- Σελίδα     2 / 2 -

Επιστροφή στην Σελίδα 1

ΑΝΤΙΣΤΡΟΦΟΣ ΕΦΙΑΛΤΗΣ

       Τα νέα της βρετανικής αριθμητικής και ποιοτικής υπεροχής στον αέρα έφτασαν στα αυτιά του Ριχτχόφεν πριν ακόμη λήξει η άδειά του, γεγονός το οποίο επέσπευσε και την επιστροφή του. Είχε αρχίσει να μεταμορφώνεται σε αυτό που οι στρατιώτες αποκαλούσαν “γουρούνι του πολέμου” –είχε εθιστεί τόσο πολύ στην ιδέα του πολέμου ώστε του ήταν αδύνατον να απομακρύνεται για μακρό διάστημα από τη μονάδα και τους συναδέλφους του. Κατά τη διάρκεια της απουσίας του η Μοίρα είχε υποστεί δύο απώλειες. Στις 13 Μαϊου είχε καταρριφθεί o αδελφός του και εκείνη τη στιγμή νοσηλευόταν στο νοσοκομείο, ενώ στις 5 Ιουνίου είχε βρει τον θάνατο ο Καρλ Έμιλ Σέφερ, κάτοχος του Pour Le Merite και νικητής 30 αερομαχιών. Αν και οι αντιδράσεις του δεν πρόδιδαν τα αισθήματά του, ο Ριχτχόφεν ένιωσε σαν να είχε χάσει έναν γιό. Πάντοτε ένιωθε ιδιαίτερα δεμένος με την σειρά των πιλότων του Σέφερ, του Βολφ και του Αλμενρέντερ. Ήταν οι πρώτοι πιλότοι που είχε εκπαιδεύσει ο ίδιος, μετατρέποντάς τους από “άβγαλτα κουτάβια” σε μεγάλους άσσους της Γερμανικής Αεροπορίας. Μόλις επέστρεψε από την κηδεία του οι Βρετανοί εξαπέλυσαν μία μεγάλη επίθεση στον λόφο του Μεσσίν, στο Βέλγιο, τον οποίο οι Γερμανοί είχαν μετατρέψει σε απόρθητη οχυρωματική γραμμή. Οι βρετανικές αεροπορικές επιχειρήσεις είχαν πλέον αποκτήσει πολυσύνθετο χαρακτήρα: πολυβολισμός και βομβαρδισμός των εχθρικών θέσεων, βομβαρδισμός αεροδρομίων, προστασία βομβαρδιστικών. Οι αναφορές βρετανικών μαχητικών τα οποία πολυβολούσαν συστηματικά τα χαρακώματα είχαν αρχίσει να πληθαίνουν. Οι στρατιώτες σκοτώνονταν αβοήθητοι κατά δεκάδες και ζητούσαν επίμονα υποστήριξη από τα μαχητικά. Οι νέοι τύποι των βρετανικών μαχητικών οι οποίοι είχαν αρχίσει να εμφανίζονται με αργούς ρυθμούς τον Απρίλιο, τώρα είχαν κατακλύσει το μέτωπο. Η συμμαχική υπεροχή σε ποιότητα και αριθμούς ήταν συντριπτική. Ακόμα και το βελτιωμένο Albatros D.V που αποτελούσε τον σκελετό της γερμανικής δύναμης μαχητικών, δύσκολα μπορούσε να συγκριθεί ποιοτικά με τα νέα και ταχύτερα S.E.5, Spad, Nieuport και Camel με τα οποία εξοπλίζονταν όλες οι βρετανικές Μοίρες. Οι επερχόμενες αεροπορικές συγκρούσεις πάνω από την Φλάνδρα θα άγγιζαν ένα αιματηρό ζενίθ το καλοκαίρι του 1917, κατά το οποίο θα έβρισκαν τον θάνατο οι μεγαλύτεροι άσσοι του Μεγάλου Πολέμου.

Το γερμανικό επιτελείο, στην προσπάθειά του να προβάλει μία ανάλογη αντίσταση στις μαζικές επιχειρήσεις των συμμαχικών αεροσκαφών, διέταξε την συγκέντρωση τριών ή τεσσάρων Μοιρών οι οποίες θα σχημάτιζαν μία μεγαλύτερη μονάδα, την Πτέρυγα Διώξεως (Jagdgescwader). Σκοπός των Πτερύγων θα ήταν η επίτευξη αεροπορικής υπεροχής πάνω από συγκεκριμένο τομέα του μετώπου. Η 1η Πτέρυγα Μαχητικών (JG1) σχηματίσθηκε στα τέλη Μαΐου και αποτελείτο από τέσσερις Μοίρες –την 4η, 6η, 10η και 11η. Η επιλογή για την ανάθεση της διοίκησης ήταν προφανής: ο λοχαγός Ριχτχόφεν, με 55 νίκες εκείνη τη στιγμή στο μητρώο του, θα είχε την τιμή να γίνει ο πρώτος διοικητής της πρώτης Πτέρυγας Μαχητικών. Η μονάδα μετατέθηκε στην πόλη Μαρκεμπέκ του Βελγίου με σκοπό την υποστήριξη της 4ης Γερμανικής Στρατιάς στο μέτωπο του Υπρ όπου είχε εκδηλωθεί η βρετανική επίθεση.

Ο Ριχτχόφεν έχοντας την πολυτέλεια να επιλέγει το προσωπικό του από άλλες μονάδες, συγκέντρωσε στην JG1 τα καλύτερα στελέχη της γερμανικής αεροπορίας, μεταθέτοντας ταυτόχρονα όσους δεν ανταποκρίνονταν στις απαιτήσεις του. Το πρώτο πράγμα που τον απασχόλησε ήταν η επιλογή των διοικητών των τεσσάρων Μοιρών, οι οποίοι θα ήταν αναμφίβολα οι καλύτεροι πιλότοι της αεροπορίας. Η διοίκηση της παλιάς του μονάδας, της Jasta 11, πέρασε στα χέρια του ικανότατου Καρλ Αλλμενρέντερ ο οποίος στα μαχητικά και διοικητικά καθήκοντα ακολουθούσε τα ίχνη του δασκάλου του, αλλά η απότομη αύξηση των απωλειών είχε αρχίσει να θορυβεί τον βετεράνο άσσο: «Στη Μοίρα καταφθάνουν συνεχώς νέοι πιλότοι κι εγώ είμαι ο μοναδικός από τους παλιούς μαθητές του Ριχτχόφεν που έχουν απομείνει». Στις 27 Ιουνίου, δεκατρείς μέρες μετά την απονομή του Blue Max, ο 21χρονος Αλλμενρέντερ έπεσε θύμα ενός Βρετανού άσσου. Την θέση του διαδέχθηκε ο τελευταίος από τα “αγαπημένα παιδιά” του Ριχτχόφεν, o Βολφ. Οι έμπειροι πιλότοι είχαν αρχίσει να χάνονται ο ένας μετά τον άλλον και ο ίδιος ο Ριχτχόφεν θα ακολουθούσε την ίδια πορεία προς το έδαφος λίγες μέρες αργότερα.

Στο έδαφος οι άνδρες των γερμανικών παρατηρητηρίων διατηρούσαν πάντοτε στενή επαφή με τους πιλότους των μαχητικών. Με τα ισχυρά τηλεσκόπιά τους παρατηρούσαν ολόκληρο σχεδόν τον τομέα του μετώπου και τις κινήσεις των εχθρικών σχηματισμών. Μόλις κάποιος εισχωρούσε πάνω από τις γραμμές, ειδοποιούσαν τηλεφωνικά την πλησιέστερη μονάδα να απογειωθεί για αναχαίτιση. Παρακολουθούσαν τις αερομαχίες, επιβεβαίωναν τις καταρρίψεις και γνώριζαν από χιλιόμετρα μακριά όλα τα διακριτικά των αεροσκαφών, ακόμα και τις συνήθειές των πιλότων. Ο αιμοσταγής τρόπος με τον οποίο πολεμούσε ο Ριχτχόφεν είχε ήδη τραβήξει την προσοχή του ανθυπολοχαγού Λάσκυ, ο οποίος στις 25 Ιουνίου μυούσε έναν “νέο” στα μυστικά της δουλειάς. Ο “νέος” ήταν ο ανθυπολοχαγός Χανς Σρέντερ, ένας βετεράνος πιλότος των αναγνωριστικών ο οποίος μετά από έναν σοβαρό τραυματισμό στο ρωσικό μέτωπο είχε μετατεθεί στα παρατηρητήρια.

«Από εδώ μπορείς να μπεις κατευθείαν στο “ψητό”», του είπε ο Λάσκυ. «Βλέπεις εκείνο το γερμανικό σμήνος εκεί πέρα; Είναι του Ριχτχόφεν. Κοίτα μέσα από το τηλεσκόπιο. Το κόκκινο αεροπλάνο είναι δικό του». Παρεχώρησε τη θέση του και ο Σρέντερ έβαλε το μάτι του στο τηλεσκόπιο. Αρχικά έβλεπε μόνο τον ουρανό. Σταδιακά κάποιες μικροσκοπικές κηλίδες έκαναν την εμφάνισή τους τις οποίες αναγνώρισε αμέσως ο Λάσκυ, με γυμνό μάτι.

«Να και οι Εγγλέζοι! Σύντομα θα έχουμε κάτι να αναφέρουμε!».

Ο βρετανικός σχηματισμός δεν είχε όρεξη για φασαρίες. Ο αρχηγός κούνησε τα φτερά του δίνοντας στους υπόλοιπους το σήμα για επιστροφή στη βάση.

«Α, αναγνώρισαν το κόκκινο αεροσκάφος!». Η φωνή του Λάσκυ εξακολουθούσε να τοποθετεί προφορικούς υπότιτλους στο θέαμα που παρακολουθούσε ο Σρέντερ. Τα R.E.8 βυθίστηκαν για να ξεφύγουν, αλλά τα ταχύτερα Albatros, χύμηξαν επάνω τους, με το κόκκινο αεροσκάφος να προηγείται. Ο Ριχτχόφεν πλησίασε στα 150 m από το πρώτο διθέσιο, αλλά τα πολυβόλα του παρέμεναν σιωπηλά… 100 m… 50 m… Όταν φαινόταν σχεδόν να ακουμπάει το θύμα του, μία σύντομη ριπή ξέφυγε από τα διπλά πολυβόλα. Ένα φτερό αποκολλήθηκε απαλά από ένα βρετανικό αεροσκάφος. Μία γλώσσα φωτιάς πετάχτηκε από την άτρακτο. Το R.E.8 σήκωσε απότομα το ρύγχος του σαν να ήθελε απεγνωσμένα να σκαρφαλώσει στον ουρανό και μετά βυθίστηκε προς τα κάτω, κατρακυλώντας σαν κομμάτι φλεγόμενης εφημερίδας.

Μέσα από την κόλαση της φωτιάς ξεχώρισαν δύο φιγούρες να πηδούν στο κενό. Ο Σρέντερ μπορούσε να ξεχωρίσει τα χέρια και τα πόδια τους να τινάζονται στον αέρα σαν μαριονέτες που πέφτουν από πολυκατοικία. Παρακολούθησε κάθε δευτερόλεπτο της πτώσης. Οι πιλότοι είχαν πέσει από τα 3.000 m για να κερδίσουν έναν ακαριαίο θάνατο, μέχρι που χτύπησαν το έδαφος της ουδέτερης ζώνης, ανάμεσα στις βρετανικές και τις γερμανικές γραμμές. Ο Σρέντερ είχε πάρει το βάπτισμα του αέρα, αλλά το συγκεκριμένο θέαμα τον ανατρίχιασε. Απομακρύνθηκε από το τηλεσκόπιο με σκυμμένο το κεφάλι, καθώς τα έξι Albatros περνούσαν πάνω από το κεφάλι του με έναν θριαμβευτικό βρυχηθμό. Το κόκκινο αεροσκάφος ταλάντευσε τα φτερά του και ο πιλότος του τους χαιρέτησε.

«Η 56η νίκη του! Καταπληκτική!» φώναξε ενθουσιασμένος ο Λάσκυ. «…Μα το Θεό, τι έπαθες εσύ;» ρώτησε τον Σρέντερ.

«Φρικτό…» ψέλλισε εκείνος.

«Θα πρέπει να το συνηθίσεις, ξέρεις. Αυτή είναι η καθημερινή μας δουλειά –η ωριαία μας δουλειά, θα έπρεπε να πω».

Τις επόμενες μέρες ο Σρέντερ παρίστατο στην κηδεία ενός πιλότου της Πτέρυγας του Ριχτχόφεν, όπου συνάντησε τον Άλμπερτ Ντόσσενμπαχ, έναν παλιό γνωστό του βαρώνου από τον Δεκέμβριο του 1916, με 15 καταρρίψεις.

«Όλοι θα σκοτωθούμε αργά ή γρήγορα, ξέρεις», του είπε ο Ντόσσενμπαχ εκείνη τη μέρα. «Όποιος είναι υποχρεωμένος να τα υπομείνει όλα αυτά, πρέπει να πεθάνει. Το μόνο που θα ήθελα να ήξερα είναι ποιος θα είναι ο επόμενος».

Δύο εβδομάδες αργότερα, στις 3 Ιουλίου, ο Σρέντερ παρακολουθούσε τον Ντόσσενμπαχ να μάχεται εναντίον έξι βρετανικών διθέσιων. Ένα από τα αυτά άνοιξε πυρ από μεγάλη απόσταση. Το Albatros ύψωσε το ρύγχος του προς τα πάνω, μέχρι που το αεροσκάφος έχασε την στήριξή του και μετά βυθίστηκε κάθετα, αφήνοντας πίσω του ένα μακρύ, φωτεινό λάβαρο φωτιάς. Ο Σρέντερ είδε τον φίλο του να ανασηκώνεται από το κάθισμα και να στέκεται στην άκρη του κόκπιτ. Έμεινε ακίνητος για λίγο και μετά άφησε τον εαυτό του ελεύθερο να πέσει από τα 4.000 m –ήταν αυτό που στη γλώσσα των πιλότων ονομαζόταν “το πήδημα στο Άγνωστο”. Ο Σρέντερ δεν άντεξε να δει το σώμα να χτυπάει στο έδαφος και έστρεψε το βλέμμα του αλλού. Ο Ντόσσενμπαχ είχε γίνει “ο επόμενος”.

Τρεις μέρες μετά, στις 6 Ιουλίου είδε και πάλι το “Τσίρκο” του Ριχτχόφεν να μάχεται. Από ύψος τεσσάρων χιλιομέτρων ο βαρώνος εντόπισε έξι διθέσια F.E.2 και με μία φωτοβολίδα έδωσε το σήμα για επίθεση. Τα βρετανικά, με ελάχιστες πιθανότητες σωτηρίας, σχημάτισαν αμέσως έναν αμυντικό κύκλο όπου κάθε πολυβολητής κάλυπτε την ουρά του αεροσκάφους που βρισκόταν μπροστά του και άρχισαν να στριφογυρίζουν βάλλοντας σποραδικά εναντίον των Albatros.

Με τα νώτα του αγγλικού σχηματισμού ασφαλισμένα, ο Ριχτχόφεν σκέφτηκε να δοκιμάσει άλλη μέθοδο και άρχισε να πλησιάζει μετωπικά το πρώτο F.E. που είδε μπροστά του. Με μία συνδυασμένη ταχύτητα 400 km/h τα δύο αεροσκάφη άρχισαν να προσεγγίζουν το ένα το άλλο. Ο Ριχτχόφεν άφησε την απόσταση να μειωθεί περισσότερο πριν απασφαλίσει τα πολυβόλα του. Την στιγμή του υψηλότερου κινδύνου όποιος διατηρεί την ψυχραιμία του και σημαδεύει καλύτερα είναι ο νικητής. Αυτός ήταν ο χρυσός κανόνας του. Όμως υπήρχαν και εξαιρέσεις. Το F.E.2 ήταν κατώτερο του Albatros, αλλά ήταν ένας επικίνδυνος αντίπαλος στην άμυνα. Ήταν οπλισμένο με τρία περιστρεφόμενα πολυβόλα και διέθετε ένα ευρύτατο πεδίο πυρός.

Οι Βρετανοί ανθυπολοχαγοί Γούντμπριντζ και Κάννελ, σάστισαν από την εικόνα του εχθρικού μαχητικού: τα πάντα επάνω του ήταν κόκκινα και ερχόταν αποφασισμένο να σκοτώσει! Οι δύο πιλότοι άνοιξαν ταυτόχρονα πυρ με μακρές, νευρικές ριπές από υπερβολικά μεγάλη απόσταση. «Τυπική αντίδραση άπειρου πιλότου!», σκέφτηκε ατάραχος ο Ριχτχόφεν και τον άφησε να ξοδέψει τα πυρομαχικά του. «Από απόσταση 300 m δεν πετυχαίνει τίποτα ούτε ο καλύτερος σκοπευτής! Απλά δεν γίνεται!».

Μία έκρηξη πόνου τίναξε το κεφάλι του πίσω και ένιωσε τον κόσμο να χάνεται. Τα πάντα έσβησαν. Το σώμα του παρέλυσε, τα χέρια έπεσαν άψυχα στο πλάϊ και τα πόδια του γλίστρησαν από τα ποδωστήρια. Έμεινε ασάλευτος να νιώθει τον κόκκινο ποταμό του ζεστού αίματος να κυλάει από το κεφάλι του και να τυφλώνει τα μάτια του. «Έτσι είναι λοιπόν όταν πεθαίνει κανείς…». Αυτή ήταν η μόνη σκέψη που πέρασε από το μυαλό του.

To Albatros πέρασε αστραπιαία δίπλα από το F.E. και χάθηκε κάτω από την άτρακτό του, πέφτοντας ανεξέλεγκτα. Ο Ριχτχόφεν είχε παραβλέψει το γεγονός ότι υπάρχουν καλοί σκοπευτές, υπάρχουν και τυχεροί σκοπευτές. Ο Γούντμπριντζ ανήκε στους δεύτερους.

Η ανάσα του Σρέντερ κόπηκε. Το κόκκινο Albatros είχε πέσει σε περιδίνηση και στριφογύριζε φέρνοντας τούμπες. Τα συρματόσχοινα ούρλιαζαν στον αέρα και όλοι περίμεναν να δουν τα φτερά να σκίζονται …

…Μία αχνή αχτίδα απόμακρης συνείδησης και θολής όρασης ήρθε ανέλπιστα να φωτίσει το μυαλό του…Το χέρι του σηκώθηκε αργά και έκλεισε τον διακόπτη του κινητήρα…

…Το Albatros συνέχισε να πέφτει σαν βολίδα στο έδαφος…

…Το αίμα άρχισε πάλι να κυλά διστακτικά στα μέλη του, επαναφέροντας μία στοιχειώδη κινητικότητα…Τα μάτια άρχισαν να εστιάζουν…Στα 800 m πάνω από το έδαφος άναψε πάλι τον κινητήρα και επανέφερε το αεροπλάνο σε οριζόντια πτήση. Προσγειώθηκε σκαμπανεβάζοντας σε ένα χωράφι, τσακίζοντας τα σκέλη και παρασύροντας μερικά τηλεφωνικά καλώδια. Το Albatros σταμάτησε δυόμισι χιλιόμετρα μακρύτερα από το παρατηρητήριο του Σρέντερ. Εκείνος έτρεξε κουτσαίνοντας μέχρι εκεί και βρήκε τον βαρώνο να κείται αναίσθητος στο κόκπιτ, με το κεφάλι ριγμένο πίσω, βουτηγμένο στο αίμα. Στο κεφάλι του υπήρχε ένα σκίσιμο μήκους 10 εκατοστών. Σε ένα σημείο όπου το τραύμα αποκτούσε μέγεθος μεγάλου νομίσματος, φαινόταν καθαρά το οστό του θρυμματισμένου κρανίου. Με την βοήθεια ενός δεκανέα, ο Σρέντερ του επέδεσε το κεφάλι και τον μετέφεραν στο νοσοκομείο. Για τους επόμενους τρεις μήνες θα νοσηλευόταν εκεί, με το κρανίο μισοξυρισμένο, τυλιγμένο σε επιδέσμους, υποφέροντας από φρικτούς πονοκεφάλους οι οποίοι δεν θα τον εγκατέλειπαν για το υπόλοιπο της ζωής του. Ακόμα και αρκετές εβδομάδες μετά την έξοδό του από το νοσοκομείο θα υποβαλλόταν σε τακτικές χειρουργικές επεμβάσεις κατά τις οποίες του αφαιρούνταν μικρά θραύσματα του κρανίου.

Από εκείνη τη μέρα κάτι άλλαξε μέσα του. Ένα μέρος της ενεργητικότητας και της αυτοπεποίθησής του χάθηκε ξαφνικά από μέσα του. Τώρα γνώριζε ότι ήταν θνητός όπως όλοι οι άλλοι. Πολλοί νέοι, όταν πηγαίνουν για πρώτη φορά στο πεδίο της μάχης δεν μπορούν να φανταστούν τον θάνατό τους. Ο θάνατος υπάρχει, αλλά είναι κάτι που συμβαίνει στους άλλους –αυτό τους υπαγορεύει η νεανική τους αθωότητα. Όταν όμως δεχτούν το πρώτο σωματικό πλήγμα τραυματίζονται και ψυχολογικά. Η σκηνή επαναλαμβάνεται μέσα τους με καταπληκτική ευκολία, είτε στον ύπνο, είτε στην εγρήγορση, και τότε κατανοούν ότι είναι θνητοί. Μέχρι εκείνη την ημέρα ο Ριχτχόφεν έβλεπε το ίδιο επαναλαμβανόμενο όνειρο: το πρώτο αγγλικό αεροπλάνο που είχε καταρρίψει, να προσκρούει στο έδαφος ξανά και ξανά. Τώρα είχε αποκτήσει έναν νέο εφιάλτη.

 

Το ιπτάμενο τσίρκο του Ριχτόφεν με αεροπλάνα επίτηδες βαμένα με διάφορατρελάχρώματα για να κάνουν την παρουσία τους αντιληπτή

Την επόμενη ακριβώς ημέρα ο Σρέντερ παρακολούθησε το “Ιπτάμενο Τσίρκο” να παίρνει την εκδίκησή του. Τέσσερα τριπλάνα Sopwith κατευθύνονταν προς τις γραμμές τους, πετώντας σε χαμηλό ύψος, όταν οι άνδρες του βαρώνου χύμηξαν από ψηλά. Μερικά δευτερόλεπτα αργότερα, κείτονταν και τα τέσσερα κατεστραμμένα. Ο Σρέντερ πήγε κουτσαίνοντας μέχρι τα συντρίμμια και έμεινε έκπληκτος από την παιδική νεότητα των προσώπων των νεκρών πιλότων. Εκεί βρήκε τον Κουρτ Βολφ, σκυμμένο πάνω από την άτρακτο του θύματός του, να αφαιρεί τον αριθμό σειράς. Σηκώθηκε κρατώντας στο χέρι του το υφασμάτινο πιστοποιητικό και έδειξε στον Σρέτνερ τις τρύπες κάποιων εχθρικών πυρών πάνω στο δικό του Albatros.

«Ήταν ή αυτός ή εγώ. Και προτιμούσα να είναι “αυτός”».

Ο Βολφ ήταν ένας 23χρονος νέος, λεπτός, μικροκαμωμένος, σχεδόν “εύθραυστος” στην εξωτερική του εμφάνιση, δημοφιλής ανάμεσα στους συναδέλφους του για τους εύθυμους τρόπους και το χιούμορ του. Ο Σρέντερ γνώριζε προσωπικά τον Βολφ και έμεινε άναυδος από την κυνικότητα της δήλωσής του. Αλλά ο Σρέντερ δεν ήταν πια “του επαγγέλματος”. Είχε σταματήσει να πετάει από το 1916 και δεν είχε γνωρίσει τον αεροπορικό πόλεμο στην νέα, αμείλικτη μορφή του. Τέσσερις μέρες αργότερα ο Βολφ θα νοσηλευόταν στο ίδιο νοσοκομείο με τον διοικητή του, τραυματισμένος στο αριστερό χέρι και τον ώμο.

Ακόμα και από το κρεβάτι του νοσοκομείου ο Ριχτχόφεν εξακολούθησε να ενημερώνεται για την πορεία των επιχειρήσεων, τις αυξανόμενες απώλειες των πιλότων και την υπεροχή των βρετανικών αεροσκαφών. Τον εξόργιζε το γεγονός ότι πιλότοι του επιπέδου και της εμπειρίας του Αλλμενρέντερ και του Βολφ χάνονταν ο ένας μετά τον άλλο, πέφτοντας θύματα κατώτερων, αλλά καλύτερα εξοπλισμένων αντιπάλων. Αμέσως συνέταξε ένα υπόμνημα προς το επιτελείο διαμαρτυρόμενος για την κατωτερότητα των γερμανικών μαχητικών:

«Ειλικρινά, τα αεροσκάφη μας είναι γελοιωδέστατα κατώτερα των βρετανικών. Το τριπλάνο Sopwith, το Spad και το Camel κυριολεκτικά παίζουν με το Albatros D.V. Εκτός του ότι είναι ανώτερα ποιοτικά, είναι και πολύ περισσότερα αριθμητικά. Οι καλύτεροι πιλότοι μας χάνονται κατά αυτόν τον τρόπο. Οι σχεδιαστές μας, προσκολλημένοι στους τύπους του Albatros με τα οποία πετούσα από το περασμένο φθινόπωρο, δεν έχουν σχεδιάσει τίποτα καινούργιο επί έναν χρόνο». Αυτά ήταν αρκετά για να κινητοποιήσουν ολόκληρη την γερμανική πολεμική βιομηχανία. Οι εταιρίες και άρχισαν να εργάζονται στον σχεδιασμό νέων τύπων μαχητικών τα οποία θα εξόπλιζαν τις μονάδες μέσα στους επόμενους μήνες. Ο Ριχτχόφεν ενημερωνόταν για την πρόοδο των κατασκευών, έδινε συμβουλές και μετά την έξοδό του από το νοσοκομείο πραγματοποίησε μερικές δοκιμαστικές πτήσεις. Ωστόσο από τους τρεις-τέσσερις τύπους τους οποίους δοκίμασε, μόνο ένας τον ενθουσίασε. Αν και το τραύμα του δεν είχε επουλωθεί ακόμη και οι γιατροί του συνέστησαν να μην λάβει μέρος σε επιχειρησιακές πτήσεις, εκείνος επέστρεψε στο Μαρκεμπέκ στις 25 Ιουλίου 1917 βρίσκοντας πάλι τους Βρετανούς να κυριαρχούν πάνω από τους ουρανούς της Φλάνδρας. Όμως αυτή τη φορά είχε να ανακοινώσει καλά νέα στους πιλότους του: «Σύντομα θα παραλάβετε νέα τριπλάνα Fokker που θα αναρριχώνται σαν τον πίθηκο και θα ελίσσονται σαν τον διάβολο!».

Μέσα στις επόμενες μέρες, ανεξαρτήτως των καιρικών συνθηκών, τα βρετανικά αεροσκάφη, σφυροκοπούσαν ανελέητα τις θέσεις του γερμανικού πεζικού κατά εναλλασσόμενα κύματα. Η μαζική αυτή επίθεση θα έμενε στην ιστορία σαν η τρίτη μάχη του Ύπρ και ο Ριχτχόφεν ανυπομονούσε να του δοθεί η ευκαιρία να οδηγήσει τους άνδρες του στη μάχη με τα νέα αεροσκάφη. Αυτό όμως θα αποδεικνυόταν δυσκολότερο από όσο φανταζόταν. Τα διοικητικά και επιχειρησιακά του καθήκοντα τού άφηναν ελάχιστο ελεύθερο χρόνο για ξεκούραση την οποία χρειαζόταν όλο και περισσότερο μετά από κάθε αερομαχία. Διηύθυνε τις αεροπορικές επιχειρήσεις των Μοιρών, επισκεπτόταν το προσωπικό, ενθαρρύνοντας και επιβραβεύοντας τους πιλότους για τις επιτυχίες τους, ενώ προέβαινε και στις απαραίτητες αλλαγές. Ο μοίραρχος της 10ης Μοίρας, ο φον Αλτάους ήταν ένας παλιός διακεκριμένος πιλότος ο οποίος όμως είχε αρχίσει να παρουσιάζει έντονα σημεία κόπωσης. Τον διαδέχθηκε ένας νεότατος άσσος τον οποίο επέλεξε προσωπικά ο Ριχτχόφεν. Τον είχε γνωρίσει τον Νοέμβριο του 1916 όταν είχε παρουσιαστεί για πρώτη φορά στην Μοίρα “Boelcke” και έκτοτε θαύμαζε πάντοτε τις ικανότητες και το επιθετικό του πνεύμα. Ο 20χρονος Βέρνερ Φος, κάτοχος του Pour Le Merite, με 34 καταρρίψεις, ήταν εκείνη τη στιγμή ο δεύτερος άσσος της αεροπορίας και ταυτόχρονα ο πλησιέστερος αντίπαλος του ίδιου του βαρώνου. Μέσα στους επόμενους δύο μήνες ο συναγωνισμός τους θα αποκτούσε άσχημη φήμη στην απέναντι πλευρά των χαρακωμάτων η οποία επρόκειτο να προσφέρει άλλα 18 θύματα στα πολυβόλα των δύο άσσων –τα 14 από αυτά θα ανήκαν στον Φος!

Στις 16 Αυγούστου ο Ριχτχόφεν, με το κεφάλι του ακόμα δεμένο με επιδέσμους κάτω από τη δερμάτινη κάσκα του, πήδηξε και πάλι μέσα στο κόκπιτ του κόκκινου Albatros μετά από 40 ημέρες, για να ηγηθεί μίας πρωινής περιπολίας. Ένιωθε ακόμα αδύναμος και ο πονοκέφαλός του επιδεινωνόταν από το μονότονο βούισμα του κινητήρα του, αλλά στη μάχη δεν είχε χάσει τις ικανότητές του –τουλάχιστον όχι ακόμα, αν και ο ρυθμός των επιτυχιών του θα μειωνόταν δραματικά μετά τον τραυματισμό του. Το 58ο θύμα του δέχτηκε μία βίαιη ριπή, από αυτές που συνήθιζε ο σπάταλος σε πυρομαχικά βαρώνος, από απόσταση 50 μέτρων και τινάχτηκε στον αέρα. Το Albatros πέρασε κυριολεκτικά μέσα από τα συντρίμμια και τις φλόγες του άτυχου Nieuport. Όταν επέστρεψε στο αεροδρόμιο ένιωθε το στομάχι του να ανακατεύεται και ήταν τόσο εξαντλημένος ώστε πήγε κατευθείαν στο κρεβάτι του. Την επόμενη μέρα έλαβε ένα τηλεγράφημα του επιτελείου το οποίο τον διέταζε να μη λαμβάνει μέρος στις επιχειρήσεις «…παρά μόνον αν το απαιτεί η περίσταση». Αυτό του έδωσε την ευκαιρία να ασχοληθεί περισσότερο με την εκπαίδευση των πιλότων και την διεύθυνση των επιχειρήσεων. Η παρουσία, οι συμβουλές και οι οδηγίες του ανέβασαν τις νίκες της μονάδας η οποία κατά το διάστημα της απουσίας του είχε παρουσιάσει εμφανή σημεία μειωμένης απόδοσης.

Τα αγροκτήματα της Γαλλίας και της Φλάνδρας είχαν μετατραπεί σε βάσεις των συμμαχικών αεροπλάνων

Στα τέλη Αυγούστου παρεδόθησαν στην μονάδα τα δύο πρώτα τριπλάνα Fokker για τις επιδόσεις των οποίων όλοι είχαν ακούσει τόσα πολλά από τον Ριχτχόφεν. Τα δύο αεροσκάφη προορίζονταν αποκλειστικά για τους δύο μεγαλύτερους άσσους της Γερμανίας: τον Ριχτχόφεν και τον Φος. Προς μεγάλη απογοήτευση του βαρώνου, ο αντίζηλός του ήταν εκείνος ο οποίος σημείωσε την πρώτη κατάρριψη του πολέμου με το περίφημο τριπλάνο στις 30 Αυγούστου. Εκείνος ανταπάντησε την επόμενη ακριβώς ημέρα καταρρίπτοντας ένα βρετανικό διθέσιο. Αυτό θα ήταν το 60ο και τελευταίο ασημένιο κύπελλο της συλλογής του Κόκκινου Βαρώνου -όχι επειδή ήταν η τελευταία του νίκη, αλλά επειδή η έλλειψη της Γερμανίας σε ασήμι δεν θα του επέτρεπε πλέον άλλες τέτοιες πολυτέλειες.

Οι δύο άσσοι, κατενθουσιασμένοι από την ευελιξία του νέου αεροσκάφους, πέταξαν μαζί δύο μέρες αργότερα ηγούμενοι των σμηνών τους, αφανίζοντας έναν ολόκληρο σχηματισμό από Sopwith Pup μέσα σε λίγα λεπτά –δέκα βρετανικά για την απώλεια ενός γερμανικού. Ο Φος ωστόσο έμεινε έκπληκτος από το γεγονός ότι ο μεγαλύτερος άσσος της Γερμανίας χρειάστηκε να επιτεθεί τέσσερις διαδοχικές φορές εναντίον του ίδιου αεροσκάφους μέχρι να καταφέρει να το καταρρίψει…

Οι επιδόσεις του τριπλάνου χάρισαν στον Ριχτχόφεν την ενεργητικότητα που χρειαζόταν αυτός και οι άνδρες του για να αντιμετωπίσουν την βρετανική υπεροχή μετά τα τελευταία δυσάρεστα γεγονότα. Δυστυχώς όμως για εκείνον, η παραβίαση της περιοριστικής διαταγής εξανάγκασε τους επιτελείς να τον απομακρύνουν από τις πτήσεις με υποχρεωτική άδεια ενός μηνός. Κατά την διάρκεια της απουσίας του θα συνέβαιναν τρία ακόμα δυσάρεστα γεγονότα: ο Φος αύξανε επικύνδυνα το σκορ του απειλώντας να υπερβεί ακόμα εκείνο του Ριχτχόφεν, φθάνοντας τις 47 καταρρίψεις μέχρι τις 11 Σεπτεμβρίου. Τέσσερις μέρες αργότερα, ο Κουρτ Βολφ, ο τελευταίος επιζών από την πρώτη σειρά των μαθητών του βαρώνου, καταρρίφθηκε από βρετανικά Camel. Τέλος, στις 27 Σεπτεμβρίου, η γερμανική αεροπορία έχασε τον μεγαλύτερο αριστοτέχνη της αερομαχίας και επικινδυνότερο ανταγωνιστή του Ριχτχόφεν, τον 20χρονο Βέρνερ Φος, σε μία επική και αξεπέραστη αερομαχία η οποία πέρασε για πάντα στις σελίδες τις ιστορίας.

Στο ταξίδι του προς το πατρικό του σπίτι στο Σβάϊντνιτς, ο Ριχτχόφεν γινόταν αμέσως το αντικείμενο θαυμασμού του κοινού που τον αναγνώριζε αμέσως. Ένας συνεπιβάτης του στο βαγόνι της πρώτης θέσης δεν μπορούσε να πιστέψει στα μάτια του όταν συνειδητοποίησε ότι ταξίδευε με το μεγαλύτερο ίνδαλμα της Γερμανίας και του άνοιξε την συζήτηση. Ο βαρώνος αποκρινόταν πρόσχαρα και ευγενικά, αν και όλη αυτή η υποκρισία των δημόσιων εμφανίσεων είχε αρχίσει να τον κουράζει. Η συζήτηση κάποια στιγμή έφτασε και στον Μπαίλκε, αγγίζοντας μία ευαίσθητη χορδή της ψυχοσύνθεσής του.

«Εγώ είμαι απλώς ένας μαχόμενος πιλότος», είπε στον συνεπιβάτη του, «Ο Μπαίλκε ήταν ένας ήρωας». Με υποκριτική μετριοφροσύνη έκρυψε το “Blue Max” πίσω από τον σηκωμένο γιακά του χιτωνίου του για να μην προσελκύει τα βλέμματα, προσθέτοντας «Ότι έγινα το χρωστάω σε εκείνον». Κανείς δεν μπόρεσε ποτέ να υποψιαστεί την εμμονή κατέτρεχε τον διαβόητο Κόκκινο Βαρώνο με την εικόνα του Μεγάλου Δασκάλου του από τότε που τον γνώρισε για πρώτη φορά. Αν και είχε υπερβεί κατά 20 τουλάχιστον καταρρίψεις το σκορ του, μέσα του διεξαγόταν μία συνεχής πάλη ανάμεσα στο δέος που ένιωθε για τα επιτεύγματα του Μπαίλκε και την ανάγκη του να τα ξεπεράσει. Ήταν ένας διαρκής αγώνας που δεν θα σταματούσε ποτέ -μία ενδόμυχη πίεση που τον ωθούσε να ανταγωνίζεται πάντα την εικόνα του νεκρού ειδώλου του, από την οποία δεν μπόρεσε ποτέ να απαλλαγεί. Τα δύο αδέλφια, Μάνφρεντ και Λόταρ φον Ριχτχόφεν, θα ζούσαν και θα πέθαιναν με τα ίδια ψυχολογικά συμπλέγματα. Η μόνη διαφορά ήταν το αντικείμενο της ψύχωσής τους.

Όταν έφτασε στο σπίτι του η μητέρα του αναγνώρισε αμέσως την εσωτερική και εξωτερική αλλαγή που είχε υποστεί ο γιός της μετά τον τραυματισμό του: το τραύμα του ήταν βαθύ, δεν είχε επουλωθεί ακόμη και ήταν υποχρεωμένος να επισκέπτεται συχνά το τοπικό νοσοκομείο για την αλλαγή του επιδέσμου. Μερικές φορές οι πονοκέφαλοι ήταν τόσο δυνατοί ώστε σηκωνόταν από το τραπέζι και αποσυρόταν στο δωμάτιό του. Κάποτε έμοιαζε και ένιωθε άτρωτος. Τώρα τα μαλλιά του είχαν αραιώσει και είχε γίνει μελαγχολικός και ευερέθιστος. Μέσα του φαινόταν να διεξάγεται μία σιωπηλή σύγκρουση ανάμεσα στο ένστικτο της αυτοσυντήρησης και το αίσθημα του καθήκοντος. Θορυβημένη από την κατάστασή του, τον ικέτευσε για πολλοστή φορά να εγκαταλείψει τις πτήσεις, αλλά εκείνος ξέσπασε:

-Και ποιος θα έμενε να πολεμήσει αν όλοι το κάναμε αυτό; Μόνο οι στρατιώτες στα χαρακώματα;

-Ναι, αλλά ακόμα ο στρατιώτης απομακρύνεται μερικές φορές από το πεδίο της μάχης για να ξεκουραστεί, ενώ εσύ υπομένεις καθημερινά τις πιο επικίνδυνες μάχες σε ύψος 5.000 μέτρων!

Οι προτροπές της μητέρας του τον αγανάκτησαν τόσο, ώστε αποφάσισε να κλείσει οριστικά τη συζήτηση.

-Θα ήσουν ευχαριστημένη αν καθόμουν και επαναπαυόμουν στις δάφνες μου;

Η περιφρονητική απάντηση, προερχόμενη από τον Μάνφρεντ ο οποίος πάντοτε σεβόταν και τιμούσε τους γονείς του, καταδείκνυε το μέγεθος της αλλαγής που είχε υποστεί.

Μία μέρα ένα πλήθος κατοίκων της περιοχής συγκεντρώθηκε μπροστά στην πόρτα του πύργου για να χαιρετήσει τον μεγαλύτερο ήρωα της Γερμανίας. Ο πατέρας του αναγκάστηκε να τον ξυπνήσει και μετά από λίγα λεπτά εμφανίστηκε με μία σκληρή, σχεδόν εχθρική έκφραση στο πρόσωπό του που έκανε τους γονείς του να ντραπούν. Η μητέρα του αναγκάστηκε να ζητήσει συγγνώμη από τον κόσμο προβάλλοντας κάποια δικαιολογία και μόλις το πλήθος διαλύθηκε ο Μάνφρεντ έκλεισε με μία απότομη κίνηση την πόρτα. Η μητέρα του τον παρακάλεσε να είναι λίγο φιλικότερος την επόμενη φορά, γεγονός που τον εξαγρίωσε και πάλι.

«Όταν πετάω πάνω από τα χαρακώματα και οι στρατιώτες μού φωνάζουν ενθουσιασμένοι, με τα πρόσωπα τους χλωμά από την πείνα, την αϋπνία και τη μάχη, τότε νιώθω ικανοποίηση! Τότε κάτι αγαλλιάζει μέσα μου! Θα έπρεπε να το δεις: αψηφούν κάθε κίνδυνο, βγαίνουν από τα χαρακώματα και με χαιρετούν κραδαίνοντας τα όπλα τους. Αυτή είναι η ανταμοιβή μου, μητέρα. Η μεγαλύτερη ανταμοιβή μου!».

Νιώθοντας αποξενωμένος ακόμα κι από την ίδια του την οικογένεια, πέρασε τις υπόλοιπες μέρες του κυνηγώντας στο δάσος, ανυπομονώντας να βρεθεί και πάλι στο περιβάλλον που ένιωθε περισσότερο οικείο –τον πόλεμο.

Η μέρα εκείνη ήταν η 23η Οκτωβρίου 1917, αλλά δεν θα είχε τίποτα ευχάριστο να του προσφέρει. H εμφάνιση των νέων τριπλάνων δεν είχε αλλάξει σε τίποτα την κατάσταση. Η σύντομη επιχειρησιακή τους δράση είχε αποκαλύψει την αδύναμη δομική κατασκευή των πτερύγων τους η οποία προκάλεσε μία σειρά ατυχημάτων τα οποία τα κατέστησαν αναξιόπιστα. Τα Albatros εξακολουθούσαν να υποφέρουν από το ίδιο ακριβώς πρόβλημα, ενώ τα νέα Pfalz τα οποία φιλοδοξούσαν να τα διαδεχθούν αποδείχθηκαν κατώτερα. Σημαντικός αριθμός πιλότων έπεφτε θύμα των ατυχημάτων, πριν ακόμη συναντήσει τον εχθρό στον αέρα. Ο ίδιος ο Ριχτχόφεν είχε μία παρόμοια εμπειρία όταν το νέο του τριπλάνο διαλύθηκε εντελώς αδικαιολόγητα κατά την διάρκεια μίας προσγείωσης. Η παραγωγή των Fokker διακόπηκε προσωρινά και ο τύπος αποσύρθηκε μέχρι να βρεθεί λύση στο πρόβλημα. Έτσι όλα επανήλθαν στην κατάσταση που επικρατούσε πριν την εμφάνισή τους.

Η τελευταία μάχη του Υπρ είχε καταπνιγεί μέσα στη λάσπη των φθινοπωρινών πεδίων της Φλάνδρας, η οποία είχε πάρει μαζί της και τα πτώματα 250.000 βρετανών στρατιωτών. Απτόητοι από τις απώλειες και από το όραμα μίας νίκης η οποία φαινόταν διαρκώς να τους διαφεύγει, οι Βρετανοί εξαπολύουν μία νέα μαζική επίθεση στο Καμπραί, στις 20 Νοεμβρίου, χρησιμοποιώντας τα πρώτα άρματα μάχης. Η πυκνή ομίχλη και οι κακές καιρικές συνθήκες εμπόδισαν τα γερμανικά μαχητικά να υποστηρίξουν το πεζικό τους, ενώ η βρετανική πίεση ανάγκαζε πολλές μονάδες να υποχωρήσουν ανατολικότερα -ανάμεσά τους και την JG1 του Ριχτχόφεν. Μόνο στις 23 Νοεμβρίου του δόθηκε η ευκαιρία να καταρρίψει ένα βρετανικό διθέσιο –η 62η νίκη του. Στο τέλος του μηνός πληροφορήθηκε την απώλεια ενός ακόμη αγαπημένου προσώπου –του τραγικού Έρβιν Μπαίμε.

Κατά ειρωνική σύμπτωση, τον Αύγουστο του 1917 ο Μπαίμε είχε επιστρέψει στη μονάδα από όπου είχαν ξεκινήσει όλα αυτά –την Jasta 2 “Boelcke”, της οποίας ανέλαβε την διοίκηση. Έχοντας συνέλθει κάπως από το τραγικό περιστατικό του περασμένου Οκτωβρίου που είχε σημαδέψει την μοίρα του, συνέχισε να μάχεται σημειώνοντας αρκετές νίκες. Στις 24 Νοεμβρίου 1917 του απενεμήθη το “Blue Max”, αν και δεν θα προλάβαινε να το φορέσει ποτέ. Πέντε μέρες αργότερα σημείωσε την 24η και τελευταία του νίκη –ένα Camel πάνω από τα βαλτωμένα πεδία της Φλάνδρας. Αμέσως μετά βρέθηκε μόνος ανάμεσα σε υπεράριθμους αντιπάλους και συνέχισε να μάχεται με την αποφασιστικότητα και το θάρρος που τον διέκριναν πάντα. Κάποια στιγμή δέχτηκε την μοιραία ριπή και το αεροπλάνο του προσέκρουσε σε έναν πλημμυρισμένο κρατήρα. Δεν υπήρχε τίποτα ιδιαίτερο σε αυτό -στο μέτωπο υπήρχαν ένα εκατομμύριο κρατήρες και ήταν όλοι πλημμυρισμένοι. Ήταν 29 Νοεμβρίου 1917: ο Έρβιν Μπαίμε είχε σκοτωθεί ακριβώς έναν χρόνο, έναν μήνα και μία ημέρα μετά από τον αχώριστο φίλο του…

Μετά τον θάνατό του, ο Ριχτχόφεν ήταν ο τελευταίος επιζών από την αρχική σύνθεση της Μοίρας «Μπαίλκε»…Για πόσο ακόμα;

ΜΙΑ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΝΑΠΟΛΗΣΗ

Η πτώση των μύθων

Την αρχική διάσπαση των γερμανικών γραμμών στο Καμπραί ακολούθησε μία σφοδρή αντεπίθεση στις 30 Νοεμβρίου, με την οποία οι Γερμανοί ανακατέλαβαν το έδαφος που με τόσες θυσίες είχαν καταλάβει οι αντίπαλοί τους. Εκείνη τη μέρα ο Ριχτχόφεν σημείωσε την 63η νίκη του και την τελευταία του για το 1917. Η επόμενη κατάρριψη δεν θα ερχόταν νωρίτερα από τον Μάρτιο του επόμενου έτους. Αποφάσισε να καταπιαστεί με την συγγραφή του εγχειριδίου τακτικών της αερομαχίας –μία παρόμοια προσπάθεια με εκείνη που είχε ξεκινήσει ο Μπαίλκε πριν τον θάνατό του, αλλά δεν είχε προλάβει να ολοκληρώσει. Σε αντίθεση με εκείνο, το εγχειρίδιο του Ριχτχόφεν ολοκληρώθηκε και υπεβλήθη επίσημα στο γερμανικό επιτελείο. Μέσα στις σελίδες του βρισκόταν αποτυπωμένο όλο το απαύγασμα της πτητικής εμπειρίας που διέθετε –ένας πραγματικός οδηγός επιβίωσης για κάθε νέο πιλότο και το μοναδικό του είδους του σε οποιαδήποτε αεροπορία του κόσμου.

Τώρα δεν έδειχνε πλέον την ίδια διάθεση για μάχες όπως παλαιότερα και είχε προσηλωθεί περισσότερο στην εκπαίδευση των νέων πιλότων που κατέφθαναν στην Πτέρυγα. Στις διαλέξεις απαντούσε πάντοτε πρόθυμα στις ερωτήσεις, όσο απλοϊκές ή ανόητες κι αν ήταν αυτές. Αυτό όμως που εξέπλησσε πάντα τους άνδρες του ήταν η εκπληκτική ικανότητά του να παρατηρεί οτιδήποτε συνέβαινε γύρω του κατά τη διάρκεια μίας αερομαχίας: μαχόταν, προφύλασσε τα νώτα του, παρατηρούσε την τακτική εξέλιξη της μάχης και επιτηρούσε τους πιλότους του –όλα αυτά ταυτόχρονα. Στον αέρα δεν έχανε ποτέ τον αυτοέλεγχό του όσο επικίνδυνη κι αν ήταν η κατάσταση. Αυτό δημιουργούσε στους άνδρες του ένα ακλόνητο αίσθημα ασφάλειας και εμπιστοσύνης: «Αν τα πράγματα πήγαιναν άσχημα, αν βρισκόμασταν “στριμωγμένοι”, εκείνος θα μας έσωζε», είχε πει ένας πιλότος του –ένα ακόμα φυσικό χάρισμα που είχε κληρονομήσει από τον μεγάλο του μέντορα και το οποίο χαρακτήριζε μόνο όσους ήταν προορισμένοι να ηγηθούν. Μετά την επιστροφή στη βάση, μιλώντας πάντοτε ψύχραιμα, επισήμαινε όλα τα σφάλματα ή τις ορθές ενέργειες καθενός ξεχωριστά, εξετάζοντας σχολαστικά τα αεροσκάφη για ίχνη εχθρικών βλημάτων. Αν έβρισκε κάποιο, επέπληττε τον απρόσεκτο πιλότο: «Μόνο ένας αρχάριος επιτρέπει στον εαυτό του να αιφνιδιαστεί», τους έλεγε. Μερικοί κατέφευγαν συχνά σε άλλα αεροδρόμια προκειμένου να καλύψουν τις τρύπες εκεί και να αποφύγουν τις παρατηρήσεις του διοικητή τους, αλλά το έμπειρο μάτι του δεν ήταν δυνατόν να μην ξεχωρίσει τα ίχνη. Κάτι ανάλογο είχε συμβεί με τον ανθυπολοχαγό Χανς Κιρστάϊν όταν επέστρεψε από μία αερομαχία στην οποία είχε σημειώσει δύο καταρρίψεις. Ο Ριχτχόφεν έφερε έναν κύκλο γύρω από το αεροσκάφος του, με σκεπτικό ύφος. Όταν έφτασε στην ουρά σταμάτησε και έχωσε το δάχτυλό του μέσα σε μία τρύπα σαν να κατεδείκνυε κάποιον ένοχο.

«Οι δύο καταρρίψεις σου είναι αξιέπαινες, αλλά δεν θα έπρεπε να σου κοστίσουν δύο τρύπες στην ουρά. Προφανώς θα έπεσες σε κανέναν ατζαμή. Οποιοσδήποτε αξιοπρεπής πιλότος θα σε είχε ξαπλώσει στο χώμα. Να τις σημειώσεις αυτές τις τρύπες για να θυμάσαι πόσο τυχερός στάθηκες. Ένα χτύπημα από τα νώτα είναι έγκλημα! Δεν αξίζει να καταρρίπτεις δύο και μετά να καταρρίπτεσαι ο ίδιος. Πρέπει να καταρρίψεις 20, αλλά έναν-έναν κάθε φορά, με προσοχή. Και αυτό θα το καταφέρεις μόνο αν παραμείνεις ζωντανός αρκετό καιρό».

Οι δύο τελευταίες λέξεις υπονοούσαν ότι κανείς δεν ζούσε για πολύ καιρό σε αυτό το επάγγελμα, όπως σωστά είχε πει και ο Ντόσσενμπαχ πριν σκοτωθεί. Ο Ριχτχόφεν δεν έτρεφε πλέον καμία ψευδαίσθηση γύρω από αυτό. Ο ρυθμός απωλειών αυξανόταν διαρκώς κάνοντας τους επιζώντες να αντιμετωπίζουν ψυχρά το γεγονός του θανάτου των συναδέλφων τους. Στην λέσχη οι θέσεις των απόντων δεν έμεναν κενές προς ανάμνησή τους. Δεν είχε κανένα νόημα να αναπολείς τους νεκρούς συναδέλφους από τη στιγμή που χάθηκαν. Οι θανάσιμοι κίνδυνοι στη μάχη λησμονούνταν γρήγορα και τους μελλοντικούς κινδύνους δεν άξιζε να τους σκέπτεσαι, όπως ακριβώς και την ειρήνη. Έπρεπε να επιβάλλεις στον εαυτό σου μία αυτοπειθαρχία, πριν τα φυσιολογικά συναισθήματα μετατραπούν σε μοιραίες αδυναμίες. Όλοι συμβιβάζονταν με την σιωπηλή αποδοχή των συχνών θανάτων. Οι βετεράνοι απέφευγαν συνειδητά να δημιουργούν φιλίες επειδή αυτές είχαν “ημερομηνία λήξης” –στα τέλη του 1917 ο μέσος όρος ζωής ενός πιλότου ήταν δύο εβδομάδες. Ο ίδιος φυσικά είχε υπερβεί κατά πολύ αυτό το όριο, αλλά αυτός διέφερε: ήταν ένας σκληροτράχηλος βετεράνος, ο «Άσσος των Άσσων». Ήταν κι αυτός βέβαια εξ ίσου θνητός και ευάλωτος όπως οποιοσδήποτε άλλος και τώρα πια το είχε συνειδητοποιήσει καλά. Απλώς επιτύγχανε περισσότερα και άντεχε περισσότερο, πριν η νευρική εξάντληση τον προδώσει, οδηγώντας τον σε κάποιο μοιραίο σφάλμα. «Αν επιζήσω από αυτόν τον πόλεμο, σημαίνει ότι θα έχω περισσότερη τύχη, παρά μυαλό», εκμυστηρεύθηκε αστειευόμενος κάποια μέρα στους άνδρες του.

Οι εορτές των Χριστουγέννων πέρασαν με επισκέψεις στα εργοστάσια παραγωγής και σχεδίασης αεροσκαφών, περιοδείες στο Βερολίνο, επισκέψεις σε εκπαιδευτικές μονάδες πιλότων, συγκεντρώσεις και ομιλίες για ενθάρρυνση του λαϊκού αισθήματος. Στα τέλη Ιανουαρίου 1918 του χορηγήθηκε μία ακόμα άδεια και επισκέφθηκε πάλι την οικογένειά του, αλλά οι σκέψεις και τα αισθήματά του φαίνονταν να παραμένουν προσκολλημένα στους συναδέλφους του στο μέτωπο. Ένα απόγευμα κάθισε αμίλητος σε μία πολυθρόνα και κοιτούσε παλαιότερες φωτογραφίες. Η μητέρα του τον πλησίασε κοιτάζοντας μία φωτογραφία τραβηγμένη στη Ρωσία το 1915, όπου εμφανιζόταν ο Μάνφρεντ μαζί με άλλους συναδέλφους του. Ανάμεσά τους παρατήρησε και έναν χαμογελαστό, νεαρό πιλότο.

«Τι απέγινε αυτός», τον ρώτησε.

«Έπεσε στη μάχη».

Του έδειξε έναν δεύτερο και εκείνος απάντησε με τον ίδιο μοιρολατρικό τόνο. 

 «Νεκρός κι αυτός…κι αυτός…Μη συνεχίζεις. Νεκροί…όλοι νεκροί». Με μία απότομη κίνηση μάζεψε τις φωτογραφίες και τις έβαλε στην τσέπη του. Σηκώθηκε και προχώρησε προς το παράθυρο κοιτώντας έξω το τοπίο, βυθισμένος στις σκέψεις του. Είχε γίνει σκυθρωπός, απόμακρος, σχεδόν απλησίαστος. Ακόμα και τις ώρες που κοιμόταν η μητέρα του παρατηρούσε μία έκφραση πόνου να παραμορφώνει το πρόσωπό του. Πολλοί θα το ονόμαζαν «εφιάλτη», αλλά η ιατρική ορολογία ήταν «πολεμική εξάντληση» ή «μετατραυματική νευρική διαταραχή». Όμως η μητέρα του δεν το γνώριζε και εκείνος δεν μπορούσε να το παραδεχθεί: οι ήρωες έπρεπε να υπομένουν σιωπηλά τα βάσανά τους. Θέλοντας να αλλάξει το θέμα της συζήτησης, η μητέρα του τον συμβούλευσε να επισκεφθεί κάποια μέρα τον οδοντογιατρό του για κάποια σφραγίσματα που χρειαζόταν.

Εκείνος εξακολουθούσε να κοιτάζει αφηρημένα έξω από το παράθυρο.

«Πραγματικά, δεν έχει κανένα νόημα…», απάντησε.

Ήταν η τελευταία του επίσκεψη στο σπίτι του.

Επέστρεψε στη μονάδα του τον Φεβρουάριο βρίσκοντας τους πάντες να προετοιμάζονται για την μεγάλη επίθεση του στρατάρχη Λούντεντορφ η οποία φιλοδοξούσε να διασπάσει αιφνιδιαστικά το γαλλο-βρετανικό μέτωπο, πριν την αναμενόμενη επέμβαση των αμερικανικών δυνάμεων. Η Ρωσία είχε αποχωρήσει ηττημένη και επαναστατημένη. Η Γαλλία ήταν καταπτοημένη και εξαντλημένη μετά από δύο ανταρσίες του στρατού. Η Βρετανία, από τη Μάχη του Σωμ και μετά, υφίστατο συνεχώς ανεπανόρθωτες απώλειες. Με μία μοναδική για τις δυνατότητές της υπεροπλία 37 μεραρχιών έναντι 17 βρετανικών, η Γερμανία είχε επιλέξει προσεκτικά τη στιγμή για να κτυπήσει. Η 1η Πτέρυγα Μαχητικών, επανεξοπλισμένη με τριπλάνα Fokker μετά από μια σειρά βελτιώσεων στα πηδάλια ελέγχου και την κατασκευή των πτερύγων, θα βρισκόταν για μία ακόμη φορά στην αιχμή της επίθεσης.

Ο βαρώνος, χωρίς να σταματά ποτέ να αναζητά “νέο αίμα” για την μονάδα του, επιθεωρούσε τις μονάδες του μετώπου, ξεχωρίζοντας όποιους ταλαντούχους πιλότους έπεφταν στην αντίληψή του. Το βροχερό απόγευμα της 15ης Μαρτίου, συνάντησε τον ανθυπολοχαγό Ερνστ Ούντετ (Ernst Udet), διοικητή της 37ης Μοίρας, ο οποίος εκείνη τη στιγμή επέβλεπε την μετακίνηση της μονάδας του στην προετοιμασία για την Μεγάλη Επίθεση. Ο Ούντετ ένιωσε ένα ελαφρό κτύπημα στον ώμο και γύρισε αντικρίζοντας τον “Ίλαρχο” να του χαμογελά. Ο Ούντετ στάθηκε προσοχή και ο Ριχτχόφεν αντιγύρισε τον χαιρετισμό αγγίζοντας την άκρη του πηλικίου του.

-Γειά σου Ούντετ! Απαίσια μέρα σήμερα.

Ο Ούντετ παρατήρησε το ήρεμο, γεμάτο αυτοέλεγχο πρόσωπο με τα ψυχρά μάτια. Στέκονταν και οι δύο ακίνητοι μέσα στη λάσπη, με τη βροχή να κατρακυλά στα πρόσωπά τους, καθώς “ζύγιζαν” ο ένας τον άλλον.

-Πόσους έχεις ρίξει Ούντετ;

-Δεκαεννέα, κύριε. Περιμένω επιβεβαίωση για ένα ακόμα.

-Χμμμ….

Ο Ριχτχόφεν εκμεταλλεύτηκε τη σιωπή για να σκαλίσει τη λάσπη μπροστά στα πόδια του με το μπαστούνι.

-Αυτό λοιπόν σου δίνει τις προϋποθέσεις για να μπεις στη μονάδα μας. Θα ενδιαφερόσουν;

Αυτό φυσικά αποτελούσε τιμή, όχι πρόσκληση. Το πρωταρχικό κριτήριο του Ριχτχόφεν για την αξιολόγηση ενός προσώπου ήταν η αφοσίωσή του στο καθήκον. Η ποιότητα του χαρακτήρα ερχόταν σε δεύτερη μοίρα. Αν αποδείκνυες την αξία σου θα σε υποστήριζε με όλη του τη δύναμη. Αν αποτύγχανες να ανταποκριθείς στις απαιτήσεις του θα σε εγκατέλειπε στη στιγμή, χωρίς δεύτερη σκέψη. Αυτό δεν επρόκειτο βέβαια να συμβεί με τον Ούντετ, του οποίου το γνωμικό ήταν «Το να είσαι στρατιώτης σημαίνει να σκέπτεσαι μόνο τον εχθρό και τη νίκη. Τον εαυτό σου πρέπει να τον ξεχάσεις».

Η έναρξη της Μεγάλης Επίθεσης ανακοινώθηκε στα εχθρικά στρατεύματα τα ξημερώματα της 21ης Μαρτίου από τον δίωρο βρυχηθμό 6.000 γερμανικών πυροβόλων. Οι μονάδες του Ριχτχόφεν ήταν επιφορτισμένες με την υποστήριξη του πεζικού και την καταδίωξη των βρετανικών αναγνωριστικών που θα κατόπτευαν τις θέσεις του. Η κακοκαιρία των τριών πρώτων ημερών παρεμπόδισε τις αεροπορικές επιχειρήσεις, αλλά στις 24 Μαρτίου ο βαρώνος, πετώντας για πρώτη φορά με ένα κατακόκκινο τριπλάνο, ηγήθηκε ενός σχηματισμού 25 μαχητικών και σε ύψος 3.000 m ενεπλάκη με δέκα S.E.5 της 56ης Μοίρας –της πλέον διακεκριμένης βρετανικής μονάδας η οποία είχε λάβει την ανεπίσημη επονομασία “Μοίρα Αντι-Ριχτχόφεν”, αν και στην πραγματικότητα οι άσσοι της είχαν συναντήσει μόνο δύο φορές το υποψήφιο θύμα τους στον αέρα, χωρίς ποτέ να του προκαλέσουν την παραμικρή ζημιά. Μετά από μία μανιασμένη αερομαχία 20 λεπτών, ο Ριχτχόφεν, με μία μακρά ριπή, τσάκισε τα φτερά ενός S.E.5, σημειώνοντας την μοναδική επιτυχία της ημέρας.

Οι συγκρούσεις των επομένων ημερών συνεχίστηκαν με την ίδια αγριότητα. Στις 12.00 της 26ης Μαρτίου ο Ριχτχόφεν οδήγησε πέντε πιλότους του εναντίον ενός σχηματισμού χαμηλά ιπτάμενων βρετανικών μαχητικών. Ο βαρώνος βυθίστηκε εναντίον ενός ανοίγοντας πυρ από τα 50 m. Το Sopwith Dolphin τυλίχτηκε ολόκληρο στις φλόγες, μέχρι που η άτρακτός του διαλύθηκε στον αέρα. Δεκαπέντε λεπτά αργότερα ένα διθέσιο R.E.8 βρήκε το ίδιο τέλος -η 70η νίκη του.

Την επόμενη μέρα τα βρετανικά αεροσκάφη πέρασαν και πάλι τις γραμμές, βομβαρδίζοντας και πολυβολώντας το πεζικό. Τα τριπλάνα του Ριχτχόφεν, αναμένοντας την κίνηση, βρίσκονταν ήδη εκεί. Ο βαρώνος, με τον Ούντετ να πετά δίπλα του για πρώτη φορά για να τον επιβλέπει προσωπικά, κατέρριψε ένα Camel. Συνεχίζοντας την περιπολία, εντόπισαν δύο R.E.8 να καθοδηγούν το βρετανικό πυροβολικό. Ο Ούντετ, πετώντας σαν Νο 2 του Έντγκαρ Σόλτς, κοίταξε τον αρχηγό του περιμένοντας οδηγίες για την επίθεση. Εκείνος με μία κίνηση του κεφαλιού τού έδειξε προς την κατεύθυνση των εχθρικών αεροσκαφών. Το τριπλάνο του Ούντετ πλάγιασε δεξιά και αποσπάσθηκε μόνο του για να επιτεθεί. Προσπέρασε τα βρετανικά και έστριψε φέρνοντας το τριπλάνο σε πορεία μετωπικής επίθεσης. Επιλέγει τον στόχο του, τον φέρνει στο στόχαστρο και από απόσταση αναπνοής ανοίγει πυρ τινάζοντας τον κινητήρα του R.E.8 στον αέρα. Ακολουθώντας πίσω από τον Ούντετ βρισκόταν ο Ριχτχόφεν, επιτιθέμενος στο δεύτερο R.E.8 από τα νώτα, αντιμετωπίζοντας τα αμυντικά πυρά του πολυβολητή. Το κόκκινο τριπλάνο πλησίασε ακάθεκτο μειώνοντας γρήγορα την απόσταση και με μία ριπή 100 βολίδων ανέφλεξε την δεξαμενή καυσίμων του. Ο οπίσθιος πολυβολητής εξακολουθούσε να βάλει εναντίον του τριπλάνου μέσα από το φλεγόμενο αεροσκάφος, ακολουθώντας τον νεκρό πιλότο του στην πορεία του προς το έδαφος. Όταν τα δύο γερμανικά επέστρεψαν στον σχηματισμό ο Σόλτς χαιρέτησε τον Ούντετ και ο βαρώνος, κοιτώντας πάνω από τον ώμο του, του κατένευσε ενθαρρυντικά για την επιτυχία του.

Γυρνώντας τα κεφάλια τους δεξιά-αριστερά οι πέντε πιλότοι συνέχισαν να ερευνούν τον ορίζοντα. Μπροστά τους, κατά μήκος ενός στριφογυριστού δρόμου πλαισιωμένου με δένδρα, υποχωρούσε μία φάλαγγα βρετανικού πεζικού απομακρυνόμενη από την γερμανική προέλαση –ένας στόχος που ο βαρώνος δεν θα αγνοούσε για τίποτα στον κόσμο. Τα πέντε τριπλάνα βυθίστηκαν και το ένα μετά το άλλο ευθυγραμμίστηκαν κατά μήκος του δρόμου, με την θολή εικόνα των δένδρων να περνά αστραπιαία δίπλα τους. Βολίδες μικρών όπλων άρχισαν να σφυρίζουν δίπλα τους. Με υπόκωφους κρότους, μερικές έβρισκαν τον στόχο τους, τρυπώντας το ύφασμα των ατράκτων ή των φτερών ηχώντας σαν κάστανα που σκάνε στη φωτιά. Τα δάχτυλα πίεσαν τις σκανδάλες των πολυβόλων και με μικρές ρυθμίσεις του ουραίου πηδαλίου γέμισαν τον δρόμο με καυτό μολύβι. Στο τέλος της διαδρομής έστρεψαν για ένα τελευταίο πέρασμα και έφυγαν  αφήνοντας πίσω τους τον δρόμο σπαρμένο με εγκαταλελειμμένα πυροβόλα, αφηνιασμένα άλογα και ματωμένα πτώματα.

Όταν προσγειώθηκαν ο “Ίλαρχος” περπάτησε μέχρι το αεροπλάνο του Ούντετ που πηδούσε από το κόκπιτ.

«Πάντα επιτίθεσαι μετωπικά στον αντίπαλό σου, Ούντετ;», τον ρώτησε με επιτιμητικό τόνο.

«Μερικές φορές είναι αποτελεσματικό», απάντησε εκείνος. Στην περίπτωση των διθέσιων

 αναγνωριστικών ήταν πράγματι αποτελεσματική μέθοδος, αφού οι οπίσθιοι πολυβολητές είχαν εξελιχθεί σε δεινούς σκοπευτές και επικίνδυνους αντίπαλους. Δεν ήταν λίγοι οι πιλότοι μαχητικών που είχαν πληρώσει με τη ζωή τους την απερισκεψία τους, πιστεύοντας ότι τα νώτα ενός διθέσιου ήταν το πιο ευάλωτο σημείο του. Ο Ριχτχόφεν θα έπρεπε να το γνωρίζει καλά αυτό, αλλά τώρα η παλιά του δεξιοτεχνία είχε αρχίσει να τον εγκαταλείπει.

Κουνώντας καταφατικά το κεφάλι του, ο βαρώνος γύρισε να φύγει. Σταμάτησε και κοίταξε πίσω.

«Επί τη ευκαιρία,  από αύριο αναλαμβάνεις την διοίκηση της 11ης Μοίρας».

Η ημέρα δεν είχε τελειώσει ακόμα. Το απόγευμα ο Ριχτχόφεν βρισκόταν πάλι στον αέρα καταρρίπτοντας άλλα δύο αεροσκάφη μέσα σε έξι λεπτά. Η 27η Μαρτίου κατεγράφη σαν η πιο επιτυχημένη μέρα της JG1 με 13 νίκες χωρίς απώλεια –οι τρεις από αυτές ανήκαν στον βαρώνο. Η ραγδαία αύξηση των επιτυχιών του στο τελευταίο στάδιο της σταδιοδρομίας του δεν ήταν ένα μεμονωμένο φαινόμενο που οφειλόταν αποκλειστικά στις ικανότητές του. Το ίδιο συνέβαινε σε ολόκληρη τη γερμανική αεροπορία. Οι αεροπορικές νίκες κατά το τελευταίο έτος του πολέμου έμελλε να ξεπεράσουν κάθε προηγούμενο, κάνοντας ακόμη και τον “Ματωμένο Απρίλη” του 1917 να φαντάζει σαν μία απλή αψιμαχία. Η προσφορά των δύο Μεγάλων Δασκάλων της αερομαχίας, του Μπαίλκε και του Ριχτχόφεν, απέδιδε πλέον τα μέγιστα μετατρέποντας τα άπειρα “κουτάβια” σε αξεπέραστους άσσους. Ωστόσο η συντριπτική αριθμητική υπεροχή του αντιπάλου και η έλλειψη νέων πιλότων οι οποίοι θα αναπλήρωναν τις απώλειες, οδηγούσαν στο αναπόφευκτο. Ο Απρίλιος του 1918 θα ήταν ένας ακόμη Ματωμένος Απρίλης, αλλά αυτή τη φορά με διαφορετική έννοια. Το χρονόμετρο των ημερών του Κόκκινου Βαρώνου είχε αρχίσει την αντίστροφη μέτρησή του.

Στις 2 του μηνός σημείωσε την πρώτη από τις πέντε νίκες της μονάδας του: ένα R.E.8 δέχθηκε τις ανελέητες ριπές των Spandau από απόσταση δέκα μέτρων! Το απόγευμα, καθώς έπαιρνε το δείπνο του μαζί με τους συναδέλφους του, ανακάλεσε το περιστατικό σε μία σπάνια εξομολόγηση που αποκάλυπτε έναν Ριχτχόφεν κουρασμένο από τον πόλεμο.

«Όταν πετάχτηκαν οι φλόγες απείχα μόλις πέντε μέτρα από το αεροσκάφος. Έβλεπα τον πιλότο και τον πολυβολητή να στριφογυρίζουν μέσα στο πιλοτήριό για να αποφύγουν τις φλόγες… Είναι παράξενο συναίσθημα, ξέρεις: δύο άνθρωποι βρίσκονται απανθρακωμένοι κάπου εκεί έξω, ενώ εγώ κάθομαι εδώ αναπαυτικά και απολαμβάνω αυτό το υπέροχο γεύμα».

Μετά την συμπλήρωση της 75ης νίκης του ο στρατηγός Λούντεντορφ πρότεινε τον μεγαλύτερο άσσο της Γερμανίας για την απονομή των Φύλλων Δρυός στο Pour Le Merite –μία διάκριση η οποία προοριζόταν μόνο σε ανώτατους αξιωματικούς οι οποίοι έχουν κερδίσει μάχη. Η πρόταση απορρίφθηκε και ο στρατηγός  διαμαρτυρήθηκε ότι «Ο Ριχτχόφεν έχει κερδίσει πολλές περισσότερες μάχες», αλλά ακόμη και αυτό δεν ήταν αρκετό για να παραβιασθεί το αυστηρό πρωσσικό πρωτόκολλο. Ο Ριχτχόφεν αντίθετα δεν διαμαρτυρήθηκε για την απόφαση: «Ποτέ δεν υπήρξε στρατηγική νίκη. Κάθε αερομαχία, ανεξάρτητα από το πόσο μεγάλη είναι, καταλήγει πάντα σε μεμονωμένες μάχες». Πράγματι τα Φύλλα Δρυός δεν απονεμήθηκαν ποτέ σε πιλότο.

Καθώς στο έδαφος οι γερμανικές στρατιές άνοιγαν τεράστια ρήγματα στο βρετανικό μέτωπο διαδίδοντας έναν πανικό ο οποίος θύμιζε τους πρώτους μήνες του πολέμου, ο βαρώνος από τον αέρα υποστήριζε με όλες του τις δυνάμεις την προέλαση του πεζικού. Η 6η και η 7η Απριλίου στέφθηκαν με μία ακόμη σειρά επιτυχιών. Την πρώτη μέρα, μαζί με άλλους τέσσερις πιλότους του, ενεπλάκησαν σε παρατεταμένη αερομαχία με μία Μοίρα Camel τα οποία συνόδευαν σχηματισμό βομβαρδιστικών. Σύντομα ένα από τα Camel μετατράπηκε στο 76ο θύμα του βαρώνου, ενώ με το πέρας της ημέρας, οι πιλότοι του διεκδίκησαν συνολικά την κατάρριψη 10 βρετανικών αεροσκαφών χωρίς δική τους απώλεια. Στις 11.30 της επομένης, μαχόμενος και πάλι εναντίον υπεράριθμων αντιπάλων, κατέστρεψε ένα S.E.5 και μισή ώρα αργότερα ένα ακόμα Camel.

Οι βροχές των επόμενων ημερών περιόρισαν στο ελάχιστο την αεροπορική δραστηριότητα. Επηρεασμένος ίσως από την γκρίζα, θλιβερή ατμόσφαιρα των ημερών, ο Ριχτχόφεν κλείστηκε στο δωμάτιο και τον εαυτό του, πέφτοντας συχνά σε στιγμές κατάθλιψης και περισυλλογής. Έχει λεχθεί ότι οι περισσότεροι πιλότοι διαισθάνονται την στιγμή του θανάτου τους. Κανείς δεν θα μάθει αν αυτό οφείλεται σε απλή σύμπτωση ή σε κάποια μεταφυσική διαίσθηση, αλλά η εικασία αυτή είχε επαληθευτεί με τους περισσότερους από τους μεγάλους άσσους του πολέμου –όσους σκοτώθηκαν πριν και όσους θα σκοτώνονταν μετά τον Ριχτχόφεν. Ο Όσβαλντ Μπαίλκε, ο Άλμπερτ Μπωλ, ο Ζωρζ Γκυνεμέρ, ο Τζέημς ΜακΚάντεν –όλοι είχαν  εκφράσει μία διαίσθηση ή είχαν προβεί σε μία συμβολική χειρονομία αποχαιρετισμού, όταν ένιωσαν ότι πλησίαζε ο καιρός τους να “πάνε δυτικά”. Τα ίδια προαισθήματα είχαν αρχίσει να αγγίζουν και τον Ριχτχόφεν. Εκείνες τις μέρες στο ημερολόγιο του εμφανίστηκε ένα απόσπασμα εντελώς διαφορετικό από τα προηγούμενα. Αηδιασμένος από το αδιάκοπο αιματοκύλισμα τεσσάρων χρόνων πολέμου, με έντονη τη διάθεση της απομυθοποίησης και του αυτοσαρκασμού, ο Αήττητος Κόκκινος Βαρώνος, αν και παρέμενε ακόμα βαθιά αφοσιωμένος στον αγώνα, δεν φλεγόταν πλέον από την φιλοπόλεμη διάθεση του παλιού καιρού και δεν έτρεφε αυταπάτες. Τώρα, μέσα από τις γραμμές αυτού του αποσπάσματος το οποίο θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί σαν η τελευταία αναδρομή της σταδιοδρομίας του, ο ζωντανός θρύλος που όλοι είχαν συνδέσει άρρηκτα με την τύχη της Γερμανίας, φαινόταν να συντάσσει τον τελευταίο του αποχαιρετιστήριο λόγο προς την πατρίδα του, τα φιλικά του πρόσωπα, και πάνω από όλα, προς εκείνον τον άνθρωπο ο οποίος δεν έφυγε ποτέ από την σκέψη του: τον ανώνυμο Γερμανό πεζικάριο.

ΣΚΕΨΕΙΣ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΕΝΑ ΧΑΡΑΚΩΜΑ

«Από την οροφή του ορύγματός μου κρέμεται ένα πολύφωτο που κατασκεύασα από τον κινητήρα ενός αεροπλάνου που κατέρριψα. Στερέωσα λαμπτήρες επάνω στους κυλίνδρους, και τη νύχτα, καθώς ξαπλώνω και ξαγρυπνώ βυθισμένος στις σκέψεις μου, αυτό σκορπίζει το παράξενο φως του ολόγυρα. Η μάχη τώρα διεξάγεται σε όλα τα μέτωπα. Πρέπει να οπλιστούμε όλοι με δύναμη για να αντιμετωπίσουμε την απόγνωση και να εμποδίσουμε τον εχθρό να εισβάλλει στη χώρα μας. Σχηματίζω πλέον την εντύπωση ότι ο κόσμος έχει διαμορφώσει την εικόνα ενός τελείως διαφορετικού Ριχτχόφεν από αυτή που υπάρχει πραγματικά μέσα μου. Όταν διαβάζω τα παλιά αποσπάσματα του ημερολογίου μου γελάω με την ίδια μου την αναίδεια. Δεν είμαι πλέον τόσο θρασύς στο πνεύμα, γιατί τώρα μπορώ να φανταστώ την αίσθηση εκείνης της ημέρας που θα νιώσω την ανάσα του θανάτου επάνω μου. Πολλοί μου έχουν πει να εγκαταλείψω τις πτήσεις –αν επιμείνω να πετάω, κάποια μέρα, αναπόφευκτα, ο Θάνατος θα με προφτάσει. Αλλά θα ήμουν αξιολύπητος αν τώρα, φορτωμένος με όλη αυτή τη δόξα και τα παράσημα, καταδεχόμουν να ζήσω σαν συνταξιούχος της ίδιας μου της αξιοπρέπειας προκειμένου να σώσω τη ζωή μου, τη στιγμή που όλοι εκείνοι οι φουκαράδες στα χαρακώματα υπομένουν τόσες κακουχίες, πράττοντας το καθήκον τους.

Μετά από κάθε μάχη επιστρέφω με φρικτή διάθεση –σίγουρα εξ αιτίας του κρανιακού μου τραύματος. Μόλις πατήσω το πόδι μου στο έδαφος τρέχω κατευθείαν να κλειστώ στους τέσσερις τοίχους μου, χωρίς να θέλω να δω ή να ακούσω κανέναν. Ο πόλεμος δεν είναι όπως τον φαντάζεται ο κόσμος στην πατρίδα, με ζητωκραυγές και διθυράμβους. Ο πόλεμος είναι πολύ σοβαρός, πολύ θλιβερός»…

 

Η ΑΝΑΣΑ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ

   

«Ποτέ μην καταδιώκεις επίμονα έναν αντίπαλο ο οποίος

 εξακολουθεί να σου διαφεύγει για αρκετή ώρα,

είτε μέσω επιδέξιων ελιγμών, είτε λόγω κακής σκόπευσης».  

Μάνφρεντ  φον Ριχτόφεν

   

«Πρέπει να γνωρίζεις πότε να απεμπλακείς από μία μάχη,

προκειμένου να επιτεθείς αργότερα κάτω από ευνοϊκότερες συνθήκες.

Αυτή η απλή αρχή όμως είναι δύσκολο να εφαρμοστεί»

Ρενέ Φονκ

 

Η γερμανική προέλαση συνεχιζόταν με πρωτοφανείς ρυθμούς. Τα βρετανικά στρατεύματα υποχωρούσαν αφήνοντας πίσω τους 90.000 αιχμαλώτους και τεράστια ρήγματα στη γραμμή του μετώπου. Οι Γάλλοι έριχναν τις τελευταίες εφεδρείες τους στη μάχη για να σώσουν ότι ήταν δυνατόν να σωθεί. Οι βροχές συνεχίστηκαν για το τετραήμερο 16-19 Απριλίου, αλλά στις 20 ο Ριχτχόφεν οδήγησε και πάλι τους άνδρες του σε μία απογευματινή περιπολία. Στις 18.40 τα έξι τριπλάνα συνεπλάκησαν με έναν υπεράριθμο σχηματισμό Camel. Τα αεροπλάνα σκορπίστηκαν αρχίζοντας να αναμιγνύονται ελισσόμενα, το ένα πίσω από το άλλο. Βλέποντας έναν πιλότο του να κινδυνεύει, ο Ριχτχόφεν έσπευσε να τον σώσει μπαίνοντας πίσω από την ουρά του βρετανικού. Μετά από λίγες ριπές και μία εμπρηστική βολίδα στη δεξαμενή καυσίμου το Camel έπεφτε φλεγόμενο. Τρία λεπτά αργότερα είχε στο στόχαστρό του ένα δεύτερο βρετανικό, όταν τα νώτα του απειλήθηκαν από την εμφάνιση κάποιου άλλου. Ο Ριχτχόφεν ανέπτυξε ταχύτητα και διέφυγε κάτω από την άτρακτο του πρώτου Camel, κάνοντας το λάθος να το προσπεράσει. Για ελάχιστα δευτερόλεπτα τα νώτα του βρέθηκαν εκτεθειμένα στο στόχαστρο του υπολοχαγού Ντέϊβιντ Λιούις, κατά έναν τρόπο που θεωρούσε απαράδεκτο. Ο Βρετανός είχε αναγνωρίσει το κόκκινο τριπλάνο και δεν έχασε την ευκαιρία. Πάτησε τις σκανδάλες και είδε τα τροχειοδεικτικά να καρφώνονται στην ουρά του. Ο Ριχτχόφεν είχε πάντα την πεποίθηση ότι κανένα βρετανικό δεν μπορούσε να συναγωνιστεί την ευελιξία του τριπλάνου του σε κλειστή αερομαχία –και είχε δίκιο. Με έναν αδιανόητο ελιγμό το τριπλάνο πετάχτηκε επάνω δεξιά ξεφεύγοντας από την γραμμή του πυρός και την επόμενη στιγμή βρισκόταν πάλι στα νώτα του Camel –ο Λιούις είχε ξαναγίνει ο στόχος! Πλησίασε το βρετανικό τόσο κοντά ώστε όλοι νόμισαν ότι θα το εμβόλιζε. Το Camel δέχτηκε μία ριπή 50 βολίδων και μεταβλήθηκε σε πύρινη σφαίρα. Οι φλόγες περιέζωσαν το κόκπιτ. Ο Λιούις έσβησε τον κινητήρα, καθώς το Camel έπεφτε κάθετα. Λίγα δευτερόλεπτα αργότερα καρφώθηκε στο χώμα και η πρόσκρουση εκτίναξε τον Λιούις 20 μέτρα μακριά, δίπλα στο φλεγόμενο ερείπιο του πρώτου θύματος του Βαρώνου. Σώος και αβλαβής, σηκώθηκε και περπάτησε μέχρι εκεί με την ελπίδα ότι ίσως έβρισκε ζωντανό τον συνάδελφό του, αλλά μέσα στα μισολειωμένα συντρίμμια στάθηκε αδύνατον να αναγνωρίσει οτιδήποτε.

 

Η επιστροφή ήταν θριαμβευτική: το κατακόκκινο Fokker κατέβηκε σε χαμηλό ύψος πετώντας πάνω από τα κεφάλια των Γερμανών στρατιωτών κουνώντας τα ακροπτερύγια σε ένδειξη χαιρετισμού. Εκείνοι, αναγνωρίζοντας αμέσως το χαρακτηριστικό αεροσκάφος και έχοντας προσέξει το φλεγόμενο Camel να συντρίβεται στο έδαφος, πετάχτηκαν όρθιοι ζητωκραυγάζοντας τον ήρωά τους, τινάζοντας τα κράνη τους στον αέρα.

Ήταν ο τελευταίος χαιρετισμός του. Ήταν η 80η και τελευταία νίκη του -η τελευταία φορά που θα ένιωθε τόσο ολοκληρωμένος σαν μαχητής. Μόλις κατέβηκε από το αεροπλάνο του κτύπησε ενθουσιασμένος τα χέρια του: «Μα τω Θεώ! Ογδόντα! Αυτός είναι ένας αξιοπρεπής αριθμός!». Με τις διπλάσιες ακριβώς καταρρίψεις από εκείνες του ειδώλου του, ο Μάνφρεντ φον Ριχτχόφεν είχε αγγίξει το ζενίθ της σταδιοδρομίας του.

Η Κυριακή 21 Απριλίου ξημέρωσε με μία βαριά, γκρίζα ομίχλη να καλύπτει τα πάντα. Στο αεροδρόμιο της JG1 επικρατούσε μία τεταμένη ατμόσφαιρα την οποία οι πιλότοι προσπαθούσαν υποσυνείδητα να καταπνίξουν με εύθυμα πειράγματα. Ο Ριχτχόφεν αισθανόμενος την νευρικότητά τους, τούς άφησε να εκτονωθούν, συμμετέχοντας κι εκείνος στις “πλάκες” τους. Γελούσε ακόμη κι όταν είδε τον αγαπημένο του σκύλο, τον Μόριτς, να τρέχει πανικόβλητος με μία σειρά κονσερβοκούτια δεμένα στην ουρά του –κάτι ανεπίτρεπτο σε άλλες περιπτώσεις, αλλά εκείνη τη μέρα είχαν κάθε λόγο να γιορτάζουν τον μαγικό αριθμό των 80 καταρρίψεων του διοικητή τους. Ακόμη κι ο ίδιος δεν μπορούσε να το πιστέψει.

Ένας ισχυρός και σπάνιος για την περιοχή ανατολικός άνεμος άρχισε να διαλύει την ομίχλη και στις 10.30 το τηλέφωνο κτύπησε για πρώτη φορά: βρετανικά αεροσκάφη πλησίαζαν τις γραμμές. Ένα σμήνος δέκα τριπλάνων της Jasta 11 απογειώθηκαν αμέσως κάτω από την ηγεσία του βαρώνου και σύντομα συναντήθηκαν με βρετανικά Camel πάνω από την περιοχή του Σωμ. Δύο από τους άνδρες του, ο υπολοχαγός Κάργιους και ο ανθυπολοχαγός Χανς Βολφ, ενεπλάκησαν αμέσως με τρία βρετανικά, ενώ εκείνος άρχισε να καταδιώκει ένα τέταρτο με σποραδικές ριπές. Το Camel στράφηκε αμέσως δυτικά και βυθίστηκε σε χαμηλό ύψος, προσπαθώντας να διαφύγει προς τις γραμμές του. Ο Ριχτχόφεν δεν άργησε να αντιληφθεί ότι ο αντίπαλός του ήταν ένας φοβισμένος, άπειρος πιλότος –ένα εύκολο θύμα. Σαν λύκος που μυρίζεται τον φόβο του θηράματός του συνέχισε επίμονα την καταδίωξη. Λίγο ψηλότερα ένα άλλο Camel έπεφτε φλεγόμενο από τα πολυβόλα του Βολφ. Έχοντας απαλλαγεί προσωρινά από τους διώκτες του, ο νεαρός άσσος έψαξε γύρω του για το κόκκινο τριπλάνο του Ίλαρχου. Το είδε σε πολύ χαμηλό ύψος να καταδιώκει ακόμα τον αντίπαλό του, πάνω από τις βρετανικές γραμμές. Πολύ περίεργο! Ο βαρώνος δεν απομακρυνόταν ποτέ από το υπόλοιπο σμήνος του, χωρίς να έχει κάποιον να καλύπτει τα νώτα του και σίγουρα δεν εισχωρούσε ποτέ βαθιά μέσα στις εχθρικές γραμμές.

Μία ριπή 20 βολίδων θέρισε την άτρακτο και τα φτερά του Βολφ στέλνοντας το τριπλάνο σε έναν βίαιο, κλειστό ελιγμό διαφυγής. Τα Camel είχαν ανασυνταχθεί και επιτίθονταν πάλι. Κυκλωμένοι από υπεράριθμους αντιπάλους και με τον ανατολικό άνεμο να τους έχει ήδη παρασύρει δυτικά, οι Γερμανοί πιλότοι άρχισαν να ελίσσονται μανιασμένα για να σώσουν τη ζωή τους. Με την πρώτη ευκαιρία απεμπλάκησαν από τη μάχη και διέφυγαν στα ανατολικά. Όταν προσγειώθηκαν δεν έλειπε κανείς –κανείς εκτός από τον Ριχτχόφεν…

Το κυνήγι του κόκκινου τριπλάνου

Ο Βρετανός ανθυπολοχαγός Ουίλφρεντ Μαίϋ βρισκόταν στην πρώτη του αερομαχία και είχε κάθε λόγο να είναι τρομοκρατημένος. Ο αρχηγός του σχηματισμού του τον είχε συμβουλεύσει να μην αναμιχθεί στη μάχη και στη περίπτωση που δεχόταν επίθεση να διαφύγει αμέσως πίσω από τις βρετανικές γραμμές. Αλλά όπως κάθε άπειρος πιλότος που βλέπει μπροστά του εχθρικό αεροσκάφος για πρώτη φορά, ενθουσιάστηκε από την προοπτική μίας γρήγορης νίκης και μόλις άρχισε η μάχη εντόπισε ένα γερμανικό που φαινόταν εύκολο θύμα. Κράτησε τις σκανδάλες των όπλων του πατημένες περισσότερο από ότι έπρεπε και όταν τα πολυβόλα διέκοψαν απότομα το κροτάλισμά τους κατάλαβε ότι είχαν μπλοκάρει –είχε μείνει άοπλος πάνω από τις γερμανικές γραμμές. Αυτό βέβαια δεν κράτησε πολύ. Ένα κόκκινο τριπλάνο είχε έρθει να του κάνει παρέα. Με μία γρήγορη βύθιση από τα 3.500 m, ο Μαίϋ κατευθύνθηκε δυτικά ακούγοντας πίσω του να τον καταδιώκει το σποραδικό κροτάλισμα των Spandau. Κατέβηκε όσο χαμηλότερα μπορούσε και άρχισε να ελίσσεται απεγνωσμένα, 100 m πάνω από τις κορυφές των δένδρων. Όταν είδε το τριπλάνο να πλησιάζει επικίνδυνα την ουρά του, κατάλαβε ότι έπρεπε να αλλάξει τακτική. Πάνω από τον ποταμό Σωμ διέπραξε το δεύτερο και τραγικότερο σφάλμα του: επεχείρησε να διαφύγει με μία κλειστή δεξιά στροφή, χαρίζοντας στον Ριχτχόφεν την ευκαιρία που περίμενε. Το Fokker έστριψε τόσο κλειστά που εμφανίστηκε πίσω και δεξιά από το Camel, σε ιδανική θέση και απόσταση για την χαριστική βολή. Ο Ριχτχόφεν ήταν έτοιμος να πατήσει τις σκανδάλες του όταν ξαφνικά τον διέκοψε μία ριπή που γάζωσε την ουρά του! Γύρισε αστραπιαία το κεφάλι και είδε ένα Camel με κόκκινο ρύγχος να περνάει από πίσω του.

Το Camel απομακρύνθηκε στα αριστερά και ο Ριχτχόφεν φάνηκε να συνεχίζει την καταδίωξη, ασυγκίνητος από τον αιφνιδιασμό, αλλά εκείνη τη στιγμή άρχισε να δέχεται πυρά από το έδαφος. Το τριπλάνο άλλαξε γνώμη και έστριψε δεξιά σαν να ήθελε να εγκαταλείψει τη ριψοκίνδυνη καταδίωξη. Τα πυρά από το έδαφος πύκνωσαν. Μία και μοναδική βολίδα βρήκε τον Ριχτχόφεν στο δεξιό πλευρό, διαπέρασε την καρδιά και βγήκε από το αριστερό του στήθος. Το αεροσκάφος πλάγιασε νωχελικά προς τα δεξιά και έχασε σταδιακά ύψος πλησιάζοντας το έδαφος σαν να βρισκόταν ακόμα κάτω από έλεγχο. Τα ακροπτερύγια ταλαντεύτηκαν διστακτικά και τη στιγμή που οι τροχοί άγγιξαν το χώμα το ρύγχος βούτηξε απότομα μπροστά. Το τριπλάνο αναποδογύρισε ολόκληρο κτυπώντας το έδαφος με το πάνω φτερό. Κάτω από τα συντρίμμια του σωριασμένου κόκκινου Fokker βρισκόταν παγιδευμένος ο Ριχτχόφεν. Η πολυθρύλητη ζωή του είχε ήδη σβήσει 30 δευτερόλεπτα μετά από τη στιγμή που η μοιραία βολίδα είχε διαπεράσει την καρδιά του, αφήνοντάς τον νεκρό στο κάθισμά του, 12 ημέρες πριν τα 26α γενέθλιά του.

 

ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΤΗΣ ΜΟΙΡΑΙΑΣ ΒΟΛΗΣ

 

Στην τελευταία του μάχη ο βαρώνος είχε καταπατήσει τουλάχιστον πέντε από τους θεμελιώδεις κανόνες του: είχε αφήσει τα νώτα του ακάλυπτα, είχε επιμείνει πεισματικά σε μία καταδίωξη χωρίς αποτέλεσμα, είχε παρασυρθεί πίσω από τις εχθρικές γραμμές,  πετούσε σε επικίνδυνα χαμηλό ύψος, προσφέροντας τον εαυτό του σαν στόχο στα ελαφρά όπλα του πεζικού και τέλος, αρνήθηκε να εγκαταλείψει την μάχη ακόμη και όταν αιφνιδιάστηκε. Όπως συνέβη και με τους περισσότερους άσσους του Μεγάλου Πολέμου, οι αδιευκρίνιστες συνθήκες του θανάτου του απετέλεσαν ένα μυστήριο το οποίο δεν έπαψε να απασχολεί τους ερευνητές μέχρι σήμερα. Η κατάρριψή του πιστώθηκε ημιεπίσημα στον λοχαγό Ρόϋ Μπράουν ο οποίος είχε επιτεθεί αιφνιδιαστικά στα νώτα του προκειμένου να σώσει τον συνάδελφό του. Ταυτόχρονα όμως οι Αυστραλοί πολυβολητές από το έδαφος διεκδίκησαν επίσης την κατάρριψη τού τριπλάνου επίμονα -αντίθετα από τον Μπράουν ο οποίος ανέφερε απλώς ότι πυροβόλησε φευγαλέα εναντίον του τριπλάνου, με σκοπό κυρίως να αποσπάσει την προσοχή του Γερμανού. Παρόλα αυτά η απόφαση βασίστηκε στην ιατροδικαστική έκθεση σύμφωνα με την οποία το πλήγμα μπορούσε να προέλθει μόνο από κάποιο όπλο το οποίο βρισκόταν στο ίδιο ύψος με το δεξιό πλευρό του Ριχτχόφεν. Αργότερα ωστόσο, το πόρισμα της έρευνας αμφισβητήθηκε έντονα και υπάρχουν αρκετές αποδείξεις και μαρτυρίες οι οποίες το αναιρούν:

1.         Όλοι οι αυτόπτες μάρτυρες από το έδαφος επιβεβαίωσαν ότι μετά την σύντομη επίθεση του Μπράουν, ο Ριχτχόφεν συνέχισε να καταδιώκει τον Μαίϋ καλύπτοντας μία απόσταση τριών περίπου χιλιομέτρων.

2.       Την στιγμή που ο βαρώνος δέχθηκε το πλήγμα βρισκόταν σε κλειστή δεξιά στροφή, εκθέτοντας το πλευρό του στα πυρά του εδάφους, οπότε για τον θάνατό του μπορούσαν κάλλιστα να ευθύνονται οι δύο Αυστραλοί πολυβολητές, ο λοχίας Σέντρικ Πόπκιν και ο στρατιώτης Ρόμπερτ Μπιούϊ, οι οποίοι διεκδίκησαν την κατάρριψη.

      Βάσει της πρώτης μαρτυρίας και του γεγονότος ότι η βολίδα είχε διαπεράσει την καρδιά –άρα στον Ριχτχόφεν απέμεναν μόνο 20-30 δευτερόλεπτα ζωής– εξάγεται αυτονόητα το συμπέρασμα ότι η θανατηφόρα βολή αποκλείεται να προήλθε από τα πολυβόλα του Μπράουν. Μετά την ιατροδικαστική εξέταση και την πίστωση της κατάρριψης στο μητρώο του, ο Καναδός λοχαγός μετέβαλλε τους ισχυρισμούς του δίνοντας συνεντεύξεις στον τύπο και τα περιοδικά της εποχής στις οποίες αφηγείτο το περιστατικό περισσότερο “δραματοποιημένο”, παρουσιάζοντας τον εαυτό του σαν τον νικητή του Κόκκινου Βαρώνου. Οι “μαρτυρίες” αυτές υπάρχουν μέχρι σήμερα σε βιβλία που αφορούν στη ζωή και τη δράση του Ριχτχόφεν ή του Μπράουν και πίσω από τις γραμμές του κειμένου μπορεί κάποιος να διακρίνει εύκολα την γλαφυρή πέννα κάποιου συγγραφέα ή λογοτέχνη, παρά τα λόγια του Μπράουν, ο οποίος σύμφωνα με τους συναδέλφους του, δεν χειριζόταν καλά τον λόγο. Αναμφίβολα, πίσω από αυτή την λανθασμένη εκτίμηση του θανάτου του Ριχτχόφεν και την χρέωση της νίκης στον Καναδό λοχαγό κρυβόταν η βρετανική προπαγάνδα η οποία εκμεταλλεύθηκε το γεγονός για να κατασκευάσει έναν αντίστοιχο “επώνυμο” ήρωα ο οποίος της έλειπε.

Αντιθέτως οι αναφορές των δύο Αυστραλών πολυβολητών φαίνονται να πλησιάζουν περισσότερο την αλήθεια –με μία και μόνη βασική διαφορά: ο στρατιώτης Μπιούϊ ανέφερε σαφέστατα ότι έβαλλε μετωπικά εναντίον του τριπλάνου την στιγμή που εκείνο περνούσε πάνω από το κεφάλι του –γεγονός που τον αποκλείει αυτόματα! Τρίτος και τελευταίος υποψήφιος ο λοχίας Σέντρικ Πόπκιν: σύμφωνα με τις αναφορές και όλες τις σύγχρονες έρευνες, αυτός βρισκόταν στην κατάλληλη θέση και γωνία ώστε να έχει επιφέρει το μοιραίο πλήγμα. Σήμερα θεωρείται ο πιθανότερος υπεύθυνος για τον θάνατο του Κόκκινου Ιππότη της Γερμανίας, αν και την συγκεκριμένη στιγμή υπήρχαν τόσοι Αυστραλοί οι οποίοι πυροβολούσαν εναντίον του τριπλάνου, ώστε δεν αποκλείεται και η πιθανότητα ο νικητής να ήταν οποιοσδήποτε άλλος άγνωστος στρατιώτης.

 


ΤΑ ΑΕΡΟΣΚΑΦΗ

 

Αντίθετα από τους συναδέλφους τους στον επόμενο Παγκόσμιο Πόλεμο, οι Γερμανοί του Α΄ΠΠ δεν υπήρξαν ποτέ πρωτοπόροι στον αεροπορικό σχεδιασμό. Τον τίτλο αυτό κατείχαν κατά πρώτο λόγο οι Γάλλοι οι οποίοι σημείωσαν και τις πρώτες αεροπορικές επιτυχίες. Οι Γερμανοί το μόνο που επέτυχαν μέχρι και τα τέλη του 1917 ήταν απλά να αντιγράφουν τα αεροσκάφη των αντιπάλων τους, βελτιώνοντας ορισμένα από τα αδύνατα σημεία τους.

Την 1η Απριλίου 1915 έκανε την πρώτη, επαναστατική εμφάνισή του στους ουρανούς της Γαλλίας το μαχητικό μονοπλάνο Morane Saulnier N, εξοπλισμένο με το «μυστικό όπλο» της εποχής: ένα πολυβόλο το οποίο έβαλλε μέσα από τον δίσκο της έλικας. O Γάλλος πρωτοπόρος Ρολάν Γκαρρός είχε την ιδέα να τοποθετήσει επάνω στις λεπίδες της έλικας δύο ατσάλινες σφήνες οι οποίες αποστράκιζαν τις βολίδες του πολυβόλου –ο μηχανισμός φυσικά ήταν πρωτόγονος, αλλά η ιδέα απλή και αποτελεσματική. Μέσα στα επόμενα λεπτά ένα γερμανικό διθέσιο Aviatik έπεφτε φλεγόμενο από το πολυβόλο του Γάλλου πιλότου, ακολουθούμενο από άλλα τρία μερικές μέρες αργότερα. Οι Γερμανοί πανικοβλήθηκαν τόσο ώστε διέταξαν τους πιλότους να αποφεύγουν οποιαδήποτε εμπλοκή με τα γαλλικά μονοπλάνα, ενώ όρισαν και μία αμοιβή 100 Μάρκων για όποιον κατόρθωνε να αντιγράψει τα σχέδια του μηχανισμού αποστρακίσεως των βολίδων. Στις 18 Απριλίου το όνειρο των Γερμανών πραγματοποιήθηκε όταν ο Ρολάν Γκαρρός κατερρίφθη ζωντανός πίσω από τις εχθρικές γραμμές με το αεροπλάνο του άθικτο. Ο Ολλανδός σχεδιαστής αεροσκαφών Άντονυ Φόκκερ αντέγραψε το γαλλικό αεροσκάφος και αντικατέστησε τις λεπίδες αποστράκισης των βολίδων με έναν δικό του αυτόματο μηχανισμό ο οποίος διέκοπτε την δέσμη των βολίδων τη στιγμή που η λεπίδα της έλικας περνούσε μπροστά από το πολυβόλο. Το αποτέλεσμα ήταν το μονοπλάνο Fokker Ε.Ι (Eindecker=μονοπλάνο) πάνω στο οποίο πήραν το βάπτισμα του πυρός οι περισσότεροι από τους πρώτους μεγάλους Γερμανούς άσσους –Μπαίλκε, Ίμμελμαν, Ούντετ, Ριχτχόφεν. Η κατασκευή του ήταν ελαφριά, εύθραυστη και ο κινητήρας του αδύναμος, αλλά παρά τα μειονεκτήματά του, το Fokker E ανήκε ουσιαστικά στην πρώτη γενιά των γερμανικών μαχητικών. Ακολούθησαν αναβαθμίσεις και βελτιώσεις του κινητήρα και του οπλισμού οι οποίες οδήγησαν στην κατασκευή της βασικότερης έκδοσης, του Ε ΙΙΙ.

Τα πρώτα αεροσκάφη άρχισαν να παραδίδονται στις μονάδες τον Ιούλιο του 1915 και το 62ο Αεροπορικό Τάγμα στο οποίο συνυπηρετούσαν ο Μπαίλκε και ο Ίμμελμαν ήταν η πρώτη μονάδα η οποία παρέλαβε τον τύπο. Το Ε.Ι με αριθμό σειράς 3/15 ανήκε επίσημα στον Μπαίλκε ο οποίος το δοκίμασε στον αέρα για πρώτη φορά στις 31 Ιουλίου 1915 και ενθουσιάστηκε. Την επόμενη όμως ημέρα, 1η Αυγούστου, ο Ίμμελμαν, πετώντας με το ίδιο αεροσκάφος, σημείωσε την πρώτη κατάρριψη του νέου μαχητικού. Εναντίον των πρακτικά ανυπεράσπιστων βρετανικών αναγνωριστικών Β.Ε.2, τα Fokker E κέρδιζαν αλλεπάλληλες νίκες, κυριαρχώντας πάνω από το μέτωπο για τους επόμενους μήνες. Στις πρώτες τους επιχειρήσεις τα μονοπλάνα χρησιμοποιήθηκαν περισσότερο σαν αποτρεπτικό όπλο, παρά σαν μαχητικό. Επίσημα ο σκοπός τους ήταν να παρέχουν προστασία στα αναγνωριστικά. Ακόμη και στην κορυφή της επιτυχίας τους, τον Οκτώβριο και τον Νοέμβριο του 1915, τα αεροσκάφη αυτά δεν ξεπέρασαν τα 85 σε ολόκληρο το μέτωπο. Με τις επίμονες προτάσεις του, ο Μπαίλκε συνέβαλε ουσιαστικά στην συγκρότηση του κλάδου των μαχητικών, τη στιγμή που ακόμα και ο όρος αυτός ήταν ανύπαρκτος. Η τελευταία έκδοση ήταν το ΕIV, με έναν κινητήρα 160 hp και οπλισμό τριών πολυβόλων Spandau 7,92 mm τα οποία όμως αποδείχτηκαν πολύ βαριά για το ελαφρύ αεροσκάφος.

Όλα τα αεροσκάφη εκείνη την εποχή έφεραν σε όλες τις επιφάνειές τους το χαρακτηριστικό υποκίτρινο χρώμα του υφάσματος, Doped Fabric. Τα προσωπικά διακριτικά δεν συνηθίζονταν, αλλά αρκετοί πρωτοτύπησαν διακοσμώντας την άτρακτο ή και τα καλύμματα των τροχών των πρώτων Fokker E με λωρίδες των εθνικών τους χρωμάτων. Τον Φεβρουάριο του 1916 ο Μπαίλκε πετούσε με το E.IV 122/16, το οποίο είχε τους δίσκους των καλυμμάτων των τροχών βαμμένους στα τρία χρώματα της γερμανικής σημαίας.

Fok EIV 122/16

Τα μέσα του 1916 βρήκαν το Fokker Eindecker στην καμπή του. Oι Γάλλοι είχαν κάνει και πάλι το πρώτο βήμα κατασκευάζοντας το Nieuport 11 “Bebe”, ένα εκπληκτικά ευέλικτο και ταχύ διπλάνο που έσπειρε την καταστροφή πάνω από το Βερντέν, όταν οι Γερμανοί μάχονταν ακόμα με τα εύθραυστα μονοπλάνα τους. Ήδη από την αρχή του έτους ο Μπαίλκε, δυσαρεστημένος πλέον από τις επιδόσεις των Eindecker, υποστήριζε την κατασκευή ενός διπλάνου με ενισχυμένη την δομή της ατράκτου.

Nieuport Ni-11 'Bebe' (Jean Navarre)

Ο Φόκκερ ακολούθησε τις συμβουλές του και το αποτέλεσμα ήταν το Fokker D.III (D=Doppeldecker -διπλάνο) το οποίο βασιζόταν στην άτρακτο του Fokker EIV. Ο Μπαίλκε πετούσε με το προσωπικό του D.III 352/16 το οποίο παρέλαβε στις 2 Σεπτεμβρίου 1916 και το απόγευμα της ίδιας ημέρας σημείωσε την 20η κατάρριψή του. Θα πετούσε με το ίδιο αεροσκάφος μέχρι τις 17 Σεπτεμβρίου, σημειώνοντας επτά συνολικά νίκες. Αν και εκείνη τη στιγμή η γερμανική αεροπορία είχε αρχίσει να υιοθετεί κάποια σχέδια παραλλαγής στα αεροσκάφη της, το Fokker του Μπαίλκε έφερε το φυσικό χρώμα του υφάσματος χωρίς άλλα διακριτικά.

Το γερμανικό επιτελείο, ενθουσιασμένο από τις επιδόσεις του γαλλικού Nieuport, ζήτησε από τις κατασκευάστριες εταιρείες ένα παρόμοιο αεροσκάφος το οποίο θα συναγωνιζόταν τις επιδόσεις του και θα αντικαθιστούσε οριστικά τα μονοπλάνα. Κάποιες εταιρείες, όπως η Pfalz, κατασκεύασαν ένα πανομοιότυπο αντίγραφο. Η Albatros όμως κατάφερε να διατηρήσει τα πλεονεκτήματα του γαλλικού μαχητικού μέσα σε ένα διαφορετικό σχέδιο.

Το Albatros ήταν ένα βελτιωμένο Nieuport από κάθε άποψη: βάσιζε την ευελιξία του στην διαφορά του εμβαδού μεταξύ της άνω και της κάτω πτέρυγας, αλλά με μία αεροδυναμικότερη άτρακτο, έναν ισχυρό κινητήρα ευθύγραμμης διάταξης, αντί του γαλλικού περιστροφικού, και τον αυξημένο οπλισμό των δύο πολυβόλων, έναντι του ενός που διέθεταν εκείνη τη στιγμή όλα τα συμμαχικά καταδιωκτικά. Όπως ήταν φυσικό τα δύο αντίπαλα αεροσκάφη ακολούθησαν μία παράλληλη πορεία. Αμφότερα αποτέλεσαν την σπονδυλική στήλη της αεροπορίας τους μέχρι το τέλος του πολέμου, αλλά ταυτόχρονα το Albatros, μαζί με τα πλεονεκτήματα κληρονόμησε και τα μειονεκτήματα του Nieuport: θα υπέφερε πάντοτε από την αδύναμη δομική κατασκευή της κάτω πτέρυγας η οποία έτεινε να αποκολληθεί κατά τη διάρκεια βίαιων βυθίσεων.

Όταν στις 15 Σεπτεμβρίου η Jasta 2 παρέλαβε τα πρώτα της Albatros D.II, το Fokker D.IIΙ 352/16 του Μπαίλκε δεν χάθηκε. Κέρδισε μία ξεχωριστή θέση στο Αεροπορικό Μουσείο του Βερολίνου σαν ενθύμιο στην μνήμη του μεγάλου άσσου και ιδρυτή του κλάδου των γερμανικών μαχητικών, με ένα στεφάνι εναποθετιμένο κάτω από τους τροχούς του, κάθε χρόνο την μέρα της επετείου του θανάτου του, στις 28 Οκτωβρίου, έως ότου καταστράφηκε από έναν βομβαρδισμό της RAF, 27 χρόνια αργότερα, το 1943.

Τα πρώτα Albatros έφεραν στην άτρακτο το φυσικό χρώμα του ξύλου, στις άνω επιφάνειες των πτερύγων παραλλαγή πράσινου-καφέ (dark green-red brown) και στις κάτω επιφάνειες ανοικτό γαλάζιο (light blue). Τα προσωπικά διακριτικά φαίνεται να υιοθετήθηκαν από τα τέλη του 1916. Παρομοίως, το μοναδικό προσωπικό διακριτικό το οποίο έφερε το Albatros 386/16 του Μπαίλκε ήταν μία κόκκινη υφασμάτινη λωρίδα στα στυλίδια των φτερών, σαν διακριτικό του αρχηγού σχηματισμού.

Albatros D II , 386/16

Οι Γερμανοί τώρα πλέον διέθεταν ένα άριστο μαχητικό και έναν “Μεγάλο Μαιτρ”. Με την συμβολή και τις προτάσεις του Μπαίλκε, η Γερμανική Αεροπορία συνειδητοποίησε τον ρόλο των μαχητικών στην αεροπορική μάχη του Σωμ: τα μαχητικά δεν αποτελούσαν πλέον αμυντικά όπλα. Τώρα ξεχύνονταν σε μεγάλους αριθμούς, προκαλούσαν τα αντίπαλα μαχητικά σε αερομαχίες και εκκαθάριζαν έναν συγκεκριμένο τομέα του μετώπου από τα εχθρικά αεροσκάφη. Οι σύμμαχοι δυστυχώς, δεν είχαν εμπεδώσει ακόμη τα μαθήματα αυτά και θα το πλήρωναν ακριβά τον Μάρτιο και τον Απρίλιο του 1917.

Το πρώτο Albatros με το οποίο πέταξε ο Ριχτχόφεν δεν θα διέφερε από εκείνο των άλλων συναδέλφων του. Ωστόσο είναι γνωστό ότι σημείωσε τις νίκες 4-16 με το D.II 491/16 το οποίο έφερε μία λευκή λωρίδα στο ρύγχος του και με το ίδιο κατέρρρριψε στις τον λοχαγό Χώκερ στις 23/11/16. Μετά την 16η νίκη του, παρέλαβε το νέο Albatros D.III το οποίο έβαψε κόκκινο ξεκινώντας τον μύθο του Κόκκινου Βαρώνου, διατηρώντας όμως πάντοτε τις κάτω επιφάνειες των πτερύγων τους στο γαλάζιο χρώμα. Χρησιμοποίησε τουλάχιστον τρία διαφορετικά κόκκινα D.III με τα οποία σημείωσε τις νίκες 37-53. Παρά τα όσα πιστεύονται κανένα από τα αεροσκάφη που πέταξε δεν ήταν ποτέ ολόκληρο κόκκινο, με μόνη εξαίρεση το τελευταίο τριπλάνο με το οποίο σκοτώθηκε. Χαρακτηρισικά παραδείγματα τα Albatros D.V 1033/17, 1177/17 και 4693/17, των οποίων η άτρακτος παρέμεινε στο φυσικό χρώμα του ξύλου και οι κάτω επιφάνειες των φτερών σε γαλάζιο. Με το D.V 1177/17 σημείωσε τις νίκες 54-57 και με το 4693/17, τις 58, 59. Όταν τραυματίστηκε στις 6 Ιουλίου 1917 πετούσε πιθανότατα με το 1033/17, αν και άλλες πηγές αναφέρουν το 1177/17.

Albatros D II , 491/16

Ένα άλλο D.V το οποίο χρησιμοποίησε ήταν το 2059/17 με το οποίο κατέρριψε το 62ο και 63ο θύμα του. Οι κάτω επιφάνειες των πτερύγων είχαν επίσης παραμείνει γαλάζιες και το κάθετο σταθερό στο φυσικό χρώμα του ξύλου. Το πηδάλιο διεύθυνσης και μόνο, έφερε παραδόξως την γνωστή τετράχρωμη γερμανική παραλλαγή Lozenge, με τα εξάγωνα, γεγονός που υποδεικνύει ότι είχε αντικατασταθεί από άλλο αεροσκάφος.

Τα μέσα του 1917 συνέβη η μεγάλη έκρηξη στην ανάπτηξη της αεροπορικής βιομηχανίας. Όλες οι εμπόλεμες πλευρές είχαν επιδοθεί σε έναν σχεδιαστικό πυρετό νέων τύπων δίδοντας έμφαση στα τρία κρίσιμα σημεία τα οποία καθόριζαν την υπεροχή ενός μαχητικού: ευελιξία, ιπποδύναμη, ρυθμός ανόδου. Παρά τις επιτυχίες των συμμάχων σε αυτόν τον τομέα όμως, οι Γερμανοί απέτυχαν να κατασκευάσουν κάτι ανώτερο του Albatros D.V το οποίο, παρά τα προβλήματα που παρουσίαζε, παρέμεινε το βασικότερο μαχητικό τους μέχρι τα μέσα του 1918. Η Albatros έως τότε διέθετε το μονοπώλειο των αεροπορικών κατασκευών. Όταν όμως η ανάγκη της κατασκευής κάποιου καλύτερου μαχητικού έγινε επιτακτική, το επιτελείο προκήρυξε διαγωνισμό για έναν νέο τύπο στον οποίο έλαβαν μέρος όλες οι εταιρίες οι οποίες μέχρι τότε είχαν παραγκωνιστεί. Η Pfalz σχεδίασε τα D.III και D.XII τα οποία όμως δεν ανταποκρίθηκαν πλήρως στις απαιτήσεις. Τον Απρίλιο του 1917 μεγάλη εντύπωση είχε προκαλέσει η εμφάνιση ενός νέου βρετανικού μαχητικού το οποίο άφησε έκπληκτους τους Γερμανούς πιλότους με την ευελιξία του. Ήταν το τριπλάνο Sopwith. Ο ίδιος ο Ριχτχόφεν ομολόγησε ότι σε σύγκριση με το Albatros, το τριπλάνο «…είναι ταχύτερο, έχει μεγαλύτερο ρυθμό ανόδου, είναι πιο ευέλικτο, δεν χάνει ύψος σε μία στροφή και έχει τη δυνατότητα να βυθίζεται κάθετα». Ο Άντονυ Φόκκερ, φιλοδοξώντας να αναλάβει πάλι τα σκήπτρα στην αεροπορική βιομηχανία, βασίστηκε στο σχέδιο του πρωτοποριακού βρετανικού μαχητικού και κατασκεύασε το αεροπλάνο-σύμβολο του Α΄ΠΠ με το οποίο εξοπλίστηκαν αρκετές μονάδες από τον Οκτώβριο του 1917.

Το πρώτο τριπλάνο με το οποίο πέταξε ο Ριχτχόφεν ήταν το 102/17 το οποίο διατήρησε στα χρώματα της πράσινης παραλλαγής του εργοστασίου. Με αυτό σημείωσε τις νίκες 60-61 και κατόπιν αναχώρησε με άδεια. Πριν επισρέψει στις 23 Οκτωβρίου, ένας από τους καλύτερους μαθητές του, ο ανθυπολοχαγός Κουρτ Βολφ (33 νίκες), θα σκοτωνόταν σε αερομαχία στις 15 του μηνός πετώντας με το ίδιο ακριβώς αεροσκάφος.

Fokker Dr I , 102/17

Το Fokker Dr.I (Dreidecker=τριπλάνο) παρά την εκπληκτική του ευελιξία και παρά την φήμη την οποία κέρδισε όταν συνδέθηκε με το όνομα του Κόκκινου Βαρώνου, αποδείχθηκε προβληματικό. Τον Οκτώβριο, πριν ακόμα οι πιλότοι προλάβουν να εξοικειωθούν με το νέο αεροσκάφος, μία σειρά δυστυχημάτων που στοίχισαν τη ζωή σε δύο άσσους (Χάϊνριχ Γκόντερμαν, Γκύντερ Πάστορ) και προκάλεσαν την συντριβή των αδελφών Ριχτχόφεν την ίδια ακριβώς ημέρα, υποχρέωσαν το επιτελείο να προβεί στην σύσταση μίας ερευνητικής επιτροπής η οποία διέγνωσε ελαττωματική κατασκευή των πτερύγων. Τα τέλη Οκτωβρίου η εταιρία διέκοψε προσωρινά την παραγωγή. Η δομική κατασκευή των πτερύγων ενισχύθηκε και τον Φεβρουάριο του 1918  το εργοστάσιο άρχισε πάλι να παραδίδει τα αεροσκάφη στις μονάδες.

Με μόνη εξαίρεση την καταπληκτική του ευελιξία, το τριπλάνο υστερούσε αρκετά σε άλλους τομείς: ήταν αργό, με χαμηλή ιπποδύναμη και χαμηλή επιχειρησιακή οροφή, ενώ οι πιλότοι εξακολουθούσαν να προτιμούν τους κινητήρες ευθύγραμμης διάταξης, παρά τους περιστροφικούς τους οποίους θεωρούσαν αναξιόπιστους. Ακόμη όμως και με τα μειονεκτήματα αυτά, οι πιλότοι το προτιμούσαν από το Albatros. Το αποκορύφωμα των επιτυχιών της σύντομης σταδιοδρομίας του Fokker Dr.I υπήρξε το διάστημα Φεβρουάριος-Μάρτιος 1918 και κατά τη διάρκεια της μεγάλης γερμανικής επίθεσης του Λούντεντορφ θεωρείτο ένα από τα καλύτερα αεροσκάφη του μετώπου.

Τον Μάρτιο, μετά από δύο μήνες επιχειρησιακής ανάπαυσης, ο Ριχτχόφεν  σημείωσε τις νίκες 64,65 και 66 χρησιμοποιώντας το Dr.I 152/17 το οποίο ήταν κόκκινο μόνο σε ορισμένα τμήματα: το ρύγχος, την άνω πτέρυγα, τα καλύμματα των τροχών, τις δοκούς και το πίσω ήμισυ της ατράκτου. Το υπόλοιπο παρέμεινε στην τυπική παραλλαγή των δύο τόνων του olive green στις άνω επιφάνειες και light blue για τις κάτω. Πολύ παρόμοια ήταν και η εμφάνιση των 477/17, 127/17 και 161/17 τα οποία χρησιμοποίησε τον ίδιο μήνα.

Fokker Dr I , 152/17

Το τελευταίο αεροσκάφος με το οποίο πέταξε ήταν το Fokker Dr.I 425/17 –το μοναδικό ΟΛΟ κόκκινο της σταδιοδρομίας του. Αν και το χρησιμοποίησε αρκετές φορές, με αυτό σημείωσε μόνο τις δύο τελευταίες του νίκες (79-80) στις 20 Απριλίου 1918. Την επόμενη μέρα βρήκε τον θάνατο στο κόκπιτ του. Το 425/17 είχε υποστεί αρκετές χρωματικές τροποποιήσεις πριν αποκτήσει την τελευταία.

Fokker Dr I , 102/17

Fokker Dr I , 425/17

Σε όλα τα προηγούμενα αεροσκάφη τού Βαρώνου το κόκκινο είχε μία “τραχιά”, πρόχειρη όψη, επειδή το χρώμα βαφόταν στο αεροδρόμιο, από το χρωματικό στοκ της μονάδας. Αντίθετα, το κόκκινο του 425/17 είχε μία άφογη, ομοιόμορφη εμφάνιση που οδηγεί στην εικασία ότι ίσως παρεδόθη σε αυτή την κατάσταση κατευθείαν από το εργοστάσιο. Αρχικά έφερε τα τυπικά εθνόσημα του Σιδηρού Σταυρού μέσα στα λευκά τετράγωνα πλαίσια, αργότερα όμως τα πλαίσια καταργήθηκαν και καλύφθηκαν από κόκκινο χρώμα. Την ίδια περίοδο όμως (Μάρτιος 1918) τα εθνόσημα τροποποιήθηκαν κατόπιν διαταγής: τα λευκά πλαίσια καταργήθηκαν οριστικά και οι σταυροί αντικαταστάθηκαν από εκείνους με τις ευθύγραμμες πλευρές (Balkenkreuz), οπότε και το τριπλάνο απέκτησε και την τελική και πλέον διάσημη εμφάνισή του.

Ο Ριχτχόφεν σημείωσε τις 19 από τις 80 νίκες του με το τριπλάνο. Ο θάνατός του φαίνεται να σήμανε και το τέλος της δράσης του Fokker Dr.I με το οποίο είχε συνδεθεί το όνομά του. Σε κλειστές αερομαχίες όπου η ευελιξία είχε τον πρωτεύοντα ρόλο, το Fokker διέθετε την ανωτερότητα. Οι νεότεροι πιλότοι των συμμάχων είχαν διδαχθεί να αποφεύγουν να αντιμετωπίζουν το τριπλάνο σε τέτοιου είδους εμπλοκές όπου το γερμανικό μαχητικό έθετε ουσιαστικά τους δικούς του όρους στη μάχη. Αντίστοιχα, οι εμπειρότεροι αντιμετώπισαν την ευελιξία του υιοθετώντας μία νέα τακτική: πετούσαν σε μεγάλο ύψος όπου τα γερμανικά τριπλάνα δεν έφθαναν και βυθίζονταν εναντίον του εχθρικού σχηματισμού. Περνούσαν μέσα από τον σχηματισμό πολυβολώντας και με την υψηλή ταχύτητα που είχαν αποκτήσει απομακρύνονταν, αποφεύγοντας οποιαδήποτε περαιτέρω κλειστή εμπλοκή.

Τον Μάϊο του 1918 άρχισαν να εμφανίζονται στο μέτωπο τα πρώτα Fokker D.VII –αναμφισβήτητα τα καλύτερα μαχητικά του πολέμου- τα οποία στο εξής θα εξόπλιζαν το μεγαλύτερο μέρος των γερμανικών μονάδων. Τα τριπλάνα άρχισαν σταδιακά να αποσύρονται, έως ότου η παραγωγή σταμάτησε. Συνολικά κατασκευάστηκαν μόνο 320 Fokker Dr.I, τη στιγμή που λίγο πριν τη λήξη του πολέμου, υπηρετούσαν ακόμα στο μέτωπο 1000 Albatros D.V! 

Fokker D VII  

SE5a

Το γεγονός ότι ο Ριχτχόφεν και ο Βέρνερ Φος θεωρούσαν το Dr.I ανυπέρβλητο μαχητικό δεν σημαίνει ότι δεν γνώριζαν τα μειονεκτήματά του -ακριβώς το αντίθετο: γνώριζαν τέλεια τόσο τα προτερήματα, όσο και τα ελαττώματά του, αλλά ταυτόρονα γνώριζαν και πώς να εκμεταλλεύονται στο έπακρο τα πρώτα.

 

ΜΙΑ ΑΝΕΚΤΙΜΗΤΗ ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑ  

 

Η συνολική προσφορά του Μπαίλκε και του Ριχτχόφεν στην γερμανική αεροπορία δεν ήταν απλά το σύνολο των 120 καταρρίψεων οι οποίες τελικά δεν αποτελούν απαραίτητα το κριτήριο για την ικανότητα ενός άσσου –ένας από τους μύθους που ακολουθούσαν πάντοτε τον Κόκκινο Βαρώνο ήταν και το «αστρονομικό του σκορ» το οποίο ήταν βέβαια μεγάλο, αλλά όχι και τόσο απρόσιτο: ο μεγαλύτερος Γάλλος άσσος, ο Ρενέ Φονκ, επέζησε του πολέμου σημειώνοντας 75 νίκες, ενώ ο Καναδός Ουίλλιαμ Μπίσοπ επέζησε επίσης με 72 νίκες. Όμως ο Μπαίλκε και ο Ριχτχόφεν ανήκαν σε εκείνη την ξεχωριστή κατηγορία των πρωτοπόρων καθηγητών-μαχητών οι οποίοι μετέφεραν στους νεότερους την εμπειρία τους, τους δίδαξαν την επιβίωση και επινόησαν πρώτοι τις θεμελιώδεις τακτικές της αερομαχίας τις οποίες ακολούθησαν όλοι οι υπόλοιποι μετά από αυτούς. Δεν είναι τυχαίο ότι κάτω από τις διαταγές των δύο αυτών πιλότων υπηρέτησαν οι μεγαλύτεροι ανερχόμενοι άσσοι της Γερμανίας.

Στην πλευρά των συμμάχων οι μεγαλύτεροι άσσοι της κρίσιμης περιόδου 1916-17 (Άλμπερτ Μπωλ, Μπίλλυ Μπίσοπ, Ζωρζ Γκυνεμέρ, Σαρλ Νανγκεσέρ), αν και δεν υστερούσαν καθόλου σε ικανότητες έναντι των αντιπάλων τους, υπήρξαν αποκλειστικά αυτοδίδακτοι και ανήκαν στην σχολή των λεγόμενων “μοναχικών κυνηγών”. Το μόνο πράγμα που είχαν διδαχθεί από τους παλαιότερους ήταν πώς να πετούν με ασφάλεια το αεροσκάφος, πώς να διατηρούν τη θέση τους στον σχηματισμό και κάποιες βασικές οδηγίες που αφορούσαν στην σκοποβολή. Κατόπιν έμαθαν μόνοι τους να μάχονται και να επιβιώνουν, πετώντας κυρίως σε μοναχικές περιπολίες. Για τους συμμάχους η αερομαχία ήταν ένα είδος προσωπικής μονομαχίας και η επιβίωση θεωρείτο αποκλειστικά ατομική ευθύνη. Κατά αυτόν τον τρόπο δεν ενδιαφέρθηκαν ποτέ να αναπτύξουν το ομαδικό πνεύμα της συνεργασίας και της αλληλοκάλυψης που διέπνεε τους Γερμανούς στον αέρα και τους χάρισε μία σαφή ποιοτική υπεροχή έναντι των αντιπάλων τους. Το θεμελιώδες δόγμα του Μπαίλκε και του Ριχτχόφεν ότι πρώτιστο καθήκον του αρχηγού δεν ήταν να μάχεται, αλλά να επιβλέπει τους πιλότους του, παρέμεινε κάτι εντελώς άγνωστο στην αντίπαλη πλευρά, από όπου απουσίαζαν οι τακτικές ιδιοφυίες του μεγέθους των δύο Γερμανών άσσων. Για τους Βρετανούς, τέτοιοι πιλότοι όπως ο Τζέημς ΜακΚάντεν και ο Έντουαρντ Μάννοκ, θα εμφανίζονταν μόνο μετά τα μέσα του 1917 και θα ανελάμβαναν διοίκηση Μοιρών μόνο στα μέσα του επόμενου χρόνου, όταν ο πόλεμος πλησίαζε στο τέλος του. Αυτοί όμως ήταν ελάχιστοι και ήταν δύσκολο τότε να ανατρέψουν την νοοτροπία που είχε δημιουργηθεί.

Τα μαθήματα του πρώτου αεροπορικού πολέμου δεν εμπεδώθηκαν με αποτέλεσμα η άγνοια να διατηρηθεί ακόμη και μέσα στον Β΄ΠΠ, κάνοντας τις επιδόσεις της Luftwaffe να φαντάζουν απίστευτες. Το πνεύμα και η παράδοση των Μπαίλκε-Ριχτχόφεν μεταλαμπαδεύτηκαν και διατηρήθηκαν με τους Άντολφ Γκάλλαντ, Βένρερ Μέλντερς, αλλά και τους λιγότερο γνωστούς Βάλτερ Έζαου και Γκέοργκ-Πέτερ Έντερ –για να αναφέρουμε μόνο ελάχιστους- οι οποίοι δημιούργησαν με τη σειρά τους ένα άλλο πλήθος δάσκαλων-άσσων, διατηρώντας έτσι το επίπεδο του μέσου Γερμανού πιλότου πάντοτε ανώτερο από εκείνο των αντιπάλων του μέχρι και τις τελευταίες μέρες του πολέμου. Την ίδια στιγμή στην αντίπαλη πλευρά οι Αμερικανοί πιλότοι ενδιαφέρονταν μόνο για την αύξηση των καταρρίψεών τους με οποιοδήποτε μέσον: ορισμένοι κατασκεύαζαν “πλαστές” καταρρίψεις, διέβαλλαν όποιον συνάδελφό τους προηγείτο κατά δύο ή τρεις νίκες και αρνούνταν να αναγνωρίσουν την υπεροχή του αντιπάλου τους, διατεινόμενοι σαρκαστικά ότι «Οι Γερμανοί μετρούν τους κινητήρες των αεροσκαφών που καταρρίπτουν, και όχι το αεροσκάφος»!!!

  

Επιστροφή στην Σελίδα 1

Return to the Home Page