- Σελίδα     1 / 2 -

Ostwald Boelcke

OSWALD BOELCKE

MANFRED VON RICHTHOFEN

ΔΑΣΚΑΛΟΣ ΚΑΙ ΜΑΘΗΤΗΣ  

<        >

Manf.v.Richthofen

 

ΣΤΗΝ ΑΥΓΗ ΚΑΙ ΤΗ ΔΥΣΗ ΤΟΥ ΑΕΡΟΠΟΡΙΚΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ  

                                                                                                  Άγγελου Ν. Δαλασσηνού

 

 

ΣΕ ΜΙΑ ΕΠΟΧΗ ΟΠΟΥ Η ΚΑΤΑΡΡΙΨΗ ΕΝΟΣ ΑΕΡΟΠΛΑΝΟΥ ΑΠΟΤΕΛΟΥΣΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟ ΤΗΝ ΕΞΑΙΡΕΣΗ, ΠΑΡΑ ΤΟΝ ΚΑΝΟΝΑ, ΥΠΗΡΞΑΝ ΔΥΟ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΟΙ ΟΠΟΙΟΙ ΑΝΗΓΑΓΑΝ ΤΗΝ ΑΕΡΟΜΑΧΙΑ ΣΕ ΜΙΑ ΕΞΕΙΔΙΚΕΥΜΕΝΗ ΜΟΡΦΗ ΠΟΛΕΜΟΥ, ΕΦΑΡΜΟΖΟΝΤΑΣ ΠΡΩΤΟΙ ΑΠΟ ΟΛΟΥΣ ΤΙΣ ΔΙΑΧΡΟΝΙΚΕΣ ΤΑΚΤΙΚΕΣ ΤΗΣ. Ο ΠΡΩΤΟΣ ΗΤΑΝ Ο «ΠΑΤΕΡΑΣ ΤΩΝ ΜΑΧΗΤΙΚΩΝ», Ο ΛΟΧΑΓΟΣ ΟΣΒΑΛΝΤ ΜΠΑΙΛΚΕ: ΣΕ ΗΛΙΚΙΑ 25 ΕΤΩΝ ΗΤΑΝ Ο ΝΕΟΤΕΡΟΣ ΛΟΧΑΓΟΣ ΤΟΥ ΓΕΡΜΑΝΙΚΟΥ ΣΤΡΑΤΟΥ, ΚΑΤΟΧΟΣ ΤΩΝ ΑΝΩΤΕΡΩΝ ΠΟΛΕΜΙΚΩΝ ΔΙΑΚΡΙΣΕΩΝ ΤΗΣ ΧΩΡΑΣ ΤΟΥ ΚΑΙ Ο ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΟΣ ΑΣΣΟΣ ΤΗΣ -ΕΚΕΙΝΟΣ ΠΟΥ ΜΕΣΑ ΣΕ ΕΛΑΧΙΣΤΟΥΣ ΜΗΝΕΣ ΜΕΤΕΤΡΕΨΕ ΤΗΝ ΓΕΡΜΑΝΙΚΗ ΑΕΡΟΠΟΡΙΑ ΑΠΟ ΑΝΟΡΓΑΝΩΤΟ ΣΩΜΑ ΣΕ ΟΠΛΟ ΟΛΕΘΡΟΥ.

Ο ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΗΤΑΝ Ο ΛΟΧΑΓΟΣ ΜΑΝΦΡΕΝΤ ΦΟΝ ΡΙΧΤΧΟΦΕΝ. ΓΝΩΣΤΟΣ ΣΑΝ “ΚΟΚΚΙΝΟΣ ΒΑΡΩΝΟΣ” ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΟΙΝΗ ΓΝΩΜΗ Ή ΑΠΛΑ “Ο ΙΛΑΡΧΟΣ” ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΑΝΔΡΕΣ ΤΟΥ, Ο ΠΟΛΥΘΡΥΛΗΤΟΣ ΑΣΣΟΣ ΚΑΤΕΛΗΞΕ ΣΑΝ ΜΙΑ ΜΟΡΦΗ ΑΛΛΟΙΩΜΕΝΗ ΑΠΟ ΤΟ ΠΑΡΑΜΟΡΦΩΤΙΚΟ ΠΡΙΣΜΑ ΕΝΟΣ ΜΥΘΟΥ ΠΟΥ ΞΕΠΕΡΑΣΕ ΤΗΝ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ. Ο ΒΑΡΩΝΟΣ ΡΙΧΤΧΟΦΕΝ  ΗΤΑΝ Ο ΠΡΩΤΟΣ ΨΥΧΡΟΣ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΑΣ ΣΤΟ ΚΑΙΝΟΦΑΝΕΣ ΚΑΙ ΘΑΝΑΤΗΦΟΡΟ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑ ΤΗΣ ΑΕΡΟΜΑΧΙΑΣ, ΑΛΛΑ ΤΑΥΤΟΧΡΟΝΑ ΚΑΙ ΜΙΑ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΤΗΤΑ ΠΟΥ ΔΙΑΚΑΤΕΧΟΤΑΝ ΑΠΟ ΤΑ ΔΙΚΑ ΤΟΥ ΣΥΜΠΛΕΓΜΑΤΑ.

Ο ΜΠΑΙΛΚΕ ΕΜΕΙΝΕ ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΣΑΝ Ο «ΜΕΓΑΛΟΣ ΔΑΣΚΑΛΟΣ». Ο ΡΙΧΤΧΟΦΕΝ, ΣΑΝ Ο ΧΑΡΙΣΜΑΤΙΚΟΤΕΡΟΣ ΜΑΘΗΤΗΣ ΤΟΥ.

 

 

ΜΟΝΟΜΑΧΙΑ ΣΤΟ ΔΑΣΟΣ ΜΠΩΒΙΝΚΟΥΡ

 

Η Κυριακή 6 Ιουλίου 1915 είχε όλα τα χαρακτηριστικά εκείνων των ημερών που σιχαίνονταν οι πιλότοι των αναγνωριστικών: ήταν μία ηλιόλουστη, καλοκαιρινή μέρα, ιδανική για εναέρια παρατήρηση και φωτογράφηση πάνω από τα χαρακώματα, όπου οι αντίπαλοι στρατιώτες θα είχαν όλη την άνεση να εξασκηθούν στη σκοποβολή εναντίον των πιλότων οι οποίοι ήλπιζαν ότι το επίμονο βούισμα του κινητήρα τους θα τους προκαλούσε αρκετό πονοκέφαλο ώστε να αστοχήσουν. Τα δύο διθέσια Albatros C.I που είχαν αναλάβει αυτό το δύσκολο καθήκον πάνω από τις γαλλικές γραμμές εκείνη τη μέρα, είχαν περατώσει επιτυχώς την αποστολή τους και βιάζονταν να επιστρέψουν, όταν τα μάτια ενός πιλότου εντόπισαν ένα διθέσιο Morane Saulnier Parasol που τους πλησίαζε από μεγαλύτερο ύψος. Ο 24χρονος ανθυπολοχαγός Όζβαλντ Μπαίλκε (Oswald Boelcke) είχε μεγάλη εμπιστοσύνη στις ικανότητες του πολυβολητή του, τον ανθυπολοχαγό Χέλμουτ φον Βύλις (Helmut von Wuelisch) και ένιωθε την διάθεση να καταδιώξει το γαλλικό αεροπλάνο.

Θέλοντας να αποφύγει μία εμπλοκή όπου ο αντίπαλος θα είχε το πλεονέκτημα του ύψους, βυθίστηκε μακριά χρησιμοποιώντας τα εδαφικά χαρακτηριστικά για να αποκρύψει το αεροπλάνο του από τον αντίπαλό του. Το τέχνασμα πέτυχε και το Parasol πέρασε ανύποπτο πολλά μέτρα ψηλότερα εισχωρώντας μέσα στις γερμανικές γραμμές. Ο Μπαίλκε άνοιξε την ταχύτητά του και κερδίζοντας σταδιακά ύψος βρέθηκε σε μία ιδανική θέση, πίσω και δεξιά από το θύμα του. Ο Βύλις έστρεψε το πολυβόλο του και είδε το Parasol να εξακολουθεί να πετάει ευθεία χωρίς να έχει αντιληφθεί ότι κάποιος βρισκόταν στην ουρά του. Ο οπίσθιος πολυβολητής φαινόταν χαμένος σε έναν εντελώς άλλο κόσμο, κοιτώντας επίμονα το έδαφος σαν να έβρισκε κάτι εξαιρετικά ενδιαφέρον εκεί.

Ο Βύλις άνοιξε πυρ από τα 40 m και η ριπή του επανέφερε τους Γάλλους πιλότους στη βίαιη πραγματικότητα. Το Parasol έπεσε σε μία άγρια περιδίνηση προσπαθώντας να ξεφύγει, αλλά κάθε φορά που ο Γάλλος ευθυγράμμιζε το αεροπλάνο του, ο Μπαίλκε βρισκόταν στην ουρά του. Οι βυθίσεις ακολουθούσαν η μία την άλλη και οι κλειστές στροφές προκαλούσαν ίλιγγο καθώς η ταχύτητά τους ανέβαινε στα 130 km/h, για να πέσει απότομα στα 65 km/h, με τα αεροπλάνα να ανταλλάσσουν ριπές στα όρια της απώλειας στήριξης, 500 m πάνω από το έδαφος.

Η καταδίωξη είχε παρασύρει τα αεροπλάνα 30 km πίσω από τις γερμανικές γραμμές και οι Γάλλοι πολίτες της περιοχής τα παρακολουθούσαν να καταδιώκονται ανελέητα επί μισή ώρα χωρίς αποτέλεσμα. Οι δύο αντίπαλοι μπήκαν σε μία τελευταία ελαφρά βύθιση με το Albatros να ολισθαίνει σταδιακά στα αριστερά του Parasol, σταθερά κολλημένο στα νώτα του. Όταν βρέθηκε σχεδόν παράλληλα μαζί του, οι δύο πολυβολητές έστρεψαν τα πολυβόλα τους σε μία προσωπική μονομαχία και άνοιξαν ταυτόχρονα πυρ. Ο Γάλλος ήταν νευρικός. Η ριπή του αστόχησε από μία απόσταση πολύ μικρή για να συγχωρεί λάθη. Η πρώτη ριπή του Βύλις γάζωσε το σώμα του αντιπάλου του και η δεύτερη την άτρακτο του Morane Saulnier από άκρη σε άκρη. Το Parasol βυθίστηκε κάθετα και περιστράφηκε δύο φορές πριν συντριβεί σε ένα δάσος.

Ο Μπαίλκε προσγείωσε το αεροπλάνο του κοντά στο σημείο της πρόσκρουσης και εξέτασε τα συντρίμμια. Στο εσωτερικό του Parasol οι δύο πιλότοι κείτονταν νεκροί -ο πιλότος με επτά βολίδες στο σώμα του, ο πολυβολητής με πέντε. Γύρω του είχαν αρχίσει να συγκεντρώνονται οι Γάλλοι χωρικοί που είχαν παρακολουθήσει συγκλονισμένοι το αεροπλάνο με τα εθνικά τους χρώματα να καταρρίπτεται.

«Πως ονομάζεται εδώ η περιοχή;» τους ρώτησε ο Μπαίλκε.

«Δάσος Μπωβινκούρ», του απάντησε κάποιος. «Κι αυτός εκεί είναι ο ιδιοκτήτης του –ο ίδιος ο κόμης ντε Μπωβινκούρ!», συμπλήρωσε, δείχνοντας τον νεκρό πολυβολητή.

Ο Μπαίλκε και ο Βύλις κατάλαβαν τι είχε συμβεί: ο Γάλλος κόμης είχε απορροφηθεί κοιτώντας τα κτήματα της κατακτημένης πατρικής του γης, την οποία αντίκριζε για πρώτη φορά μετά την έναρξη του πολέμου…

ΑΝΕΡΧΟΜΕΝΟΙ ΑΕΤΟΙ

 

Ο Όζβαλντ Μπαίλκε είχε γεννηθεί στο Γκεμπιχενστάϊν της Σαξονίας στις 9 Μαΐου 1891. Ήταν το τρίτο από τα έξι παιδιά της οικογένειας ενός δασκάλου ο οποίος πάντοτε ήθελε τα παιδιά του να ακολουθήσουν στρατιωτική σταδιοδρομία. Στα νεανικά του χρόνια, η κυριότερη ασχολία του Όζβαλντ ήταν ο αθλητισμός -είχε διακριθεί για τις επιδόσεις του στην κολύμβηση, την κωπηλασία, την ορειβασία και το σκι, ενώ ταυτόχρονα έδειχνε κλίση στα φιλολογικά μαθήματα. Παρόλα αυτά η λάμψη της στρατοκρατικής Γερμανίας του Κάϊζερ φαίνεται ότι στάθηκε ακαταμάχητη για τον 20χρονο νεαρό. Το 1911 κατετάγη στην Στρατιωτική Ακαδημία και στα τέλη του 1913 έγινε δεκτός στην Αεροπορία. Έναν χρόνο αργότερα, στις 15 Αυγούστου 1914, βρέθηκε να πολεμάει για κάποιον λόγο που δεν είχε πολυκαταλάβει, όπως τόσα άλλα εκατομμύρια στρατευμένων νεαρών της εποχής του.

Τον Σεπτέμβριο του ίδιου έτους τοποθετήθηκε στο 13ο Αεροπορικό Τάγμα, όπου πετούσε σαν πιλότος με τα διθέσια Albatros BII πάνω από το μέτωπο της Καμπανίας στην Γαλλία, έχοντας σαν παρατηρητή τον κατά πέντε έτη μεγαλύτερο αδελφό του, Βίλχελμ. Αν και η αεροπορία ήταν πασίγνωστη για τα γλέντια της και την συντροφικότητα του προσωπικού της, τα δύο αδέλφια δεν ήταν ιδιαίτερα δημοφιλή ανάμεσα στους συναδέλφους τους. Λιγομίλητοι, αφοσιωμένοι στο καθήκον και απέχοντας από τις ψυχαγωγικές δραστηριότητες των συναδέλφων τους, θεωρήθηκαν αλαζόνες και απόμακροι επειδή το μόνο που τους ενδιέφερε ήταν να βελτιώνουν τις επιδόσεις τους και να προσθέτουν περισσότερες ώρες πτήσης στο ενεργητικό τους. Πράγματι, μέχρι τον Οκτώβριο τα αδέλφια Βίλχελμ και Όζβαλντ Μπαίλκε είχαν καταφέρει να συμπληρώσουν 50 αποστολές -αριθμός ο οποίος άγγιζε τα όρια του ρεκόρ- και να τιμηθούν αμφότεροι με τον Σιδηρού Σταυρό. Ωστόσο το προνόμιο της συνυπηρέτησης των δύο αδελφών στην ίδια μονάδα προκάλεσε πολλές διενέξεις μεταξύ των άλλων πιλότων, οπότε αποφάσισαν να ακολουθήσουν διαφορετική πορεία. Έτσι ο Βίλχελμ μετατέθηκε στο ανατολικό μέτωπο, ενώ τον Απρίλιο του 1915, ο Όσβαλντ βρέθηκε να υπηρετεί στο νεοσύστατο 62ο Αεροπορικό Τάγμα, στο Ντουαί της Γαλλίας, σε μία εποχή όπου οι επιτυχίες των πρώτων γαλλικών μαχητικών μονοπλάνων Morane Saulnier σκορπούσαν τον τρόμο ανάμεσα στα άοπλα πληρώματα των γερμανικών αναγνωριστικών.

Το παράσημο του Σιδηρού Σταυρού

Εκείνη την περίοδο ο σχεδιαστής αεροσκαφών Άντονυ Φόκκερ εργαζόταν πυρετωδώς επάνω στον σχεδιασμό ενός αντίστοιχου μονοθέσιου μαχητικού αεροσκάφους το οποίο θα μπορούσε να αντιμετωπίσει τα γαλλικά. Το Fokker Eindecker I ήταν ένα ελαφρύ αεροσκάφος, οπλισμένο με ένα πολυβόλο ρυθμισμένο να βάλλει δια μέσου του δίσκου της έλικας, χάρη στην κατασκευή ενός αυτόματου μηχανισμού. Ο αρχηγός της Γερμανικής Αεροπορίας είχε υποσχεθεί στον Φόκκερ τον Σιδηρού Σταυρό αν ο μηχανισμός του κατάφερνε να καταρρίψει ένα εχθρικό αεροσκάφος, οπότε μόλις η κατασκευή ολοκληρώθηκε, ο Φόκκερ αναζήτησε αμέσως έναν έμπειρο πιλότο που θα το δοκίμαζε στον αέρα. Μέχρι τότε οι Γάλλοι διέθεταν το αποκλειστικό μονοπώλιο των αεροπορικών επιτυχιών, οπότε η επιλογή του Μπαίλκε μετά την κατάρριψη του απρόσεκτου κόμη Μπωβινκούρ, ήρθε σαν φυσικό επακόλουθο -ήταν η πρώτη αεροπορική νίκη των Γερμανών, η πρώτη επιβεβαιωμένη νίκη του Μπαίλκε και ταυτόχρονα η τελευταία του με διθέσιο αεροπλάνο. Τις αμέσως επόμενες μέρες ο νεαρός ανθυπολοχαγός διατάχθηκε να αξιολογήσει την αποτελεσματικότητα του νέου όπλου. Τον Δεκέμβριο του 1915 ο Μπαίλκε έκανε τις πρώτες πτητικές δοκιμές του αεροσκάφους και δεν μπορούσε να κρύψει τον ενθουσιασμό του: «Ο Φόκκερ μου έκανε το ωραιότερο Χριστουγεννιάτικο δώρο της ζωής μου. Το απολαμβάνω καθημερινά σαν μικρό παιδί!».

Το Eindecker του Immelman επιτίθεται σε ένα DH2

Αρχίζοντας τις πρώτες περιπολίες πάνω από τις γερμανικές γραμμές, έμαθε να εκμεταλλεύεται την ταχύτητα, την ευελιξία και τον γρήγορο ρυθμό ανόδου του Fokker, μελετώντας ταυτόχρονα και τις επιδόσεις των αντιπάλων του, ώστε να προσαρμόζει ανάλογα τις δικές του τακτικές. Συνήθιζε να ανεβαίνει στα 1.500 m –ένα ύψος που σπανίως άγγιζαν τα συμμαχικά αεροπλάνα- εκμεταλλευόμενος την κάλυψη των νεφών και την θέση του ήλιου για να επιτεθεί. Παρακολουθούσε το θύμα του και την κατάλληλη στιγμή βυθιζόταν στα νώτα του ρίχνοντας σύντομες ριπές από μικρή απόσταση.

Κάτω από συνθήκες άκρας μυστικότητας, δύο μοναδικά Fokker Eindecker χορηγήθηκαν στο αεροδρόμιο του Ντουαί, με τα οποία ο Μπαίλκε θα άρχιζε να εκπαιδεύει το προσωπικό. Ένας από τους πρώτους μαθητές του ήταν και ο Μαξ Ίμμελμαν (Max Immelmann), ένας νεοφερμένος συνομήλικος του, του οποίου η μοναδική διάκριση ήταν η καταστροφή τεσσάρων αεροσκαφών –όλα γερμανικά! Λεγόταν ότι ο Ίμμελμαν μέχρι τότε σπανίως προσγειωνόταν -τις περισσότερες φορές απλά…“επέστρεφε” στη βάση του με τα πόδια. Οι επιδόσεις του στη σκοποβολή δεν ήταν καλύτερες: κατά τη διάρκεια μίας εξάσκησης, από μία ριπή 60 βολίδων μόνο τρεις είχαν βρει τον στόχο!

Από τις πρώτες κιόλας εκπαιδευτικές περιπολίες, ο Μπαίλκε τον δίδαξε τα πλεονεκτήματα της συνεργασίας και του αιφνιδιασμού. Για τον Μπαίλκε η αερομαχία δεν έπρεπε να είναι ένας μεμονωμένος, ατομικός πόλεμος. Οι πιλότοι έπρεπε να ενεργούν και να μάχονται σαν ομάδα. Μία από τις πρώτες τακτικές που εφάρμοσε ήταν ο ρόλος του δεύτερου πιλότου ο οποίος ερευνούσε τον ουρανό και κάλυπτε τα νώτα τού αρχηγού του, όταν εκείνος είχε στραμμένη την προσοχή του στην καταδίωξη ενός αντιπάλου. Τον ρόλο αυτόν τώρα, θα τον έπαιζε ο Ίμμελμαν και προς μεγάλη έκπληξη τού Μπαίλκε, ήταν εκείνος που θα σημείωνε την πρώτη κατάρριψη με το νέο αεροσκάφος, την 1η Αυγούστου 1915. Έκτοτε οι δύο τους αποτέλεσαν ένα αχώριστο κυνηγετικό δίδυμο όπου ο ένας προστάτευε τον άλλο.

Στο έδαφος όμως, δάσκαλος και μαθητής δεν είχαν τίποτα κοινό. Την στιγμή που ο Μπαίλκε είχε αρχίσει να χάνει την φήμη του αντικοινωνικού συναδέλφου στριμώχνοντας πίσω από το κάθισμα του Fokker του όμορφες νοσοκόμες για να τους δώσει το…“βάπτισμα του αέρα”, ο “ασκητικός” μαθητής του απείχε από παρόμοιες εκδηλώσεις. Τα απογεύματα, όταν όλοι οι πιλότοι πήγαιναν στη λέσχη για να διασκεδάσουν και να παίξουν χαρτιά, ο Μπαίλκε ήταν ο πρώτος που καθόταν στο τραπέζι και ο τελευταίος που σηκωνόταν -πάντοτε κερδισμένος. Όπως ανακάλυψαν γρήγορα οι συνάδελφοί του, στην τράπουλα και στον αέρα ο Μπαίλκε ήταν πάντοτε ένας σιωπηλός και επικίνδυνος αντίπαλος. Όταν όμως ο καπνός γύρω από τα τραπέζια άρχιζε να πυκνώνει και το κέφι άναβε, ο Ίμμελμαν επέστρεφε στο δωμάτιό του. Κοντός, ισχνός, ασθενικός και πάντοτε σοβαρός, ο Ίμμελμαν δεν απολάμβανε τίποτα και δεν του άρεσε τίποτα, εκτός από το καθήκον του. Δεν έπινε, δεν κάπνιζε, δεν ξενυχτούσε, απέφευγε το κρέας και έδειχνε αδιαφορία ακόμα και για τις γυναίκες –ένα ιδιαίτερα αποκρουστικό ελάττωμα για οποιονδήποτε στρατιώτη. Παρά όμως τις διαφορές του χαρακτήρα τους και τις πρώτες κακές επιδόσεις του Ίμμελμαν στην πτήση, ο Μπαίλκε έμεινε ικανοποιημένος γιατί φαινόταν να έχει εμπεδώσει τα μαθήματά του και πάνω από όλα, είχε καταφέρει αυτό που την εποχή εκείνη θεωρείτο ένα ανεξήγητο μεταφυσικό μυστήριο -να καταρρίψει ένα εχθρικό αεροσκάφος.

Οι αυστηρές εντολές που είχε λάβει ο Μπαίλκε ήταν να μη πετάξει ποτέ με το μονοπλάνο πάνω από εχθρικό έδαφος. Ο αυτοματοποιημένος συγχρονιστικός μηχανισμός του πολυβόλου θεωρείτο το «μυστικό όπλο» της εποχής και οι Γερμανοί δεν διακινδύνευαν να αφήσουν ένα Fokker να πέσει στα χέρια του εχθρού. Ο Μπαίλκε όμως ήταν από την φύση του “κυνηγός” και ανυπομονούσε να προκαλέσει τον εχθρό μέσα στο ίδιο του το έδαφος. Στις 19 Αυγούστου κατέρριψε ένα μαχητικό Bristol πάνω από τις βρετανικές γραμμές, σημειώνοντας την πρώτη του νίκη με το Eindecker και την δεύτερη της σταδιοδρομίας του και μέσα στον επόμενο μήνα θα πρόσθετε άλλα δύο. Ήταν η έναρξη ενός φιλικού συναγωνισμού μεταξύ Μπαίλκε και Ίμμελμαν, που σύντομα θα τους καθιστούσε γνωστούς μέχρι την απέναντι πλευρά των γραμμών.

 

Fokker E III - Boelcke

 

 

ΕΝΑΣ ΑΠΑΤΗΛΟΣ ΟΛΕΘΡΟΣ

 

Τον Οκτώβριο ο Μπαίλκε αποσπάσθηκε στο Μετς, στον γαλλικό τομέα του μετώπου, όπου θα ανελάμβανε αποστολές προστασίας των αναγνωριστικών. Λίγες μέρες μετά την άφιξή του, έκανε την γνωριμία ενός ενθουσιώδους 23χρονου ξανθού νεαρού πιλότου των αναγνωριστικών ο οποίος ομολόγησε τον θαυμασμό του για το πρόσωπο του διακεκριμένου αξιωματικού και την επιθυμία του να πετάξει κι εκείνος με ένα μαχητικό κάποια μέρα. Περισσότερο όμως, έδειξε θερμό ενδιαφέρον για τον τρόπο με τον οποίο ο Μπαίλκε είχε καταφέρει να καταρρίψει τέσσερα εχθρικά αεροπλάνα.

-Μα πείτε μου ειλικρινά, πως τα καταφέρνετε;

Αν και η ερώτηση ήταν διατυπωμένη με σοβαρό ύφος, ο Μπαίλκε απάντησε γελώντας εύθυμα.

-Μα Τω Θεώ, είναι πολύ απλό! Πλησιάζω όσο περισσότερο γίνεται, σημαδεύω καλά, πυροβολώ και τότε πέφτει.

Ο νεαρός κούνησε με δυσαρέσκεια το κεφάλι του λέγοντας ότι είχε προσπαθήσει κι εκείνος να κάνει το ίδιο ακριβώς, αλλά ο αντίπαλός του δεν είχε πέσει. Η διαφορά βέβαια ήταν ότι εκείνος πετούσε ακόμα με τα αργά, βαριά διθέσια, ενώ ο Μπαίλκε με ένα ταχύ, ευέλικτο αεροπλάνο, κατασκευασμένο για να μάχεται.

-Πρέπει κι εσύ να πετάξεις με ένα Fokker. Τότε ίσως τα πράγματα γίνουν καλύτερα, του απάντησε κτυπώντας τον φιλικά στον ώμο.

Όταν σερβιρίστηκε το δείπνο ο νεαρός παρέμεινε στο τραπέζι ακούγοντας προσεκτικά τα λόγια του «Μαιτρ», ελπίζοντας κάποια μέρα να δινόταν και σε εκείνον η ευκαιρία να πετάξει και να διακριθεί με ένα μαχητικό. Το όνομά του ήταν Μάνφρεντ φον Ριχτχόφεν (Manfred von Richthofen).

Όταν ο Μπαίλκε επέστρεψε στο Ντουαί τον Δεκέμβριο, είχε αποκτήσει επίσημα  τον τίτλο του “άσσου”, έχοντας φθάσει τις επτά καταρρίψεις. Το πρωί της 12ης Ιανουαρίου 1916 κατέρριψε ένα βρετανικό Β.Ε.2 και το απόγευμα της ίδιας μέρας, αυτός και ο Ίμμελμαν, με το σκορ τους ισόπαλο στις οκτώ νίκες, είχαν την τιμή να γίνουν οι πρώτοι Γερμανοί αεροπόροι που θα παρασημοφορούντο με το ανώτατο στρατιωτικό παράσημο της χώρας τους, το “Blue Max”. Η γερμανική προπαγάνδα τους ανακήρυξε εθνικούς ήρωες και τα ονόματα τους έγιναν τα πρωτοσέλιδα θέματα όλων των εφημερίδων, γεγονός που αποτελούσε ευχάριστη αλλαγή από την μονότονη ανάγνωση του καταλόγου απωλειών του Δυτικού Μετώπου. Η φήμη τους εξαπλώθηκε τόσο γρήγορα σε ολόκληρο το μέτωπο, ώστε η περίοδος μεταξύ Αυγούστου 1915 και Ιουνίου 1916 επονομάστηκε “Μάστιγα των Fokker”, σηματοδοτώντας την πρώτη περίοδο αεροπορικής υπεροχής των Γερμανών.

"Pour le Merite" - The Blue Max

Ωστόσο οι επιτυχίες αυτές ελάχιστα οφείλονταν στις επιδόσεις του γερμανικού μονοπλάνου ή την ανακάλυψη του συγχρονιστικού μηχανισμού του. Το Eindecker δεν υπήρξε ποτέ καλό αεροπλάνο –ήταν ασταθές και εξαιρετικά εύθραυστο, ενώ οι Σύμμαχοι σύντομα θα ανακάλυπταν δικούς τους τρόπους για να επιλύσουν το πρόβλημα του πολυβόλου που έβαλε μέσα από τον δίσκο της έλικας. Παρά τις επίμονες προσπάθειες του Μπαίλκε να συγκροτηθούν ξεχωριστές μονάδες μαχητικών, τα Fokker παρέμεναν ελάχιστα, διάσπαρτα και ενταγμένα στις μονάδες των αναγνωριστικών, επιφορτισμένα αποκλειστικά και μόνο με την προστασία τους. Καμία μονάδα δεν διέθετε περισσότερα από τρία ή τέσσερα. Οι μόνοι υπεύθυνοι για τις γερμανικές επιτυχίες ήταν οι δύο αυτοί πιλότοι οι οποίοι είχαν καταφέρει να χαρίσουν στο Eindecker μία φήμη την οποία δεν άξιζε. Οι νίκες αυτές ανέβασαν κατακόρυφα το ηθικό των υπόλοιπων Γερμανών πιλότων οι οποίοι τώρα ένιωθαν ότι είχαν την δυνατότητα να ανταποδώσουν στους Γάλλους τα πλήγματα που δέχονταν μέχρι τότε ανυπεράσπιστοι.

Τον Φεβρουάριο ο Μπαίλκε προήχθη σε υπολοχαγό και αποσπάσθηκε για δεύτερη φορά στο γαλλικό μέτωπο για να οργανώσει τις μονάδες, εν όψει της μεγάλης επίθεσης στο Βερντέν. Δεν θα ξεχνούσε ποτέ το θύμα του στις 13 Μαρτίου 1916 -ένα διθέσιο Voisin το οποίο γάζωσε με το πρώτο του κιόλας πέρασμα, πριν ακόμα ο πολυβολητής προλάβει να ρίξει έστω και μία ριπή. Το χτυπημένο διπλάνο βύθισε το δεξί του φτερό και άρχισε να χάνει ύψος μέχρι που χάθηκε κάπου κάτω από την άτρακτο του Fokker. Μετά από λίγο εμφανίστηκε χαμηλότερα στα δεξιά, έχοντας επανακτήσει την ισορροπία του. Το πλησίασε για την χαριστική βολή, αλλά το θέαμα που αντίκρισε ήταν τόσο αξιολύπητο που δεν είχε το κουράγιο να πατήσει τη σκανδάλη: ο πολυβολητής είχε βγει από το πιλοτήριό, είχε βαδίσει πάνω στο δεξί φτερό και αγκαλιάζοντας τα στυλίδια έκανε απεγνωσμένες χειρονομίες, φωνάζοντας στον Γερμανό λόγια οίκτου που παρασύρονταν από το αδυσώπητο ρεύμα του αέρα. Ο Μπαίλκε κατάλαβε τι είχε συμβεί: οι βολές του είχαν καταστρέψει τα πηδάλια ελέγχου και ο πολυβολητής, με τον τρόμο αποτυπωμένο στο πρόσωπό του, λειτουργούσε σαν αντίβαρο, ώστε το αεροπλάνο να μη χάσει εντελώς την στήριξή του.

Έριξε μία προειδοποιητική βολή στο κενό, δείχνοντας στον πιλότο την κατεύθυνση προς τις γερμανικές γραμμές. Ο Γάλλος πιλότος κατένευσε και προσπάθησε αργά να στρίψει δεξιά. Ήταν μία υπερβολική απαίτηση για το ανάπηρο αεροπλάνο. Με έναν ξαφνικό, ανατριχιαστικό ήχο, το στυλίδιο από το οποίο κρατιόταν ο πολυβολητής έσπασε συμπαρασύροντας μαζί του και ολόκληρο το εξωτερικό τμήμα του κάτω φτερού. Το Voisin χάθηκε στο κενό σαν έπιπλο σπρωγμένο από έναν γκρεμό. Το σώμα του πολυβολητή χτύπησε το σεληνιακό τοπίο του Βερντέν 30 δευτερόλεπτα αργότερα με 190 km/h, ανοίγοντας έναν επιπλέον κρατήρα, βάθους 20 εκατοστών, που σύντομα θα αναμοχλευόταν κι αυτός από την οργή του επόμενου βομβαρδισμού.

Το γαλλικό αναγνωριστικό Voisin ήταν ένα πολύ εύκολο θύμα για τους Γερμανούς πιλότους

Συνεχίζοντας τον φιλικό ανταγωνισμό του με τον Ίμμελμαν στο βρετανικό μέτωπο, ο Μπαίλκε είχε συμπληρώσει 18 νίκες μέχρι τον Μάιο και είχε προαχθεί σε λοχαγό. Σε ηλικία 25 ετών ήταν ταυτόχρονα ο νεότερος λοχαγός του Γερμανικού Στρατού και ο κάτοχος των ανώτερων διακρίσεων της χώρας του. Αλλά από τον προηγούμενο κιόλας μήνα η πλάστιγγα είχε ήδη αρχίσει να γέρνει υπέρ των Συμμάχων. Οι Γάλλοι είχαν εμφανιστεί στον αέρα διαθέτοντας δύο ανυπέρβλητα πλεονεκτήματα: αριθμητική υπεροχή και νέα, καταπληκτικά μαχητικά. Την ίδια στιγμή τα Fokker E είχαν αρχίσει να αποδεικνύονται όχι μόνο ξεπερασμένα, αλλά και επικίνδυνα για τους ίδιους τους χειριστές τους. Οι πιλότοι ανέκαθεν δυσπιστούσαν για την αξιοπιστία του συγχρονιστικού μηχανισμού των πολυβόλων και πολλοί είχαν την φοβία ότι θα κατέρριπταν το αεροπλάνο τους με τα ίδια τους τα πυρά. Ο ίδιος ο Μπαίλκε είχε μία παρόμοια εμπειρία από την οποία σώθηκε από θαύμα. Ο “Όλεθρος των Fokker” όδευε πλέον προς το τέλος του, όπως ακριβώς και η ζωή του Ίμμελμαν στον βρετανικό τομέα του μετώπου, 200 km βορειότερα, ο οποίος κινδύνευε περισσότερο από τα ελαττώματα του ίδιου τού αεροσκάφους του, παρά από τα εχθρικά πυρά. Ο Σάξωνας άσσος βρισκόταν στη μέση μίας αερομαχίας όταν ο συγχρονιστικός μηχανισμός των πολυβόλων χάλασε και οι βολίδες χτύπησαν την ίδια του την έλικα. Πρόλαβε να προσγειωθεί λίγο πριν οι κραδασμοί του άξονα διαλύσουν το αεροσκάφος του. Στις 31 Μαίου συνέβη ακριβώς το ίδιο για δεύτερη φορά και επέζησε πάλι ως δια μαγείας.

Το πρωί της 18ης Ιουνίου κατέρριψε το 15ο θύμα του και το απόγευμα απογειώθηκε για την τελευταία περιπολία της ημέρας, μαζί με τους Χάϊνεμαν και Μαξ φον Μούλτσερ, δύο από τους παλιότερους πιλότους της μονάδας. Στα 3.000 m ενεπλάκησαν με επτά F.E.2. Ο Ίμμελμαν βρισκόταν στην κορυφή ενός loop, όταν δέχτηκε μία ριπή από έναν Βρετανό πολυβολητή. Το Fokker γύρισε ανάποδα και διαλύθηκε σε δεκάδες κομμάτια. Η ουρά έπεσε αργά σαν χαρταετός που έχασε τη στήριξή του. Το βαρύτερο τμήμα με τα φτερά, τον κινητήρα και το πιλοτήριο, έπεσε με έναν συριστικό ήχο σαν τούβλο, μέχρι που τα φτερά διπλώθηκαν και εξαφανίστηκαν μακριά.

Μία άγρια διαμάχη ξέσπασε γύρω από τις ακριβείς συνθήκες του θανάτου του. Οι Βρετανοί πίστωσαν την κατάρριψη στον πιλότο που είχε πυροβολήσει εναντίον του, αλλά στα συντρίμμια του Fokker δεν βρέθηκαν ίχνη βολίδων. Στη γερμανική πλευρά διαδόθηκε αμέσως η φήμη ότι ευθυνόταν ο αναξιόπιστος συγχρονιστικός μηχανισμός των πολυβόλων. Ο Μπαίλκε, αν και δεν ήταν παρών στην αερομαχία, δεν διατηρούσε καμία αμφιβολία για την αιτία θανάτου: «Ο Ίμμελμαν σκοτώθηκε από μία ανόητη αιτία. Όλα αυτά που γράφουν οι εφημερίδες για αερομαχία είναι αηδίες». Την ίδια γνώμη είχε και ο Χάϊνεμαν που είχε δει με τα ίδια του τα μάτια το αεροπλάνο να διαλύεται στον αέρα χωρίς καμία λογικοφανή αιτία και αργότερα εξέτασε τα συντρίμμια του: «Είναι η τρίτη φορά που ο Ίμμελμαν πυροβόλησε την έλικά του…».

Η είδηση του θανάτου του αποτέλεσε βαρύ πλήγμα για το ηθικό των πιλότων για τους οποίους ο Μπαίλκε και ο Ίμμελμαν αντιπροσώπευαν το μαχητικό πνεύμα της Αεροπορίας. Ο Μπαίλκε φανερά επηρεασμένος από το γεγονός, επέστρεψε στο Ντουαί για να αποτείνει τον τελευταίο χαιρετισμό στον νεκρό φίλο του και τις επόμενες ημέρες έλαβε μία διαταγή η οποία του απαγόρευε να λάβει μέρος σε περαιτέρω αποστολές: μετά τον θάνατο του Ίμμελμαν, ήταν εξαιρετικά πολύτιμος για να εκτίθεται σε κινδύνους. Ο Μπαίλκε όμως που δεν είχε καμία διάθεση να μπει «…σε γυάλινη βιτρίνα», όπως διαμαρτυρήθηκε χαρακτηριστικά, προτίμησε να ερμηνεύσει τη διαταγή με τον δικό του τρόπο. Ήταν τέλη Ιουνίου 1916, οπότε εκείνος θεώρησε ότι η διαταγή θα ίσχυε με την έναρξη του επόμενου μήνα. Στις 27 του μηνός κατέρριψε ένα τελευταίο Nieuport, αλλά δεν ανέφερε το περιστατικό για προφανείς λόγους. Την επόμενη μέρα μία γερμανική πυροβολαρχία ανέφερε την κατάρριψη την οποία παραδόξως δεν διεκδικούσε κανείς! Το επιτελείο άρχισε να ερευνά την υπόθεση και γρήγορα αποκαλύφθηκε ο “ένοχος”. Η κατάρριψη πιστώθηκε σαν η 19η του Μπαίλκε, αλλά εκείνος “προσγειώθηκε” για τα καλά!

Το γερμανικό επιτελείο γρήγορα θα μετάνιωνε για την απόφασή του. Την 1η Ιουλίου 1916 οι Βρετανοί κτύπησαν στο Σωμ ανοίγοντας την επίθεση με τον μεγαλύτερο βομβαρδισμό της ιστορίας και μία από τις μεγαλύτερες σφαγές της -20.000 νεκροί την πρώτη ώρα της μάχης, όλοι Βρετανοί. Μία παρόμοια καταστροφή συνέβαινε και στον αέρα, αλλά από την ανάποδη: το Βασιλικό Αεροπορικό Σώμα με τα νέα του μαχητικά ξεχυνόταν πάνω από τις γερμανικές θέσεις, καθώς οι Γερμανοί πιλότοι με την κωμική συλλογή των αεροπλάνων τους συνωστίζονταν στα μετόπισθεν, αφήνοντας ανοιχτό το πεδίο δράσης στους αντιπάλους τους. Ο Μπαίλκε εκείνη τη στιγμή βρισκόταν πολύ μακριά για να αλλάξει κάτι από αυτά: στην Τουρκία!

ΤΟ ΚΟΠΑΔΙ ΤΩΝ ΚΥΝΗΓΩΝ

Με απώτερο σκοπό την επιχειρησιακή του ανάπαυση, το επιτελείο είχε αναθέσει στον διάσημο άσσο μία περιοδεία στις μονάδες του ανατολικού μετώπου, στα πλαίσια μίας γενικότερης ενημέρωσης στις αεροπορικές τακτικές. Η είδηση της βρετανικής επίθεσης έφτασε στον Μπαίλκε στις 11 Αυγούστου 1916, μέσω ενός μηνύματος που τον ανακαλούσε επειγόντως στη Γαλλία με την εντολή να αναλάβει τον σχηματισμό και την διοίκηση μίας νέας μονάδας, της νέας 2ης Μοίρας Μαχητικών (Jagdstaffel 2) η οποία θα εξοπλιζόταν με νέους τύπους μαχητικών και θα αποτελείτο από πιλότους της προσωπικής του επιλογής –το γερμανικό επιτελείο είχε επιτέλους συνειδητοποιήσει ότι ο ρόλος των μαχητικών ήταν να μάχονται!

Στην επιστροφή του προς τη Γαλλία έκανε μία στάση στο αεροδρόμιο του Κοβέλ, στον κεντρικό τομέα του ρωσικού μετώπου για να συναντήσει πάλι μετά από έναν χρόνο τον αδελφό του Βίλχελμ ο οποίος υπηρετούσε εκεί σαν διοικητής μίας μονάδας αναγνωριστικών. Ο Βίλχελμ του σύστησε τους πιλότους της μονάδας του και μετά το δείπνο συγκεντρώθηκαν όλοι γύρω από τον διακεκριμένο επισκέπτη τους ανταλλάσσοντας απόψεις γύρω από τον αεροπορικό πόλεμο στα διάφορα μέτωπα. Ένας 24χρονος πιλότος φάνηκε πρόθυμος να αναλύσει τις απόψεις του στον Μπαίλκε, επιλέγοντας με μεγάλη προσοχή την κάθε του λέξη προκειμένου να κερδίσει την εύνοια του ειδώλου του:

-Εδώ οι ημιάγριες Ασιατικές φυλές τρέπονται πανικόβλητες σε άτακτη φυγή μόλις δεχτούν επίθεση από τον αέρα! Καμία σχέση με τις αερομαχίες του δυτικού μετώπου όπου είχα το προνόμιο να σας συναντήσω κάποτε, λοχαγέ. Ίσως με θυμάστε…

-Μα και βέβαια σας θυμάμαι βαρώνε Ριχτχόφεν! τον διέκοψε με ευγένεια ο Μπαίλκε. Θυμόταν πολύ καλά αυτόν τον φιλόδοξο νεαρό που στεκόταν μπροστά του. Η πρώτη φορά που είχαν συναντηθεί ήταν στο Μετς πριν ένα χρόνο, όταν ο Ριχτχόφεν είχε κατενθουσιαστεί στην ιδέα να γίνει πιλότος μαχητικού. Στο πρόσωπό του μπορούσε κάποιος να δει την δίψα του για δράση.

Καθώς συζητούσαν ο Μπαίλκε σκεφτόταν το ιστορικό του 24χρονου βαρώνου. Καταγόταν από εύπορη αριστοκρατική οικογένεια και είχε τρομερό πάθος για το κυνήγι αγριογούρουνων και ελαφιών στα πυκνά δάση της Ανατολικής Πρωσίας. Γνώριζε πώς να παραμονεύει προσεκτικά, να αιφνιδιάζει το θύμα του και να σκοτώνει γρήγορα. Αν στον αέρα κατάφερνε να συνδυάσει όλα αυτά τα χαρίσματα μαζί με ψυχραιμία και μία μεγάλη δόση τύχης –γιατί στον πόλεμο όλα εκεί κατέληγαν τελικά- αυτός ο φιλόδοξος αριστοκράτης θα μπορούσε να εξελιχθεί σε έναν άριστο, αδίστακτο “φονιά”. Ο αδελφός του τού είπε ότι το ξεκίνημά του στα αεροπλάνα δεν ήταν αρκετά επιτυχημένο. Παρουσίαζε αρκετές ελλείψεις στα τεχνικά και μηχανικά θέματα των αεροσκαφών, αλλά με επίμονη εκπαίδευση θα τα κατάφερνε καλά.  Με τον καιρό βελτιωνόταν και κυρίως, είχε βάλει σκοπό της ζωής του να πετάξει με μαχητικό.

Μετά το δείπνο, όταν οι υπόλοιποι αποσύρθηκαν για ύπνο, τα δύο αδέλφια συνέχισαν τη συζήτηση μιλώντας για τις ιδιαίτερες ικανότητες του κάθε πιλότου. Ο Βίλχελμ με την εμπειρία του είχε να του υποδείξει κάποιους.

O Mpailke ton kairo thV wrimothtaV tou (aristera) kai o Rictcofen (dexia) ton kairo pou apoktouse to parashmo tou Blue Max

«Υπάρχει ένας ακόμα που θα έδινε και το δεξί του χέρι για να πολεμήσει μαζί σου τους Βρετανούς: ο Έρβιν Μπαίμε (Erwin Boehme), ένας βετεράνος της Ανατολικής Αφρικής. Είναι βέβαια “γέρος”, 37 χρονών, αλλά είναι καταπληκτικός πιλότος, εξαιρετικά θαρραλέος και πολύ ευχάριστος χαρακτήρας. Θα σου τον συνιστούσα. Είναι αφοσιωμένος και αξιόπιστος σε οτιδήποτε κάνει, και εξ άλλου δεν βλάπτει καθόλου να έχεις και έναν “γερόλυκο” ανάμεσα στα “κουτάβια”!»

Το επόμενο πρωί, λίγο πριν την αναχώρησή του για την Γαλλία, ο Μπαίλκε σηκώθηκε νωρίς, φόρεσε την επίσημη στολή του, πέρασε το γαλαζόχρυσο αστραφτερό μετάλλιο γύρω από το στητό κολάρο του και κτύπησε την πόρτα του Ριχτχόφεν.

-Λοιπόν νεαρέ, θέλεις ακόμα να γίνεις πιλότος μαχητικού;

Οι φτέρνες του βαρώνου κτύπησαν προσοχή μπροστά στην εικόνα του αυστηρού παρουσιαστικού του λοχαγού.

-Μάλιστα, κύριε! απάντησε υπερήφανα, αδυνατώντας να κρύψει τον ενθουσιασμό του. Αμέσως μετά η ίδια σκηνή επαναλήφθηκε μπροστά στην πόρτα του άναυδου Μπαίμε, ο οποίος το προηγούμενο μόλις βράδυ έγραφε με παράπονο στην αρραβωνιαστικιά του: «Γιατί να μην είμαι δεκαπέντε χρόνια νεότερος; Η πτήση με ένα νέο μονοθέσιο θα ήταν η απόλυτη κορύφωση!».

«Θέλεις να έρθεις μαζί μου στο Σωμ;» τον ρώτησε ο Μπαίλκε.

Ο Μπαίμε δεν είχε ξεστομίσει ποτέ στη ζωή του ένα ευτυχέστερο «Ναι!». Οι δύο αυτοί πιλότοι αποτέλεσαν τα πρώτα μέλη της εμβρυακής ακόμα 2ης Μοίρας Μαχητικών.

Ήταν μία μοιραία επιλογή εκ μέρους του Μπαίλκε. Οι μοίρες των τριών αυτών ανδρών έμελλε να πλεχτούν παράξενα η μία με την άλλη, με εκείνον τον ιδιόμορφο, γοητευτικό τρόπο που έχει η Ιστορία να πλέκει θριάμβους και τραγωδίες καλύτερα από τον κάθε Σαίξπηρ. Ο Μπαίλκε, μέντορας, ηγέτης και τακτική ιδιοφυία, θα άγγιζε τώρα το απόγειο της καριέρας του. Ο Ριχτχόφεν θα γινόταν ο καλύτερος μαθητής του. Ο Μπαίμε, ο καλύτερος φίλος του. Αμφότεροι θα βρίσκονταν δίπλα του την ημέρα που θα σκοτωνόταν. Ο Μπαίμε μάλιστα, πολύ πλησιέστερα από όσο θα ήθελε…

Την 1η Σεπτεμβρίου έφθασαν στο αεροδρόμιό του Μπερτινκούρ και τα τρία πρώτα αεροσκάφη με τα οποία θα εξοπλιζόταν αρχικά η Μοίρα. Ο Μπαίλκε είχε μόνο καλά νέα για τα πρώτα μέλη της νεοσύστατης μονάδας του. Τα νέα διπλάνα Fokker D.III είχαν ισχυρότερους κινητήρες, καλύτερες επιδόσεις και ανθεκτικότερη κατασκευή από τα Eindecker, ενώ ο οπλισμός τους αποτελείτο από δύο πολυβόλα των 7,92 mm, όταν όλα τα συμμαχικά διέθεταν μόνο ένα. Ωστόσο τα Fokker D.III δεν θα ήταν παρά ένας μεταβατικός τύπος μαχητικού. Σύντομα θα αντικαθίσταντο από τα Albatros τα οποία θα ξεπερνούσαν σε επιδόσεις οποιοδήποτε αεροσκάφος πετούσε στον ουρανό μέχρι εκείνη τη στιγμή. 

Ο Μπαίλκε άρχισε με εντατικούς ρυθμούς άρχισε την εκπαίδευση των πιλότων του στη θεωρία και την πράξη. Οι πρακτική εξάσκηση γινόταν μόνο με τα τρία Fokker που διέθετε η μονάδα και τα οποία δεν επαρκούσαν για τους έξι πιλότους, αλλά η εκπαίδευση συνεχιζόταν με διαλέξεις:

«…Το μυστικό είναι να μάθεις να παίρνεις την πιο κλειστή στροφή, χωρίς να χάνεις ύψος: όσο περισσότερο σπρώχνεις το ποδωστήριο, τόσο περισσότερο σηκώνεις το χειριστήριο…Το όπλο σου είναι φίλος σου. Να το κρατάς καθαρό και καλολαδωμένο. Κάποια μέρα μπορεί να σου σώσει τη ζωή…Οποιαδήποτε βολή από απόσταση μεγαλύτερη των 150 m είναι σπατάλη πυρομαχικών».

Ο ίδιος ελάχιστα ενδιαφερόταν για το προσωπικό του σκορ και το ίδιο δίδασκε και στους άνδρες του: «Όταν η Μοίρα εμπλέκεται σε μάχη σημασία έχει οι πιλότοι να διατηρούν την “συνοχή” μεταξύ τους. Αν η Μοίρα κερδίσει τη μάχη δεν έχει σημασία ποιός σημείωσε την κατάρριψη”.

Στις 2 Σεπτεμβρίου γιόρτασε την επιστροφή του στην επιχειρησιακή δράση και το τρίτο έτος της μάχιμης υπηρεσίας του, σημειώνοντας την 20η κατάρριψή του και την πρώτη νίκη της Jasta 2.

Οι μαύροι καπνοί των αντιαεροπορικών τον οδήγησαν γρήγορα προς τον εχθρικό σχηματισμό: ένα αργό Β.Ε.2 συνοδευόμενο από τρία μαχητικά D.H.2. Παρακολουθώντας το αναγνωριστικό από μεγαλύτερο ύψος, επιτέθηκε με μία μακριά, πλάγια βύθιση, πλησιάζοντας τα νώτα του, ακριβώς τη στιγμή που ένα D.H.2 ορμούσε εναντίον του. Ο Μπαίλκε εγκατέλειψε το αναγνωριστικό για να ασχοληθεί με την απειλή στα νώτα του. Στρίβοντας διαρκώς τον λαιμό του δεξιά-αριστερά, δεν άφηνε στιγμή το D.H.2 από τα μάτια του.

Μείωσε λίγο την ταχύτητα και άφησέ τον αντίπαλο να πλησιάσει για να του δώσει την εντύπωση ότι αιφνιδιάστηκε.

Ο λοχαγός Ρόμπερτ Ουίλσον (Robert Wilson) είχε “κολλήσει” για τα καλά στην ουρά του Fokker και προσπαθούσε να τον βάλει στο στόχαστρό του. Από τέτοια απόσταση η κατάρριψη ήταν εγγυημένη!

Ο Μπαίλκε αντέδρασε λίγο πριν ο αντίπαλός του πατήσει τη σκανδάλη. Το Fokker πετάχτηκε σε μία κλειστή αριστερή στροφή, τη στιγμή που άστραφτε το πολυβόλο του Βρετανού.

Ο Ουίλσον έριξε όλα τα χειριστήρια στην αριστερή πλευρά και ακολούθησε τον απότομο ελιγμό, πιστεύοντας ότι  ο Γερμανός είχε κλονιστεί από τον αιφνιδιασμό και έχανε την ψυχραιμία του. Το Fokker με έναν δεύτερο ελιγμό κατευθύνθηκε  ανατολικά παρασύροντας τον Βρετανό πάνω από εχθρικό έδαφος. Ο Ουίλσον το ακολούθησε για αυτό που πίστευε ότι θα ήταν η χαριστική βολή.

Ο Μπαίλκε βυθίστηκε για να αποκτήσει μεγαλύτερη ταχύτητα. Έσπρωξε τη μανέτα και τράβηξε το στικ στην κοιλιά, κλωτσώντας το αριστερό ποδωστήριο. Το Fokker τινάχτηκε σε μία αστραπιαία ανοδική στροφή, αλλάζοντας απότομα κατεύθυνση. Ο τύπος του γερμανικού αεροσκάφους ήταν εντελώς άγνωστος στον Ουίλσον και έμεινε έκπληκτος από τον ελιγμό. Οι δύο πιλότοι διασταύρωσαν ο ένας τον άλλον έτοιμοι να αρχίσουν το ανελέητο, κυκλικό “κυνήγι της ουράς”: στρίβεις συνέχεια μέχρι να αντικρίσεις την ουρά του αντιπάλου σου. Κι αν αυτό δεν πετύχει, στρίβεις περισσότερο.

Ο Ουίλσον ήταν ο πρώτος που πάτησε τη σκανδάλη. Το Lewis ξέρασε δύο βολίδες που αστόχησαν και μετά μπλόκαρε. Τότε συνειδητοποίησε ότι βρισκόταν 25 km πίσω από τις εχθρικές γραμμές, με ένα άχρηστο πολυβόλο, εναντίον ενός καταπληκτικού αντιπάλου… Δοκίμασε κάθε δυνατό ελιγμό διαφυγής, αλλά κάθε φορά ο Γερμανός βρισκόταν στα νώτα του. Όπως όλα τα μαχητικά τύπου “Pusher”, έτσι και το D.H.2 είχε ένα τεράστιο τυφλό σημείο ακριβώς πίσω από την ουρά του. Με τον ογκώδη κινητήρα να περιστρέφεται πίσω από την πλάτη του, ο πιλότος ήταν ανίκανος να δει ή να ακούσει οτιδήποτε τον ακολουθούσε στενά. 

Το πρώτο αγγλικό καταδιωκτικό , το DH2 , ήταν δύσκολο αεροπλάνο στη χρήση και άβολο στην επίθεση.

Ο Ουίλσον προσπάθησε να δει την αισιόδοξη εναλλακτική άποψη: ο μεταλλικός όγκος του κινητήρα τού προσέφερε ένα είδος θωράκισης από τα εχθρικά πυρά. Την επόμενη στιγμή η αισιοδοξία και το πιλοτήριό του έγιναν κομμάτια. Η πρώτη ριπή του Γερμανού εξαφάνισε τη μανέτα κάτω από το αριστερό του χέρι και κατέστρεψε τον πίνακα οργάνων. Η δεύτερη έκοψε τα συρματόσχοινα και διάτρησε τη δεξαμενή καυσίμου. Ένιωσε το καύσιμο να μουσκεύει τα ρούχα του και κατάλαβε ότι το τέλος είχε φτάσει. Το D.H.2 άρχισε να βυθίζεται ακυβέρνητο. Οι φλόγες έγλυφαν τα πόδια του και το έδαφος πλησίαζε ακάθεκτο το πρόσωπό του. Χωρίς κανένα ιδιαίτερο λόγο, το σακατεμένο αεροσκάφος ανέκτησε ως δια μαγείας τον έλεγχό του 15 m πάνω από το έδαφος. Ο Ουίλσον προσγειώθηκε όπως-όπως, πετάχτηκε από μέσα τυλιγμένος στις φλόγες και έπεσε σφαδάζοντας στο έδαφος προσπαθώντας να τις σβήσει. Ο Μπαίλκε πέρασε από πάνω του απλά για να δει το κουφάρι του D.H.2 να ανατινάζεται. 

Από εκείνη τη μέρα και μετά ο Μπαίλκε πετούσε με το Fokker του και «…κάθε μέρα έτρωγε έναν Βρετανό για πρωινό», όπως είπε ο Ριχτχόφεν. Τα διαθέσιμα αεροσκάφη βέβαια δεν επαρκούσαν ακόμα για όλους τους πιλότους. Τις περισσότερες φορές ο Μπαίλκε πετούσε σε μοναχικές περιπολίες και στις καλύτερες περιπτώσεις συνοδευόταν από έναν ή δύο πιλότους του. Στις 15 Σεπτεμβρίου, πετώντας μαζί με τον βαρώνο, δέχθηκαν επίθεση από επτά διθέσια Sopwith Strutter της 70ης Μοίρας, υπό την ηγεσία του λοχαγού Τζώρτζ Κρούκσανκ, ενός εξαιρετικά έμπειρου, παρασημοφορημένου και θερμόαιμου Βρετανού του οποίου η μεγαλύτερη φιλοδοξία ήταν να αντιμετωπίσει τον Μπαίλκε στον αέρα. Εκείνη την ημέρα η ευχή του πραγματοποιήθηκε. Εντόπισε τα Fokker σε χαμηλότερο ύψος και οδήγησε τον σχηματισμό του σε επίθεση από πλεονεκτικότερη θέση. Στις 08.00 συνάντησε τον Μπαίλκε. Στις 08.15 συνάντησε τον Δημιουργό του. Πενήντα βολίδες από τα διπλά Spandau του Γερμανού γάζωσαν τον Κρούκσανκ και το αεροπλάνο του από τα 20 μέτρα. Δέκα λεπτά αργότερα ένα ακόμα Sopwith Strutter έπεφτε φλεγόμενο, για την 26 νίκη του. Στις 16 Σεπτεμβρίου παραδόθηκαν στο αεροδρόμιο τα έξι ολοκαίνουργια Albatros D.IΙ που θα άλλαζαν οριστικά τα δεδομένα του αεροπορικού πολέμου και στις 11.00 της επομένης, Κυριακή 17 Σεπτεμβρίου, η Jasta 2 θα έκανε την πρώτη εμφάνισή της πάνω από το μέτωπο του Σωμ  με πλήρη δύναμη έξι αεροσκαφών.

 

ΟΙ “ΚΑΡΧΑΡΙΕΣ” ΤΟΥ ΣΩΜ

Το αυστηρό βλέμμα του μεγαλύτερου Γερμανού άσσου κοίταξε με κρυφή περηφάνια τους πέντε πιλότους του που στέκονταν παρατεταγμένοι μπροστά από τα αεροπλάνα τους. Ντυμένοι με τα βαριά δερμάτινα μπουφάν, τα κασκόλ, τους γούνινους γιακάδες, τις κάσκες και τα γυαλιά τους, θα έλεγες ότι έμοιαζαν με παιδικά αρκουδάκια. Πίσω από τον καθένα βρισκόταν και ένα Albatros –το καλύτερο μαχητικό της εποχής του. Οι κομψές γραμμές του απέπνεαν δύναμη: στιβαρή κατασκευή, πλατιά φτερά, δύο πολυβόλα και ένας ισχυρός κινητήρας, πάνω σε μία καλοσχηματισμένη, αεροδυναμική άτρακτο που θύμιζε καρχαρία. Χάρη, δύναμη, επιθετικότητα -όλα τα χαρακτηριστικά του θαλάσσιου κήτους συνδυασμένα σε ένα αεροσκάφος.

Από την προηγούμενη κιόλας ημέρα ο Μπαίλκε τους είχε ενημερώσει αναλυτικά για τις δυνατότητες των νέων αεροσκαφών –την μικρή ακτίνα στροφής, τον μεγάλο ρυθμό ανόδου, το όριο ταχύτητας σε μία βύθιση. Αν και όλοι διέθεταν σημαντική πτητική εμπειρία, το Albatros τούς ήταν τελείως άγνωστο σαν αεροσκάφος. Ακόμη χειρότερα, γνώριζαν ότι μέσα στην επόμενη ώρα θα έδιναν για πρώτη φορά εξετάσεις μπροστά στα μάτια του δασκάλου τους και θα έπρεπε όλοι να πετύχουν. Ο Μπαίλκε τους έδωσε τις τελευταίες οδηγίες, καθώς εκείνοι κρέμονταν από τα χείλη του. «Όλοι νιώθαμε ασφαλείς όταν βρισκόμασταν υπό την καθοδήγησή του», έγραψε στο ημερολόγιό του ο Ριχτχόφεν εκείνη τη μέρα. «Του είχαμε τυφλή εμπιστοσύνη. Τα λόγια του ήταν το ευαγγέλιό μας».

Οι πέντε πιλότοι πήδηξαν στα αεροπλάνα τους και απογειώθηκαν.

Ως συνήθως ο Μπαίλκε ήταν ο πρώτος που εντόπισε τον εχθρικό σχηματισμό:  οκτώ βομβαρδιστικά Β.Ε.2 συνοδευόμενα από έξι F.Ε.2 στα 3.000 m. Ο Μπαίλκε τα προσπέρασε παρεμβάλλοντας το σμήνος του μεταξύ του εχθρικού σχηματισμού και των βρετανικών γραμμών για να τους αποκόψει την υποχώρηση και τα άφησε να φτάσουν πάνω από τον στόχο τους. Τώρα τα μάτια των Βρετανών θα ήταν στραμμένα στο έδαφος –η ιδανική στιγμή για να χτυπήσει! Νιώθοντας τη στιγμή της επίθεσης να πλησιάζει από δευτερόλεπτο σε δευτερόλεπτο, οι πέντε πιλότοι πλησίασαν ενστικτωδώς το αεροπλάνο του αρχηγού τους, περιμένοντας με αγωνία το νεύμα του. Εκείνος τοποθέτησε τον ήλιο στα νώτα του σχηματισμού του, κούνησε τα φτερά του και έδωσε το σήμα για επίθεση. Πέντε ζευγάρια μάτια επέλεξαν τους στόχους τους και τα Albatros βυθίστηκαν σκορπώντας τον βρετανικό σχηματισμό στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα. Ο αιφνιδιασμός ήταν απόλυτος.

Ο Μπαίλκε άφησε τους πιλότους του να εμπλακούν πρώτοι, καθώς εκείνος παρακολουθούσε από ψηλότερα. Το δυσκολότερο καθήκον ενός αρχηγού σχηματισμού δεν είναι μόνο να μάχεται και να προστατεύει τον εαυτό του, αλλά ταυτόχρονα να επιτηρεί τους πιλότους του, έστω κι αν αυτό του στερήσει μία νίκη. Ο Μπαίλκε ήταν ο πρώτος πιλότος που ανέπτυξε μόνος του αυτή την ικανότητα.

Είδε τον Ριχτχόφεν να επιτίθεται σε ένα πράσινο F.E.2, αλλά η επίθεσή του ήταν βιαστική και απερίσκεπτη. Το Albatros βρέθηκε για αρκετά δευτερόλεπτα στο ίδιο ύψος με το F.E.2, χαρίζοντας στον Βρετανό ανθυπολοχαγό Ρης (Rees) την ευκαιρία για μία καλή ριπή. Ο Γερμανός διέκοψε την επίθεση και ξέφυγε με μία ανοδική στροφή. Το F.E.2 ελίχθηκε, έτοιμο να αποκρούσει την επόμενη επίθεση.

Ο Μπαίλκε όρμησε κι εκείνος στη μάχη. Οι κόκκινες λωρίδες που ανέμιζαν στα στυλίδια ενός Β.Ε.2 του επέτρεψαν να αναγνωρίσει τον αντίπαλο αρχηγό. Μετά την πρώτη ριπή του το Β.Ε.2 έπεφτε φλεγόμενο, αφήνοντας πίσω του μία ουρά μαύρου καπνού και κομμάτια υφάσματος.

Ο Ριχτχόφεν δεν είχε την ίδια τύχη. Επιτέθηκε δεύτερη και τρίτη φορά, αλλά ο πιλότος του βρετανικού, ανθυπολοχαγός Μόρρις (Morris), ελισσόταν θαυμάσια και τα πυρά τού Ρης τον πλησίαζαν επικίνδυνα κάθε φορά που εμφανιζόταν. Η αερομαχία είχε γενικευθεί και το Albatros είχε απομακρυνθεί από τους υπόλοιπους. Οι συνθήκες δεν ήταν και οι ιδανικότερες για ένα απομονωμένο γερμανικό μαχητικό που κατευθυνόταν δυτικά. Ο Ριχτχόφεν γύρισε πίσω αφήνοντας το F.E.2 να κατευθυνθεί προς τις γραμμές του και ο Μόρρις επανέφερε το αεροπλάνο σε οριζόντια πτήση μόλις έχασε το Albatros από τα μάτια του.

Οι Μόρρις και Ρης είχαν βάλει πορεία για την βάση τους και πετούσαν για 15 λεπτά χωρίς να έχει συμβεί τίποτα. Αλλά το αίσθημα της ασφάλειας στον αέρα είναι συχνά απατηλό. Η πτήση, τόσο στην ειρήνη, όσο και στον πόλεμο, είναι μία πολύ σοβαρή υπόθεση, και όποιος αφήσει το μυαλό του να περιπλανηθεί, δεν ζει για πολύ. Το κρύο και η μονοτονία είναι οι μεγαλύτεροι δολοφόνοι και το κόκπιτ ενός F.E.2 ήταν το πιο κρύο πράγμα στο κόσμο. Όλα τα μαχητικά τύπου “Pusher” έμοιαζαν και συμπεριφέρονταν σαν μπανιέρες στις οποίες κάποιος είχε την ιδέα να προσαρμόσει φτερά και κινητήρα. Το κόκπιτ ήταν τόσο ανοιχτό, ώστε ο πιλότος, από τη μέση και πάνω, βρισκόταν εκτεθειμένος στον αέρα. Μετά από μισή ώρα πτήσης και μερικούς ελιγμούς υψηλής ταχύτητας, είχε μουδιάσει αρκετά για να μην αισθάνεται την δύναμη που εξασκούσε στα χειριστήρια. Μετά από μία ώρα ήταν πεπεισμένος ότι λίγη φωτιά εκεί μέσα θα βελτίωνε την κατάσταση. Ο Μόρρις ερευνούσε τον ουρανό γυρνώντας διαρκώς το κεφάλι του δεξιά-αριστερά, αλλά τώρα είχε πια αρχίσει να μουδιάζει και να πονάει. Του άξιζαν λίγα δευτερόλεπτα ξεκούρασης μετά από τόση δουλειά. Μόνο τέσσερα ή πέντε. Τι θα μπορούσε να συμβεί μέσα σε πέντε δευτερόλεπτα;

Ερυθροπυρωμένες εκρήξεις πόνου διαπέρασαν τα πόδια και την πλάτη του σπάζοντας τη μονοτονία της πτήσης, όταν μία μακριά ριπή γάζωσε το F.E.2 από τον κινητήρα μέχρι το ρύγχος. Ο Μόρρις είδε την πλάτη του Ρης να σωριάζεται στο κόκπιτ, αφήνοντας το πολυβόλο να κρέμεται άχρηστο. Κανένας δεν είχε δει το Albatros να πλησιάζει κάτω από την ουρά τους.

Όταν ο Ριχτχόφεν ξαναγύρισε βρήκε το F.E.2 να διαγράφει μεγάλους κύκλους μέσα σε ένα σύννεφο, όχι επειδή το ήθελε, αλλά επειδή το πόδι του Μόρρις είχε μείνει κολλημένο στα ποδωστήρια. Κάποια βολίδα είχε κόψει μία αρτηρία του ποδιού του. Το αίμα πλημμύρισε την μπότα του, μέχρι που άρχισε να βγαίνει από τις τρύπες. Με τα δύο του χέρια ελευθέρωσε το αναίσθητο πόδι και καταναλώνοντας τις τελευταίες του δυνάμεις, ευθυγράμμισε το αεροπλάνο και κατευθύνθηκε σε μία ιδέα ηλιακού φωτός που έπρεπε να ήταν η δύση. Οι δυνάμεις του τον εγκατέλειψαν πολύ γρηγορότερα. Κατόρθωσε να προσγειωθεί αιμόφυρτος σε κάποιο σημείο που δεν γνώριζε και δεν τον ενδιέφερε ότι βρισκόταν μέσα στις γερμανικές γραμμές.

Ο Ριχτχόφεν προσγειώθηκε δίπλα του, τόσο βιαστικός και ενθουσιασμένος από την πρώτη του νίκη, ώστε λίγο έλειψε να καταστρέψει το αεροπλάνο του στην προσγείωση. Όταν έφτασε μπροστά στο διάτρητο F.E.2 είδε μία ομάδα στρατιωτών να ανασύρουν τους πιλότους μέσα από τα ματωμένα πιλοτήρια. Ο Ρης είχε τα μάτια ανοιχτά, αλλά ήταν ήδη νεκρός. Ο Μόρρις ήταν ετοιμοθάνατος. Άνοιξε τα μάτια του, αντίκρισε το σκληρό, μαυρισμένο πρόσωπο του νικητή του, χαμογέλασε αινιγματικά και πέθανε. Ο Ριχτχόφεν έβγαλε έναν σουγιά και έκοψε το κομμάτι της υφασμάτινης ατράκτου στο οποίο αναγραφόταν ο αριθμός σειράς του αεροσκάφους σαν πιστοποιητικό της κατάρριψής του –7018. Αργότερα θα επέστρεφε στο πεδίο της μάχης για να τοποθετήσει σε εκείνο το σημείο έναν ξύλινο σταυρό –μία σπάνια χειρονομία ευγένειας προς τους νεκρούς αντιπάλους του την οποία δεν θα επαναλάμβανε άλλη φορά στην καριέρα του.

Όταν επέστρεψε στο Μπερτινκούρ βρήκε τους υπόλοιπους να παίρνουν πρωινό.

-Που ήσουν τόση ώρα; τον ρώτησαν.

-Ένας Εγγλέζος νεκρός! αναφώνησε με υπερχειλίζουσα περηφάνια και τους αφηγήθηκε τη μάχη. Το πείσμα του ήταν παροιμιώδες και είχε αποφασίσει να ρίξει εκείνο το F.E.2 πάση θυσία. Μετά τις πρώτες αποτυχημένες προσπάθειές του, ανασυγκρότησε τη σκέψη του και προσποιήθηκε ότι εγκαταλείπει τη μάχη. Συνέχισε όμως να παρακολουθεί το θύμα του από χαμηλότερο ύψος, εκμεταλλευόμενος την κάλυψη των νεφών. Μείωσε σταδιακά την απόσταση που τους χώριζε και πλησίασε την τυφλή γωνία του F.E.2, πίσω και κάτω από την κοιλιά του. Όταν η ουρά του βρετανικού γέμισε ολόκληρο το οπτικό του πεδίο, πίεσε τις σκανδάλες και τράβηξε το στικ για να αποφύγει την σύγκρουση.

Ο Μπαίλκε άκουσε όλη την αφήγηση του άπειρου μαχητή χωρίς να μιλήσει. Ήταν ολοφάνερο ότι είχε διαπράξει κάποια τραγικά σφάλματα, αλλά προς το παρόν τον συνεχάρη, κρατώντας τις παρατηρήσεις του για αργότερα, μακριά από τους άλλους. Ο ίδιος ο Ριχτχόφεν βέβαια ήταν τόσο ενθουσιασμένος από το επίτευγμά του, ώστε το ίδιο απόγευμα παρήγγειλε σε έναν γνωστό του αργυροχόο στο Βερολίνο να του κατασκευάσει ένα μικρό ασημένιο κύπελλο, αναμνηστικό της πρώτης του νίκης. Το κύπελλο ήταν μόλις πέντε εκατοστά ψηλό και έφερε χαραγμένη την επιγραφή «1. F.E.2. 17.9.16». Το γεγονός ότι αναγραφόταν και ο αύξων αριθμός της νίκης του καταδείκνυε την αποφασιστικότητά του να φτιάξει μία μεγάλη συλλογή από αυτά τα κύπελλα.

Το απόγευμα ο Μπαίλκε έστησε μία μεγάλη γιορτή στη λέσχη, κερνώντας τα ποτά, για την πρώτη μεγάλη νίκη της μονάδας του: πέντε βρετανικά κατεστραμμένα, χωρίς απώλεια! Κάθε πιλότος του σμήνους του είχε διεκδικήσει και μία κατάρριψη, εναντίον αριθμητικά υπέρτερων αντιπάλων, σε έναν τύπο αεροπλάνου το οποίο αντίκριζαν για πρώτη φορά στα μάτια τους. Το κέφι ήταν διάχυτο, το ποτό έρεε άφθονο και οι νικητές συζητούσαν χειρονομώντας σαν να βρίσκονταν στο χρηματιστήριο. Με τεντωμένες τις παλάμες παρομοίαζαν στροφές και ελιγμούς. Άλλοι, με σφιγμένες τις γροθιές, κρατούσαν κάποιο αόρατο στικ. Κάποια στιγμή ο Μπαίλκε απομακρύνθηκε διακριτικά από τους άλλους και πλησίασε τον Ριχτχόφεν για να του επισημάνει τα λάθη του: αν και η τελική του επίθεση ήταν μελετημένη και ακριβής, οι αρχικές ήταν παράτολμες και επιπόλαιες, χωρίς καμία προσεκτική ανάλυση των συνθηκών. Κατά την διάρκεια της μονομαχίας, δεν είχε ελέγξει ούτε μία φορά τα νώτα του, έχοντας όλη του την προσοχή στραμμένη στον αντίπαλό του. Ακόμη και όταν τον κατέρριψε, ήταν αρκετά ανόητος ώστε να κόβει βόλτες πάνω από το θύμα του για να απολαύσει τη νίκη του. Οποιοσδήποτε Βρετανός θα μπορούσε να τον είχε σκοτώσει εκείνη τη στιγμή χωρίς να φτύσει το τσάϊ από το στόμα του. Ο Ριχτχόφεν δέχθηκε τις παρατηρήσεις και εμπέδωσε αμέσως τους βασικούς κανόνες επιβίωσης που του έδωσε ο διοικητής του. Κατόρθωσε να ζήσει ένα απίστευτα μακρύ χρονικό διάστημα εφαρμόζοντάς τους και θα πέθαινε 20 μήνες αργότερα παραβιάζοντάς τους.

Το γλέντι πάντως συνεχίστηκε και η αποκορύφωση της βραδιάς ήρθε όταν ο Μπαίλκε απένειμε τον Σιδηρού Σταυρό Πρώτης Τάξης στον Έρβιν Μπαίμε για την δεύτερη κατάρριψή του. Ο Σιδηρούς Σταυρός εκείνο τον καιρό είχε χάσει αρκετή από την αίγλη του σαν παράσημο, αλλά αποκτούσε άλλη αξία όταν απονεμόταν προσωπικά από κάποιο διακεκριμένο στέλεχος. Στην περίπτωση του Μπαίμε μάλιστα, είχε και μεγάλη συναισθηματική αξία, γιατί στο μικρό διάστημα που υπηρετούσε στην Jasta 2, ο Μπαίλκε και αυτός είχαν ήδη συνδεθεί με μία βαθιά φιλία. Παρά την μεγάλη διαφορά ηλικίας τους –ο Μπαίλκε ήταν 12 χρόνια νεότερός του- οι δύο αξιωματικοί είχαν πολλά κοινά σαν χαρακτήρες. Ο Μπαίμε, όπως και ο διοικητής του, ήταν λάτρης του αθλητισμού και είχε διακριθεί από πολύ νέος στο σκι, την ορειβασία και την κολύμβηση. Αλλά εκτός από τα κοινά ενδιαφέροντά τους υπήρχαν και άλλα στοιχεία που έδεναν βαθύτερα τους δύο πιλότους.

Μορφωμένος, μετριόφρων, αξιοπρεπής και γοητευτικός με όλη την ωριμότητα των 36 χρόνων του, ο Έρβιν Μπαίμε διέθετε αίσθηση του χιούμορ και μία ξεχωριστή προσωπικότητα. Το πρωί κυνηγούσε μανιασμένα τους Εγγλέζους στον αέρα και το βράδυ έπαιζε σονάτες του Μπετόβεν με το αγαπημένο του βιολί που δεν αποχωριζόταν ποτέ. Πριν τον πόλεμο εργαζόταν ως πολιτικός μηχανικός στην Γερμανία και την Ελβετία, ώσπου η φλόγα της περιπέτειας και της αναζήτησης που έκαιγε διαρκώς μέσα του, τον ώθησαν να ταξιδέψει στην Μαύρη Ήπειρο το 1910. Μπορεί τα ελβετικά βουνά να του προσέφεραν την απόλαυση του σκι, αλλά ο κόσμος ήταν πολύ μικρός για τον αεικίνητο και δραστήριο Έρβιν. Κυρίαρχος της μοίρας του και ακατάπαυστος αναζητητής της ελευθερίας, σχεδίασε ο ίδιος το δρομολόγιο του ταξιδιού του και έφτασε στον προορισμό του για να εξερευνήσει τις χιονισμένες κορυφές του Κιλιμάντζαρο και να κυνηγήσει στις καυτές πεδιάδες της Τανζανίας. Τον Ιούλιο του 1914, νιώθοντας ότι είχε γευτεί ότι είχε να του προσφέρει η εξωτική ήπειρος, επέστρεψε πάλι στην Ευρώπη όπου αντίκρισε για πρώτη φορά ένα αεροπλάνο -την υπέρτατη πρόκληση! Πολλές φορές συζητούσαν με τον Μπαίλκε για τις ορειβατικές εμπειρίες τους και σχεδίαζαν να κάνουν μαζί μία παρόμοια εξόρμηση, μόλις τους το επέτρεπε ο πόλεμος, ο οποίος δεν φαινόταν να τελειώνει «…αυτά τα Χριστούγεννα» όπως είχε προβλέψει το βρετανικό επιτελείο πριν την επίθεση στο Σωμ.

Ωστόσο κανείς από τα μέλη της Μοίρας δεν αντιλαμβανόταν τίποτα ξεχωριστό στην συμπεριφορά του Μπαίλκε προς τον Μπαίμε. Στο μέτρο που του το επέτρεπε ο βαθμός και η θέση του, ο Μπαίλκε συμπεριφερόταν φιλικά σε όλους και ο Ριχτχόφεν είχε παρατηρήσει ότι ο διοικητής του φαινόταν να διαθέτει ένα ξεχωριστό χάρισμα που τον διέκρινε στις σχέσεις του προς τους άλλους ανθρώπους:

«Οποιοσδήποτε γνωρίζει τον Μπαίλκε σχηματίζει την εντύπωση ότι εκείνος είναι ο ένας και πραγματικός του φίλος. Έχω συναντήσει περίπου 40 τέτοιους “αληθινούς φίλους” του Μπαίλκε και καθένας ξεχωριστά φανταζόταν ότι εκείνος ήταν ο πιο επιστήθιος φίλος του. Ονόματα ανθρώπων τους οποίους ο Μπαίλκε γνώριζε μόνο εξ όψεως, πίστευαν ότι ήταν πολύ στενά συνδεδεμένοι μαζί του. Είναι ένα παράξενο φαινόμενο που έχω συναντήσει μόνο σε εκείνον».

 

  «ΚΑΜΙΑ ΣΦΑΙΡΑ ΔΕΝ ΘΑ ΜΕ ΑΓΓΙΞΕΙ!»

 

 

Στα τέλη Σεπτεμβρίου η οποιαδήποτε υπεροχή της Βρετανίας στον αέρα είχε διακοπεί τόσο ακαριαία, όσο και η προέλαση των στρατιωτών της στο έδαφος. Μετά το παράδειγμα της Jasta 2 και τις συστάσεις του Μπαίλκε, οι Γερμανοί άρχισαν να συγκροτούν περισσότερες Μοίρες Διώξεως, τη στιγμή που τα βρετανικά διθέσια εξακολουθούσαν να πληρώνουν βαρύ φόρο αίματος στους πέντε όλους κι όλους, “καρχαρίες” του Μπαίλκε.

Στις 23 Σεπτεμβρίου, παρά την βαριά πρωινή ομίχλη, ο Μπαίλκε οδήγησε το σμήνος του σε μία περιπολία πάνω από το Μπαπώμ. Εκεί συναντήθηκαν με έξι Martinsyde της 27ης Μοίρας. Τα νέα μαχητικά έκαναν την πρώτη τους εμφάνιση πάνω από το μέτωπο, με την προσδοκία ότι θα αποτελούσαν την βρετανική απάντηση στην υπεροχή των Albatros. Τα Martisyde βρίσκονταν σε μεγαλύτερο ύψος, έτοιμα να επιτεθούν σε μία συστοιχία γερμανικών αερόστατων. Ο Μπαίλκε τα άφησε να περάσουν τις γραμμές, εκμεταλλευόμενος τον χρόνο για να κερδίσει ύψος. Όταν τα βρετανικά βυθίστηκαν εναντίον των στόχων τους τα πέντε Albatros βούτηξαν αιφνιδιαστικά στα νώτα τους, ξεκινώντας μία λυσσασμένη μάχη. Ο Μπαίλκε επιτέθηκε σε ένα ρίχνοντας μία μακριά ριπή από μικρή απόσταση και έστριψε γρήγορα να ελέγξει τα νώτα του. Κοίταξε πίσω και είδε το βρετανικό να βυθίζεται κάθετα στο έδαφος. Επέλεξε ένα δεύτερο και κόλλησε στην ουρά του πατώντας τις σκανδάλες των πολυβόλων του. Στο κόκπιτ, ο ελληνικής καταγωγής υπολοχαγός Δενδρινός βρέθηκε εγκλωβισμένος σε μία μάχη κλειστών ελιγμών όπου το βαρύ και αδέξιο Martinsyde δεν είχε καμία ελπίδα. Σε κάθε στροφή το αεροσκάφος μούγκριζε ολόκληρο, αγγίζοντας τα όρια της αντοχής του, ενώ το κοφτό κροτάλισμα των γερμανικών πολυβόλων από πίσω του ακουγόταν εντονότερο. Τα δύο αεροσκάφη συνέχισαν να διαγράφουν κύκλους, μέχρι που ο Μπαίλκε, έχοντας εμπιστοσύνη στις σκοπευτικές του ικανότητες, ένιωσε ανόητος με αυτό το ατέρμονο παιχνίδι. Πλησίασε δίπλα στο βρετανικό μαχητικό, πετώντας τόσο κοντά του που διάβασε τον αριθμό σειράς στην άτρακτο: 7495. Ο πιλότος ήταν σκυμμένος με το κεφάλι μπροστά, νεκρός ή ετοιμοθάνατος. Ο Μπαίλκε απομακρύνθηκε αφήνοντας το ακυβέρνητο Martinsyde να διαγράφει τους νεκροζώντανους κύκλους του μέχρι που βαρέθηκε και έπεσε στο έδαφος.

Εκείνη τη μέρα όλοι οι Γερμανοί διεκδίκησαν τουλάχιστον από μία νίκη. Ο βρετανικός σχηματισμός είχε αφανιστεί. Ο Μπαίμε είχε καταρρίψει δύο, αν και του πιστώθηκε μόνο το πρώτο. Ο Ριχτχόφεν είχε καταρρίψει το δεύτερο θύμα της καριέρας του. Ο Χανς Ράϊμαν είχε σημειώσει την τέταρτη νίκη του, αλλά δεν έζησε για να την γιορτάσει. Στη συνέχεια καταδίωξε ένα δεύτερο το οποίο ελισσόταν απεγνωσμένα. Ο Βρετανός πιλότος με τα πολυβόλα του άδεια, κατάλαβε ότι ήταν μάταιο. Το Martinsyde στράφηκε και όρμησε μετωπικά εναντίον του Albatros με πλήρη ταχύτητα. Πριν ο Ράϊμαν προλάβει να αντιδράσει, τα δύο μαχητικά είχαν συγκρουστεί και έπεφταν ανεξέλεγκτα, μπλεγμένα σαν έντομα που ζευγαρώνουν. Ο Βρετανός πιλότος επέζησε από την σύγκρουση. Ο Ράϊμαν, όχι. Ήταν η πρώτη απώλεια της Μοίρας, δίνοντας την ευκαιρία στον ιερέα της μονάδας να εξασκήσει τα καθήκοντά του. Ο Ράϊμαν ήταν ο μουσικός της Μοίρας. Έπαιζε εξαιρετικό πιάνο και το γλέντι άναβε μόλις ακουμπούσε τα δάχτυλά του στα πλήκτρα. Η ζωή στη Μοίρα συνεχίστηκε. Αν το πιάνο ηχούσε εφιαλτικό, το γραμμόφωνο έπαιρνε την θέση του.

Σύντομα όλοι μιλούσαν με θαυμασμό για τον διοικητή τους και τις επιδόσεις των μαχητικών τους. Μέσα στις τρεις εβδομάδες της ύπαρξής της η Μοίρα θα σημείωνε 27 καταρρίψεις και οι δέκα από αυτές θα ανήκαν στον Μπαίλκε. Κάθε φορά που επέστρεφε από μία έξοδο, ο πιστός του υπασπιστής Φίσερ (Fischer), έτρεχε να τον ρωτήσει ενθουσιασμένος:

-Λοιπόν, κύριε λοχαγέ; Κι άλλος Εγγλέζος;

Ο Μπαίλκε έβγαζε την κάσκα και τα γυαλιά του, αφήνοντας επίτηδες να φανεί το πρόσωπό του και χαμογελούσε απαντώντας με μία ερώτηση:

 -Τα μάγουλά μου είναι μαύρα;

Οι υπόλοιποι διέκριναν τα σημάδια της πυρίτιδας στο μαυρισμένο του πρόσωπο και γελούσαν.

-Ε, τότε λοιπόν, άλλος ένας!

Αυτά βέβαια δεν είχαν επιτευχθεί χωρίς κάποιο κόστος. Η πνευματική και σωματική κόπωση από την αυξανόμενη ένταση του αεροπορικού πολέμου, είχε αρχίσει να επηρεάζει τους πιο αδύναμους. Ο Μαξ φον Μούλτσερ, ένας από τους παλιότερους πιλότους της μονάδας από τις ημέρες του Ίμμελμαν, με 10 καταρρίψεις και κάτοχος του “Blue Max”, είχε αρχίσει να αναπτύσσει μία παράξενη εμμονή γύρω από τον θάνατό του, την οποία οι συνάδελφοί του απέδιδαν στα κουρασμένα νεύρα του. Ο Μπαίλκε προσπάθησε να τον κρατήσει μακριά από τις πτήσεις για κάποιο διάστημα, αλλά στις 26 Σεπτεμβρίου ο Μούλτσερ παρέλαβε ένα νέο Fokker D.III και υποχρεώθηκε να το πετάξει για μία δοκιμαστική πτήση. Είχε ολοκληρώσει τον πτητικό έλεγχο και πλησίαζε για να προσγειωθεί, όταν ο κινητήρας του έσβησε απροειδοποίητα, οριστικά και αμετάκλητα, 100 m πάνω από το αεροδρόμιο. Πάλεψε να το συγκρατήσει, αλλά το Fokker πείσμωσε. Έχασε την στήριξή του και βυθίστηκε κάθετα για να δείξει στον Μούλτσερ ποιός έλεγχε την κατάσταση. Τα φτερά έσπασαν με έναν ξερό κρότο και τέσσερα δευτερόλεπτα αργότερα το αεροπλάνο καρφώθηκε σαν μολυβένια μπάλα στο έδαφος, μπροστά στα μάτια των αποσβολωμένων συναδέλφων του. Ο Μπαίλκε δεν πήγε να κοιτάξει τα συντρίμμια. Είχε ξαναδεί παρόμοιο θέαμα και δεν του έκανε καλό στην όρεξη.

Όλοι οι μαχόμενοι στρατιώτες που κατανοούν ότι η επιβίωση είναι απλά και μόνο θέμα τυφλής τύχης ή σύμπτωσης, αναπόφευκτα καταντούν προληπτικοί. Μικροαντικείμενα μηδαμινής αξίας στην ειρηνική ζωή, μετατρέπονται σε ιδεατούς Φύλακες-Άγγελους σε καιρό πολέμου: ο Ριχτχόφεν δεν πετούσε χωρίς να φοράει πάντα το ίδιο δερμάτινο μπουφάν το οποίο δεν άλλαζε ποτέ, ενώ άλλος δεν αποχωριζόταν ποτέ το τυχερό του φουλάρι, τσαλακωμένο και βρώμικο μετά από δεκάδες αερομαχίες, το οποίο όμως δεν έπρεπε ποτέ να πλυθεί αν ο ιδιοκτήτης του ήθελε να συνεχίσει να αναπνέει. Ο Μπαίλκε δεν αποτελούσε εξαίρεση, μόνο που η ιδεοληψία του δεν σχετιζόταν με κάποιο συγκεκριμένο αντικείμενο, αλλά με την απουσία κάποιων συγκεκριμένων προσώπων –των φωτογράφων. Είχε απαγορεύσει σε όλους να τον φωτογραφίζουν πριν την απογείωση. Είχε την αίσθηση ότι μία τέτοια φωτογραφία θα ήταν και η τελευταία του -ένα είδος αναμνηστικού πορτραίτου που θα κατέληγε στο γνωστό σημείο της λέσχης, πάνω από το τζάκι, κρεμασμένο ανάμεσα σε τόσα άλλα άτυχων συναδέλφων που δεν επέστρεψαν ποτέ. Εκείνες τις μέρες το πρόσωπό του στόλιζε συχνά τα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων και έπρεπε να είναι προσεκτικός με τα αδιάκριτα φωτογραφικά φλας. Οι εκτυφλωτικές λάμψεις τους του δημιουργούσαν μακάβριους συνειρμούς: την έκρηξη μίας πρόσκρουσης στο έδαφος, ή την στιγμιαία ανάφλεξη των καυσίμων που πότιζαν τα πόδια σου…

Η 25η Σεπτεμβρίου ήταν μία δύσκολη μέρα. Σε μία περιπολία πάνω από το Σωμ, ο Μπαίλκε συνάντησε ένα γαλλικό Nieuport -το μοναδικό αεροσκάφος της εποχής που θα μπορούσε να αντιμετωπίσει το Albatros σε ίσους όρους. Αντίπαλός του ήταν ο Πωλ Ταρασόν (Paul Tarascon), ένας Γάλλος άσσος με οκτώ καταρρίψεις και ένα ξύλινο πόδι. Τα δύο αεροπλάνα μονομαχούσαν αδιάκοπα για οκτώ λεπτά προσπαθώντας το ένα να μπει στην ουρά του άλλου, αλλά κάθε φορά που ο ένας ετοιμαζόταν να ρίξει την αποφασιστική ριπή, ο άλλος ξέφευγε με έναν εκπληκτικό ελιγμό. Όταν οι δύο αντίπαλοι κατανάλωσαν όλα τους τα πυρομαχικά, αποφάσισαν να δεχτούν την ισοπαλία. Με ένα τελευταίο πέρασμα, ο Μπαίλκε πέρασε λίγα μέτρα δίπλα από το Nieuport και χαιρέτησε τον έξοχο αντίπαλό του. Όταν προσγειώθηκε, το κατάκοπο ύφος του μαρτυρούσε την ένταση της μάχης, κάτι το οποίο εξομολογήθηκε μόνο στον Φίσερ: «Σήμερα αντιμετώπισα έναν πιλότο ισάξιό μου. Τις επόμενες μέρες αναμένονται άγριες συμπλοκές, αλλά εμένα δεν θα με αγγίξει καμία σφαίρα».

To galliko Nieuport 11 htan isaxioV antipaloV tou germanikou Albatros sthn euelixia an kai oci ston oplismo. Oi epomenh parallagh tou (Ni-17) me ta sugcronismena polubola qa dhmiourgouse omwV megalo problhma stouV GermanouV

 

Λέγεται ότι οι γενναίοι άνδρες είναι αυτοί οι οποίοι κατανοούν τον κίνδυνο, αλλά καταφέρνουν και του επιβάλλονται όταν αυτός παρουσιάζεται. Ο Μπαίλκε ανήκε σε αυτούς, αν και ο Φίσερ είχε παρατηρήσει μία σταδιακή αλλαγή στο πρόσωπο του. Ο θάνατος φιλικών προσώπων, η ψυχοσωματική πίεση επτά εξόδων την ημέρα, παράλληλα με τις ευθύνες των διοικητικών του καθηκόντων στο έδαφος, είχαν αρχίσει να αποτυπώνονται στα αδρά χαρακτηριστικά του που έδειχναν όλο και βαθύτερα χαραγμένα μετά από κάθε μάχη. Κάθε μέρα φαινόταν όλο και πιο σκυθρωπός, όλο και πιο αδύνατος. Η διάθεσή του γινόταν εύθυμη μόνο όταν σημείωνε κάποια κατάρριψη. Το επιτελείο τού είχε προτείνει να πάρει κάποια άδεια, αλλά εκείνος επέμενε ότι η παρουσία του στη μονάδα ήταν απαραίτητη, ενώ ταυτόχρονα είχε αφοσιωθεί και στην συγγραφή εγχειριδίου όπου ανέλυε διεξοδικά τις τακτικές και τους κανόνες της αερομαχίας.

Στις 26 Οκτωβρίου κατέρριψε το 40ο και τελευταίο θύμα του. Είχε έλθει και η δική του σειρά στο προσκλητήριο της σιωπής. «Εμένα δεν θα με αγγίξει καμία σφαίρα», είχε πει ο ίδιος την προηγούμενη μέρα και αποδείχθηκε προφητικός. Υπάρχουν άπειροι τρόποι να πεθάνει κανείς.

 

  ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΠΟΡΤΡΑΙΤΟ

Η 27η Οκτωβρίου ξημέρωσε με βαριά σύννεφα, πυκνή βροχή και ισχυρούς ανέμους, χαρίζοντας στους πιλότους μία πολυπόθητη ανάπαυση που τόσο πολύ χρειάζονταν. Το απόγευμα πήγαν όλοι στη λέσχη, αλλά κάποια στιγμή ο Μπαίλκε απομακρύνθηκε διακριτικά από τους υπόλοιπους και κάθισε δίπλα στο τζάκι κοιτώντας αφηρημένος τις φλόγες που έτριζαν.

-Έχει πολύ θόρυβο εκεί μέσα, δικαιολογήθηκε στον Φίσερ που βρισκόταν πάντα δίπλα του.

-Βάλε σε παρακαλώ εκείνο τον δίσκο, του είπε, χωρίς να του τον δείξει. Ο υπασπιστής κατάλαβε και έβαλε τον δίσκο στο γραμμόφωνο.

Οι νότες του τραγουδιού έκαναν την ατμόσφαιρα ακόμη πιο βαριά: «…Πατέρα, μητέρα, αδέλφια κι αδελφές, δεν έχω πια στον κόσμο τούτο…».

Λίγο αργότερα εμφανίστηκε δίπλα του ο Έρβιν Μπαίμε, ωθούμενος κι αυτός από την ίδια αυθόρμητη ανάγκη για απομόνωση.

-Να σας κρατήσω συντροφιά, κύριε λοχαγέ; Απόψε έχει πολύ φασαρία στο καζίνο.

Ο Φίσερ δεν μπόρεσε να μην εκπλαγεί από την ταύτιση συναισθημάτων που επικρατούσε ανάμεσα στους δύο φίλους. Κάθισαν και συζήτησαν ήσυχα, μέχρι που κάποια στιγμή ο υπασπιστής αναγκάστηκε να τους διακόψει:

«Με συγχωρείτε, κύριε λοχαγέ, μα είναι ώρα να πάτε στο κρεβάτι». Η πίεση των τελευταίων ημερών και οι αδιάκοπες μάχες τούς είχαν κουράσει όλους και αύριο θα ήταν μία ακόμη εξαντλητική μέρα.

Το Σάββατο της 28ης Οκτωβρίου 1916 η κακοκαιρία συνεχίστηκε. Συννεφιά και κρύο με μεγάλα διαστήματα βροχής συνοδευόμενα από έναν ριπαίο άνεμο που περόνιαζε τα κόκαλα. Κάτω από άλλες περιστάσεις θα ήταν και αυτή μία ήσυχη μέρα, αλλά οι στρατηγοί είχαν πάντοτε την παράδοξη τάση να εξαπολύουν τις επιθέσεις τους τις βροχερές μέρες. Ίσως επειδή αυτό αποτελούσε μέρος κάποιου γενικότερου στρατηγικού τεχνάσματος το οποίο γνώριζαν μόνο εκείνοι.

Λίγο πριν τις 07.00 ήρθε η πρώτη διαταγή για απογείωση. Μία ώρα μετά είχαν επιστρέψει όλοι. «Τους κάναμε τη ζωή δύσκολη», είπε ο Μπαίλκε κατεβαίνοντας από το Albatros, αλλά δεν έδειχνε ικανοποιημένος. Έβγαλε τη δερμάτινη κάσκα με ανακούφιση αποκαλύπτοντας ένα πρόσωπο μαυρισμένο από την καπνιά των πολυβόλων που για την προηγούμενη μία ώρα έβαλλαν συνεχώς χωρίς να πετυχαίνουν τίποτα. Πριν προλάβουν να τελειώσουν το πρωινό τους το τηλέφωνο χτύπησε πάλι.

«Έτοιμοι; Πάμε!», φώναξε ο Μπαίλκε και όλοι πετάχτηκαν από τις καρέκλες τους. Η ίδια σκηνή θα επαναλαμβανόταν δύο ακόμη φορές κατά τη διάρκεια της ημέρας: τέσσερις φορές απογειώθηκαν και προσγειώθηκαν χωρίς επιτυχίες, αλλά και χωρίς απώλειες. Ξάπλωσαν ξεθεωμένοι στις πολυθρόνες τους, μισοκλείνοντας τα μάτια, περιμένοντας το επόμενο κουδούνισμα που δεν ερχόταν, αυξάνοντας την ένταση. Πήραν το γεύμα τους και επέστρεψαν σε θέσεις ετοιμότητας. Κατά τις 03.30 μμ ο Μπαίλκε με τον Μπαίμε άρχισαν μία παρτίδα σκάκι για να σκοτώσουν την ώρα τους, αφού δεν είχαν να σκοτώσουν τίποτα άλλο. Μία ώρα αργότερα το τηλέφωνο χτύπησε πάλι: αεροπορική υποστήριξη για μία επίθεση πεζικού. Οι πιλότοι έτρεξαν στα αεροπλάνα αρχίζοντας για πέμπτη φορά τις ίδιες διαδικασίες που είχαν γίνει πλέον μηχανικές. Ο Μπαίλκε έδεσε το κασκόλ γύρω από το πρόσωπο και τον λαιμό του και ετοιμαζόταν να φορέσει τα γάντια, όταν μπροστά του εμφανίστηκε ένας φωτογράφος. Αρκετά απασχολημένος και αφηρημένος μέσα στον πυρετό της στιγμής, στάθηκε αμήχανος και πριν το καταλάβει το φλας άστραψε. Η λάμψη τον ξάφνιασε…Είχε ξεχαστεί!

Δεν ήταν όμως καιρός για ανόητες προλήψεις. Πήδησε στο αεροπλάνο. Άνοιξε τους διακόπτες και έδωσε το σήμα στον μηχανικό. Η έλικα περιστράφηκε δεξιόστροφα σε έναν σκουρόχρωμο κύκλο που έμοιαζε να αναστρέφει την φορά του καθώς ο κινητήρας συγκέντρωνε όλη του την ισχύ. Έσπρωξε τη μανέτα και το Albatros άρχισε να τροχοδρομεί. Τα πιόνια της σκακιέρας είχαν μείνει ακίνητα σε μία παρτίδα που δεν θα τελείωνε ποτέ.

Ο σχηματισμός πετούσε στα 3.000 m και ήταν ο ίδιος με τις άλλες φορές: “αιχμή βέλους”, με τον Μπαίλκε να ηγείται στο κέντρο, τον Μπαίμε αριστερά του και τον Ριχτχόφεν δεξιά. Ήταν η πέμπτη έξοδος της ημέρας και τα νεύρα όλων ήταν τεντωμένα. Σε κάθε έξοδο οι Άγγλοι εμφανίζονταν σε όλο και μεγαλύτερους αριθμούς. Μέσα από τα πυκνά σύννεφα αντίκρισαν έναν εχθρικό σχηματισμό κι αναπήδησαν από έκπληξη: δύο ολομόναχα DH2, 700 m χαμηλότερα!

Τα δύο βρετανικά μαχητικά ανήκαν σε έναν μεγαλύτερο σχηματισμό της 24ης Μοίρας ο οποίος εκτελούσε επιθετική περιπολία πίσω από τις γερμανικές γραμμές, αλλά είχαν καθυστερήσει να απογειωθούν λόγω μηχανικών βλαβών. Ο διοικητής τους, ταγματάρχης Λάνο Χώκερ (Lanoe Hawker), είχε αρνηθεί να ματαιώσει την έξοδο, οπότε οι ανθυπολοχαγοί ΜακΚαίυ (MacKay) και Νάϊτ (Knight) απογειώθηκαν καθυστερημένοι για να συναντήσουν τους υπόλοιπους συναδέλφους τους. Μέσα σε ολόκληρη την αχανή έκταση του γαλλικού ουρανού, οι δύο Βρετανοί είχαν την ατυχία να πέσουν πάνω στα πέντε Albatros της Jasta 2, επανδρωμένα από την «αφρόκρεμα» της γερμανικής αεροπορίας.

Οι πιλότοι του Μπαίλκε γνώριζαν καλά την τακτική που ακολουθούσαν σε τέτοιες περιπτώσεις: τα μισά αεροσκάφη θα καταδίωκαν τους αντιπάλους, ενώ τα υπόλοιπα θα τους έκλειναν την οδό διαφυγής προς τις βρετανικές γραμμές. Ο ισχυρός δυτικός άνεμος που φυσούσε ήταν ιδανικός για να τους παρασύρει βαθύτερα στις εχθρικές γραμμές, μέχρι που τα καύσιμα τους θα τελείωναν –αν ήταν ακόμα ζωντανοί μέχρι τότε.

Οι τρεις εμπειρότεροι πιλότοι του σχηματισμού, ο Μπαίλκε, ο Μπαίμε και ο Ριχτχόφεν, όρμησαν εναντίον τους, καθώς οι άλλοι συνέχιζαν δυτικότερα, κλείνοντας την παγίδα. Ο Μπαίλκε κοίταξε τον Ριχτχόφεν στα δεξιά του και με το χέρι τού υπέδειξε το δεξιό DH2. Εκείνος μαζί με τον Μπαίμε βυθίστηκε εναντίον του άλλου. Σε συμπλοκές όπου η υπεροχή βρίσκεται συντριπτικά υπέρ της μίας πλευράς, τα νεύρα έχουν την τάση να χαλαρώνουν ενστικτωδώς, η προσοχή παύει να είναι τεταμένη και οι προφυλάξεις παραμελούνται εύκολα. Τότε παραμονεύει ο κίνδυνος.

Οι Βρετανοί πιλότοι έδειξαν τους καλύτερους εαυτούς τους: βίαιοι ελιγμοί διαφυγής, κλειστές στροφές, απεγνωσμένες περιδινήσεις. Κανένας δεν βρέθηκε πάνω από δύο δευτερόλεπτα στα στόχαστρα των Γερμανών. Τα πάντα όμως ήταν θέμα χρόνου: μία παρατεταμένη αερομαχία κάτω από αυτές τις συνθήκες δεν θα μπορούσε να συνεχιστεί για πολύ. Κάποια στιγμή ο Μπαίλκε και ο Μπαίμε βρέθηκαν 200 m από τα νώτα του ΜακΚαίυ. Όταν τα δύο Albatros άρχισαν να συγκλίνουν εναντίον του, η κατάρριψη φαινόταν πλέον βέβαιη. Για ένα φευγαλέο δευτερόλεπτο τα τέσσερα Spandau κροτάλισαν μαζί, όταν μερικά μέτρα από το ρύγχος του Μπαίλκε πέρασε αστραπιαία το αγχωμένο D.H.2 του Νάϊτ καταδιωκόμενο από τον Ριχτχόφεν. Ενστικτωδώς ο Μπαίλκε τράβηξε απότομα το στικ και κλώτσησε το δεξί ποδωστήριο για να το αποφύγει. Ο Ριχτχόφεν περνούσε δεξιά του και παρακολούθησε ολοκάθαρα την σκηνή. Η ανάσα του κόπηκε.

…«Σύγκρουση!»…

Αυτή ήταν η λέξη που πέρασε από το μυαλό του Ριχτχόφεν, αλλά το Albatros του Μπαίλκε πετάχτηκε πάνω αριστερά αποφεύγοντας το βρετανικό. Ο Μπαίμε, ακολουθώντας πιστά τον διοικητή του, βρισκόταν ακριβώς από πάνω του και  στιγμιαία οι δύο πιλότοι έχασαν την οπτική επαφή μεταξύ τους όταν τα φτερά των αεροσκαφών έκλεισαν το οπτικό τους πεδίο.

…«ΣΥΓΚΡΟΥΣΗ!»…  

H sugkroush pou stoicise thn zwh tou Mpailke

Η λέξη αντήχησε δυνατότερη μέσα του, αλλά αυτό που ακολούθησε δεν ήταν κάτι τέτοιο. Ήταν ένα απλό άγγιγμα. Για ένα κλάσμα του δευτερολέπτου ο δεξιός τροχός του Μπαίμε άγγιξε το πάνω αριστερό φτερό του Μπαίλκε. Στην ταχύτητα όμως των 150 km/h που έτρεχαν τα αεροσκάφη το άγγιγμα έκανε τον τροχό να λειτουργήσει σαν χειρουργικό νυστέρι. Ο Μπαίλκε άκουσε ένα ξαφνικό, δυνατό ΧΧΡΡΑΤΣ! πάνω από το κεφάλι του και είδε το ύφασμα του φτερού να σκίζεται. Ο σπασμένος τροχός του Μπαίμε χανόταν στο κενό.

Τα δύο αεροπλάνα έπεσαν σε περιδίνηση και μετά από μερικές εκατοντάδες μέτρα ο Μπαίμε ανέκτησε τον έλεγχο, ψάχνοντας για τον φίλο του. Το πληγωμένο Albatros του αρχηγού του εξακολουθούσε να πέφτει και για μία στιγμή εμφανίστηκε χαμηλότερα, κάτω από το δεξιό του φτερό. Ο Μπαίλκε είχε παραμείνει ψύχραιμος. Πειθαρχώντας πάνω στον πανικό, συνειδητοποίησε ότι δεν είχε χάσει εντελώς τον έλεγχο. Το αεροπλάνο ήταν ασταθές και κλυδωνιζόταν, ειδικά στην αριστερή πλευρά, αλλά εκτός από το σκισμένο ύφασμα που μαστίγωνε άγρια τον αέρα πάνω από το κεφάλι του, δεν είχε συμβεί τίποτα χειρότερο. Τα πηδάλια λειτουργούσαν ακόμα και με αρκετή προσπάθεια ίσως κατάφερνε και να το προσγειώσει. Άφησε το αεροπλάνο να κυλήσει απαλά προς τα κάτω διαγράφοντας μεγάλους σπειροειδείς κύκλους, παλεύοντας πυρετωδώς με τα πηδάλια και το χειριστήριο. Ο Μπαίμε πίσω του, τον ακολουθούσε αγωνιώντας για την τύχη του. Το Albatros είχε μόνιμα βυθισμένο το αριστερό του φτερό, αλλά η κάθοδός του φαινόταν ελεγχόμενη -μέχρι τη στιγμή τουλάχιστον που χάθηκε μέσα σε μία συστάδα νεφών. Οι δυνάμεις της Φυσικής ανέλαβαν τα υπόλοιπα.

Οι δυνατές ριπές του ανέμου, οι στροβιλισμοί και οι υψηλές πιέσεις που επικρατούσαν στο εσωτερικό της πυκνής μάζας των συμπυκνωμένων υδρατμών, ξήλωσαν εντελώς το αριστερό φτερό και το εύθραυστο αεροπλάνο έπεσε σαν κιβώτιο γεμάτο πέτρες, με τα συρματόσχοινα να ουρλιάζουν διαπεραστικά στον αέρα. Το Albatros χτύπησε το έδαφος του Σωμ με όλη τη δύναμη των 250 km/h και μεταβλήθηκε σε έναν σωρό στρεβλωμένων ξύλων, σιδερικών και υφασμάτων. Δεν υπήρξε έκρηξη. Μόνο μία ξαφνική σιωπή. Ο Μπαίλκε βρισκόταν σωριασμένος δίπλα στα συντρίμμια του αγαπημένου του μαχητικού, ακέραιος, με το κρανίο του σπασμένο.

Ο Μπαίμε τριγύριζε συνεχώς πάνω από το σημείο της πρόσκρουσης, προσπαθώντας να βρει ένα σημείο κατάλληλο για προσγείωση, αλλά το έδαφος ήταν γεμάτο κρατήρες. Στην επιστροφή έτρεμε τόσο που του ήταν αδύνατον να συγκρατήσει το αεροπλάνο. Με την πρώτη επαφή το σύστημα προσγείωσης ξηλώθηκε ολόκληρο. Το Albatros αναπήδησε στον αέρα, αναποδογύρισε και το πάνω φτερό συνεθλίβη στο έδαφος. Κάποια από τα στυλίδια συγκράτησαν το βάρος του αεροπλάνου, λίγο πριν ο αυχένας του Μπαίμε αγγίξει το χώμα.

Ο ίδιος δεν είχε καταλάβει τίποτα από αυτά. Όταν τον ανέσυραν από τα συντρίμμια το πρόσωπό του είχε το γυάλινο βλέμμα του νευρικού κλονισμού. Τον μετέφεραν μέχρι το ιατρείο όπου διαπιστώθηκε το άριστο της υγείας του –της σωματικής τουλάχιστον, γιατί η πνευματική ήταν μία άλλη υπόθεση. Την επόμενη μέρα δεν θυμόταν τίποτα από τα συμβάντα της προηγούμενης, αλλά δυστυχώς για εκείνον η μνήμη του επανήλθε σταδιακά, υπενθυμίζοντάς του τον τραγικό ρόλο που είχε διαδραματίσει στον θάνατο του καλύτερου φίλου και διοικητή του. Μέσα στην σύγχυση και την αμηχανία που επεκράτησε μετά το δραματικό περιστατικό, οι Βρετανοί πιλότοι κατάφεραν να διαφύγουν σώοι και αβλαβείς, αφήνοντας πίσω τους την γερμανική αεροπορία ακέφαλη, χωρίς καν να έχουν πυροδοτήσει τα πολυβόλα τους.

Ο Έρβιν Μπαίμε μπορεί να ήταν ένας εξαίρετος μαχητής, αλλά δεν κατάφερε να υποταχθεί στην μοιρολατρική ζωή του πολεμιστή. Θεωρώντας τον εαυτό του υπαίτιο για τον θάνατο του φίλου του, κλείστηκε στον εαυτό του και άρχισε να καταρρέει ψυχολογικά. Η μόνη επικοινωνία που είχε με τον υπόλοιπο κόσμο ήταν τα γράμματα που έγραφε στη μνηστή του:

«31 Οκτωβρίου 1916

Αγαπημένη μου Αννεμαρί,

Ο Μπαίλκε δεν βρίσκεται πια ανάμεσά μας. Δεν υπάρχει τίποτα που θα μπορούσε να πλήξει εμάς τους πιλότους χειρότερα και δεν υπάρχει τίποτα που θα μπορούσε να εξαφανίσει την θλίψη μου για την απώλεια αυτού του εξαίρετου ανθρώπου. Τα γεγονότα της 28ης Οκτωβρίου βαραίνουν πολύ επάνω μου. Γιατί να γίνει αυτός, ο αναντικατάστατος, το θύμα αυτής της τυφλής μοίρας, και όχι εγώ;».

Ο Ριχτχόφεν έτρεξε να του συμπαρασταθεί πριν αποπειραθεί οτιδήποτε. «Έχω ανακτήσει τον επιφανειακό έλεγχο του εαυτού μου», έγραψε στην Αννεμαρί μετά από δύο εβδομάδες. «Κανείς μας δεν ευθυνόταν για αυτό που συνέβη, αλλά τις σιωπηλές ώρες της νύχτας τα μάτια μου βλέπουν ακόμα την αποτρόπαια στιγμή που παρακολουθούσα τον φίλο μου να χάνεται από δίπλα μου».

Ο χρόνος θεραπεύει, αλλά δεν φέρνει υποχρεωτικά και την λήθη. Ο Μπαίμε κατάφερε να ξεπεράσει το σοκ, αλλά η σκέψη θα τον στοίχειωνε για το υπόλοιπο της ζωής του. Όχι ότι του απέμενε και πολύ δηλαδή. Αυτή όμως είναι μία ιστορία που πρέπει να ειπωθεί με την σειρά της…

 

«Ίσως τελικά, ο μοναδικός άνθρωπος που βρισκόταν πολύ κοντά με τον Μπαίλκε να ήταν εκείνος που  συγκρούστηκε μαζί του»…                                                 

                                        Μάνφρεντ φον Ριχτχόφεν  

Μπαίμε και Μπέκε – Κανείς δεν ήξερε την μοίρα που θα τους ένωνε στον θάνατο

   
 

Ο ΒΡΥΚΟΛΑΚΑΣ ΤΗΣ ΔΟΞΑΣ

 

Το βρετανικό Β.Ε.2 πέρασε βουίζοντας πάνω από το αεροδρόμιο του Μπερτινκούρ, αναστατώνοντας τους πάντες. Έριξε πίσω του ένα περίεργο αντικείμενο και εξαφανίστηκε. Οι πιλότοι που είχαν αρχίσει να τρέχουν αιφνιδιασμένοι προς τα αεροπλάνα τους, έπαψαν να βιάζονται και πλησίασαν διστακτικά το αντικείμενο που είχε ρίξει ο παρείσακτος επισκέπτης τους. Ήταν ένα στεφάνι. Επάνω του υπήρχε ένα σημείωμα το οποίο έγραφε:

«ΣΤΗΝ ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ ΛΟΧΑΓΟΥ ΜΠΑΙΛΚΕ, ΤΟΥ ΓΕΝΝΑΙΟΥ ΚΑΙ ΙΠΠΟΤΙΚΟΥ ΑΝΤΙΠΑΛΟΥ ΜΑΣ. ΑΠΟ ΤΟ ΒΑΣΙΛΙΚΟ ΑΕΡΟΠΟΡΙΚΟ ΣΩΜΑ»

Ήταν 3 Νοεμβρίου 1916 –η ημέρα της κηδείας του.

Η απώλεια ενός τόσο ανεκτίμητου ηγέτη και πιλότου, συγκλόνισε ολόκληρη τη Γερμανική Αεροπορία. Το κενό που είχε αφήσει πίσω του ο αήττητος Μπαίλκε θα ήταν κυριολεκτικά δυσαναπλήρωτο. Μόνο οκτώ πιλότοι στη διάρκεια του πολέμου θα ξεπερνούσαν το σκορ του. Ένας από αυτούς που θα ήταν ένας μαθητής του. Ο καλύτερος από όλους: φιλόδοξος και πεισματάρης στο έπακρο, ο βαρώνος Μάνφρεντ φον Ριχτχόφεν είχε θέσει σκοπό της ζωής του, όχι μόνο να φτάσει, αλλά και να ξεπεράσει τα επιτεύγματα του δασκάλου του.

Ο Ριχτχόφεν είχε γεννηθεί στις 2 Μαΐου 1892 στο Μπρεσλάου, γόνος παλιάς αριστοκρατικής οικογένειας η οποία κρατούσε την καταγωγή της από τον 17ο αιώνα. Οι πρόγονοι της οικογενείας ήταν κατά κύριο λόγο δικαστικοί, πολιτικοί ή δήμαρχοι, ενώ η κυριότερη μη-επαγγελματική ασχολία τους ήταν τα άλογα και το κυνήγι. Ο πρώτος ο οποίος επέλεξε το επάγγελμα του στρατιωτικού ήταν ο πατέρας του Μάνφρεντ, ο Άλμπρεχτ, ο οποίος ήταν αξιωματικός του ιππικού. Ο ίδιος ο Μάνφρεντ δεν θέλησε ποτέ να ασχοληθεί με τον στρατό. Γνώριζε από τον πατέρα του τι σήμαινε στρατιωτική πειθαρχεία και η σκέψη μίας επαγγελματικής σταδιοδρομίας δεν τον γοήτευε ιδιαίτερα. Η έντονη προσωπικότητα και η ισχυρή του βούληση έρχονταν σε έντονη αντίθεση με τις απαράβατες διαταγές και τους κανονισμούς. Το κακό ήταν ότι κανείς δεν ζήτησε την γνώμη του. Ήταν παλιά παράδοση των πρωσσικών αριστοκρατικών οικογενειών, ο πρώτος γιός να γίνεται αξιωματικός. Η οικογένεια των φον Ριχτχόφεν είχε καταπατήσει αυτή τη συνήθεια για αρκετά χρόνια και ο πατέρας του, υπερήφανος για το επάγγελμά του, δεν θα επέτρεπε στον Μάνφρεντ να ασχοληθεί με οτιδήποτε άλλο. Όσο όμως κι αν η σκέψη μίας στρατιωτικής σταδιοδρομίας του προκαλούσε δυσφορία, ο νεαρός βαρώνος, πάνω από όλα, ήταν ένας Γερμανός αριστοκράτης. Η τιμή και η αξιοπρέπειά του δεν του επέτρεπαν να αποτύχει σε αυτό που του ανέθετε ο πατέρας του.

Τα πάντα “μιλούσαν” επάνω του: ξανθός, μετρίου ύψους, γεροδεμένος. Αστείρευτη ενεργητικότητα, ακλόνητη θέληση και κοφτή ομιλία με σύντομες προτάσεις. Εκφραζόταν πάντοτε με ευγενικό τρόπο, χωρίς ποτέ να βρίζει. Όλα φανέρωναν χαρακτήρα ηγετικό, προορισμένο να διακριθεί. Η φιλοδοξία, η αποφασιστικότητα και το πείσμα του ήταν σμιλεμένα στο πρόσωπό του και αποτυπωμένα στο γαλανό του βλέμμα. Ο Μάνφρεντ φον Ριχτχόφεν ήταν ικανός να περπατήσει και πάνω στη φωτιά, αν η ιδέα του είχε καρφωθεί στο μυαλό.

Στην είσοδο της Στρατιωτικής Ακαδημίας του Βερολίνου υπήρχε η αντιπαθητική επιγραφή «ΜΑΘΕ ΝΑ ΠΕΙΘΑΡΧΕΙΣ ΓΙΑ ΝΑ ΜΑΘΕΙΣ ΝΑ ΔΙΟΙΚΕΙΣ». Ήταν αδύνατο να το φανταστεί εκείνη τη στιγμή, αλλά θα αρίστευε και στους δύο τομείς. Το 1911, σε ηλικία 19 ετών, αποφοίτησε σαν ανθυπολοχαγός του ιππικού, το οποίο ήταν περισσότερο της αρεσκείας του, αφού από μικρός είχε ανατραφεί με τα άλογα και το κυνήγι. Το 1913 έλαβε μέρος σε έναν αγώνα ιππασίας αξιωματικών. Καλπάζοντας σαν τη θύελλα πάνω σε μία πλατιά, ανοιχτή πεδιάδα της Σιλεσίας, το πόδι του αλόγου του έπεσε ξαφνικά μέσα σε μία φωλιά λαγού, εκτοξεύοντας τον αναβάτη του δεκάδες μέτρα μακριά. Με έναν οξύ πόνο να τον μαχαιρώνει στον ώμο, ο Μάνφρεντ ίππευσε ξανά και συνέχισε τον αγώνα τερματίζοντας πρώτος. Μετά την απονομή του επάθλου, επισκέφτηκε αμέσως έναν γιατρό ο οποίος του είπε ότι είχε σπάσει την κλείδα του. Μόνο το πείσμα του ήταν άθραυστο.

Τον Μάρτιο του 1915, μετά από οκτώ μόλις μήνες πολέμου, ήταν φανερό ότι το ιππικό ήταν ένα όπλο το οποίο δεν θα είχε κανένα ρόλο να διαδραματίσει στην εξέλιξή του, οπότε ο 23χρονος ανθυπολοχαγός που είχε γαλουχηθεί για μεγαλύτερα επιτεύγματα, πέτυχε την μετάταξή του στην αεροπορία τον Μάϊο. Με μοναδική εξαίρεση την πτήση αυτή καθεαυτή, τα υπόλοιπα μαθήματα –ναυτιλίας, μηχανικής, αεροδυναμικής- άφηναν αδιάφορο τον Ριχτχόφεν ο οποίος κατέστρεψε το αεροπλάνο του στην πρώτη «σόλο» πτήση του. Αποφοίτησε με μέτριους βαθμούς και τον Ιούλιο τοποθετήθηκε σαν παρατηρητής στα διθέσια. Μετατέθηκε στο ρωσικό μέτωπο όπου πετούσε καθημερινά πάνω από την εικόνα της “καμμένης γης” που άφηνε πίσω της η ρωσική υποχώρηση. Οι πιθανότητες εμπλοκής σε αερομαχία ήταν ελάχιστες. Οι Ρώσοι διέθεταν ελάχιστα αεροσκάφη και δεν ήταν ακόμη εξοικειωμένοι με τις δυνατότητες του νέου όπλου. Ο μόνος κίνδυνος εμφανιζόταν όταν κάποιος έπεφτε ζωντανός πίσω από τις γραμμές του εχθρού. Τότε το μόνο που είχε να περιμένει ήταν ένας αργός και φρικτός θάνατος στα χέρια των Ρώσων. Αυτός ήταν και ο λόγος που ο Ριχτχόφεν απολάμβανε ιδιαίτερα τον πολυβολισμό της ανθρώπινης θάλασσας των Ρώσων στρατιωτών. Τον Αύγουστο του 1915 μετατέθηκε στο Βέλγιο όπου συνάντησε για πρώτη φορά τον Μπαίλκε ο οποίος έμελλε να του ανοίξει τον δρόμο για τα μεγάλα επιτεύγματα που ονειρευόταν.

Το πρωί της 3ης Νοεμβρίου 1916 κατέρριψε το έβδομο θύμα του και το απόγευμα της ίδιας ημέρας βρισκόταν στην κεφαλή της πομπής της κηδείας του Όζβαλντ Μπαίλκε κρατώντας τα παράσημα και τις διακρίσεις του. Ακόμη και ο θαυμασμός του για το πρόσωπο του εκλιπόντος, η βαριά ατμόσφαιρα της κηδείας ή η θλίψη ενός ολόκληρου έθνους για την απώλεια του αήττητου «Πατέρα των Μαχητικών», ήταν ανίκανα να σβήσουν από τη σκέψη του την δίψα του για διάκριση και δόξα. Κοιτώντας το “Blue Max” που κρατούσε στα χέρια του σκέφτηκε ότι ο Μπαίλκε και ο Ίμμελμαν είχαν κερδίσει το παράσημο μετά τις οκτώ νίκες τους. Δεν θα αργούσε και η δική του σειρά! Τον προηγούμενο χρόνο, όταν εκπαιδευόταν ακόμα σαν πιλότος, ένας συνάδελφός του τον είχε ρωτήσει «Τι περιμένεις να πετύχεις στην αεροπορία;»

-Θα ήθελα να γίνω ο πρώτος πιλότος! Αυτό θα ήταν καλό!

Ο Ριχτχόφεν είχε απαντήσει αστειευόμενος, αλλά οποιοσδήποτε μπορούσε να δει ότι πίσω από το γέλιο του κρυβόταν η πρόδηλη φιλοδοξία την οποία ούτε ο ίδιος δεν μπορούσε να μεταμφιέσει.

Ο ‘Κόκκινος Βαρώνος’ , ώριμος πια μαθητής του Μπαίλκε , την εποχή που ήταν διάσημος άσσος

Το επόμενο πρωί, καθώς οι πιλότοι προσπαθούσαν να καλύψουν το δυσαναπλήρωτο κενό που είχε δημιουργήσει η απώλεια του «Μεγάλου Δασκάλου», ο Ριχτχόφεν είχε ξυπνήσει με ανανεωμένη τη φονική του διάθεση: κάπου εκεί έξω τον περίμενε κάποιος Εγγλέζος που θα του χάριζε το μεγαλύτερο στρατιωτικό παράσημο της χώρας του. Εκείνη τη μέρα όμως η τύχη δεν ήταν με το μέρος του. Μία πληροφορία που έλαβε λίγο αργότερα τον έκανε να χάσει τον κόσμο κάτω από τα πόδια του. Το Γενικό Επιτελείο, μετά από αρκετή σκέψη, είχε θέσει νέες βάσεις για την απονομή του μεταλλίου: τώρα το ελάχιστο όριο για την απονομή του είχε διπλασιαστεί στις 16 νίκες!

Η Jasta 2 “Boelcke”, όπως είχε επονομαστεί τιμητικά μετά τον θάνατο του ιδρυτή της, διοικείτο τώρα από τον υπολοχαγό Στέφαν Κιρμάμϊερ, του οποίου η επιλογή ήρθε σαν φυσικό ακόλουθο. Ήταν ο αρχαιότερος σε βαθμό και ο πιλότος με τις περισσότερες καταρρίψεις στη μονάδα. Οι υπόλοιποι πιλότοι περίμεναν στο πρόσωπό του να βρουν έναν καινούργιο Μπαίλκε, αλλά αυτό δεν θα συνέβαινε. Εκτός από τις ικανότητές του στη μάχη, ο Κιρμάϊερ δεν είχε να επιδείξει τίποτα από την τακτική ευφυία που διέκρινε τον θρυλικό προκάτοχό του. Στις 22 Νοεμβρίου, μετά από 11 καταρρίψεις, ο Κιρμάϊερ καταρρίφθηκε από το D.H.2 του λοχαγού Άντριους (Andrews) της 24ης Μοίρας η οποία φαινόταν να έχει διάθεση για μεγάλες φασαρίες. Αυτό άφησε τον Ριχτχόφεν σαν τον μεγαλύτερο σκόρερ της μονάδας με 10 καταρρίψεις, ακολουθούμενο από τον Μπαίμε με επτά. Παρόλα αυτά το επιτελείο επέλεξε σαν αντικαταστάτη του Κιρμάϊερ τον Φραντς Βαλτς, έναν άσημο λοχαγό με ελάχιστες καταρρίψεις. Αυτό ματαίωσε και πάλι τα φιλόδοξα σχέδια του Ριχτχόφεν, αλλά ο αριθμός των καταρρίψεών του δεν θα μπορούσε να περνά απαρατήρητος για πολύ καιρό ακόμα. Την επομένη κιόλας του θανάτου του Κιρμάϊερ, το όνομα του Ριχτχόφεν θα γινόταν ευρύτερα γνωστό.

Αντίπαλος της Jasta 2, για μία ακόμη φορά, θα ήταν η 24η Μοίρα του ταγματάρχη Χώκερ, ενός διακεκριμένου και δυναμικού πιλότου. Εκείνη τη στιγμή ήταν ο πρώτος και μεγαλύτερος Βρετανός άσσος με εννέα καταρρίψεις, κάτοχος του Σταυρού της Βικτωρίας και της Τάξης Διακεκριμένης Υπηρεσίας (D.S.O). Τον Μάρτιο του 1916 η μονάδα του ήταν η πρώτη που είχε εξοπλιστεί με τα νέα D.H.2 και xάρη στις ικανότητες του διοικητού της και την (σχετική) υπεροχή των μαχητικών της, η 24η Μοίρα είχε γίνει η διασημότερη και η πιο επιτυχημένη του Αεροπορικού Σώματος. Αυτά όμως συνέβαιναν πριν οκτώ μήνες. Από τότε πολλά είχαν αλλάξει στον τομέα της αεροπορικής τεχνολογίας και στα τέλη του 1916 τα D.H.2 έμοιαζαν επιεικώς προϊστορικά. 

Το πρωινό της 23ης Νοεμβρίου ξημέρωσε κρύο και καθαρό. Οι τρεις πιλότοι του σμήνους “A” της 24ης Μοίρας θα εκτελούσαν μία επιθετική περιπολία στα 3.500 m πάνω από το Σωμ: αρχηγός σχηματισμού ο λοχαγός Άντριους, ο ταγματάρχης Χώκερ Νούμερο 2 στα αριστερά του και ο ανθυπολοχαγός Σώντμπυ (Saundby) Νούμερο 3 στα δεξιά. Λίγο πριν τις 14.00 ο Άντριους εντόπισε δύο γερμανικά αναγνωριστικά δύο χιλιόμετρα χαμηλότερα και βυθίστηκε οδηγώντας τον σχηματισμό εναντίον τους. Τα αναγνωριστικά έστριψαν αμέσως να φύγουν. Μία υποψία γεννήθηκε στο μυαλό του και από ένστικτο γύρισε να ελέγξει τα νώτα του. Εκεί ανακάλυψε πέντε Albatros να βυθίζονται στην ουρά του –ενέδρα! Έριξε όλα τα χειριστήρια αριστερά για να αντιμετωπίσει την επίθεση, αλλά μία ριπή σφηνώθηκε στον κινητήρα του τρυπώντας την δεξαμενή του. Ο κινητήρας “έβηξε”, “έφτυσε” και άρχισε να χάνει στροφές. Ο Χώκερ βρισκόταν 50 m χαμηλότερα, συνεχίζοντας την κάθοδό του εναντίον των αναγνωριστικών. Δεν είχε αντιληφθεί τίποτα.

Τα Albatros αγνόησαν τον Άντριους και όρμησαν προς την κατεύθυνση του Χώκερ. Τα άλλα δύο βρετανικά έτρεξαν να σώσουν τον διοικητή τους, σχηματίζοντας μία αλυσίδα πέντε αεροσκαφών που το ένα κυνηγούσε το άλλο. Ο Άντριους συγκρατώντας ακόμα το αεροσκάφος του έριξε μία ριπή τρέποντας το πρώτο Albatros σε φυγή, αλλά πίσω από το κεφάλι του ένα χαλάζι μεταλλικών κρότων αποτέλειωσε τον βασανισμένο του κινητήρα. Κύλινδροι και συρματόσχοινα είχαν διαλυθεί, τα πάντα ήταν νεκρά. Συρρικνώθηκε στο κάθισμά του και έριξε το αεροσκάφος σε μία άγρια βύθιση. Τέρμα οι ηρωισμοί. Δρόμο για το σπίτι! Ο Σώντμπυ απομάκρυνε το Albatros που βρισκόταν πίσω από τον Άντριους και έστριψε για να εμπλακεί με κάποιο άλλο. Ο Χώκερ εκείνη τη στιγμή είχε μείνει μόνος του, 900 m πάνω από το έδαφος, με τον Ριχτχόφεν στα νώτα του. Τα υπόλοιπα Albatros διέγραφαν κύκλους από πάνω χωρίς να αναμιχθούν. Για κάποιο λόγο τους άφησαν να λύσουν μόνοι τις διαφορές τους, ένας προς έναν. 

Οι δύο αντίπαλοι άρχισαν το “κυνήγι της ουράς”. Έστριψαν 20 φορές αριστερά και άλλες 30 δεξιά. Παρά τα μειονεκτήματά του, το D.H.2 ήταν ευέλικτο αεροσκάφος και ο Χώκερ δεν ήταν τυχαίος αντίπαλος. Κατέβηκαν στα 500 m και συνέχισαν τους κύκλους τους. Τα δύο μαχητικά έστριβαν βίαια, με τα φτερά τους να κοιτούν σχεδόν κάθετα το έδαφος και οι κύκλοι στένευαν συνεχώς, μέχρι που οι δύο πιλότοι έφτασαν να αντικρίζονται στα 80 m ο ένας από τον άλλον. Ο Ριχτχόφεν έβλεπε καθαρά το κεφάλι του αντιπάλου του να στρίβει διαρκώς. Αν δεν φορούσε γυαλιά θα μπορούσε να δει ακόμα και την έκφραση του προσώπου του. Οι κύκλοι τούς είχαν οδηγήσει 100 m από το έδαφος χωρίς αποτέλεσμα. Ήταν μία μονομαχία ισάξιων αντιπάλων. Σε μία στιγμή ο Χώκερ σήκωσε το χέρι του και χαιρέτησε τον Γερμανό.

Είχε ήδη περάσει μισή ώρα και η ζυγαριά είχε αρχίσει να κλείνει εις βάρος του Βρετανού: βρισκόταν πάνω από τις εχθρικές γραμμές και ο ανατολικός άνεμος τον παρέσυρε ακόμα βαθύτερα, καθώς τα καύσιμά του εξαντλούνταν. Με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, το παιχνίδι έπρεπε να τελειώνει… Σταμάτησε τις στροφές και τράβηξε πίσω το στικ, γυρνώντας το αεροπλάνο ανάποδα. Για μία στιγμή βρέθηκε πίσω από το Albatros και έριξε μία φευγαλέα ριπή από μεγάλη απόσταση. Δεν υπήρχε περίπτωση επιτυχίας, αλλά κατάφερε να αιφνιδιάσει τον Γερμανό και να κερδίσει λίγο χρόνο. Τώρα η μόνη επιλογή ήταν η διαφυγή. Έστριψε δυτικά, κατέβηκε στα 30 m και άνοιξε ταχύτητα “ξυρίζοντας” τις κορυφές των δένδρων. Απείχε περίπου 800 m από τις γραμμές του, το Albatros όμως είχε το πλεονέκτημα στην ταχύτητα. Ο Ριχτχόφεν αντικρίζοντας πλέον τα νώτα του αντιπάλου του άρχισε να τον πλησιάζει σταθερά. Το D.H.2 άρχισε να διαγράφει ζιγκ-ζαγκ, αλλά αυτό το καθυστέρησε περισσότερο. Στα 50 m o βαρώνος άνοιξε πυρ και στη δεύτερη ριπή τα πολυβόλα του μπλόκαραν! Μέχρι τότε είχε ρίξει 900 φυσίγγια και ούτε ένα δεν είχε βρει τον στόχο του. Τράβηξε τον μοχλό οπλίσεως και τον έσπρωξε με δύναμη. Τα πολυβόλα “καθάρισαν”. Στα 100 m πάτησε πάλι τη σκανδάλη… Το D.H.2 έριξε το ρύγχος μπροστά και οι τροχοί του χτύπησαν απότομα το λασπωμένο χώμα μίας εγκαταλελειμμένης αγροικίας. Το αεροπλάνο αναποδογύρισε και διαλύθηκε σαν πλαστικό μοντέλο. Ο Χώκερ απείχε μόνο ελάχιστα μέτρα από τα βρετανικά χαρακώματα. Θα μπορούσε ακόμη και να τρέξει, αν το πίσω μέρος του κρανίου του δεν ήταν διαλυμένο από μία και μοναδική βολίδα του Ριχτχόφεν.

Οποιοιδήποτε “ανοικτοί λογαριασμοί” εκκρεμούσαν ακόμη με την 24η Μοίρα τακτοποιήθηκαν οριστικά μετά από έναν περίπου μήνα, όταν στην πρωινή περιπολία της 20ης Δεκεμβρίου ο βαρώνος κατέρριψε έναν ακόμη άσσο της. Ο λοχαγός Άρθουρ Νάϊτ, με οκτώ καταρρίψεις εκείνη τη στιγμή στο ενεργητικό του, ήταν το επίδοξο θύμα του δίδυμου Μπαίλκε-Μπαίμε στις 28 Οκτωβρίου, όταν είχε συμβεί η μοιραία σύγκρουση. Ο Ριχτχόφεν εκδικήθηκε τον θάνατο του διοικητή του προσθέτοντας το αεροσκάφος του Νάϊτ στο σκορ του. Ήταν το 13ο θύμα του ανερχόμενου Γερμανού άσσου. Μετά τις τελευταίες συμπλοκές, η πιο διάσημη μονάδα του Βρετανικού Αεροπορικού Σώματος είχε αποδεκατιστεί.

Η είσοδος του νέου έτους επεφύλασσε πολλές εκπλήξεις για τον Ριχτχόφεν. Η 16η νίκη του σημειώθηκε στις 4 Ιανουαρίου 1917. Ο αριθμός σειράς του αεροσκάφους προστέθηκε στην αυξανόμενη συλλογή τροπαίων του βαρώνου, η οποία τώρα κατελάμβανε ένα μεγάλο τμήμα ενός τοίχου του πατρικού του σπιτιού, συνοδευόμενη κι από το αντίστοιχο ασημένιο κύπελλο με την ανάλογη επιγραφή: «16. Sopwith Scout. 4.1.17». Παρόλα αυτά ο ίδιος εξακολουθούσε ακόμη να κοιμάται με το όνειρο της πρώτης του κατάρριψης: το διάτρητο F.E.2 που χτυπούσε το έδαφος, οι στρατιώτες που ανέσυραν τα πτώματα των δύο πιλότων, το τελευταίο αινιγματικό χαμόγελο του Μόρρις. Η όλη σκηνή επαναλαμβανόταν με μακάβρια συχνότητα κάθε φορά που ο Ριχτχόφεν έκλεινε τα μάτια του, αλλά για εκείνον δεν ήταν παρά σαν την γλυκιά ανάμνηση της πρώτης εφηβικής αγάπης.

Τώρα, η τελευταία του νίκη αποτελούσε το διαβατήριό του για το πολυπόθητο “Blue Max”. Στις 14 Ιανουαρίου, πριν προλάβει να καταρρίψει έναν ακόμη αντίπαλο, ειδοποιήθηκε ότι αναλάμβανε την διοίκηση 11ης Μοίρας Μαχητικών (Jagdstaffel 11). Δύο μέρες μετά έλαβε το τηλεγράφημα που περίμενε τόσο καιρό:

«Η Αυτού Μεγαλειότης, ο Αυτοκράτωρ, απονέμει την Τάξη του Pour Le Merit στον ανθυπολοχαγό Μάνφρεντ φον Ριχτχόφεν».

Η ημερομηνία της απονομής ήταν η 12η Ιανουαρίου 1917 –ακριβώς έναν χρόνο μετά την αντίστοιχη απονομή των Μπαίλκε και Ίμμελμαν. Στον αποχαιρετιστήριο λόγο του προς το προσωπικό της Jasta 2 δήλωσε ότι λυπάται που εγκαταλείπει «…τις τάξεις της ένδοξης Jasta “Boelcke”, μέσα στην οποία γαλουχήθηκε…» και άλλα παρόμοια. Δεν τον πίστεψε κανείς. Ο Ριχτχόφεν ήταν ένας βρυκόλακας της δόξας: μόλις την γευόταν μία φορά, ήθελε κι άλλη. Η δίψα του δεν είχε κατευναστεί. Είχε διεγερθεί περισσότερο.

ΑΝΟΔΟΣ ΤΟΥ ΚΟΚΚΙΝΟΥ ΒΑΡΩΝΟΥ

Η νέα του βάση βρισκόταν στο Ντουαί, στην “καρδιά” του μετώπου, όπου το Βασιλικό Αεροπορικό Σώμα συνεχίζοντας τις επιθετικές τακτικές του εισχωρούσε σε μεγάλους αριθμούς μέσα στις γερμανικές γραμμές. Ο Ριχτχόφεν ήταν πρόθυμος να προσφέρει τα βλήματα, αν οι Άγγλοι προσέφεραν τα αεροπλάνα. Η παρουσίασή του στο Ντουαί συνέπεσε και με την άφιξη των νέων Albatros D.III –ο βελτιωμένος τύπος του D.II, του οποίου τα κυριότερα χαρακτηριστικά ήταν η μεγαλύτερη ταχύτητα και ο μεγαλύτερος ρυθμός ανόδου, σε συνδυασμό πάντα με την ευελιξία του προγόνου του. Ήταν ο τρίτος και κυριότερος εκπρόσωπος της νέας γενιάς των γερμανικών μαχητικών τα οποία θα επέβαλλαν την απόλυτη κυριαρχία τους σε όλο το μέτωπο μέχρι τα μέσα του έτους. Τα αεροσκάφη παρεδόθησαν στις μονάδες με την τυπική παραλλαγή του εργοστασίου, αλλά ο Ριχτχόφεν δεν μπορούσε πλέον να καταπιέσει πλέον τη διάθεση επιδειξιομανίας του. Στο κάτω-κάτω, εκείνη τη στιγμή, ήταν ο νεότερος διοικητής Μοίρας και ο μεγαλύτερος ζωντανός άσσος της Γερμανίας. Ο Γάλλος άσσος Ζαν Ναβάρ είχε γίνει διάσημος πετώντας ένα κόκκινο Nieuport πάνω από το Βερντέν. Εκείνος θα πετούσε με ένα κατακόκκινο Albatros!

Την Τρίτη 23 Ιανουαρίου ο Ριχτχόφεν οδήγησε για πρώτη φορά πέντε πιλότους της Jasta 11 στη μάχη, βρίσκοντας έναν αγγλικό σχηματισμό “Ωθητών” F.E.8 να σκορπούν την καταστροφή σε ένα σμήνος οκτώ γερμανικών αναγνωριστικών. Για την ακρίβεια, την καταστροφή την σκορπούσε ένας και μόνο πιλότος, ο υπολοχαγός Τζων Χαίυ Το πρώτο αναγνωριστικό έπεφτε φλεγόμενο από το πολυβόλο του και το παρακολουθούσε να αποχωρίζεται τα φτερά του λίγο πριν συντριβεί στο έδαφος. Ο Χαίυ κατευθύνθηκε αμέσως εναντίον ενός δεύτερου και το αποτέλειωσε τη στιγμή που τα Albatros ορμούσαν να σώσουν την κατάσταση. Ένα από τα F.E.8 έστρεψε να αντιμετωπίσει την επίθεση, όταν ο πιλότος του ανακάλυψε ότι το ένα και μοναδικό του πολυβόλο είχε μπλοκάρει. Είδε ένα κόκκινο Albatros να του επιτίθεται μετωπικά με τα δύο Spandau να πετούν φλόγες. Έσπρωξε το στικ μπροστά και βούτηξε άγρια προς το έδαφος, αναβάλλοντας τον θάνατό του για κάποια άλλη μέρα. Το Albatros επέλεξε αμέσως άλλο στόχο και βρέθηκε γρήγορα στα νώτα του Χαίϋ. Το ξεπερασμένο F.E.8 δεν είχε καμία τύχη σε κλειστή αερομαχία εναντίον ενός τέτοιου αντιπάλου. Ο Ριχτχόφεν πάτησε τις διπλές σκανδάλες του χειριστηρίου και είδε τις πρώτες φλόγες να πετάγονται από τον κινητήρα του θύματός του. Ζωσμένος από τις φλόγες, ο Χάιυ ήρθε αντιμέτωπος με τον μεγαλύτερο εφιάλτη των πιλότων του Α΄ ΠΠ. Από ύψος 500 m έλυσε τους ιμάντες του και πήδηξε στο κενό. Ήταν η 17η κατάρριψη του Ριχτχόφεν και η πρώτη που ο αντίπαλός του είχε το φρικτό τέλος ενός “πυρσού”.

Όπως και στην περίπτωση του Μπαίλκε, το επιτελείο αποσκοπούσε στην συγκρότηση μίας ακόμη μονάδας ελίτ και είχε δώσει στον Ριχτχόφεν την άδεια να στρατολογεί πιλότους της επιλογής του. Εκείνος με την εμπειρία του είχε ήδη ξεχωρίσει κάποιους πιλότους του οι οποίοι φαίνονταν να διαθέτουν το χάρισμα του “κυνηγού”. Ο Καρλ Αλλμενρέντερ (Karl Allmenroeder) και ο Σεμπάστιαν Φέστνερ (Sebastian Festner), αν και αρχάριοι φαίνονταν ταλαντούχοι. Από τους εμπειρότερους, ο Κουρτ Βολφ (Kurt Wolff) είχε πολεμήσει κι εκείνος πάνω από το Βερντέν στο πίσω κάθισμα ενός αναγνωριστικού, ενώ ο Καρλ-Έμιλ Σέφερ (Karl-Emil Schaeffer) ήταν ένας βετεράνος των χαρακωμάτων που τον Σεπτέμβριο του 1914 είχε τραυματιστεί βαριά στον αριστερό μηρό. Έξι μήνες αργότερα, με το ένα του πόδι ελάχιστα κοντύτερο από το άλλο, είχε επιστρέψει στη δράση, αλλά αυτή τη φορά πολύ ψηλότερα από τα χαρακώματα. Τον Ιανουάριο του 1917 σημείωσε την πρώτη του κατάρριψη και τον επόμενο μήνα, έχοντας πληροφορηθεί για την σύσταση της Jasta 11, δεν δίστασε να στείλει στον Ριχτχόφεν το ακόλουθο προσωπικό τηλεγράφημα: «Έχετε κάποια θέση για μένα;». Ο βαρώνος έχοντας ήδη συλλέξει στοιχεία από τα μητρώα διαφόρων πιλότων, έστειλε αμέσως την απάντησή του: «Έχεις ήδη επιλεγεί».

Οι άσχημες καιρικές συνθήκες του Φεβρουαρίου δεν έδωσαν πολλές ευκαιρίες για δράση, αλλά με το τέλος του μηνός ο Ριχτχόφεν είχε ήδη φτάσει τις 21 νίκες και η ταυτότητα του κόκκινου Albatros είχε γίνει γνωστή μέχρι την άλλη πλευρά των χαρακωμάτων. Οι πιλότοι του τον παρακάλεσαν να βάψουν και τα δικά τους αεροσκάφη με ανάλογους χρωματισμούς για να μην προσελκύει εκείνος τα πυρά του εχθρού. Ο βαρώνος δέχθηκε αφού αυτό φαινόταν να δρα ευεργετικά για το ηθικό των πιλότων, ενώ ταυτόχρονα βοηθούσε και στην αναγνώριση κατά τη διάρκεια της αερομαχίας. Έτσι όλοι απέκτησαν μία έγχρωμη “ταυτότητά”: ο Καρλ-Έμιλ Σέφερ είχε τα πηδάλια και το πίσω μέρος της ατράκτου βαμμένα μαύρα, ο Αλλμενρέντερ κόκκινο αεροσκάφος με λευκό ρύγχος, ο Κουρτ Βολφ πράσινο και κίτρινο σε διάφορα τμήματα. Ο μόνος περιορισμός ήταν ότι μόνο ο ίδιος ο Ριχτχόφεν μπορούσε να έχει όλο το αεροπλάνο κόκκινο. Το αποτέλεσμα ήταν μία πανδαισία χρωμάτων που ελίσσονταν στον ουρανό και η οποία οδήγησε στην επωνυμία “Το Ιπτάμενο Τσίρκο του Ριχτχόφεν”.

Το όνομά του είχε γίνει το βασικό αντικείμενο της γερμανικής προπαγάνδας. Ο τύπος και το επιτελείο δεν θα μπορούσαν να είχαν βρει καταλληλότερο πρόσωπο, ακόμα κι αν το είχαν παραγγείλει σε εργαστήριο βιογενετικής: ο τολμηρός, παρασημοφορημένος άσσος, γιός αριστοκρατικής οικογένειας, επιδέξιος μαχητής και διοικητής μίας διάσημης μονάδας (έστω κι αν επρόκειτο για “Τσίρκο”), ο Ριχτχόφεν αποτελούσε την εικόνα του ιδανικού πολεμικού ήρωα. Ο ίδιος ανταποκρινόταν τέλεια στον ρόλο του. Τις βαθύτερες σκέψεις του, τους φόβους ή τις αμφιβολίες του, τις κρατούσε μόνο για τον εαυτό του. Γνώριζε πως στα μάτια του υπόλοιπου κόσμου και των συναδέλφων του, εκείνος έπρεπε να μείνει για πάντα η ενσάρκωση του σύγχρονου μεσαιωνικού ιππότη. Αυτό ήταν το καθήκον του. Αυτός ήταν ο προορισμός του. Σε μία σύντομη άδεια επισκέφθηκε την οικογένειά του και μετά την θερμή υποδοχή, η μητέρα του δεν μπόρεσε να μη θίξει το θέμα του πολέμου από την σοβαρή του πλευρά.

«Πως μπορείς και διακινδυνεύεις τη ζωή σου καθημερινά κατ’ αυτό τον τρόπο; Γιατί το κάνεις, Μάνφρεντ;»

Εκείνος σκέφτηκε λίγο και απάντησε απλά: «Για τον στρατιώτη στα χαρακώματα». Δεν είχε αναφέρει την ακόρεστη δίψα του για δόξα, αλλά μέσα στους επόμενους δέκα μήνες, όταν ο πρώτος ενθουσιασμός θα είχε καταλαγιάσει και τα πάντα θα είχαν χαθεί μέσα σε μία ασυνάρτητη θολούρα αδιάκοπων μαχών, τσακισμένων αεροσκαφών, τραυματισμών, αίματος και θανάτου, όλα θα κατέληγαν σε αυτή την απλή αλήθεια: «Για τον στρατιώτη στα χαρακώματα» -μία αλήθεια που θα επαναλάμβανε μέχρι την ημέρα που θα πέθαινε.

Η επίσκεψη κράτησε μόνο λίγες μέρες. Καθώς η μητέρα του τον αποχαιρετούσε από την πόρτα του σπιτιού, θυμήθηκε την εποχή που ο Μάνφρεντ έκανε τα πρώτα του βήματα στον αέρα -το 1915, όταν ακόμα ο πόλεμος βρισκόταν στην βρεφική ηλικία του ενός έτους. Τότε είχε εκπλήξει την μητέρα του με μία πρόταση εντελώς αντίθετη με τον χαρακτήρα του: «Μητέρα, δεν νομίζω ότι θα νικήσουμε σε αυτόν τον πόλεμο».

Επιστρέφοντας στο Ντουαί ασχολήθηκε πρωτίστως με την οργάνωση της Μοίρας. Σαν νέος διοικητής σε άγνωστο περιβάλλον, φρόντισε να επιβάλλει αμέσως την απαιτούμενη ψυχολογική απόσταση μεταξύ του εαυτού του και των υφισταμένων του προκειμένου να εξασκήσει την διοίκησή του με απόλυτη εξουσία. Συνήθως απέφευγε να συμμετέχει στα γλέντια των πιλότων στη λέσχη. Έπαιρνε ένα ποτό, γελούσε με κάποιο ανέκδοτο και δεν αρνείτο να καπνίσει ένα τσιγάρο αν το απαιτούσε η περίσταση, αλλά κατά κύριο λόγο πρόσεχε την υγεία του και προσπαθούσε να διάγει μία μετρημένη ζωή. Ήταν αυστηρός, αλλά και ταυτόχρονα ευγενικός με όλους, χωρίς όμως να εξωτερικεύει τα αισθήματά του ή να επιτρέπει στους άλλους να γνωρίσουν τις αδυναμίες του. Επιδιώκοντας να γίνει η ζωντανή ενσάρκωση του μεγάλου ειδώλου του, του Μπαίλκε, εφάρμοσε τις τακτικές και τα διδάγματά του τόσο στον αέρα, όσο και στο έδαφος. Ενέπνευσε στους άνδρες του το αστείρευτο επιθετικό του πνεύμα και μετά τις πρώτες του επιτυχίες, κέρδισε αμέσως την εμπιστοσύνη τους. Τους μάθαινε πώς να επιβιώνουν στη μάχη και τους οδηγούσε σε νίκες –αυτά ακριβώς που ζητούσε κάθε στρατιώτης από τον διοικητή του.

Τον Μάρτιο οι ουρανοί πάνω από το μέτωπο γέμισαν και πάλι με βρετανικά αεροπλάνα. Στις 9 του μηνός, παρά την χαμηλή νέφωση και την σποραδική χιονόπτωση, ο Ριχτχόφεν οδήγησε τους πιλότους του πάνω από την περιοχή της Λενς όπου υπήρχε πάντα αρκετό κυνήγι. Γρήγορα συνάντησαν έναν σχηματισμό μονοθέσιων F.E.8 τα οποία υπερτερούσαν αριθμητικά σχεδόν κατά το διπλάσιο: πέντε Albatros εναντίον εννέα βρετανικών. Οι δύο σχηματισμοί σκορπίστηκαν και τα αεροπλάνα άρχισαν το εναέριο μπαλέτο τους, καταδιώκοντας το ένα το άλλο. Ο Ριχτχόφεν επέλεξε τον στόχο του και όρμησε επάνω του. Καθώς η απόσταση μεταξύ τους μειωνόταν ένιωσε να κυριεύεται από έξαψη και νευρικότητα. Είχε νιώσει αυτά το συναίσθημα αυτό στο παρελθόν και γνώριζε ότι ήταν καλό σημάδι: όπως η νευρικότητα που νιώθει ο ηθοποιός πριν σηκωθεί η αυλαία –σήμαινε υγεία. Όσοι δεν το ένιωθαν ήταν εξαντλημένοι ή αγχωμένοι και αυτό σήμαινε ότι δεν τους απόμενε πολύ ζωή ακόμα.

Το F.E.8 δεν είχε κανένα σκοπό να εμπλακεί σε αερομαχία με το κόκκινο Albatros. Έπεσε σε ταχεία βύθιση και κατευθύνθηκε προς τις γραμμές του. «Αυτός ο άνθρωπος είναι χαμένος!», σκέφτηκε. Το ακολούθησε, έφτασε στα 50 m από την ουρά του και σημάδεψε ψύχραιμα. Λίγο πριν πατήσει τις σκανδάλες η λάμψη ενός εκκωφαντικού κρότου γέμισε ξαφνικά τον κόσμο του με κόκκινα άστρα. Η διαπεραστική μυρωδιά της βενζίνης άρχισε να τον κυκλώνει. Ο κινητήρας έχασε απότομα τη δύναμή του, αφήνοντας πίσω του μία λεπτή γραμμή λευκού καπνού. Την γνώριζε καλά αυτή τη γραμμή. Την είχε δει σε μερικά από τα θύματά του λίγο πριν εκραγούν: μπροστά του βρισκόταν ένας ερυθροπυρωμένος κινητήρας εσωτερικής καύσης 150 ίππων. Αρκούσε μία και μόνο απειροελάχιστη διαρροή καυσίμου για να μετατρέψει όλο το αεροσκάφος σε πυρσό. Έσβησε αμέσως τον κινητήρα και μπήκε σε καθοδική πορεία προς το έδαφος.

Από πάνω του, ένα άλλο αεροπλάνο έπεφτε τυλιγμένο στις φλόγες σαν ρουκέτα. Συνειδητοποίησε ότι γύρω του “έβρεχε” φλεγόμενα F.E.! Τέσσερα βρετανικά είχαν ήδη καταρριφθεί από τους πιλότους του. Άλλα τέσσερα έκαναν αναγκαστικές προσγειώσεις, και το τελευταίο, το ένατο, φλεγόμενο κι αυτό, κατάφερε να φτάσει μέχρι το έδαφος. Ο τραυματισμένος πιλότος του πήδηξε έξω πριν ακόμη οι τροχοί αγγίξουν το χώμα.

Ο Ριχτχόφεν όμως εκείνη τη στιγμή δεν πανηγύριζε για καμία νίκη, επειδή μία αδέσποτη ριπή τον είχε αναγκάσει να εγκαταλείψει τη μάχη. Με τον κινητήρα του νεκρό, κατάφερε να προσγειωθεί ομαλά σε ένα χωράφι. Με τις δύο δεξαμενές καυσίμου διάτρητες, ήταν τυχερός που δεν είχε καεί ζωντανός. Μόλις βγήκε από το κόκπιτ είδε έναν υπαξιωματικό του πεζικού να τρέχει προς το μέρος του.

-Ελπίζω να μην πάθατε τίποτα; Τα είδα όλα! Θεέ μου, ήταν φρικτό!

Ο Ριχτχόφεν απάντησε ότι ήταν καλά και συστήθηκε, αλλά ο υπαξιωματικός ήταν τόσο ταραγμένος που δεν άκουσε τίποτα. Προσφέρθηκε να τον πάει με ένα αυτοκίνητο μέχρι την πλησιέστερη μονάδα και όταν έφτασαν εκεί, επέμενε ότι έπρεπε να ξαπλώσει για να συνέλθει «…από τον νευρικό κλονισμό».

-Δεν είναι και η πρώτη μου μάχη, ξέρετε! διαμαρτυρήθηκε ο Ριχτχόφεν με ευγενικά παρεξηγημένο ύφος, αλλά τα λόγια του δεν είχαν εισακούστηκαν. Με το μαυρισμένο του πρόσωπο και τα ογκώδη ρούχα του, σίγουρα δεν αποτελούσε και την ενσάρκωση του αγέρωχου Γερμανού πολεμιστή.

-Έχετε ρίξει ποτέ κανένα αεροπλάνο; ρώτησε αφελώς ο υπαξιωματικός. Ο Ριχτχόφεν αντελήφθη ότι η ερώτηση προερχόταν από κάποιον ο οποίος δεν είχε βρεθεί ποτέ στη μάχη.

-Ναι, ξέρετε…κατά καιρούς.

-Δηλαδή έχετε ρίξει, ας πούμε…δύο;

-Όχι, δύο. Εικοσιτέσσερα.

-Όχι, όχι, δεν εννοούσα αυτό, είπε ο μηχανικός χαμογελώντας. Δεν εννοούσα αν έχετε απλώς πυροβολήσει ένα αεροπλάνο, αλλά αν έχετε πυροβολήσει επάνω του, με τέτοιο τρόπο ούτως ώστε αυτό να πέσει, καταλάβατε;

-Ναι, κατάλαβα. Κι εγώ αυτό ακριβώς εννοούσα, απάντησε αδιάφορα ο Ριχτχόφεν.

Ο υπαξιωματικός έμεινε άφωνος και δεν συνέχισε τη συζήτηση. Ήταν φανερό ότι ο πιλότος ήταν ένας αναξιοπρεπής ψεύτης, αλλά υποχρεώθηκε να τον προσκαλέσει στη μονάδα του για ένα γεύμα. Ο βαρώνος δέχτηκε. Όταν έφθασε στη λέσχη, ζήτησε συγγνώμη για την απρεπή εμφάνισή του και έβγαλε το λαδωμένο δερμάτινο μπουφάν, αποκαλύπτοντας τα διακριτικά του βαθμού και το παράσημο στον λαιμό του. Ο υπαξιωματικός άλλαξε αρκετά χρώματα, μέχρι να βρει το κουράγιο να ζητήσει συγγνώμη με τρεμάμενη φωνή, απολογούμενος ότι δεν είχε ακούσει το όνομα την πρώτη φορά.

Την επόμενη μέρα, 10 Μαρτίου, προστέθηκε ένα νέο μέλος στο προσωπικό του “Τσίρκου” -ο κατά δύο έτη νεότερος αδελφός του Μάνφρεντ, ο Λόταρ φον Ριχτχόφεν (Lothar von Richthofen), άρτι αφιχθείς από την εκπαιδευτική μονάδα. Ο Μάνφρεντ σαν πραγματικός επαγγελματίας δεν θα έπαιρνε ποτέ στην μονάδα του έναν τόσο άπειρο πιλότο, έστω κι αν αυτός ήταν ο ίδιος του ο αδελφός. Οι  “γαλονάδες” όμως στο Βερολίνο είχαν διαφορετική γνώμη. Αναζητώντας διαρκώς νέους ήρωες για την προπαγάνδα, μπορούσαν εύκολα να φανταστούν τον αντίκτυπο που θα είχαν ΔΥΟ φον Ριχτχόφεν που θα πολεμούσαν δίπλα-δίπλα.

Έχοντας ακολουθήσει την ίδια επαγγελματική πορεία με τον αδελφό του, ο 22χρονος Λόταρ είχε καταταγεί αρχικά στο ιππικό και κατόπιν μεταπήδησε στην αεροπορία, όπου μετά την 12μηνη υπηρεσία του στα αναγνωριστικά, μετατέθηκε στην Jasta 11 για να υπηρετήσει κάτω από τις διαταγές του αδελφού του. Περισσότερο εσωστρεφής ακόμα κι από τον Μάνφρεντ, ο Λόταρ θα εμπλεκόταν έκτοτε σε έναν διπλό πόλεμο: έναν αιματηρό εναντίον των Άγγλων και έναν ψυχολογικό εναντίον του εαυτού του. Στην προσπάθειά του να μην επισκιαστεί από την αίγλη του διάσημου αδελφού του και να γίνει αποδεκτός από την οικογένεια και τους συναδέλφους του σαν ξεχωριστή προσωπικότητα, καταδίκασε τον εαυτό του σε έναν ιδεατό συναγωνισμό ο οποίος τον κατάντησε νευρικό. Η οικογένειά του, προσκολλημένη στις πατρογονικές παραδόσεις και υπερήφανη για την δόξα που προσέφερε ο Μάνφρεντ στο όνομα του οίκου τους, τον βύθισε ακόμα περισσότερο στις ενοχές του, μέσα από μία σιωπηλή συγκαταβατικότητα. Δυστυχώς όμως έμελλε να ζήσει για πάντα κάτω από την σκιά του θρύλου με τον οποίον τον έδεναν άρρηκτοι δεσμοί αίματος.

Ο Μάνφρεντ, ο οποίος διακατεχόταν κι εκείνος από τα δικά του παρόμοια συμπλέγματα επιτυχίας, ποτέ δεν ενδιαφέρθηκε να μπει βαθύτερα στην ψυχολογία του αδελφού του, αλλά κι αν το είχε κάνει δεν θα άλλαζε τίποτα: στον οίκο των Ριχτχόφεν ήσουν ένοχος αν δεν ήσουν ο πρώτος. Στον Λόταρ συμπεριφερόταν όπως και σε οποιοδήποτε άλλο μέλος του προσωπικού του, φροντίζοντας μάλιστα να τον εφοδιάσει με ένα προσωπικό αντικείμενο “καλής τύχης”. Ήταν ένα παλιό ζευγάρι δερμάτινα γάντια με τα οποία ο Μάνφρεντ είχε σημειώσει τις πρώτες επιτυχίες του. Ο Λόταρ, όπως και όλοι οι πιλότοι, είχε άμεση ανάγκη από κάποιο “γούρι”. Όταν βρισκόταν στο ιππικό χρησιμοποιούσε ένα μαστίγιο ιππασίας, το οποίο όμως τώρα έπρεπε να εγκαταλείψει λόγω της στενότητας του κόκπιτ. Μετά τις πρώτες πτήσεις χωρίς το μαστίγιο διαπίστωσε ότι δεν είχε συμβεί τίποτα άσχημο, οπότε το εγκατέλειψε οριστικά. Τα γάντια αποδείχτηκαν πράγματι τυχερά. Με αυτά σημείωσε τις 10 πρώτες του καταρρίψεις και θα αποτελούσαν πάντοτε το φυλαχτό της καλής του τύχης. Με ανακούφιση ανακάλυψε ότι δεν ήταν ο μόνος στη Μοίρα με παρόμοιες προκαταλήψεις. Ο Μάνφρεντ δεν άλλαζε ποτέ το δερμάτινο μπουφάν το οποίο χρησιμοποιούσε από τότε που πέταξε για πρώτη φορά, και ο Κουρτ Βολφ δεν πετούσε ποτέ χωρίς τον τυχερό του σκούφο ο οποίος αποτελούσε συχνά αντικείμενο διασκέδασης για τους συναδέλφους του.

Οι καταστάσεις στο έδαφος είχαν αρχίσει να οδηγούν στην αιματηρή “ισοπαλία” που χαρακτήριζε τις μάχες του Μεγάλου πολέμου. Οι Βρετανοί έχοντας υποστεί τραγικές απώλειες από τις συγκρούσεις των δύο τελευταίων ετών, σταμάτησαν για να αναδιοργανωθούν και να σχεδιάσουν την επόμενη αποτυχημένη επίθεσή τους. Οι Γερμανοί συνειδητοποιώντας ότι είχαν αγγίξει το μέγιστο της προέλασης που τους επέτρεπε το δυναμικό τους, αποφάσισαν να εξασφαλίσουν τα κέρδη τους κατασκευάζοντας την αμυντική γραμμή “Χίντεμπουργκ”, αν και ο ίδιος ο στρατάρχης δεν είχε συμβάλλει καθόλου στο σκάψιμο. Στον αέρα επικρατούσε εντελώς αντίθετη εικόνα. Καθώς οι Γερμανοί μάχονταν με μαχητικά 3ης γενιάς, οι Βρετανοί χρησιμοποιούσαν ακόμη ξεπερασμένα μαχητικά πρώτης γενιάς, κατασκευασμένα από τον Φεβρουάριο του 1916. Σε σχέση με ένα F.E.2 ακόμη κι ένας παιδικός χαρταετός θα είχε διακριθεί για τις μαχητικές του ικανότητες. Τα μόνα αεροσκάφη της εποχής που μπορούσαν να συναγωνιστούν τις επιδόσεις των Albatros ήταν τα γαλλικά Nieuport και Spad, αλλά οι Βρετανοί διέθεταν ελάχιστα από αυτά για να υποστηρίξουν την επόμενη επίθεσή τους.

Από τα μέσα Μαρτίου η Jasta 11 θα ξεκινούσε μία ανοδική πορεία η οποία θα άγγιζε την κορυφή της το καλοκαίρι. Στις 11 του μηνός οι άνδρες του Ριχτχόφεν αιφνιδίασαν έναν μεγάλο σχηματισμό βρετανικών αναγνωριστικών B.E.2, συνοδευόμενων από F.E.2. Ο βαρώνος επέλεξε ένα αναγνωριστικό εξαπολύοντας επάνω του μία ριπή 200 βολίδων, μέχρι που η άτρακτος του έσπασε στη μέση και καταποντίστηκε στο κενό μαζί με τους πιλότους του. Έξι μέρες αργότερα οι Βρετανοί άλλαξαν τακτική: εφόσον τα F.E.2 ήταν ανίκανα να προστατεύσουν τα αναγνωριστικά, αντέστρεψαν τους ρόλους αναθέτοντας την προστασία των μαχητικών σε αναγνωριστικά. Ο Ριχτχόφεν συνοδευόμενος από άλλα εννέα Albatros επιτέθηκε σε έναν παρόμοιο σχηματισμό 16 αεροσκαφών και κατακρεούργησε ένα F.E.2 με ένα χαλάζι 800 βολίδων, τσακίζοντας μία από τις δοκούς της ατράκτου και το βρετανικό μαχητικό μεταβλήθηκε σε χαρτοπόλεμο. Εξ αιτίας των σφοδρών μαχών στο έδαφος δεν κατάφερε να κρατήσει κάποιο αναμνηστικό της νίκης του, αλλά λίγες μέρες αργότερα, ο διοικητής ενός συντάγματος πεζικού που είχε παρακολουθήσει τη μάχη, του προσέφερε κάτι αντίστοιχο: ήταν η φωτογραφία του νεκρού Βρετανού πιλότου, ο οποίος ποζάρισε στην γνωστή αφύσικη στάση των πτωμάτων που έχουν πέσει από ύψος δύο χιλιομέτρων. Μακάβριο χιούμορ ή κυνικότητα; Ίσως και τα δύο. Ο Ριχτχόφεν, όπως κάθε επαγγελματίας “φονιάς”, αντιμετώπιζε τα εχθρικά αεροσκάφη αποκλειστικά και μόνο σαν άψυχες μηχανές. Για προφανείς λόγους απέφευγε να σκέπτεται το αποτέλεσμα που θα είχε μία ριπή 800 βολίδων πάνω σε ένα ανθρώπινο σώμα. Παρόλα αυτά κράτησε την φωτογραφία και την έστειλε να διακοσμήσει τον τοίχο του σπιτιού του.

Στις 22 Μαρτίου, μετά την 29η νίκη του, προήχθη κατ’ επιλογή σε υπολοχαγό, σχεδόν μισό έτος πριν την σειρά του. Αντίστοιχα ο Μάρτιος προβιβάστηκε σε Απρίλιο ο οποίος έφερε μαζί του το Πάσχα και μία όμορφη άνοιξη. Δεν άνθισαν τα λουλούδια, αφού τίποτα δεν άνθιζε πλέον στα σεληνιακά τοπία της Γαλλίας εκτός από τον θάνατο, αλλά ήταν όμορφη αν κάποιος την έκρινε από την πλευρά των γερμανικών επιτυχιών. Από οποιαδήποτε άλλη άποψη η άνοιξη του 1917 ήταν μία τραγωδία.

Το πρωινό της Μεγάλης Δευτέρας, 2 Απριλίου, επικρατούσε χαμηλή νέφωση και βροχή, αλλά τέσσερις από τους πιλότους της Jasta 11 βρίσκονταν σε ετοιμότητα από τις 05.00. Τρεις ώρες αργότερα το τηλέφωνο χτύπησε: έξι B.E.2 κατευθύνονταν από Αρράς προς Ντουαί, τη βάση του Ριχτχόφεν. Με επικεφαλής τον Σέφερ, τα τέσσερα Albatros απογειώθηκαν αφήνοντας πίσω τους το κόκκινο αεροσκάφος του διοικητή τους, σταθμευμένο μπροστά σε ένα υπόστεγο να δέχεται τις περιποιήσεις των μηχανικών. Το σμήνος ανέβηκε στα 3.000 m και περιπολούσε επί μία ώρα χωρίς να βρίσκει τον βρετανικό σχηματισμό.

Ο Ριχτχόφεν δεν ήταν άνθρωπος που θα μπορούσε να μείνει στο κρεβάτι του όταν κάποιοι άλλοι συνάδελφοί του θα σημείωναν καταρρίψεις. Ακούγοντας τα αεροπλάνα του πρώτου σμήνους να απογειώνονται, ξύπνησε και απογειώθηκε, αν και δεν ήταν η σειρά του να πετάξει. Σύντομα ανακάλυψε ένα θρασύ Β.Ε.2 το οποίο του επιτέθηκε από μεγαλύτερο ύψος. Ο Ριχτχόφεν βεβαιώθηκε ότι δεν παραμόνευε κάποιο άλλο βρετανικό στην περιοχή και επιστράτευσε όλες τις αισθήσεις του για να ριχτεί στη μάχη. Το ευέλικτο και ταχύτερο Albatros δεν άργησε να βρεθεί στα νώτα του Β.Ε.2. Το βρετανικό ανέπτυξε απότομα ταχύτητα προσπαθώντας να διαφύγει πετώντας πάνω από τις κορυφές των δένδρων. Το ακολούθησε μπήκε σε πλεονεκτικότερη θέση, πίσω και ψηλότερα, και άρχισε να ρίχνει μικρές, σύντομες ριπές. Ο πολυβολητής αντιγύρισε τα πυρά και ο βαρώνος άκουσε τον υπόκωφο μεταλλικό κρότο μίας βολίδας να σφηνώνεται στον κινητήρα του. Αυτό τον εξαγρίωσε και συνέχισε να το καταδιώκει, κυριολεκτικά “κολλημένος” στην ουρά του. Οι δύο αντίπαλοι έχαναν συνεχώς ύψος, φθάνοντας να πετούν πάνω από τις κορυφές των δένδρων. Το Β.Ε.2 ήταν τόσο απεγνωσμένο στη προσπάθειά του να ξεφύγει, ώστε καρφώθηκε ολοταχώς μέσα σε έναν στάβλο. Ο “Ματωμένος Απρίλης” είχε αρχίσει.

«ΔΕΝ ΓΝΩΡΙΖΩ ΠΙΑ ΚΑΝΕΝΑΝ ΟΙΚΤΟ»

 

Το διθέσιο μαχητικό Bristol Fighter B.F.2 (ή απλά “Biff”, για τους πιλότους), ήταν ένας από τους νέους τύπους μαχητικών που οι Βρετανοί κατασκευαστές είχαν υποσχεθεί στους πιλότους. Ήταν ένα καταπληκτικό αεροπλάνο από κάθε άποψη: ταχύ, με ανθεκτική δομή, ισχυρό κινητήρα και πάνω από όλα ευέλικτο σαν μονοθέσιο μαχητικό. Δυστυχώς όμως ακόμα και οι κατασκευαστές του αγνοούσαν τα πλεονεκτήματά του. Αρνούμενοι να πιστέψουν ότι είχαν κατασκευάσει ένα τόσο καλό μαχητικό, συμβούλευσαν τους πιλότους να χρησιμοποιήσουν την τυπική τακτική των διθέσιων: πυκνός, σταθερός σχηματισμός και συγκεντρωμένα πυρά. Η πρώτη μονάδα που εξοπλίστηκε με το νέο αεροσκάφος ήταν η 48η Μοίρα, η οποία διέθετε στις τάξεις της αρκετούς διακεκριμένους και έμπειρους πιλότους. Οι διοικητές των δύο σμηνών, οι λοχαγοί Ουίλκινσον και Καλ, ήταν παρασημοφορημένοι άσσοι, βετεράνοι των αερομαχιών πάνω από το Σωμ, το προηγούμενο καλοκαίρι. Ο διοικητής της μονάδας, ο λοχαγός Ουίλλιαμ Ληφ-Ρόμπινσον (William Leefe-Robinson) ήταν κάτοχος του Σταυρού της Βικτωρίας, αλλά και ένας πολύ άτυχος άνθρωπος. Η πρώτη του ατυχία ήταν ότι κάποια νύχτα του προηγούμενου Σεπτεμβρίου είχε καταρρίψει ένα τεράστιο Zeppelin 170 μέτρων μπροστά στα μάτια του εκστατικού λονδρέζικου πλήθους και μετετράπη αυτόματα σε λαϊκό ήρωα. H δεύτερη ατυχία του ήταν ότι παρασημοφορήθηκε για το κατόρθωμά του. Η τρίτη ήταν ότι μετατέθηκε στη Γαλλία –για τους επιτελείς ήταν προφανές ότι οποιοσδήποτε μπορούσε να καταρρίψει μία γιγάντια σακούλα γεμάτη εύφλεκτο υδρογόνο, θα ξεπάστρευε τα γερμανικά αεροπλανάκια σαν μύγες. Ήταν ένας δημοφιλής ήρωας, ένας κατασκευασμένος άσσος, με μηδενική εμπειρία στις αερομαχίες του δυτικού μετώπου.

Στις 10.00 το πρωί της Μεγάλης Πέμπτης, 5 Απριλίου 1917, τα έξι Biff απογειώθηκαν για την πρώτη τους επιθετική περιπολία πάνω από το μέτωπο. Κατεύθυνσή τους το αεροδρόμιο του Ντουαί. Δεν είχαν τεθεί συγκεκριμένοι στόχοι. Ήταν μία συνηθισμένη επιχειρησιακή αξιολόγηση του νέου αεροσκάφους. Ίσως και μία επίδειξη δύναμης, από αυτές που αντιπαθούσε ο Ριχτχόφεν.

Ο βαρώνος εκείνη τη μέρα είχε την επίσκεψη ενός υψηλόβαθμου καλεσμένου, ο οποίος θα παρακολουθούσε τη μάχη με ένα τηλεσκόπιο από το αεροδρόμιο, από όπου θα είχε μία δραματική θέα των γεγονότων. Από το έδαφος, ωστόσο, το θέαμα δεν φάνηκε καθόλου δραματικό: οι δύο σχηματισμοί πλησίασαν ο ένας τον άλλο και τα αεροσκάφη άρχισαν να περιστρέφονται γύρω-γύρω σαν πουλιά ανήσυχα για την επερχόμενη καταιγίδα. Μετά από λίγο, χωρίς κανένα φανερό λόγο, τέσσερα από αυτά άρχισαν να κατρακυλούν προς το έδαφος σαν φθινοπωρινά φύλλα, αφήνοντας πίσω τους μαύρα, ελαιώδη ίχνη καπνού που λέκιαζαν τον ουρανό. Αυτό ήταν όλο. 

Στον αέρα βέβαια τα πράγματα έδειχναν διαφορετικά. Μία ώρα μετά την απογείωσή τους, οι Βρετανοί βρήκαν αυτό που έψαχναν: πέντε Albatros σε “αιχμή βέλους”, κόκκινα και φανταχτερά πάνω στο φόντο της λευκής νέφωσης. Ο Ρόμπινσον έπραξε όπως τον συμβούλευσαν οι κατασκευαστές και δεν σκέφτηκε ποτέ να παραβεί τους κανόνες. Τα έξι αεροσκάφη άρχισαν να πυκνώνουν τον σχηματισμό τους, καθώς οι πολυβολητές περίμεναν τα εχθρικά μαχητικά να μπουν στο βεληνεκές τους. Όταν τα Albatros έφτασαν στην κατάλληλη απόσταση, οι πολυβολητές άνοιξαν πυρ ταυτόχρονα. Τα Lewis κροτάλισαν και τα κίτρινα τροχιοδεικτικά προσπάθησαν να αγγίξουν τον εχθρό. Τα Albatros διέλυσαν τον σχηματισμό και σκορπίστηκαν. Δύο από αυτά διατήρησαν το ύψος τους σαν να ήθελαν να παρακολουθήσουν το θέαμα από ψηλά. Τα υπόλοιπα βυθίστηκαν κάτω από τα βρετανικά, μετατρέποντας το ύψος σε ταχύτητα για να επιτεθούν επιστρέφοντας. Ο Ρόμπινσον πλάγιασε το αεροπλάνο του αριστερά για να δώσει στον πολυβολητή του καλύτερη γωνία βολής και εκείνος έγειρε δεξιά βάλλοντας εναντίον ενός Albatros που σηκωνόταν από την βύθισή του. Τότε ο Ρόμπινσον παρατήρησε ότι η πλαγιολίσθηση τον είχε απομακρύνει από τον σχηματισμό. Αγνόησε τον πολυβολητή του και τράβηξε το στικ πίσω για να επανέλθει στη θέση του. Ο ανθυπολοχαγός Άνταμς που κρατούσε την θέση του στα αριστερά του Ρόμπινσον, είδε ξαφνικά το Brisfit του διοικητή του να πετάγεται μπροστά του, την ώρα που ο δικός του πολυβολητής κρατούσε το Lewis σηκωμένο και πυροβολούσε κάθετα. Τα δύο αεροσκάφη ήρθαν σε απόσταση αναπνοής και οι πιλότοι τους αντέδρασαν σπασμωδικά για να αποφύγουν τη σύγκρουση -όσο χρειαζόταν ο Ριχτχόφεν για να βυθιστεί από ψηλά και να ρίξει μία ριπή στο B.F.2 του Άνταμς. Τρεις βολίδες σφηνώθηκαν στα πλευρά του πολυβολητή και οι υπόλοιπες συνέχισαν την πορεία τους διαπερνώντας το κόκπιτ. Ο ήχος της ριπής που έσκιζε το ύφασμα της ατράκτου τρομοκράτησε τον Άνταμς και ενστικτωδώς έριξε τα χειριστήρια σε μία πλευρά για να ξεφύγει. Ένιωσε το αόρατο χέρι της φυγοκέντρου να τον πετάει στην αντίθετη πλευρά, καθώς το B.F.2 προσπάθησε να εκτελέσει κάποιον ακροβατικό ελιγμό. Ταλαντεύτηκε δεξιά-αριστερά ανάμεσα στα υπόλοιπα και αυτό σήμανε το τέλος του κλειστού σχηματισμού. Ο Ρόμπινσον προσπάθησε να συγκεντρώσει πάλι τους πιλότους του ρίχνοντας μία κίτρινη φωτοβολίδα, πράγμα που τον εμπόδισε να δει το Albatros του Φέστνερ που ερχόταν από πίσω. Το είδε όμως ο πολυβολητής του ο οποίος εκείνη τη στιγμή προσπαθούσε να αλλάξει γεμιστήρα. Η ριπή των δύο Spandau τον απάλλαξε από τον κόπο. Το Bristol του ανθυπολοχαγούς Λέκερ διέγραψε έναν κύκλο περιμένοντας τα υπόλοιπα να ενωθούν και να καλύψουν τα κενά του σχηματισμού. Ο πολυβολητής του στριφογύριζε το Lewis ρίχνοντας ριπές δεξιά-αριστερά, για να απομακρύνει τα περιφερόμενα Albatros. Όταν τα τέσσερα Biff ενώθηκαν δεν τόλμησαν ούτε να κουνηθούν από τη θέση τους, γεγονός που διευκόλυνε την δουλειά των Γερμανών. Ο Ριχτχόφεν, μαζί με ένα από τα νέα “κουτάβια” του, βούτηξε χαμηλότερα από τα βρετανικά διδάσκοντας στον νεαρό πιλότο την επίθεση στην “τυφλή γωνία”. Τα δύο Albatros σήκωσαν το ρύγχος με τα τέσσερα πολυβόλα τους να ξερνούν φωτιά. Η ριπή του βαρώνου διαπέρασε την κοιλιά του ανθυπολοχαγού Τζώρτζ, αφήνοντάς τον να αργοπεθαίνει και σταμάτησε στην πλάτη του Λέκερ που βρισκόταν πίσω του. Οι πιλότοι των άλλων δύο Biff, ήταν αρκετά συνετοί και προσπάθησαν να διαφύγουν μέσα από τα σύννεφα αποκρούοντας τις επιθέσεις των Γερμανών για τρία λεπτά, μέχρι που έφτασαν πάνω από τις βρετανικές γραμμές και διαλύθηκαν στην προσγείωση. Η αερομαχία είχε κρατήσει λιγότερο από δέκα λεπτά και ο Ρόμπινσον είχε επιζήσει στον ουρανό της Γαλλίας ακριβώς μισή ώρα. Ο Ριχτχόφεν και οι πιλότοι του επέστρεψαν στο Ντουαί για να πάρουν το πρωινό τους.

Στις 7 Απριλίου ο Ριχτχόφεν οδήγησε άλλους τέσσερις πιλότους του εναντίον έξι Nieuport 17 της 60ης Μοίρας, μία από τις καλύτερες του Βασιλικού Αεροπορικού Σώματος. Αυτό δεν άλλαξε σε τίποτα την κατάσταση: δύο καταρρίφθηκαν και άλλα τρία υπέστησαν βαριές ζημιές, χωρίς καμία γερμανική απώλεια. Ο Ριχτχόφεν είχε συμπληρώσει την 37η νίκη του με ένα φλεγόμενο Nieuport. Τα περισσότερα από τα θύματα του βαρώνου ήταν συνήθως “πυρσοί”. Η αύξηση της έντασης του πολέμου είχε αρχίσει να γεννά μέσα του μία βαναυσότητα η οποία φαινόταν να τον καταλαμβάνει ολοκληρωτικά. Η συμπεριφορά του είχε πάψει πλέον να είναι “ανταγωνιστική”. Τώρα κάθε φορά που βρισκόταν στον αέρα επεδίωκε μία ξεκάθαρη νίκη –έναν φόνο. Πυροβολούσε μέχρι που το θύμα του να πιάσει φωτιά ή να διαλυθεί σε κομμάτια. Η οικονομία των πυρομαχικών δεν τον απασχολούσε ποτέ. Ήταν ικανός να αδειάσει ολόκληρη τη γεμιστήρα πάνω σε ένα αεροσκάφος. «Ποτέ δεν σημαδεύω το ίδιο το αεροσκάφος ή τον κινητήρα του», είχε πει σε έναν συνάδελφό του. «Πάντα σημαδεύω κατευθείαν τον πιλότο». Το ίδιο πνεύμα είχε αρχίσει να επικρατεί και στην άλλη πλευρά, με αποτέλεσμα ο αεροπορικός πόλεμος να μετατρέπεται σε έναν βίαιο, ανελέητο αγώνα.

Την ίδια εκείνη ημέρα, 7 Απριλίου, Μεγάλο Σάββατο, του ανακοινώθηκε και η προαγωγή του σε ίλαρχο (Rittmeister), εφόσον εξακολουθούσε ακόμη να ανήκει επίσημα στο ιππικό. Από εκείνη τη στιγμή και μετά η λέξη «Ίλαρχος» στη Γερμανική Αεροπορία θα ταυτιζόταν αναπόσπαστα με το πρόσωπο του. 

Ο Ριχτχόφεν δεν ήταν αυτό που θα αποκαλούσε κανείς “γεννημένος πιλότος”. Δεν ένιωθε κανένα ιδιαίτερο πάθος για την πτήση, ούτε του δημιουργούσε κάποιο ξεχωριστό συναίσθημα. Πετούσε απλά λόγω της αίσθησης του καθήκοντος. Ο ίδιος, όπως είχε ομολογήσει, θα προτιμούσε πολύ περισσότερο να ήταν ιππέας, παρά πιλότος. Το μόνο που απολάμβανε στην αερομαχία ήταν η έξαψη της μονομαχίας. Οι πτητικές του ικανότητες δεν διακρίνονταν από φαντασία. Πίστευε ότι ο αποφασιστικός παράγων σε μία αερομαχία ήταν η ψυχραιμία, η επιθετικότητα και το προσωπικό θάρρος. Οι περίπλοκοι ελιγμοί και τα ακροβατικά αποτελούσαν απλά χάσιμο χρόνου. Τους απαγόρευε ακόμα και να επιδίδονται σε τέτοιες τακτικές: «Αυτό που χρειαζόμαστε είναι μαχητές, όχι ακροβάτες». Ο ίδιος σε όλη του την καριέρα δεν είχε εκτελέσει ποτέ ούτε ένα loop. Η τακτική του ήταν απλή και βασιζόταν κυρίως στον σωστό σχηματισμό και τις εύστοχες βολές από μικρές αποστάσεις. Δεν ενεργούσε με κάποια ιδιαίτερη οξύτητα πνεύματος, αλλά είχε την ικανότητα να διατηρεί την διαύγεια και την ψυχραιμία του ακόμα και στις πιο δύσκολες καταστάσεις. Δεν επέτρεπε ποτέ στον εαυτό του να παρασυρθεί σε παράτολμες ενέργειες. Ήταν ψυχρός, μεθοδικός και την κατάλληλη στιγμή μετατραπόταν σε αδίστακτο φονιά. Από τους άνδρες του απαιτούσε πάντοτε πειθαρχία στη μάχη και αυστηρή εφαρμογή των κανόνων του.

Στις 13 του μηνός ένας ακόμα εχθρικός σχηματισμός έξι διθέσιων εμφανίστηκε πάνω από την περιοχή του Ντουαί, το οποίο είχε γίνει η έμμονη ιδέα των Βρετανών. Η Jasta 11 εμφανίστηκε και πάλι με το κόκκινο Albatros να ηγείται άλλων πέντε. Η αερομαχία ήταν τόσο σύντομη που θα μπορούσε να μετρηθεί σε δευτερόλεπτα. Όταν οι Γερμανοί επέστρεψαν στη βάση τους, τα έξι βρετανικά κείτονταν όλα κατεστραμμένα στο έδαφος. Από τους δώδεκα πιλότους, είχαν επιζήσει μόνο δύο. Όταν η αδιάκοπη σειρά των επιτυχιών τού Ριχτχόφεν άγγιξαν τις 41 οι επιτελείς άρχισαν να σκέπτονται σοβαρά το ενδεχόμενο της απομάκρυνσης του από την επιχειρησιακή δράση, όπως είχε γίνει και στην περίπτωση του Μπαίλκε. Ο Ριχτχόφεν αποτελούσε πλέον το εθνικό ίνδαλμα ολόκληρης της Γερμανίας και η απώλειά του θα ήταν ανυπολόγιστη. Εκείνος αρνήθηκε ευγενικά οποιαδήποτε απομάκρυνση από το μέτωπο, έστω κι αν επρόκειτο για άδεια. Το γεγονός ότι η πρόταση έγινε με την συμπλήρωση της 41ης νίκης δεν ήταν τυχαίο: όταν δηλαδή έφτασε και ξεπέρασε τον αριθμό καταρρίψεων του Μπαίλκε, ο οποίος μέχρι τότε ήταν ο μεγαλύτερος και αξεπέραστος άσσος του πολέμου. Τώρα αυτός ο τίτλος ανήκε δικαιωματικά στον Ριχτχόφεν.

Στις 29 Απριλίου ξεπέρασε ακόμα και τις δικές του προσδοκίες καταρρίπτοντας τέσσερα αεροπλάνα σε μία ημέρα. Πετώντας με τον αδελφό του και τον Βολφ, το σμήνος των Albatros επιτέθηκε σε τρία Spad της 19ης Μοίρας. Επικεφαλής του βρετανικού σμήνους ήταν ο πεπειραμένος ταγματάρχης Χάρβεϋ-Κέλλυ (Harvey-Kelly) –το αεροσκάφος του ήταν το πρώτο που είχε πατήσει σε γαλλικό έδαφος τον Αύγουστο του 1914. Ο διοικητής της Πτέρυγας, με τυπικό βρετανικό φλέγμα, είχε διατάξει τον Χάρβεϋ-Κέλλυ να ηγηθεί μίας περιπολίας: «Έχω ακούσει ότι το “Τσίρκο” του Ριχτχόφεν κυκλοφορεί πάνω από το Ντουαί. Καλό θα ήταν να του κάνουμε μία έκπληξη με τρία Spad!». Ο αρχηγός του Βασιλικού Αεροπορικού Σώματος, ο υποστράτηγος Χιού Τρέντσαρντ, γνώριζε προσωπικά τον Χάρβεϋ-Κέλλυ και λίγο μετά την απογείωση του σμήνους, έτυχε να επισκεφθεί  το αεροδρόμιο για να τον χαιρετήσει και να γευματίσουν μαζί. Ο υποστράτηγος πληροφορήθηκε ότι ο μοίραρχος απουσίαζε, αλλά θα επέστρεφε σε μία περίπου ώρα. Εκείνη τη στιγμή όμως το αεροπλάνο του παρασημοφορημένου Βρετανού ταγματάρχη έπεφτε από τα πολυβόλα του Κουρτ Βολφ. Ταυτόχρονα ο Ριχτχόφεν κατέρριπτε το δεύτερο Spad. Μετά την πρώτη ριπή τού βαρώνου ο κινητήρας του έγινε κομμάτια. Το αεροσκάφος συνέχισε να πετάει ακυβέρνητο, με τον πιλότο του άψυχο, αλλά εκείνος επέστρεψε για την χαριστική βολή. Με την τελευταία ριπή τα φτερά έσπασαν σε δύο κομμάτια και αιωρήθηκαν για λίγο στον αέρα σαν χαρτόνια. Η άτρακτος έπεσε σφυρίζοντας στο έδαφος σαν πέτρα. Τα συντρίμμια χάθηκαν για πάντα σε έναν βάλτο. Μόνο η ουρά απέμεινε λίγα μέτρα μακρύτερα, να σιγοκαίγεται σαν επιθανάτια πυρά. Το τρίτο Spad είχε την ίδια τύχη. «Δεν γνωρίζω πλέον κανέναν οίκτο», ομολόγησε ο Ριχτχόφεν μετά τη μάχη. Μόνο του παράπονο, ότι δεν κατάφερε να κρατήσει κάποιο αναμνηστικό από το θρυμματισμένο ερείπιο.

Αρκετά χιλιόμετρα μακρύτερα, στη βάση της 19ης Μοίρας, ο υποστράτηγος Τρέντσαρντ είχε γευματίσει χωρίς ακόμα να έχει επιστρέψει ο Χάρβεϋ-Κέλλυ. Σηκώθηκε διακριτικά μαζί με τον υπασπιστή του και σπάζοντας τη σιωπή μίας ηλεκτρισμένης ατμόσφαιρας, είπε «Πείτε στον ταγματάρχη ότι λυπήθηκα πολύ που δεν τον είδα». Ο τόνος της φωνής του όμως δεν άφηνε περιθώρια για αμφιβολίες: κανείς δεν θα τον έβλεπε ξανά. Στην πραγματικότητα ο Χάρβεϋ-Κέλλυ ήταν ζωντανός, αλλά όχι για πολύ ακόμα. Κειτόταν βαριά τραυματισμένος, κάπου πίσω από τις γερμανικές γραμμές και αργότερα θα υπέκυπτε στα τραύματά του.

Οι άνδρες του βαρώνου επέστρεψαν, ανεφοδιάστηκαν, πήραν ένα αναψυκτικό και απογειώθηκαν πάλι για να συναντήσουν ένα σχηματισμό απροστάτευτων F.E.2 τα οποία βρίσκονταν σε φωτογραφική αποστολή. Η λήψη φωτογραφιών ήταν εύκολη δουλειά αν ο πιλότος κρατούσε το αεροσκάφος σε σταθερή και ευθεία πορεία. Αν δεχόσουν επίθεση οι ελιγμοί δεν είχαν και μεγάλη αξία: κατέστρεφαν τη φωτογραφία και εκνεύριζαν τα Albatros. Ο Βολφ έριξε το πρώτο. Το θύμα του Ριχτχόφεν άναψε σαν λαμπάδα και οι πιλότοι βούτηξαν στο κενό για να κερδίσουν έναν ακαριαίο θάνατο. Και η μέρα δεν είχε τελειώσει ακόμα…

Δύο ώρες αργότερα η Jasta 11 βρισκόταν και πάλι στον αέρα για μία τελευταία απογευματινή περιπολία. Στις 19.00 εντόπισαν δύο B.E.2 που καθοδηγούσαν τις βολές του βρετανικού πυροβολικού. Μόλις ο Μάνφρεντ κατέρριψε το δικό του, παρακολούθησε τον Λόταρ να καταρρίπτει το άλλο. Ο Βρετανός πιλότος είχε σκοτωθεί ακαριαία από μία βολίδα στο κεφάλι. Το αεροπλάνο σήκωσε ξαφνικά το ρύγχος του και βυθίστηκε διπλώνοντας προς τα πίσω τα φτερά του, το ένα μετά το άλλο. Το κόκκινο Albatros ήρθε δίπλα σε εκείνο του αδελφού του και ο Μάνφρεντ χαιρέτησε τον Λόταρ, συγχαίροντάς τον για τη 14η νίκη του. Ο σχηματισμός ανασυγκροτήθηκε και κατευθύνθηκε προς τη βάση. Μισή ώρα αργότερα, με τον ήλιο να δύει, εντόπισαν από πάνω τους 12 νέα εχθρικά μαχητικά τα οποία συναντούσαν για πρώτη φορά. Ήταν τα βρετανικά τριπλάνα Sopwith -ο νέος τύπος μαχητικών που θα έφερνε την επανάσταση στον αεροπορικό σχεδιασμό. Ξεπερνούσαν τα Albatros σε κάθε τομέα: ευελιξία, ρυθμό ανόδου, ακτίνα στροφής. Στην συγκεκριμένη περίπτωση υπερτερούσαν αριθμητικά κατά το διπλάσιο και είχαν το πλεονέκτημα του ύψους. Αυτό δεν πτόησε στο ελάχιστο τον Ριχτχόφεν ο οποίος έστρεψε να δεχτεί την πρόκληση. Η μάχη ήταν σκληρή. Κράτησε 20 λεπτά, αλλά τελικά οι Γερμανοί πιλότοι επέστρεψαν σώοι στη μονάδα τους με τον αρχηγό τους να γιορτάζει την 52η νίκη του. Το μόνο που είχαν καταφέρει οι 12 Βρετανοί ήταν να λαμπρύνουν περισσότερο την εορταστική ατμόσφαιρα της λέσχης του Ριχτχόφεν.

Ο Ματωμένος Απρίλης είχε φτάσει στο τέλος του. Είχε κοστίσει στους Βρετανούς 360 πιλότους και 245 αεροσκάφη. Το κόκκινο Albatros, ο Ριχτχόφεν και το “Τσίρκο” του, βρίσκονταν στα χείλη όλων. Η αποτελεσματικότητα του σαν διοικητού και η συνεισφορά του στην μεγάλη αυτή νίκη, ήταν καταφανής: η Jasta 11 είχε αποδειχθεί η επιτυχέστερη Μοίρα με 90 καταρρίψεις για την απώλεια δύο πιλότων της. Στις 30 Απριλίου ο Ριχτχόφεν αναχώρησε για μία επάξια κερδισμένη άδεια ενός μηνός, για να ασχοληθεί με το κυνήγι και να γιορτάσει με την οικογένειά του τις 52 νίκες του. Από εκείνη τη στιγμή και μετά θεωρούσε πλέον τον εαυτό του σαν αναπόσπαστο τμήμα της Τευτονικής Μυθολογίας -αυτό που επεδίωκε ανέκαθεν. Είχε φύγει αφήνοντας την γερμανική αεροπορία απόλυτο κυρίαρχο των ουρανών και την μονάδα του στο ζενίθ της επιτυχίας της. Όταν θα επέστρεφε τον Μάϊο, τα πάντα θα είχαν αλλάξει.

Το περίφημο κόκκινο Albatros του Ριχτχόφεν – παρατηρήστε το γαλάζιο στις κάτω επιφάνειες 

ΟΙ ΚΑΝΟΝΕΣ ΤΟΥ BOELCKE

 

Ο Όσβαλντ Μπαίλκε ήταν αυτός που διατύπωσε πρώτος τους οκτώ βασικούς κανόνες των αεροπορικών συμπλοκών οι οποίοι αποτελούσαν το απαύγασμα της μαχητικής του εμπειρίας. Η εφαρμογή τους από τους Γερμανούς πιλότους των μαχητικών θα τους χάριζε την τακτική υπεροχή έναντι των αντιπάλων τους και θα τους καθιστούσε αξεπέραστους τόσο στον Α΄, όσο και στον Β΄ ΠΠ. Σε ότι αφορά στις τακτικές της κλειστής αερομαχίας και μόνο, όπου η οπτική επαφή μεταξύ των αντιπάλων εξακολουθεί να είναι καθοριστικός παράγων, οι κανόνες αυτοί ισχύουν ακόμα και στην σημερινή εποχή της υψηλής ηλεκτρονικής τεχνολογίας.

 

1.      Πριν την επίθεση εκμεταλλεύσου όλα τα δυνατά πλεονεκτήματα. Αν είναι δυνατόν κράτα τον ήλιο πίσω σου.

2.       Από την στιγμή που αρχίζεις μία επίθεση, πάντοτε να την ολοκληρώνεις.

3.      Άνοιγε πυρ μόνο σε μικρή απόσταση και όταν ο αντίπαλος βρίσκεται ακριβώς στο στόχαστρό σου.

4.       Κράτα διαρκώς τα μάτια σου στραμμένα στον αντίπαλό σου και μην απατάσαι από τεχνάσματα.

5.      Σε οποιαδήποτε επίθεση είναι ζωτικό να επιτίθεσαι στα νώτα του αντιπάλου σου.

6.      Όταν δέχεσαι επίθεση στα νώτα μην προσπαθείς να διαφύγεις. Γύρισε να την αντιμετωπίσεις.

7.       Όταν βρίσκεσαι πάνω από εχθρικό έδαφος μην ξεχνάς ποτέ την οδό διαφυγής σου.

8.      Να μάχεστε σε ομάδες των τεσσάρων ή των έξι. Όταν η μάχη διασπασθεί σε μεμονωμένες αερομαχίες, φροντίστε να μη βάλλετε εναντίον του ίδιου αντιπάλου.

Συνέχεια στην Σελίδα 2

Return to the Home Page