- Σελίδα     1 / 2 -

Ostwald Boelcke

OSWALD BOELCKE

MANFRED VON RICHTHOFEN

ΔΑΣΚΑΛΟΣ ΚΑΙ ΜΑΘΗΤΗΣ  

<        >

Manf.v.Richthofen

 

ΣΤΗΝ ΑΥΓΗ ΚΑΙ ΤΗ ΔΥΣΗ ΤΟΥ ΑΕΡΟΠΟΡΙΚΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ  

                                                                                                  Άγγελου Ν. Δαλασσηνού

 

 

ΣΕ ΜΙΑ ΕΠΟΧΗ ΟΠΟΥ Η ΚΑΤΑΡΡΙΨΗ ΕΝΟΣ ΑΕΡΟΠΛΑΝΟΥ ΑΠΟΤΕΛΟΥΣΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟ ΤΗΝ ΕΞΑΙΡΕΣΗ, ΠΑΡΑ ΤΟΝ ΚΑΝΟΝΑ, ΥΠΗΡΞΑΝ ΔΥΟ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΟΙ ΟΠΟΙΟΙ ΑΝΗΓΑΓΑΝ ΤΗΝ ΑΕΡΟΜΑΧΙΑ ΣΕ ΜΙΑ ΕΞΕΙΔΙΚΕΥΜΕΝΗ ΜΟΡΦΗ ΠΟΛΕΜΟΥ, ΕΦΑΡΜΟΖΟΝΤΑΣ ΠΡΩΤΟΙ ΑΠΟ ΟΛΟΥΣ ΤΙΣ ΔΙΑΧΡΟΝΙΚΕΣ ΤΑΚΤΙΚΕΣ ΤΗΣ. Ο ΠΡΩΤΟΣ ΗΤΑΝ Ο «ΠΑΤΕΡΑΣ ΤΩΝ ΜΑΧΗΤΙΚΩΝ», Ο ΛΟΧΑΓΟΣ ΟΣΒΑΛΝΤ ΜΠΑΙΛΚΕ: ΣΕ ΗΛΙΚΙΑ 25 ΕΤΩΝ ΗΤΑΝ Ο ΝΕΟΤΕΡΟΣ ΛΟΧΑΓΟΣ ΤΟΥ ΓΕΡΜΑΝΙΚΟΥ ΣΤΡΑΤΟΥ, ΚΑΤΟΧΟΣ ΤΩΝ ΑΝΩΤΕΡΩΝ ΠΟΛΕΜΙΚΩΝ ΔΙΑΚΡΙΣΕΩΝ ΤΗΣ ΧΩΡΑΣ ΤΟΥ ΚΑΙ Ο ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΟΣ ΑΣΣΟΣ ΤΗΣ -ΕΚΕΙΝΟΣ ΠΟΥ ΜΕΣΑ ΣΕ ΕΛΑΧΙΣΤΟΥΣ ΜΗΝΕΣ ΜΕΤΕΤΡΕΨΕ ΤΗΝ ΓΕΡΜΑΝΙΚΗ ΑΕΡΟΠΟΡΙΑ ΑΠΟ ΑΝΟΡΓΑΝΩΤΟ ΣΩΜΑ ΣΕ ΟΠΛΟ ΟΛΕΘΡΟΥ.

Ο ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΗΤΑΝ Ο ΛΟΧΑΓΟΣ ΜΑΝΦΡΕΝΤ ΦΟΝ ΡΙΧΤΧΟΦΕΝ. ΓΝΩΣΤΟΣ ΣΑΝ “ΚΟΚΚΙΝΟΣ ΒΑΡΩΝΟΣ” ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΟΙΝΗ ΓΝΩΜΗ Ή ΑΠΛΑ “Ο ΙΛΑΡΧΟΣ” ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΑΝΔΡΕΣ ΤΟΥ, Ο ΠΟΛΥΘΡΥΛΗΤΟΣ ΑΣΣΟΣ ΚΑΤΕΛΗΞΕ ΣΑΝ ΜΙΑ ΜΟΡΦΗ ΑΛΛΟΙΩΜΕΝΗ ΑΠΟ ΤΟ ΠΑΡΑΜΟΡΦΩΤΙΚΟ ΠΡΙΣΜΑ ΕΝΟΣ ΜΥΘΟΥ ΠΟΥ ΞΕΠΕΡΑΣΕ ΤΗΝ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ. Ο ΒΑΡΩΝΟΣ ΡΙΧΤΧΟΦΕΝ  ΗΤΑΝ Ο ΠΡΩΤΟΣ ΨΥΧΡΟΣ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΑΣ ΣΤΟ ΚΑΙΝΟΦΑΝΕΣ ΚΑΙ ΘΑΝΑΤΗΦΟΡΟ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑ ΤΗΣ ΑΕΡΟΜΑΧΙΑΣ, ΑΛΛΑ ΤΑΥΤΟΧΡΟΝΑ ΚΑΙ ΜΙΑ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΤΗΤΑ ΠΟΥ ΔΙΑΚΑΤΕΧΟΤΑΝ ΑΠΟ ΤΑ ΔΙΚΑ ΤΟΥ ΣΥΜΠΛΕΓΜΑΤΑ.

Ο ΜΠΑΙΛΚΕ ΕΜΕΙΝΕ ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΣΑΝ Ο «ΜΕΓΑΛΟΣ ΔΑΣΚΑΛΟΣ». Ο ΡΙΧΤΧΟΦΕΝ, ΣΑΝ Ο ΧΑΡΙΣΜΑΤΙΚΟΤΕΡΟΣ ΜΑΘΗΤΗΣ ΤΟΥ.

 

 

ΜΟΝΟΜΑΧΙΑ ΣΤΟ ΔΑΣΟΣ ΜΠΩΒΙΝΚΟΥΡ

 

Η Κυριακή 6 Ιουλίου 1915 είχε όλα τα χαρακτηριστικά εκείνων των ημερών που σιχαίνονταν οι πιλότοι των αναγνωριστικών: ήταν μία ηλιόλουστη, καλοκαιρινή μέρα, ιδανική για εναέρια παρατήρηση και φωτογράφηση πάνω από τα χαρακώματα, όπου οι αντίπαλοι στρατιώτες θα είχαν όλη την άνεση να εξασκηθούν στη σκοποβολή εναντίον των πιλότων οι οποίοι ήλπιζαν ότι το επίμονο βούισμα του κινητήρα τους θα τους προκαλούσε αρκετό πονοκέφαλο ώστε να αστοχήσουν. Τα δύο διθέσια Albatros C.I που είχαν αναλάβει αυτό το δύσκολο καθήκον πάνω από τις γαλλικές γραμμές εκείνη τη μέρα, είχαν περατώσει επιτυχώς την αποστολή τους και βιάζονταν να επιστρέψουν, όταν τα μάτια ενός πιλότου εντόπισαν ένα διθέσιο Morane Saulnier Parasol που τους πλησίαζε από μεγαλύτερο ύψος. Ο 24χρονος ανθυπολοχαγός Όζβαλντ Μπαίλκε (Oswald Boelcke) είχε μεγάλη εμπιστοσύνη στις ικανότητες του πολυβολητή του, τον ανθυπολοχαγό Χέλμουτ φον Βύλις (Helmut von Wuelisch) και ένιωθε την διάθεση να καταδιώξει το γαλλικό αεροπλάνο.

Θέλοντας να αποφύγει μία εμπλοκή όπου ο αντίπαλος θα είχε το πλεονέκτημα του ύψους, βυθίστηκε μακριά χρησιμοποιώντας τα εδαφικά χαρακτηριστικά για να αποκρύψει το αεροπλάνο του από τον αντίπαλό του. Το τέχνασμα πέτυχε και το Parasol πέρασε ανύποπτο πολλά μέτρα ψηλότερα εισχωρώντας μέσα στις γερμανικές γραμμές. Ο Μπαίλκε άνοιξε την ταχύτητά του και κερδίζοντας σταδιακά ύψος βρέθηκε σε μία ιδανική θέση, πίσω και δεξιά από το θύμα του. Ο Βύλις έστρεψε το πολυβόλο του και είδε το Parasol να εξακολουθεί να πετάει ευθεία χωρίς να έχει αντιληφθεί ότι κάποιος βρισκόταν στην ουρά του. Ο οπίσθιος πολυβολητής φαινόταν χαμένος σε έναν εντελώς άλλο κόσμο, κοιτώντας επίμονα το έδαφος σαν να έβρισκε κάτι εξαιρετικά ενδιαφέρον εκεί.

Ο Βύλις άνοιξε πυρ από τα 40 m και η ριπή του επανέφερε τους Γάλλους πιλότους στη βίαιη πραγματικότητα. Το Parasol έπεσε σε μία άγρια περιδίνηση προσπαθώντας να ξεφύγει, αλλά κάθε φορά που ο Γάλλος ευθυγράμμιζε το αεροπλάνο του, ο Μπαίλκε βρισκόταν στην ουρά του. Οι βυθίσεις ακολουθούσαν η μία την άλλη και οι κλειστές στροφές προκαλούσαν ίλιγγο καθώς η ταχύτητά τους ανέβαινε στα 130 km/h, για να πέσει απότομα στα 65 km/h, με τα αεροπλάνα να ανταλλάσσουν ριπές στα όρια της απώλειας στήριξης, 500 m πάνω από το έδαφος.

Η καταδίωξη είχε παρασύρει τα αεροπλάνα 30 km πίσω από τις γερμανικές γραμμές και οι Γάλλοι πολίτες της περιοχής τα παρακολουθούσαν να καταδιώκονται ανελέητα επί μισή ώρα χωρίς αποτέλεσμα. Οι δύο αντίπαλοι μπήκαν σε μία τελευταία ελαφρά βύθιση με το Albatros να ολισθαίνει σταδιακά στα αριστερά του Parasol, σταθερά κολλημένο στα νώτα του. Όταν βρέθηκε σχεδόν παράλληλα μαζί του, οι δύο πολυβολητές έστρεψαν τα πολυβόλα τους σε μία προσωπική μονομαχία και άνοιξαν ταυτόχρονα πυρ. Ο Γάλλος ήταν νευρικός. Η ριπή του αστόχησε από μία απόσταση πολύ μικρή για να συγχωρεί λάθη. Η πρώτη ριπή του Βύλις γάζωσε το σώμα του αντιπάλου του και η δεύτερη την άτρακτο του Morane Saulnier από άκρη σε άκρη. Το Parasol βυθίστηκε κάθετα και περιστράφηκε δύο φορές πριν συντριβεί σε ένα δάσος.

Ο Μπαίλκε προσγείωσε το αεροπλάνο του κοντά στο σημείο της πρόσκρουσης και εξέτασε τα συντρίμμια. Στο εσωτερικό του Parasol οι δύο πιλότοι κείτονταν νεκροί -ο πιλότος με επτά βολίδες στο σώμα του, ο πολυβολητής με πέντε. Γύρω του είχαν αρχίσει να συγκεντρώνονται οι Γάλλοι χωρικοί που είχαν παρακολουθήσει συγκλονισμένοι το αεροπλάνο με τα εθνικά τους χρώματα να καταρρίπτεται.

«Πως ονομάζεται εδώ η περιοχή;» τους ρώτησε ο Μπαίλκε.

«Δάσος Μπωβινκούρ», του απάντησε κάποιος. «Κι αυτός εκεί είναι ο ιδιοκτήτης του –ο ίδιος ο κόμης ντε Μπωβινκούρ!», συμπλήρωσε, δείχνοντας τον νεκρό πολυβολητή.

Ο Μπαίλκε και ο Βύλις κατάλαβαν τι είχε συμβεί: ο Γάλλος κόμης είχε απορροφηθεί κοιτώντας τα κτήματα της κατακτημένης πατρικής του γης, την οποία αντίκριζε για πρώτη φορά μετά την έναρξη του πολέμου…

ΑΝΕΡΧΟΜΕΝΟΙ ΑΕΤΟΙ

 

Ο Όζβαλντ Μπαίλκε είχε γεννηθεί στο Γκεμπιχενστάϊν της Σαξονίας στις 9 Μαΐου 1891. Ήταν το τρίτο από τα έξι παιδιά της οικογένειας ενός δασκάλου ο οποίος πάντοτε ήθελε τα παιδιά του να ακολουθήσουν στρατιωτική σταδιοδρομία. Στα νεανικά του χρόνια, η κυριότερη ασχολία του Όζβαλντ ήταν ο αθλητισμός -είχε διακριθεί για τις επιδόσεις του στην κολύμβηση, την κωπηλασία, την ορειβασία και το σκι, ενώ ταυτόχρονα έδειχνε κλίση στα φιλολογικά μαθήματα. Παρόλα αυτά η λάμψη της στρατοκρατικής Γερμανίας του Κάϊζερ φαίνεται ότι στάθηκε ακαταμάχητη για τον 20χρονο νεαρό. Το 1911 κατετάγη στην Στρατιωτική Ακαδημία και στα τέλη του 1913 έγινε δεκτός στην Αεροπορία. Έναν χρόνο αργότερα, στις 15 Αυγούστου 1914, βρέθηκε να πολεμάει για κάποιον λόγο που δεν είχε πολυκαταλάβει, όπως τόσα άλλα εκατομμύρια στρατευμένων νεαρών της εποχής του.

Τον Σεπτέμβριο του ίδιου έτους τοποθετήθηκε στο 13ο Αεροπορικό Τάγμα, όπου πετούσε σαν πιλότος με τα διθέσια Albatros BII πάνω από το μέτωπο της Καμπανίας στην Γαλλία, έχοντας σαν παρατηρητή τον κατά πέντε έτη μεγαλύτερο αδελφό του, Βίλχελμ. Αν και η αεροπορία ήταν πασίγνωστη για τα γλέντια της και την συντροφικότητα του προσωπικού της, τα δύο αδέλφια δεν ήταν ιδιαίτερα δημοφιλή ανάμεσα στους συναδέλφους τους. Λιγομίλητοι, αφοσιωμένοι στο καθήκον και απέχοντας από τις ψυχαγωγικές δραστηριότητες των συναδέλφων τους, θεωρήθηκαν αλαζόνες και απόμακροι επειδή το μόνο που τους ενδιέφερε ήταν να βελτιώνουν τις επιδόσεις τους και να προσθέτουν περισσότερες ώρες πτήσης στο ενεργητικό τους. Πράγματι, μέχρι τον Οκτώβριο τα αδέλφια Βίλχελμ και Όζβαλντ Μπαίλκε είχαν καταφέρει να συμπληρώσουν 50 αποστολές -αριθμός ο οποίος άγγιζε τα όρια του ρεκόρ- και να τιμηθούν αμφότεροι με τον Σιδηρού Σταυρό. Ωστόσο το προνόμιο της συνυπηρέτησης των δύο αδελφών στην ίδια μονάδα προκάλεσε πολλές διενέξεις μεταξύ των άλλων πιλότων, οπότε αποφάσισαν να ακολουθήσουν διαφορετική πορεία. Έτσι ο Βίλχελμ μετατέθηκε στο ανατολικό μέτωπο, ενώ τον Απρίλιο του 1915, ο Όσβαλντ βρέθηκε να υπηρετεί στο νεοσύστατο 62ο Αεροπορικό Τάγμα, στο Ντουαί της Γαλλίας, σε μία εποχή όπου οι επιτυχίες των πρώτων γαλλικών μαχητικών μονοπλάνων Morane Saulnier σκορπούσαν τον τρόμο ανάμεσα στα άοπλα πληρώματα των γερμανικών αναγνωριστικών.

Το παράσημο του Σιδηρού Σταυρού

Εκείνη την περίοδο ο σχεδιαστής αεροσκαφών Άντονυ Φόκκερ εργαζόταν πυρετωδώς επάνω στον σχεδιασμό ενός αντίστοιχου μονοθέσιου μαχητικού αεροσκάφους το οποίο θα μπορούσε να αντιμετωπίσει τα γαλλικά. Το Fokker Eindecker I ήταν ένα ελαφρύ αεροσκάφος, οπλισμένο με ένα πολυβόλο ρυθμισμένο να βάλλει δια μέσου του δίσκου της έλικας, χάρη στην κατασκευή ενός αυτόματου μηχανισμού. Ο αρχηγός της Γερμανικής Αεροπορίας είχε υποσχεθεί στον Φόκκερ τον Σιδηρού Σταυρό αν ο μηχανισμός του κατάφερνε να καταρρίψει ένα εχθρικό αεροσκάφος, οπότε μόλις η κατασκευή ολοκληρώθηκε, ο Φόκκερ αναζήτησε αμέσως έναν έμπειρο πιλότο που θα το δοκίμαζε στον αέρα. Μέχρι τότε οι Γάλλοι διέθεταν το αποκλειστικό μονοπώλιο των αεροπορικών επιτυχιών, οπότε η επιλογή του Μπαίλκε μετά την κατάρριψη του απρόσεκτου κόμη Μπωβινκούρ, ήρθε σαν φυσικό επακόλουθο -ήταν η πρώτη αεροπορική νίκη των Γερμανών, η πρώτη επιβεβαιωμένη νίκη του Μπαίλκε και ταυτόχρονα η τελευταία του με διθέσιο αεροπλάνο. Τις αμέσως επόμενες μέρες ο νεαρός ανθυπολοχαγός διατάχθηκε να αξιολογήσει την αποτελεσματικότητα του νέου όπλου. Τον Δεκέμβριο του 1915 ο Μπαίλκε έκανε τις πρώτες πτητικές δοκιμές του αεροσκάφους και δεν μπορούσε να κρύψει τον ενθουσιασμό του: «Ο Φόκκερ μου έκανε το ωραιότερο Χριστουγεννιάτικο δώρο της ζωής μου. Το απολαμβάνω καθημερινά σαν μικρό παιδί!».

Το Eindecker του Immelman επιτίθεται σε ένα DH2

Αρχίζοντας τις πρώτες περιπολίες πάνω από τις γερμανικές γραμμές, έμαθε να εκμεταλλεύεται την ταχύτητα, την ευελιξία και τον γρήγορο ρυθμό ανόδου του Fokker, μελετώντας ταυτόχρονα και τις επιδόσεις των αντιπάλων του, ώστε να προσαρμόζει ανάλογα τις δικές του τακτικές. Συνήθιζε να ανεβαίνει στα 1.500 m –ένα ύψος που σπανίως άγγιζαν τα συμμαχικά αεροπλάνα- εκμεταλλευόμενος την κάλυψη των νεφών και την θέση του ήλιου για να επιτεθεί. Παρακολουθούσε το θύμα του και την κατάλληλη στιγμή βυθιζόταν στα νώτα του ρίχνοντας σύντομες ριπές από μικρή απόσταση.

Κάτω από συνθήκες άκρας μυστικότητας, δύο μοναδικά Fokker Eindecker χορηγήθηκαν στο αεροδρόμιο του Ντουαί, με τα οποία ο Μπαίλκε θα άρχιζε να εκπαιδεύει το προσωπικό. Ένας από τους πρώτους μαθητές του ήταν και ο Μαξ Ίμμελμαν (Max Immelmann), ένας νεοφερμένος συνομήλικος του, του οποίου η μοναδική διάκριση ήταν η καταστροφή τεσσάρων αεροσκαφών –όλα γερμανικά! Λεγόταν ότι ο Ίμμελμαν μέχρι τότε σπανίως προσγειωνόταν -τις περισσότερες φορές απλά…“επέστρεφε” στη βάση του με τα πόδια. Οι επιδόσεις του στη σκοποβολή δεν ήταν καλύτερες: κατά τη διάρκεια μίας εξάσκησης, από μία ριπή 60 βολίδων μόνο τρεις είχαν βρει τον στόχο!

Από τις πρώτες κιόλας εκπαιδευτικές περιπολίες, ο Μπαίλκε τον δίδαξε τα πλεονεκτήματα της συνεργασίας και του αιφνιδιασμού. Για τον Μπαίλκε η αερομαχία δεν έπρεπε να είναι ένας μεμονωμένος, ατομικός πόλεμος. Οι πιλότοι έπρεπε να ενεργούν και να μάχονται σαν ομάδα. Μία από τις πρώτες τακτικές που εφάρμοσε ήταν ο ρόλος του δεύτερου πιλότου ο οποίος ερευνούσε τον ουρανό και κάλυπτε τα νώτα τού αρχηγού του, όταν εκείνος είχε στραμμένη την προσοχή του στην καταδίωξη ενός αντιπάλου. Τον ρόλο αυτόν τώρα, θα τον έπαιζε ο Ίμμελμαν και προς μεγάλη έκπληξη τού Μπαίλκε, ήταν εκείνος που θα σημείωνε την πρώτη κατάρριψη με το νέο αεροσκάφος, την 1η Αυγούστου 1915. Έκτοτε οι δύο τους αποτέλεσαν ένα αχώριστο κυνηγετικό δίδυμο όπου ο ένας προστάτευε τον άλλο.

Στο έδαφος όμως, δάσκαλος και μαθητής δεν είχαν τίποτα κοινό. Την στιγμή που ο Μπαίλκε είχε αρχίσει να χάνει την φήμη του αντικοινωνικού συναδέλφου στριμώχνοντας πίσω από το κάθισμα του Fokker του όμορφες νοσοκόμες για να τους δώσει το…“βάπτισμα του αέρα”, ο “ασκητικός” μαθητής του απείχε από παρόμοιες εκδηλώσεις. Τα απογεύματα, όταν όλοι οι πιλότοι πήγαιναν στη λέσχη για να διασκεδάσουν και να παίξουν χαρτιά, ο Μπαίλκε ήταν ο πρώτος που καθόταν στο τραπέζι και ο τελευταίος που σηκωνόταν -πάντοτε κερδισμένος. Όπως ανακάλυψαν γρήγορα οι συνάδελφοί του, στην τράπουλα και στον αέρα ο Μπαίλκε ήταν πάντοτε ένας σιωπηλός και επικίνδυνος αντίπαλος. Όταν όμως ο καπνός γύρω από τα τραπέζια άρχιζε να πυκνώνει και το κέφι άναβε, ο Ίμμελμαν επέστρεφε στο δωμάτιό του. Κοντός, ισχνός, ασθενικός και πάντοτε σοβαρός, ο Ίμμελμαν δεν απολάμβανε τίποτα και δεν του άρεσε τίποτα, εκτός από το καθήκον του. Δεν έπινε, δεν κάπνιζε, δεν ξενυχτούσε, απέφευγε το κρέας και έδειχνε αδιαφορία ακόμα και για τις γυναίκες –ένα ιδιαίτερα αποκρουστικό ελάττωμα για οποιονδήποτε στρατιώτη. Παρά όμως τις διαφορές του χαρακτήρα τους και τις πρώτες κακές επιδόσεις του Ίμμελμαν στην πτήση, ο Μπαίλκε έμεινε ικανοποιημένος γιατί φαινόταν να έχει εμπεδώσει τα μαθήματά του και πάνω από όλα, είχε καταφέρει αυτό που την εποχή εκείνη θεωρείτο ένα ανεξήγητο μεταφυσικό μυστήριο -να καταρρίψει ένα εχθρικό αεροσκάφος.

Οι αυστηρές εντολές που είχε λάβει ο Μπαίλκε ήταν να μη πετάξει ποτέ με το μονοπλάνο πάνω από εχθρικό έδαφος. Ο αυτοματοποιημένος συγχρονιστικός μηχανισμός του πολυβόλου θεωρείτο το «μυστικό όπλο» της εποχής και οι Γερμανοί δεν διακινδύνευαν να αφήσουν ένα Fokker να πέσει στα χέρια του εχθρού. Ο Μπαίλκε όμως ήταν από την φύση του “κυνηγός” και ανυπομονούσε να προκαλέσει τον εχθρό μέσα στο ίδιο του το έδαφος. Στις 19 Αυγούστου κατέρριψε ένα μαχητικό Bristol πάνω από τις βρετανικές γραμμές, σημειώνοντας την πρώτη του νίκη με το Eindecker και την δεύτερη της σταδιοδρομίας του και μέσα στον επόμενο μήνα θα πρόσθετε άλλα δύο. Ήταν η έναρξη ενός φιλικού συναγωνισμού μεταξύ Μπαίλκε και Ίμμελμαν, που σύντομα θα τους καθιστούσε γνωστούς μέχρι την απέναντι πλευρά των γραμμών.

 

Fokker E III - Boelcke

 

 

ΕΝΑΣ ΑΠΑΤΗΛΟΣ ΟΛΕΘΡΟΣ

 

Τον Οκτώβριο ο Μπαίλκε αποσπάσθηκε στο Μετς, στον γαλλικό τομέα του μετώπου, όπου θα ανελάμβανε αποστολές προστασίας των αναγνωριστικών. Λίγες μέρες μετά την άφιξή του, έκανε την γνωριμία ενός ενθουσιώδους 23χρονου ξανθού νεαρού πιλότου των αναγνωριστικών ο οποίος ομολόγησε τον θαυμασμό του για το πρόσωπο του διακεκριμένου αξιωματικού και την επιθυμία του να πετάξει κι εκείνος με ένα μαχητικό κάποια μέρα. Περισσότερο όμως, έδειξε θερμό ενδιαφέρον για τον τρόπο με τον οποίο ο Μπαίλκε είχε καταφέρει να καταρρίψει τέσσερα εχθρικά αεροπλάνα.

-Μα πείτε μου ειλικρινά, πως τα καταφέρνετε;

Αν και η ερώτηση ήταν διατυπωμένη με σοβαρό ύφος, ο Μπαίλκε απάντησε γελώντας εύθυμα.

-Μα Τω Θεώ, είναι πολύ απλό! Πλησιάζω όσο περισσότερο γίνεται, σημαδεύω καλά, πυροβολώ και τότε πέφτει.

Ο νεαρός κούνησε με δυσαρέσκεια το κεφάλι του λέγοντας ότι είχε προσπαθήσει κι εκείνος να κάνει το ίδιο ακριβώς, αλλά ο αντίπαλός του δεν είχε πέσει. Η διαφορά βέβαια ήταν ότι εκείνος πετούσε ακόμα με τα αργά, βαριά διθέσια, ενώ ο Μπαίλκε με ένα ταχύ, ευέλικτο αεροπλάνο, κατασκευασμένο για να μάχεται.

-Πρέπει κι εσύ να πετάξεις με ένα Fokker. Τότε ίσως τα πράγματα γίνουν καλύτερα, του απάντησε κτυπώντας τον φιλικά στον ώμο.

Όταν σερβιρίστηκε το δείπνο ο νεαρός παρέμεινε στο τραπέζι ακούγοντας προσεκτικά τα λόγια του «Μαιτρ», ελπίζοντας κάποια μέρα να δινόταν και σε εκείνον η ευκαιρία να πετάξει και να διακριθεί με ένα μαχητικό. Το όνομά του ήταν Μάνφρεντ φον Ριχτχόφεν (Manfred von Richthofen).

Όταν ο Μπαίλκε επέστρεψε στο Ντουαί τον Δεκέμβριο, είχε αποκτήσει επίσημα  τον τίτλο του “άσσου”, έχοντας φθάσει τις επτά καταρρίψεις. Το πρωί της 12ης Ιανουαρίου 1916 κατέρριψε ένα βρετανικό Β.Ε.2 και το απόγευμα της ίδιας μέρας, αυτός και ο Ίμμελμαν, με το σκορ τους ισόπαλο στις οκτώ νίκες, είχαν την τιμή να γίνουν οι πρώτοι Γερμανοί αεροπόροι που θα παρασημοφορούντο με το ανώτατο στρατιωτικό παράσημο της χώρας τους, το “Blue Max”. Η γερμανική προπαγάνδα τους ανακήρυξε εθνικούς ήρωες και τα ονόματα τους έγιναν τα πρωτοσέλιδα θέματα όλων των εφημερίδων, γεγονός που αποτελούσε ευχάριστη αλλαγή από την μονότονη ανάγνωση του καταλόγου απωλειών του Δυτικού Μετώπου. Η φήμη τους εξαπλώθηκε τόσο γρήγορα σε ολόκληρο το μέτωπο, ώστε η περίοδος μεταξύ Αυγούστου 1915 και Ιουνίου 1916 επονομάστηκε “Μάστιγα των Fokker”, σηματοδοτώντας την πρώτη περίοδο αεροπορικής υπεροχής των Γερμανών.

"Pour le Merite" - The Blue Max

Ωστόσο οι επιτυχίες αυτές ελάχιστα οφείλονταν στις επιδόσεις του γερμανικού μονοπλάνου ή την ανακάλυψη του συγχρονιστικού μηχανισμού του. Το Eindecker δεν υπήρξε ποτέ καλό αεροπλάνο –ήταν ασταθές και εξαιρετικά εύθραυστο, ενώ οι Σύμμαχοι σύντομα θα ανακάλυπταν δικούς τους τρόπους για να επιλύσουν το πρόβλημα του πολυβόλου που έβαλε μέσα από τον δίσκο της έλικας. Παρά τις επίμονες προσπάθειες του Μπαίλκε να συγκροτηθούν ξεχωριστές μονάδες μαχητικών, τα Fokker παρέμεναν ελάχιστα, διάσπαρτα και ενταγμένα στις μονάδες των αναγνωριστικών, επιφορτισμένα αποκλειστικά και μόνο με την προστασία τους. Καμία μονάδα δεν διέθετε περισσότερα από τρία ή τέσσερα. Οι μόνοι υπεύθυνοι για τις γερμανικές επιτυχίες ήταν οι δύο αυτοί πιλότοι οι οποίοι είχαν καταφέρει να χαρίσουν στο Eindecker μία φήμη την οποία δεν άξιζε. Οι νίκες αυτές ανέβασαν κατακόρυφα το ηθικό των υπόλοιπων Γερμανών πιλότων οι οποίοι τώρα ένιωθαν ότι είχαν την δυνατότητα να ανταποδώσουν στους Γάλλους τα πλήγματα που δέχονταν μέχρι τότε ανυπεράσπιστοι.

Τον Φεβρουάριο ο Μπαίλκε προήχθη σε υπολοχαγό και αποσπάσθηκε για δεύτερη φορά στο γαλλικό μέτωπο για να οργανώσει τις μονάδες, εν όψει της μεγάλης επίθεσης στο Βερντέν. Δεν θα ξεχνούσε ποτέ το θύμα του στις 13 Μαρτίου 1916 -ένα διθέσιο Voisin το οποίο γάζωσε με το πρώτο του κιόλας πέρασμα, πριν ακόμα ο πολυβολητής προλάβει να ρίξει έστω και μία ριπή. Το χτυπημένο διπλάνο βύθισε το δεξί του φτερό και άρχισε να χάνει ύψος μέχρι που χάθηκε κάπου κάτω από την άτρακτο του Fokker. Μετά από λίγο εμφανίστηκε χαμηλότερα στα δεξιά, έχοντας επανακτήσει την ισορροπία του. Το πλησίασε για την χαριστική βολή, αλλά το θέαμα που αντίκρισε ήταν τόσο αξιολύπητο που δεν είχε το κουράγιο να πατήσει τη σκανδάλη: ο πολυβολητής είχε βγει από το πιλοτήριό, είχε βαδίσει πάνω στο δεξί φτερό και αγκαλιάζοντας τα στυλίδια έκανε απεγνωσμένες χειρονομίες, φωνάζοντας στον Γερμανό λόγια οίκτου που παρασύρονταν από το αδυσώπητο ρεύμα του αέρα. Ο Μπαίλκε κατάλαβε τι είχε συμβεί: οι βολές του είχαν καταστρέψει τα πηδάλια ελέγχου και ο πολυβολητής, με τον τρόμο αποτυπωμένο στο πρόσωπό του, λειτουργούσε σαν αντίβαρο, ώστε το αεροπλάνο να μη χάσει εντελώς την στήριξή του.

Έριξε μία προειδοποιητική βολή στο κενό, δείχνοντας στον πιλότο την κατεύθυνση προς τις γερμανικές γραμμές. Ο Γάλλος πιλότος κατένευσε και προσπάθησε αργά να στρίψει δεξιά. Ήταν μία υπερβολική απαίτηση για το ανάπηρο αεροπλάνο. Με έναν ξαφνικό, ανατριχιαστικό ήχο, το στυλίδιο από το οποίο κρατιόταν ο πολυβολητής έσπασε συμπαρασύροντας μαζί του και ολόκληρο το εξωτερικό τμήμα του κάτω φτερού. Το Voisin χάθηκε στο κενό σαν έπιπλο σπρωγμένο από έναν γκρεμό. Το σώμα του πολυβολητή χτύπησε το σεληνιακό τοπίο του Βερντέν 30 δευτερόλεπτα αργότερα με 190 km/h, ανοίγοντας έναν επιπλέον κρατήρα, βάθους 20 εκατοστών, που σύντομα θα αναμοχλευόταν κι αυτός από την οργή του επόμενου βομβαρδισμού.

Το γαλλικό αναγνωριστικό Voisin ήταν ένα πολύ εύκολο θύμα για τους Γερμανούς πιλότους

Συνεχίζοντας τον φιλικό ανταγωνισμό του με τον Ίμμελμαν στο βρετανικό μέτωπο, ο Μπαίλκε είχε συμπληρώσει 18 νίκες μέχρι τον Μάιο και είχε προαχθεί σε λοχαγό. Σε ηλικία 25 ετών ήταν ταυτόχρονα ο νεότερος λοχαγός του Γερμανικού Στρατού και ο κάτοχος των ανώτερων διακρίσεων της χώρας του. Αλλά από τον προηγούμενο κιόλας μήνα η πλάστιγγα είχε ήδη αρχίσει να γέρνει υπέρ των Συμμάχων. Οι Γάλλοι είχαν εμφανιστεί στον αέρα διαθέτοντας δύο ανυπέρβλητα πλεονεκτήματα: αριθμητική υπεροχή και νέα, καταπληκτικά μαχητικά. Την ίδια στιγμή τα Fokker E είχαν αρχίσει να αποδεικνύονται όχι μόνο ξεπερασμένα, αλλά και επικίνδυνα για τους ίδιους τους χειριστές τους. Οι πιλότοι ανέκαθεν δυσπιστούσαν για την αξιοπιστία του συγχρονιστικού μηχανισμού των πολυβόλων και πολλοί είχαν την φοβία ότι θα κατέρριπταν το αεροπλάνο τους με τα ίδια τους τα πυρά. Ο ίδιος ο Μπαίλκε είχε μία παρόμοια εμπειρία από την οποία σώθηκε από θαύμα. Ο “Όλεθρος των Fokker” όδευε πλέον προς το τέλος του, όπως ακριβώς και η ζωή του Ίμμελμαν στον βρετανικό τομέα του μετώπου, 200 km βορειότερα, ο οποίος κινδύνευε περισσότερο από τα ελαττώματα του ίδιου τού αεροσκάφους του, παρά από τα εχθρικά πυρά. Ο Σάξωνας άσσος βρισκόταν στη μέση μίας αερομαχίας όταν ο συγχρονιστικός μηχανισμός των πολυβόλων χάλασε και οι βολίδες χτύπησαν την ίδια του την έλικα. Πρόλαβε να προσγειωθεί λίγο πριν οι κραδασμοί του άξονα διαλύσουν το αεροσκάφος του. Στις 31 Μαίου συνέβη ακριβώς το ίδιο για δεύτερη φορά και επέζησε πάλι ως δια μαγείας.

Το πρωί της 18ης Ιουνίου κατέρριψε το 15ο θύμα του και το απόγευμα απογειώθηκε για την τελευταία περιπολία της ημέρας, μαζί με τους Χάϊνεμαν και Μαξ φον Μούλτσερ, δύο από τους παλιότερους πιλότους της μονάδας. Στα 3.000 m ενεπλάκησαν με επτά F.E.2. Ο Ίμμελμαν βρισκόταν στην κορυφή ενός loop, όταν δέχτηκε μία ριπή από έναν Βρετανό πολυβολητή. Το Fokker γύρισε ανάποδα και διαλύθηκε σε δεκάδες κομμάτια. Η ουρά έπεσε αργά σαν χαρταετός που έχασε τη στήριξή του. Το βαρύτερο τμήμα με τα φτερά, τον κινητήρα και το πιλοτήριο, έπεσε με έναν συριστικό ήχο σαν τούβλο, μέχρι που τα φτερά διπλώθηκαν και εξαφανίστηκαν μακριά.

Μία άγρια διαμάχη ξέσπασε γύρω από τις ακριβείς συνθήκες του θανάτου του. Οι Βρετανοί πίστωσαν την κατάρριψη στον πιλότο που είχε πυροβολήσει εναντίον του, αλλά στα συντρίμμια του Fokker δεν βρέθηκαν ίχνη βολίδων. Στη γερμανική πλευρά διαδόθηκε αμέσως η φήμη ότι ευθυνόταν ο αναξιόπιστος συγχρονιστικός μηχανισμός των πολυβόλων. Ο Μπαίλκε, αν και δεν ήταν παρών στην αερομαχία, δεν διατηρούσε καμία αμφιβολία για την αιτία θανάτου: «Ο Ίμμελμαν σκοτώθηκε από μία ανόητη αιτία. Όλα αυτά που γράφουν οι εφημερίδες για αερομαχία είναι αηδίες». Την ίδια γνώμη είχε και ο Χάϊνεμαν που είχε δει με τα ίδια του τα μάτια το αεροπλάνο να διαλύεται στον αέρα χωρίς καμία λογικοφανή αιτία και αργότερα εξέτασε τα συντρίμμια του: «Είναι η τρίτη φορά που ο Ίμμελμαν πυροβόλησε την έλικά του…».

Η είδηση του θανάτου του αποτέλεσε βαρύ πλήγμα για το ηθικό των πιλότων για τους οποίους ο Μπαίλκε και ο Ίμμελμαν αντιπροσώπευαν το μαχητικό πνεύμα της Αεροπορίας. Ο Μπαίλκε φανερά επηρεασμένος από το γεγονός, επέστρεψε στο Ντουαί για να αποτείνει τον τελευταίο χαιρετισμό στον νεκρό φίλο του και τις επόμενες ημέρες έλαβε μία διαταγή η οποία του απαγόρευε να λάβει μέρος σε περαιτέρω αποστολές: μετά τον θάνατο του Ίμμελμαν, ήταν εξαιρετικά πολύτιμος για να εκτίθεται σε κινδύνους. Ο Μπαίλκε όμως που δεν είχε καμία διάθεση να μπει «…σε γυάλινη βιτρίνα», όπως διαμαρτυρήθηκε χαρακτηριστικά, προτίμησε να ερμηνεύσει τη διαταγή με τον δικό του τρόπο. Ήταν τέλη Ιουνίου 1916, οπότε εκείνος θεώρησε ότι η διαταγή θα ίσχυε με την έναρξη του επόμενου μήνα. Στις 27 του μηνός κατέρριψε ένα τελευταίο Nieuport, αλλά δεν ανέφερε το περιστατικό για προφανείς λόγους. Την επόμενη μέρα μία γερμανική πυροβολαρχία ανέφερε την κατάρριψη την οποία παραδόξως δεν διεκδικούσε κανείς! Το επιτελείο άρχισε να ερευνά την υπόθεση και γρήγορα αποκαλύφθηκε ο “ένοχος”. Η κατάρριψη πιστώθηκε σαν η 19η του Μπαίλκε, αλλά εκείνος “προσγειώθηκε” για τα καλά!

Το γερμανικό επιτελείο γρήγορα θα μετάνιωνε για την απόφασή του. Την 1η Ιουλίου 1916 οι Βρετανοί κτύπησαν στο Σωμ ανοίγοντας την επίθεση με τον μεγαλύτερο βομβαρδισμό της ιστο&#