ΕΠΙΘΕΣΗ ΣΤΟ TIRPITZ

Ο ΑΘΛΟΣ ΤΩΝ ΒΡΕΤΑΝΙΚΩΝ ΥΠΟΒΡΥΧΙΩΝ “ΤΣΕΠΗΣ”

 

Άγγελος Δαλασσηνός

 

 

 

ΤΟΝ ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟ ΤΟΥ 1943, ΟΤΑΝ ΟΛΑ ΤΑ ΑΛΛΑ ΜΕΣΑ ΕΙΧΑΝ ΑΠΟΤΥΧΕΙ, ΤΡΙΑ ΜΙΚΡΟΣΚΟΠΙΚΑ ΒΡΕΤΑΝΙΚΑ ΥΠΟΒΡΥΧΙΑ, ΕΠΑΝΔΡΩΜΕΝΑ ΑΠΟ ΔΩΔΕΚΑ ΑΠΟΦΑΣΙΣΜΕΝΟΥΣ ΑΝΔΡΕΣ, ΕΠΕΧΕΙΡΗΣΑΝ ΝΑ ΕΙΣΧΩΡΗΣΟΥΝ ΣΤΟ ΙΣΧΥΡΟΤΕΡΟ ΑΓΚΥΡΟΒΟΛΙΟ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ ΚΑΙ ΝΑ ΕΞΟΥΔΕΤΕΡΩΣΟΥΝ ΤΟ ΒΑΡΥΤΕΡΟ ΘΩΡΗΚΤΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ. ΟΙ ΠΙΘΑΝΟΤΗΤΕΣ ΕΠΙΤΥΧΙΑΣ ΗΤΑΝ ΕΛΑΧΙΣΤΕΣ, ΟΙ ΠΙΘΑΝΟΤΗΤΕΣ ΕΠΙΒΙΩΣΗΣ ΜΗΔΑΜΙΝΕΣ. ΠΟΤΕ ΕΩΣ ΤΟΤΕ ΔΕΝ ΕΙΧΕ ΣΥΛΛΗΦΘΕΙ Ή ΕΚΤΕΛΕΣΤΕΙ ΜΙΑ ΥΠΟΒΡΥΧΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΠΑΡΟΜΟΙΑΣ ΕΚΤΑΣΗΣ ΚΑΙ ΠΕΡΙΠΛΟΚΟΤΗΤΑΣ. ΗΤΑΝ ΜΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΑΥΤΟΚΤΟΝΙΑΣ ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΕ ΚΑΘΕ ΛΟΓΙΚΗ, Η ΟΠΟΙΑ ΘΑ ΓΡΑΦΟΤΑΝ ΜΕ ΑΝΕΞΙΤΗΛΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΣΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΩΝ ΝΑΥΤΙΚΩΝ ΑΘΛΩΝ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ.

 

Τις πρώτες πρωινές ώρες της 8ης Σεπτεμβρίου 1943 ο φόβος του Βρετανικού Ναυαρχείου έγινε πραγματικότητα. Μία γερμανική Ομάδα Μάχης αποτελούμενη από το θωρηκτό Tirpitz, το καταδρομικό Scharnhorst και εννέα αντιτορπιλικά, εγκατέλειψαν την ασφάλεια των νορβηγικών φιόρδ, κατευθυνόμενα προς το Σπιτσμπέργκεν, μίας απομονωμένης ομάδας νησιών στον Αρκτικό ωκεανό τα οποία χρησιμοποιούσαν οι Σύμμαχοι ως ανεφοδιαστικούς σταθμούς. Εναντίον της καταστρεπτικής δύναμης πυρός των δύο βαρέων πολεμικών πλοίων, οι Νορβηγοί υπερασπιστές των νησιών είχαν να αντιτάξουν μόνο μερικά παράκτια πυροβόλα. Καθώς τα δύο γερμανικά θωρηκτά κατέστρεφαν αποβάθρες και δεξαμενές καυσίμων, τα αντιτορπιλικά πλησίασαν τις ακτές αποβιβάζοντας στρατεύματα. Η φρουρά των 150 Νορβηγών πολέμησε λυσσαλέα πριν τελικά καταβληθεί από τις υπέρτερες εχθρικές δυνάμεις. Τέσσερις ώρες αργότερα, με κάθε εστία αντίστασης εξουδετερωμένη, ο στόλος αποχωρούσε αφήνοντας πίσω του έναν σωρό ερειπίων τυλιγμένων σε ένα σύννεφο μαύρου καπνού. Όταν ο Βρετανικός Στόλος κατέφθασε στην περιοχή, τα γερμανικά θωρηκτά είχαν εξαφανιστεί.

Ίσως η επιδρομή στο Σπιτσμπέργκεν να μην ήταν η ενδοξότερη στιγμή του γερμανικού πολεμικού ναυτικού, δεδομένου ότι δύο από τα καλύτερα πολεμικά σκάφη της Ευρώπης είχαν ισοπεδώσει απροστάτευτα κτίρια και εγκαταστάσεις, αλλά αυτό ελάχιστα απασχολούσε τον Τσώρτσιλ. Ο Βρετανός πρωθυπουργός το μόνο που ήξερε ήταν ότι ο εφιάλτης των γερμανικών θωρηκτών είχε ζωντανέψει ξανά. Μέχρι εκείνη τη στιγμή η RAF είχε πραγματοποιήσει πέντε αεροπορικές επιδρομές εναντίον του Tirpitz οι οποίες της είχαν στοιχίσει την απώλεια 14 βομβαρδιστικών, χωρίς την παραμικρή επιτυχία. Το ενδεχόμενο της εξόδου του γερμανικού θωρηκτού εναντίον μίας συμμαχικής νηοπομπής κρατούσε καθηλωμένα στην Αγγλία τέσσερα θωρηκτά και δύο αεροπλανοφόρα τα οποία την ίδια στιγμή θα μπορούσαν να προσφέρουν τις πολύτιμες υπηρεσίες τους στο μέτωπο του Ειρηνικού. Γνωστό σαν «Η Μοναχική Βασίλισσα του Βορρά» για τους 2.400 άνδρες του πληρώματός του ή απλά σαν «Το Κτήνος» για τους Βρετανούς αντιπάλους του, το Tirpitz από μόνο του ήταν ικανό να ανατρέψει ολόκληρη τη ναυτική στρατηγική του Ευρωπαϊκού πολέμου.

 

 

ΣΤΗ ΦΩΛΙΑ ΤΟΥ ΚΤΗΝΟΥΣ

 

Τα νορβηγικά φιόρδ είναι ειδυλλιακά μέρη, αν σου αρέσουν τα ψυχρά και μονότονα τοπία: ένα πολύπλοκο, οδοντωτό δίκτυο απόκρημνων ορεινών όγκων που χαρακώνουν ολόκληρο το μήκος των νορβηγικών ακτών, σχηματίζοντας αλλεπάλληλες, στενές λωρίδες γης που εισχωρούν στη θάλασσα, πέφτοντας σχεδόν κατακόρυφα μέσα στο νερό. Η ατμόσφαιρα είναι τόσο κρύα και καθαρή, ώστε ο αέρας δεν περιέχει το παραμικρό μόριο σκόνης. Ο ήλιος ποτέ δεν ανατέλλει για δέκα εβδομάδες τον χρόνο και ποτέ δεν δύει για άλλες τόσες. Σε ισχυρή αντίθεση με την χιονισμένη φύση που τα περιβάλλει και τα κύματα του Αρκτικού ωκεανού που επικρατούν λίγα χιλιόμετρα μακρύτερα, τα νερά των φιόρδ είναι μονίμως γαλήνια, χωρίς το παραμικρό ίχνος πάγου. Οι ισχυροί νοτιοδυτικοί άνεμοι της περιοχής μεταφέρουν μαζί τους όλη την υγρασία του θερμού Ρεύματος του Κόλπου, ανεβάζοντάς την στα ψυχρότερα στρώματα της ατμόσφαιρας, όπου μετατρέπεται σε χιόνι τόσο πυκνό, ώστε η ποσότητα που προλαβαίνει να λιώσει είναι κατά πολύ μικρότερη εκείνης που πέφτει. Ωστόσο μία σημαντική ποσότητα των υδάτων του Ρεύματος φθάνει αναλλοίωτη μέχρι τον Αρκτικό κύκλο και εισχωρεί μέσα στα στενώματα των φιόρδ, απαλλάσσοντας τα από τον πάγο. Η συνολική εικόνα όλων αυτών είναι ένα γυμνό, άδενδρο τοπίο αδιάσπαστης λευκότητας και αδιατάρακτης γαλήνης, με ρηχά, κρυστάλλινα νερά που καθρεφτίζουν στην επιφάνειά τους την κατάλευκη φύση των πανύψηλων βράχων, προδίδοντας την παρουσία οποιουδήποτε παρείσακτου εισβολέα στον βυθό τους.

Το επόμενο πρωί της 9ης Σεπτεμβρίου, το θωρηκτό ελίσσονταν αργά, ανάμεσα στα στενώματα του Άλτενφιορντ, διασχίζοντας το εκτεταμένο ναρκοπέδιο που ασφάλιζε την είσοδό του, πέντε μέτρα κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας. Εβδομήντα χιλιόμετρα νοτιότερα, μπροστά από την πλώρη του θωρηκτού άνοιξε μία υποβρύχια συρματόπλεκτη είσοδος και το πλοίο προχώρησε βαθύτερα στο απρόσιτο φιόρδ. Κατασκευασμένο από πυκνό ατσάλινο συρματόπλεγμα, το ανθυποβρυχιακό δίχτυ προστασίας που έκλεισε πίσω του, εκτεινόταν από την επιφάνεια μέχρι τον βυθό και ήταν ικανό να σταματήσει ακόμα και ένα υποβρύχιο 1.500 τόνων. Παράκτια πυροβόλα βρίσκονταν διαρκώς στραμμένα επάνω του και ισχυροί προβολείς το φώτιζαν κατά τη διάρκεια της νύκτας. Το θωρηκτό αγκυροβόλησε στον στενό υδάτινο χώρο του Κάαφιορντ, όχι μεγαλύτερο από μία παραμυθένια λιμνούλα, απόλυτα περικλεισμένο από το ναρκοπέδιο και το συρματόπλεγμα. Τορπιλάκατοι και μικρά ανθυποβρυχιακά σκάφη περιπολούσαν αδιάκοπα σαρώνοντας τον βυθό με τα ηχοεντοπιστικά ραντάρ τους, ενώ σμήνη γερμανικών μαχητικών έκαναν την περιστασιακή εμφάνισή τους πάνω από τους πανύψηλους βράχους. Σε όλο το μήκος της στενόμακρης κορυφογραμμής βρίσκονταν τοποθετημένες αντιαεροπορικές πυροβολαρχίες και συσκευές προπετάσματος καπνού, έτοιμες να καλύψουν τον εναέριο χώρο του φιόρδ στην πρώτη ειδοποίηση αεροπορικής επιδρομής.

Το Κάαφιορντ ήταν ένα απόρθητο και απροσπέλαστο φυσικό οχυρό το οποίο με την χρήση λίγης τεχνικής ευφυΐας είχε καταστεί ακόμα ισχυρότερο. Οποιοδήποτε εχθρικό αεροπλάνο επιχειρούσε βομβαρδισμό κάθετης εφόρμησης θα τσακιζόταν στους βράχους κατά την άνοδο και οποιαδήποτε τορπίλη θα είχε καταστραφεί στο αντιτορπιλικό δίχτυ. Αλλά ακόμη και αν όλα αυτά δεν υπήρχαν, η ειδικά κατασκευασμένη ατσάλινη ζώνη που κάλυπτε το μήκος της ισάλου γραμμής του Tirpitz, αποτελούσε από μόνη της μία θωράκιση αδιάτρητη από την ισχυρότερη τορπίλη ή οβίδα της εποχής του. Το μοναδικό αθωράκιστο και ευάλωτο μέρος των 56.000 τόνων και μήκους 248 m του σκάφους, βρισκόταν 11 μέτρα κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας, σε εκείνο το απρόσιτο σημείο το οποίο δεν άγγιζε ποτέ το φως του ήλιου. Ήταν η πλατιά και επίπεδη “κοιλιά” της τρόπιδάς του.

 

 

 

ΕΞΙ “ΝΑΝΟΙ” ΚΑΙ 24 “ΑΥΤΟΚΤΟΝΙΚΑ ΠΑΙΔΙΑ”

 

Όλοι οι Βρετανοί ερευνητές συμφωνούσαν ότι το μόνο όπλο που θα μπορούσε να πλησιάσει στην Αχίλλειο πτέρνα του ατσάλινου κολοσσού θα ήταν κάποιο είδος υποβρυχίου “τσέπης”. Η ιδέα είχε παραμείνει πάντοτε στο στάδιο της θεωρίας, αλλά τον Δεκέμβριο του 1940 οι Βρετανοί έμαθαν καλά τις δυνατότητες ενός τέτοιου σκάφους, όταν μία ομάδα ιταλικών υποβρυχίων τσέπης αιφνιδίασαν τον βρετανικό στόλο στο λιμάνι της Αλεξάνδρειας και προκάλεσαν βαριές ζημιές σε δύο θωρηκτά τοποθετώντας εκρηκτικά στις τρόπιδές τους. Ο εξοργισμένος Τσώρτσιλ, πάντοτε ευαίσθητος σε θέματα που έθιγαν το γόητρο της “θαλασσοκράτειρας” Βρετανίας, διέταξε την κατασκευή παρόμοιων μικροσκοπικών υποβρυχίων τα οποία θα εισχωρούσαν στα νορβηγικά φιόρδ για να εξουδετερώσουν τα γερμανικά θωρηκτά. Οι προϋποθέσεις που έπρεπε να πληροί ένα τέτοιο σκάφος δεν ήταν απλές: η διάμετρός του δεν θα έπρεπε να υπερβαίνει τα 4 m. Θα έπρεπε να καταδύεται σε βάθος 90 m για 36 συνεχείς ώρες, να είναι αρκετά ευέλικτο ώστε να ελίσσεται μέσα σε ναρκοπεδία, να μεταφέρει κάποιο όπλο αρκετά καταστρεπτικό για να πλήξει το ισχυρότερο θωρηκτό της Ευρώπης και πάνω από όλα, να δημιουργεί στην οθόνη του ραντάρ ένα στίγμα τόσο ασθενές, όσο και ένα κοπάδι ψάρια ή κάποιο ψυχρό υδάτινο ρεύμα, σαν αυτά που προκαλούσαν ψευδείς συναγερμούς στο Κάαφιορντ δέκα φορές την ημέρα, αναστατώνοντας την φρουρά του Tirpitz.

Το πρώτο πειραματικό υποβρύχιο τσέπης, το Χ-3, δεν καθελκύστηκε νωρίτερα από τον Μάρτιο του 1942. Μετά τις πρώτες επιτυχείς δοκιμές το Ναυαρχείο διέταξε την κατασκευή άλλων έξι. Τα νέα “Σκάφη-Χ”, σύμφωνα με την κωδική ονομασία του Βρετανικού Ναυτικού (X-craft) ή οι “Νάνοι”, όπως τα ονόμασαν οι εθελοντές εξ αιτίας της ιδιόμορφης εμφάνισής τους, παραδόθηκαν τον Ιανουάριο του 1943 και ήταν όλα πανομοιότυπα με μόνη διαφορά τούς αριθμούς τους: Χ-5, Χ-6, Χ-7, Χ-8, Χ-9 και Χ-10. Ένα υποβρύχιο “τσέπης” είχε μήκος 15,5 m, μέγιστη διάμετρο 1,8 m, βάρος 35 τόνων και λειτουργούσε με τις ίδιες βασικές αρχές όλων των υποβρυχίων. Αν και η εξωτερική εμφάνισή τους δεν διέφερε πολύ από εκείνη των μεγαλύτερων “εξαδέλφων” τους -με μόνη εξαίρεση την παντελή απουσία πυργίσκου- το εσωτερικό τους ήταν ικανό να δημιουργήσει εφιάλτες ακόμη και στους πλέον πεπειραμένους κυβερνήτες συμβατικών υποβρυχίων. Τα πάντα είχαν σχεδιασθεί με έναν γνώμονα: πόσο ζωτικό χώρο χρειάζονταν τέσσερις άνθρωποι για να λειτουργήσουν, χωρίς να επηρεασθεί η ψυχολογία τους σε επικίνδυνο βαθμό. Όλα τα όργανα ελέγχου και οι μοχλοί ήταν τοποθετημένα τόσο κοντά το ένα στο άλλο, ώστε οποιαδήποτε απρόσεκτη κίνηση αρκούσε για να παγιδευτεί το πόδι σου ανάμεσα στις σωληνώσεις ή να μετακινηθεί κατά λάθος κάποιος άλλος μοχλός με απρόβλεπτες συνέπειες.

Το σκάφος αποτελείτο από τέσσερα στεγανά τμήματα. Το πρόσθιο στέγαζε τις προμήθειες τροφής, νερού, καθώς και τις μπαταρίες οι οποίες παρείχαν τον φωτισμό και κινούσαν το σκάφος κάτω από την επιφάνεια. Ανάμεσα σε αυτά βρισκόταν και μία απλή ξύλινη κατασκευή με σανίδες, πάνω στις οποίες μπορούσε κάποιος να ξαπλώσει κουλουριασμένος και να ξεκλέψει λίγες ώρες αμφίβολου ύπνου. Το δεύτερο ήταν ο θάλαμος του δύτη. Ο θάλαμος πλημμύριζε με νερό και μέσω μίας καταπακτής εξερχόταν ο δύτης που θα έκοβε τα ανθυποβρυχιακά δίχτυα. Κατόπιν επέστρεφε στο εσωτερικό και εκκένωνε τον θάλαμο με την χρήση μίας αντλίας. Το τρίτο ήταν η “καρδιά” του υποβρυχίου –ο θάλαμος διακυβέρνησης. Ήταν το μεγαλύτερο σε διαστάσεις τμήμα όλου του σκάφους και ο κυριότερος χώρος μέσα στον οποίο διαβίωναν και συνεργάζονταν τα υπόλοιπα τρία μέλη του πληρώματος, περιστοιχισμένα από έναν περίπλοκο κυκεώνα σωληνώσεων, μοχλών, διακοπτών, ηλεκτρικών κυκλωμάτων, αντλιών και οργάνων. Στο κέντρο της οροφής του τμήματος αυτού σχηματιζόταν ένας χαμηλός θόλος όπου βρισκόταν το περισκόπιο επίθεσης, περιστοιχισμένο από μία σειρά γυάλινων θυρίδων περιφερειακής όρασης οι οποίες έκλειναν με τη βοήθεια μικρών μεταλλικών θυρίδων, προστατεύοντας το εσωτερικό από θραύσματα εκρήξεων. Το σημείο εκείνο ήταν και το μοναδικό στο οποίο ένας άνδρας μπορούσε να σταθεί όρθιος. Σε οποιοδήποτε άλλο σημείο έπρεπε να σκύβει, να κάθεται ή να σέρνεται. Εκεί λειτουργούσαν και τα κυριότερα μέλη του πληρώματος: ο κυβερνήτης, ο ύπαρχος και ο μηχανικός. Ο πρώτος ήταν η κεφαλή του πληρώματος και ο τακτικός χειριστής όλης της επιχείρησης. Από την θέση του κάτω από το περισκόπιο, μπορούσε να αγγίξει οποιονδήποτε από τους συναδέλφους του και να μεταβιβάσει τις διαταγές του με ένα νεύμα. Ο μηχανικός εκτελούσε και χρέη πηδαλιούχου. Χειριζόταν το σκάφος σύμφωνα με τις διαταγές του ύπαρχου, αλλά ταυτόχρονα ήταν και ο “μάγος” του σκάφους. Έπρεπε όχι μόνο να γνωρίζει πώς να επισκευάζει κάτι, αλλά και πώς να…αγγίξει το αντικείμενο που έπρεπε να επισκευάσει. Σε περίπτωση βλάβης στο μηχανοστάσιο -το τέταρτο και στενότερο διαμέρισμα του σκάφους- έπρεπε να συρθεί μέσω μίας θυρίδας διαμέτρου 60 cm και να εργαστεί εκεί, ύπτια ή πρηνηδόν, στριμωγμένος ανάμεσα σε άλλα μηχανήματα, με ελάχιστο χώρο για να κινήσει τα χέρια του. Αν όμως ο κυβερνήτης ήταν η κεφαλή του σκάφους, τότε ο ύπαρχος ήταν η ψυχή του. Ελάχιστα νεότερος σε ηλικία από τον κυβερνήτη, ο ύπαρχος ήταν ο πραγματικός ειδήμων του σκάφους. Καθισμένος μπροστά σε μία σειρά οργάνων και μοχλών που ρύθμιζαν το βάθος, την ισορροπία και την ταχύτητα του υποβρυχίου, αφουγκραζόταν, αισθανόταν και γνώριζε τα πάντα. Το σκάφος αποτελούσε μία φυσική προέκταση των χεριών, των ματιών και του μυαλού του.

Δεδομένου ότι τα υποβρύχια τσέπης δεν ήταν σε θέση να μεταφέρουν τορπίλες, οι σχεδιαστές εξόπλισαν τα σκάφη με “πλευρικές νάρκες”, ένα είδος εκρηκτικών ωρολογιακού μηχανισμού. Κάθε υποβρύχιο έφερε δύο τέτοιες νάρκες, ελλειψοειδούς σχήματος και συνολικού βάρους τεσσάρων τόνων, προσαρμοσμένες στα εξωτερικά πλευρικά τοιχώματα του σκάφους, οι οποίες καταλάμβαναν το μεγαλύτερο μέρος του μήκους του, από την πλώρη μέχρι την πρύμνη. Κάθε νάρκη περιείχε έναν τόνο Αματόλ, ένα ευαίσθητο εκρηκτικό υψηλής ισχύος, ισοδύναμο με την καταστρεπτική ισχύ μίας δέσμης τορπιλών. Ο ωρολογιακός μηχανισμός ρυθμιζόταν από το πλήρωμα και απελευθερώνονταν με το τράβηγμα ενός μοχλού. Κάθε κυβερνήτης θα έπρεπε να τοποθετήσει το σκάφος του κάτω από την τρόπιδα του στόχου του και να απελευθερώσει τις νάρκες, οι οποίες θα κατακάθονταν στον βυθό μέχρι και 36 ώρες πριν εκραγούν, χαρίζοντας έτσι στα υποβρύχια τον απαραίτητο χρόνο για να απομακρυνθούν από το σημείο της έκρηξης. Αν σύμφωνα με το σχέδιο, τρία υποβρύχια κατάφερναν να εναποθέσουν τις νάρκες τους κάτω από την τρόπιδα του Tirpitz, η ταυτόχρονη έκρηξή τους θα τσάκιζε το θωρηκτό στη μέση, με την ίδια ευκολία που ένας άνθρωπος σπάει μία ξύλινη σανίδα στο γόνατό του πιέζοντάς την στα άκρα.

Σε ένα σώμα με την παράδοση του Βρετανικού Ναυτικού η προσέλευση εθελοντών οι οποίοι θα ανελάμβαναν «…ειδικά και επικίνδυνα καθήκοντα» στα υποβρύχια τσέπης υπήρξε αθρόα, αν και ελάχιστοι από αυτούς θα παρέμεναν μέχρι το τέλος. Η μακρά και επίπονη εκπαίδευσή τους άρχισε τον Απρίλιο του 1942 και δεν θα τελείωνε παρά μόνο την ημέρα έναρξης της επιχείρησης, 17 μήνες αργότερα. Δύο από τους πρώτους εθελοντές ήταν ο 26χρονος ανθυποπλοίαρχος Ντόναλντ Κάμερον (Donald Cameron) και ο 19χρονος σημαιοφόρος Τζων Λόριμερ (John Lorimer). Ο Κάμερον, σεμνός και χαμογελαστός, ήταν ήδη ένας βετεράνος του Ναυτικού με σημαντική εμπειρία στα υποβρύχια. Αχώριστος σύντροφός του ήταν η πίπα του την οποία άναβε, σκάλιζε, κάπνιζε και ποτέ δεν αποχωριζόταν -μία συνήθεια την οποία είχε κοινή με τον ψηλό, ευθυτενή και δραστήριο ύπαρχό του, Τζων Λόριμερ.

 

Ένας ακόμη βετεράνος, παρασημοφορημένος με τον Σταυρό Διακεκριμένων Υπηρεσιών (DSC) ήταν ο 22χρονος ανθυποπλοίαρχος Μπάζιλ Γκόντφρεϋ Πλαίης (Basil Godfrey Place), δημοφιλής στους συναδέλφους του για το κυνικό του χιούμορ. Μελαχρινός, γοητευτικός, ευφυής και εξαιρετικά ψύχραιμος σε δύσκολες καταστάσεις, είχε την ιδιοτροπία να ντύνεται με “δανεικά” ρούχα συναδέλφων του χωρίς την άδειά τους. Οποιοσδήποτε έχανε ξαφνικά κάποιο πουκάμισο, παντελόνι ή γραβάτα, ήξερε ότι θα το έβλεπε όταν ο Πλαίης θα έκανε την εμφάνισή του στη λέσχη για το απογευματινό του τσάϊ. Το ρούχο θα επιστρεφόταν στη θέση του σε ανύποπτο χρόνο, σιωπηλά και διακριτικά όπως είχε εξαφανιστεί, όταν ο Γκόντφρεϋ θα εντόπιζε τον επόμενο στόχο του: το καινούργιο, αγαπημένο ένδυμα κάποιου άλλου συναδέλφου του.

Αντίθετα με τους προηγούμενους συναδέλφους του, ο 20χρονος Αυστραλός ανθυποπλοίαρχος Χέντυ Κρηρ, δεν είχε υπηρετήσει σε κανέναν άλλο κλάδο του πολεμικού ναυτικού πριν ζητήσει να καταταγεί στα Σκάφη-Χ. Ωστόσο καταγόταν από οικογένεια ναυτικών και το αγαπημένο του άθλημα ήταν η ναυσιπλοΐα. Στις εξετάσεις της σχολής Ναυτικών Δοκίμων αποφοίτησε τρίτος, γεγονός που του έδωσε το δικαίωμα να επιλέξει τον κλάδο στον οποίο ήθελε να υπηρετήσει. Εκείνος επέλεξε αμέσως τα υποβρύχια τσέπης, ενθουσιασμένος από την πολύκροτη φήμη των αντίστοιχων ιταλικών σκαφών.

Αυτοί ήταν μόνο τέσσερις από τους 24 συνολικά αξιωματικούς οι οποίοι μετά από εκπαίδευση 17 μηνών επιλέχθηκαν με αυστηρά κριτήρια για να λάβουν μέρος σε μία άκρως απόρρητη και άγνωστη σε αυτούς αποστολή. Ήταν όλοι οπλισμένοι με ατσάλινα νεύρα, απαράμιλλη αυτοπειθαρχία και ήταν βέβαιο ότι στην επερχόμενη επιχείρηση θα χρειάζονταν ακόμη και το τελευταίο ίχνος αυτοθυσίας που διέθεταν. Θα γίνονταν γνωστοί ανάμεσα στους συναδέλφους τους με την επονομασία «Τα Αυτοκτονικά Παιδιά».

  

 

ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ «ΠΗΓΗ»

 

Το τελευταίο πρόβλημα που έπρεπε να επιλυθεί ήταν η επιλογή της ακριβής ημέρας της επίθεσης. Αντίθετα με τα συμβατικά υποβρύχια, οι “νάνοι” χρειάζονταν αρκετό σκοτάδι για να εισχωρήσουν απαρατήρητα στο φιόρδ, αλλά ταυτόχρονα και αρκετό φως για να παρατηρήσουν ευκρινώς την σκιά που θα δημιουργούσε ο όγκος ενός θωρηκτού πάνω στην επιφάνεια της θάλασσας –το σημείο δηλαδή, που θα άφηναν τις πλευρικές νάρκες. Η επιχείρηση λοιπόν έπρεπε να διεξαχθεί μέσα στο διάστημα της χειμερινής ισημερίας, όταν δεν θα είχαν αρχίσει οι χιονοπτώσεις, το φεγγάρι θα βρισκόταν στο τελευταίο του τέταρτο και η νύκτα δεν θα διαρκούσε περισσότερο από πέντε ώρες. Ως ημέρα αναχώρησης ορίστηκε η 11η Σεπτεμβρίου 1943 και ως ημέρα επίθεσης η 23η.

Μετά τον απόπλου τους από την Σκωτία, τα υποβρύχια “τσέπης” θα ρυμουλκούνταν από μεγαλύτερα συμβατικά, μέχρι την στιγμή που θα άγγιζαν την ευρύτερη περιοχή της επιχείρησης. Εκεί θα απελευθερώνονταν από τα “μητρικά” τους σκάφη και θα άρχιζαν την μοναχική τους πορεία προς το Άλτενφιορντ, εντελώς μεμονωμένα το ένα από το άλλο, αφού δεν υπήρχε δυνατότητα επικοινωνίας μεταξύ τους. Μετά την ολοκλήρωση της αποστολής –και αν φυσικά επιβίωναν από την αποστολή- θα συναντούσαν πάλι τα μητρικά σκάφη για το ταξίδι της επιστροφής. Η ρυμούλκηση θα γινόταν με σχοινιά ειδικής κατασκευής, των οποίων όμως η αντοχή αποδείχθηκε αναξιόπιστη. Το επιτελείο παρήγγειλε την κατασκευή ανθεκτικότερων γραμμών ρυμούλκησης κατασκευασμένων από νάϋλον, η παραγγελία όμως δεν πρόλαβε να ολοκληρωθεί και μόνο δύο τέτοιες γραμμές διατέθηκαν για την επιχείρηση.

Οι διοικήσεις των υποβρυχίων και η ανάθεση στόχων ανά σκάφος είχαν ως εξής:

 

ΥΠΟΒΡΥΧΙΟ                   ΚΥΒΕΡΝΗΤΗΣ                    ΣΤΟΧΟΣ

Χ-5                                  Χέντυ Κρηρ                         Tirpitz

X-6                            Ντόναλντ Κάμερον                    Tirpitz

 Χ-7                             Γκόντφρεϋ Πλαίης                    Tirpitz

  Χ-8                               ΜακΦαρλαίην                         Luetzow

    Χ-9                                    Μάρτιν                             Scharnhorst

    Χ-10                           Κέννεθ Χάντσπεθ                   Scharnhorst

 

 

Στις 6 Σεπτεμβρίου τοποθετήθηκαν στα υποβρύχια οι πλευρικές νάρκες, τα πληρώματα συνέταξαν τις διαθήκες τους και για πρώτη φορά τους ανακοινώθηκε το σχέδιο της επιχείρησης.

 

 

 

11–21 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ

Η διέλευση

 

Η εμπειρία στο εσωτερικό ενός “νάνου” ήταν κάτι τρομακτικό, ακόμη και για εκείνους τους άνδρες οι οποίοι είχαν προηγούμενη πείρα σε συμβατικά υποβρύχια. Όπως συμβαίνει πάντοτε με την σχεδίαση κάθε νέου, αντισυμβατικού όπλου, τα Σκάφη-Χ μαστίζονταν από δεκάδες απρόβλεπτα ελαττώματα και βλάβες που δεν υπήρχε χρόνος να επιλυθούν. Οι ιδιοτροπίες ενός συμβατικού υποβρυχίου υπερδιπλασιάζονταν μέσα σε ένα υποβρύχιο τσέπης, όπου ο χειρισμός και η διατήρηση ενός σταθερού βάθους αποτελούσαν έναν τιτάνιο αγώνα όπου κάθε μυς του σώματος και κάθε κύτταρο του εγκεφάλου βρισκόταν σε διαρκή υπερένταση. Η μεταφορά ενός εργαλειοφόρου από την πλώρη στην πρύμνη, μία απότομη αλλαγή των θαλάσσιων ρευμάτων ή της πυκνότητας του νερού, μπορούσαν να προκαλέσουν μία απότομη μεταβολή του βάθους.

Ένα υποβρύχιο τσέπης δεν ήταν τίποτα άλλο παρά ο συνδυασμός των τριών στοιχείων των οποίων η συνύπαρξη μπορούσε να προκαλέσει ακαριαίο θάνατο: μέταλλο, ρεύμα, υγρασία. Οι σχεδιαστές θεωρούσαν ότι στο διάστημα των 10 ημερών παραμονής μέσα στο σκάφος η ανθρώπινη αντοχή θα άγγιζε τα όριά της. Για ένα σκληρά εκπαιδευμένο πλήρωμα, αυτό το διάστημα θα μπορούσε να παραταθεί στις 14 μέρες, με την διαφορά ότι οι τελευταίες τέσσερις θα ήταν σαν να ζούσαν σε φρενοκομείο. Η συσσώρευση της υγρασίας από τις αναπνοές και την εφίδρωση μέσα σε έναν τόσο περιορισμένο χώρο ξεπερνούσε κάθε φαντασία. Μετά από μία ώρα παραμονής, η υγρασία συσσωρευόταν στα τοιχώματα και μετά από λίγο άρχιζε να στάζει, τρελαίνοντας τα ηλεκτρικά κυκλώματα και τινάζοντας τις ασφάλειες. Οι άνδρες έπρεπε διαρκώς να σκουπίζουν τα τοιχώματα και τα όργανα για να αποφύγουν βραχυκυκλώματα και πυρκαγιές. Αλλά όσο περισσότερο προσπαθούσαν τόσο περισσότερο ίδρωναν και τόσο δυσκολότερα ανέπνεαν, αυξάνοντας έτσι τα ποσοστά της ίδιας της υγρασίας που προσπαθούσαν να καταπολεμήσουν. Μετά από δύο ώρες ο αέρας ήταν αποπνικτικός και τα σώματα των ανδρών κολλούσαν από τον ιδρώτα και την βρωμιά. Το μόνο μέσο προετοιμασίας φαγητού ήταν μία μικρή ηλεκτρική εστία πάνω στην οποία μπορούσες να ζεστάνεις μία κονσέρβα ή να φτιάξεις λίγο καφέ, αλλά κι αυτό μόνο όταν το υποβρύχιο βρισκόταν στην επιφάνεια, γιατί οι εκλυόμενοι υδρατμοί επιδείνωναν την κατάσταση.

Η ησυχία κάτω από την επιφάνεια του νερού είναι απίστευτη. Η ακοή γίνεται εκπληκτικά ευαίσθητη. Όλος σου ο χρόνος κυλά αφουγκράζοντας και μετά από λίγο καιρό ακούς και τους πιο αμυδρούς θορύβους. Η ζωή σου εξαρτάται από τους θορύβους, οποιουσδήποτε θορύβους. Μετά από λίγο, τα πάντα ηχούν υπερτονισμένα. Μπορείς να ακούσεις ακόμη και το ανάλαφρο άγγιγμα ενός κοπαδιού ψαριών πάνω στο “δέρμα” του σκάφους. Όταν βγεις στην επιφάνεια αντιλαμβάνεσαι ότι ακούς ήχους μακρινούς που ήταν αδύνατον να ακούσεις παλιότερα. Μέσα σε εκείνο το ασφυκτικά στενό περιβάλλον η εξάντληση ήταν ένα φυσικό επακόλουθο. Παρότι υπήρχε μία μικρή θέση με ένα πρόχειρο κρεβάτι στο πρόσθιο τμήμα του υποβρυχίου, ο ύπνος με την κυριολεκτική του σημασία ήταν ανέφικτος, αφού μετά από τρεις ώρες θα έπρεπε πάλι να αναλάβεις βάρδια και οι αισθήσεις σου να βρίσκονται σε πλήρη υπερδιέγερση. Οι περισσότεροι άνδρες άρχισαν να χρησιμοποιούν αμφεταμίνες για να παραμείνουν ξύπνιοι. Όταν βρίσκονταν εκτός βάρδιας άφηναν απλά το μυαλό να περιπλανηθεί σε αδιάφορες σκέψεις, περιμένοντας να περάσει η ώρα ή βοηθούσαν σε κάποια εργασία για να βρίσκονται σε κίνηση και να καταπολεμούν το κρύο το οποίο γινόταν δριμύτερο όσο πλησίαζαν στην αρκτική ζώνη. Μετά από δύο ημέρες ο χρόνος έπαυε να έχει οποιοδήποτε νόημα. Μετά από πέντε ημέρες όλοι έμοιαζαν αποχαυνωμένοι προσπαθώντας να καταπολεμήσουν την νύστα. Παρακολουθούσαν τα όργανα, επισκεύαζαν βλάβες, σκούπιζαν μηχανικά την υγρασία. Μετά από μία εβδομάδα το μόνο που σκέπτονταν ήταν το επόμενο πιάτο φαΐ ή η επόμενη περίοδος ανάδυσης για να αναπνεύσουν λίγο καθαρό αέρα και να καπνίσουν ένα τσιγάρο.

Καθ’ όλη τη διάρκεια της ρυμούλκησης έπρεπε να έχουν τα μάτια τους καρφωμένα αδιάκοπα πάνω στο βαθύμετρο: με τους κινητήρες σβηστούς, μία μικρή μεταβολή βάθους ήταν φυσιολογική, αλλά μία απότομη αλλαγή από τα 30 στα 40 m μέσα σε δέκα δευτερόλεπτα μπορούσε να σημαίνει ότι η γραμμή ρυμούλκησης είχε κοπεί και το σκάφος βυθιζόταν ανεξέλεγκτα. Τα πληρώματα εναλλάσσονταν σε βάρδιες των δύο ωρών στην παρακολούθηση των οργάνων, αλλά ακόμα και αυτό ήταν μία διαδικασία που σε οδηγούσε στην παράνοια. Δεν υπάρχει τίποτα χειρότερο από το να κοιτάς μία βελόνα για δύο συνεχείς ώρες. Σιγά-σιγά το μυαλό ξεφεύγει, προσπαθώντας να αυτοαμυνθεί για μα μην τρελαθείς και χωρίς να το καταλάβεις αρχίζεις να σκέπτεσαι την οικογένεια, την φιλενάδα, το σπίτι σου…

Οι πρώτες τέσσερις μέρες κύλησαν χωρίς απρόοπτα, με τα υποβρύχια να αναδύονται κάθε 6 ώρες για 15 λεπτά για να ανανεώσουν τον αέρα και να φορτίσουν τις μπαταρίες. Από την επομένη, 15 Σεπτεμβρίου, άρχισαν τα προβλήματα. Το πρώτο σχοινί που κόπηκε ήταν εκείνο του Χ-7. Το γεγονός έγινε γρήγορα αντιληπτό από έναν οπτήρα του μητρικού σκάφους, το σχοινί αντικαταστάθηκε και τα δύο σκάφη συνέχισαν την πορεία τους. Το Χ-8 φαινόταν αποφασισμένο να μην λάβει μέρος στην επιχείρηση. Μέσα στις επόμενες δύο ημέρες το σχοινί ρυμούλκησης κόπηκε δύο φορές και το Χ-8 έμεινε να περιπλανιέται χαμένο στον ωκεανό. Μετά από αρκετές ώρες έρευνας βρέθηκε πάλι, ρυμουλκήθηκε, αλλά τότε παρουσίασε μία διαρροή στις πλευρικές νάρκες. Άρχισε να κλίνει προς τα δεξιά και μετά προς τα αριστερά. Όταν όλοι βεβαιώθηκαν ότι δεν υπήρχε πιθανότητα επισκευής, ο κυβερνήτης αναγκάστηκε να απορρίψει τις νάρκες. Αν και ελήφθησαν όλα τα μέτρα ασφαλείας για να μην εκραγούν, η μία αψήφησε τους κανόνες και ανατινάχτηκε προκαλώντας βαριές ζημιές στο Χ-8 από απόσταση έξι χιλιομέτρων! Το πλήρωμα βύθισε το σκάφος και μεταφέρθηκε σώο στο μητρικό υποβρύχιο. Το θωρηκτό Luetzow δεν ανήκε πλέον στους στόχους της επιχείρησης…

Το Χ-9 δεν ταλαιπώρησε κανέναν. Ούτε το ίδιο του το πλήρωμα. Χάθηκε εντελώς ξαφνικά χωρίς να αφήσει ίχνος. Το σχοινί κόπηκε χωρίς να το καταλάβει κανείς και το βάρος του άρχισε να παρασύρει γρήγορα το σκάφος στον βυθό. Όταν το πλήρωμα είδε την ένδειξη του βαθύμετρου να ανεβαίνει ήταν αργά -μία καθυστέρηση έστω και ελάχιστων δευτερολέπτων στις αντιδράσεις ήταν αρκετή για να στείλει το σκάφος σε τέτοιο βάθος που η πίεση το συνέθλιψε με την δύναμη ενός υδάτινου καρυοθραύστη. Μέσα στις επτά πρώτες ημέρες της επιχείρησης, δύο υποβρύχια είχαν χαθεί και τρεις άνδρες είχαν χάσει τη ζωή τους.

Τα υπόλοιπα τέσσερα υποβρύχια συνέχισαν κανονικά και το βράδυ της Δευτέρας 20 Σεπτεμβρίου απελευθερώθηκαν για να αρχίσουν την μοναχική πορεία τους προς το ναρκοπέδιο στην είσοδο του Άλτενφιορντ το οποίο διέσχισαν χωρίς δυσκολία προχωρώντας στην επιφάνεια. Η νύχτα ήταν ακίνητη, ο καιρός ήρεμος, κρύος και καθαρός με αρκετό σεληνόφως. Στις 23.15 ο Γκόντφρεϋ Πλαίης, στο κατάστρωμα του Χ-7, αναγνώρισε λίγο μακρύτερα το Χ-5 του Χέντυ Κρηρ με τον οποίον αντάλλαξαν ευχές για καλή τύχη και καλό κυνήγι. Εκείνη ήταν και η τελευταία φορά που θα αντίκριζαν ο ένας τον άλλον. Αν και τα Χ-5, Χ-6 και Χ-7 κατευθύνονταν όλα προς το Tirpitz, ήταν θλιβερή η σκέψη ότι από εκείνη τη στιγμή και μετά οι τρεις κυβερνήτες θα πορεύονταν ανεξάρτητα, χωρίς την δυνατότητα οπτικής ή ακουστικής επικοινωνίας μεταξύ τους, παρότι στην πραγματικότητα θα απείχαν μόνο μερικές δεκάδες μέτρα.

Λίγη ώρα αργότερα οι γερμανικές αντιαεροπορικές πυροβολαρχίες στις απόκρημνες κορυφές του φιόρδ έγιναν ορατές μέσα από τα περισκόπια των υποβρυχίων τα οποία όμως ταλανίζονταν από σωρεία μηχανικών προβλημάτων. Το Χ-6 είχε ήδη παρουσιάσει μία σειρά διαρροών στην δεξιά δεξαμενή έρματος, την δεξιά νάρκη και το περισκόπιο, οι οποίες είχαν προσδώσει στο σκάφος μία κλίση 15° στα δεξιά. Μετά από αρκετές επισκευές η κλίση μειώθηκε στις 10° και το σκάφος ανταποκρινόταν καλά στους χειρισμούς, αν και η διαρροή του περισκοπίου επιδεινώθηκε τόσο, ώστε η ορατότητα ήταν αδύνατη. Ο Κάμερον αναγκαζόταν να λύνει ολόκληρο το περισκόπιο σε τακτά διαστήματα, να το καθαρίζει και στην συνέχεια να το επανασυναρμολογεί. Μετά από λίγο αχρηστεύθηκε και το αυτόματο πηδάλιο, υποχρεώνοντας τον μηχανικό Έντμοντ Γκόνταρντ να χειρίζεται αδιάκοπα το υποβρύχιο με τα ίδια του τα χέρια.

Η κατάσταση δεν ήταν διαφορετική στα υπόλοιπα τρία σκάφη. Όταν πλέον τα εργαλεία και τα ανταλλακτικά δεν επαρκούσαν για να αντιμετωπιστούν κάποιες μικροδιαρροές, το πλήρωμα άρχισε να χρησιμοποιεί οτιδήποτε βρισκόταν πρόχειρο: μονωτική ταινία, ύφασμα, ακόμη και τσίχλες. Σε χειρότερη μοίρα βρισκόταν το Χ-10 του Κέννεθ Χάντσπεθ. Μετά την τραγική απώλεια του Χ-9, ο Χάντσπεθ είχε απομείνει μόνος του για να εξουδετερώσει το Scharnhorst, αλλά αδυνατούσε ακόμα και να πλοηγήσει το σκάφος του: η γυροσκοπική πυξίδα, το περισκόπιο, το αυτόματο πηδάλιο και η αντλία του θαλάμου αποσυμπίεσης είχαν χαλάσει χωρίς πιθανότητα επισκευής, υποχρεώνοντάς τον να εγκαταλείψει απογοητευμένος την επιχείρηση.

Τώρα ο μόνος στόχος που είχε απομείνει ήταν το Tirpitz και όλο το βάρος της επιτυχίας έπεφτε πάνω στους κυβερνήτες των Χ-5, Χ-6 και Χ-7. Μέσα στις καρδιές των δώδεκα αυτών ανδρών έκαιγε ένα ακλόνητο πείσμα και μία σχεδόν παράλογη πίστη στην τελική επιτυχία, γεννημένη μέσα από την αυτοπεποίθηση που δημιουργούσε η σκληρή εκπαίδευση και η εμπιστοσύνη στις ικανότητές τους. Παρόλα αυτά όλοι γνώριζαν ότι όλα τα αποθέματα θάρρους και ψυχικής αντοχής στον κόσμο δεν θα μπορούσαν ποτέ να αποδειχθούν ισχυρότερα από την μηχανική αντοχή των υποβρυχίων τους…

   

 

ΤΕΤΑΡΤΗ 22 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ

Η επίθεση

 

Με το πρώτο λυκαυγές της 22ας Σεπτεμβρίου το Χ-6 βρισκόταν μπροστά στο ανθυποβρυχιακό δίχτυ προστασίας του Tirpitz σε βάθος 18 m και για τον δύτη Ρίτσαρντ Κένταλ είχε έρθει η ώρα να αναλάβει δράση. Βοηθούμενος από τους Κάμερον και Γκόνταρντ, φόρεσε την ελαστική στολή του βατραχανθρώπου με την φιάλη οξυγόνου, μπήκε στον θάλαμο κρατώντας το υδραυλικό εργαλείο κοπής των διχτύων και έκλεισε την θυρίδα περιμένοντας την διαταγή να τον πλημμυρίσει. Ο Κάμερον έφερε το σκάφος σε βάθος περισκοπίου για να παρατηρήσει την κίνηση στην επιφάνεια, αλλά με μόνη εξαίρεση μία μικρή περιοχή διαύγειας στο άνω αριστερό μέρος του φακού, το μόνο που έβλεπε ήταν μία πράσινη θολούρα.

«Κατάδυση στα 18 m. Πλημμυρισμένο περισκόπιο…»

Η απόγνωση είχε αποτυπωθεί στα πρόσωπα όλων. Μέσα στη σιωπή, ο Κάμερον έλυσε πάλι το περισκόπιο και το καθάρισε. Το συναρμολόγησε και ήταν έτοιμος να  φέρει πάλι το υποβρύχιο σε βάθος περισκοπίου, όταν άκουσε από πάνω του τον ρυθμικό ήχο μίας προπέλας. Το ανύψωσε και πριν προλάβει να πλημμυρίσει πάλι είχε τον ελάχιστο χρόνο να διακρίνει την πρύμνη ενός μικρού περιπολικού σκάφους να κατευθύνεται προς το ανθυποβρυχιακό δίχτυ –κάτι που μπορούσε να σημαίνει ότι η είσοδος ήταν ανοικτή περιμένοντας το σκάφος να περάσει! Θα ήθελε να είχε την ευκαιρία να το ακολουθήσει και να περάσει το δίχτυ από πίσω του, αλλά η ταχύτητα κατάδυσης ήταν τόσο μικρή που η είσοδος θα είχε κλείσει πριν ακόμα εκείνος προλάβαινε να περάσει. Υπήρχε όμως μία τελευταία επιλογή. Μία θεοπάλαβη επιλογή:

«Ανάδυση! Πρόσω ολοταχώς! Θα περάσουμε από πίσω του!».

Η φωνή του ήταν τόσο ενθουσιώδης ώστε κανείς δεν πρόλαβε να σκεφτεί τι σήμαινε αυτό. Ο Γκόνταρντ και ο Λόριμερ αντέδρασαν αυτόματα στη διαταγή. Μία απαλή αύρα σάρωνε την επιφάνεια δημιουργώντας μικρούς, απαλούς κυματισμούς. Αν κάποιος το έβλεπε από την ακτή, το μικροσκοπικό υποβρύχιο με το στενό κατάστρωμα θα έμοιαζε σαν μία μικρή σχεδία δεμένη στην πρύμνη του γερμανικού περιπολικού. Μέσα σε λίγα λεπτά το Χ-6 περνούσε την ανοικτή είσοδο του ανθυποβρυχιακού διχτυού, χαμένο κάτω από τον ελαφρό κυματισμό και τα απόνερά του πλοίου.

«Περάσαμε! Κατάδυση!». Το τέχνασμα είχε πετύχει.

Ο Γκόνταρντ έλυσε πάλι το περισκόπιο, το στέγνωσε και το τοποθέτησε στη θέση του. Ο Κάμερον το ανύψωσε και ερεύνησε. Το τοπίο γύρω του έσφυζε από γερμανικά πλοία κάθε μεγέθους τα οποία όμως παρουσίαζαν μία εικόνα απίστευτης ηρεμίας: μικρά πλοία που ανεφοδίαζαν τα μεγαλύτερα, άνδρες που κάπνιζαν αμέριμνοι και μερικοί άλλοι που ψάρευαν. Σε απόσταση μικρότερη των 400 m αριστερά του δέσποζε ο επιβλητικός όγκος του Tirpitz. Ήταν το τελευταίο πράγμα που πρόλαβε να δει πριν πλημμυρίσει πάλι το περισκόπιο.

«Καμία δραστηριότητα στην επιφάνεια. Βάθος περισκοπίου, πρόσω βραδέως».

Έλυσε το περισκόπιο και την επόμενη φορά που το ανέβασε κατάφερε να διακρίνει την σκοτεινή σιλουέτα του θωρηκτού και την σκιά του πάνω στο νερό. Πριν προλάβει να χαρεί το περισκόπιο εξερράγη ανάμεσα στα χέρια του. Η έκρηξη φώτισε το σκοτεινό εσωτερικό του υποβρυχίου και η φωτιά που ξέσπασε στα ηλεκτρικά κυκλώματα γέμισε τον χώρο με αποπνικτικούς καπνούς. Όλοι τινάχτηκαν να κλείσουν διακόπτες, να απομονώσουν κυκλώματα και να ανοίξουν τους πυροσβεστήρες με τα μάτια δακρυσμένα και κατακόκκινα και τους πνεύμονες να αγκομαχούν για μία ανάσα καθαρού αέρα. Ο Γκόνταρντ δεν δυσκολεύτηκε να ανιχνεύσει τη βλάβη: το μοτέρ ανύψωσης του περισκοπίου είχε καεί! Αυτό φαινόταν να είναι το τελειωτικό κτύπημα της τύχης, αλλά κανείς δεν ήθελε να αποδεχτεί την αποτυχία εκείνη τη στιγμή. Η ατμόσφαιρα ήταν βαριά, το οξυγόνο λιγοστό και η θερμοκρασία ανυπόφορη. Ο ιδρώτας έτρεχε σαν ορμητικό ποτάμι από τα κεφάλια τους, τυφλώνοντας τα μάτια και μουσκεύοντας τα ρούχα. Αντάλλαξαν σιωπηλές ματιές, αναζητώντας μεταξύ τους ένα νεύμα ενθάρρυνσης.

 

Η φωνή του Τζων Λόριμερ έσπασε πρώτη τη σιωπή.

«Ας δούμε τι μπορεί να καταφέρει ο “νάνος” μας, καπετάνιε!».

Ο Κάμερον αντιγύρισε ένα χαμόγελο ικανοποίησης: «Πρόσω βραδέως στα 18 m, Τζων. Ρίτσαρντ, θα με βοηθάς στην ανύψωση του περισκοπίου».

 

 

 

07.00

 

Το Χ-7 δεν ήταν τόσο τυχερό. Πριν δύο ώρες ο Γκόντφρεϋ Πλαίης και το πλήρωμά του είχαν εμπλακεί στο ανθυποβρυχιακό δίχτυ προστασίας και χρειάστηκαν μία ώρα για να απελευθερωθούν με βίαιες παλινδρομικές ωθήσεις οι οποίες εκτόξευσαν το αγανακτισμένο σκάφος στην επιφάνεια, ανάμεσα στις σημαδούρες που συγκρατούσαν τα δίχτυα. Εκτεθειμένο στα γερμανικά βλέμματα ολόκληρου του φιόρδ, το Χ-7 ουσιαστικά “πήδηξε” το δίχτυ στην επιφάνεια και καταδύθηκε αμέσως, μόνο και μόνο για να παγιδευτεί πάλι σε βάθος 22 m. Οι καρδιές των τεσσάρων ανδρών απειλούσαν να πεταχτούν από τα στήθη τους, καθώς περίμεναν να ακούσουν τον συριγμό του συναγερμού. Τίποτα δεν συνέβη. Μετά το πέρας μίας ακόμα ώρας και περισσότερων ελιγμών το σκάφος απελευθερώθηκε και άρχισε να κινείται, χωρίς κανείς να καταλάβει τι είχε συμβεί. Μάλλον είχαν περάσει κάτω από τα δίχτυα ή μέσα από την ανοικτή είσοδο. Με τις πυξίδες κατεστραμμένες από τους βίαιους ελιγμούς, ο Πλαίης αναδύθηκε σε βάθος περισκοπίου για να εντοπίσει τη θέση του και βρέθηκε να αντικρίζει το Tirpitz μόλις 30 m στα αριστερά του, χωρίς να μεσολαβεί τίποτα ανάμεσά τους. Ποτέ δεν έμαθε τι ακριβώς συνέβη και πέρασαν τα δίχτυα ή γιατί η παρουσία τους δεν έγινε αντιληπτή. Το μόνο που ήξερε ήταν ότι γίνονταν ακόμα θαύματα. Ρύθμισε τις νάρκες να εκραγούν σε μία ώρα και κατευθύνθηκε αριστερά προς την γενικότερη θέση της πλώρης του Tirpitz…

 

07.03

 

Με την κρίσιμη στιγμή της επίθεσης να πλησιάζει από λεπτό σε λεπτό, τα δύο σκάφη προχωρούσαν τώρα στα τυφλά, προσπαθώντας να εντοπίσουν τον στόχο τους. Αν δεν υπήρχε η ισχυρή αντίθεση φωτός και σκιάς πάνω στο νερό θα ήταν αδύνατον να πλοηγήσουν τα σκάφη τους. Προχωρώντας αργά, με μόνο οδηγό την θολή σκιά της τρόπιδας του Tirpitz κάτω από 10 μέτρα νερού, το Χ-6 σείστηκε από το αιφνίδιο τράνταγμα μίας αδυσώπητης σύγκρουσης που τίναξε τους άνδρες στο πάτωμα, τον έναν πάνω στον άλλον. Το σκάφος αναπήδησε με την πλώρη προς τα πάνω και με γωνία 60° “έσκασε” στην επιφάνεια, 100 m στα αριστερά του Tirpitz. Για μία φευγαλέα στιγμή ο Κένταλ, πεσμένος ανάσκελα, πρόλαβε να δει μία δέσμη ηλιακού φωτός να διαπερνά τις θυρίδες περιφερειακής όρασης. Το σκάφος έμεινε για λίγο μετέωρο με την πλώρη εκτεθειμένη έξω από το νερό και μετά η πρύμνη του άρχισε να βυθίζεται αργά προς τα πίσω, οδηγώντας το στον πυθμένα…

 

07.05

 

«Ε, Χάϊν! Ένα μακρύ, μαύρο αντικείμενο πετάχτηκε έξω από το νερό!

Ήταν η φωνή ενός υπαξιωματικού, χειριστή ενός αντιαεροπορικού του Tirpitz.

«Που;»

«Εκεί, κοντά στην ακτή!».

«Ονειρεύεσαι,» τον ειρωνεύτηκε ο υπαξιωματικός βάρδιας. «Κανένα υποβρύχιο δεν μπορεί να διαπεράσει τα δίχτυα μας».

«Το είδα σου λέω!»

«Θα ήταν καμία φώκια»

«Μα είχε καταπακτή!»

«Είχε πυργίσκο;»

«…Όχι, δεν είδα πυργίσκο…» απάντησε διστακτικός.

«Τότε καλύτερα πήγαινε να εξεταστείς! Υποβρύχιο χωρίς πυργίσκο!».

«Άκου, Χάϊν, δεν είμαι τρελός!»

« Κι όμως είσαι! Ξέρεις πόσο ρηχό είναι το νερό εκεί;».

 

07.10

 

Η αναπάντεχη σύγκρουση με τον ύφαλο και η απότομη άνοδος του υποβρυχίου είχε καταστρέψει τις πυξίδες, αφήνοντας τις βελόνες να γυρνούν σαν τρελές. Κάθε ένδειξη προσανατολισμού και κατεύθυνσης είχε χαθεί. Το Χ-6 αγκομαχώντας και ασθμαίνοντας σαν ετοιμοθάνατο κήτος από τις ζημιές που είχε επιφέρει η σύγκρουση, δεν υπάκουγε πλέον στους χειρισμούς και πετάχτηκε για δεύτερη φορά στην επιφάνεια, ακριβώς δίπλα στο αριστερό πλευρό της πλώρης του θωρηκτού. Όταν το νερό σταμάτησε να κατρακυλά από τις γυάλινες θυρίδες αποκάλυψε την θέα του γιγάντιου γκρίζου θωρηκτού που γέμιζε τον κόσμο τους. Οι καρδιές σταμάτησαν. Η ένταση έλουσε τα σώματα με αδρεναλίνη. Οι μυρωδιές του γράσου του πετρελαίου, του ιδρώτα και του μετάλλου είχαν ακινητοποιήσει τον βρώμικο αέρα, με μόνη εξαίρεση την θερμότητα που ανέδιδαν τα ίδια τα σώματα. Και τότε το διαπεραστικό στρίγκλισμα των σειρήνων αναστάτωσε τον σιωπηλό τους κόσμο…

 

07.20

 

«Κατάδυση! Κατάδυση!» Πριν τελειώσει τη φράση του ο Κάμερον, μία κόλαση πυρός από μικρά όπλα και χειροβομβίδες ξέσπασε γύρω τους. Τα θραύσματα εξοστρακίζονταν πάνω στο ατσάλινο κέλυφος του υποβρυχίου και τις πλευρικές νάρκες, ηχώντας σαν εκατοντάδες σφυριά. Το Χ-6 υπάκουσε και βρέθηκαν αμέσως κάτω από την πλώρη του Tirpitz, στο ύψος των πυροβόλων του πύργου “Β”. Εκεί δεν μπορούσε να τους αγγίξει τίποτα! Η αγωνία και η ένταση που για τόσες ώρες τσάκιζαν τα νεύρα τους, εξαφανίστηκε μονομιάς. Τώρα που η παρουσία τους ήταν γνωστή τα πράγματα ήταν πιο απλά. Για καθαρά τυπικούς λόγους ο Κάμερον τους ανέλυσε την κατάσταση:

«Αυτή τη στιγμή το δίχτυ θα είναι κλειστό. Ακόμη κι αν καταφέρουμε να βγούμε, εκεί έξω υπάρχουν πέντε αντιτορπιλικά που μας περιμένουν. Είμαστε παγιδευμένοι. Το μόνο που έχουμε να κάνουμε είναι να αφήσουμε τις νάρκες και να το αυτοβυθίσουμε»…

Ένα κύμα ανανεωμένου ενθουσιασμού τους πλημμύρισε όλους σαν να μη συνειδητοποιούσαν ότι τώρα πλέον δεν υπήρχε πιθανότητα διαφυγής. Πλησίασαν ακόμα περισσότερο τον στόχο τους, μέχρι που άκουσαν την πρύμνη του υποβρυχίου να ξύνει το μεταλλικό πλευρό του θωρηκτού μπροστά από τον πύργο “Β”. Ο Κάμερον ρύθμισε τις νάρκες να εκραγούν σε μία ώρα και στις 07.22 τράβηξε τον μοχλό. Οι δύο νάρκες κατρακύλησαν αργά προς τα κάτω, σηκώνοντας ένα μικρό σύννεφο λάσπης όταν άγγιξαν τον βυθό.

 

07.23

 

Αν και οι δύο κυβερνήτες το αγνοούσαν, ο συγχρονισμός της επίθεσής τους ήταν καταπληκτικός: το Χ-6 και το Χ-7 απείχαν ελάχιστα μέτρα μεταξύ τους και θα απελευθέρωναν τις νάρκες τους σχεδόν ταυτόχρονα. Ο Πλαίης είχε ακούσει τις εκρήξεις των χειροβομβίδων που εκτοξεύονταν εναντίον του Χ-6 και κατάλαβε ότι ο αιφνιδιασμός είχε χαθεί. Η αγωνία επιτάχυνε την αναπνοή, καταναλώνοντας το οξυγόνο σε έναν ρυθμό διπλάσιο του κανονικού. Τώρα τα πάντα βασίζονταν στην ταχύτητα.

«Βάθος 12 m, πρόσω ολοταχώς!».

Κοίταξε μέσα από τις γυάλινες θυρίδες και μόλις είδε την σκιά του Tirpitz να απλώνεται γύρω τους απελευθέρωσε την δεξιά νάρκη, ακριβώς κάτω από τον πύργο “Β”. Καταδύθηκε στα 18 m, προχώρησε ευθεία κατά μήκος της τρόπιδας του θωρηκτού και δύο λεπτά αργότερα απελευθέρωσε και την αριστερή, κάτω από τον πύργο “Χ”. Καταδύθηκε βαθύτερα στα 30 m και ετοιμάστηκε να εγκαταλείψει το φιόρδ το ταχύτερο δυνατό, αν και με την πυξίδα του κατεστραμμένη, δεν γνώριζε ούτε που να στραφεί για να βρει την έξοδο. Σε βάθος 20 m ένιωσαν το σκάφος να εμπλέκεται για τέταρτη φορά ανάμεσα στα δίχτυα…

 

07.25

 

Ανίκανοι να ελέγξουν πια το σκάφος τους, το πλήρωμα του Χ-6 άρχισε να καίει όλα τα μυστικά έγγραφα και τους χάρτες. Ο Λόριμερ κατάπιε ένα έγγραφο το οποίο ήταν τόσο υγρό από την υγρασία ώστε ήταν αδύνατον να καεί. Ο Κάμερον τους έδωσε τις τελευταίες οδηγίες.

«Θα αναδυθούμε και θα ανοίξουμε όλες τις αντλίες. Τζων, όταν θα εγκαταλείπουμε το σκάφος βάλε τον κινητήρα όπισθεν και τα πηδάλια σε γωνία κατάδυσης».

Λίγα λεπτά αργότερα το Χ-6 πεταγόταν στην επιφάνεια μέσα σε έναν λευκό αναβρασμό νερού, δίπλα σε μία γερμανική άκατο γεμάτη οπλισμένους στρατιώτες. Οι τέσσερις Βρετανοί άνοιξαν την καταπακτή και βγήκαν με τα χέρια υψωμένα ρουφώντας άπληστα τον κρύο, αναζωογονητικό αέρα. Οδηγήθηκαν πάνω στο κατάστρωμα ενός Tirpitz το οποίο φαινόταν να έχει ξυπνήσει απότομα μετά από έναν λήθαργο απραξίας δύο ετών: κάτω από τον διαπεραστικό ήχο των σειρήνων, οι 2.400 άνδρες του πληρώματος άρχισαν να τρέχουν δεξιά-αριστερά, ανεβοκατεβαίνοντας σκάλες, επανδρώνοντας θέσεις και κλείνοντας μπουκαπόρτες: τα πάντα ετοιμάζονταν για τον απόπλου του θωρηκτού. Οι Βρετανοί αιχμάλωτοι, με την εξαθλιωμένη εμφάνιση, τα κατακόκκινα μάτια και τα αξύριστα πρόσωπα, έστεκαν σιωπηλοί κάτω από την φρούρηση οκτώ οπλισμένων Γερμανών, ανταλλάσσοντας μεταξύ τους βλέμματα, καθώς περίμεναν να τιναχθούν στον αέρα από την ταυτόχρονη έκρηξη δύο ναρκών –ή έξι ναρκών, αν όλα τα υποβρύχια είχαν επιτύχει στην αποστολή. Η σιωπή τους άρχισε να εκνευρίζει τους Γερμανούς φρουρούς και κάποιος από αυτούς ξέσπασε:

«Γιατί δεν επιτεθήκατε; Είστε τόσο ανόητοι εσείς οι Βρετανοί! Διασχίσατε όλη αυτή την απόσταση και ούτε καν χρησιμοποιήσατε τις τορπίλες σας!».

Ο κυβερνήτης του Tirpitz, πλοίαρχος Χανς Μάϋερ, εμφανίστηκε μπροστά τους και οι πέντε άνδρες αντάλλαξαν στρατιωτικούς χαιρετισμούς σε στάση προσοχής σαν να βρίσκονταν σε επίσημη επιθεώρηση προσωπικού πάνω στο κατάστρωμα. Η ψυχραιμία των αιχμαλώτων τούς είχε μετατρέψει περισσότερο σε αντικείμενο περιέργειας, παρά μίσους. Κανένας δεν μπορούσε να κατανοήσει τι έκαναν αυτοί οι Βρετανοί εκεί, αφού τίποτα δεν φαινόταν να απειλεί το Tirpitz και αυτό τους ανησυχούσε περισσότερο. Εξαπέλυσαν μία εξονυχιστική έρευνα γύρω από το θωρηκτό με ακάτους, αντιτορπιλικά, ακόμη και με βατραχανθρώπους οι οποίοι θα ερευνούσαν την τρόπιδα του πλοίου. Όταν ο Κάμερον τους είδε να επιβιβάζονται σε μία άκατο, πετάχτηκε μπροστά και φώναξε:

«Μη τους στείλετε, θα σκοτωθούν».

Αυτό ήταν και η επιβεβαίωση των υποψιών του πλοίαρχου Μάϋερ: κάποιου είδους εκρηκτικά είχαν τοποθετηθεί κάτω από το πλοίο. Νέα κροταλίσματα πολυβόλων και εκρήξεις από βόμβες βυθού έστρεψαν όλα τα βλέμματα αριστερά της πλώρης –ήταν ένα ακόμα υποβρύχιο τσέπης το οποίο είχε πεταχτεί στην επιφάνεια, μπροστά ακριβώς στο εσωτερικό δίχτυ προστασίας του Tirpitz! Μόλις ο καταρράκτης του νερού καταλάγιασε γύρω από το μικρό σκαρί του, ο Κάμερον από το κατάστρωμα του Tirpitz πρόλαβε να διακρίνει μία λεπτομέρεια που δεν ήταν σε θέση να παρατηρήσουν οι Γερμανοί: τα άγκιστρα που συγκρατούσαν τις πλευρικές νάρκες ήταν κενά! Αυτό σήμαινε ότι τουλάχιστον οκτώ τόνοι Αματόλ θα ανατινάζονταν οποιαδήποτε στιγμή μετά τις 08.00…

 

07.40

 

Για την προηγούμενη μισή ώρα το Χ-7, προσπαθώντας να βρει στα τυφλά οποιαδήποτε έξοδο διαφυγής από το φιόρδ σε βάθος 20 m, μπλεκόταν και απεμπλεκόταν συνεχώς ανάμεσα στα δίχτυα για πέμπτη φορά εκείνη την ημέρα, έως ότου οι βίαιοι χειρισμοί το εκτίναξαν στην επιφάνεια, μπροστά στις σημαδούρες του ανθυποβρυχιακού διχτυού. Η εμφάνισή του έστρεψε όλα τα όπλα του φιόρδ εναντίον του. Το Χ-7 προχώρησε για λίγο στην επιφάνεια, σχεδόν χαμένο ανάμεσα στους πίδακες του νερού που σήκωναν γύρω του οι βόμβες βυθού. Ριπές πολυβόλων εξοστρακίζονταν επάνω στο μεταλλικό του σκαρί με κιτρινοκόκκινες λάμψεις. Μόλις πέρασε το δίχτυ, βυθίστηκε πάλι αργά και χάθηκε κάτω από την επιφάνεια…

 

08.12

 

Οι αιχμάλωτοι είχαν οδηγηθεί στα χαμηλότερα καταστρώματα του σκάφους για ανάκριση, όπου επαναλάμβαναν συνεχώς το όνομα, τον βαθμό και τον αριθμό μητρώου τους, προσπαθώντας να δείχνουν ήρεμοι. Είχαν την αίσθηση ότι η ατμόσφαιρα γύρω τους συστελλόταν με κάθε λεπτό που περνούσε. Ολόκληρη η δύναμη του σύμπαντος είχε συγκεντρωθεί στο Κάαφιορντ της Νορβηγίας, κάτω ακριβώς από την τρόπιδα του γιγάντιου θωρηκτού. Η καρδιά του Λόριμερ σφυροκοπούσε μέσα στο στέρνο του και οι παλάμες του ίδρωναν, αν και εκείνος ένιωθε ανίκανος να αναπνεύσει.

Οι τρεις νάρκες κάτω από τον πύργο “Β” εξερράγησαν ταυτόχρονα συμπαρασύροντας μαζί τους και την τέταρτη, κάτω από τον πύργο “Χ”, σε δύο διαδοχικές κολοσσιαίες υποθαλάσσιες εκρήξεις που συντάραξαν ολόκληρο το φιόρδ, ρίχνοντας τούς Βρετανούς στο πάτωμα. Ένας βαθύς βρυχηθμός σηκώθηκε από τα έγκατα του πλοίου, διαπερνώντας το από άκρη σε άκρη, σαν ρόγχος λαβωμένου κήτους που αργοπεθαίνει. Το ορμητικό ωστικό κύμα των εκρήξεων ανέβηκε από τον βυθό σαν συμπαγές υποθαλάσσιο “μανιτάρι” και εκτονώθηκε στην επιφάνεια σηκώνοντας τους 56.000 τόνους του θωρηκτού δύο μέτρα έξω από το νερό, αποκαλύπτοντας για πρώτη φορά μετά την καθέλκυσή του τις τρεις προπέλες του και ξηλώνοντας τους τρεις ογκώδεις κινητήρες από τις ατσάλινες βάσεις τους. Για ελάχιστα δευτερόλεπτα το πλοίο ταλαντεύτηκε σαν χορδή κατά τον διαμήκη άξονα και έπεσε πάλι στη θάλασσα. Τα πάντα βυθίστηκαν στο σκοτάδι. Ο Κάμερον και οι άνδρες του σηκώθηκαν διστακτικά διαπιστώνοντας ότι γύρω τους βασίλευε ένα χάος από σειρήνες, ποδοβολητά και φωνές. Οι ίδιοι ήταν ζωντανοί. Οι Γερμανοί που τους φρουρούσαν ήταν ζωντανοί. Το κατάστρωμα κάτω από τα πόδια τους ήταν ακέραιο και άθικτο. Από όσο μπορούσαν να κρίνουν, τα πάντα γύρω τους έσφυζαν από υγεία -και η αποστολή είχε αποτύχει…

 

Εκείνο που δεν γνώριζαν ήταν ότι στην αριστερή πλευρά του πλοίου, κάτω από τον πύργο “Χ”, έχασκε μία τεράστια τρύπα στο μέγεθος της πόρτας ενός στάβλου, μέσα από την οποία εισέρεε ορμητικά το νερό πλημμυρίζοντας το διαμέρισμα του δεύτερου γεννητριοστασίου. Οι άξονες των ελίκων είχαν ραγίσει και το αριστερό πηδάλιο ήταν κατεστραμμένο. Μία ώρα αργότερα το Tirpitz θα ήταν βαρύτερο κατά 500 τόνους νερού και παράλυτο για τους έξι επόμενους μήνες.

 

08.35

 

Οι εκρήξεις είχαν καταστρέψει τα όργανα ελέγχου και τα πηδάλια του Χ-7 τινάζοντάς το πάλι στην επιφάνεια σαν άδειο πλαστικό μπουκάλι. Μέσα από ρωγμές των τοιχωμάτων τινάζονταν στενοί πίδακες νερού που πλημμύριζαν το σκάφος. Με τις τελευταίες δυνάμεις που διέθετε ο κινητήρας, το Χ-7 πλησίασε ένα πλοιάριο που βρισκόταν αγκυροβολημένο 250 m μπροστά του και το πλεύρισε. Δίνοντας την διαταγή εγκατάλειψης, ο Πλαίης άνοιξε την καταπακτή και πήδηξε στην θάλασσα για να δεχτεί πρώτος τα γερμανικά πυρά που θα τους υποδέχονταν. Πιάστηκε από τα σχοινιά της κουπαστής και ανασύρθηκε μέχρι το κατάστρωμα. Το πλοιάριο ήταν άδειο. Έβγαλε το λευκό μάλλινο πουλόβερ της στολής του και το κούνησε σε ένδειξη παράδοσης. Όταν γύρισε πίσω του να κοιτάξει είδε με τρόμο το Χ-7 να βυθίζεται μπροστά στα μάτια του, παίρνοντας μαζί και τους τρεις συντρόφους του… 

Λίγο αργότερα μία άκατος τον παρέλαβε και τον οδήγησε στο Tirpitz. Θυμήθηκε ότι οι μπότες που φορούσε ήταν “δανεισμένες” από έναν συνάδελφό του στην Αγγλία ο οποίος θα έκανε πολύ καιρό για να τις πάρει πίσω. Μόλις πάτησε το πόδι του στο κατάστρωμα άκουσε γύρω του πυροβόλα να ξεσπούν σε ένα εκκωφαντικό όργιο πυρός και γύρισε να κοιτάξει: στα δεξιά του Tirpitz, περίπου 500 m έξω από τον κλοιό του προστατευτικού διχτυού, είδε ένα υποβρύχιο να εμφανίζεται στην επιφάνεια. Ήταν το Χ-5 του Χέντυ Κρηρ! Το άτυχο υποβρύχιο, καθυστερημένο από μηχανικά προβλήματα και τσακισμένο από τις εκρήξεις των ναρκών, αναγκάστηκε να αναδυθεί όπως και το Χ-7. Οι βαριές πυροβολαρχίες του φιόρδ το διέλυσαν πριν ακόμα προλάβουν να ανοίξουν οι καταπακτές του…

 

08.35-11.35

Ασφυξία

 

Τετρακόσια μέτρα μακρύτερα και 40 m βαθύτερα από το σημείο που στεκόταν ο Πλαίης, τα υπόλοιπα τρία μέλη του Χ-7 βρίσκονταν εγκλωβισμένα μέσα στον θάλαμο διακυβέρνησης του βυθισμένου υποβρυχίου τους, περιμένοντας σιωπηλά την στάθμη του νερού να αγγίξει τις μπαταρίες. Όταν το δηλητηριώδες χλώριο θα άρχιζε να πλημμυρίζει τον αέρα θα φορούσαν τις συσκευές οξυγόνου. Κατόπιν θα περίμεναν το νερό να καλύψει πλήρως το εσωτερικό του υποβρυχίου και όταν η εσωτερική και η εξωτερική πίεση θα είχαν εξισωθεί θα άνοιγαν τις καταπακτές και θα διέφευγαν προς την επιφάνεια. Το οξυγόνο στις φιάλες τους επαρκούσε για 50 λεπτά, χρόνος αρκετός για να καλύψεις την απόσταση των 40 μέτρων. Στη θεωρία ήταν απλό. Στην πράξη συνειδητοποίησαν ότι οι σχεδιαστές είχαν σφάλει. Όταν το νερό άγγιξε τις μπαταρίες και φόρεσαν τις μάσκες η στάθμη του νερού βρισκόταν ακόμα κάτω από τα γόνατά τους. Για να πλημμυρίσει ολόκληρο το σκάφος θα χρειάζονταν άλλα 45 λεπτά –δηλαδή θα τους απέμενε οξυγόνο πέντε λεπτών για να φθάσουν στην επιφάνεια! Προσπαθούσαν να αναπνέουν αργά και σταθερά, αλλά ο πανικός δεν τους άφηνε. Είναι δύσκολο να μην πανικοβληθείς μετά από παραμονή μίας ώρας μέσα σε ένα κατασκότεινο, κλειστοφοβικό ατσάλινο φέρετρο που ακουμπούσε στον πυθμένα της θάλασσας, με τον φόβο του πνιγμού να φλερτάρει τα πνευμόνια σου. Όταν πανικοβάλλεσαι, αναπνέεις ταχύτερα. Όταν νιώσεις το άγγιγμα του παγωμένου πολικού νερού να παραλύει τα μέλη σου, αναπνέεις ταχύτερα. Όταν συνειδητοποιήσεις ότι έχεις οξυγόνο μόνο για πέντε λεπτά, αναπνέεις ταχύτερα. Έχεις χίλιους-δύο λόγους για να καταναλώσεις το οξυγόνο σου ταχύτερα. Η μόνη λύση είναι να κολυμπήσεις προς την επιφάνεια ταχύτερα, αλλά τότε στη μέση της διαδρομής το αίμα σου θα γεμίσει άζωτο και θα έχεις πεθάνει πριν αντικρίσεις το φως του ήλιου…

Στις 11.35, τρεις ώρες αργότερα από τη στιγμή που βυθίστηκε το Χ-7, ο Ρόμπερτ Αίτκεν, ο έμπειρος δύτης του πληρώματος, ήταν ο μοναδικός ο οποίος περισυλλέχτηκε ημιθανής από τους Γερμανούς, έχοντας καταναλώσει και την τελευταία ανάσα οξυγόνου του λίγα μέτρα πριν την επιφάνεια, με τον θάνατο ζωγραφισμένο στα μάτια του. Οι άλλοι δύο παρέμειναν για πάντα στον παγωμένο βυθό του Κάαφιορντ, βιώνοντας κάθε τραγικό λεπτό του αργού θανάτου τους. Το οξυγόνο τους είχε τελειώσει πριν ακόμα εγκαταλείψουν το υποβρύχιο.

Οι έξι επιζήσαντες της επιχείρησης (Κάμερον, Πλαίης, Λόριμερ, Κένταλ, Γκόνταρντ και Αίτκεν) αντιμετώπισαν τον θαυμασμό του πλοιάρχου Χανς Μάϋερ και κατόπιν οδηγήθηκαν σε στρατόπεδο αιχμαλώτων από όπου θα απελευθερώνονταν μετά το τέλος του πολέμου. Στους κυβερνήτες Ντόναλντ Κάμερον και Γκόντφρεϋ Πλαίης απενεμήθη ο Σταυρός της Βικτωρίας.

Για τους υπόλοιπους 14 μήνες της ασήμαντης σταδιοδρομίας του το Tirpitz δεν θα ήταν τίποτα άλλο παρά ένας ακίνητος στόχος σκοποβολής βομβαρδιστικών της RAF. Στις 12 Νοεμβρίου 1944 δύο βόμβες βάρους έξι τόνων και μήκους έξι m από τις καταπακτές μίας Μοίρας Lancaster, θα το έστελναν στον βυθό του Κάαφιορντ μαζί με 1000 περίπου άνδρες του. Τρεις από αυτούς θα παγιδεύονταν στα έγκατά του και θα ζούσαν κάθε λεπτό του αργού ασφυκτικού θανάτου τους, όπως ακριβώς και οι εννέα Βρετανοί αντίπαλοί τους έναν χρόνο πριν.

 

 

 

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

1.       Thomas Gallagher: “Against All Odds -Midget Submarines against the Tirpitz”, McDonald, 1971.

2.       C. Warren & J. Benson: “Above us the Waves”, Harrap, 1953.

3.       F. Walker & P. Mellor: “The Mystery of X-5”, William Kimber, 1988.

4.       Edwin Gray: “Hitler’s Battleships”, Leo Cooper, 1992.

Return to the Home Page