ΕΠΙΘΕΣΗ ΣΤΟ TIRPITZ

Ο ΑΘΛΟΣ ΤΩΝ ΒΡΕΤΑΝΙΚΩΝ ΥΠΟΒΡΥΧΙΩΝ “ΤΣΕΠΗΣ”

 

Άγγελος Δαλασσηνός

 

 

 

ΤΟΝ ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟ ΤΟΥ 1943, ΟΤΑΝ ΟΛΑ ΤΑ ΑΛΛΑ ΜΕΣΑ ΕΙΧΑΝ ΑΠΟΤΥΧΕΙ, ΤΡΙΑ ΜΙΚΡΟΣΚΟΠΙΚΑ ΒΡΕΤΑΝΙΚΑ ΥΠΟΒΡΥΧΙΑ, ΕΠΑΝΔΡΩΜΕΝΑ ΑΠΟ ΔΩΔΕΚΑ ΑΠΟΦΑΣΙΣΜΕΝΟΥΣ ΑΝΔΡΕΣ, ΕΠΕΧΕΙΡΗΣΑΝ ΝΑ ΕΙΣΧΩΡΗΣΟΥΝ ΣΤΟ ΙΣΧΥΡΟΤΕΡΟ ΑΓΚΥΡΟΒΟΛΙΟ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ ΚΑΙ ΝΑ ΕΞΟΥΔΕΤΕΡΩΣΟΥΝ ΤΟ ΒΑΡΥΤΕΡΟ ΘΩΡΗΚΤΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ. ΟΙ ΠΙΘΑΝΟΤΗΤΕΣ ΕΠΙΤΥΧΙΑΣ ΗΤΑΝ ΕΛΑΧΙΣΤΕΣ, ΟΙ ΠΙΘΑΝΟΤΗΤΕΣ ΕΠΙΒΙΩΣΗΣ ΜΗΔΑΜΙΝΕΣ. ΠΟΤΕ ΕΩΣ ΤΟΤΕ ΔΕΝ ΕΙΧΕ ΣΥΛΛΗΦΘΕΙ Ή ΕΚΤΕΛΕΣΤΕΙ ΜΙΑ ΥΠΟΒΡΥΧΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΠΑΡΟΜΟΙΑΣ ΕΚΤΑΣΗΣ ΚΑΙ ΠΕΡΙΠΛΟΚΟΤΗΤΑΣ. ΗΤΑΝ ΜΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΑΥΤΟΚΤΟΝΙΑΣ ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΕ ΚΑΘΕ ΛΟΓΙΚΗ, Η ΟΠΟΙΑ ΘΑ ΓΡΑΦΟΤΑΝ ΜΕ ΑΝΕΞΙΤΗΛΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΣΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΩΝ ΝΑΥΤΙΚΩΝ ΑΘΛΩΝ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ.

 

Τις πρώτες πρωινές ώρες της 8ης Σεπτεμβρίου 1943 ο φόβος του Βρετανικού Ναυαρχείου έγινε πραγματικότητα. Μία γερμανική Ομάδα Μάχης αποτελούμενη από το θωρηκτό Tirpitz, το καταδρομικό Scharnhorst και εννέα αντιτορπιλικά, εγκατέλειψαν την ασφάλεια των νορβηγικών φιόρδ, κατευθυνόμενα προς το Σπιτσμπέργκεν, μίας απομονωμένης ομάδας νησιών στον Αρκτικό ωκεανό τα οποία χρησιμοποιούσαν οι Σύμμαχοι ως ανεφοδιαστικούς σταθμούς. Εναντίον της καταστρεπτικής δύναμης πυρός των δύο βαρέων πολεμικών πλοίων, οι Νορβηγοί υπερασπιστές των νησιών είχαν να αντιτάξουν μόνο μερικά παράκτια πυροβόλα. Καθώς τα δύο γερμανικά θωρηκτά κατέστρεφαν αποβάθρες και δεξαμενές καυσίμων, τα αντιτορπιλικά πλησίασαν τις ακτές αποβιβάζοντας στρατεύματα. Η φρουρά των 150 Νορβηγών πολέμησε λυσσαλέα πριν τελικά καταβληθεί από τις υπέρτερες εχθρικές δυνάμεις. Τέσσερις ώρες αργότερα, με κάθε εστία αντίστασης εξουδετερωμένη, ο στόλος αποχωρούσε αφήνοντας πίσω του έναν σωρό ερειπίων τυλιγμένων σε ένα σύννεφο μαύρου καπνού. Όταν ο Βρετανικός Στόλος κατέφθασε στην περιοχή, τα γερμανικά θωρηκτά είχαν εξαφανιστεί.

Ίσως η επιδρομή στο Σπιτσμπέργκεν να μην ήταν η ενδοξότερη στιγμή του γερμανικού πολεμικού ναυτικού, δεδομένου ότι δύο από τα καλύτερα πολεμικά σκάφη της Ευρώπης είχαν ισοπεδώσει απροστάτευτα κτίρια και εγκαταστάσεις, αλλά αυτό ελάχιστα απασχολούσε τον Τσώρτσιλ. Ο Βρετανός πρωθυπουργός το μόνο που ήξερε ήταν ότι ο εφιάλτης των γερμανικών θωρηκτών είχε ζωντανέψει ξανά. Μέχρι εκείνη τη στιγμή η RAF είχε πραγματοποιήσει πέντε αεροπορικές επιδρομές εναντίον του Tirpitz οι οποίες της είχαν στοιχίσει την απώλεια 14 βομβαρδιστικών, χωρίς την παραμικρή επιτυχία. Το ενδεχόμενο της εξόδου του γερμανικού θωρηκτού εναντίον μίας συμμαχικής νηοπομπής κρατούσε καθηλωμένα στην Αγγλία τέσσερα θωρηκτά και δύο αεροπλανοφόρα τα οποία την ίδια στιγμή θα μπορούσαν να προσφέρουν τις πολύτιμες υπηρεσίες τους στο μέτωπο του Ειρηνικού. Γνωστό σαν «Η Μοναχική Βασίλισσα του Βορρά» για τους 2.400 άνδρες του πληρώματός του ή απλά σαν «Το Κτήνος» για τους Βρετανούς αντιπάλους του, το Tirpitz από μόνο του ήταν ικανό να ανατρέψει ολόκληρη τη ναυτική στρατηγική του Ευρωπαϊκού πολέμου.

 

 

ΣΤΗ ΦΩΛΙΑ ΤΟΥ ΚΤΗΝΟΥΣ

 

Τα νορβηγικά φιόρδ είναι ειδυλλιακά μέρη, αν σου αρέσουν τα ψυχρά και μονότονα τοπία: ένα πολύπλοκο, οδοντωτό δίκτυο απόκρημνων ορεινών όγκων που χαρακώνουν ολόκληρο το μήκος των νορβηγικών ακτών, σχηματίζοντας αλλεπάλληλες, στενές λωρίδες γης που εισχωρούν στη θάλασσα, πέφτοντας σχεδόν κατακόρυφα μέσα στο νερό. Η ατμόσφαιρα είναι τόσο κρύα και καθαρή, ώστε ο αέρας δεν περιέχει το παραμικρό μόριο σκόνης. Ο ήλιος ποτέ δεν ανατέλλει για δέκα εβδομάδες τον χρόνο και ποτέ δεν δύει για άλλες τόσες. Σε ισχυρή αντίθεση με την χιονισμένη φύση που τα περιβάλλει και τα κύματα του Αρκτικού ωκεανού που επικρατούν λίγα χιλιόμετρα μακρύτερα, τα νερά των φιόρδ είναι μονίμως γαλήνια, χωρίς το παραμικρό ίχνος πάγου. Οι ισχυροί νοτιοδυτικοί άνεμοι της περιοχής μεταφέρουν μαζί τους όλη την υγρασία του θερμού Ρεύματος του Κόλπου, ανεβάζοντάς την στα ψυχρότερα στρώματα της ατμόσφαιρας, όπου μετατρέπεται σε χιόνι τόσο πυκνό, ώστε η ποσότητα που προλαβαίνει να λιώσει είναι κατά πολύ μικρότερη εκείνης που πέφτει. Ωστόσο μία σημαντική ποσότητα των υδάτων του Ρεύματος φθάνει αναλλοίωτη μέχρι τον Αρκτικό κύκλο και εισχωρεί μέσα στα στενώματα των φιόρδ, απαλλάσσοντας τα από τον πάγο. Η συνολική εικόνα όλων αυτών είναι ένα γυμνό, άδενδρο τοπίο αδιάσπαστης λευκότητας και αδιατάρακτης γαλήνης, με ρηχά, κρυστάλλινα νερά που καθρεφτίζουν στην επιφάνειά τους την κατάλευκη φύση των πανύψηλων βράχων, προδίδοντας την παρουσία οποιουδήποτε παρείσακτου εισβολέα στον βυθό τους.

Το επόμενο πρωί της 9ης Σεπτεμβρίου, το θωρηκτό ελίσσονταν αργά, ανάμεσα στα στενώματα του Άλτενφιορντ, διασχίζοντας το εκτεταμένο ναρκοπέδιο που ασφάλιζε την είσοδό του, πέντε μέτρα κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας. Εβδομήντα χιλιόμετρα νοτιότερα, μπροστά από την πλώρη του θωρηκτού άνοιξε μία υποβρύχια συρματόπλεκτη είσοδος και το πλοίο προχώρησε βαθύτερα στο απρόσιτο φιόρδ. Κατασκευασμένο από πυκνό ατσάλινο συρματόπλεγμα, το ανθυποβρυχιακό δίχτυ προστασίας που έκλεισε πίσω του, εκτεινόταν από την επιφάνεια μέχρι τον βυθό και ήταν ικανό να σταματήσει ακόμα και ένα υποβρύχιο 1.500 τόνων. Παράκτια πυροβόλα βρίσκονταν διαρκώς στραμμένα επάνω του και ισχυροί προβολείς το φώτιζαν κατά τη διάρκεια της νύκτας. Το θωρηκτό αγκυροβόλησε στον στενό υδάτινο χώρο του Κάαφιορντ, όχι μεγαλύτερο από μία παραμυθένια λιμνούλα, απόλυτα περικλεισμένο από το ναρκοπέδιο και το συρματόπλεγμα. Τορπιλάκατοι και μικρά ανθυποβρυχιακά σκάφη περιπολούσαν αδιάκοπα σαρώνοντας τον βυθό με τα ηχοεντοπιστικά ραντάρ τους, ενώ σμήνη γερμανικών μαχητικών έκαναν την περιστασιακή εμφάνισή τους πάνω από τους πανύψηλους βράχους. Σε όλο το μήκος της στενόμακρης κορυφογραμμής βρίσκονταν τοποθετημένες αντιαεροπορικές πυροβολαρχίες και συσκευές προπετάσματος καπνού, έτοιμες να καλύψουν τον εναέριο χώρο του φιόρδ στην πρώτη ειδοποίηση αεροπορικής επιδρομής.

Το Κάαφιορντ ήταν ένα απόρθητο και απροσπέλαστο φυσικό οχυρό το οποίο με την χρήση λίγης τεχνικής ευφυΐας είχε καταστεί ακόμα ισχυρότερο. Οποιοδήποτε εχθρικό αεροπλάνο επιχειρούσε βομβαρδισμό κάθετης εφόρμησης θα τσακιζόταν στους βράχους κατά την άνοδο και οποιαδήποτε τορπίλη θα είχε καταστραφεί στο αντιτορπιλικό δίχτυ. Αλλά ακόμη και αν όλα αυτά δεν υπήρχαν, η ειδικά κατασκευασμένη ατσάλινη ζώνη που κάλυπτε το μήκος της ισάλου γραμμής του Tirpitz, αποτελούσε από μόνη της μία θωράκιση αδιάτρητη από την ισχυρότερη τορπίλη ή οβίδα της εποχής του. Το μοναδικό αθωράκιστο και ευάλωτο μέρος των 56.000 τόνων και μήκους 248 m του σκάφους, βρισκόταν 11 μέτρα κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας, σε εκείνο το απρόσιτο σημείο το οποίο δεν άγγιζε ποτέ το φως του ήλιου. Ήταν η πλατιά και επίπεδη “κοιλιά” της τρόπιδάς του.

 

 

 

ΕΞΙ “ΝΑΝΟΙ” ΚΑΙ 24 “ΑΥΤΟΚΤΟΝΙΚΑ ΠΑΙΔΙΑ”

 

Όλοι οι Βρετανοί ερευνητές συμφωνούσαν ότι το μόνο όπλο που θα μπορούσε να πλησιάσει στην Αχίλλειο πτέρνα του ατσάλινου κολοσσού θα ήταν κάποιο είδος υποβρυχίου “τσέπης”. Η ιδέα είχε παραμείνει πάντοτε στο στάδιο της θεωρίας, αλλά τον Δεκέμβριο του 1940 οι Βρετανοί έμαθαν καλά τις δυνατότητες ενός τέτοιου σκάφους, όταν μία ομάδα ιταλικών υποβρυχίων τσέπης αιφνιδίασαν τον βρετανικό στόλο στο λιμάνι της Αλεξάνδρειας και προκάλεσαν βαριές ζημιές σε δύο θωρηκτά τοποθετώντας εκρηκτικά στις τρόπιδές τους. Ο εξοργισμένος Τσώρτσιλ, πάντοτε ευαίσθητος σε θέματα που έθιγαν το γόητρο της “θαλασσοκράτειρας” Βρετανίας, διέταξε την κατασκευή παρόμοιων μικροσκοπικών υποβρυχίων τα οποία θα εισχωρούσαν στα νορβηγικά φιόρδ για να εξουδετερώσουν τα γερμανικά θωρηκτά. Οι προϋποθέσεις που έπρεπε να πληροί ένα τέτοιο σκάφος δεν ήταν απλές: η διάμετρός του δεν θα έπρεπε να υπερβαίνει τα 4 m. Θα έπρεπε να καταδύεται σε βάθος 90 m για 36 συνεχείς ώρες, να είναι αρκετά ευέλικτο ώστε να ελίσσεται μέσα σε ναρκοπεδία, να μεταφέρει κάποιο όπλο αρκετά καταστρεπτικό για να πλήξει το ισχυρότερο θωρηκτό της Ευρώπης και πάνω από όλα, να δημιουργεί στην οθόνη του ραντάρ ένα στίγμα τόσο ασθενές, όσο και ένα κοπάδι ψάρια ή κάποιο ψυχρό υδάτινο ρεύμα, σαν αυτά που προκαλούσαν ψευδείς συναγερμούς στο Κάαφιορντ δέκα φορές την ημέρα, αναστατώνοντας την φρουρά του Tirpitz.

Το πρώτο πειραματικό υποβρύχιο τσέπης, το Χ-3, δεν καθελκύστηκε νωρίτερα από τον Μάρτιο του 1942. Μετά τις πρώτες επιτυχείς δοκιμές το Ναυαρχείο διέταξε την κατασκευή άλλων έξι. Τα νέα “Σκάφη-Χ”, σύμφωνα με την κωδική ονομασία του Βρετανικού Ναυτικού (X-craft) ή οι “Νάνοι”, όπως τα ονόμασαν οι εθελοντές εξ αιτίας της ιδιόμορφης εμφάνισής τους, παραδόθηκαν τον Ιανουάριο του 1943 και ήταν όλα πανομοιότυπα με μόνη διαφορά τούς αριθμούς τους: Χ-5, Χ-6, Χ-7, Χ-8, Χ-9 και Χ-10. Ένα υποβρύχιο “τσέπης” είχε μήκος 15,5 m, μέγιστη διάμετρο 1,8 m, βάρος 35 τόνων και λειτουργούσε με τις ίδιες βασικές αρχές όλων των υποβρυχίων. Αν και η εξωτερική εμφάνισή τους δεν διέφερε πολύ από εκείνη των μεγαλύτερων “εξαδέλφων” τους -με μόνη εξαίρεση την παντελή απουσία πυργίσκου- το εσωτερικό τους ήταν ικανό να δημιουργήσει εφιάλτες ακόμη και στους πλέον πεπειραμένους κυβερνήτες συμβατικών υποβρυχίων. Τα πάντα είχαν σχεδιασθεί με έναν γνώμονα: πόσο ζωτικό χώρο χρειάζονταν τέσσερις άνθρωποι για να λειτουργήσουν, χωρίς να επηρεασθεί η ψυχολογία τους σε επικίνδυνο βαθμό. Όλα τα όργανα ελέγχου και οι μοχλοί ήταν τοποθετημένα τόσο κοντά το ένα στο άλλο, ώστε οποιαδήποτε απρόσεκτη κίνηση αρκούσε για να παγιδευτεί το πόδι σου ανάμεσα στις σωληνώσεις ή να μετακινηθεί κατά λάθος κάποιος άλλος μοχλός με απρόβλεπτες συνέπειες.

Το σκάφος αποτελείτο από τέσσερα στεγανά τμήματα. Το πρόσθιο στέγαζε τις προμήθειες τροφής, νερού, καθώς και τις μπαταρίες οι οποίες παρείχαν τον φωτισμό και κινούσαν το σκάφος κάτω από την επιφάνεια. Ανάμεσα σε αυτά βρισκόταν και μία απλή ξύλινη κατασκευή με σανίδες, πάνω στις οποίες μπορούσε κάποιος να ξαπλώσει κουλουριασμένος και να ξεκλέψει λίγες ώρες αμφίβολου ύπνου. Το δεύτερο ήταν ο θάλαμος του δύτη. Ο θάλαμος πλημμύριζε με νερό και μέσω μίας καταπακτής εξερχόταν ο δύτης που θα έκοβε τα ανθυποβρυχιακά δίχτυα. Κατόπιν επέστρεφε στο εσωτερικό και εκκένωνε τον θάλαμο με την χρήση μίας αντλίας. Το τρίτο ήταν η “καρδιά” του υποβρυχίου –ο θάλαμος διακυβέρνησης. Ήταν το μεγαλύτερο σε διαστάσεις τμήμα όλου του σκάφους και ο κυριότερος χώρος μέσα στον οποίο διαβίωναν και συνεργάζονταν τα υπόλοιπα τρία μέλη του πληρώματος, περιστοιχισμένα από έναν περίπλοκο κυκεώνα σωληνώσεων, μοχλών, διακοπτών, ηλεκτρικών κυκλωμάτων, αντλιών και οργάνων. Στο κέντρο της οροφής του τμήματος αυτού σχηματιζόταν ένας χαμηλός θόλος όπου βρισκόταν το περισκόπιο επίθεσης, περιστοιχισμένο από μία σειρά γυάλινων θυρίδων περιφερειακής όρασης οι οποίες έκλειναν με τη βοήθεια μικρών μεταλλικών θυρίδων, προστατεύοντας το εσωτερικό από θραύσματα εκρήξεων. Το σημείο εκείνο ήταν και το μοναδικό στο οποίο ένας άνδρας μπορούσε να σταθεί όρθιος. Σε οποιοδήποτε άλλο σημείο έπρεπε να σκύβει, να κάθεται ή να σέρνεται. Εκεί λειτουργούσαν και τα κυριότερα μέλη του πληρώματος: ο κυβερνήτης, ο ύπαρχος και ο μηχανικός. Ο πρώτος ήταν η κεφαλή του πληρώματος και ο τακτικός χειριστής όλης της επιχείρησης. Από την θέση του κάτω από το περισκόπιο, μπορούσε να αγγίξει οποιονδήποτε από τους συναδέλφους του και να μεταβιβάσει τις διαταγές του με ένα νεύμα. Ο μηχανικός εκτελούσε και χρέη πηδαλιούχου. Χειριζόταν το σκάφος σύμφωνα με τις διαταγές του ύπαρχου, αλλά ταυτόχρονα ήταν και ο “μάγος” του σκάφους. Έπρεπε όχι μόνο να γνωρίζει πώς να επισκευάζει κάτι, αλλά και πώς να…αγγίξει το αντικείμενο που έπρεπε να επισκευάσει. Σε περίπτωση βλάβης στο μηχανοστάσιο -το τέταρτο και στενότερο διαμέρισμα του σκάφους- έπρεπε να συρθεί μέσω μίας θυρίδας διαμέτρου 60 cm και να εργαστεί εκεί, ύπτια ή πρηνηδόν, στριμωγμένος ανάμεσα σε άλλα μηχανήματα, με ελάχιστο χώρο για να κινήσει τα χέρια του. Αν όμως ο κυβερνήτης ήταν η κεφαλή του σκάφους, τότε ο ύπαρχος ήταν η ψυχή του. Ελάχιστα νεότερος σε ηλικία από τον κυβερνήτη, ο ύπαρχος ήταν ο πραγματικός ειδήμων του σκάφους. Καθισμένος μπροστά σε μία σειρά οργάνων και μοχλών που ρύθμιζαν το βάθος, την ισορροπία και την ταχύτητα του υποβρυχίου, αφουγκραζόταν, αισθανόταν και γνώριζε τα πάντα. Το σκάφος αποτελούσε μία φυσική προέκταση των χεριών, των ματιών και του μυαλού του.

Δεδομένου ότι τα υποβρύχια τσέπης δεν ήταν σε θέση να μεταφέρουν τορπίλες, οι σχεδιαστές εξόπλισαν τα σκάφη με “πλευρικές νάρκες”, ένα είδος εκρηκτικών ωρολογιακού μηχανισμού. Κάθε υποβρύχιο έφερε δύο τέτοιες νάρκες, ελλειψοειδούς σχήματος και συνολικού βάρους τεσσάρων τόνων, προσαρμοσμένες στα εξωτερικά πλευρικά τοιχώματα του σκάφους, οι οποίες καταλάμβαναν το μεγαλύτερο μέρος του μήκους του, από την πλώρη μέχρι την πρύμνη. Κάθε νάρκη περιείχε έναν τόνο Αματόλ, ένα ευαίσθητο εκρηκτικό υψηλής ισχύος, ισοδύναμο με την καταστρεπτική ισχύ μίας δέσμης τορπιλών. Ο ωρολογιακός μηχανισμός ρυθμιζόταν από το πλήρωμα και απελευθερώνονταν με το τράβηγμα ενός μοχλού. Κάθε κυβερνήτης θα έπρεπε να τοποθετήσει το σκάφος του κάτω από την τρόπιδα του στόχου του και να απελευθερώσει τις νάρκες, οι οποίες θα κατακάθονταν στον βυθό μέχρι και 36 ώρες πριν εκραγούν, χαρίζοντας έτσι στα υποβρύχια τον απαραίτητο χρόνο για να απομακρυνθούν από το σημείο της έκρηξης. Αν σύμφωνα με το σχέδιο, τρία υποβρύχια κατάφερναν να εναποθέσουν τις νάρκες τους κάτω από την τρόπιδα του Tirpitz, η ταυτόχρονη έκρηξή τους θα τσάκιζε το θωρηκτό στη μέση, με την ίδια ευκολία που ένας άνθρωπος σπάει μία ξύλινη σανίδα στο γόνατό του πιέζοντάς την στα άκρα.

Σε ένα σώμα με την παράδοση του Βρετανικού Ναυτικού η προσέλευση εθελοντών οι οποίοι θα ανελάμβαναν «…ειδικά και επικίνδυνα καθήκοντα» στα υποβρύχια τσέπης υπήρξε αθρόα, αν και ελάχιστοι από αυτούς θα παρέμεναν μέχρι το τέλος. Η μακρά και επίπονη εκπαίδευσή τους άρχισε τον Απρίλιο του 1942 και δεν θα τελείωνε παρά μόνο την ημέρα έναρξης της επιχείρησης, 17 μήνες αργότερα. Δύο από τους πρώτους εθελοντές ήταν ο 26χρονος ανθυποπλοίαρχος Ντόναλντ Κάμερον (Donald Cameron) και ο 19χρονος σημαιοφόρος Τζων Λόριμερ (John Lorimer). Ο Κάμερον, σεμνός και χαμογελαστός, ήταν ήδη ένας βετεράνος του Ναυτικού με σημαντική εμπειρία στα υποβρύχια. Αχώριστος σύντροφός του ήταν η πίπα του την οποία άναβε, σκάλιζε, κάπνιζε και ποτέ δεν αποχωριζόταν -μία συνήθεια την οποία είχε κοινή με τον ψηλό, ευθυτενή και δραστήριο ύπαρχό του, Τζων Λόριμερ.

 

Ένας ακόμη βετεράνος, παρασημοφορημένος με τον Σταυρό Διακεκριμένων Υπηρεσιών (DSC) ήταν ο 22χρονος ανθυποπλοίαρχος Μπάζιλ Γκόντφρεϋ Πλαίης (Basil Godfrey Place), δημοφιλής στους συναδέλφους του για το κυνικό του χιούμορ. Μελαχρινός, γοητευτικός, ευφυής και εξαιρετικά ψύχραιμος σε δύσκολες καταστάσεις, είχε την ιδιοτροπία να ντύνεται με “δανεικά” ρούχα συναδέλφων του χωρίς την άδειά τους. Οποιοσδήποτε έχανε ξαφνικά κάποιο πουκάμισο, παντελόνι ή γραβάτα, ήξερε ότι θα το έβλεπε όταν ο Πλαίης θα έκανε την εμφάνισή του στη λέσχη για το απογευματινό του τσάϊ. Το ρούχο θα επιστρεφόταν στη θέση του σε ανύποπτο χρόνο, σιωπηλά και διακριτικά όπως είχε εξαφανιστεί, όταν ο Γκόντφρεϋ θα εντόπιζε τον επόμενο στόχο του: το καινούργιο, αγαπημένο ένδυμα κάποιου άλλου συναδέλφου του.

Αντίθετα με τους προηγούμενους συναδέλφους του, ο 20χρονος Αυστραλός ανθυποπλοίαρχος Χέντυ Κρηρ, δεν είχε υπηρετήσει σε κανέναν άλλο κλάδο του πολεμικού ναυτικού πριν ζητήσει να καταταγεί στα Σκάφη-Χ. Ωστόσο καταγόταν από οικογένεια ναυτικών και το αγαπημένο του άθλημα ήταν η ναυσιπλοΐα. Στις εξετάσεις της σχολής Ναυτικών Δοκίμων αποφοίτησε τρίτος, γεγονός που του έδωσε το δικαίωμα να επιλέξει τον κλάδο στον οποίο ήθελε να υπηρετήσει. Εκείνος επέλεξε αμέσως τα υποβρύχια τσέπης, ενθουσιασμένος από την πολύκροτη φήμη των αντίστοιχων ιταλικών σκαφών.

Αυτοί ήταν μόνο τέσσερις από τους 24 συνολικά αξιωματικούς οι οποίοι μετά από εκπαίδευση 17 μηνών επιλέχθηκαν με αυστηρά κριτήρια για να λάβουν μέρος σε μία άκρως απόρρητη και άγνωστη σε αυτούς αποστολή. Ήταν όλοι οπλισμένοι με ατσάλινα νεύρα, απαράμιλλη αυτοπειθαρχία και ήταν βέβαιο ότι στην επερχόμενη επιχείρηση θα χρειάζονταν ακόμη και το τελευταίο ίχνος αυτοθυσίας που διέθεταν. Θα γίνονταν γνωστοί ανάμεσα στους συναδέλφους τους με την επονομασία «Τα Αυτοκτονικά Παιδιά».

  

 

ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ «ΠΗΓΗ»

 

Το τελευταίο πρόβλημα που έπρεπε να επιλυθεί ήταν η επιλογή της ακριβής ημέρας της επίθεσης. Αντίθετα με τα συμβατικά υποβρύχια, οι “νάνοι” χρειάζονταν αρκετό σκοτάδι για να εισχωρήσουν απαρατήρητα στο φιόρδ, αλλά ταυτόχρονα και αρκετό φως για να παρατηρήσουν ευκρινώς την σκιά που θα δημιουργούσε ο όγκος ενός θωρηκτού πάνω στην επιφάνεια της θάλασσας –το σημείο δηλαδή, που θα άφηναν τις πλευρικές νάρκες. Η επιχείρηση λοιπόν έπρεπε να διεξαχθεί μέσα στο διάστημα της χειμερινής ισημερίας, όταν δεν θα είχαν αρχίσει οι χιονοπτώσεις, το φεγγάρι θα βρισκόταν στο τελευταίο του τέταρτο και η νύκτα δεν θα διαρκούσε περισσότερο από πέντε ώρες. Ως ημέρα αναχώρησης ορίστηκε η 11η Σεπτεμβρίου 1943 και ως ημέρα επίθεσης η 23η.

Μετά τον απόπλου τους από την Σκωτία, τα υποβρύχια “τσέπης” θα ρυμουλκούνταν από μεγαλύτερα συμβατικά, μέχρι την στιγμή που θα άγγιζαν την ευρύτερη περιοχή της επιχείρησης. Εκεί θα απελευθερώνονταν από τα “μητρικά” τους σκάφη και θα άρχιζαν την μοναχική τους πορεία προς το Άλτενφιορντ, εντελώς μεμονωμένα το ένα από το άλλο, αφού δεν υπήρχε δυνατότητα επικοινωνίας μεταξύ τους. Μετά την ολοκλήρωση της αποστολής –και αν φυσικά επιβίωναν από την αποστολή- θα συναντούσαν πάλι τα μητρικά σκάφη για το ταξίδι της επιστροφής. Η ρυμούλκηση θα γινόταν με σχοινιά ειδικής κατασκευής, των οποίων όμως η αντοχή αποδείχθηκε αναξιόπιστη. Το επιτελείο παρήγγειλε την κατασκευή ανθεκτικότερων γραμμών ρυμούλκησης κατασκευασμένων από νάϋλον, η παραγγελία όμως δεν πρόλαβε να ολοκληρωθεί και μόνο δύο τέτοιες γραμμές διατέθηκαν για την επιχείρηση.

Οι διοικήσεις των υποβρυχίων και η ανάθεση στόχων ανά σκάφος είχαν ως εξής:

 

ΥΠΟΒΡΥΧΙΟ                   ΚΥΒΕΡΝΗΤΗΣ                    ΣΤΟΧΟΣ

Χ-5                                  Χέντυ Κρηρ                         Tirpitz

X-6                            Ντόναλντ Κάμερον                    Tirpitz

 Χ-7                             Γκόντφρεϋ Πλαίης                    Tirpitz

  Χ-8                               ΜακΦαρλαίην                         Luetzow

    Χ-9                                    Μάρτιν                             Scharnhorst

    Χ-10                           Κέννεθ Χάντσπεθ                   Scharnhorst

 

 

Στις 6 Σεπτεμβρίου τοποθετήθηκαν στα υποβρύχια οι πλευρικές νάρκες, τα πληρώματα συνέταξαν τις διαθήκες τους και για πρώτη φορά τους ανακοινώθηκε το σχέδιο της επιχείρησης.

 

 

 

11–21 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ

Η διέλευση

 

Η εμπειρία στο εσωτερικό ενός “νάνου” ήταν κάτι τρομακτικό, ακόμη και για εκείνους τους άνδρες οι οποίοι είχαν προηγούμενη πείρα σε συμβατικά υποβρύχια. Όπως συμβαίνει πάντοτε με την σχεδίαση κάθε νέου, αντισυμβατικού όπλου, τα Σκάφη-Χ μαστίζονταν από δεκάδες απρόβλεπτα ελαττώματα και βλάβες που δεν υπήρχε χρόνος να επιλυθούν. Οι ιδιοτροπίες ενός συμβατικού υποβρυχίου υπερδιπλασιάζονταν μέσα σε ένα υποβρύχιο τσέπης, όπου ο χειρισμός και η διατήρηση ενός σταθερού βάθους αποτελούσαν έναν τιτάνιο αγώνα όπου κάθε μυς του σώματος και κάθε κύτταρο του εγκεφάλου βρισκόταν σε διαρκή υπερένταση. Η μεταφορά ενός εργαλειοφόρου από την πλώρη στην πρύμνη, μία απότομη αλλαγή των θαλάσσιων ρευμάτων ή της πυκνότητας του νερού, μπορούσαν να προκαλέσουν μία απότομη μεταβολή του βάθους.

Ένα υποβρύχιο τσέπης δεν ήταν τίποτα άλλο παρά ο συνδυασμός των τριών στοιχείων των οποίων η συνύπαρξη μπορούσε να προκαλέσει ακαριαίο θάνατο: μέταλλο, ρεύμα, υγρασία. Οι σχεδιαστές θεωρούσαν ότι στο διάστημα των 10 ημερών παραμονής μέσα στο σκάφος η ανθρώπινη αντοχή θα άγγιζε τα όριά της. Για ένα σκληρά εκπαιδευμένο πλήρωμα, αυτό το διάστημα θα μπορούσε να παραταθεί στις 14 μέρες, με την διαφορά ότι οι τελευταίες τέσσερις θα ήταν σαν να ζούσαν σε φρενοκομείο. Η συσσώρευση της υγρασίας από τις αναπνοές και την εφίδρωση μέσα σε έναν τόσο περιορισμένο χώρο ξεπερνούσε κάθε φαντασία. Μετά από μία ώρα παραμονής, η υγρασία συσσωρευόταν στα τοιχώματα και μετά από λίγο άρχιζε να στάζει, τρελαίνοντας τα ηλεκτρικά κυκλώματα και τινάζοντας τις ασφάλειες. Οι άνδρες έπρεπε διαρκώς να σκουπίζουν τα τοιχώματα και τα όργανα για να αποφύγουν βραχυκυκλώματα και πυρκαγιές. Αλλά όσο περισσότερο προσπαθούσαν τόσο περισσότερο ίδρωναν και τόσο δυσκολότερα ανέπνεαν, αυξάνοντας έτσι τα ποσοστά της ίδιας της υγρασίας που προσπαθούσαν να καταπολεμήσουν. Μετά από δύο ώρες ο αέρας ήταν αποπνικτικός και τα σώματα των ανδρών κολλούσαν από τον ιδρώτα και την βρωμιά. Το μόνο μέσο προετοιμασίας φαγητού ήταν μία μικρή ηλεκτρική εστία πάνω στην οποία μπορούσες να ζεστάνεις μία κονσέρβα ή να φτιάξεις λίγο καφέ, αλλά κι αυτό μόνο όταν το υποβρύχιο βρισκόταν στην επιφάνεια, γιατί οι εκλυόμενοι υδρατμοί επιδείνωναν την κατάσταση.

Η ησυχία κάτω από την επιφάνεια του νερού είναι απίστευτη. Η ακοή γίνεται εκπληκτικά ευαίσθητη. Όλος σου ο χρόνος κυλά αφουγκράζοντας και μετά από λίγο καιρό ακούς και τους πιο αμυδρούς θορύβους. Η ζωή σου εξαρτάται από τους θορύβους, οποιουσδήποτε θορύβους. Μετά από λίγο, τα πάντα ηχούν υπερτονισμένα. Μπορείς να ακούσεις ακόμη και το ανάλαφρο άγγιγμα ενός κοπαδιού ψαριών πάνω στο “δέρμα” του σκάφους. Όταν βγεις στην επιφάνεια αντιλαμβάνεσαι ότι ακούς ήχους μακρινούς που ήταν αδύνατον να ακούσεις παλιότερα. Μέσα σε εκείνο το ασφυκτικά στενό περιβάλλον η εξάντληση ήταν ένα φυσικό επακόλουθο. Παρότι υπήρχε μία μικρή θέση με ένα πρόχειρο κρεβάτι στο πρόσθιο τμήμα του υποβρυχίου, ο ύπνος με την κυριολεκτική του σημασία ήταν ανέφικτος, αφού μετά από τρεις ώρες θα έπρεπε πάλι να αναλάβεις βάρδια και οι αισθήσεις σου να βρίσκονται σε πλήρη υπερδιέγερση. Οι περισσότεροι άνδρες άρχισαν να χρησιμοποιούν αμφεταμίνες για να παραμείνουν ξύπνιοι. Όταν βρίσκονταν εκτός βάρδιας άφηναν απλά το μυαλό να περιπλανηθεί σε αδιάφορες σκέψεις, περιμένοντας να περάσει η ώρα ή βοηθούσαν σε κάποια εργασία για να βρίσκονται σε κίνηση και να καταπολεμούν το κρύο το οποίο γινόταν δριμύτερο όσο πλησίαζαν στην αρκτική ζώνη. Μετά από δύο ημέρες ο χρόνος έπαυε να έχει οποιοδήποτε νόημα. Μετά από πέντε ημέρες όλοι έμοιαζαν αποχαυνωμένοι προσπαθώντας να καταπολεμήσουν την νύστα. Παρακολουθούσαν τα όργανα, επισκεύαζαν βλάβες, σκούπιζαν μηχανικά την υγρασία. Μετά από μία εβδομάδα το μόνο π_