ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ “BODENPLATTE”

1Η ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 1945

Η ΙΣΟΠΕΔΩΣΗ ΤΩΝ ΣΥΜΜΑΧΙΚΩΝ ΑΕΡΟΔΡΟΜΙΩΝ  

Το παρόν άρθρο δημοσιεύτηκε σαν ιστορική μονογραφία στο τεύχος 47 , Απρίλιος 2005 (σελίδες 82) , των εκδόσεων ΠΟΛΕΜΙΚΕΣ ΜΟΝΟΓΡΑΦΙΕΣ Α.Ε. , συγγραφέας ο Αγγελος Δαλασσηνός

Έγχρωμα Profiles:

   Άγγελος Δαλασσηνός

και Ιωάννης Μανσόλας

 

  ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ “BODENPLATTE”  Σελίδα : 1 / 6

                                                                                      

 

 

 

ΤΗΝ ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑ ΤΟΥ 1945, ΜΕ ΜΙΑ ΠΡΩΤΟΦΑΝΗ ΓΙΑ ΤΙΣ ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΕΣ ΤΗΣ ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΣΗ ΠΙΛΟΤΩΝ ΚΑΙ ΑΕΡΟΣΚΑΦΩΝ,

Η LUFTWAFFE ΕΞΑΠΕΛΥΣΕ ΤΗΝ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΜΕΓΑΛΗ ΕΠΙΘΕΣΗ ΤΗΣ ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΩΔΟΥΣ ΖΩΗΣ ΤΗΣ. ΣΤΟΧΟΣ, Η ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ ΤΩΝ ΣΥΜΜΑΧΙΚΩΝ ΑΕΡΟΔΡΟΜΙΩΝ ΤΗΣ ΔΥΤΙΚΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ, ΣΕ ΜΙΑ ΥΣΤΑΤΗ ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΑ ΝΑ ΜΕΙΩΣΕΙ ΤΗΝ ΤΡΟΜΑΚΤΙΚΗ ΑΕΡΟΠΟΡΙΚΗ ΥΠΕΡΟΧΗ ΤΩΝ ΣΥΜΜΑΧΩΝ. ΤΕΣΣΕΡΙΣ ΜΟΛΙΣ ΜΗΝΕΣ ΠΡΙΝ ΤΗΝ ΛΗΞΗ ΤΟΥ Β΄ ΠΠ, Η ΓΕΡΜΑΝΙΚΗ ΑΕΡΟΠΟΡΙΑ ΕΞΑΚΟΛΟΥΘΟΥΣΕ ΝΑ ΠΑΡΑΜΕΝΕΙ ΕΝΑΣ ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΟΣ ΑΝΤΙΠΑΛΟΣ. ΤΟ ΚΥΚΝΕΙΟ ΑΣΜΑ ΤΗΣ ΥΠΗΡΞΕ ΑΝΤΑΞΙΟ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΤΗΣ ΝΑ ΠΕΘΑΝΕΙ ΣΤΟΝ ΑΕΡΑ.

 

 

 

 

Τον Οκτώβριο του 1944 επικρατούσε μία στασιμότητα στο ευρωπαϊκό μέτωπο του πολέμου. Μετά το ολοκαύτωμα της Νορμανδίας οι γερμανικές δυνάμεις είχαν ανασυγκροτηθεί με μία ταχύτητα η οποία, ακόμα και για τα σημερινά δεδομένα, μπορεί να χαρακτηρισθεί μόνο σαν θαύμα, ενώ η περαιτέρω προσπάθεια προέλασης των Συμμαχικών στρατευμάτων είχε ανακοπεί δύο φορές, με την ήττα των Βρετανών στο Άρνεμ και των Αμερικανών στο δάσος Ύρτγκεν. Την στιγμή που η Wehrmacht κατάφερνε να σταθεροποιήσει την κατάσταση και στο ανατολικό μέτωπο, ανακόπτοντας την τελευταία σοβιετική επίθεση, στη Γερμανία ξεκινούσε μία τιτάνια προσπάθεια ανασυγκρότησης μονάδων και συγκέντρωσης πολεμικού υλικού το οποίο, δύο μήνες αργότερα, θα λάμβανε μέρος στην μεγάλη επίθεση εναντίον των Αγγλο-αμερικανικών δυνάμεων στις Αρδέννες, όπου ο Χίτλερ θα έπαιζε το «τελευταίο του χαρτί» στην Ευρώπη.

Απαραίτητη προϋπόθεση για την επιτυχία της επίθεσης ήταν η αεροπορική υποστήριξη. Στους ουρανούς του δυτικού μετώπου όμως, η Luftwaffe αιμορραγούσε αδιάκοπα, χωρίς να διαφαίνεται κάποια πιθανότητα ανάκαμψης αν δεν ελαμβάνοντο άμεσα κάποια δραστικά μέτρα. Τα συμμαχικά βομβαρδιστικά και μαχητικά εισέβαλλαν καθημερινά κατά χιλιάδες στους γερμανικούς ουρανούς, μέρα και νύχτα, ισοπεδώνοντας αεροδρόμια, πόλεις, εργοστάσια. Τα γερμανικά καταδιωκτικά δυσκολεύονταν όλο και περισσότερο να διαπεράσουν την ασπίδα προστασίας των υπεράριθμων συμμαχικών μαχητικών, προκειμένου να αγγίξουν τα μισητά Ιπτάμενα Φρούρια. Με βάση τα στατιστικά στοιχεία του επιτελείου της Luftwaffe τον Νοέμβριο του 1944, είχαν εξαχθεί δύο πικρά συμπεράσματα:

·         Οι επιθέσεις μικρών σχηματισμών καταδιωκτικών εναντίον των τεράστιων «κιβωτίων» των τετρακινητήριων βομβαρδιστικών απέφεραν μόνο θλιβερά αποτελέσματα. Αξιόλογος αριθμός καταρρίψεων μπορούσε να σημειωθεί μόνο εάν υπήρχε και μία αντίστοιχη σχετική ισορροπία δυνάμεων εκ μέρους των γερμανικών μαχητικών.

·         Η κατάρριψη ενός αμερικανικού βομβαρδιστικού ισοδυναμούσε, κατά μέσο όρο, με την καταστροφή πέντε γερμανικών μαχητικών!

 

Τα συμπεράσματα αυτά οδήγησαν για πρώτη φορά στην γέννεση της ιδέας του «Μεγάλου Πλήγματος»: ένα σχέδιο του υποπτέραρχου Άντολφ Γκάλλαντ, το οποίο φιλοδοξούσε, μέσω μίας και μόνης, μαζικής αεροπορικής επίθεσης ολόκληρου του κλάδου Καταδιωκτικών, να επιφέρει στην 8η Αεροπορική Δύναμη τόσες απώλειες, μέσα σε μία ημέρα, ώστε οι Αμερικανοί να υποχρεωθούν να αναστείλουν τους βομβαρδισμούς για ένα αρκετά μεγάλο διάστημα, το οποίο θα χάριζε στη Wehrmacht τον χρόνο που χρειαζόταν για να ανακτήσει τον έλεγχο του Δυτικού Μετώπου, αλλά και στη Luftwaffe τον χρόνο να παράξει μεγαλύτερους αριθμούς αεριωθουμένων μαχητικών. Σύμφωνα με τα λόγια του Γκάλλαντ, «Θα ήταν η μεγαλύτερη και αποφασιστικότερη αεροπορική μάχη του πολέμου. Στις 12 Νοεμβρίου 1944 η Luftwaffe θα ήταν σε θέση να ρίξει στη μάχη δεκαοκτώ σμηναρχίες μαχητικών, με 3.000 αεροσκάφη και πιλότους, όλα έτοιμα για να λάβουν μέρος σε μία μαζική επίθεση εναντίον των αρμάδων των αμερικανικών βομβαρδιστικών».  

 

Άντολφ Γκάλλαντ

 

Ο διασημώτερος γερμανός άσσος , πρωταγωνιστής της Μάχης της Αγγλίας , ανώτατο στέλεχος της γερμανικής αεροπορίας και απ τους πρώτους πιλότους αεριωθουμένων, υπήρξε τολμηρός στρατηγικός σχεδιαστής . Πρός το τέλος του πολέμου βρέθηκε σε μεγάλη διάσταση με τον Γκαίρινγκ κι αποσύρθηκε απ το προσκύνιο

Ρίχνοντας αλλεπάλληλα κύματα καταδιωκτικών εναντίον της επιδρομής, ήταν διατεθειμένος να χάσει 400 αεροσκάφη και 150 πιλότους, προκειμένου να καταστρέψει 400-500 βομβαρδιστικά. Με αυτή την αναλογία απωλειών οι Αμερικανοί θα ανέστελλαν τους βομβαρδισμούς για δύο μήνες. Ο στρατάρχης Γκαίρινγκ, οργισμένος και αμήχανος, υποστήριξε το σχέδιο, αφού δεν είχε κι άλλες επιλογές:

«Πρέπει να έχω 2.000 καταδιωκτικά, στον συντομότερο δυνατό χρόνο, έστω κι αν οι μονάδες στο μέτωπο δεν πάρουν ούτε ένα αεροσκάφος!», υπενθυμίζοντας όμως, ταυτόχρονα στον Γκάλλαντ, ότι: «Εάν δεν καταστρέψεις 500 Φρούρια στην επόμενη επιδρομή, να είσαι βέβαιος ότι θα καταλήξεις στα χαρακώματα!».

Το φθινόπωρο του 1944, παρά τους αδιάκοπους σαρωτικούς βομβαρδισμούς, η γερμανική παραγωγή αεροσκαφών αυξήθηκε από τα 1.900 στα 3.300 αεροσκάφη. Ωστόσο, οι άσχημες καιρικές συνθήκες του φθινοπώρου ανέβαλλαν διαρκώς την ημερομηνία της επίθεσης. Με την έλευση του χειμώνα και των σφοδρών χιονοπτώσεων του 1944, το όλο θέμα «πάγωσε» για τα καλά. Στις αρχές Δεκεμβρίου, παρότι η Luftwaffe διέθετε 1.800 μαχητικά σε άμεση ετοιμότητα, ο Γκάλλαντ δεν είχε πλέον καμία θέση στην ηγεσία του επιτελείου της Luftwaffe, ούτε και ασκούσε πλέον καμία επιρροή σε αυτήν.

Ο νέος διοικητής του 2ου Σώματος Μαχητικών, επιφορτισμένου με την αεροπορική άμυνα της Δύσης, ήταν ο υποπτέραρχος Ντήτριχ Πελτς (Dietrich Peltz), ένας διακεκριμένος αξιωματικός ο οποίος προερχόταν από τις τάξεις των βομβαρδιστικών. Αντίθετα από τον Γκάλλαντ, ο Πελτς ήταν αφοσιωμένος στο πρόσωπο του Χίτλερ. Τον Μάρτιο του 1943, ως διοικητής του κλάδου Βομβαρδιστικών, είχε αναλάβει προσωπικά την δεύτερη φάση ενός επίμονου βομβαρδισμού της Αγγλίας. Παρότι οι επιχειρήσεις του δεν κατόρθωσαν πολλά, ο Γκαίρινγκ έβλεπε στο πρόσωπο του 30χρονου υποπτέραρχου εκείνη την προσωπικότητα η οποία θα έδινε μία νέα επιθετική πνοή στην αποδυναμωμένη Luftwaffe. Τα πράγματα άγγιξαν οριακό σημείο, όταν ο Πελτς ακύρωσε οριστικά το σχέδιο του Γκάλλαντ και με την σύμφωνη γνώμη του Φύρερ, αποφάσισε να διαθέσει την υπάρχουσα δύναμη Καταδιωκτικών Ημέρας για την υποστήριξη της επίθεσης στις Αρδέννες, συνδυάζοντας ταυτόχρονα, μία χερσαία και μία αεροπορική επίθεση.

Στο μυαλό του Πελτς, είχε γεννηθεί η ιδέα της επιχείρησης “Bodenplatte” (Ισοπεδωμένο Έδαφος): μία επίθεση μεγάλης κλίμακος εναντίον των Συμμαχικών αεροδρομίων της δυτικής Ευρώπης, όπου έδρευαν τα μαχητικά της Βρετανικής 2ης Τακτικής Αεροπορικής Δύναμης και της Αμερικανικής 9ης Αεροπορικής Δύναμης. Αντικειμενικός σκοπός της επιχείρησης ήταν να παραλύσει την αεροπορική υπεροχή των Συμμάχων με ένα αιφνιδιαστικό κτύπημα, στερώντας από τα στρατεύματά τους την αεροπορική υποστήριξη. Για τον σκοπό αυτό η Luftwaffe είχε συγκεντρώσει μία πρωτοφανή δύναμη 37 Σμηναρχιών - ένα σύνολο 930 μαχητικών. Μετά από δυόμισι σχεδόν χρόνια αμυντικής στρατηγικής, η γερμανική αεροπορία θα ανελάμβανε και πάλι την επιθετική πρωτοβουλία, οργανώνοντας την μεγαλύτερη αεροπορική επιχείρηση μετά την απόβαση της Νορμανδίας.

 

 

Η ΣΧΕΔΙΑΣΗ

 

 

Στις 5 Δεκεμβρίου 1944 οι διοικητές των εμπλεκομένων Πτερύγων Μαχητικών εκλήθησαν να παρευρεθούν στην ενημέρωση η οποία έλαβε μέρος στο διοικητήριο του Ντήτριχ Πελτς, στο Άλτενκίρχεν. Οι στόχοι ήταν 14 Συμμαχικά αεροδρόμια της Ολλανδίας, του Βελγίου και της ανατολικής Γαλλίας. Σε κάθε σμηναρχία είχε ανατεθεί συγκεκριμένος στόχος στον οποίον θα την καθοδηγούσαν ένα ή δύο δικινητήρια νυκτερινά μαχητικά, λειτουργώντας ως «ιχνηλάτες». Τα δρομολόγια είχαν σχεδιασθεί κατά τρόπο ώστε να επιτευχθεί ο μεγαλύτερος δυνατός αιφνιδιασμός.

«Διατηρώντας απόλυτη σιγή ασυρμάτου ως την στιγμή της επίθεσης, όλοι οι σχηματισμοί θα ίπτανται χαμηλά πάνω από το μέτωπο, κατά τη διάρκεια των πρώτων πρωινών ωρών, ώστε να καταλάβουν τις εχθρικές αεροπορικές δυνάμεις εξ αιφνιδιασμού στο έδαφος».

Στους διοικητές δόθηκαν αυστηρές διαταγές ασφαλείας: η ενημέρωση των πληρωμάτων θα γινόταν λίγο πριν την έναρξη της επιχείρησης, ώστε να αποφευχθεί κάθε ενδεχόμενο διαρροής πληροφοριών. Ανάλογη ήταν και η ενημέρωση των γερμανικών μονάδων αντιαεροπορικών, σχετικά με την ώρα διέλευσης των φίλιων σχηματισμών πάνω από τις περιοχές τους, αφού αποτελούσε κοινή γνώση ανάμεσα στο προσωπικό πως οτιδήποτε πετούσε μέσα σε γερμανικό εναέριο χώρο εκείνη την εποχή αποκλείεται να ήταν γερμανικό. Κατά την πτήση προς τους στόχους, και πριν την άφιξη σε αυτούς, απαγορευόταν κάθε ανάληψη επιθετικής πρωτοβουλίας εναντίον άλλων στόχων ή η εμπλοκή σε αερομαχίες.

Η επίθεση θα διεξαγόταν ταυτόχρονα σε ένα μέτωπο 443 km, από την Ολλανδία μέχρι την ανατολική Γαλλία και θα μπορούσε πρόχειρα να χωρισθεί σε τρεις βασικούς τομείς: τον βόρειο, τον κεντρικό και τον νότιο. Ο βόρειος τομέας περιελάμβανε τους περισσότερους στόχους – εννέα βρετανικά αεροδρόμια της Ολλανδίας και του Βελγίου:

·         Φόλκελ  (Volkel, Ολλανδία)

·         Αϊντχόβεν (Eindhoven, Ολλανδία)

·         Ντυρν  (Deurne, Βέλγιο)

·         Σαιν Ντενί-Βεστρέμ (Saint Denis-Westrem, Βέλγιο)

·         Ουρσέλ (Ursel, Βέλγιο)

·         Γκριμπέργκεν (Grimbergen, Βέλγιο)

·         Εβέρ (Evere, Βέλγιο)

·         Μελσμπρέκ (Melsbroek, Βέλγιο)

·         Μαλντεζέμ (Maldegem, Βέλγιο)

 

Ο κεντρικός άξονας περιελάμβανε τρία αμερικανικά αεροδρόμια του Βελγίου:

·         Ας (Asch)

·         Σαιντ Τροντ (Saint Trondt)

·         Λε Κουλό (Le Coulot)

 

Ο νότιος, δύο αμερικανικές βάσεις της ανατολικής Γαλλίας:

·         Μετς (Metz)

·         Εταίν (Etain)

 

 

Μετά την λήξη της σύσκεψης οι εκφράσεις πολλών διοικητών έδειχναν σκεπτικισμό, ενώ φανερή ήταν και η έλλειψη ενθουσιασμού για την ανάληψη της επιχείρησης. Η σχεδίαση της από έναν αξιωματικό προερχόμενο από τις τάξεις των βομβαρδιστικών προκαλούσε έντονους ενδοιασμούς για την ορθότητά της, ενώ ταυτόχρονα, επικρατούσε και η αίσθηση ότι αυτό αποτελούσε ταπείνωση για τον κλάδο των Μαχητικών. Αναμφίβολα η δύναμη της Luftwaffe ήταν η μεγαλύτερη από οποιαδήποτε άλλη στιγμή του πολέμου, αλλά πολλοί ήταν εκείνοι που αμφέβαλλαν αν αυτή η δύναμη θα μπορούσε πραγματικά να αξιοποιηθεί, δίνοντας ένα ικανοποιητικό αποτέλεσμα σε μία επιχείρηση η οποία ήταν προσαρμοσμένη περισσότερο στα μέτρα των αεροσκαφών εγγύς υποστηρίξεως, παρά σε εκείνα των καταδιωκτικών ημέρας. Ουσιατικά, ο Πελτς ήθελε να μετατρέψει την τακτική αεροπορική δύναμη αναχαιτίσεων που είχε συγκεντρώσει ο Γκάλλαντ για το «Μεγάλο Πλήγμα», σε δύναμη εγγύς υποστηρίξεως πεζικού για την “Bodenplatte”. Το προφανές μειονέκτημα του σχεδίου ήταν ότι η εκπαίδευση των πιλότων, η οργάνωση, ο οπλισμός, οι τακτικές, ήταν όλα προσαρμοσμένα στα μέτρα που απαιτούσαν οι αερομαχίες του δυτικού μετώπου. Η αναπροσαρμογή όλων αυτών, δέκα ημέρες πριν την έναρξη της επίθεσης, ήταν όχι μόνο αδύνατη, αλλά και πιθανότατα καταστροφική. Σαν αυτό να μην αρκούσε, η Σχεδίαση Επιχειρήσεων και η Υπηρεσία Πληροφοριών κατάφεραν να καταδικάσουν την επιχείρηση με την παντελή έλλειψη συνεργασίας τους.

Για την έναρξη της επίθεσης στις Αρδέννες ο Χίτλερ είχε ζητήσει την πρόβλεψη μίας ημερομηνίας κατά την οποία θα επικρατούσαν δυσμενείς καιρικές συνθήκες, ώστε η Συμμαχική αεροπορία να παρέμενε καθηλωμένη. Την ίδια στιγμή όμως, ο Πελτς επιθυμούσε καλή ορατότητα, ώστε η επιχείρηση “Bodenplatte” να διεξαχθεί ταυτόχρονα με την χερσαία επίθεση. Ο λόγος για τον οποίον δεν κατάφεραν να συνεννοηθούν παραμένει μυστήριο. Οι μετεωρολόγοι πράγματι προέβλεψαν χιονοπτώσεις στα μέσα Δεκεμβρίου ικανοποιώντας τα σχέδια του Χίτλερ, αλλά η πληροφορία αυτή δεν φαίνεται να έφθασε στα αυτιά του Πελτς. Έτσι, την στιγμή που στις 16 Δεκεμβρίου, μέσα από τα χιονισμένα, δασώδη, φιδογυριστά μονοπάτια των Αρδεννών προήλαυναν 250.000 Γερμανοί στρατιώτες και 970 άρματα, η Luftwaffe, όπως και οι αντίπαλοί της, παρέμενε καθηλωμένη στο έδαφος! Κανείς δεν έμαθε ποτέ που οφειλόταν αυτή η έλλειψη συντονισμού και τελικά, η επιχείρηση “Bodenplatte” ανεβλήθη για κάποια ημέρα που θα επικρατούσαν καλύτερες συνθήκες. Παρόλα αυτά η 23η Δεκεμβρίου, η πρώτη ημέρα με καλές καιρικές συνθήκες στο μέτωπο των Αρδεννών, πέρασε χωρίς να συμβεί τίποτα, και πάλι για άγνωστους λόγους. Προφανώς η γερμανική Ανώτατη Διοίκηση ήταν πολύ απασχολημένη με την διεξαγωγή της μάχης, χάνοντας τον συντονισμό μεταξύ Αεροπορίας και Στρατού. Παρόμοια συνδυασμένη ανικανότητα στην σχεδίαση επιχειρήσεων είναι αμφίβολο αν θα είχε επιτευχθεί ακόμη και εσκεμμένα.

Οι Σύμμαχοι δεν υπέπεσαν στο ίδιο σφάλμα. Μόλις οι καιρικές συνθήκες βελτιώθηκαν, τα αεροσκάφη τους πλημμύρισαν και πάλι τους ουρανούς, πλήττοντας τα γερμανικά στρατεύματα στις Αρδέννες. Η Luftwaffe, ανήμπορη να αντιδράσει με οποιονδήποτε άλλο τρόπο, δεν είχε άλλη επιλογή παρά να διαθέσει την δύναμη των καταδιωκτικών για την υποστήριξη της επίθεσης, κατασπαταλώντας τα και πάλι σε τμηματικές συμπλοκές μικρών σχηματισμών απέναντι στην αριθμητική υπεροχή των Συμμάχων. Ο απολογισμός του Δεκεμβρίου ήταν ένας από τους πικρότερους του πολέμου: 535 πιλότοι νεκροί, αγνοούμενοι ή αιχμάλωτοι. Μετά το πέρας δύο εβδομάδων από την έναρξη της επίθεσης, η επιχείρηση “Bodenplatte” φαινόταν να έχει περάσει στο περιθώριο και πολλοί διοικητές πίστεψαν ότι είχε ακυρωθεί οριστικά. Η έκπληξή τους δεν θα μπορούσε να ήταν μεγαλύτερη όταν το απόγευμα της παραμονής Πρωτοχρονιάς του 1945 τα τηλέτυπα των μονάδων τους κροτάλισαν τυπώνοντας ένα μήνυμα το οποίο όριζε ως ημερομηνία έναρξης της επιχείρησης το πρωί της επόμενης ημέρας! Νωρίς το απόγευμα του Σαββάτου 31ης Δεκεμβρίου 1944 οι εμπλεκόμενες μονάδες έλαβαν το σήμα με τις προκαθορισμένες κωδικές λέξεις:

Varus (Η επιχείρηση θα λάβει μέρος εντός 24 ωρών).

Teutonicus(Ενημέρωση των πληρωμάτων και προετοιμασία των αεροσκαφών).

Στις 18.30 της ίδιας ημέρας ακολούθησε η τελευταία κωδική λέξη η οποία αποκάλυπτε την ακριβή ημερομηνία και ώρα της επίθεσης:

Hermann 1.1.1945. Χρόνος 09.20”.

Η επιλογή της ημερομηνίας ήταν εντελώς συμπτωματική. Το επιτελείο αναζητούσε απλά μία ημέρα με καλή ορατότητα. Μετά από ένα μήνα χιονοπτώσεων και πυκνής ομίχλης, οι μετεωρολόγοι είχαν να υποδείξουν την 1η Ιανουαρίου 1945. Κανείς δεν πίστευε ότι οι νυχτερινοί εορτασμοί της παραμονής της Πρωτοχρονιάς θα επηρέαζαν την επιχειρησιακή ετοιμότητα των Συμμάχων, αλλά, εν πάση περιπτώσει, κανείς ποτέ δεν ήξερε…

Οι άμεσα εμπλεκόμενοι στην επιχείρηση, οι Γερμανοί πιλότοι, θα ήταν οι πρώτοι δυσαρεστημένοι: οι διαταγές απαγόρευαν αυστηρά κάθε είδους εορτασμούς και κατανάλωση οινοπνευματωδών για την νύχτα της Παραμονής, ενώ ως ώρα κατάκλισης είχε ορισθεί η 19.00! Οι περισσότεροι από τους άνδρες πέρασαν εκείνο το βράδυ τρώγοντας μπισκότα, σοκολάτες και καπνίζοντας πούρα. Ορισμένοι διοικητές φρόντισαν απλά να μειωθεί η διάρκειά των εορτασμών, καθώς και η κατανάλωση του οινοπνεύματος, αλλά υπήρξαν και μερικοί οι οποίοι αψήφησαν εντελώς τις διαταγές. Όλοι σχεδόν οι πιλότοι κοιμήθηκαν δύο περίπου ώρες αργότερα από την προβλεπόμενη, ενώ οι μηχανικοί ξενύχτησαν στα παγωμένα υπόστεγα, εργαζόμενοι σε όλα τα αεροσκάφη που απαιτούσαν επισκευές. Είναι αμφίβολο αν πολλοί από εκείνους τους ανθρώπους πρόλαβαν ακόμα και να κοιμηθούν εκείνη τη νύχτα. Με την αυγή της επόμενης ημέρας θα ήταν και πάλι οι πρώτοι οι οποίοι θα βρίσκονταν στα υπόστεγα για να προετοιμάσουν τα αεροσκάφη, να προθερμάνουν τους κινητήρες, να καθαρίσουν τον πάγο από τις καλύπτρες και τα φτερά, και τέλος, να τα σπρώξουν με τα χέρια μέχρι το σημείο τροχοδρόμησης προκειμένου να εξοικονομηθούν και οι τελευταίες σταγόνες των ανεκτίμητων καυσίμων τους.

Στην επιχείρηση θα ελάμβαναν μέρος όλοι οι υγιείς πιλότοι, ανεξαρτήτως εμπειρίας. Οι διοικητές Πτερύγων και Σμηναρχιών οι οποίοι θα ηγούντο της επιχείρησης, ήταν όλοι βετεράνοι άσσοι της Luftwaffe με μάχιμη εμπειρία σαφώς ανώτερη εκείνης των αντιπάλων τους. Οι περισσότεροι είχαν πολεμήσει σε όλα τα θέατρα του πολέμου, επιτυγχάνοντας δεκάδες ή εκατοντάδες νίκες. Κάποιοι από αυτούς βρίσκονταν συνεχώς σε μάχιμη υπηρεσία από το 1939. Το ίδιο όμως, δεν ίσχυε και για τα χαμηλόβαθμα πληρώματα. Οι άπειροι εκείνοι πιλότοι αποτελούσαν ένα μεγάλο ανώνυμο πλήθος του οποίου ο μέσος όρος ζωής μετριόταν περισσότερο σε ημέρες, παρά σε εβδομάδες. Το μεγαλύτερο ποσοστό τους προερχόταν κατευθείαν από τις σχολές εκπαίδευσης ή στην καλύτερη περίπτωση, από παροπλισμένες μονάδες βομβαρδιστικών. Ελάχιστοι από αυτούς είχαν διδαχθεί πλοήγηση διά οργάνων και κανείς από αυτούς δεν είχε δει ποτέ του ιπτάμενο στόχο μέσα από σκοπευτικό μαχητικού. Η σύντομη εκπαίδευσή τους περιστρεφόταν κυρίως γύρω από το πώς θα κατέρριπταν ένα Β-17, πως θα απέφευγαν τέσσερα Mustang στην ουρά τους ή απλά, πώς θα επιβίωναν σε έναν άνισο αγώνα αριθμών. Ελάχιστοι ήταν και εκείνοι οι οποίοι προλάβαιναν να διεκδικήσουν έστω και μία κατάρριψη πριν σκοτωθούν. Παρόλα αυτά, το ηθικό τους ήταν ασυνήθιστα υψηλό. Κανείς από αυτούς τους άπειρους νεαρούς δεν αμφέβαλλε για την υπεροχή του έναντι ενός αντίστοιχου Αμερικανού πιλότου, ενώ, όσο απίθανο κι αν ακούγεται, αυτοί οι άνδρες πίστευαν ακόμα, με έναν μυστικιστικό σχεδόν τρόπο, στην «Τελική Νίκη». Εξ άλλου, η ακλόνητη Συμμαχική επιμονή στην «Άνευ Όρων Παράδοση» της Γερμανίας, ενίσχυε την πεποίθησή τους ότι, για την χώρα τους, δεν υπήρχε άλλη επιλογή πέραν του «Νίκη ή Σιβηρία»…

 

ΚΥΡΙΑΚΗ 1Η ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 1945

«Οτιδήποτε έχει φτερά θα πετάει εκείνη την ημέρα!»

 

«Ο κόσμος πρέπει να γνωρίζει ότι αυτό το κράτος δεν πρόκειται να παραδοθεί… Η Γερμανία θα αναγεννηθεί σαν φοίνικας μέσα από τις κατεστραμμένες πόλεις της και θα περάσει στην ιστορία ως το θαύμα του 20ου αιώνα».

Αυτό ήταν το ραδιοφωνικό μήνυμα του Χίτλερ στον λαό του εκείνη την ημέρα, την ώρα που αρκετοί από τους πιλότους του απογειώνονταν για την τελευταία τους επιχείρηση. Οι περισσότεροι από αυτούς, διαισθανόμενοι την σπουδαιότητα της επικείμενης επιχείρησης, είχαν αφιερώσει λίγη ώρα το προηγούμενο βράδυ για να γράψουν ένα γράμμα στις οικογένειές τους, όπου, μακριά από τα πομπώδη λόγια της προπαγάνδας, αποκάλυπταν τις βαθύτερες, ανθρώπινες ανησυχίες τους:

«Το έτος 1944 πλησιάζει στο τέλος του. Με θλίψη και ανησυχία αναπολούμε την σκοτεινή χρονιά που περνά. Το νέο έτος αρχίζει και οι σκέψεις μας στρέφονται στο μέλλον. Τι θα μας φέρει αυτό το έτος; Ειρήνη για την ανθρωπότητα ή εξιλέωση;».  

Η Κυριακή της Πρωτοχρονιάς του 1945 ξημέρωσε σαν μία ειδυλλιακή χειμωνιάτικη ημέρα: κρύα και καθαρή με ιδανική ορατότητα. Η θερμοκρασία ήταν –5˚ C, με ένα κατάλευκο πέπλο χιονιού 20 cm να καλύπτει ομοιόμορφα ολόκληρη σχεδόν την περιοχή στην οποία θα διεξαγόταν η επιχείρηση. Ποτέ άλλοτε στην πορεία του πολέμου μέχρι εκείνο το Πρωτοχρονιάτικο πρωινό του 1945, δεν είχαν βρεθεί τόσα γερμανικά μαχητικά συγκεντρωμένα στην άκρη ενός διαδρόμου, έτοιμα να απογειωθούν.

Στις 07.30 τα αεροδρόμια της δυτικής Γερμανίας έσφυζαν από κίνηση καθώς 930 μαχητικά ετοιμάζονταν για απογείωση μέσα στο γκρίζο λυκόφως του χειμωνιάτικου πρωινού Οι παλαιότεροι πιλότοι έδειχναν σκεπτικοί, ενώ οι νεότεροι ανέμεναν την έναρξη της επιχείρησης με ενθουσιασμό. Η ώρα όμως περνούσε και η διαταγή απογείωσης καθυστερούσε. Όλοι άρχισαν να ανησυχούν: η ενημέρωση μιλούσε για μία αιφνιδιαστική επίθεση την αυγή και τώρα στην οι πρώτες δειλές ακτίνες του ξημερώματος είχαν ήδη κάνει την εμφάνισή τους στην ανατολή… Η αρχική αυτοπεποίθηση άρχισε να παραχωρεί τη θέση της στην νευρικότητα της αναμονής… Πότε περίμεναν να αιφνιδιάσουν τους αντιπάλους; Το μεσημέρι;

Η εμφάνιση μίας απρόσμενης χαμηλής νέφωσης στη ΒΔ Γερμανία είχε έλθει να καταστρέψει το κυριότερο στοιχείο επιτυχίας που διέθετε η επιχείρηση – τον αιφνιδιασμό. Σύμφωνα με το σχέδιο, η επίθεση έπρεπε να εκδηλωθεί ταυτόχρονα σε όλους τους στόχους, οπότε το επιτελείο αποφάσισε να αναβάλει την ώρα απογείωσης όλων των μονάδων, έως ότου η ομίχλη διαλυθεί. Σχεδόν μία ολόκληρη ώρα ανεκτίμητου αιφνιδιασμού θα πήγαινε χαμένη πριν συμβεί αυτό…

08.00. Οι διακόπτες εκκίνησης γουργούρισαν ελαφρά, καθώς οι κινητήρες πήραν τις πρώτες στροφές τους. Οι μηχανικοί απομακρύνθηκαν. Οι κινητήρες βρυχήθηκαν ξαφνικά, καθώς η απότομη εισροή καυσίμου τους έδωσε ζωή. Για μία στιγμή οι στροφές χαμήλωσαν και μετά υψώθηκαν πάλι, αφυπνίζοντας τους 1.700 ίππους που θέριεψαν μέσα τους. Οι έλικες έσκισαν τον παγωμένο αέρα με 15.000 στροφές το λεπτό, ψεκάζοντας πίσω τους λεπτά νέφη χιονιού που εμπόδιζαν την ορατότητα των πιλότων που ακολουθούσαν από πίσω. Τα αεροσκάφη συγκεντρώθηκαν σε μακριές σειρές κατά μήκος των διαδρόμων, θερμαίνοντας τους κινητήρες και περιμένοντας τη διαταγή.

08.15 Μία πράσινη φωτοβολίδα εκτοξεύθηκε από τους πύργους ελέγχου και τα χέρια έσπρωξαν μπροστά τις μανέτες ισχύος. Κρατώντας αποστάσεις ασφαλείας, απογειώθηκαν το ένα μετά το άλλο και συγκροτήθηκαν σε σχηματισμούς των οκτώ πετώντας 50-100 m πάνω από το έδαφος για να αποφύγουν τον εντοπισμό από τα εχθρικά ραντάρ. Το ρεύμα αέρος που προκαλούσαν οι σχηματισμοί στο πέρασμά τους τίναζε το χιόνι από τις κορυφές των δένδρων. Στο έδαφος, το λεπτό στρώμα του πάγου άστραφτε αντανακλώντας επάνω του τις λαμπερές ακτίνες του ήλιου, χαρίζοντας στην επίπεδη χιονισμένη ύπαιθρο της Βορειοδυτικής Ευρώπης μία γαλήνια όψη που σε έκανε να ξεχνάς ότι εκεί διεξαγόταν ένας πόλεμος. Περνώντας τα γερμανικά σύνορα, οι μονάδες διαχωρίστηκαν, ακολουθώντας έκαστη την δική της προκαθορισμένη πορεία προς τον στόχο της. Μέσα στα πιλοτήρια, οι πιλότοι παρατηρούσαν την σιωπηλή, γαλήνια όψη του κυριακάτικου πρωινού, με μόνο ήχο το ρυθμικό, μονότονο βούισμα του κινητήρα τους. Σύμφωνα με τις διαταγές, οι ασύρματοι ήταν όλοι ανοικτοί, αλλά απαγορευόταν αυστηρά οποιαδήποτε συνομιλία. Το δικαίωμα αυτό το διατηρούσαν μόνο οι διοικητές Πτερύγων, σε περιπτώσεις όπου εκείνοι έκριναν ότι για κάποιο λόγο, διακυβευόταν η επιτυχία της αποστολής.

«Απογειωθήκαμε στις 08.00 με το πρώτο πρωινό φως και μπήκαμε σε σχηματισμό σύμφωνα με τις διαταγές. Ακριβώς πίσω από το αριστερό φτερό μου, πολύ κοντά, πετούσε ο Άντον Χακλ. Μπορούσα να διακρίνω καθαρά το πρόσωπό του. Πίσω μας, σε πυκνό σχηματισμό, σαν ένα σμήνος πεινασμένων γλάρων που ακολουθούν πλοίο, ακολουθούσε η εντυπωσιακή σμηναρχία των «Μακρομύτικων». Πρέπει να ήταν 50 Fw 190 D-9 – αδύνατον να τα μετρήσεις. Γυρνούσα συνεχώς για να παρακολουθήσω αυτό το επιβλητικό θέαμα,  aυτόν τον φαινομενικά ατέλειωτο σχηματισμό των ρωμαλέων, αστραφτερών αεροσκαφών, να γυαλίζουν στον πρωινό ήλιο. Είναι μία εικόνα η οποία θα μείνει για πάντα χαραγμένη στη μνήμη μου».

Περίπου την ίδια ώρα και 250 km δυτικότερα, ο διοικητής της 2ης Τακτικής Αεροπορικής Δύναμης της RAF, Πτέραρχος Άρθουρ Κάννινγκαμ, όπως κάθε πρωί, πήγαινε στο διοικητήριό του στις Βρυξέλλες, από όπου θα συντόνιζε τις επιχειρήσεις της 84ης Ομάδος Μαχητικών των Κάτω Χωρών οι οποίες βρίσκονταν υπό τις διαταγές του. Μιάμιση ώρα αργότερα παρακολουθούσε έκπληκτος έναν τεράστιο σχηματισμό 180 καταδιωκτικών να περνούν ανενόχλητα πάνω από το κεφάλι του. Το θέαμα τόσων αεροσκαφών δεν του προκαλούσε εντύπωση. Το κακό όμως, ήταν ότι αυτά είχαν μαύρους σταυρούς κάτω από τα φτερά! Και αυτό σίγουρα, δεν ήταν ένα θέαμα που έβλεπε καθημερινά ούτε ο ίδιος ο Γκαίρινγκ. Ήταν τα μαχητικά των JG 26 και JG 27 που κατευθύνονταν προς τα τέσσερα βρετανικά αεροδρόμια που βρίσκονταν στα περίχωρα της βελγικής πρωτεύουσας. Χωρίς να έχει συνέλθει από το σοκ, σήκωσε το ακουστικό του τηλεφώνου του και κάλεσε τον διοικητή της 83ης Ομάδος Μαχητικών, Χάρρυ Μπρόουντχερστ, στο Αϊντχόβεν της Ολλανδίας, προσπαθώντας να του περιγράψει αυτό που αντίκριζε: «Εδώ πετάνε πάνω από τις στέγες των σπιτιών!», φώναξε.

«Μην ανησυχείς», απάντησε σε ήρεμο τόνο ο Μπρόουντχερστ, «Εδώ πετάνε κάτω από το παράθυρό μου!». Οι διαδοχικές εκρήξεις και οι κροταλισμοί πολυβόλων μίας μάχης η οποία ήδη μαινόταν στο Αϊντχόβεν, ακούστηκαν σαν παράφωνη πιστοποίηση στην σκωπτική δήλωση του Μπρόουντχερστ.

Η Πρωτοχρονιά του 1945 δεν είχε ξημερώσει καλά. Το Βέλγιο και η Ολλανδία δέχονταν την επίθεση ολόκληρης της Luftwaffe

 

 Ο ΒΟΡΕΙΟΣ ΤΟΜΕΑΣ ΤΗΣ ΕΠΙΘΕΣΗΣ

 

 

 

 

JAGDGESCHWADER 1 “OESAU

Μοιραία συνάντηση στο Σαιν Ντενί

 

Οι στόχοι της JG 1 ήταν τα βρετανικά αεροδρόμια του ΒΔ Βελγίου, Μαλντεζέμ, Ουρσέλ και Σαιντ Ντενί-Βεστρέμ, Το απόγευμα της 31ης Δεκεμβρίου, μετά το δείπνο, οι διοικητές των Σμηναρχιών ενημέρωσαν τους άνδρες τους για την επικείμενη επιχείρηση της επόμενης ημέρας. Το αεροδρόμιο του Μαλντεζέμ θα ήταν ο στόχος των 35 Fw-190 A-8 και Bf-109 G-10 της Ι και ΙΙΙ/JG 1. Κατά την πορεία, η 4η Μοίρα του υποσμηναγού Μάϊνχοφ θα αποσπόταν για να επιτεθεί στο μικρότερο αεροδρόμιο του Ουρσέλ, ενώ τα 36 Focke Wulf της ΙΙ/JG 1 θα ανελάμβαναν να εξουδετερώσουν το Σαιν Ντενί. Απέχοντας μόλις 20 km το ένα από το άλλο, τα τρία αυτά αεροδρόμια, φιλοξενούσαν συνολικά οκτώ Μοίρες Spitfire και αποτελούσαν ιδανικούς στόχους, αφού δεν διέθεταν ακόμη αντιαεροπορική άμυνα.

Στις 08.10 ο διοικητής της JG 1, σμήναρχος Χέρμπερτ Ίλεφελντ (Herbert Ihlefeld), ήταν ο πρώτος που απογειώθηκε μαζί με τα 22 Fw 190 A της 1ης Σμηναρχίας (I/JG 1). Λίγη ώρα αργότερα, συναντήθηκαν με τα 18 Me-109 της III/JG 1 και οι δύο συγκεντρωμένοι σχηματισμοί συνέχισαν μαζί την πορεία τους προς το Μαλντεζέμ, πετώντας σε ύψος 100 m πάνω από την γαλήνια ολλανδική ύπαιθρο. Η γαλήνη δεν κράτησε για πολύ. Πριν ακόμα εισέλθουν σε εχθρικό εναέριο χώρο, τα γερμανικά μαχητικά δέχθηκαν τα πυρά φίλιων πυροβολαρχιών οι οποίες δεν είχαν ενημερωθεί για την αναθεωρημένη ώρα διέλευσης των σχηματισμών. Ο σμηνίας Κίλιαν, ένας από τους έμπειρους πιλότους της Ι/JG 1, με οκτώ καταρρίψεις στη Β. Αφρική, ήταν το πρώτο θύμα της κακής οργάνωσης της επιχείρησης. Το Fw-190 A-8 «Κίτρινο 6», πετώντας μόλις πάνω από τις κορυφές των δένδρων, αποτελούσε εύκολο στόχο για τα αντιαεροπορικά. Ο θάνατος του Κίλιαν ήταν τραγικός: κατάφερε να εγκαταλείψει γρήγορα το αεροσκάφος του, αλλά το ύψος ήταν πολύ μικρό για να ανοίξει το αλεξίπτωτο…

Άλλα τέσσερα μαχητικά είχαν την ίδια τύχη. Από τους πέντε πιλότους που κατέπεσαν στην περιοχή, μόνο ένας βγήκε ζωντανός – ο ίδιος ο Ίλεφελντ, ο οποίος κατάφερε να προσγειώσει το χτυπημένο αεροσκάφος του μέσα σε φίλιο έδαφος. Οι υπόλοιποι πιλότοι κοιτούσαν ολόγυρα, σαστισμένοι στη θέα των συντρόφων τους που έβρισκαν έναν τόσο παράλογο θάνατο. Όταν συνειδητοποίησαν τι συνέβαινε, χρειάστηκαν όλα τα αποθέματα ψυχραιμίας και πειθαρχίας τους για να μην παραβιάσουν την σιγή ασυρμάτου και να ειδοποιήσουν για το εγκληματικό σφάλμα που είχε διαπραχθεί εις βάρος τους.

Αφήνοντας τον ολλανδικό εναέριο χώρο, ο σχηματισμός συνέχισε την πορεία του πάνω από το Βέλγιο. Στις ακτές του Β. Βελγίου βρισκόταν μία μικρή βοηθητική βάση, από όπου ο Άγγλος σμηναγός Ντίκινσον κοιτούσε έκπληκτος τον εχθρικό σχηματισμό να περνά πάνω από το κεφάλι του ανενόχλητος. Καλώντας αμέσως τον Πύργο Ελέγχου του Μαλντεζέμ, φώναξε στο τηλέφωνο:

«Ένας τεράστιος σχηματισμός από Messerschmitt και Focke Wulf περνάει από εδώ, πετώντας πάνω από το έδαφος και κατευθύνεται προς εσάς!».

Στην άλλη πλευρά της γραμμής, ο αξιωματικός, χωρίς καμία ένδειξη στην οθόνη του, δεν έδειξε σημεία ανησυχίας.

 «Χρόνια Πολλά, φίλε μου! Θυμήσου ότι σήμερα είναι 1η Ιανουαρίου, όχι 1η Απριλίου!», του απάντησε με εύθυμο τόνο, ο οποίος δεν κράτησε πολύ… «…Θεέ μου! Οι μπάσταρδοι είναι εδώ!».

Η προειδοποίηση του Ντίκινσον είχε φθάσει πολύ αργά για να σώσει το Μαλντεζέμ – το μεγαλύτερο μέρος του προσωπικού κοιμόταν ακόμα, και όσοι είχαν ξυπνήσει προσπαθούσαν να συνέλθουν από την μέθη της προηγούμενης νύκτας. Τα Fw-190 της I/JG 1 απέρριψαν τις εφεδρικές δεξαμενές και βυθίστηκαν ένα-ένα από την πλευρά του ήλιου. Από ύψος 30 m άνοιξαν πυρ, καταστρέφοντας αμέσως τρία τετρακινητήρια βομβαρδιστικά που βρίσκονταν μπροστά τους. Το κύμα των  Bf-109 της ΙΙI/JG 1 που ακολουθούσαν πίσω από τα Focke Wulf, κατευθύνθηκαν εναντίον δύο σειρών σταθμευμένων Spitfire, όλα παρατεταγμένα προκλητικά το ένα δίπλα στο άλλο. Μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα είχαν όλα μετατραπεί σε φλεγόμενα συντρίμμια. Η επίθεση απέκτησε γρήγορα χαρακτήρα πρακτικής εξάσκησης σκοποβολής – το Μαλντεζέμ είχε αιφνιδιαστεί ολοκληρωτικά και η αντιαεροπορική άμυνα ήταν ανύπαρκτη. Η επίθεση δεν διήρκεσε περισσότερο από οκτώ λεπτά. Μετά από 3-4 επιθέσεις τα γερμανικά μαχητικά είχαν εξαντλήσει τα πυρομαχικά τους και εξαφανίστηκαν τόσο ξαφνικά, όσο είχαν εμφανιστεί,.αφήνοντας τα αεροσκάφη της βάσης σε σωρούς καπνισμένων ερειπίων.

Η επίσημη βρετανική αναφορά περιέγραψε με χαρακτηριστικό φλέμγα την κατάσταση:

«Πιθανώς με την πρόθεση  ευχετήριας επίσκεψης για το Νέο Έτος, η Luftwaffe ξύπνησε νωρίς και πολυβόλησε το αεροδρόμιό μας, προκαλώντας μεγάλες καταστροφές στα αεροσκάφη. Δεδομένης της παντελούς ελλείψεως αντιαεροπορικής άμυνας, οι Γερμανοί έκαναν τα πάντα, εκτός από το να προσγειωθούν και να πιούν ένα φλυτζάνι τσάϊ».

Στο μεταξύ η 4η Μοίρα του υποσμηναγού Χανς-Γκότφρηντ Μάϊνχοφ είχε ήδη αποσπασθεί από το κύριο μέρος του σχηματισμού, κατευθυνόμενη προς το Ουρσέλ. Μόλις όμως, διασταύρωσαν την Συμμαχική γραμμή του μετώπου τα εχθρικά αντιαεροπορικά άνοιξαν πυρ εναντίον τους, καταρρίπτοντας δύο αεροσκάφη – το ένα ήταν το Fw-190 A-8 «Κόκκινο 8» του ίδιου του Μάϊνχοφ. Το πτώμα του βρέθηκε 150 m από τα φλεγόμενα συντρίμμια του αεροσκάφους του. Τα τέσσερα, όλα κι όλα, εναπομείναντα Focke Wulf τα οποία έφθασαν στο Ουρσέλ την προκαθορισμένη ώρα, ήταν αρκετά για να καταστρέψουν τα έξι βομβαρδιστικά τα οποία βρίσκονταν εκεί. Τα γερμανικά μαχητικά, χωρίς καμία αντίσταση, τελείωσαν γρήγορα την επίθεσή τους και πήραν γρήγορα τον δρόμο της επιστροφής.

Με ένα Ju-88 στην κεφαλή του σχηματισμού τους, τα 36 Fw-190 A-8 της II/JG 1 όδευαν κανονικά προς τον στόχο τους, αλλά η τύχη επεφύλασσε στους άνδρες του υποσμηναγού Φριτς Βέγκνερ μία τραγική σύμπτωση. Κανείς από τους Γερμανούς πιλότους δεν μπορούσε να γνωρίζει ότι καθώς απογειωνόταν στις 08.10, την ίδια ακριβώς στιγμή, 20 Spitfire δύο Πολωνικών Μοιρών της RAF απογειώνονταν από το Σαιν Ντενί για να καταστρέψουν δύο γέφυρες στα γερμανο-ολλανδικά σύνορα. Θα επέστρεφαν την στιγμή που η γερμανική επιδρομή θα εκδηλωνόταν πάνω από τη βάση τους. Η χρονική αυτή σύμπτωση θα είχε ολέθρια αποτελέσματα για την II/JG 1.

Τα Focke Wulf εμφανίστηκαν πάνω από το Σαιν Ντενί στις 09.30, αιφνιδιάζοντας τους πάντες. Με διαδοχικές επιθέσεις από μηδενικό ύψος, άρχισαν να πολυβολούν το αεροδρόμιο. Τα Spitfire που βρίσκονταν στο έδαφος άρχισαν να ανατινάζονται το ένα μετά το άλλο. Χωρίς πυρά αντιαεροπορικών να τα παρενοχλούν, γερμανικά μαχητικά ξεχύθηκαν σε ένα όργιο καταστροφής που κράτησε οκτώ λεπτά. Στις 09.40 τα πάντα άλλαξαν.

Ήταν η στιγμή που επέστρεφαν οι 12 Πολωνοί της 308 Μοίρας, για να βρουν έκπληκτοι τα Focke Wulf να γαζώνουν το αεροδρόμιό τους. Το SpitfireZF-P” του υποσμηναγού Χοϊνάτσκι (Chojnacki) πλησίαζε για προσγείωση, όταν σε ύψος 600 m είδε τρία Fw-190 να έρχονται από την αντίθετη κατεύθυνση. Μπαίνοντας σε μία ανοιχτή αριστερή στροφή, ο Πολωνός εστίασε την προσοχή του στο τελευταίο αεροσκάφος της τριάδας. Από τα 800 m άνοιξε πυρ και τα πυρά του πετσόκοψαν ολόκληρο το ουραίο τμήμα του Focke Wulf. Από ύψος 70 m το «Λευκό 8» του σμηνία Καρλ Χαν, βύθισε το ρύγχος του προς το έδαφος. Το δεξιό φτερό χτύπησε πάνω σε ένα δένδρο και στη συνέχεια ξήλωσε την οροφή ενός μικρού κτιρίου, για να προσκρούσει ακυβέρνητο πάνω σε ένα σταθμευμένο Β-17. Ο Χοϊνάτσκι δεν παρακολούθησε τη σκηνή. Τρία Focke Wulf βρέθηκαν αμέσως στην ουρά του, σκοτώνοντάς τον ακαριαία. Δεύτερο εμφανίστηκε το Spitfire του επισμηνία Γιόζεφ Στανόβσκι. Από ύψος 500 m πλησίασε ένα γερμανικό από πίσω αριστερά. Με γωνία απόκλισης 60° και απόσταση 200 m άνοιξε πυρ με όλο τον οπλισμό. Το Fw-190 τυλίχθηκε στις φλόγες και εξερράγη στο έδαφος.  

Το Spitfire IX , “ZF-P” του υποσμηναγού Χοϊνάτσκι (Chojnacki)

Τώρα πλέον, ολόκληρη η πολωνική Μοίρα είχε φθάσει πάνω από το αεροδρόμιο και από ύψος 1.000-1.200 m τα Spitfire όρμησαν εναντίον των επιδρομέων. Οι Γερμανοί, προσηλωμένοι στον πολυβολισμό της βάσης, βρέθηκαν με τα Spitfire στα νώτα τους. Η σιγή ασυρμάτου έσπασε από μία κραυγή προειδοποίησης:

«Spitfires!».

Ο υποσμηναγός Χανς Μπέργκερ και ο ανθυπασπιστής Βίλχελμ Άντε (Wilhelm Ade), γύρισαν ενστικτωδώς να ελέγξουν γύρω τους.

«Αυτό είναι δικό μου!», σκέφτηκε ο Άντε, βλέποντας ένα Spitfire να πλησιάζει. Αντιδρώντας γρήγορα βρέθηκε σε κατάλληλη θέση για μία βολή απόκλισης. Τα πυρά του τσάκισαν την άτρακτο του βρετανικού, αλλά ο Άντε δεν είχε τον χρόνο να επιβεβαιώσει την νίκη του – ο δείκτης καυσίμων του πλησίαζε το μηδέν! Ο Χανς Μπέργκερ κατέρριψε ένα δεύτερο για την όγδοη νίκη του και ενώθηκε με τον συνάδελφό του για το δρομολόγιο της επιστροφής.

Ο σμηνίας Φριτς Χόφμαν κατέστρεψε ένα Spitfire στο έδαφος με την πρώτη του επίθεση και ένα Β-17 με την δεύτερη. Βγαίνοντας από την τρίτη του επίθεση ενεπλάκη στην αερομαχία με τα Spitfire, καταρρίπτοντας ένα. Ο ανθυποσμηναγός Αντρέϋ Ντρόμλεβιτς χρειάστηκε μόνο λίγα δευτερόλεπτα για να βρεθεί στα νώτα του Χόφμαν, τη στιγμή που εκείνος έστελνε στον θάνατο το θύμα του. Από απόσταση 500 m, η πρώτη ριπή του Πολωνού αστόχησε, στέλνοντας το Focke Wulf σε ένα γρήγορο ελιγμό στα δεξιά. Ο Ντρόμλεβιτς το ακολούθησε βάλλοντας σύντομες ριπές από τα 280 m. Τα τροχιοδεικτικά έπληξαν την άτρακτο και τα φτερά του γερμανικού. Ο Χόφμαν επανήλθε σε οριζόντια πτήση, τραβώντας το στικ πίσω για να διαφύγει με μία απότομη άνοδο. Η επόμενη ριπή του Spitfire αποκόλλησε μεγάλα κομμάτια από το δεξιό φτερό του Focke Wulf και ο Χόφμαν κατάλαβε ότι ο χρόνος του μετρούσε αντίστροφα. Γύρισε το αεροσκάφος του ανάποδα και εγκατέλειψε με αλεξίπτωτο.  

Ερνστ φον Γιοχαννίντες (Ernst von Johannides

O ελληνικής καταγωγής πιλότος , διοικητής της Μοίρας II/JG 1, με το ‘ασπρο 1’ Fw-190 , παρόλο που επέζησε όλου του πολέμου θα σκοτωθεί στην επιχείριση Bodenplatte από φίλια πυρά. Ο τάφος του υπάρχει ώς σήμερα στα ολλανδο-γερμανικά σύνορα στο Yσελστάϊν (Δείτε το οδοιπορικό στο εκεί νεκροταφείο στην τελευταία σελίδα , 6)

Ακολουθώντας τα αεροσκάφη της 308 Μοίρας, πλησίαζαν τα οκτώ Spitfire της 317 Μοίρας, τα οποία εμφανίστηκαν εκείνη τη στιγμή για να επισφραγίσουν την πανωλεθρία της ΙΙ/JG 1. Αυτό ήταν και το χαριστικό πλήγμα της. Πάνω από το Βεστρέμ εξελισσόταν πλέον μία βίαιη αερομαχία στην οποία οι Πολωνοί είχαν κερδίσει τον αιφνιδιασμό. Μέσα σε ελάχιστα λεπτά η 5/JG 1 του ανθυποσμηναγού Ερνστ φον Γιοχαννίντες (Ernst von Johannides) είχε αποδεκατιστεί, χάνοντας πέντε αεροσκάφη. Το «Κίτρινο 14» του επισμηνία Κουρτ Νηντεράϊχολτς (Kurt Niedereiholtz), ενός βετεράνου με 16 νίκες, εξαφανίστηκε χωρίς το δει κανείς. Το «Γαλάζιο 5» του Λεττονού εθελοντή Χάργις Κλίντς, έπεσε θύμα του ανθυπασπιστή Μπεντνάρτσυκ. Στη μάχη που ακολούθησε οι Γερμανοί κατέρριψαν οκτώ Spitfire, χάνοντας όμως 14 συναδέλφους. Με τις απώλειες και τα καύσιμά τους σε κρίσιμο σημείο, ο Βέγκνερ διέταξε τους άνδρες του να απεμπλακούν. Και οι Πολωνοί όμως, έχοντας ήδη εξαντλήσει το μεγαλύτερο μέρος των καυσίμων τους στην πρωινή τους αποστολή, αδυνατούσαν να καταδιώξουν τους Γερμανούς. Καθώς τα υπολείμματα της ΙΙ/JG 1 αποχωρούσαν, η σκληρή τους δοκιμασία δεν είχε τελειώσει ακόμα. Η 5η Μοίρα του φον Γιοχαννίντες είχε πλέον απομείνει με το 50% της αρχικής της δύναμης. Το ύστατο πλήγμα θα ήταν η απώλεια του ίδιου του Μοιράρχου της. Πετώντας μόνος πάνω από τα γερμανο-ολλανδικά σύνορα, δέχθηκε αλλεπάλληλα πλήγματα αντιαεροπορικών που τον άφησαν νεκρό στο κόκπιτ του.  

Ο Ίλεφελντ, επιστρέφοντας στη βάση του μετά την αναγκαστική προσγείωση, ωρυόταν κατά των γερμανικών πυροβολαρχιών οι οποίες είχαν ανοίξει πυρ εναντίον των πιλότων του και δεν έκρυψε την οργή του προς το επιτελείο για την προχειρότητα της επιχείρησης. Το συνολικό αποτέλεσμα της επιδρομής στα τρία αεροδρόμια του ΒΔ Βελγίου ήταν 65 αεροσκάφη κατεστραμμένα στο έδαφος και στον αέρα, καθώς και εκτεταμένες ζημιές στα κτίρια και τις εγκαταστάσεις. Το τίμημα της επιτυχίας όμως, ήταν βαρύ: 29 μαχητικά κατεστραμμένα και 25 πιλότοι νεκροί ή αιχμάλωτοι.

Η υπεράσπιση του Σαιν Ντενί από τους γενναίους Πολωνούς υπήρξε καθοριστική για την έκβαση της μάχης. Μετά τη λήξη της επιδρομής ο ενθουσιασμός ήταν διάχυτος. Ο σμηνίας Γκλοσέβσκι, με τον κινητήρα του σβηστό από έλλειψη καυσίμων, προσγείωσε το Spitfire του με την κοιλιά στο αεροδρόμιο. Ένα πλήθος ανδρών έτρεξε να τον υποδεχθεί με ζητωκραυγές. Χέρια τον βοήθησαν να βγει από το κόκπιτ. Φιλικά χτυπήματα στην πλάτη, συγχαρητήρια, χειραψίες. Κάποιος του προσέφερε ένα μπουκάλι ουίσκι. Βαδίζοντας προς τα οικήματα, ο Γκλοσέβσκι προσπέρασε ένα τσακισμένο Focke Wulf, χωρίς φτερά, με την καλύπτρα ανοιχτή. Ο πιλότος καθόταν ακόμα δεμένος στο πιλοτήριο, αλλά χωρίς το κεφάλι του…   

 

  ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ “BODENPLATTE”  Σελίδα : 2 / 6