν η εκδίκηση του Φράνκο εναντίον τους. Οι Γερμανοί, πάντοτε μεθοδικοί σε οτιδήποτε τους ανέθεταν, εκτέλεσαν τον βομβαρδισμό με τον βιαιότερο τρόπο, χωρίς να έχουν υπόψη τους θεωρίες περί στρατηγικού βομβαρδισμού. Ωστόσο ο Πικάσο εξέθεσε τον ομώνυμο πίνακα στο Παρίσι, φρικτός όσο και ο ίδιος ο βομβαρδισμός, κάνοντας το μελάνι να τρέξει άφθονο στις εφημερίδες και ορισμένοι στρατιωτικοί κύκλοι βιάστηκαν να εξάγουν λανθασμένα συμπεράσματα. Οι σκόπιμες υπερβολές από όλες τις πλευρές έδωσαν σε όλους την ευκαιρία να κραυγάσουν για την χειροπιαστή απόδειξη της ορθότητας του δόγματος: τα βομβαρδιστικά όριζαν πλέον την μοίρα των πολέμων! Όλοι βέβαια παρέλειψαν να παρατηρήσουν ότι τη στιγμή του βομβαρδισμού της Γκουέρνικα, η πόλη δεν υπερασπιζόταν ούτε από ένα καταδιωκτικό ή ένα αντιαεροπορικό. Το ηθικό των Βάσκων δεν λύγισε ποτέ και το δόγμα δεν είχε αποδειχθεί στο ελάχιστο…

 

Η ΠΡΩΤΗ ΔΟΚΙΜΗ

 

Το 1939 ο Τρέντσαρντ αποστρατεύθηκε από την RAF αφήνοντας πίσω τους δύο πνευματικούς κληρονόμους του, τον Πόρτερ και τον Χάρρις. Το δόγμα του ήταν ακόμα ζωντανό, αλλά μόνο σε θεωρητικό επίπεδο, αφού μέχρι τότε οι καταστάσεις δεν είχαν απαιτήσει την πρακτική του εφαρμογή –μέχρι τη στιγμή που η Βρετανία εισήλθε στον Β΄ΠΠ. Από τα τέλη του 1939 τα βομβαρδιστικά της RAF ξεκίνησαν τους πρώτους ημερήσιους βομβαρδισμούς εναντίον των γερμανικών λιμένων της Βαλτικής, σφαγιαζόμενα ανελέητα από τα γερμανικά καταδιωκτικά. Το Βρετανικό επιτελείο διέκοψε αμέσως τις ημερήσιες επιδρομές υιοθετώντας την ασφαλέστερη τακτική των νυχτερινών βομβαρδισμών, οι οποίοι όμως είχαν τα δικά τους προβλήματα. Πολλά αεροσκάφη έχαναν τον προσανατολισμό τους, δεν έβρισκαν ποτέ τους στόχους τους και κατέληγαν να περιπλανώνται μέσα στο σκοτάδι, πάνω από την Βόρεια Θάλασσα, αναζητώντας κάποιο ορατό σημάδι ξηράς, χωρίς να βλέπουν τίποτα πέρα από τον αιώνιο οργισμένο ωκεανό. Οι βελόνες των πυξίδων στριφογύριζαν αδιάκοπα σαν να έψαχναν κάτι το οποίο συνεχώς τους διέφευγε. Η πλοήγηση κατέληγε σαν μία μίξη ελπίδας, πίστης και υπόθεσης. Τα κόκπιτ των βομβαρδιστικών μετατρέπονταν σε καταψύκτες και οι περισσότεροι πιλότοι έριχναν τις βόμβες τους όπου έβρισκαν, αλλά αυτό τουλάχιστον θα τους επέτρεπε να ζήσουν για να πολεμήσουν μία ακόμα ημέρα, αφού τα γερμανικά μαχητικά δεν θα τους το επέτρεπαν για πάντα. Ήταν ευτυχές το γεγονός ότι κατά την περίοδο της Μάχης της Αγγλίας, όλα τα μάτια είχαν στραφεί στον ηρωικό αγώνα των Spitfire και των Hurricane, διότι την ίδια στιγμή οι απώλειες της Διοίκησης Βομβαρδιστικών υπερέβαιναν εκείνες της Διοίκησης Μαχητικών!

«…Τα μαχητικά αεροσκάφη δεν έχουν να προσφέρουν τίποτα ουσιαστικό στο νέο είδος του αεροπορικού πολέμου, αφού τα βομβαρδιστικά είναι απόλυτα ικανά να αμυνθούν μόνα τους και να περάσουν μέσα από τα εχθρικά συστήματα αεράμυνας».

Σερ Χιού Τρέντσαρντ

Το τέλειο óπλο του ‘πομπώδους’ άγγλου στρατηγού ήταν αυτά τα πληρώματα των Blenheims που κυριολεκτικά σφαγιάστηκαν απó τα Messerschmitt στην αρχή του 2ου ΠΠ. Απροστάτευτα, αργά και αδύναμα δεν θα φτάναν ούτε κατά 2 ή 3 χιλιάδες ακóμα να κερδίσουν ούτε καν τις εντυπώσεις, óχι τον πóλεμο.

 

Βομβαρδιστικó Blenheim : Το μοναδικó πολυβóλο που έβλεπε μέρος μóνο του χώρου γύρω απ το αεροπλάνο αδυνατούσε να σταματήσει τα καταδειωκτικά που το ξεπερνούσαν κατά 50% σε ταχύτητα και κάπου 600 % σε οπλισμó. Οι υποδείξεις των πληρωμάτων γι αυτά ‘καταπιέστηκε’ απ την πεποίθιση του Τρέντσαρντ και θεωρήθηκαν ενδείξεις δειλίας. Το δóγμα ήταν ο ‘γυμνóς βασιλιάς’ που κανείς δεν τολμούσε να του πεί πóσο αληθινά ‘γυμνóς’ ήταν

Η Luftwaffe θα ήταν η πρώτη η οποία θα δοκίμαζε τον στρατηγικό βομβαρδισμό σε μία πρώιμη μορφή του. Αν και καλύτερα εξοπλισμένη από την RAF, ήλθε αντιμέτωπη με τα ίδια προβλήματα. Όταν οι Γερμανοί βομβάρδισαν το Λονδίνο και το Κόβεντρυ οι βρετανικές εφημερίδες βρήκαν την ευκαιρία να κραυγάσουν για τριψήφιους αριθμούς νεκρών, αλλά οι μύδροι των Βρετανών δημοσιογράφων δεν βελτίωσαν την ευστοχία των γερμανικών βομβαρδιστικών: Σύμφωνα με τους χάρτες της περιοχής του ευρύτερου Λονδίνου, ανά 10 m εδάφους αντιστοιχούσε ένα κτίριο, οπότε αναπόφευκτα η πλειονότητα των βομβών έπεφτε στο 90% του ανοικοδόμητου εδάφους. Το κέντρο του Κόβεντρυ υπέστη βαριές ζημιές, αλλά το μεγαλύτερο μέρος της πόλης παρέμεινε ανέπαφο και τα εργοστάσια επαναλειτουργούσαν μετά από μερικές εβδομάδες. Οι βρετανικές πόλεις δεν ισοπεδώνονταν υποχρεωτικά επειδή το ισχυριζόταν ο Γκαίμπελς. Αντίστοιχα οι πιλότοι της Διοίκησης Βομβαρδιστικών πίστευαν ότι κυριολεκτικά είχαν καταστρέψει ολοκληρωτικά τους στόχους τους, αλλά την επόμενη εβδομάδα πετούσαν πάλι πάνω από τις ίδιες ακριβώς τοποθεσίες. Την ίδια στιγμή το βρετανικό Υπουργείο Πολέμου ισχυριζόταν ότι τα γερμανικά αποθέματα πετρελαίου κόντευαν να εξαντληθούν. Προφανώς κάποιος υπάλληλος είχε κάνει λάθος στις αφαιρέσεις του. Το μόνο που είχε εξαντληθεί ήταν τα πληρώματα των γερμανικών βομβαρδιστικών. Οι βομβαρδισμοί είχαν αποτύχει παταγωδώς. Το αγγλικό κράτος εξακολουθούσε να λειτουργεί και το ηθικό δεν λύγισε.

Η Ιστορία, για κάποιους ανεξήγητους λόγους, έχει παραποιήσει ή έχει αποτύχει να αποτυπώσει ορισμένες απλές, αλλά σημαντικές σκηνές. Όταν κατά τη διάρκεια της Μάχης της Αγγλίας οι αρμάδες των γερμανικών βομβαρδιστικών διέσχιζαν την Μάγχη κατευθυνόμενες προς το Λονδίνο για πολλοστή φορά, ο Γκαίρινγκ παρακολουθούσε την εντυπωσιακή σκηνή με τα κυάλια του, έχοντας δίπλα του τον επιτελάρχη της Luftwaffe, Χανς Γιέσονεκ. Αντίθετα με όσα έχουν αναφερθεί στα διάφορα άρθρα, ο Γκαίρινγκ δεν χαμογελούσε ικανοποιημένος από το επιβλητικό θέαμα, ούτε πηδούσε από τη χαρά του. Αντίθετα, παρέμεινε σοβαρός και σκεπτικός.

«Δεν μου λες», ρώτησε τον Γιέσονεκ, «αν αυτά τα αεροπλάνα είχαν την αντίθετη πορεία και αντί για το Λονδίνο κατευθύνονταν προς το Βερολίνο, πιστεύεις ότι ο Βερολινέζος εργάτης θα υπέκυπτε από τον φόβο του και θα παραδινόταν;».  

-Όχι βέβαια, στρατάρχα μου!

-Τότε για ποιο λόγο να το κάνουν οι Άγγλοι;

Άρχισε να απομακρύνεται με το βλέμμα κατεβασμένο μουρμουρίζοντας: «Δεν βγάζουμε τίποτα με όλη αυτή την υπόθεση. Τίποτα…».

 

ΘΕΡΙΖΟΝΤΑΣ ΘΥΕΛΛΕΣ

 

Ο Τσώρτσιλ είχε αρχίσει να έχει τους ίδιους ενδοιασμούς. Έχοντας ήδη ερευνήσει τα στατιστικά στοιχεία των νυκτερινών βομβαρδισμών, γνώριζε καλά την “χρεοκοπία” του δόγματος Τρέντσαρντ. Το πόρισμα της επίσημης έρευνας για την ακρίβεια των βομβαρδισμών ήταν κυριολεκτικά “εκρηκτικό”: από τα 100 αεροσκάφη τα οποία αποστέλλονταν να βομβαρδίσουν μία πόλη, μόνο τα 20, κατά μέσο όρο, έβρισκαν τον στόχο τους –η φράση «κατά μέσο όρο» σήμαινε ότι σε ορισμένες περιπτώσεις ίσως να ήταν και λιγότερα από 20! Για τους λόγους της έρευνας ως περιοχή στόχου καθορίσθηκε μία ακτίνα 3.000 m, το οποίο ισοδυναμούσε με την έκταση μίας μεγαλούπολης όπως το Βερολίνο –το οποίο με την σειρά του σήμαινε ότι σε οποιαδήποτε άλλη περίπτωση η RAF σκότωνε μόνο αγρούς, αμέριμνες αγελάδες και φυσικά τα πληρώματά της…

Όμως εκείνη την στιγμή ο Τσώρτσιλ δεν είχε πολλές επιλογές. Καθώς οι συζητήσεις για το άνοιγμα ενός δεύτερου μετώπου στην Ευρωπαϊκή ήπειρο γίνονταν εντονότερες, οι Ρούζβελτ και Στάλιν τον κατηγορούσαν ότι η Βρετανία δεν συνέβαλλε καθόλου στην γενικότερη συμμαχική προσπάθεια. Η ανάμνηση της Δουνκέρκης ήταν ακόμη νωπή και κανείς δεν μπορούσε να του εγγυηθεί ότι η 8η Στρατιά στη Β. Αφρική δεν θα αντιμετώπιζε μία παρόμοια καταστροφή από τον Ρόμμελ. Το μόνο όπλο που διέθετε εναντίον της Γερμανίας ήταν η αεροπορία. Οι βομβαρδισμοί θα αποτελούσαν ένα μήνυμα προς τους συμμάχους - «Η Βρετανία δεν έχει ηττηθεί, πολεμά και αυτή τον Χίτλερ»- και φυσικά προς τον Βρετανικό λαό ο οποίος το έβλεπε σαν αντεκδίκηση για τους βομβαρδισμούς του Λονδίνου. Το δόγμα Τρέντσαρντ μπορεί να μην υποσχόταν πολλά, αλλά ήταν ένα “ηχηρό” δόγμα και το μόνο που είχε. Στα τέλη του 1941 οι επιλογές του Τσώρτσιλ είχαν περιορισθεί σε δύο: στρατηγικός βομβαρδισμός ή καθόλου βομβαρδισμός. Οι βομβαρδισμοί δεν θα ήταν μία μάχη η οποία θα κέρδιζε τον πόλεμο, αλλά θα απέτρεπε την ήττα…

Τον Φεβρουάριο του 1942, αρχηγός της Βρετανικής Διοίκησης Βομβαρδιστικών διορίσθηκε ένας από τους διαδόχους του Τρέντσαρντ, ο πτέραρχος Άρθουρ Τράβερς Χάρρις. Υπάρχουν πολλά επίθετα τα οποία θα μπορούσε κάποιος να προσάψει στον χαρακτήρα του 50χρονου αξιωματικού και ελάχιστα από αυτά –εάν υπήρχαν κάποια- ήταν κολακευτικά. Σκληρός, κυνικός, υπεροπτικός, αδιάλλακτος, απομονωμένος, επίμονος και μονομανής, ο Χάρρις ήταν ολοκληρωτικά αφοσιωμένος στο δόγμα του στρατηγικού βομβαρδισμού. Φανατικότερος ακόμα κι από τον ίδιο τον τέως προϊστάμενό του, πίστευε ότι μόνος, αυτός και τα βομβαρδιστικά του, θα κέρδιζαν τον πόλεμο εναντίον της Γερμανίας. Το κυρίαρχο συναίσθημα στην ψυχή του Χάρρις ήταν το μίσος. Μισούσε τους Γερμανούς, τον Βρετανικό Στρατό, το Βρετανικό Ναυτικό και οποιονδήποτε δεν συμφωνούσε μαζί του: τους πρώτους επειδή ήταν οι αντίπαλοι, τους δεύτερους και τους τρίτους επειδή θεωρούσε τα όπλα τους άχρηστα για την πολεμική προσπάθεια και τους τελευταίους επειδή υπάγονταν στις προηγούμενες τρεις κατηγορίες.

Ο Χάρρις είχε να προτείνει μία νέα τακτική στον Τσώρτσιλ: τον βομβαρδισμό «Ευρείας Περιοχής». Εφόσον οι βομβαρδισμοί ακριβείας δεν είχαν αποφέρει κανένα αποτέλεσμα, η RAF έπρεπε να συγκεντρώσει την ισχύ της επάνω στον ίδιο τον γερμανικό πληθυσμό καίγοντας κάθε σπίτι σε κάθε γερμανική πόλη. Ο στόχος πλέον ήταν το ηθικό του εχθρού και αυτό δεν απαιτούσε καμία ευστοχία. Το μόνο που χρειαζόταν ήταν καλά βομβαρδιστικά και ένα βαρύ φορτίο βομβών. Ο Τσώρτσιλ τον ρώτησε πόσα θύματα υπολόγιζε να έχει σε αυτές τις επιδρομές εναντίον της Γερμανίας. Εκείνος απάντησε ότι το σχέδιό του ήταν εκπονημένο με μαθηματική ακρίβεια: θα κατέστρεφε ολοκληρωτικά έξι εκατομμύρια γερμανικές κατοικίες, θα δημιουργούσε 25 εκατομμύρια άστεγους, θα άφηνε 900.000 νεκρούς και ένα εκατομμύριο τραυματίες. Όλα αυτά, για την απώλεια 50.000 ανδρών του. Αν και ο τελευταίος αριθμός θα ήταν ικανός να κάνει οποιονδήποτε να φρίξει, ο Τσώρτσιλ ήταν αδύνατον να απορρίψει μία τέτοια πρόταση η οποία ταυτιζόταν τόσο απόλυτα με τις ιδέες του. Όπως έλεγε και ο ίδιος: «Υπάρχουν 65 εκατομμύρια Γερμανοί –όλοι τους άξιοι αφανισμού». Θα ήταν η πρώτη φορά στην ιστορία που το δόγμα του στρατηγικού βομβαρδισμού θα υλοποιείτο έμπρακτα και ο Χάρρις, ο φανατικότερος υποστηρικτής του, θα είχε την τιμή να είναι εκείνος που θα το εφάρμοζε.

Δύο χρόνια πριν, κατά την περίοδο των γερμανικών βομβαρδισμών του Λονδίνου, ο Χάρρις υπηρετούσε στο Υπουργείο Αεροπορίας. Λέγεται ότι κατά τη διάρκεια ενός βομβαρδισμού, ενώ οι βόμβες έπεφταν ολόγυρα, εκείνος ανέβηκε στην στέγη του κτιρίου, σήκωσε τα μάτια ψηλά παρακολουθώντας τα γερμανικά βομβαρδιστικά και μονολόγησε: «Έσπειραν ανέμους. Τώρα θα θερίσουν θύελλες».

Η ώρα του “Χασάπη” Χάρρις είχε φθάσει…

 

ΘΑΝΑΤΟΣ ΥΠΟ ΤΟ ΣΕΛΗΝΟΦΩΣ

To Όνειρο των Βομβαρδιστικών

 

Το βασίλειο του Χάρρις ήταν το αρχηγείο του στο Χάϊ Γουάηκομπ και το αγαπημένο του παιχνίδι ένας τεράστιος χάρτης της Γερμανίας όπου κάθε πόλη αποτελούσε και έναν στόχο. Η επιλογή των στόχων εξαρτάτο από τις καιρικές συνθήκες και την σύμπτωση: απλά διέτρεχε τον χάρτη με το δάκτυλό του και σταματούσε τυχαία σε κάποια πόλη. Ο αξιωματικός της μετεωρολογίας ο οποίος στεκόταν πάντοτε δίπλα του τον ενημέρωνε για τις καιρικές συνθήκες που θα επικρατούσαν στην περιοχή και αν όλες ήταν ευνοϊκές η αποστολή ξεκινούσε το ίδιο βράδυ.

 

Πτέραρχος Σερ Άρθουρ Χάρρις –γνωστότερος ως “Bomber” ή “Butcher” (Χασάπης) Χάρρις, αρχηγός της Διοίκησης Βομβαρδιστικών της RAF 1942-45 και ο πρώτος υλοποιητής του δόγματος του στρατηγικού βομβαρδισμού. Αναμφίβολα μία από τις κυρίαρχες φυσιογνωμίες του πολέμου η οποία απασχολεί τους ιστορικούς μέχρι σήμερα. Κατά τον Α΄ΠΠ υπηρέτησε ως πιλότος στην αεροπορία και την εποχή του μεσοπολέμου διοίκησε αρκετές μονάδες βομβαρδιστικών, διακρινόμενος πάντοτε για την τεχνογνωσία και το οργανωτικό του πνεύμα. Υπήρξε ένας αποτυχημένος στρατηγικός νους, αλλά ένας επιτυχημένος διοικητής: αν και οι στόχοι του ήταν λανθασμένοι, κατάφερε να πείσει τους άνδρες του ότι θα κέρδιζαν τον πόλεμο και παρά τις βαριές τους απώλειες, εκείνοι του είχαν τυφλή εμπιστοσύνη. Οργάνωσε μονάδες, σχεδίασε τακτικές και μέσα σε ελάχιστους μήνες μετέτρεψε την Διοίκηση Βομβαρδιστικών της RAF από ένα αξιοθρήνητο σώμα σε ένα όπλο τρόμου. Αν και τα βομβαρδιστικά του υπέστησαν βαρύτατες απώλειες, ο Χάρρις ήταν πάντοτε το “αγαπημένο παιδί” του Τσώρτσιλ, ο οποίος του υπέδειξε το έγκλημα της Δρέσδης. Μετά όμως την διεθνή κατακραυγή που προκλήθηκε φρόντισε να αποστασιοποιηθεί, αφήνοντας τον πρώην προστατευόμενό του να φέρει μόνος το στίγμα του υπεύθυνου της καταστροφής. Ο Χάρρις επωμίσθηκε αδιαμαρτύρητα, σχεδόν πρόθυμα, την ευθύνη αυτή για την οποία ποτέ δεν ένιωσε την παραμικρή τύψη. «Όποιος νιώθει τύψεις για την Δρέσδη χρειάζεται ψυχίατρο!», δήλωσε χαρακτηριστικά. Μετά την λήξη του πολέμου αντικαταστάθηκε και έκτοτε δεν του δόθηκε καμία άλλη διοίκηση ή κάποιος τιμητικός τίτλος. Το 1946 αποσύρθηκε πικραμένος στην Ν. Αφρική όπου εργάσθηκε ιδρύοντας μία δική του εταιρεία. Το 1953 επέστρεψε στην Αγγλία και πέθανε στις 5 Απριλίου 1984 σε ηλικία 92 ετών, αμετανόητος για όλα.

*****

Στην δίκη της Νυρεμβέργης, ο πρώην αρχηγός της Luftwaffe Χέρμαν Γκαίρινγκ , μεταξύ άλλων, κατηγορήθηκε και για την «…δολοφονική επιχείρηση του βομβαρδισμού του Κόβεντρυ» (με τους 380 νεκρούς). Όταν το άκουσε ένας Βρετανός αξιωματικός, ψιθύρισε στον διπλανό του: «Τι ανοησία! Σκέψου ο συνήγορος του Γκαίρινγκ να θυμηθεί τον Χάρρις!».  

 

Τον αμέσως επόμενο μήνα από την ανάληψη των καθηκόντων του έθεσε κιόλας σε εφαρμογή την θεωρία του. Το Λύμπεκ ήταν μία παλιά μεσαιωνική, λιθόκτιστη, πυκνοκατοικημένη πόλη της Γερμανίας στις ακτές της Βαλτικής και ο μόνος λόγος για τον οποίο είχε τραβήξει την προσοχή του Χάρρις ήταν ότι μπορούσε να καεί ευκολότερα από οποιαδήποτε άλλη σύγχρονη μεγαλούπολη. Αυτό συνέβη στις 28 Μαρτίου 1942 και κατόπιν ακολούθησε μία άλλη μεσαιωνική πόλη, το Ρόστοκ, το οποίο πληρούσε επίσης όλες τις προϋποθέσεις. Εκείνη την νύχτα τα βρετανικά βομβαρδιστικά δοκίμασαν για πρώτη φορά την τακτική η οποία έκτοτε θα αποτελούσε την σταθερή πρακτική βομβαρδισμού τους: οι φωτοβολίδες θα φώτιζαν την περιοχή του στόχου, κατόπιν 4.000 βόμβες υψηλής εκρηκτικότητας θα τίναζαν όλες τις στέγες, τις πόρτες και τα παράθυρα των οικιών, ακολουθούμενες αμέσως από ένα βαρύ φορτίο εμπρηστικών βομβών οι οποίες θα κατέκαιγαν το εσωτερικό τους. Εργοστάσια παραγωγής πολεμικού υλικού τα οποία βρίσκονταν στα περίχωρα της πόλης άφηναν αδιάφορο τον Χάρρις. Τον ενδιέφερε μόνο ο άμαχος πληθυσμός των πόλεων, το έμψυχο περιεχόμενο των κατοικιών, τα ανθρώπινα θύματα, ανάμεσα στα οποία θα συγκαταλέγονταν αναπόφευκτα και οι εργάτες των βιομηχανιών. Οι βομβαρδισμοί θα δημιουργούσαν πλήθη αστέγων οι οποίοι αναγκαστικά θα κατέφευγαν στην πλησιέστερη πόλη η οποία θα γινόταν ο επόμενος στόχος. Το νέο πολλαπλασιασμένο πλήθος των προσφύγων, με καταρρακωμένο ηθικό και χωρίς δυνατότητα σίτισης, θα κατέφευγε στην επόμενη πόλη δημιουργώντας χάος και η όλη διαδικασία θα ανακυκλωνόταν.

Στις 30 Μαΐου εξαπολύθηκε η περίφημη επιδρομή των «Χιλίων Βομβαρδιστικών» εναντίον της Κολωνίας. Η πόλη δεν παρουσίαζε κανένα στρατηγικό ενδιαφέρον, αλλά  ήταν αρκετά μεγάλη για να κεντρίσει το ενδιαφέρον του Χάρρις και να εξάψει την έντονη αίσθηση θεατρινισμού του Τσώρτσιλ. Ο Βρετανός πρωθυπουργός είχε κατενθουσιαστεί τόσο με τα αποτελέσματα των βομβαρδισμών, ώστε παραμελούσε οποιοδήποτε άλλο θέατρο επιχειρήσεων. Στην διάσκεψη της Καζαμπλάνκα, τον Ιανουάριο του 1943, διατυπώθηκε επίσημα πλέον το δόγμα του στρατηγικού βομβαρδισμού για την καταστροφή της γερμανικής πολεμικής μηχανής, το οποίο θα ετίθετο σε εφαρμογή από την συνδυασμένη ισχύ της Βρετανικής και της Αμερικανικής Αεροπορίας. Σύμφωνα με αυτό έπρεπε να καταστραφεί «…η οικονομία που την στηρίζει, το ηθικό που την διατηρεί ακμαία, τα εφόδια που την τροφοδοτούν και οι ελπίδες νίκης που την εμπνέουν». Ο Χάρις και ο Αμερικανός ομόλογός του, στρατηγός Σπάατς, ήταν τόσο πεπεισμένοι για την τελική επιτυχία των βομβαρδισμών, ώστε διαβεβαίωναν τους πάντες ότι η νίκη θα ερχόταν σύντομα, αποκλειστικά και μόνο από τον αέρα, δίχως να απαιτηθεί απόβαση στρατευμάτων στην Γαλλία. Το δόγμα θα έσωζε χρόνο και αίμα. Ή μήπως όχι;

 

ΠΥΡΙΝΕΣ ΚΑΤΑΙΓΙΔΕΣ

 

Η επιχείρηση «Γόμμορα» υπήρξε το πνευματικό δημιούργημα του Χάρρις ο οποίος εξασφαλίζοντας και την συμμετοχή των Αμερικανών, κατάφερε να συγκεντρώσει μία δύναμη 810 αεροσκαφών εναντίον ενός και μόνου στόχου: του μεγαλύτερου ευρωπαϊκού λιμένα –του Αμβούργου. Από τις 24 Ιουλίου 1943 και για τις επόμενες εννέα ημέρες, αμερικανικά και βρετανικά βομβαρδιστικά θα βομβάρδιζαν νυχθημερόν την πόλη, ρίχνοντας 9.000 τόνους βομβών. Την νύκτα της 27ης Ιουλίου, ενώ οι φλόγες των δύο προηγούμενων βομβαρδισμών εξακολουθούσαν να καίουν, ένα νέο φορτίο εμπρηστικών βομβών απελευθερώθηκε μέσα από τις καταπακτές των Lancaster. Η αύξηση της θερμοκρασίας μέσα στην πυκνοκατοικημένη πόλη ήταν τέτοια ώστε η φωτιά απέκτησε πλέον δική της οντότητα: προσπαθούσε να τραφεί απορροφώντας ολόκληρες μάζες ψυχρότερου αέρα από τις παραπλήσιες περιοχές. Η ανάμιξη των θερμών και των ψυχρότερων μαζών δημιούργησε έναν πύρινο τυφώνα ταχύτητας 240 km/h και θερμοκρασίας 980° C ο οποίος σάρωνε τα πάντα στο πέρασμά του. Η λέξη «Κόλαση» δεν περιγράφεται εύκολα.

Ολόκληρα οικοδομικά τετράγωνα αναφλέγονταν πριν καν τα πλησιάσει η φωτιά. Τα δένδρα ξεριζώνονταν ολόκληρα, η άσφαλτος έλιωνε και βούλιαζε. Η φωτιά απορροφούσε όλο το οξυγόνο της ατμόσφαιρας και ο κόσμος μέσα στα καταφύγια πέθαινε από ασφυξία. Άλλοι σιγοψήνονταν ή απλά αναφλεγόταν ακαριαία επί τόπου. Ο πύρινος τυφώνας που ξεσήκωναν τα θερμικά κύματα των καυτών αερίων μαζών κυριολεκτικά παρέσυρε τα μωρά μέσα από τις αγκαλιές των μητέρων τους. Απανθρακωμένα πτώματα ανακαλύπτονταν χιλιόμετρα μακριά από την περιοχή που ζούσαν.

Τα Lancaster μετέφεραν μεγαλύτερο φορτίο βομβών από τα αντίστοιχα αμερικανικά βομβαρδιστικά, αλλά υστερούσαν σε αμυντικό οπλισμό πληρώνοντας βαρύ φόρο αίματος στα γερμανικά νυκτερινά καταδιωκτικά. Από τους 125.000 άνδρες οι οποίοι υπηρέτησαν στην Διοίκηση Βομβαρδιστικών, πάνω από 55.000 βρήκαν τον θάνατο, κάτι το οποίο δεν φαίνεται να απασχόλησε ποτέ τον Χάρρις. Οι απώλειες αεροσκαφών ξεπέρασαν τις 8.570.

Στις 29 Ιουλίου και στις 2 Αυγούστου τα βρετανικά βομβαρδιστικά επέστρεψαν και πάλι. Φεύγοντας άφησαν πίσω τους 20 τετραγωνικά χιλιόμετρα καμμένης γης, 48.000 νεκρούς και 1.000.000 άστεγους. Οι φλόγες του Αμβούργου έκαιγαν επί μία εβδομάδα. Μέσα στην καλοκαιρινή ζέστη οι αρουραίοι και οι μύγες πολλαπλασιάστηκαν, ενώ στον καυτό αέρα πλανιόταν η μυρωδιά της σήψης των άταφων πτωμάτων. Τα περισσότερα από αυτά τάφηκαν σε έναν ομαδικό τάφο στο σχήμα ενός σταυρού. Οι ονομαστικοί τάφοι ήταν μία ουτοπική πολυτέλεια. Την θέση τους πήραν ομαδικοί τύμβοι, στις επιγραφές των οποίων αναγράφονταν οι ονομασίες ολόκληρων συνοικιών της πόλης.

Έκτοτε η πύρινη καταιγίδα έπαψε να αποτελεί για τον Χάρρις ένα συμπτωματικό φυσικό φαινόμενο, αλλά μετατράπηκε σε μία εσκεμμένη επιδίωξη. Το όνειρο γερμανικών πόλεων οι οποίες πνίγονταν στις φλόγες τον κατέτρεχε πρωί και βράδυ, στο κρεβάτι του και έξω από αυτό. Ο ενθουσιασμός του για την επιτυχία του Αμβούργου ήταν τέτοιος, ώστε δεν δίστασε να διακινδυνεύσει μία πρόβλεψη δηλώνοντας ότι η Γερμανία θα βρισκόταν «…στα πρόθυρα της κατάρρευσης πριν από το τέλος του 1943».

Στο μεταξύ τα αμερικανικά βομβαρδιστικά είχαν ήδη αρχίσει τους ημερήσιους βομβαρδισμούς ακριβείας πλήττοντας συγκοινωνιακούς κόμβους και εργοστάσια. Στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού ο Ρούζβελτ χρησιμοποιούσε το ανάλογο δόγμα του “Ονείρου των Βομβαρδιστικών” για να πείσει κι εκείνος τον λαό του ότι τα βαριά τετρακινητήρια, βασιζόμενα στον βαρύ αμυντικό οπλισμό τους, θα εισέρχονταν ανενόχλητα στον εχθρικό εναέριο χώρο συντρίβοντας μόνα τους την καρδιά της Γερμανίας και οι Αμερικανοί στρατιώτες θα επέστρεφαν στα σπίτια τους μία ώρα γρηγορότερα. Σύντομα θα πλήρωναν το τίμημα.

Το φθινόπωρο του 1943, μετά τις ολέθριες επιδρομές εναντίον των εργοστασίων του Σβάϊνφουρτ και του Ρέγκενσμπουργκ, χωρίς να διαθέτουν έναν τύπο καταδιωκτικού με την απαραίτητη ακτίνα δράσης για να συνοδεύει τα βομβαρδιστικά μέχρι την καρδιά του Ράϊχ και με την γερμανική δύναμη καταδιωκτικών να υπερέχει σημαντικά σε εμπειρία, οι απώλειες της USAAF ξεπέρασαν κάθε επιτρεπτό επίπεδο, αναγκάζοντας τους επιτελείς να αναθεωρήσουν απόψεις και να σκεφθούν καλύτερα την βρετανική συμβουλή. Η διακοπή των βομβαρδισμών εκείνη την περίοδο σήμανε το τέλος ενός ακόμα Αμερικανικού “Ονείρου”. Tα αμερικανικά βομβαρδιστικά  ήταν κάθε άλλο παρά αήττητα. 

Ακριβώς για αυτόν τον λόγο ο Χάρρις συνέχιζε να ισοπεδώνει τις γερμανικές πόλεις μία-μία, κυνηγώντας διαρκώς το όνειρο μίας ακόμη πύρινης καταιγίδας. Κάθε πρωί του άρεσε να πηγαίνει στο αρχηγείο του οδηγώντας με ταχύτητα το σπορ αυτοκίνητό του, για να διευθύνει τις επιχειρήσεις και να υποδείξει στον χάρτη το επόμενο κατά σειρά θύμα του. Κάποια μέρα τον σταμάτησε στον δρόμο ένας έξαλλος αστυνομικός:

 

-Όπως οδηγείτε, κύριέ μου, κάποια μέρα θα σκοτώσετε κανέναν άνθρωπο!

-Αν ήξερες, νεαρέ μου, πόσους χιλιάδες ανθρώπους σκοτώνω κάθε βράδυ!

 

Η ΜΑΧΗ ΤΟΥ ΒΕΡΟΛΙΝΟΥ

  

Τον Νοέμβριο του 1943, καθώς η 8η Αεροπορική Δύναμη έγλειφε τις πληγές τις, τα συντρίμμια των αμερικανικών θεωριών επιβεβαίωσαν στο μυαλό του Χάρρις την ορθότητα του δόγματός του και ενδυνάμωσαν την πεποίθησή του ότι η τελική νίκη θα ερχόταν μόνο μέσα από τις κοιλιές των δικών του βομβαρδιστικών. Άδραξε λοιπόν την ευκαιρία να κερδίσει μόνος του τον πόλεμο, θέτοντας σε εφαρμογή το μεγαλεπήβολο σχέδιό του: την ισοπέδωση του Βερολίνου «…από άκρη σε άκρη» με μία παρατεταμένη σειρά βομβαρδισμών. Ο Τσώρτσιλ τον ρώτησε το κόστος μίας τέτοιας αεροπορικής εκστρατείας. «Σε εμάς θα κοστίσει 400-500 αεροσκάφη», απάντησε ο Χάρρις. «Στην Γερμανία θα κοστίσει τον πόλεμο!».

Την νύκτα της 18ης Νοεμβρίου 1943, 444 βρετανικά βομβαρδιστικά επιτέθηκαν για πρώτη φορά εναντίον της γερμανικής πρωτεύουσας. Με την απώλεια μόνο εννέα αεροσκαφών, η πρώτη δοκιμή υπήρξε αναμφίβολα ενθαρρυντική, οπότε με την είσοδο του 1944 ολόκληρη η δύναμη των βρετανικών βομβαρδιστικών στράφηκε εναντίον του Βερολίνου, σε μία κλίμακα επιχειρήσεων άγνωστη μέχρι τότε στην RAF. Παρά την αποτυχία της προηγούμενης παρακινδυνευμένης πρόβλεψής του, ο Χάρρις προέβη και σε μία δεύτερη τον Ιανουάριο του 1944: «Εάν μου επιτραπεί να συνεχίσω με αυτό τον ρυθμό, η εκστρατεία μου θα οδηγήσει την Γερμανία σε τέτοιο σημείο καταστροφής ώστε, μέχρι την 1η Απριλίου 1944, η συνθηκολόγηση θα είναι αναπόφευκτη». Κατά την διάρκεια εκείνου του πικρού χειμώνα όμως, τα πληρώματα των Lancaster, των Stirling και των Halifax θα συνειδητοποιούσαν ότι για την καταστροφή της γερμανικής πρωτεύουσας είχε επιλεγεί η περίοδος κατά την οποία τα γερμανικά νυκτερινά καταδιωκτικά βρίσκονταν στο απόγειο της αποτελεσματικότητάς τους. Οι απώλειες των βρετανικών βομβαρδιστικών άρχισαν να αυξάνονται σε άμεση αναλογία με τους τόνους των βομβών που δεχόταν κάθε βράδυ το Βερολίνο. Στις 30 Μαρτίου 1944 σημειώθηκε η επιδρομή η οποία θα σηματοδοτούσε την λήξη της σειράς των βομβαρδισμών της Μάχης του Βερολίνου.

Ο Χάρρις αρεσκόταν να επιλέγει στόχους συμβολικής σημασίας για τους βομβαρδισμούς του. Η Νυρεμβέργη ήταν μία από αυτούς. Ο Χίτλερ την είχε ονομάσει την «…πλέον γερμανική όλων των γερμανικών πόλεων». Ήταν η πόλη-σύμβολο του Γερμανικού Εθνικοσοσιαλισμού, η γενέθλια πόλη του Γ’ Ράϊχ, διάσημη για τις περίφημες νυκτερινές λαμπαδηφορίες της κατά την διάρκεια των επετειακών εορτασμών της ίδρυσης του κόμματος. Ακριβώς για αυτόν τον λόγο ο Χάρρις ήθελε να την κάψει σαν λαμπάδα. Από τα 795 βομβαρδιστικών τα οποία έλαβαν μέρος στην επιχείρηση, τα 106 καταρρίφθηκαν και 545 πιλότοι έχασαν την ζωή τους –περισσότεροι από όσους είχαν σκοτωθεί σε ολόκληρη την Μάχη της Αγγλίας. Τα τέλη Μαρτίου 1944 ο Χάρρις αντιμετώπιζε μία κρίση παρόμοια με εκείνη των Αμερικανών στα τέλη του 1943. Η Νυρεμβέργη αντιπροσώπευε την μεγαλύτερη νίκη των γερμανικών νυκτερινών καταδιωκτικών. Το Βερολίνο είχε καταστραφεί κατά το μεγαλύτερο μέρος του, ο Χάρρις είχε χάσει 1.140 αεροσκάφη (υπερδιπλάσια από όσα υπολόγιζε αρχικά), αλλά  η Γερμανία εξακολουθούσε να μάχεται σε τρία μέτωπα, το ηθικό δεν είχε λυγίσει στο ελάχιστο και η παραγωγή των εργοστασίων εξακολουθούσε να αυξάνεται. Η έκβαση της Μάχης του Βερολίνου είχε καταστήσει σε όλους σαφές ότι μία συνέχιση της εκστρατείας θα κατέληγε όχι στον αφανισμό της γερμανικής πρωτεύουσας, αλλά στον αφανισμό της ίδιας της Διοίκησης Βομβαρδιστικών. Το Σβάϊνφουρτ και η Νυρεμβέργη απετέλεσαν το τέλος του Ονείρου των Βομβαρδιστικών.

Οι Αμερικανοί προσπάθησαν να πείσουν τους Βρετανούς να εγκαταλείψουν προσωρινά τον βομβαρδισμό πόλεων προκειμένου να συγκεντρώσουν τις δυνάμεις τους στον βομβαρδισμό των γερμανικών διυλιστηρίων. Ο Χάρρις αρχικά αρνήθηκε να διαθέσει έστω και ένα βομβαρδιστικό για επιχειρήσεις τις οποίες θεωρούσε άχρηστες, αλλά τελικά υποχρεώθηκε να υποκύψει κάτω από το βάρος των διαμαρτυριών που είχαν προκαλέσει στο βρετανικό επιτελείο οι απώλειες της Μάχης του Βερολίνου.

Διαθέτοντας πλέον μεγάλο αριθμό μαχητικών Mustang τα οποία με μέγιστη ακτίνα δράσης 3.300 km μπορούσαν να καλύψουν τα βομβαρδιστικά σε όλο το μήκος της διαδρομής τους, η RAF και η USAAF εξαπέλυσαν μία σειρά μαζικών βομβαρδισμών εναντίον της Αχίλλειας Πτέρνας του Γ΄ Ράϊχ, την οποία είχαν αργήσει τόσο πολύ να ανακαλύψουν –τα διυλιστήρια παραγωγής καυσίμων. Αν και τα αποτελέσματα θα ήταν μακροπρόθεσμα, αυτοί θα ήταν οι μόνοι βομβαρδισμοί οι οποίοι πραγματικά θα έφερναν τους Συμμάχους πλησιέστερα στη νικηφόρα λήξη του πολέμου.

 

ΔΥΟ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΕΣ ΔΥΝΑΜΕΙΣ ΣΕ ΤΑΚΤΙΚΟ ΡΟΛΟ:

Ο σωστός τρόπος για να εξοντώνεις φίλια στρατεύματα

 

Παρόλα αυτά τον Απρίλιο του 1944 υπήρχε ένα και μόνο πράγμα για το οποίο οι Συμμάχοι δεν έτρεφαν πλέον καμία αμφιβολία: οι αδιάκοποι βομβαρδισμοί εργοστασίων και η συστηματικός αφανισμός ολόκληρων πόλεων της Γερμανίας, δεν τους είχαν τελικά απαλλάξει από την ανάγκη της απόβασης, ούτε βέβαια θα μείωναν τον αριθμό των νεκρών στρατιωτών τους, οι οποίοι θα γέμιζαν τα πεδία μαχών της Ευρώπης από την Νορμανδία μέχρι το Βερολίνο. Η εξήγηση ήταν απλή, αλλά κανείς δεν ήθελε να την παραδεχθεί: η λειτουργική υποδομή μίας χώρας δεν έχει καμία σχέση με εκείνη η οποία επικρατεί σε περίοδο πολέμου. Όταν η χώρα ζει διαρκώς κάτω από συνθήκες πολέμου, ελάχιστα ενδιαφέρει αν λειτουργούν τα μέσα συγκοινωνίας ή οι δημόσιες υπηρεσίες. Αρκεί απλά να κινούνται τα πολεμικά οχήματα. Η διάλυση της καθημερινής ζωής στη Γερμανία δεν συνέβαλλε με κανένα τρόπο στην τελική πτώση της. Η απόβαση της Νορμανδίας αποτελούσε την απτή απόδειξη της αποτυχίας του δόγματος.

Μετά την 6η Ιουνίου 1944 και για τους επόμενους δύο μήνες τα συμμαχικά στρατεύματα, υπερτερώντας αριθμητικά κατά το τετραπλάσιο από τους Γερμανούς αντιπάλους τους, θα βρίσκονταν καθηλωμένα στο συμμαχικό προγεφύρωμα των ακτών της Γαλλίας, ανίκανα να προελάσουν χωρίς την υποστήριξη της αεροπορίας. Οι αντίπαλοί τους ήταν κάποιες αποδυναμωμένες γερμανικές μεραρχίες, χωρίς υποστήριξη αεροπορίας, οι οποίες αμύνονταν λυσσαλέα για κάθε σπιθαμή εδάφους που παραχωρούσαν, παρότι οι άνδρες οι οποίοι τις απάρτιζαν είχαν όλοι κάποιους συγγενείς οι οποίοι είχαν απανθρακωθεί από τις συμμαχικές βόμβες. Έτσι, τα βομβαρδιστικά της RAF και της USAAF καλούνταν τώρα να πολτοποιήσουν τα γερμανικά χαρακώματα προκειμένου να συνεχιστεί η προέλαση. Η ίδια αεροπορική δύναμη η οποία είχε μεταβάλλει την γεωγραφία της Γερμανίας εξαφανίζοντας ολόκληρες πόλεις από τους χάρτες, σίγουρα θα σάρωνε τα γερμανικά χαρακώματα με ένα και μόνο ακαριαίο πλήγμα, σαν να προερχόταν από το κολοσσιαίο σφυρί του Θωρ.

Η πρώτη επιχείρηση τακτικής συνεργασίας την οποία ανέλαβαν τα βομβαρδιστικά της RAF έλαβε μέρος στις 7 Ιουλίου 1944, κατά την διάρκεια της πολιορκίας της Καν. Η πόλη η οποία είχε μετατραπεί σε πραγματικό γερμανικό οχυρό, αποτελούσε τον αντικειμενικό στόχο των βρετανικών δυνάμεων της απόβασης. Πεντακόσια αεροσκάφη βομβάρδιζαν την πόλη επί 50 λεπτά, αφήνοντας στα ερείπιά της πάνω από 5.000 νεκρούς Γάλλους πολίτες. Ο βομβαρδισμός δεν ενόχλησε στο ελάχιστο τις γερμανικές δυνάμεις οι οποίες βρίσκονταν οχυρωμένες στα περίχωρα της πόλης και όχι στο κέντρο της, αλλά δεν εξέπληξε ούτε και τους Βρετανούς οι οποίοι γνώριζαν το γεγονός αυτό! Απλά ο βομβαρδισμός θεωρήθηκε επιβεβλημένος επειδή θα διασπούσε τις γερμανικές επικοινωνίες! Ο μόνος πραγματικός στρατιωτικός στόχος τον οποίον κατέστρεψαν οι βρετανικές βόμβες ήταν το διοικητήριο μίας γερμανικής μεραρχίας το οποίο μεταφέρθηκε αλλού. Ο βομβαρδισμός μίας από τις ιστορικότερες και αρχαιότερες πόλεις της Γαλλίας ήταν μία προμελετημένη και αδικαιολόγητη μαζική δολοφονία. Οι Γερμανοί τόσα χρόνια σκότωναν εκείνους οι οποίοι ήταν ανέκαθεν εχθροί τους. Οι Βρετανοί όμως σκότωναν τους άμαχους συμμάχους τους…

Στις 24 Ιουλίου τα τετρακινητήρια της USAAF, ως μία αδιαμφισβήτητη δύναμη βομβαρδισμών ακριβείας, ανέλαβαν να διδάξουν στην RAF τον σωστό τρόπο με τον οποίο θα έπρεπε να εκτελούνται ανάλογες τακτικές επιχειρήσεις υποστήριξης πεζικού και το πέτυχαν, σκοτώνοντας 25 και τραυματίζοντας 131 Αμερικανούς πεζικάριους της 30ης Μεραρχίας. Την επόμενη ακριβώς ημέρα, 25 Ιουλίου, τα κατάφεραν πάλι, σκοτώνοντας 111 και τραυματίζοντας 490 Αμερικανούς. Η αύξηση των θυμάτων στις δύο επιχειρήσεις μαρτυρούσε και την βελτίωση στη σκόπευση. Μετά από πολλές προσπάθειες, στις 7 Αυγούστου 1944, τα αμερικανικά βομβαρδιστικά κατάφεραν επιτέλους να μη κτυπήσουν αμερικανικά στρατεύματα. Εκείνη τη φορά τα θύματα ήταν αποκλειστικά και μόνο Βρετανοί. Για την ακρίβεια, 60 νεκροί, 300 τραυματίες, καθώς και σημαντικός αριθμός πυροβόλων, οχημάτων και πολεμοφοδίων. Παρά την απελπιστική τους κατάσταση στην Νορμανδία, οι Γερμανοί στρατιώτες είχαν μάθει ότι μπορούσαν να βασίζονται στην ευστοχία της “Αμερικανικής Luftwaffe”, όπως την ονόμαζαν. Ο σαρκασμός ίσως να μην ήταν τόσο επιτυχημένος εάν οι βομβαρδιστές της 8ης Αεροπορικής Δύναμης δεν κόμπαζαν ότι μπορούσαν να ρίξουν «…μία βόμβα μέσα σε ένα βαρέλι από ύψος 6.000 m»..!

Τα προηγούμενα περιστατικά θα αποτελούσαν μόνο τις πρώτες γερές βάσεις μίας μακρόχρονης παράδοσης της Αμερικανικής Αεροπορίας η οποία από την σύστασή της είναι η μοναδική η οποία έχει κατορθώσει να βομβαρδίσει φίλια στρατεύματά της σε οποιαδήποτε πολεμική σύρραξη έχει λάβει μέρος μέχρι σήμερα…

 

ΑΔΙΕΞΟΔΟ

 

Τα μέσα του 1944, οι Σύμμαχοι άρχισαν να λαμβάνουν τα πρώτα θετικά αποτελέσματα των συνδυασμένων επιδρομών εναντίον των γερμανικών διυλιστηρίων. Ο μεγαλύτερος φόβος του Γερμανού Υπουργού Εξοπλισμού, Άλμπερτ Σπέερ, είχε γίνει πραγματικότητα: η παραγωγή καυσίμων η οποία τον Μάϊο ήταν 195.000 τόνους, τον Ιούλιο μειώθηκε στους 35.000 τόνους, τον Αύγουστο στους 16.000 και τον Σεπτέμβριο έπεσε στους 7.000. Με την είσοδο του χειμώνα η Luftwaffe επιβίωνε πλέον καίγοντας το ίδιο της το “λίπος”. Αργότερα, στο δικαστήριο της Νυρεμβέργης, ο Σπέερ θα ομολογούσε: «Παρά τους συνεχείς βομβαρδισμούς δεν αντιμετωπίσαμε κανένα πρόβλημα στην πολεμική μας παραγωγή. Είναι όμως αξιοπερίεργο πως δεν σκέφτηκαν νωρίτερα να πλήξουν συστηματικά τα διυλιστήριά μας. Χωρίς καύσιμα δεν θα καταφέρναμε να συντηρήσουμε τον πόλεμο, άσχετα με το πόσο αποδοτική βιομηχανία διαθέταμε».

Αυτή ήταν λοιπόν η αλήθεια η οποία διέφευγε των Συμμάχων τόσο καιρό: ο μόνος βομβαρδισμός ο οποίος έσωσε χρόνο και αίμα ήταν εκείνος των διυλιστηρίων.

Ο Χάρρις πάντως, έχοντας ικανοποιήσει για μικρό διάστημα τις απαιτήσεις των Αμερικανών και παραμένοντας πάντα ακλόνητος στις πεποιθήσεις του, επέμενε να επανέλθει στην γνωστή τακτική του. Το όλο θέμα φάνταζε εξαιρετικά απλό στο μυαλό του και ωρυόταν επειδή κανείς άλλος δεν μπορούσε να το καταλάβει: ποιος ο λόγος να κοπιάζει κάποιος να σκοπεύσει με ακρίβεια ένα εργοστάσιο, όταν μπορούσε απλά να κάψει τους εργάτες του μέσα στα σπίτια τους!

Μέχρι τον Σεπτέμβριο του 1944 είχαν απομείνει ελάχιστοι στόχοι άθικτοι στον χάρτη του. Το Ντάρμσταντ ήταν ένας από αυτούς –μία πόλη γερμανικού η οποία συνέβαλλε κατά το 2% στην πολεμική παραγωγή της Γερμανίας. Ήταν η νύχτα της 11ης Σεπτεμβρίου 1944 όταν τα 218 Lancaster ξεκίνησαν για μία επιχείρηση την οποία οι βρετανικές εφημερίδες της επομένης θα χαρακτήριζαν ως «…υποδειγματική σε σύλληψη και εκτέλεση». Στα ημερολόγια των συμμετεχόντων μονάδων θα αναφερόταν απλά ως «…ένα ήσυχο “ταξίδι” όπου όλα πήγαν σύμφωνα με το πρόγραμμα». Μέχρι τότε η πόλη είχε περάσει απαρατήρητη και οι κάτοικοί της αρχικά νόμισαν ότι επρόκειτο για λάθος. Σε όλη τη διάρκεια του πολέμου, όταν άλλες πόλεις είχαν ισοπεδωθεί, το Ντάρμσταντ αριθμούσε 180 νεκρούς. Ώσπου εκείνη την νύχτα η τύχη τους άλλαξε. Όταν οι σειρήνες άρχισαν να ουρλιάζουν, οι κάτοικοι, έχοντας λάβει μόνο τα τυπικά μέτρα προφύλαξης, συγκέντρωσαν τα παιδιά τους, έκλεισαν τους αγωγούς του φυσικού αερίου και άρχισαν να οδεύουν προς τα καταφύγια. Ορισμένοι επιδίδονταν και σε αστεϊσμούς για να διατηρείται το ηθικό. Κανείς τους δεν φανταζόταν πόσο κοντά βρισκόταν στην πραγματοποίηση του όρου «εξαΰλωση».

Η ρίψη των βομβών διήρκεσε 51 λεπτά. Πρώτο καταστράφηκε το κτίριο της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας. Οι σωλήνες του νερού ξεχείλιζαν από αφρίζον βραστό νερό. Στα υπόγεια, όπου είχαν καταφύγει πολλές οικογένειες, η θερμοκρασία ανέβηκε στους 200° C. Σε ένα ζαχαροπλαστείο η λειωμένη, καυτή ζάχαρη μετατράπηκε σε λάβα, χύθηκε στο πάτωμα και κατρακύλησε μέχρι το υπόγειο καίγοντας τα πάντα στο πέρασμά της. Το πόρισμα της καταμέτρησης τελείωσε με 6.000 αναγνωρισμένα θύματα, 4.500 μη αναγνωρίσιμα και 3.800 τραυματίες. Το 15% των νεκρών είχαν πεθάνει από την έκρηξη, 15% από την φωτιά και 70% από ασφυξία. Το Ντάρμσταντ είχε υποστεί καταστροφή χειρότερη και από εκείνη της πολυδιαφημισμένης Κολωνίας.

Πέρασαν άλλοι τρεις μήνες παρόμοιων βομβαρδισμών αμείωτης έντασης και φρίκης οι οποίοι, αντίθετα σε κάθε πρόβλεψη, δεν στάθηκαν ικανοί να λυγίσουν τους Γερμανούς. Η ιστορία διδάσκει ότι η είσοδος του 1945 σηματοδότησε την ήττα της Γερμανίας από κάθε άποψη. Ωστόσο τα λόγια του διοικητή των Αμερικανικών Αεροπορικών Δυνάμεων, στρατηγού Άρνολντ, προς τους επιτελείς του, εκείνο το τελευταίο έτος του πολέμου, είχαν να φανερώσουν μόνο απόγνωση και αδιέξοδο:

«Έναντι των Γερμανών διαθέτουμε αριθμητική ανωτερότητα τουλάχιστον 5:1 και παρόλα αυτά, αντίθετα με όλες τις ελπίδες, τις προσδοκίες, τα όνειρα και τα σχέδιά μας, δεν σταθήκαμε μέχρι τώρα ικανοί να επιτύχουμε τους στόχους μας. Ίσως δεν καταφέρουμε τελικά να εξαναγκάσουμε την Γερμανία σε συνθηκολόγηση μέσω των αεροπορικών επιθέσεων, αν και με την παρούσα συντριπτική αεροπορική ισχύ μας θα έπρεπε ήδη να το είχαμε επιτύχει. Δεν θέλω να ασκήσω κριτική, διότι, ειλικρινά, δεν γνωρίζω την απάντηση και όλα αυτά τα συζητάω μόνο και μόνο με την ελπίδα ότι μέσα από αυτή τη διαδικασία θα καταφέρουμε ίσως να βρούμε μία λύση, μία ακτίνα φωτός, μία σκέψη, κάτι το οποίο θα μας βοηθήσει να τελειώσουμε αυτόν τον πόλεμο γρηγορότερα».

 

Πτέραρχος Σερ Άρθουρ Πóρταλ : Πιστóς μαθητής του Τρέντσαρντ βοήθησε στην οργάνωση του δóγματος αλλά πρώτος αυτóς κατάλαβε το άστοχο της υπóθεσης. Τον Ιανουάριο του 1945 ζήτησε απ τον Χάρρις να σταματήσει αλλά óπως είπε “…αυτóς δεν άκουγε κανέναν , εγώ τον προειδοποίησα “ . Θα αναδειχθεί σε αρχηγó της RAF óταν ο Χάρρις θα έχει εκδειωχθεί.  

 

 

ΔΡΕΣΔΗ ΚΑΙ ΤΟΚΥΟ

 

Ήταν 14 Ιανουαρίου 1945…

 

Ίσως ήταν η αντιμετώπιση αυτού του αδιεξόδου ο λόγος για τον οποίο οι Αμερικανοί αποφάσισαν να μοιραστούν από κοινού με τους Βρετανούς τον εμπρησμό της Δρέσδης. Η πόλη υπήρχε ανέκαθεν στον κατάλογο του Χάρρις, αλλά το δάχτυλό του δεν είχε τύχει να πέσει ακόμα επάνω της. Τελικά ήταν το δάχτυλο του Τσώρτσιλ εκείνο που κατέδειξε πρώτο τη Δρέσδη. Οι λόγοι ήταν και πάλι πολιτικοί: πλησίαζε ο καιρός για την διάσκεψη της Γιάλτας και ο Βρετανός πρωθυπουργός ήθελε με κάποιο τρόπο να συμβάλλει στην προέλαση των ρωσικών στρατευμάτων, προκειμένου να εξαργυρώσει την βοήθεια αυτή με πολιτικά ανταλλάγματα από τον θρασύ και απαιτητικό διαπραγματευτή Στάλιν. Τον Φεβρουάριο του 1945 η Δρέσδη ήταν η μεγαλύτερη γερμανική πόλη η οποία δεν είχε υποστεί τις συνέπειες των συμμαχικών βομβαρδισμών. Η πόλη βέβαια ήταν περισσότερο γνωστή για την ιστορική και πολιτιστική της παράδοση, παρά για την στρατηγική της αξία. Το εσωτερικό της όμως αποτελούσε καταφύγιο εκατοντάδων χιλιάδων προσφύγων από βομβαρδισμούς άλλων πόλεων και την ίδια στιγμή τα στρατεύματα του Ερυθρού Στρατού την προσέγγιζαν από ανατολικά. Ο καταστροφή της υποτίθεται ότι θα προκαλούσε μαζική έξοδο των αστέγων οι οποίοι θα προκαλούσαν σύγχυση στις κινήσεις των γερμανικών δυνάμεων που θα έσπευδαν να ενισχύσουν την άμυνα της περιοχής, συμβάλλοντας κατά αυτόν τον τρόπο στην επίθεση των Σοβιετικών. Η επιδρομή άρχισε στις 13 Φεβρουαρίου 1945 αποτελούμενη από 773 Lancaster των οποίων οι βόμβες αρχικά κατέστρεψαν τους πυροσβεστικούς σταθμούς της πόλης. Το επόμενο πρωί 311 Β-17 έριξαν άλλους 770 τόνους βομβών, ενώ μερικά Mustang, πετώντας χαμηλά  πάνω από τους δρόμους της πόλης, πολυβολούσαν με την άνεσή τους άμαχους πρόσφυγες. Ελάχιστα πράγματα θα μπορούσαν να προσφέρουν παρόμοια ικανοποίηση στον μέσο Αμερικανό πιλότο, εκτός ίσως από τον πολυβολισμό Γερμανών πιλότων οι οποίοι κρέμονταν αβοήθητοι από το αλεξίπτωτό τους. Την επόμενη ημέρα οι Αμερικανοί επέστρεψαν ολοκληρώνοντας την καταστροφή. Συνολικά έπεσαν 3.760 τόνοι βομβών από τους οποίους το 75% ήταν εμπρηστικές. Ο Χάρρις είχε επιτέλους πετύχει την δεύτερη πολυπόθητη και τελευταία πύρινη καταιγίδα του. Η Δρέσδη μετατράπηκε σε έναν τεράστιο κλίβανο όπου στο εσωτερικό του λυσσομανούσε μία πύρινη λαίλαπα ταχύτητας 250 km/h η οποία σάρωνε ολόκληρα κτίρια μέσα σε δευτερόλεπτα. Η ερυθροπυρωμένη άσφαλτος έλυωνε και όσοι έτρεχαν αλλόφρονες επάνω της φλέγονταν από τα πόδια προς τα πάνω. Μέσα στην πύρινη κόλαση πολλοί πίστεψαν ότι η μόνη σωτηρία από την απανθράκωση θα ήταν ο ποταμός Έλβας που διέτρεχε την πόλη. Αλλά όσοι έπεφταν στον ποταμό διαπίστωναν αμέσως ότι ο φώσφορος των εμπρηστικών βομβών εξακολουθούσε να αναφλέγεται ακόμη και στην επιφάνεια του νερού. Μόλις σήκωναν τα κεφάλια τους για μία ανάσα αέρα, τα μαλλιά τους έπαιρναν φωτιά. Τουλάχιστον ο πνιγμός ήταν ένας δροσερός θάνατος…

Η πόλη καιγόταν επί επτά ημέρες και οκτώ νύχτες. Ο πληθυσμός ο οποίος απέμεινε ζωντανός αδυνατούσε να θάψει όλα τα πτώματα. Αποφασίσθηκε ο αποκλεισμός της πόλης και η καύση των πτωμάτων προκειμένου να αποφευχθεί ο κίνδυνος της πανώλης. Οι στρατιώτες άνοιγαν λάκκους θάβοντας κομμάτια από καμμένες σάρκες. Πολλοί δεν άντεχαν και γονάτιζαν απελπισμένοι κλαίγοντας με λυγμούς. Μερικοί γονείς μάζευαν τα κομμάτια από τα κορμιά των παιδιών τους μόνο και μόνο για να μην μετατραπούν σε βορά των αρουραίων. Ο ακριβής αριθμός των νεκρών δεν βρέθηκε ποτέ, αλλά οι υπολογισμοί μιλούν για 135.000.

Η Δρέσδη υπήρξε ο πρώτος βομβαρδισμός του πολέμου ο οποίος προκάλεσε την διεθνή κατακραυγή. Ο Τσώρτσιλ φρόντισε γρήγορα να κρατήσει αποστάσεις από την ανάμιξή του στην απόφαση του βομβαρδισμού, αφήνοντας τον Χάρρις να φέρει αποκλειστικά το βάρος της ευθύνης, εκδίδοντας μάλιστα και ένα υπόμνημα στο οποίο κατέκρινε την καταστροφή της Δρέσδης, απαιτώντας «…μεγαλύτερη συγκέντρωση δυνάμεων σε στόχους στρατιωτικής σημασίας»!! Παρόλα αυτά η κατακραυγή ήταν τόση ώστε στις 16 Απριλίου 1945 η ηγεσία της RAF δήλωσε επίσημα ότι εγκατέλειπε την τακτική των βομβαρδισμών ευρείας περιοχής. Στο άκουσμα της είδησης ο Χάρρις ένιωσε τον κόσμο του να γκρεμίζεται: «Δεν είναι δυνατόν να θέσω στην ίδια μοίρα όλες τις γερμανικές πόλεις με τα κόκκαλα ενός βομβαρδιστή μου! Όσοι νιώθουν τύψεις για την Δρέσδη χρειάζονται ψυχίατρο!», δήλωσε οργισμένος.

Οι κονδυλοφόροι έχυσαν άφθονο μελάνι για να δικαιολογήσουν το έγκλημα, χωρίς να καταφέρουν τίποτα. Οι Αμερικανοί, με το τυπικό θράσος που τους χαρακτηρίζει μέχρι σήμερα σε παρόμοιες περιπτώσεις, επεδίωξαν να αποστασιοποιηθούν: «Τέτοιες επιχειρήσεις είναι αντίθετες με την αεροπορική στρατηγική και τα εθνικά ιδανικά μας», δήλωσε ο Κάρλ Σπάατς! Ο Τζώρτζ Μάρσαλ, με διπλωματικότερο τρόπο, προσπάθησε να μετατοπίσει το βάρος της ευθύνης, χωρίς όμως και αυτός να αποφύγει το ψεύδος: «Η Δρέσδη προέκυψε μόνο και μόνο από ειδικό αίτημα των Ρώσων. Δεν υπήρξε πρόθεση των Συμμάχων». Τα αμερικανικά εθνικά ιδανικά βέβαια δεν αποτέλεσαν ανασταλτικό ηθικό εμπόδιο στην περίπτωση των ιαπωνικών πόλεων. Στην άλλη πλευρά της υδρογείου, ο στρατηγός Κέρτις Λημαίϋ κατέκαιγε το Τόκυο σε μία επιδρομή ανάλογη της Δρέσδης.

Η Ιαπωνία αναμφίβολα διέθετε κάποια σαφή πλεονεκτήματα έναντι της Γερμανίας σε ότι αφορούσε τους στρατηγικούς βομβαρδισμούς: οι ξύλινες κατοικίες καίγονταν ευκολότερα από τις λιθόκτιστες γερμανικές και οι πυρκαγιές εξαπλώνονταν ταχύτερα. Όταν οι πρώτοι βομβαρδισμοί βιομηχανικών στόχων αποδείχθηκαν απογοητευτικότεροι εκείνων της Νορμανδίας (με το πλεονέκτημα ότι στην Ιαπωνία ήταν ευτυχώς αδύνατον να βομβαρδίσουν φίλια στρατεύματα), ο στρατηγός Λημαίϋ επιδόθηκε με εωσφορική μανία στον συστηματικό εμπρησμό των ιαπωνικών πόλεων. Διέταξε να αφαιρεθεί από τα βομβαρδιστικά κάθε είδους αμυντικός οπλισμός και πυρομαχικά, προκειμένου να αυξηθεί το φορτίο βομβών το οποίο αποτελείτο αποκλειστικά και μόνο από εμπρηστικές.

Την νύχτα της 9ης Μαρτίου 1945 334 Β-29 βομβάρδιζαν την ιαπωνική πρωτεύουσα επί τρεις ώρες προκαλώντας την τελευταία πύρινη καταιγίδα του πολέμου, κατακαίγοντας 267.170 οικίες και αφήνοντας έναν απροσδιόριστο αριθμό θυμάτων ο οποίος κυμαινόταν από 85-130 χιλιάδες νεκρούς. Για τις επόμενες 10 ημέρες πραγματοποιήθηκαν παρόμοιες επιδρομές εναντίον τριών ακόμα ιαπωνικών μεγαλουπόλεων, έως ότου η Αμερικανική Αεροπορία κατανάλωσε όλο το απόθεμα εμπρηστικών βομβών που διέθετε στο οπλοστάσιό της! Οι επιδρομές αυτές διέφυγαν της προσοχής των ιστορικών, αφού τον Αύγουστο οι Αμερικανοί άγγιξαν το πυρηνικό “μεγαλείο” τους και ο κόσμος ήταν επιτέλους ελεύθερος. Ή τουλάχιστον έτσι νόμιζε…

 

 

 

 

“ΑΝΘΡΩΠΙΣΤΙΚΟΙ” ΒΟΜΒΑΡΔΙΣΜΟΙ

Το δόγμα ζει ακόμα

 

 

Ιεροκήρυκες και Μάγισσες, όλοι συμφωνούσαν,

πως πρέπει ΟΙ ΑΛΛΟΙ να πεθάνουν,

 γiα να μείνουν ελεύθεροι ΑΥΤΟΙ”

Graham Bonnet

 

 

Μετά τον Β΄ ΠΠ το δόγμα αναβίωνε σε τακτικά διαστήματα από τους Αμερικανούς οι οποίοι σήμερα αποτελούν και τους κυριότερους εκφραστές του. Στο Βιετνάμ απέτυχε παταγωδώς. Ακόμη και η αμερικανική ηγεσία προσπάθησε να αποσιωπήσει τις διαμαρτυρίες των πιλότων των Β-52 οι οποίοι δήλωναν στις τηλεοπτικές εκπομπές ότι ένιωθαν ανεπιθύμητοι από το κοινό. Έκτοτε η παθολογική φοβία των Αμερικανών να εμπλέξουν τις χερσαίες δυνάμεις τους σε οποιαδήποτε πραγματική μάχη, τους οδήγησε στην απόφαση να βασίζονται αποκλειστικά και μόνο στον στρατηγικό βομβαρδισμό για την επίτευξη της οποιασδήποτε νίκης –ακριβώς οι ίδιοι λόγοι δηλαδή, που είχαν οδηγήσει τον Τσώρτσιλ στην ίδια απόφαση πριν 60 χρόνια! Σήμερα η όλη αρχή του στρατηγικού βομβαρδισμού διατηρεί πάντοτε την λογική ότι αυτή η μέθοδος εξαντλεί τον αντίπαλο, απαλλάσσοντας τον στρατό από αιματηρές απώλειες. Αυτό αληθεύει, αλλά αποκρύπτεται συστηματικά η αλήθεια πίσω από τα λόγια: η μέθοδος επιτυγχάνει μόνο εναντίον κατώτερων στρατιωτικά αντιπάλων οι οποίοι δεν διαθέτουν ούτε καν μία υποτυπώδη αεροπορική άμυνα, οπότε η Αμερικανική Αεροπορία θριαμβεύει χωρίς αντίπαλο! Έτσι ο στρατηγικός βομβαρδισμός απέκτησε τον χαρακτήρα της άσκησης ωμής βίας εναντίον κάποιου ανίσχυρου αντιπάλου προκειμένου να εξυπηρετηθούν τα συμφέροντα της παγκόσμιας υπερδύναμης. Τι θα γινόταν όμως αν σε κάποια από τις πολεμικές επεμβάσεις της η Αμερική είχε να αντιμετωπίσει στον αέρα κάποιον σχετικά αξιόλογο αντίπαλο; Μήπως το δόγμα θα ανατρεπόταν μέσα σε λίγες εβδομάδες και το όλο οικοδόμημά του θα κατέρρεε σαν χάρτινος πύργος; Ακόμη και με όλα τα σύγχρονα ηλεκτρονικά συστήματα που διατίθενται σήμερα, πολλές επιχειρήσεις ματαιώνονται λόγω ομίχλης ή κακών καιρικών συνθηκών. O “στρατηγικός βομβαρδισμός” της 11ης Σεπτεμβρίου 2001 ένωσε ψυχικά όλους τους Αμερικανούς εναντίον ενός κοινού εχθρού, όπως συμβαίνει με κάθε στρατηγικό-τρομοκρατικό βομβαρδισμό. Τα αποτελέσματα της 11ης Σεπτεμβρίου αποτελούσαν μία ακόμα απόδειξη της αποτυχίας του δόγματος: η καταστροφή εθνικών συμβόλων και ο αδιάκριτος βομβαρδισμός άμαχου πληθυσμού το μόνο που επιτυγχάνει είναι να ατσαλώσει το ηθικό του αμυνόμενου, ωθώντας τον να αγωνισθεί μέχρι τέλους, με οποιοδήποτε κόστος.  Από το 1917 έως τις ημέρες μας, τίποτα δεν απέδειξε την ορθότητά του δόγματος του στρατηγικού βομβαρδισμού: κατασκευάστηκε και διατηρήθηκε από ένα πλήθος αστήρικτων απόψεων οι οποίες υπαγορεύονταν και εξακολουθούν να υπαγορεύονται από πολιτικές σκοπιμότητες.  

 

 

          ΑΝΤΙ ΕΠΙΛΟΓΟΥ

 

«Με τη εξαφάνιση του Ευγενούς Ανθρώπου, του Ανθρώπου με αρχές και ιδανικά, ο οποίος θα αποτελούσε την σπονδυλική στήλη της άρχουσας τάξης ενός κράτους, η πολιτική ισχύς περιήλθε στα χέρια δημαγωγών, οι οποίοι παίζοντας με τα συναισθήματα και την άγνοια των μαζών, δημιούργησαν μία μόνιμη πολεμική ψύχωση. Για τους ανθρώπους αυτούς η οποιαδήποτε πολιτική ή στρατιωτική ανάγκη δικαιολογεί κάθε μέσον»

 

J. Fuller, Βρετανός στρατηγός, στρατηγικός και ιστορικός αναλυτής.

 

 

 

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Max Hastings “Bomber Command”, Touchstone Books, July 1989

Dom Moraes “Bomber Command, The Myths and Reality of Strategic Bommber Offensive 1939-45”, Doubleday, November 1979.

Noble Frankland “Bomber Offensive, The Devastation of Europe”, Ballantine’s History of WWII, 1970

Alexander McKee “Dresden 1945”, Granada Publishing, 1982

Alexander McKee “Caen: Anvil of Victory”, Pan Books, London 1964.

Henry Probert “Bomber Harris: His Life and Times”, Greenhill Books, September 2001.

Martin Middlebrook “The Berlin Raids”, Cassell, November 2000.

 

Return to the Home Page