ΠΙΕΡ ΑΝΡΙ ΚΛΟΣΤΕΡΜΑΝ

(PIERRE HENRI CLOSTERMANN)  

Ο ΑΣΣΟΣ ΤΩΝ ΕΛΕΥΘΕΡΩΝ ΓΑΛΛΩΝ  

 

Ο Πιέρ Κλώστερμαν έσβυσε στις 27 Μαρτίου 2006, 85 ετών ,στο εξοχικό του στα Πυρηναία. 

Αφησε πίσω του όμως κάτι που δεν σβύνεται εύκολα 

«Το Μεγάλο Θέαμα τελείωσε! Το κοινό έμεινε ικανοποιημένο. Το πρόγραμμα ήταν λίγο βαρύ, οι ηθοποιοί όχι κι άσχημοι. Θα τα συζητάμε όλα αυτά κάποτε, γύρω από το οικογενειακό τραπέζι και όταν πια θα έχουν όλα ξεχαστεί -η ορχήστρα, τα βεγγαλικά, οι πολύχρωμες στολές- στην πλατεία του χωριού θα έχουν απομείνει μόνο τα ίχνη από τις σκηνές του Μεγάλου Τσίρκου. Η βροχή και η ανθρώπινη λησμονιά θα τα σβήσει ακόμη κι αυτά».

Ο επίλογος του βιβλίου του Κλώστερμαν , 

‘Το Μεγάλο Τσίρκο’

το προσωπικό του ημερολόγιο στον 2ο ΠΠ

 

Το παρόν άρθρο δημοσιεύτηκε στο τεύχος ΑΕΡΟΠΟΡΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ Δεκεμβρίου 2002-Ιανουαρίου2003. Ενα αντίγραφο του τεύχος αυτού φέρει την ιδιόχειρη υπογραφή του Clostermann , αφιερωμένο στους Αγγελο Δαλασσηνό & Γιάννη Μανσόλα 

Dear Yannis

 

- There I was , such long time 

ago....

-History is quick to forget

    Sincerely

 

       Pier Clostermann

 

Στην σελίδα στο εσωτερικό του περιοδικού όπου αρχίζει το άρθρο, ο ίδιος ο Πιέρ μου αφιέρωσε (στα αγγλικά) τα παραπάνω λιτά και τόσο συγκινητικά λόγια 

Η υπογραφή του αυτή αποτελεί σήμερα ανεκτίμητο δώρο του φίλου που έφυγε

 

ΣΗΜ : Την επαφή με τον Πιέρ επιμελήθηκε ο Μανουέλ Περάλες ο οποίος και του παρέδωσε το περιοδικό. Ο διάλογος έγινε στα γαλλικά και η αφιέρωση στα αγγλικά με παραξένεψε λίγο , αλλά ο Μανουέλ μου θύμισε και το περασμένο πια της ηλικίας του Πιέρ , τότε στα 82 του.

 

 
 Άγγελος Δαλασσηνός

 

 

 

«Η αερομαχία είναι το πιο επικίνδυνο από όλα τα παιχνίδια

-και το πιο συναρπαστικό. Εισχωρεί στο αίμα όπως το κρασί.

Γερνά τους ανθρώπους κατά 40 χρόνια μέσα σε 40 ημέρες και

διαλύει το νευρικό σύστημα μέσα σε μία ώρα. Είναι ένα γρήγορο παιχνίδι.

Ο μέσος όρος ζωής ενός πιλότου στο μέτωπο ήταν 48 ώρες

-και για πολλούς έμοιαζε σαν ένας αιώνας»

 

Έλλιοτ Σπρινγκς

Αμερικανός Άσσος του Α΄ΠΠ 

 

 

   

 

ΑΠΡΙΛΙΟΣ 1945: ΤΑ ΤΕΣΣΕΡΑ TEMPEST ΕΠΕΣΤΡΕΦΑΝ ΑΠΟ ΜΙΑ ΠΡΟΣΒΟΛΗ ΑΜΑΞΟΣΤΟΙΧΙΩΝ, ΜΕ ΠΥΚΝΗ ΚΑΛΥΨΗ ΑΝΤΙΑΕΡΟΠΟΡΙΚΩΝ, ΟΤΑΝ Ο ΚΛΟΣΤΕΡΜΑΝ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕ ΕΝΑ ΛΕΠΤΟ, ΑΔΙΟΡΑΤΟ ΙΧΝΟΣ ΚΑΜΜΕΝΗΣ ΓΛΥΚΟΛΗΣ ΝΑ ΒΓΑΙΝΕΙ ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΤΟ ΡΥΓΧΟΣ ΤΟΥ ΜΠΡΟΥΚΕΡ. Ο ΙΔΙΟΣ ΔΕΝ ΕΙΧΕ ΑΝΤΙΛΗΦΘΕΙ ΤΙΠΟΤΑ. ΜΕΤΑ ΤΑ ΠΑΝΤΑ ΣΥΝΕΒΗΣΑΝ ΜΕΣΑ ΣΕ ΚΛΑΣΜΑΤΑ ΤΟΥ ΔΕΥΤΕΡΟΛΕΠΤΟΥ. ΤΟ TEMPEST ΤΡΑΝΤΑΧΤΗΚΕ ΣΥΓΚΟΡΜΟ ΚΑΙ ΜΙΑ ΜΑΚΡΥΑ ΦΛΟΓΑ ΞΕΤΥΛΙΧΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΜΗΚΟΣ ΤΗΣ ΑΤΡΑΚΤΟΥ. ΤΑ ΓΑΝΤΟΦΟΡΕΜΕΝΑ ΧΕΡΙΑ ΤΟΥ ΜΠΡΟΥΚΕΡ ΠΑΛΕΨΑΝ ΜΕ ΤΗΝ ΚΑΛΥΠΤΡΑ, ΑΛΛΑ ΤΗΝ ΕΠΟΜΕΝΗ ΣΤΙΓΜΗ ΜΙΑ ΚΟΚΚΙΝΗ ΑΝΤΑΥΓΕΙΑ ΠΛΗΜΜΥΡΙΣΕ ΤΟ ΚΟΚΠΙΤ. ΤΟ TEMPEST ΑΝΑΠΟΔΟΓΥΡΙΣΕ ΚΑΙ ΠΡΟΣΕΚΡΟΥΣΕ ΣΤΟ ΕΔΑΦΟΣ ΜΕ ΤΗ ΡΑΧΗ, ΑΦΗΝΟΝΤΑΣ ΠΙΣΩ ΤΟΥ ΕΝΑ ΜΑΚΡΥ ΙΧΝΟΣ ΠΥΡΑΚΤΩΜΕΝΩΝ ΣΥΝΤΡΙΜΜΙΩΝ. ΟΙ  ΥΠΟΛΟΙΠΟΙ ΕΙΧΑΝ ΑΠΟΜΕΙΝΕΙ ΤΟΣΟ ΕΜΒΡΟΝΤΗΤΟΙ, ΩΣΤΕ ΔΕΝ ΕΙΔΑΝ ΠΟΤΕ ΤΙΣ ΣΚΙΕΣ ΤΩΝ ΔΥΟ FOCKE WULF ΠΟΥ ΞΕΠΕΤΑΧΤΗΚΑΝ ΑΘΟΡΥΒΑ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΡΩΙΝΗ ΑΧΛΗ: ΜΙΑ ΣΕΙΡΑ ΚΟΚΚΙΝΩΝ ΤΡΟΧΙΟΔΕΙΚΤΙΚΩΝ, Η ΦΕΥΓΑΛΕΑ ΕΙΚΟΝΑ ΤΩΝ ΜΕΓΑΛΩΝ ΜΑΥΡΩΝ ΣΤΑΥΡΩΝ ΣΤΑ ΦΤΕΡΑ ΚΑΙ ΤΟ TEMPEST ΤΟΥ ΤΕΡΝΕΡ ΕΠΕΣΕ ΣΕ ΠΕΡΙΔΙΝΗΣΗ ΑΦΗΝΟΝΤΑΣ ΤΑ ΣΥΝΤΡΙΜΜΙΑ ΤΟΥ ΚΑΤΑ ΜΗΚΟΣ ΜΙΑΣ ΛΕΩΦΟΡΟΥ, ΔΙΠΛΑ ΣΕ ΕΚΕΙΝΑ ΤΟΥ ΜΠΡΟΥΚΕΡ. ΤΑ FOCKE WULF ΕΞΑΦΑΝΙΣΤΗΚΑΝ ΟΣΟ ΓΡΗΓΟΡΑ ΕΙΧΑΝ ΕΜΦΑΝΙΣΤΕΙ… Ο ΜΠΡΟΥΚΕΡ ΗΤΑΝ ΠΟΛΥ ΚΑΙΡΟ ΔΙΟΙΚΗΤΗΣ ΤΗΣ ΠΤΕΡΥΓΑΣ. ΚΑΝΕΙΣ ΔΕΝ ΜΠΟΡΟΥΣΕ ΝΑ ΤΗΝ ΦΑΝΤΑΣΤΕΙ ΧΩΡΙΣ ΑΥΤΟΝ…

 

  

  

Ιούνιος 1943.

Ήταν πρωί στο Μπίγκιν Χιλ και η δροσιά γλιστρούσε σε σταγόνες από τα φτερά των Spitfire. Ήταν ένα πρωινό που ήθελες περισσότερο να το απολαύσεις, παρά να σκοτώσεις. Σε μία γωνία των οικημάτων διασποράς ένα γραμμόφωνο έπαιζε κάποια αγαπημένη μελωδία. Οι Γάλλοι εθελοντές της 341 Μοίρας «Αλσατία» λαγοκοιμόντουσαν νωχελικά στις ξαπλώστρες τους ή έπαιζαν χαρτιά. Μερικοί μηχανικοί προσπαθούσαν να λύσουν έναν κινητήρα. Ξαφνικά το τηλέφωνο χτύπησε και οι αισθήσεις τεντώθηκαν. Το ακουστικό κατέβηκε και ακούστηκε η φωνή του υπασπιστή:

«Νωρίς πρωινό για τους πιλότους, θα έχουμε “παράσταση” σύντομα!».

Τραπέζια και καρέκλες άρχισαν να οργανώνονται για την ενημέρωση. Για τον σμηνία Πιέρ Ανρί Κλόστερμαν και ορισμένους ακόμα Γάλλους εθελοντές της RAF  ήταν η πρώτη φορά που θα έπαιρναν μέρος σε μία αποστολή βαθιά μέσα στην εχθρική περιοχή και υπήρχε μία ατμόσφαιρα ανησυχίας. Οι πιλότοι σπρώχνονταν για να πιάσουν θέση και τα πρώτα τσιγάρα άναβαν από ελαφρά τρεμάμενα δάχτυλα. Οι τοίχοι της αίθουσας ενημέρωσης ήταν καλυμμένοι με χάρτες, πίνακες και τα σχεδιαγράμματα αναγνώρισης εχθρικών αεροσκαφών, υποδεικνύοντας τις κατάλληλες γωνίες διόρθωσης σκόπευσης. Ξεχωριστή θέση ανάμεσα στα άλλα κατείχε ο πίνακας επιβίωσης με τις συμβουλές από την πείρα των παλιότερων:

 

 

_Ο Γερμανός έρχεται πάντα από τον ήλιο.

_Μην πυροβολήσεις αν δεν δεις το λευκό των ματιών του.

_Μην κυνηγάς ποτέ αυτόν που σε πυροβόλησε. Κάποιος άλλος θα σε χτυπήσει σίγουρα από πίσω.

_Καλύτερα να έχεις μία αμφίβολη νίκη, παρά να σε καταρρίψουν και να έχει ο Γερμανός μία επιβεβαιωμένη.

_Αυτός που δεν είδες είναι αυτός που θα σε ρίξει!

_Μη σκέφτεσαι εκείνη την ξανθούλα. Το Focke Wulf που δεν είδες σκοτώνει τον σύντροφό σου!

_Σιγή στον ασύρματο. Μην “πήζετε” τις συχνότητες.

_Αν σε καταρρίψουν πάνω από εχθρικό έδαφος, δραπέτευσε. Αν σε πιάσουν, βούλωσέ το!

 

 

Ο μεγάλος χάρτης που κάλυπτε από το Λονδίνο μέχρι την Ολλανδία είχε επάνω του σημειωμένη την διαδρομή της αποστολής: προστασία βομβαρδιστικών που θα έπλητταν γερμανικά αεροδρόμια στην περιοχή της Αμιέν. Ο διοικητής της Πτέρυγας, Άλαν Ντηρ, έδωσε τις λεπτομέρειες της αποστολής, ενώ οι πιλότοι κρατούσαν σημειώσεις σε χαρτιά, τετράδια, ακόμα και πάνω στα χέρια τους: συχνότητες, κωδικοί κλήσεων… Ο Ντηρ θα οδηγούσε τους άνδρες του με το χαρακτηριστικό κλήσης «Βρούτος». Ώρα απογείωσης 12.30. Αυστηρή σιγή ασυρμάτου.

«Μη βρεθεί κανένας να τα χαλάσει όλα για να πιάσει ψιλοκουβέντα! Και ο Νο2 ας μην ξεχνάει την ευθύνη του να καλύπτει τον Νο1. Άντε, τα μάτια σας ανοιχτά και καλή τύχη σε όλους».

Όλοι άρχισαν να τρέχουν προς την έξοδο. Ο Κλόστερμαν ανέβασε τον γιακά, έσφιξε το φουλάρι του, ανέβασε τις κάλτσες και φόρεσε τα γάντια. Στην δεξιά τσέπη οι χάρτες, στην αριστερή ένα μαχαίρι και στη ζώνη το περίστροφο. Ο μηχανικός του έφερε το αλεξίπτωτο και την μικρή σωσίβια λέμβο, ενώ ο ηλεκτρολόγος συνέδεε τα καλώδια των ακουστικών και ρύθμιζε την ροή οξυγόνου στη μάσκα. Δέθηκε σφιχτά στο κάθισμα του Spitfire ΙΧNL-B” και άρχισε τις δοκιμές: σκοπευτικό, κάμερα, ασύρματος, οξυγόνο. Ρύθμισε τον καθρέφτη οπίσθιας όρασης, ενώ ο μηχανικός γυρνούσε γύρω από το αεροσκάφος με ένα κατσαβίδι στα χέρια του κλείνοντας καλά όλες τις θυρίδες. Τα πάντα στο αεροδρόμιο φαίνονταν να κινούνται. Το αυτοκίνητο του Άλαν Ντηρ άρχισε να πλησιάζει από μακριά. Κατέβηκε και πήδηξε μέσα στο αεροσκάφος του. Οι πυροσβέστες ανέβηκαν στα οχήματα και δίπλα τους έφτασε ένα νοσοκομειακό. Τα πάντα έτοιμα…

Μία σιωπή απλώθηκε στο αεροδρόμιο και όλοι περίμεναν το σύνθημα από τον διοικητή. Ο Κλόστερμαν είχε στριμωχτεί άβολα στο κάθισμά του και η άκρη του σωσίβιού του τον ενοχλούσε, αλλά τώρα ήταν αργά για να τη διορθώσει. Ο σμηναγός Ρενέ Μουσότ, ο διοικητής της Αλσατικής Μοίρας, έκανε μία τελευταία βόλτα γύρω από τα αεροπλάνα των πιλότων του και μπήκε στο δικό του. Μετά από λίγο η έλικα του στρίγκλισε παίρνοντας τις πρώτες στροφές και η φωνή του ακούστηκε από τον ασύρματο:

«Όλα έτοιμα, σηκώστε τους διακόπτες!».

Οι Rolls Royce πήραν μπροστά. Οι μηχανικοί τράβηξαν τα τσόκ, αποσυνέδεσαν τις μπαταρίες εκκίνησης και απομακρύνθηκαν. Το Spitfire του Μουσσότ τροχοδρόμησε πρώτο. Από πίσω του τα υπόλοιπα 11 Spitfire άρχισαν να κλυδωνίζονται άκομψα στον διάδρομο απογείωσης και σηκώθηκαν μέσα σε ένα σύννεφο σκόνης, παίρνοντας σχηματισμό μάχης. Οι τροχοί ανασύρθηκαν μέσα στις φωλιές τους. Ο Κλόστερμαν πετούσε σαν Νο2 του ανθυποσμηναγού Μαρτέλ, του ξανθού γίγαντα με τους φαρδείς ώμους. Ευθυγράμμισε το αεροσκάφος, μείωσε ταχύτητα και πλησίασε το φτερό του. Κατέβασε τα γυαλιά του και ανάσανε βαθιά. Με την άκρη του ματιού κοίταξε γρήγορα τα όργανα: πίεση, λάδια, θερμοκρασία, στροφές. Στα 5.000 m ο ουρανός, παρθένος από νέφη, είχε μία αστραφτερή καθαρότητα. Το κρύο ήταν δυνατό και οι πιλότοι ανέπνεαν δύσκολα. Έβλεπαν τον ήλιο, αλλά δεν ένιωθαν την θέρμη του. Από κάτω η Μάγχη ήταν καλυμμένη από ομίχλη. Στο βάθος του ορίζοντα διακρινόταν μία γαλάζια μακριά γραμμή, σκεπασμένη από ένα λεπτό στρώμα ομίχλης: η πατρίδα του. Διέκρινε ακόμα και τον Σηκουάνα να ελίσσεται σαν ασημένιο φίδι.

Κατά τη διάρκεια της πτήσης ο χρόνος κυλά προσδίδοντας στους πιλότους μία αίσθηση απατηλής ανεμελιάς. Είναι μία στιγμή που νοιώθεις μόνος. Καταλήγεις να νομίζεις πως ονειρεύεσαι με τα μάτια ανοιχτά: τα Spitfire σε κλιμακωτό σχηματισμό, ανεβοκατεβαίνουν αργά και το ρυθμικό βούισμα των κινητήρων σε νανουρίζει. Όλα είναι τόσο αδιάφορα…

Και ξαφνικά ο πόλεμος ξεσπάει!

«Προσοχή Βρούτε, εδώ Γκρας Σηντ!». Η φωνή του Βρετανού αρχιελεγκτή έκανε τον Κλόστερμαν να αναπηδήσει.

«Είκοσι εχθρικά συγκλίνουν επάνω σου, από ψηλά!».

Ο Μαρτέλ μπήκε στη συχνότητα.

«Πρόσεχε, Βρούτε, εδώ Κίτρινος 1. Ίχνη υδρατμών στην Ώρα 3!».

Ο Κλόστερμαν έστρεψε το κεφάλι του ολόγυρα και εντόπισε τα λευκά ίχνη να πλησιάζουν με ταχύτητα από δύο πλευρές. Απασφάλισε νευρικά τα πολυβόλα.

«Εδώ Βρούτος! Τα μάτια σας ανοιχτά, παιδιά!», απάντησε ο Ντηρ.

Ο Κλόστερμαν ρύθμισε την έλικα σε μικρό βήμα, άναψε το σκοπευτικό και ενστικτωδώς πλησίασε το Spitfire του Μαρτέλ. Ο ουρανός ξαφνικά είχε γίνει εχθρικός.

«Εδώ Βρούτος. Ετοιμαστείτε για δεξιό break, οι μπάσταρδοι είναι ακριβώς από πάνω μας!»

Στα χίλια μέτρα οι σιλουέτες των γερμανικών άρχισαν να διακρίνονται. Το σώμα του σφίχτηκε απότομα. Είδε το Spitfire του Μαρτέλ να στρίβει γρήγορα και τον ακολούθησε από πίσω. Άνοιξε τη μανέτα και η φυγόκεντρος κόλλησε την πλάτη του στο κάθισμα. Την επόμενη στιγμή χάθηκε ανάμεσα σε ελισσόμενα αεροσκάφη που στριφογύριζαν σαν άγριο μελίσσι. Μία φωνή αντήχησε μέσα από τον ασύρματο.

«Κίτρινε 2, break!».

Τότε θυμήθηκε ότι “Κίτρινος 2” ήταν ο ίδιος!

Ο φόβος ανέβασε τον παλμό του. Κλώτσησε άγρια τα ποδωστήρια και είδε κόκκινα τροχιοδεικτικά να περνούν δίπλα από την καλύπτρα του. Μία πληθώρα των εικόνων πλημμύρισε το κεφάλι του σε μία συγκεχυμένη ακολουθία: διασταυρούμενα τροχιοδεικτικά διέγραφαν αργές καμπύλες στον αέρα, τρία Focke Wulf ταλάντευαν τα φτερά τους, ένα αλεξίπτωτο άνοιξε σαν τουλίπα, φωνές συνεπαρμένες από τον πυρετό της μάχης γέμιζαν τα ακουστικά του. Τότε αντίκρισε τον πρώτο του Γερμανό. Ένα FW 190! Κυκλικός κινητήρας, κοντά φτερά, τετραγωνισμένο ουραίο, κίτρινο ρύγχος, μεγάλοι μαύροι σταυροί περιβεβλημένοι με άσπρες γραμμές. Το Focke Wulf του έριξε δύο ριπές και τον προσπέρασε.

«Πρόσεχε, πρόσεχε! …Break!».

Ακατάληπτες κραυγές ξεσπούσαν αμείλικτες στα αυτιά του. Του ήταν αδύνατον να τις αναγνωρίσει. Είχε χάσει τον Μαρτέλ και έψαχνε απελπισμένος για κάποια βοήθεια. Άλλο ένα Focke Wulf πετάχτηκε μπροστά του. Τα φτερά του άστραψαν από τις εκτυφλωτικές λάμψεις των πυροβόλων, γκρίζα ίχνη καπνού από τις εξατμίσεις, λεπτές γραμμές υδρατμών από τα τετραγωνισμένα ακροπτερύγια. Γύρισε την κοιλιά του ανάποδα και βυθίστηκε προς το έδαφος δείχνοντάς του τους μαύρους σταυρούς των φτερών του.

Ένα άλλο ορμούσε επάνω του κατά μέτωπο! Περιέστρεψε το Spitfire ανάποδα, πάτησε την σκανδάλη και τρεμούλιασε μαζί με τα πολυβόλα. Το Focke Wulf πέρασε από μπροστά του και οι ριπές έφυγαν στο κενό. Προσπαθώντας να στρίψει πιο κλειστά από τον Γερμανό τα χέρια του έσφιξαν το στικ με όλη του τη δύναμη… Τίποτα… Το Focke Wulf είχε εξαφανιστεί και ανακάλυψε ότι τα δάχτυλά του πατούσαν ακόμα τη σκανδάλη σκοτώνοντας τον άδειο ουρανό. Οργίστηκε με την αποτυχία του, αλλά αυτό δεν βελτίωσε το σημάδι του. Το βρήκε να βυθίζεται μακριά, του έριξε άλλη μία ριπή, αλλά το γερμανικό ήταν ταχύτερο και διέφυγε άθικτο. Ο ουρανός ξαφνικά άδειασε και έμεινε μόνος του. Μία γρήγορη ματιά στα καύσιμα: 35 γαλόνια –καιρός για επιστροφή.

Στο Μπίγκιν Χιλ συνάντησε και τα υπόλοιπα Spitfire. Προσγειώθηκε, έδωσε μία τελευταία μικρή ώθηση στη μανέτα για να καθαρίσει τον κινητήρα και έκλεισε τους διακόπτες. Τον τύλιξε η σιωπή. Ένας μηχανικός τον βοήθησε να λύσει τους ιμάντες του. Τι παράξενο που ήταν να ακούς πάλι φωνές που δεν τις παραμόρφωνε ο ασύρματος. Πήδηξε στο έδαφος νιώθοντας τα πόδια του μουδιασμένα και αδύναμα. Ο Μαρτέλ τον πλησίασε και τον αγκάλιασε από τον λαιμό:

«Που ήσουν, Κλο-Κλο; Νομίζαμε ότι την “πάτησες”!».

Προχώρησαν μαζί μέχρι τον Μουσσότ και τους άλλους.

«Ε, Κλο-Κλο, είδες τον Μπερώ; Μου φαίνεται ότι την “ψώνισε”. Το αεροπλάνο του έφαγε δύο βλήματα των 20mm».

Ο Μπερώ είχε πράγματι καταρριφθεί, αλλά για τον Κλόστερμαν εκείνη ήταν η πρώτη του μεγάλη περιπολία πάνω από την Γαλλία και είχε επιστρέψει ζωντανός! Εκείνο το απόγευμα στη λέσχη ένιωθε σαν Άρχοντας του Κόσμου.

 

 

 

ΟΙ ΠΡΩΤΕΣ ΝΙΚΕΣ

27 Ιουλίου 1943.

Το πρωινό μοιράστηκε γρήγορα και ακολούθησε ενημέρωση. Ο στόχος ήταν το αεροδρόμιο της Τρικεβίλ, κοντά στη Χάβρη, το οποίο θα βομβαρδιζόταν από δύο κύματα των 72 Marauder. Η Μοίρες 341 και η 611 θα παρείχαν την κάλυψη, προκαλώντας ουσιαστικά τα γερμανικά καταδιωκτικά σε ευθεία αναμέτρηση στον αέρα. Ετοιμαζόταν γενναίος καυγάς! Ο Μουσσότ καθόταν σε μία γωνία δείχνοντας ήρεμος, αλλά λίγο θλιμμένος. Ψηλός, λεπτός, με διαπεραστική ματιά και κοφτή φωνή. Ο πρώτος πιλότος ο οποίος κατετάγη στην Αεροπορική Δύναμη των Ελεύθερων Γάλλων. Ένας άνθρωπος τον οποίο θα ακολουθούσες ακόμα και στον θάνατο. Ο Κλόστερμαν κατάλαβε τι σκεφτόταν: αναρωτιόταν με πίκρα πόσα από τα παιδιά της Μοίρας του θα επιβίωναν. Ο ντε Μεζίλλις, ο μονόχειρας με το τεχνητό χέρι, είχε σκοτωθεί την προηγούμενη εβδομάδα όταν τα φτερά του Spitfire του είχαν διπλωθεί σε μία βύθιση. Ο Κομμαιγιέ και ο Αρτώ είχαν σκοτωθεί μαζί, όταν τα αεροσκάφη τους συγκρούστηκαν σον αέρα. Την τελευταία φορά ο Μπερώ… 

Όταν απογειώθηκαν ο Μουσσότ κρατούσε τους πιλότους άγρυπνους με την σταθερή φωνή του:

«Τουρμπάνι, εδώ Γκίμλετ: Όλοι τα μάτια ανοιχτά!…Κίτρινε Τομέα, έλα πιο πάνω!».

Κατόπιν τα πάντα συνέβησαν αστραπιαία.

«Focke Wulf στην Ώρα 11, Κίτρινε!».

Μία δωδεκάδα FW-190 ξεπετάχτηκαν μέσα από τον ήλιο ορμώντας πάνω στα Spitfire. Το πρώτο του σχηματισμού πέρασε μόλις 100 m αριστερά του Κλόστερμαν: ένα μεγαλοπρεπέστατο, γυαλιστερό Focke Wulf, στολισμένο με κίτρινες λωρίδες. Έστριβε κλειστά για να “πάρει” τα νώτα των Spitfire. Ο Πιέρ κατάφερε να διακρίνει καθαρά τον πιλότο μέσα από την μεγάλη διάφανη καλύπτρα, σκυμμένο μπροστά. Ο Μαρτέλ βρισκόταν ήδη ανάμεσα στον εχθρικό σχηματισμό.

«Άντε Κίτρινο Τουρμπάνι, επίθεση!»

Τα πάντα χάθηκαν μέσα σε έναν κυκεώνα κίτρινων ρυγχών και μαύρων σταυρών. Το στομάχι του Κλόστερμαν τον έσφιγγε, αλλά δεν είχε τον χρόνο να νιώσει φόβο. Κλώτσησε τα ποδωστήρια και όρμησε στη μάχη.

Ένα FW αποκολλήθηκε από τα άλλα αφήνοντας πίσω του ένα σπιράλ μαύρου καπνού κι ο Μαρτέλ κόλλησε από πίσω του για να το αποτελειώσει. Δύο Γερμανοί όρμησαν στην ουρά του. Ο Κλόστερμαν άνοιξε πυρ εκτός βεληνεκούς, αλλά τους ανάγκασε να εγκαταλείψουν τον Μαρτέλ και να στραφούν προς το μέρος του. Κράτησε την ψυχραιμία του και αντέδρασε ενστικτωδώς, εκτελώντας τον βασικότερο ελιγμό της RAF στις αερομαχίες κλειστών ελιγμών: απότομη άνοδος, μείωση ταχύτητας, μισή περιστροφή. Πριν τα δύο γερμανικά προλάβουν να στρίψουν 180° εκείνος βρισκόταν ήδη πίσω από τον δεύτερο. Μικρή πίεση στα ποδωστήρια και το FW-190 βρέθηκε στο στόχαστρο, μόλις 200 m μπροστά. Πάτησε την σκανδάλη και είδε τις αναλαμπές των πυροβόλων να πετάγονται από παντού. Το Focke Wulf άστραψε ολόκληρο από τα πλήγματα. Μέσα από τον πυκνό μαύρο καπνό ξεπετάχτηκαν φλόγες που έγλυψαν την άτρακτο. Ο Γερμανός έριξε το αεροπλάνο του σε μία απεγνωσμένη δεξιά στροφή και λίγο αργότερα ανατινάχτηκε σαν χειροβομβίδα. Τα συντρίμμια χόρεψαν ολόγυρά και ο κινητήρας έπεσε σαν αναμμένη μπάλα. Ένα φλεγόμενο φτερό αποκολλήθηκε και έπεσε περιστρεφόμενο αργά προς το έδαφος. Ο Κλόστερμαν φώναξε μέσα από τον ασύρματο σαν μικρό παιδί:

«Έ, Κίτρινε 1, έριξα έναν! Έριξα έναν! Θεέ μου τον έριξα!».

Ο ουρανός γέμισε από Focke Wulf που έρχονταν από παντού. Ένιωσε να σκάει και άνοιξε περισσότερο το οξυγόνο. Το μόνο που ένιωθε ήταν ένα ρυθμικό σφυροκόπημα στα μελίγγια, το στήθος και τα χέρια. Ένα FW βρέθηκε αρκετά κοντά δελεάζοντάς τον να σπαταλήσει μερικά βλήματα. Γύριζε συνεχώς το κεφάλι του ελισσόμενος με μέγιστη ταχύτητα και ξαφνικά βρέθηκε κάθετα πάνω από έναν Γερμανό. Όρμησε επάνω του αψηφώντας το ενδεχόμενο της σύγκρουσης. Τον είδε στο σκοπευτικό να μεγαλώνει διαρκώς: κοντά φτερά, κίτρινο ρύγχος, άτρακτος που λέπταινε προς τα πίσω. Μέσα από την καλύπτρα είδε το πρόσωπο του πιλότου να γυρνά το κεφάλι του προς τα πάνω και να τον κοιτάει … Ο Γερμανός αντίκριζε τον θάνατο και το συνειδητοποίησε μέσα σε εκείνα τα κλάσματα του δευτερολέπτου. Δύο σύντομες ριπές και το κόκπιτ διαλύθηκε σε κομμάτια. Ο Κλόστερμαν τράβηξε πίσω τη μανέτα και η απότομη μείωση της ταχύτητας τίναξε το κεφάλι του μπροστά. Κοιτώντας χαμηλά είδε το γερμανικό να γλιστράει αργά προς το κάτω και τον πιλότο να πέφτει με αλεξίπτωτο.  

Είχε τρελαθεί! Είχε ρίξει δύο Γερμανούς! Κατακλυζόταν από υπερηφάνεια, αλλά και τα νεύρα του ήταν τεντωμένα. Ο ουρανός άδειασε ξαφνικά. Κοίταξε τρία χιλιόμετρα χαμηλότερα και είδε τα γερμανικά να αποσύρονται στα ανατολικά. Που ήταν ο Μαρτέλ; Κοίταξε προς τα πάνω και τον είδε. Το Spitfire του αναμετριόταν με ένα τελευταίο Focke Wulf. Μονομαχούσαν μόνοι τους σε μία επίδειξη ακροβατικών ελιγμών: στροφές, περιστροφές, “Ίμμελμαν”, αλλά κανείς δεν αποκτούσε το πλεονέκτημα. Ξαφνικά, σαν να το συμφώνησαν, έκαναν “break” και επανήλθαν σε μία μετωπική αναμέτρηση: ο ένας καταπάνω στον άλλον, ανοίγοντας πυρ με τα πάντα! Ο πρώτος που θα έστρεφε θα έμενε εκτεθειμένος στα πυρά του άλλου, χωρίς να μπορεί να ανταποδώσει! Τα δύο μαχητικά άνοιξαν πυρ. Καθώς η απόσταση μειωνόταν, το FW 190 εγκατέλειψε πρώτο και το Spitfire πέρασε ανέπαφο μέσα από τα θραύσματα του Γερμανού…

Επιστρέφοντας στο Μπίγκιν Χιλ, ο Κλόστερμαν δεν αντιστάθηκε στον πειρασμό να εκτελέσει πάνω από το αεροδρόμιο την περιστροφή της νίκης και όταν προσγειώθηκε βγήκε από το κόκπιτ κοιτάζοντας λοξά να δει αν οι άλλοι θα άκουγαν την προσποιητά αδιάφορη ανακοίνωσή του:

«Α, αλήθεια, έριξα και δύο Focke Wulf…».

Εκείνη η έξοδος κατέληξε σαν μία μεγάλη μέρα για την Αλσατική Μοίρα. Όλοι είχαν διεκδικήσει από μία τουλάχιστον νίκη, χωρίς καμία απώλεια Ο μεγαλόκαρδος Μουσσότ παραχώρησε ευγενικά την νίκη του στον άπειρο Νο2 του. Ο Μαρτέλ, έχοντας σημειώσει την εντυπωσιακότερη κατάρριψη της ημέρας, έμεινε γρήγορα άφραγκος γιατί υποχρεώθηκε να κεράσει όλες τις μπύρες στη λέσχη!

 

ΤΟ ΚΥΝΗΓΙ ΤΩΝ “NO-BALLS

 

Μετά τις πρώτες νίκες το καλοκαίρι του 1943 και το βάπτισμα του πυρός πάνω από τη Γαλλία, ο Πιέρ Κλόστερμαν αναγκάστηκε να αποχωριστεί με βαριά καρδιά τους συμπατριώτες του της Αλσατικής Μοίρας στα τέλη Σεπτεμβρίου, για να μετατεθεί στην 602, μία από τις παλαίμαχες Μοίρες της RAF που είχαν διακριθεί στην Μάχη της Αγγλίας. Μετά από μακρά περίοδο ανασύστασης και ανασυγκρότησης, η Μοίρα επανερχόταν τώρα στην επιχειρησιακή δράση εν όψει της συμμαχικής απόβασης στην Νορμανδία τον επόμενο χρόνο. 

Την 1η Δεκεμβρίου 1943 η RAF βρισκόταν «…σε κατάσταση υστερίας από την είδηση για την ύπαρξη ενός νέου γερμανικού όπλου», όπως έλεγε σκυθρωπός ο Αξιωματικός Πληροφοριών στην αίθουσα ενημέρωσης. «Μία ιπτάμενη βόμβα: ένα νέο όπλο καταστροφής, αδύνατον να αναχαιτιστεί. Ίσως οι Γερμανοί μπλοφάρουν, αλλά δεν μπορούμε να καθόμαστε με σταυρωμένα χέρια και μία μέρα να δούμε το Λονδίνο να γίνεται σκόνη». Η υπόθεση πήρε γρήγορα τεράστιες διαστάσεις και αποφασίστηκε η καταστροφή κάθε βάσης που πιθανώς να στέγαζε τέτοιες βόμβες. Οι βάσεις αυτές πήραν την κωδική ονομασία “Noballs” και ξεφύτρωναν στον χάρτη σαν μανιτάρια.

Η RAF στήριζε τις ελπίδες της στην Μοίρα 184, εφοδιασμένη με τα παλιά Hurricane Mk II, οπλισμένα με τέσσερα πυροβόλα και οκτώ ρουκέτες, το βάρος των οποίων μείωνε την ταχύτητά τους στα 330 km/h, γεγονός το οποίο επέβαλλε την προστασία τους από τα γερμανικά καταδιωκτικά. Αυτήν θα την ανελάμβαναν οι πιλότοι της 602. Στις 20 Δεκεμβρίου 1943 οι πιλότοι των Spitfire θα καταντούσαν απλοί θεατές μίας τραγωδίας στην οποία τα γερμανικά καταδιωκτικά δεν έκαναν καν τον κόπο να εμφανιστούν…

Συνοδεύoντας οκτώ Hurricane, πετώντας χαμηλά πάνω από τις γαλλικές ακτές, τα πράγματα ήταν ήσυχα, ώσπου, ξαφνικά πάνω από την Αμπεβίλ, η γαλλική ύπαιθρος μετατράπηκε σε κόλαση φωτιάς. Από κάθε γωνιά, δένδρο και θάμνο τα αριστοτεχνικά παραλλαγμένα αντιαεροπορικά άνοιξαν πυρ. Τα Spitfire άρχισαν τους ελιγμούς πετώντας πάνω από τις δενδροκορφές διατηρώντας ακόμα τον σχηματισμό ανοικτού μετώπου. Ανάμεσα στους μαύρους καπνούς των εκρήξεων οι πιλότοι άκουγαν τα μεταλλικά θραύσματα να κροταλίζουν πάνω στα φτερά τους σαν χαλάζι πάνω σε λαμαρίνα. Ο Κλόστερμαν άρχισε να διακρίνει τα πρώτα ορύγματα ανάμεσα στα δένδρα. Γύρω του το τοπίο χανόταν σε μία φευγαλέα, ακαθόριστη θολούρα γκρίζων αντικειμένων. Παρακολουθώντας τις καμπυλωτές τροχιές των αντιαεροπορικών είχε την εντύπωση ότι πήγαιναν κατευθείαν επάνω του, αλλά την τελευταία στιγμή ξέφευγαν στο πλάϊ. Έπαιξε λίγο με τα ποδωστήρια, αλλά ο ελιγμός έφερε το αεροπλάνο του μέσα στις τροχιές τριών βλημάτων των 20 mm που τα άκουσε να τρυπούν την άτρακτό του. Ξαφνικά η βάση των V-1 απλώθηκε μπροστά τους. Το μόνο που πρόδιδε την παρουσία τους ήταν οι πλατφόρμες εκτόξευσης, μήκους 40 m και ύψους 6 m. Παντού ολόγυρα αντιαεροπορικά. Ευθυγράμμισε το αεροπλάνο, σημάδεψε ένα από τα τετράδυμα και άνοιξε πυρ με τα πάντα. Είδε την σειρά των βλημάτων να σηκώνουν αυλάκια σκόνης στο έδαφος και δεν θα ξεχνούσε ποτέ την στιγμή που είδε τις ριπές του να κόβουν κυριολεκτικά έναν Γερμανό πυροβολητή στα δύο…

Είχε έλθει η ώρα για την επίθεση των Hurricane. Τα οκτώ μαχητικά βυθίστηκαν. Μπροστά τους τα τροχιοδεικτικά σχημάτισαν ένα πύρινο τείχος εκρηκτικών. Ο πιλότος του πρώτου Hurricane σκοτώθηκε ακαριαία τη στιγμή που εκτόξευε τις ρουκέτες του. Το αεροσκάφος ανυψώθηκε απότομα και στην κορυφή της τροχιάς του η έλικα σταμάτησε. Βύθισε το δεξί φτερό, έμεινε για λίγο μετέωρο σαν να κρεμόταν από μία κλωστή και καρφώθηκε στο έδαφος με μία περιδίνηση. Το δεύτερο Hurricane κόπηκε στα δύο με έναν κρότο σαν μολύβι που σπάει. Το ουραίο αποκολλήθηκε και το μαχητικό συνετρίβη μέσα στο δάσος, θερίζοντας στο πέρασμά του τα δένδρα. Το επόμενο ζεύγος επιτέθηκε ταυτόχρονα. Το ένα τυλίχθηκε στις φλόγες και σύρθηκε στο έδαφος αφήνοντας πίσω του μία τεράστια πύρινη ουρά. Το επόμενο σημάδεψε εύστοχα το καταφύγιο εκτόξευσης, πυροδότησε τις ρουκέτες του και ανυψώθηκε σχεδόν άθικτο, με τον πιλότο στο εσωτερικό του να αιμορραγεί από τα τραύματα δύο βλημάτων στον μηρό και ενός στα πλευρά.

Ο αρχηγός του σχηματισμού, Κεν Τσάρνεϋ, ανέθεσε σε δύο Spitfire να συνοδεύσουν το Hurricane πίσω στη βάση και κατόπιν διέταξε τους υπόλοιπους να επιτεθούν!

Το αίμα στις φλέβες τους πάγωσε…

«Ανάπτυξη κατά μέτωπο, εμπρός, επίθεση!» ακούστηκε επιτακτική η φωνή του.

Τα Spitfire πήραν θέση επίθεσης και όρμησαν, πετώντας πέντε μέτρα πάνω από το έδαφος. Τα αντιαεροπορικά όμως, είχαν βρει την απόσταση βολής πριν ακόμα αρχίσει η επίθεση. Ο Κλόστερμαν είδε τα τροχιοδεικτικά από πέντε διαφορετικά πυροβόλα να διασταυρώνονται μπροστά του. Δεν ετίθετο θέμα επίθεσης, αλλά επιβίωσης! Κλώτσησε άγρια τα ποδωστήρια για να αποφύγει τα πυρά και άκουσε τρεις κρότους να διαπερνούν την άτρακτό του. Συρρικνώθηκε στο κάθισμά του, κάθιδρος από φόβο, νιώθοντας τους μυς του να παραλύουν. Ο φόβος τον έκανε να τραβήξει πίσω το στικ και αυτό τον έκανε να χάσει την προστασία του εδάφους. Μέσα στα ελάχιστα δευτερόλεπτα που διάρκεσε η άνοδος μέχρι τα 750 m δέχτηκε πέντε βλήματα: ένα εξερράγη στο αριστερό πηδάλιο κλίσης που το άφησε να κρέμεται από μία ίνα αλουμινίου, τρία στα πηδάλια ύψους-βάθους και ένα διαπέρασε μία από τις λεπίδες της έλικας. Την επόμενη στιγμή το Spitfire χάθηκε μέσα στη γκρίζα, υγρή μάζα των νεφών και λίγο αργότερα ο Κλόστερμαν αντίκρισε πάλι τον γαλάζιο ουρανό, χωρίς να καταλαβαίνει γιατί ζούσε ακόμα.

Το αεροσκάφος δεν υπάκουγε στις κλίσεις και τσακίστηκε στην προσγείωση, μαζί με εκείνο του Κεν Τσάρνεϋ. Οι μηχανικοί του Κλόστερμαν ανακάλυψαν ένα βλήμα σφηνωμένο στις φιάλες οξυγόνου το οποίο δεν είχε καταφέρει να τις διατρήσει και άλλο ένα μέσα στον κινητήρα του που θα μπορούσε κάλλιστα να τον είχε μετατρέψει σε φως και θερμότητα, αλλά απλά…δεν έτυχε.

Παρά τις αυξανόμενες απώλειες οι επιθέσεις συνεχίστηκαν με αμείωτη ένταση επειδή το επιτελείο έκρινε ότι ο κίνδυνος των V-1 έπρεπε να εξαλειφθεί εν όψει της συμμαχικής απόβασης. Έτσι μέχρι τις αρχές Μαίου 1944 οι πιλότοι τεσσάρων Μοιρών Spitfire κτυπούσαν τις βάσεις συνεχώς, μέχρι που τελικά λύγισαν κάτω από το βάρος των ίδιων τους των απωλειών. Οι “Noballs” είχαν πληρωθεί ακριβά σε αίμα, χωρίς να το αξίζουν…

Η απόβαση πραγματοποιήθηκε χωρίς βέβαια να έχει εξαλειφθεί ο κίνδυνος των ιπτάμενων βομβών, αλλά τώρα πια το συμμαχικό επιτελείο είχε θέσει άλλες προτεραιότητες. Η αεροπορική υποστήριξη των συμμαχικών στρατευμάτων στη Γαλλία είχε την προτεραιότητα. Τελικά στις 11 Ιουνίου 1944 ήρθε η μεγάλη στιγμή που τόσα χρόνια ονειρευόταν ο Πιέρ Κλόστερμαν –η στιγμή που θα πατούσε και πάλι το πόδι του στην Γαλλία. Το απόγευμα εκείνης της ημέρας τα 12 Spitfire της 602 προσγειώθηκαν σε ένα γαλλικό χωράφι. Μόλις ο Κλόστερμαν έσβησε τον κινητήρα του, έτρεξε να τον υποδεχτεί ένας Βρετανός στρατιώτης που του άνοιξε την καλύπτρα και τον καλωσόρισε:

«Λοιπόν, Γάλλε…καλωσήρθες στην βομβαρδισμένη πατρίδα σου!»

Ο Κλόστερμαν βγήκε από το κόκπιτ σαν μαγεμένος, πνιγμένος από την σκόνη και την συγκίνηση: πρώτη φορά μετά από τέσσερα ολόκληρα χρόνια…

 

ΝΟΡΜΑΝΔΙΑ

 

 

Τις αμέσως επόμενες ημέρες άρχισαν οι επιθετικές περιπολίες και οι προσβολές στόχων εδάφους. Στο σμήνος του Κλόστερμαν ανατέθηκε ο πολυβολισμός μίας φάλαγγας φορτηγών. Αρχηγός σχηματισμού θα ήταν ο ίδιος. Ο Τζίμμυ Νο2, ο Μπρους Ντράμπελ Νο3 και ο Μάους Μάνσον Νο4. Η αποστολή ήταν εύκολη και με πιλότους σαν αυτούς δεν χρειαζόσουν πολλά λόγια για να συνεννοηθείς -ένα απλό λίκνισμα των φτερών αρκούσε. Αλλά δεν θα έφταναν ποτέ μέχρι τον στόχο…

«Έλα, Πιέρ, δύο αεροσκάφη ώρα 11!». Ήταν η φωνή του Τζίμμυ.

Ήταν δύο Fw-190, τρία χιλιόμετρα μακρύτερα, που πετούσαν πάνω από τις κορυφές των δένδρων, έτοιμα να διασταυρώσουν τον βρετανικό σχηματισμό. Σε απόσταση ενός χιλιομέτρου ο Κλόστερμαν οδήγησε τα αεροσκάφη του σε μία γρήγορη άνοδο για να κερδίσουν το πλεονέκτημα του ύψους. Οι Γερμανοί εντόπισαν καθυστερημένα τα Spitfire και αποφάσισαν να διακινδυνεύσουν μία επίθεση κατακόρυφης ανόδου από χαμηλότερο ύψος. Ένα από αυτά πέρασε σαν αστραπή μπροστά από τα μάτια του Κλόστερμαν και τράβηξε άγρια το στικ δεξιά για να το ακολουθήσει. Το δεξιό του ακροπτερύγιο αστόχησε την κορυφή ενός δένδρου για ένα μέτρο. Με την άκρη του ματιού του πρόλαβε να διακρίνει μία ανάφλεξη στο έδαφος, δίπλα σε ένα αγρόκτημα. Μέσα από το μαύρο σύννεφο του καπνού πετάχτηκε το φλεγόμενο φτερό ενός Spitfire και αναπήδησε στον αέρα, κομμένο από τη ρίζα. Κοίταξε μπροστά του και βρέθηκε στα νώτα ενός Fw το οποίο έστριψε κλειστά και απέφυγε τα πυρά του. Τότε ακούστηκε η απελπισμένη φωνή του Τζίμμυ:

«Εμπρός, Μαξ Ρεντ, βοήθησέ με γρήγορα!… Την “έφαγα”!…».

Ο Κλόστερμαν όμως ήταν απασχολημένος. Το Focke Wulf που του είχε ξεφύγει βρισκόταν τώρα στην ουρά του. Με την ψυχή στα δόντια έσπρωξε τη μανέτα και χώθηκε μέσα στα σύννεφα με μία αναστροφή “Ίμμελμαν”. Όταν ξαναβγήκε τα Focke Wulf είχαν εξαφανιστεί. Η συμπλοκή είχε διαρκέσει 60΄΄. Δίπλα του ένα Spitfire βυθιζόταν αργά προς το έδαφος με την έλικά του να χάνει στροφές. Κοιτώντας μέσα από την καλύπτρα, διέκρινε μόνο μία μορφή βουλιαγμένη στο κάθισμα και πίσω ακριβώς από το πιλοτήριο μία σειρά από τρύπες σε τακτά διαστήματα. Κοίταξε τα γράμματα στην άτρακτο και η αναπνοή του κόπηκε: “LO-S” –ήταν ο Τζίμμυ!

«Έλα, Τζίμμυ, είσαι καλά;»…

Καμία απάντηση…

«Πήδα έξω, Τζίμμυ, προσπάθησε! Για τ’όνομα του Θεού, πήδα!!!». Η βύθιση του Spitfire έγινε όλο και πιο απότομη και ο Κλόστερμαν έκλεισε τα μάτια για να μην δει τη στιγμή της πρόσκρουσης. Όταν τα άνοιξε πάλι αντίκρισε μόνο μία φλεγόμενη μάζα συντριμμιών δίπλα σε ένα δρόμο και ένιωσε το στομάχι του να ανακατεύεται.  

To aeroplano tou Clostermann me to smhnoV 602

Ο δρόμος της επιστροφής ήταν μοναχικός, γεμάτος δάκρυα για την απώλεια των φίλων και ντροπή για την έκβαση: ήταν τέσσερις εναντίον δύο… Το ηθικό έπεσε χαμηλά, τα νεύρα πολλών ήταν τεντωμένα και ο Κλόστερμαν είχε ήδη αρχίσει να χρησιμοποιεί Μπενζεντρίν για να ανταπεξέλθει στην πίεση των επιχειρήσεων. Μαύροι κύκλοι είχαν σχηματιστεί γύρω από τα μάτια του και τον τελευταίο καιρό έδειχνε να έχει χάσει οκτώ κιλά. Στην επόμενη ιατρική του εξέταση ο γιατρός τού διπλασίασε την δόση της αμφεταμίνης. Ο ίδιος θορυβήθηκε από την κατάσταση γιατί ήξερε τι σημαίνει αυτό: ένας πιλότος με διαρκώς τεντωμένα νεύρα έχανε σταδιακά την αίσθηση του κινδύνου, καταντούσε επικίνδυνος για την ασφάλεια των υπολοίπων, κοιμόταν όρθιος πριν το καταλάβει και σύντομα “πήγαινε στο σπίτι του” με κάποια τυπική αιτιολογία, ίσως και ένα παράσημο για την ηθική ικανοποίηση. Ο ίδιος καταλάβαινε ότι χρειαζόταν ξεκούραση, αλλά δεν ήθελε να εγκαταλείψει και την Μοίρα του.

17 Ιουλίου 1944. Ο καιρός χάλια: σύννεφα στα 500, 1000 και τα 3000 m. Παρόλα αυτά, καμία ανάπαυση.

«Άμεση απογείωση! Όλα τα διαθέσιμα αεροσκάφη! Πολλά εχθρικά νότια της Καν!».

Ήταν η κραυγή που τάραζε τα νεύρα και τα στομάχια όλων. Ελάχιστα αεροπλάνα ήταν έτοιμα για επιχειρήσεις και το “LO-D” του Κλόστερμαν ήταν ένα από αυτά. Άρπαξε το σωσίβιο και την μάσκα και φόρεσε το αλεξίπτωτο τόσο βιαστικά που ήταν αμφίβολο αν θα ξεδιπλωνόταν την κρίσιμη στιγμή.

Πάνω από τον τομέα επιχειρήσεων, στα 2.000 m, τα πάντα καλύπτονταν από σύννεφα. Ανάμεσα στα νέφη ξεχώριζαν κάτι ύποπτες κουκίδες. Η φωνή του Φρανκ Γούλεϋ ακούστηκε από τον ασύρματο: «Έτοιμοι για αριστερό break, παιδιά…Πάμε!».

Ήταν ένας συμπαγής σχηματισμός 40 Focke Wulf, ένα χιλιόμετρο ψηλότερα. Απέρριψαν τις δεξαμενές τους για να δείξουν ότι έχουν όρεξη για καυγάδες. Ο Κλόστερμαν ένιωθε ακμαίος. Η Μπενζεντριν έκανε θαύματα! Το λαρύγγι του παλλόταν από την πίεση του αίματος, η αδρεναλίνη τον έλουζε και το τρέμουλο του κινητήρα δονούσε την σπονδυλική του στήλη. Με χέρια που έτρεμαν σήκωσε την ασφάλεια των όπλων. Έσφιξε τους ιμάντες του περισσότερο και βυθίστηκε στο κάθισμά του. Είδε τα γερμανικά να ορμούν επάνω τους. Έσπρωξε τη μανέτα, κέρδισε ύψος με μία σπειροειδή άνοδο και όρμησε στη μάχη.

Καθώς τα πάντα γύρω στροβιλίζονταν σε έναν χάος αεροπλάνων και τροχιοδεικτικών, είδε από μακριά δύο Focke Wulf να ολοκληρώνουν μία κλειστή στροφή και να κατευθύνονται επάνω του σε πορεία μετωπικής σύγκρουσης. Τα γερμανικά τροχιοδεικτικά σχημάτισαν φωτεινά πλοκάμια που αναζήτησαν το αεροσκάφος του και χάθηκαν κάτω από την άτρακτό του. Τράβηξε το στικ τόσο δυνατά που τα πάντα μαύρισαν γύρω του. Η δύναμη των “g” κόλλησε το κεφάλι του στο κάθισμα και η μάσκα οξυγόνου γλύστρησε από τη μύτη του. Με τα χέρια του απασχολημένα στα χειριστήρια ήταν ανίκανος να την επαναφέρει. Προσπάθησε να ανασάνει από το στόμα και ένιωσε το σάλιο του να κυλά στο λαιμό του και να καταλήγει στο φουλάρι του. Σε μία αερομαχία των 650 km/h περισσότερο αισθάνεσαι τον εχθρό, παρά τον βλέπεις. Κοίταξε στον καθρέφτη οπίσθιας όρασης και κόντεψε να λιποθυμήσει: τέσσερα Fw βρίσκονταν στην ουρά του, σε απόσταση 50 m. Τα φτερά τους άστραψαν από τις λάμψεις των πυροβόλων. Για ένα κλάσμα του δευτερολέπτου ένιωσε να παραλύει, αλλά το ένστικτο της αυτοσυντήρησης λειτούργησε μόνο του. Κλώτσησε άγρια τα ποδωστήρια, τράβηξε το στικ πίσω και μετά στο πλάϊ, σε μία συνεχόμενη κίνηση.

Μπροστά του εντόπισε ένα άλλο γερμανικό που έστριβε ψάχνοντας για κάποιον αντίπαλο. Συγκέντρωσε την ψυχραιμία του και τον έβαλε στο σκοπευτικό. Το Fw διέφυγε με μία δεξιά στροφή και μία κάθετη άνοδο σαν ρουκέτα. Ο Κλόστερμαν το ακολούθησε μειώνοντας συνεχώς την απόσταση. Ήταν τόσο κοντά ώστε διέκρινε ολοκάθαρα κάθε λεπτομέρεια: τις γαλαζωπές φλόγες των εξατμίσεων, την λερωμένη άτρακτο, την γκριζοπράσινη ράχη και την γαλάζια κοιλιά. Πάτησε το κουμπί και τα φτερά τρεμούλιασαν από την οπισθοδρόμηση των πυροβόλων. Με μία ελαφριά κίνηση του στικ έκανε το κόκκινο σταυρόνημα του σκοπευτικού να διασχίσει το μήκος της ατράκτου του γερμανικού, κάνοντας τα βλήματα των 20 mm να ταξιδέψουν πάνω της σε μία σειρά από σπίθες και εκρήξεις που χόρευαν πάνω στο αλουμίνιο, προχωρώντας προς τον κινητήρα. Η εικόνα του όμορφου Focke Wulf διαλύθηκε απότομα. Το κόκπιτ έγινε κομμάτια. Φλόγα και μαύρος καπνός συνόδεψαν τα εκτοξευόμενα συντρίμμια.

Στα δεξιά του το “LO-B” του Κέντ βυθιζόταν καταδιώκοντας έναν Γερμανό και έτρεξε να καλύψει τα νώτα του. Για εκείνα τα ελάχιστα δευτερόλεπτα όμως έχασε την προσήλωσή του. Συνήλθε γρήγορα όταν αντιλήφθηκε ότι μία τεράστια σκιά του έκρυβε το φως από πίσω και πάνω… Πυρά σφύριξαν γύρω του… Αστόχησαν… Σήκωσε το κεφάλι του και είδε την κοιλιά ενός Focke Wulf να περνά από πάνω του, εκθέτοντας τα νώτα του. Μείωσε ταχύτητα και ευθυγράμμισε το Focke Wulf στο σκοπευτικό του. Στα 150 m άνοιξε πυρ σημαδεύοντας το σημείο όπου η δεξιά πτέρυγα ενωνόταν με την άτρακτο. Το φτερό αποκολλήθηκε μέσα από μία βροχή σπιθών. Ο κινητήρας διαλύθηκε και το Focke Wulf έγινε θρύψαλα. Η έλικα αποκολλήθηκε συνεχίζοντας να περιστρέφεται σαν τρελή στο κενό, έως ότου έπεσε αργά προς τα κάτω. Κοιτώντας πίσω του είδε έξι εχθρικά να βρίσκονται στην ουρά του, ενώ ο Φρανκ προσπαθούσε απεγνωσμένα να ξεφύγει από άλλα δύο που τον είχαν βάλει στη μέση. Ένας γρήγορος έλεγχος σε όλα… Το αριστερό πυροβόλο είχε μπλοκάρει και το δεξί είχε μόνο 20 βλήματα. Τα άδειασε γρήγορα σε ένα περαστικό Fw-190 και χώθηκε σε ένα σύννεφο βάζοντας πορεία για το σπίτι…

Επέστρεψε στη βάση εκτελώντας δύο υπέροχες “περιστροφές νίκης” πάνω από το αεροδρόμιο και όταν προσγειώθηκε είδε το όνομά του στον πίνακα ανακοινώσεων υπογραμμισμένο με κόκκινο:

«Ανθυποσμηναγός Πιερ Κλόστερμαν: Απονομή Σταυρού Διακεκριμένων Πτητικών Υπηρεσιών (DFC) –σε επιχειρησιακή ανάπαυση από 17-7-1944».

Την επόμενη μέρα ταξίδευε προς την Αγγλία. Για τους επόμενους πέντε μήνες που θα κυλούσαν στην ηρεμία της Αγγλικής πρωτεύουσας δεν θα έπαυε να ενδιαφέρεται για τους παλιούς συναδέλφους του. Ο Ζακ Ρέμλινγκερ τον ενημέρωνε τακτικά για τα γεγονότα στη Μοίρα: ο Γιάνσεν σκοτώθηκε. Μετά ο Κάρπεντερ και ο Κόννελυ. Ο Ζακ εξακολουθούσε να πετάει ακατάπαυστα…

 

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΟΝ ΕΦΙΑΛΤΗ

 

Το επιτελείο ήταν το μέρος όπου σύχναζαν κάποιοι Γάλλοι συνταγματάρχες της…«Αντίστασης», οι οποίοι είχαν ξεπεταχτεί πρόσφατα μέσα στις ολοκαίνουργιες στολές τους. Την στιγμή που κάποιοι Ελεύθεροι Γάλλοι σκοτώνονταν για την απελευθέρωση της πατρίδας τους, εκείνοι είχαν επιλέξει την ηρεμία κάτω από την επίβλεψη του κατακτητή και μετά καυχούνταν για τις περιπέτειες της ηρωικής τους αντίστασης. Σαν αυτό να μην αρκούσε, ο Κλόστερμαν έπρεπε να ανέχεται και την υποκρισία τους:

«Τι ήσυχα που περνούσατε εσείς εδώ, στο Λονδίνο!… Εμείς τι τραβήξαμε… Κι όμως καταφέραμε και διώξαμε τους Γερμανούς! Δεν μπορείτε να καταλάβετε… Άλλοι εκτελέστηκαν, άλλοι εξορίστηκαν, την στιγμή που εσείς παίρνατε προαγωγές. Μα τόσο εύκολα δίνουν τα γαλόνια εδώ στο Λονδίνο;».

Αηδιασμένος, ο Κλόστερμαν ζήτησε να επιστρέψει στην ενεργό δράση τον Δεκέμβριο του 1944. Μετατέθηκε στην 122 Πτέρυγα Μαχητικών στην Ολλανδία, σαν διοικητής του σμήνους “Α” της 274 Μοίρας, εξοπλισμένης με τα νέα μαχητικά Tempest, ένα από τα καλύτερα αεροσκάφη που πετούσαν εκείνη την στιγμή πάνω από την Ευρώπη, ανώτερο ή ισάξιο με οτιδήποτε είχε να αντιτάξει η Γερμανία στον αέρα, με μόνη εξαίρεση το Me-262. Ωστόσο η μαχητικότητά της Luftwaffe παρέμενε αμείωτη, το ηθικό της ακλόνητο. Οι απώλειες της βέβαια βαριές και όλοι γνώριζαν ότι το 80% των πιλότων της αποτελείτο από άπειρους νεαρούς. Όμως το υπόλοιπο 20% ήταν αυτό που προκαλούσε όλα τα προβλήματα: ήταν εκείνη η μικρή ελίτ των βετεράνων άσσων η οποία κρατούσε ακόμα ζωντανή την Luftwaffe και καλό θα ήταν να μην τους συναντούσες στον αέρα.

Ο υπεύθυνος των μεταθέσεων τον αποχαιρέτησε λέγοντας:

«Καλή τύχη Κλόστερ, παιδί μου. Τσούρμο θα έρθουν οι προαγωγές στην 122!»

«Ναι, βέβαια…αν τη γλιτώσω…», σκέφτηκε ο Πιέρ καθώς απομακρυνόταν.

Στα μέσα Φεβρουαρίου έφτασε στο Φόλκελ της Ολλανδίας και μόλις πάτησε το πόδι του ένιωσε αμέσως την βαριά ατμόσφαιρα. Το αεροδρόμιο της 122 Πτέρυγας ήταν προηγούμενη βάση της Luftwaffe η οποία είχε βομβαρδιστεί επανειλημμένως από τους Συμμάχους και εγκαταλείποντάς την οι Γερμανοί είχαν καταστρέψει ότι είχε απομείνει όρθιο. Το Φόλκελ ήταν ένα τεράστιο ερείπιο βουτηγμένο στην λάσπη των Δεκεμβριανών χιονιών.

Ο διοικητής της Πτέρυγας, επισμηναγός Πήτερ Μπρούκερ, ένας παρασημοφορημένος βετεράνος με επτά καταρρίψεις, υποδέχτηκε τον νεοφερμένο Γάλλο. Ο Κλόστερμαν τον παρακολουθούσε όση ώρα εκείνος του μιλούσε: ήταν ένας νέος άνδρας, περίπου 30 χρονών, αλλά η κούρασή του αποτυπωνόταν στα χαρακτηριστικά του προσώπου και τα κόκκινα μάτια του.

«Λοιπόν, Πιέρ, χαίρομαι που βρίσκεσαι εδώ. Όπως θα έμαθες η ζωή μας έχει γίνει δύσκολη, το ηθικό είναι χαμηλό».

Ο Κλόστερμαν δεν άργησε να το διαπιστώσει. Όσοι επέστρεφαν από τις αποστολές έδειχναν μελαγχολικοί, βαρύθυμοι και έτρεχαν στη λέσχη να πιούν σιωπηλοί ένα ποτό. Η λέσχη κάθε μονάδας είναι ο καθρέφτης του ηθικού της και στη λέσχη του Φόλκελ η ατμόσφαιρα ήταν σχεδόν πένθιμη. Επικρατούσε ησυχία και στους τοίχους της πόζαραν οι φωτογραφίες όσων την είχαν “ψωνίσει”: 178 πιλότοι νεκροί από την ημέρα της απόβασης στην Νορμανδία. Όσοι παρέμεναν ζωντανοί έκαναν δύο και τρεις εξόδους την ημέρα. Ο ύπνος τους ήταν ταραγμένος και ξυπνούσαν κουρασμένοι. Το προσωπικό εδάφους ταλαιπωρείτο στο ύπαιθρο προσπαθώντας να συντηρήσει τα αεροσκάφη κάτω από θερμοκρασία –10° C και να βάλει μία τάξη στα χαλάσματα.

Στις 07.30 της 28ης Φεβρουαρίου 1945, ο Κλόστερμαν γιόρτασε τα 24α γενέθλιά του μέσα σε έναν σχηματισμό των έξι Tempest, πετώντας ως Νο2 του σμηναγού Ντέϊβιντ Φαίρμπανξ, ενός ψηλού, φλεγματώδους Αμερικανού άσσου με 14 νίκες, ο οποίος είχε καταταχτεί και παραμείνει στην RAF από το 1941. Οι υπόλοιποι ήταν ο Μόσσινγκς, ο Ίνγκλις, ο Σπενς και ο Νταν. Ωστόσο οι μισοί ήταν άπειροι. Στόχος ήταν κάποιες αμαξοστοιχίες κοντά στην Βρέμη, αλλά πριν φτάσουν εκεί μία σμηναρχία Focke Wulf τους έκλεισε τον δρόμο.

«Γερμανοί από πάνω μας, Ώρα 3!».

Τα κεφάλια έστρεψαν, οι αντίχειρες απασφάλισαν τα πολυβόλα: 30 ολοκαίνουργια “μακρυμούρικα” FW 190D βυθίζονταν ακάθεκτα πάνω στον αγγλικό σχηματισμό. Ο Φαίρμπανξ απτόητος, διέταξε απόρριψη δεξαμενών και μετωπική επίθεση. Οι αντίπαλοι σχηματισμοί πέρασαν σαν αστραπές ο ένας μέσα από τον άλλον, χωρίς κανείς να προλάβει να ρίξει ούτε μία ριπή. Τα Tempest έστρεψαν για να βρεθούν στα νώτα των αντιπάλων τους, αλλά οι πιλότοι γρήγορα κατάλαβαν ότι πολεμούσαν για την επιβίωσή τους. Ένα βλήμα των 30 mm εξερράγη κοντά στο κόκπιτ του Κλόστερμαν κόβοντας τα καλώδια από τα όργανα και μισοκαταστρέφοντας το σκοπευτικό. Πριν προλάβει να συνέλθει, ένα Focke Wulf πέρασε ξυστά από κάτω του, τραντάζοντας το Tempest με την δύναμη των δινών του.

«Γειά σας παιδιά, την “πάτησα”…», ακούστηκε μία κουρασμένη φωνή.

Ήταν ο Σπενς. Το Tempest του έπεφτε σαν μολύβι ξερνώντας λάδια και φωτιά, αλλά είχε βρει τον χρόνο να απευθύνει έναν τελευταίο χαιρετισμό στους συναδέλφους του. Μόλις είχε πληροφορηθεί την γέννηση του παιδιού του…

Τα γερμανικά σε ομάδες των έξι ετοίμαζαν την επίθεσή τους. Ο Κλόστερμαν, προσπαθώντας να καλύψει κάποιον συνάδελφό του, πυροβολούσε στην τύχη, αλλά χωρίς σκοπευτικό και με τον κινητήρα του να υπερθερμαίνεται δεν είχε κανέναν ρόλο να παίξει στο “πανηγύρι”. Τα Tempest αναζήτησαν κάλυψη στα σύννεφα. Ο Φαίρμπανξ είχε χάσει τον Κλόστερμαν, αλλά κυνήγησε ένα απομονωμένο “Dora-9” αφήνοντας ακάλυπτα τα νώτα του. Το επόμενο δευτερόλεπτο ένας καταιγισμός βλημάτων ενός Focke Wulf έπληξε τα φτερά και τον κινητήρα του. Κοίταξε αριστερά του και κάτω από τις σκισμένες λαμαρίνες του φτερού διέκρινε τις δοκούς του σκελετού και λευκούς καπνούς γλυκόλης να φεύγουν από τον κινητήρα.

Μπροστά από τον Κλόστερμαν επικρατούσε ένα χάος: δύο Focke Wulf συγκρούστηκαν στον αέρα, με τα μεταλλικά τους υπολείμματα να πέφτουν αργά προς τα κάτω. Ένα αλεξίπτωτο άνοιξε και χάθηκε σε ένα σύννεφο. Τέσσερα γερμανικά βρίσκονταν στην ουρά του! Ανέβηκε να χωθεί στα σύννεφα, αλλά ο κινητήρας τρανταζόταν σαν να είχε χάσει την ισχύ του. Πάτησε τα ποδωστήρια, έσπρωξε περισσότερο τη μανέτα, αλλά το Tempest δεν υπάκουγε. Ένα “Dora-9” από πίσω του τον έφτασε με άνεση και γέμισε τον κινητήρα του βλήματα. Κάθετη βύθιση! Οι εννέα τόνοι του Tempest έπιασαν εύκολα τα 900 km/h, αλλά το οριζοντίωσε αμέσως όταν είδε τις λαμαρίνες από το αριστερό του φτερό να χάσκουν τρεμοπαίζοντας. Κατάφερε να φτάσει στη βάση του και να προσγειωθεί κακήν-κακώς με τα φλαπς χαλασμένα. Ο Σπενς και ο Φαίρμπανξ δεν επέστρεψαν. Το βράδυ η διάθεση στη λέσχη έγινε ακόμη μελαγχολικότερη, αλλά δεν θα συγκρινόταν με αυτό που θα συνέβαινε λίγες μέρες αργότερα, όταν ο Πιέρ βρισκόταν στον πύργο ελέγχου παρακολουθώντας τρία Tempest να επιστρέφουν από μία περιπολία.

Το ένα από αυτά ήταν βαριά χτυπημένο και πλησίαζε ταλαντευόμενο για αναγκαστική προσγείωση με την κοιλιά. Ο ελεγκτής δίπλα στον Πιέρ βγήκε στο μπαλκόνι και εκτόξευσε μία κόκκινη φωτοβολίδα για να προειδοποιήσει τον πιλότο: το αριστερό σκέλος του τροχού του κρεμόταν αξιολύπητο με το λάστιχο κομματιασμένο από κάποιο βλήμα.

«Είναι ο Άλεξ, δώσ’του μερικές οδηγίες!», είπε στον Κλόστερμαν, δίνοντάς του το μικρόφωνο.

«Γειά σου, Άλεξ. Εδώ, Πιέρ, προσπάθησε να ανασύρεις τον αριστερό τροχό!».

«…Λυπάμαι, δεν γίνεται», ακούστηκε η κουρασμένη φωνή του.

«Προσπάθησε πάλι! Χρησιμοποίησε την φιάλη διοξειδίου!».

Το Tempest, αργό και δυσκίνητο, παράπαιε μια εδώ-μια εκεί. Ο Άλεξ μέσα στο κόκπιτ, ιδρωμένος, πίεζε απελπισμένα τον μοχλό της φιάλης. Ο τροχός κινήθηκε ελάχιστα και σταμάτησε.

«Την κατανάλωσα όλη, Πιέρ, και ο τροχός δεν είναι καν ασφαλισμένος». Η φωνή του έτρεμε και ανέπνεε με δυσκολία.

Το ασθενοφόρο, το πυροσβεστικό και ένα τζιπ με τον γιατρό ακολουθούσαν την πορεία του αεροσκάφους, για να προλάβουν το μοιραίο.

«Έρχομαι για προσγείωση με την κοιλιά…».

«Όχι! Πήδα, πήδα!» φώναξε με φρίκη ο Κλόστερμαν. Αναγκαστική προσγείωση με το ένα σκέλος μισο-ανεβασμένο ήταν καθαρή αυτοκτονία...

Το Tempest προσέγγισε τέλεια τον διάδρομο με τα φλαπ κατεβασμένα μέσα σε έναν κόσμο απόλυτης σιωπής. Η έλικα άγγιξε το έδαφος και οι εννέα τόνοι του αεροπλάνου έπεσαν απότομα στο έδαφος με 300 km/h. Τινάχτηκε 10 m ψηλά στον αέρα, αναποδογύρισε και έσκασε στο χώμα με μία εκκωφαντική έκρηξη, αφήνοντας πίσω του μία πύρινη ουρά είκοσι μέτρων. Ο Πιέρ έτρεξε κοντά στο φλεγόμενο ερείπιο, αλλά σε απόσταση 30 μέτρων η θερμοκρασία ήταν τέτοια που ένιωσε τα ρουθούνια του να καίγονται. Οι πυροσβέστες, πάνω από τα απομεινάρια του αεροπλάνου, αγωνίζονταν να σβήσουν τις φλόγες.

Μόλις τα πυρομαχικά άρχισαν να εκρήγνυνται ακούστηκε μία σπαραχτική κραυγή που τρύπησε τα αυτιά. Μέσα από την πύρινη κόλαση φάνηκε να υψώνεται ένα καμμένο χέρι. Ένας πυροσβέστης, σε μία απεγνωσμένη προσπάθεια να σώσει τον άμοιρο πιλότο, χώθηκε στις φλόγες και κατέρρευσε μέσα τους. Οι συνάδελφοί του τον τράβηξαν από την πλάτη και τον έσυραν γρήγορα έξω. Πάνω στην στολή αμιάντου είχαν σχηματιστεί σταγόνες από λειωμένο αλουμίνιο. Οι υπόλοιποι συνέχισαν να καταπολεμούν τις φλόγες, έως ότου τις έσβησαν και στη συνέχεια προσπάθησαν να απεγκλωβίσουν τον πιλότο με τα τσεκούρια. Μέσα από την αηδιαστική μυρωδιά του λειωμένου καουτσούκ ο Πιέρ πλησίασε να δει τι είχε απομείνει, χωρίς να ξέρει ποιά παράλογη δύναμη τον τραβούσε να παρακολουθήσει ένα τέτοιο θέαμα.

Μία μαυροκόκκινη μάζα ανάμεσα σε λειωμένα μέταλλα, συρματόσχοινα, καλώδια… Ο γιατρός έκανε μία αναισθητική ένεση σε όποιο σημείο νόμιζε ότι υπήρχε…άνθρωπος. Ένας σπασμός στα πόδια της άμορφης μάζας και ήρθε το τέλος. Ο Πιέρ από δίπλα, έπεσε στα γόνατα, διπλώθηκε και έκανε εμετό…

 

 

ΣΥΝΤΡΙΒΗ ΣΤΟ ΜΙΣΟΣΚΟΤΑΔΟ

 

Στις αρχές Απριλίου ο Κλόστερμαν, με τον βαθμό του υποσμηναγού, μετατέθηκε στην 3η Μοίρα ως διοικητής του “A” σμήνους. Το νέο του αεροσκάφος έφερε τους κωδικούς “JF-E” και το ονόμασε “Le Grande Charles” (Ο Μεγάλος Σαρλ), προς τιμήν του ντε Γκωλ.

Το πρωί της 5ης Απριλίου έγιναν δύο επιτυχημένες έξοδοι χωρίς να εμφανιστεί καθόλου η Luftwaffe. Στην πρώτη τα Tempest του Κλόστερμαν πολυβόλησαν μία αμαξοστοιχία και μία φάλαγγα αρμάτων. Τα μαχητικά πετούσαν ξυστά πάνω από τις στέγες των σπιτιών σκορπίζοντας τον θάνατο και την σύγχυση. Κεραμίδια πετάγονταν στον αέρα, βλήματα και οβίδες έσκαγαν στους τοίχους, φορτηγά καίγονταν και πανικόβλητοι πολίτες έτρεχαν προς κάθε κατεύθυνση να σωθούν. Ο Ντάννυ “έφαγε” ένα βλήμα των 37 mm και συνετρίβη με 730 km/h δίπλα σε μία εκκλησία.

Ο Κλόστερμαν διαμαρτυρήθηκε ότι η Μοίρα δεν μπορούσε να συνεχίσει με αυτούς τους ρυθμούς -ποιό το όφελος να θυσιάζεις ένα Tempest για να δεις ένα φορτηγό να καίγεται; Όμως οι διαταγές ήταν αδυσώπητες: οι επιχειρήσεις θα συνεχίζονταν μέχρι να περαστεί ο Ρήνος. Στις 18.50 το απόγευμα χτύπησε το τηλέφωνο: ένας σχηματισμός τεσσάρων Tempest έπρεπε να απογειωθεί για περιπολία πάνω από την βάση των γερμανικών τζετ, το Ράϊνε. Η διοίκηση είχε ζητήσει έναν πεπειραμένο αρχηγό σμήνους για την αποστολή, επειδή η περιπολία θα διεξαγόταν σχεδόν μέσα στο σκοτάδι. Ο Κλόστερμαν είχε γίνει επιφυλακτικός και για αυτό φρόντισε να διαλέξει την καλύτερη ομάδα: ο Αυστραλός Τάϊνυ Νο2, ο Πήτερ Ουέστ Νο3 και ο Τόρπυ Νο4.

Είκοσι λεπτά αργότερα βρίσκονταν πάνω από την περιοχή του στόχου. Το Ράϊνε έδειχνε βομβαρδισμένο, τα υπόστεγα ερειπωμένα και τα αντιαεροπορικά ανύπαρκτα. Στις πίστες όμως κάποια φώτα πρόδιδαν την ύπαρξη δραστηριότητας.

Ξαφνικά στα αριστερά, σχεδόν δίπλα του, ο Κλόστερμαν αντιλαμβάνεται δύο ανταύγειες από τις εξατμίσεις ενός δικινητήριου!

«Πρόσεχε Κόκκινε Τάλμποτ! Αεροσκάφος στην ώρα 9!», φώναξε ο Τάϊνυ.

Ήταν ένα νυκτερινό μαχητικό Ju-188, σχεδόν αθέατο μέσα στο σούρουπο. Ο Κλόστερμαν πάτησε το κουμπί των πυροβόλων σε μία μακριά ριπή, σημαδεύοντας πρόχειρα τον σκοτεινό όγκο του αεροσκάφους και έσπασε απότομα. Τρεις εκρήξεις και μία γλώσσα φωτιάς πετάχτηκαν από τον δεξιό κινητήρα και το σκοτάδι φωτίστηκε στιγμιαία, αποκαλύπτοντας την σιλουέτα ενός δεύτερου Tempest το οποίο, μέσα σε ένα εφιαλτικό κλάσμα του δευτερολέπτου, έπεσε πάνω στο Junkers και όλα χάθηκαν σε μία εκτυφλωτική έκρηξη –ήταν ο Τάϊνυ που τον ακολουθούσε τυφλά μέσα στο σκοτάδι και δεν είχε προλάβει να αντιληφθεί τίποτα. Ο Κλόστερμαν έμεινε αποσβολωμένος να παρακολουθεί τα φλεγόμενα συντρίμμια των δύο αεροπλάνων να πέφτουν αργά προς το έδαφος, μέχρι που τα κατάπιε η νύχτα…

«Πρόσεχε, Πιέρ, αντιαεροπορικά!».

Η κραυγή τον ξύπνησε απότομα και από ένστικτο έκανε έναν ελιγμό διαφυγής. Δύο διαδοχικοί κρότοι συντάραξαν το αεροσκάφος και τα θραύσματα τους έσκισαν τις ραφές της ατράκτου για να καταλήξουν στο κόκπιτ. Η διαπεραστική οσμή της πυρίτιδας, του λειωμένου μέταλλου και του καμένου ελαστικού, γέμισαν τον στενό χώρο. Το αριστερό του πόδι μέσα στην μπότα, κολυμπούσε σε κάποιο κολλώδες υγρό και τα αυτιά του γέμισαν από τον συριστικό θόρυβο των στατικών κυμάτων –ο ασύρματός του είχε κομματιαστεί.

Το Tempest τρανταζόταν σύγκορμο. Από κάποια τρύπα στην καλύπτρα ο παγωμένος αέρας τον χτυπούσε στο πρόσωπο και οι ανοιχτές τρύπες των κατεστραμμένων οργάνων του πίνακα έμοιαζαν να τον κοροϊδεύουν σαν στρογγυλά, κατασκότεινα μάτια. Ένιωσε την ανάγκη να πατήσει σε στέρεο έδαφος, να αντικρίσει φιλικά πρόσωπα…

Γύρισε προς την κατεύθυνση της Ολλανδίας, εντόπισε το Φόλκελ και αποφάσισε να εγκαταλείψει το αεροσκάφος πριν τον εγκαταλείψουν οι δυνάμεις του. Άδικος κόπος. Η καλύπτρα έμενε επίμονα κολλημένη στην θέση της από κάποιο θραύσμα και ο μηχανισμός εκτίναξης δεν λειτουργούσε. Προσγείωση με την κοιλιά λοιπόν…

Ο πόνος είχε μουδιάσει ολόκληρο το πόδι του και άρχισε πλέον να μην νιώθει τα ποδωστήρια. Προσπάθησε να συγκεντρωθεί, αλλά η εφιαλτική ανάμνηση του Άλεξ να καίγεται ζωντανός στα συντρίμμια του, στον ίδιο ακριβώς διάδρομο, ξεπήδησε απότομα στο μυαλό του και τον έπνιξε ο φόβος. Έσβησε τον κινητήρα και οριζοντίωσε το αεροσκάφος. Πήρε βαθιά ανάσα και βύθισε ελάχιστα το ρύγχος, χαμηλώνοντας ταυτόχρονα το αριστερό φτερό για να απορροφήσει το πρώτο κτύπημα… Το Tempest τραντάχτηκε και αναπήδησε στον αέρα ρίχνοντας τον Κλόστερμαν πάνω στα τοιχώματα του κόκπιτ. Η καλύπτρα εκτινάχθηκε, τα φτερά συνθλίβονταν σαν χάρτινα, οι λαμαρίνες τσακίζονταν… Το πρόσωπό του χτύπησε με όλη την δύναμη πάνω στο σκοπευτικό και όλα έσβησαν με την γεύση του αίματος στο στόμα του…

 

&n