ΤΖΩΡΤΖ ΜΠΕΡΛΙΝΓΚ
(George
Frederick Beurling)
Το
Γεράκι της
Μάλτας

Άγγελος
Δαλασσηνός
Όσοι
τον γνώρισαν
σαν άνθρωπο τον
χαρακτήρισαν
εκκεντρικό,
προκλητικό,
αλαζόνα και
αντικοινωνικό.
Όσοι τον
γνώρισαν σαν
πιλότο τον
χαρακτήρισαν
ως τον
χαρισματικότερο
άσσο των
καταδιωκτικών,
τον αξεπέραστο
δεξιοτέχνη της
σκοποβολής και
της αερομαχίας.
Ο
συμπλεγματικός,
αλλά και
φιλοπόλεμος,
Τζώρτζ
Μπέρλινγκ, τα
συνδύαζε όλα
αυτά, και ακόμη
περισσότερα.
Απτόητος από τα
αριθμητικά
δεδομένα στον
αέρα, ταχύς,
ευέλικτος και
θανατηφόρος
σαν σαρκοβόρο
αρπακτικό, το
καλοκαίρι του 1942
θα έσπερνε την
καταστροφή
ανάμεσα στους
πυκνούς
σχηματισμούς
των γερμανικών
και ιταλικών
αεροσκαφών
πάνω από την
πολιορκημένη
Μάλτα,
δημιουργώντας
έναν θρύλο γύρω
από το όνομά
του. Ενάμιση
χρόνο αργότερα,
ο μεγαλύτερος
άσσος της
Μάλτας θα
αργοπέθαινε
μέσα στην ήρεμη
ανία της
αποστρατείας,
εκδιωγμένος
από τις τάξεις
της RAF.
Μόνος,
πικραμένος και
απογοητευμένος,
θα αναζητούσε
απεγνωσμένα
έναν
οποιονδήποτε
πόλεμο για να
ζήσει ή να
πεθάνει με τον
τρόπο που ήθελε.
Όποιος κι αν
ήταν ο Τζώρτζ
Μπέρλινγκ, η
μόνη αλήθεια
της ζωής του
ήταν ότι ο
μεγαλύτερος
εχθρός του δεν
ήταν τα εχθρικά
αεροσκάφη, αλλά
και ο ίδιος του
ο εαυτός.
Μάλτα,
Ιούλιος 1942. Η
ατμόσφαιρα στο
αεροδρόμιο του
Τακάλι είναι
γαλήνια και
αποπνικτική. Ο
ουρανός
καταγάλανος, η
καυτή άμμος
παρασύρεται
από την
μεσογειακή
αύρα.
Διάσπαρτοι
θάμνοι,
πεταλούδες που
πεταρίζουν
δεξιά-αριστερά
και αμέτρητες
μύγες οι οποίες
κυνηγούν
μανιωδώς όσους
ιδρώνουν
περισσότερο.
Μέσα από ένα
πρόχειρο
ξύλινο
κατάλυμα με
σπασμένα
παράθυρα ένα
γραμμόφωνο
σκορπά στον
αέρα τις νότες
ενός
τραγουδιού.
Τίποτα δεν
προδίδει ότι
την ίδια στιγμή
διεξάγεται
ένας πόλεμος.
Λίγο πιο πέρα
στέκονται 12
ταλαιπωρημένα Spitfire,
γεμάτα καπνιές,
λάδια και
μπαλώματα από
τις τρύπες των
εχθρικών
πολυβόλων.
Κοντά τους, μια
μικρή παρέα
Βρετανών
πιλότων,
κουρασμένων
σαν τα
αεροπλάνα τους,
προσπαθεί να
ξεκλέψει λίγα
λεπτά
ξεκούρασης.
Ένας από αυτούς
έχει
απομακρυνθεί
και κάθεται
μόνος του σε
ένα
απομονωμένο
σημείο του
αεροδρομίου.
Περιμένει
υπομονετικά να
εμφανιστεί
κάποιο
ανύποπτο
ερπετό.
Προτιμούσε
εκείνα που
είχαν μήκος 12-15 cm
– ήταν το
μέγεθος που
είχε ένα
εχθρικό
μαχητικό σε
απόσταση 200-300
μέτρων.
Ξαφνικά,
ανάμεσα από
τους θάμνους
ξεπροβάλει μία
σαύρα. Τα μάτια
της αεικίνητα,
οι κινήσεις της
αστραπιαίες,
απρόβλεπτες,
ασυνάρτητες. Ο
πυροβολισμός
από το
περίστροφο των
38 mm σπάει την
ησυχία του
άνυδρου τοπίου
και το κεφάλι
του ερπετού
εξαφανίζεται,
αφήνοντας στο
χώμα έναν
κόκκινο πηχτό
λεκέ. Το
ακέφαλο σώμα
τινάζεται
σπασμωδικά
δεξιά-αριστερά
και μετά από
λίγο μένει
ακίνητο,
κατανοώντας
επιτέλους το
γεγονός ότι
ήταν νεκρό. Στα
χείλη του
νεαρού πιλότου
σχηματίζεται
ένα σαρδόνιο
χαμόγελο
ικανοποίησης. Η
σκόπευσή του
ήταν πάντοτε
αλάνθαστη.
Σκούπισε τον
ιδρώτα από το
μέτωπό του,
ήπιε λίγο νερό
από το παγούρι
του και πήρε
πάλι θέση
αναμονής. Αν
υπήρχε έλλειψη
επίδοξων
θυμάτων, έπαιζε
το δεύτερο
αγαπημένο
παιχνίδι του.
Είχε αναπτύξει
μία δική του
μέθοδο για να
βελτιώνει την
όρασή του:
εστίαζε τα
μάτια του σε
ένα
αντικείμενο
που βρισκόταν
μόλις ένα μέτρο
μακριά και μετά
από λίγο τα
σήκωνε ξαφνικά,
εστιάζοντας σε
κάτι
διαφορετικό
στον μακρινό
ορίζοντα,
μαθαίνοντας
έτσι να
προσαρμόζει
την όρασή του
μέσα σε
ελάχιστα
δευτερόλεπτα.
Ο
ήχος της
σειρήνας τον
διέκοψε,
ταράζοντας την
ραθυμία του
βομβαρδισμένου
τοπίου,
αναγγέλλοντας
μία ακόμα
αεροπορική
επιδρομή.
Πετάχτηκε από
τη θέση του,
τρέχοντας στο
αεροπλάνο του.
Μετά την
αποστολή θα
είχε όλο το
χρόνο να
εξασκηθεί στη
σκοποβολή
μέχρι τον
επόμενο
συναγερμό. Οι
σαύρες δεν
τελείωναν ποτέ
στο έδαφος της
Μάλτας, όπως
ακριβώς και οι
Γερμανοί στον
αέρα.
Τρεις
πολύ μακρινοί
πόλεμοι
Ο
Τζώρτζ
Φρέντερικ
Μπέρλινγκ (George Frederick
Beurling) είχε
γεννηθεί στις 6
Δεκεμβρίου του
1921 στο Μόντρεαλ
του Καναδά και
ανατράφηκε με
αυστηρές αρχές
στους κόλπους
μίας
συντηρητικής,
θρησκόληπτης
οικογένειας
ενός Σουηδού
πατέρα και μίας
Βρετανίδας
μητέρας. Ο
πατέρας του
ήταν μέλος μίας
παραθρησκευτικής
οργάνωσης της
Ευαγγελικής
εκκλησίας, με
τυφλή πίστη στη
Βίβλο, απόρριψη
κάθε έννοιας
σαρκικής
απόλαυσης και
οποιασδήποτε
άλλης
απόλαυσης
γενικότερα. Το
καθημερινό
εξωσχολικό
πρόγραμμα του
Τζώρτζ
περιελάμβανε
συστηματική
ανάγνωση των
Γραφών, μελέτη
της Βίβλου και
παρακολούθηση
των
εκκλησιαστικών
λειτουργιών. Το
οινόπνευμα, το
κάπνισμα και οι
βωμολοχίες
ήταν αδιανόητα.
Οι απαράβατες
αρχές με τις
οποίες
γαλουχήθηκε
επηρέασαν
βαθιά τον
χαρακτήρα του.
Ο πατέρας του
θα παρέμενε
πάντοτε για
εκείνον μία
φιγούρα
αυστηρή και
απρόσιτη.
Οι
γονείς του
ήθελαν να
σπουδάσει
Φαρμακευτική,
αλλά γρήγορα
φάνηκε ότι ο
Τζώρτζ δεν είχε
καμία τέτοια
διάθεση, όπως
εξάλλου
απεδείκνυαν
και οι βαθμοί
του, οι οποίοι
σπανίως
υπερέβαιναν
την βάση. Το
μόνο πράγμα που
συνάρπαζε την
φαντασία του
ήταν η πτήση.
Ακόμα και ως
ενήλικας, η
μόνη ζωηρή
ανάμνηση των
παιδικών του
χρόνων ήταν η
ακόρεστη
επιθυμία του να
πετάξει. Σε
ηλικία επτά
ετών
κατασκεύαζε
ξύλινα μοντέλα
αεροσκαφών και
καταβρόχθιζε
οποιοδήποτε
βιβλίο για τους
άσσους του Α΄
ΠΠ. Περνούσε
όλο τον
ελεύθερο χρόνο
του στο κοντινό
αεροδρόμιο του
Βερντέν,
παρακολουθώντας
τα αεροπλάνα να
αποπροσγειώνονται.
Δύο χρόνια
αργότερα είχε
εξελιχθεί σε «αρουραίο
του
αεροδρομίου».
Αποφεύγοντας
το σχολείο,
τριγυρνούσε
διαρκώς
ανάμεσα στα
πόδια των
πιλότων και των
μηχανικών,
βοηθώντας τους
στις εργασίες,
προκειμένου να
βρίσκεται σε
επαφή με τα
αεροπλάνα.
Κάποια μέρα
ένας πιλότος
προσφέρθηκε να
τον πάει μία
βόλτα με το
αεροπλάνο του,
αν έπαιρνε την
άδεια των
γονέων του.
Εκείνος έτρεξε
στο σπίτι και
ρώτησε την
μητέρα του:
«Μαμά,
μπορώ να πετάξω;»..
-Μα
βέβαια, Τζώρτζ,
μπορείς να πας
και μέχρι το
φεγγάρι αν θες!»,
του απάντησε
εκείνη,
χαριτολογώντας.
Η πτήση
διήρκεσε μόλις
10 λεπτά, αλλά
αιχμαλώτισε
την ύπαρξή του
για πάντα.
Έκτοτε θα
παρέμενε εφ’
όρου ζωής
εξαρτημένος
από την πτήση,
με τον
παθολογικό όρο
της λέξης. Όλες
αυτές οι
δραστηριότητες
βέβαια, δεν
είχαν ποτέ την
έγκριση των
γονέων του. Το 1938,
σε ηλικία 16 ετών,
εγκατέλειψε το
γυμνάσιο και
πουλούσε τα
μοντέλα του για
να
εξοικονομήσει
χρήματα. Με
αυτά πλήρωνε τα
πτητικά του
μαθήματα και
μέχρι τον
επόμενο χρόνο
είχε πάρει το
πτυχίο πιλότου,
συγκεντρώνοντας
150 ώρες πτήσης.
Διωγμένος
από το σπίτι
του, με μόνο
εφόδιο μία
Βίβλο που του
χάρισε η μητέρα
του, ο 18χρονος
Μπέρλινγκ
ξεκίνησε την
αναζήτησή του
για το δεύτερο
επόμενο πράγμα
το οποίο
επιθυμούσε
διακαώς στη ζωή
του, μετά την
απόκτηση του
πτυχίου του.
Έναν πόλεμο.
Οποιονδήποτε
πόλεμο. Η πρώτη
του επιλογή
ήταν ο Σινο-Ιαπωνικός
πόλεμος, όπου
οι ΗΠΑ
στρατολογούσαν
εθελοντές για
να επανδρώσουν
τις Μοίρες των
Ιπτάμενων
Τίγρεων
εναντίον των
Ιαπώνων. Τον
Ιούλιο του 1939,
μπήκε κρυφά σε
ένα τραίνο με
προορισμό το
Σαν Φρανσίσκο
των ΗΠΑ, αλλά το
ταξίδι έληξε
απότομα στο
Βανκούβερ, όταν
συνελήφθη ως
λαθρεπιβάτης.
Μέχρι εκείνη τη
στιγμή όμως, ο
πλησιέστερος
Β΄ ΠΠ είχε ήδη
ξεσπάσει, οπότε
αυτό του
γέννησε νέες
ελπίδες.
Παρουσιάστηκε
ως εθελοντής
στην Καναδική
Αεροπορία, αλλά
απερρίφθη λόγω
του νεαρού της
ηλικίας του.
Κατόπιν
αποπειράθηκε
να καταταγεί
στην
Φινλανδική
Αεροπορία κατά
τη διάρκεια του
Ρωσο-Φινλανδικού
πολέμου. Το
πρόβλημα ήταν
ότι η
Φινλανδική
πρεσβεία των
ΗΠΑ ζητούσε
απαραιτήτως
την
συγκατάθεση
των γονέων του,
οι οποίοι
φυσικά, δεν την
έδωσαν. Επόμενη
και τελευταία
επιλογή, η RAF.
Τον
Μάϊο του 1940
επιβιβάστηκε
ως λοστρόμος
στο “Valparaiso”,
μεταγωγικό
πλοίο μίας
συμμαχικής
νηοπομπής με
προορισμό την
Σκωτία. Κατά τη
διάρκεια του
ταξιδιού η
νηοπομπή
δέχθηκε
επίθεση από
γερμανικό
υποβρύχιο,
χάνοντας επτά
πλοία μέσα σε 10
λεπτά. Το “Valparaiso”
ολοκλήρωσε σώο
το ταξίδι του
και φθάνοντας
στην Σκωτία, ο
Τζώρτζ
αναζήτησε το
πλησιέστερο
στρατολογικό
γραφείο. Οι
Άγγλοι
εντυπωσιάστηκαν
από τις 150 ώρες
πτήσης του,
αλλά
αναγκάστηκαν
να τον
απορρίψουν.
Αυτή τη φορά
όχι επειδή δεν
δέχονταν 18χρονους,
αλλά επειδή δεν
μπορούσε να
αποδείξει την
ηλικία του:
είχε ξεχάσει το
πιστοποιητικό
γεννήσεώς του
στον Καναδά!
Για τον Τζώρτζ
Μπέρλινγκ το
δυσκολότερο
πράγμα στον
κόσμο ήταν να
λάβει μέρος σε
κάποιον πόλεμο!
Με ανένδοτη
επιμονή,
επέστρεψε στον
Καναδά με το
ίδιο πλοίο,
μόνο και μόνο
για να πάρει το
πιστοποιητικό.
Στη διαδρομή η
νηοπομπή
δέχθηκε και
πάλι επίθεση.
Το “Valparaiso” έφθασε
στον Καναδά με
ελαφρές μόνο
ζημιές. Πήρε το
πιστοποιητικό
του, διέσχισε
πάλι τον
Ατλαντικό και
κατέφθασε στην
Αγγλία τον
Σεπτέμβριο.
Η
Οδύσσειά και η
επιμονή του
ήταν απίστευτα,
αλλά θα τον
αντάμειβαν.
Όταν αντίκρισε
για πρώτη φορά
το έμβλημα της RAF
στη στολή του,
παρατήρησε το
λατινικό ρητό
που ήταν
γραμμένο επάνω
του: “Per ardua
ad astra” – «Δύσκολος ο
δρόμος για τα
άστρα»!
Στη
ΡΑΦ
Η
εκπαίδευσή του
αποτέλεσε μία
από τις πιο
ευτυχισμένες
περιόδους της
ζωής του. Όλοι
οι εκπαιδευτές
αναγνώρισαν το
έμφυτο ταλέντο
του στην πτήση
και την
σκοποβολή. Ήταν
φιλικοί μαζί
του και μάλιστα
του πρότειναν
να συνεχίσει
την εκπαίδευσή
του ως
αξιωματικός,
αλλά εκείνος
αρνήθηκε με
έναν, μάλλον,
απαξιωτικό
τρόπο:
«Όχι,
ευχαριστώ.
Νιώθω πιλότος,
αλλά δεν νιώθω
αξιωματικός».
Τον
Απρίλιο του 1942, με
τα διακριτικά
του σμηνία στην
στολή του, το
όνειρο
τελείωσε
απότομα,
προσγειώνοντάς
τον απότομα
στην σκληρή
πραγματικότητα
της 41ης Μοίρας
της RAF. Οι
συνάδελφοί του
τον
μεταχειρίζονταν
σαν «νέο», κάτι
απόλυτα
φυσιολογικό
για εκείνους,
αλλά
αποκαρδιωτικό
για τον
ενθουσιώδη
Μπέρλινγκ. Η
υποδοχή που
είχε από τον
διοικητή του
ήταν ακόμη
απογοητευτικότερη:
«Έχεις
κάποιες καλές
βαθμολογίες
στο μητρώο σου,
αλλά επειδή τα
πήγες καλά στην
εκπαίδευση δεν
σημαίνει ότι θα
τα πας καλά κι
εδώ. Εδώ πρέπει
να υπακούς
διαταγές και να
πετάς σύμφωνα
με αυτές».
Ο
Μπέρλινγκ
σκέφτηκε ότι οι
απόψεις του
περί πολέμου
πρέπει να ήταν
εντελώς
λανθασμένες:
όχι μόνο ήταν
δύσκολο να
λάβει μέρος σε
έναν πόλεμο,
αλλά ακόμα και
οι μαχητικές
του ικανότητες
είχαν ελάχιστη
σημασία! Η θέση
του στον
σχηματισμό της
Μοίρας ήταν
ίδια με εκείνη
κάθε
καινούργιου
πιλότου στη
Μοίρα: αυτή που
οι παλιοί
αποκαλούσαν “Tail-End
Charlie” – σε ελεύθερη
μετάφραση «Ο
Ακρογωνιαίος
Τσάρλυ», το
τελευταίο
αεροσκάφος του
σχηματισμού.
Βρισκόταν στην
πιο ευάλωτη
θέση και είχε
την ευθύνη της
προστασίας των
νώτων όλου του
σχηματισμού -
μία εξαιρετικά
αντιπαθητική
θέση, χωρίς
ελευθερία
δράσεως και η
πρώτη η οποία
δεχόταν την
επίθεση των
γερμανικών
καταδιωκτικών.
Ο «Τσάρλυ» ήταν ο
πιλότος ο
οποίος σπανίως
επέστρεφε στη
βάση. Ήταν μία
ακόμα από τις
πολλές
λανθασμένες
τακτικές της RAF, η
οποία τελικά
εγκαταλείφθηκε
αργότερα, αλλά
όχι πριν
κοστίσει τις
ζωές πολλών
άτυχων πιλότων.
Κάπως
έτσι έγιναν και
τα πράγματα
στην τρίτη
περιπολία της
σταδιοδρομίας
του, την 1η Μαΐου
1942, πάνω από τη
Γαλλία.
Πετούσαν στα 7.000 m,
εκτεθειμένοι
σε οποιαδήποτε
επίθεση. Όλα
κυλούσαν ήσυχα,
έως ότου ο
Μπέρλινγκ
ανέφερε την
παρουσία
εχθρικών
μαχητικών, αν
και κανείς από
τους
υπόλοιπους δεν
διέκρινε κάτι
ύποπτο γύρω
τους. Ο αρχηγός
σχηματισμού
συνέστησε στον
Μπέρλινγκ να
διατηρήσει
σιγή ασυρμάτου
- προφανώς ο «νέος»
ήταν λίγο
νευρικός! Πέντε
λεπτά αργότερα,
πέντε Fock Wulf τους
αιφνιδίασαν
από τα νώτα,
χτυπώντας
πρώτα τον
Μπέρλινγκ! Οι
ριπές γάζωσαν
τα φτερά του Spitfire
του,
καταστρέφοντας
τα δύο πυροβόλα
των 20 mm
και τα δύο
πολυβόλα των 12,7 mm.
Μία βολίδα
έγδαρε τα
πλευρά του και
το κάλυμμα του
κινητήρα του
τινάχτηκε στον
αέρα.
Εγκατέλειψε
γρήγορα τον
σχηματισμό,
ακολουθώντας
δύο Focke Wulf στην
βύθισή τους,
ενώ τα άλλα
τρία
βρίσκονταν
κολλημένα στην
ουρά του. Τα
γερμανικά που
βρίσκονταν
μπροστά του
ανυψώθηκαν
απότομα κι
εκείνος τα
ακολούθησε. Από
απόσταση 250 m
άνοιξε πυρ με
τα δύο
εναπομείναντα,
σώα πολυβόλα
του: η ριπή
διέτρησε τις
φιάλες
οξυγόνου ενός Focke
Wulf,
ανατινάζοντάς
το σε μία
εκτυφλωτική
σφαίρα φωτιάς.
Τα φτερά
αποκολλήθηκαν
και η άτρακτος
έσπασε στα δύο.
Η συμπλοκή
τελείωσε
απότομα, όπως
είχε αρχίσει.
Στην επιστροφή
ο Μπέρλινγκ
προσγείωσε το
κατατρυπημένο
αεροσκάφος του,
ενθουσιασμένος
από την πρώτη
του νίκη. Αντί
επαίνων,
εισέπραξε τις
επικρίσεις των
παλαιότερων
συναδέλφων του,
επειδή είχε
θέσει σε
κίνδυνο την
ασφάλεια όλων,
διασπώντας την
συνοχή του
σχηματισμού.
«Σωστά»,
απάντησε
εκείνος
εκνευρισμένος, «Έξι
πιλότοι διέσπασαν
τον σχηματισμό:
πέντε Γερμανοί
κι εγώ!».
Στην
επόμενη
περιπολία του
δύο μέρες
αργότερα, ο
Μπέρλινγκ θα
επαναλάμβανε
τα «σφάλματα»
αυτά σε μία
ακόμα συμπλοκή
με Focke Wulf.
«Εχθρικά
μαχητικά
ανεβαίνουν από
τα νώτα μας!», φώναξε
στον ασύρματό
του.
«Ναι,
ναι, καλά…»,
ήταν η
περιφρονητική
απάντηση στην
προειδοποίησή
του.
Τα
γερμανικά
έγιναν
αντιληπτά μόνο
την τελευταία
στιγμή, όταν η
αιφνιδιαστική
επίθεσή τους
τούς χάρισε την
υπεροχή στους
κλειστούς
ελιγμούς. Όταν
τα Focke
Wulf
άρχισαν να
επικεντρώνουν
την προσοχή
τους επάνω στον
«Ακρογωνιαίο»
Μπέρλινγκ,
αυτός
αποφάσισε ότι
δεν θα γινόταν
το άβουλο θύμα
ανόητων
διαταγών.
Κατεδίωξε ένα
μοναχικό Focke Wulf το
οποίο και
κατέρριψε με
μία ριπή δύο
δευτερολέπτων.
Η δεύτερη νίκη
του είχε τις
ίδιες άσχημες
επιπτώσεις με
την πρώτη: οι
συνάδελφοί του
τον ανέφεραν
κατευθείαν
στον διοικητή
της Μοίρας
επειδή είχε
αποσπαστεί από
τον σχηματισμό
«…αφήνοντας
ακάλυπτο τον Νο
3».
«Αυτά
τα πράγματα δεν
γίνονται εδώ,
νεαρέ!
Τουλάχιστον
όχι σε αυτή τη
μονάδα!»…
Έκτοτε
η ζωή άρχισε να
γίνεται όλο και
πιο ανυπόφορη.
Οι συνάδελφοί
του τον
απομόνωσαν και
απέφευγαν να
τον
συμπεριλαμβάνουν
στις
περιπολίες,
φοβούμενοι ότι
θα τους άφηνε
ακάλυπτους
κατά τη
διάρκεια μίας
συμπλοκής. Με
την έμφυτη
περιφρόνησή
του προς την
πειθαρχεία και
τις διαταγές,
δεν προσήλκυσε
την φιλία
κανενός.
Αγανακτισμένος
με την
συμπεριφορά
των άλλων και
ανίκανος να
προσαρμοστεί
στις συνθήκες
της μονάδας του,
προσφέρθηκε να
μετατεθεί στη
Μάλτα, το
αιματηρότερο
θέατρο
επιχειρήσεων
της RAF εκείνη τη
στιγμή! Ο
διοικητής του
ήταν κάτι
παραπάνω από
πρόθυμος να τον
αφήσει να φύγει.
Μάλτα:
Το Αβύθιστο
Αεροπλανοφόρο
Από
τα τέλη του 1940 έως
τα τέλη του 1942, η
Μεσόγειος ήταν
μία ιταλο-γερμανική
λίμνη η οποία
εκτεινόταν από
το Γιβραλτάρ
μέχρι την
Αλεξάνδρεια. Σε
ολόκληρη αυτή
την αχανή
έκταση το μόνο
συμμαχικό
έδαφος ήταν
ένας
απομονωμένος
μικρός βράχος,
έκτασης 300
τετραγωνικών
χιλιομέτρων –
το νησί της
Μάλτας, το
οποίο στεκόταν
σαν αγκάθι στο
πλευρό των
ιταλο-γερμανικών
νηοπομπών οι
οποίες
προσπαθούσαν
να
ανεφοδιάσουν
τα στρατεύματά
τους στην
Αφρική. Το Afrika
Korps
του Ρόμμελ δεν
θα ησύχαζε ποτέ
αν αυτό το
θαλάσσιο οχυρό,
το «Αβύθιστο
Αεροπλανοφόρο»,
δεν
εξολοθρευόταν.
Το
μικροσκοπικό
νησί, στο μέσον
της διαδρομής
μεταξύ
Σικελίας και
Τυνησίας,
βρισκόταν σε
αδιάσπαστη
πολιορκία για
δυόμισι συνεχή
χρόνια - την
δεύτερη
μεγαλύτερη
πολιορκία της
ιστορίας του,
μετά την «Μεγάλη
Πολιορκία» των
Οθωμανών του 1565.
Εκείνη την
εποχή η Μάλτα
αποτελούσε τον
απόλυτο
εφιάλτη των
Βρετανών
πιλότων. Στους
ουρανούς της
διεξαγόταν μία
από τις
βιαιότερες
αεροπορικές
μάχες του Β΄ ΠΠ,
ίσως και
χειρότερη από
εκείνη της
Μάχης της
Αγγλίας. Οι
βρετανικές
νηοπομπές οι
οποίες
προσπαθούσαν
να την
ανεφοδιάσουν
μέσω του
Γιβραλτάρ,
αποδεκατίζονταν
από τα εχθρικά
υποβρύχια και
τα αεροσκάφη,
πριν ακόμα
πλησιάσουν τις
ακτές της. Η
μόνη άμυνα ήταν
τέσσερις
Μοίρες Spitfire, κάθε
ένα εκ των
οποίων άξιζε το
βάρος του σε
χρυσάφι. Αν για
οποιονδήποτε
Άγγλο τα
ελλειπτικά
φτερά ενός Spitfire θα
θυμίζουν
πάντοτε το
καλοκαίρι του 1940,
τότε για
οποιονδήποτε
Μαλτέζο θα
θυμίζουν πάντα
το καλοκαίρι
του 1942.
Ωστόσο,
οι φήμες της
ανορθόδοξης
συμπεροφοράς
του Μπέρλινγκ
είχαν
προηγηθεί της
άφιξής του στο
νησί. Ο
Επισμηναγός
Λάντυ Λούκας,
διοικητής του Α
σμήνους της 249
Μοίρας, θέλησε
να
πληροφορηθεί
για το ποιόν
του πιλότου ο
οποίος σύντομα
θα βρισκόταν
κάτω από τις
διαταγές του.
«Τι
λες για αυτόν; ρώτησε
έναν
αξιωματικό που
βρισκόταν
δίπλα του, «Πιστεύεις
ότι θα ταίριαζε
στην Μοίρα;».
«Μπέρλινγκ
σημαίνει
φασαρίες»,
απάντησε ο
Σμηναγός Μπακ
ΜακΝαιρ,
αρχηγός του Β
σμήνους και
ένας από τους
βετεράνους της
Μάλτας. «Δεν
έχει
πειθαρχεία
στον αέρα.
Απομακρύνεται
από τον
σχηματισμό και
ενεργεί
ατομικά.
Διαθέτει όμως,
ένα φυσικό
χάρισμα».
Στις
07.00 της 9 Ιουνίου 1942
ο Μπέρλινγκ
απογειώθηκε
από το
κατάστρωμα του
αεροπλανοφόρου
Eagle,
μαζί με τα 31
ακόμα μαχητικά
τα οποία θα
ενίσχυαν την
άμυνα του
νησιού. Ανάμεσά
τους και το
αεροσκάφος
ενός Γαλλο-Καναδού
συμπατριώτη
του, τού Ζαν
Παραντί, με τον
οποίν έγιναν
αμέσως στενοί
φίλοι. Μετά από
πτήση
τρεισήμισι
ωρών
προσγειώθηκαν
στο αεροδρόμιο
Τακάλι της
Μάλτας. Το
πρώτο πράγμα
που κατάλαβε
μόλις τράβηξε
την καλύπτρα
του για να
κατέβει, ήταν
ότι βρισκόταν
στο μέσο ενός
πολέμου ο
οποίος άγγιζε
το ζενίθ του.
Κοίταξε
ζαλισμένος
γύρω του τα
πάντα να
κινούνται σε
έναν φρενήρη
πολεμικό
πυρετό.
Σειρήνες
ασθενοφόρων
στρίγκλιζαν
δεξιά κι
αριστερά για να
σώσουν κάποιον
παγιδευμένο
κάτω από τα
βομβαρδισμένα
ερείπια,
πυροτεχνουργοί
προσπαθούσαν
να
εξουδετερώσουν
κάποια
βραδυφλεγή
βόμβα, το
προσωπικό
εδάφους
έκλεινε
κρατήρες και
επισκεύαζε
διάτρητα
αεροσκάφη. Ένας
μηχανικός τον
τράβηξε έξω από
το κόκπιτ και
αμέσως ένας
άλλος πιλότος
πήδησε στο
εσωτερικό του.
Οι μηχανικοί
ανεφοδίασαν
γρήγορα το
αεροσκάφος και
ο πιλότος
απογειώθηκε. Ο
Μπέρλινγκ είχε
προσγειωθεί
στο μέσο μίας
επιδρομής!
Ο
μηχανικός που
τον είχε
βοηθήσει να
κατέβει τον
εισήγαγε στο
κλίμα:
«Ένα
πράγμα να
ξέρεις εδώ: στη
Μάλτα δεν έχεις
χρόνο ούτε να
φοβηθείς!».
Μετά
από λίγες μέρες
παραμονής
άρχισε να
σχηματίζει την
εντύπωση ότι
Γερμανοί και
Ιταλοί είχαν
αποφασίσει να
βυθίσουν
ολόκληρο το
νησί, κάτι το
οποίο δεν
απείχε καθόλου
από την
πραγματικότητα.
Πριν
καλά-καλά
συνέλθει,
κλήθηκε να
παρουσιαστεί
στο γραφείο του
Λούκας. Ήταν
μία
βομβαρδισμένη
καλύβα, με
σπασμένα
παράθυρα. Ο
Λούκας εξέτασε
τον νεαρό
Καναδό
προσεκτικά. Δεν
ήταν ένα
πρόσωπο που
ξεχνούσες
εύκολα. Τα αδρά
χαρακτηριστικά
του προσώπου
του
αποτυπώνονταν
στη μνήμη
κάποιου με την
πρώτη ματιά. Τα
πάντα
μαρτυρούσαν
αμέσως την
σκανδιναβική
καταγωγή του:
ψηλός, λεπτός,
ξανθά μαλλιά,
ανοιχτόχρωμη
επιδερμίδα και
μεγάλα γαλανά
μάτια με ψυχρό,
διαπεραστικό
βλέμμα. Παρόλα
αυτά, η
υπόλοιπη
εικόνα δεν
έδινε την
εντύπωση
κάποιου πολλά
υποσχόμενου
πιλότου: ήταν
αχτένιστος,
ατημέλητος, με
ένα μάλλον
περιφρονητικό
ύφος προς τους
ανωτέρους του.
Ο
Λούκας όμως,
κατάφερε να
μπει αμέσως
στην ιδιόμορφη
ψυχολογία του
Μπέρλινγκ.
Υποπτεύθηκε
ότι η
αντιδραστικότητα
του πήγαζε από
κάποιο
συναίσθημα
ανασφάλειας ή
και
κατωτερότητας.
Ο νεαρός
υπαξιωματικός
χρειαζόταν
ενθάρρυνση, όχι
απόρριψη.
Αποφάσισε να
του μιλήσει
ανοικτά. Στη
Μάλτα υπήρχε
ένας και μόνο
απαράβατος
νόμος τον οποίο
έπρεπε να τηρεί:
να επιβιώνει
στον αέρα και
να βοηθά τους
συναδέλφους
του να
επιζήσουν για
να πολεμήσουν
μία ακόμα ημέρα.
Η μαχητικότητα
και η
συντροφικότητα
ήταν τα μόνα
πράγματα που
κρατούσαν
ακόμα το νησί
ζωντανό. Όσο θα
τηρούσε αυτόν
τον κανόνα θα
είχε όλη την
υποστήριξή του.
Αν ποτέ την
πρόδιδε, θα
έφευγε με το
πρώτο
αεροπλάνο. Ο
Λούκας ήταν
ένας
αξιωματικός ο
οποίος έτεινε
να παραβλέπει
τις
τυπικότητες –
στη Μάλτα, το
καλοκαίρι του 1942,
είχε να
ασχοληθεί με
πολύ
σοβαρότερα
πράγματα. Με
την σιωπηλή
υποστήριξή του,
ο Μπέρλινγκ θα
βρισκόταν στο
στοιχείο του:
καταιγιστική
δράση και
χαλαρή
πειθαρχία! Ο
νεαρός Καναδός,
όχι μόνο δεν θα
πρόδιδε ποτέ
την
εμπιστοσύνη
του, αλλά μέσα
σε ένα μήνα θα
γινόταν ο
ζωντανός
θρύλος της
Μάλτας.
Η
τελευταία «Μεγάλη
Πολιορκία»
Σύμφωνα
με τα λόγια του
ίδιου του
Μπέρλινγκ όμως,
θα ήταν «Ο Παράδεισος
των Μαχητικών»,
αφού οι
περισσότερες
αερομαχίες
κατέληγαν σαν
ατομικές,
μεμονωμένες
συμπλοκές ενός Spitfire
εναντίον
υπεράριθμων
εχθρικών,
γεγονός το
οποίο θα
εκμεταλλευόταν
κι εκείνος για
να δράσει
ανεξάρτητα.
Το
Τακάλι δεν ήταν
παρά ένας
σκονισμένο
κομμάτι γής στη
μέση του νησιού.
Ένα μικρό
ξύλινο οίκημα
λειτουργούσε
ως αίθουσα
επιχειρήσεων,
ενώ μερικές
στοίβες λίθων
και αμμόσακκων
έπαιζαν τον
ρόλο υποστέγων
συντήρησης. Η
ημέρα
ξεκινούσε στις
05.30 με τους
πιλότους στα
πιλοτήρια των
αεροπλάνων
τους, σε
ετοιμότητα
ενός λεπτού.
Καθώς ο ήλιος
σηκωνόταν
ψηλότερα,
κατακαίγοντας
την
αλουμινένια
επιδερμίδα των
αεροπλάνων, τα
πληρώματα
κάθονταν ακόμα
εκεί,
ιδροκοπώντας
στα καθίσματά
τους. Όσοι
βρίσκονταν σε
ετοιμότητα 5 ή 10
λεπτών
ξεκουράζονταν,
χωρίς να έχουν
όρεξη για
συζητήσεις. Για
τους πιλότους η
Μάλτα ήταν ένα
καταραμένο
μέρος: οι
συνθήκες
διαβίωσης
άθλιες, ενώ η
έλλειψη
τροφίμων
συναγωνιζόταν
εκείνη των
αεροσκαφών.
Λίγες
μέρες μετά την
άφιξή του εκεί,
ο Μπέρλινγκ
έμαθε ότι η
Μάλτα ήταν ένα
θέατρο
επιχειρήσεων
με τους δικούς
του κανόνες.
Κάποια στιγμή
προσπάθησε να
πλησιάσει έναν
αμίλητο πιλότο
για λίγη φιλική
συζήτηση. Μετά
από λίγα λεπτά
μονόλογου εκ
μέρους του
νεοφερμένου
Καναδού, ο
πιλότος
πετάχτηκε
εξοργισμένος
από το κάθισμά
του, φωνάζοντας.
«Για όνομα του Θεού, δεν μπορείς να το βουλώσεις επιτέλους;». Ο πιλότος σηκώθηκε κι έφυγε, αφήνοντας τον Μπέρλινγκ να αναρωτιέται τι είχε συμβεί. Λίγο αργότερα πληροφορήθηκε από τους άλλους ότι πριν δύο μέρες, ο συγκεκριμένος πιλότος, είχε δει τους δύο καλύτερους φίλους του να σκοτώνονται στη μάχη, ανίκανος να προσφέρει την παραμικρή βοήθεια. Αλλά αυτό ήταν κάτι το οποίο δεν αναφερόταν ποτέ σε συζήτηση. Πολλοί από τους «παλιούς» πιλότους, έχοντας αποδεχθεί την σκέψη του θανάτου, απέφευγαν τις νέες γνωριμίες. Ο θάνατος δεν υπήρχε ούτε καν σαν λέξη στο λεξιλόγιο τους. Ο οποιοσδήποτε απών συνάδελφος αποκλείεται να είχε «πεθάνει» ή να είχε «σκοτωθεί». Η μόνη πιθανή διατύπωση θα ήταν «την είχε ψωνίσει» ή απλά, «πήγε δυτικά». Όλα αυτά έπρεπε να τηρούνται σχολαστικά, αν κάποιος ήθελε να γίνει αποδεκτός από τους συναδέλφους του.

Μάλτα : «Ο Παράδεισος των Μαχητικών», αφού οι περισσότερες αερομαχίες κατέληγαν σαν ατομικές, μεμονωμένες συμπλοκές ενός Spitfire εναντίον υπεράριθμων εχθρικών
Την
Παρασκευή της 12ης
Ιουνίου 1942 ο
Μπέρλινγκ πήρε
την πρώτη γεύση
από τις
αερομαχίες της
Μάλτας. Ο
συναγερμός της
σειρήνας
διαπέρασε τον
αέρα με τον
στριγκό της ήχο,
προειδοποιώντας
για μία ακόμη
αεροπορική
επιδρομή.
«Τέσσερα
αεροσκάφη στον
αέρα!», ούρλιαξε
μία φωνή.
Τα
τραπέζια με τις
τράπουλες
αναποδογύρισαν,
τα αναψυκτικά
χύθηκαν στο
έδαφος και οι
πιλότοι
στριμώχτηκαν
στην πόρτα του
κτιρίου ή
πηδούσαν από τα
παράθυρα για να
τρέξουν προς τα
αεροπλάνα τους.
Πολλές φορές η
ζωή και ο
θάνατος
εξαρτάτο από
τον χρόνο που
χρειαζόταν
ένας πιλότος
για να φθάσει
στα 6.000 μ. και να
αντικρίσει
έναν ουρανό
γεμάτο εχθρικά
μαχητικά, σε
αναλογία 5, 7 ή
ακόμα και 10:1. Ο
Μπέρλινγκ
έτρεξε γρήγορα
στο αεροπλάνο
του, φόρεσε το
αλεξίπτωτο και
πήδησε στο
κόκπιτ. Το
αριστερό χέρι
έπιασε τον
μοχλό της
μανέτας, με τον
οποίο ρύθμιζε
το μίγμα του
καυσίμου και το
βήμα της έλικας.
Τον έσπρωξε
απαλά μπροστά,
νιώθοντας τον
βόμβο του
κινητήρα να τον
διαπερνάει. Τα
μάτια του
απορροφούσαν
τις
πληροφορίες
από τις
ενδείξεις των
οργάνων:
θερμοκρασία
και πίεση
λαδιού, ροή
καυσίμου,
ταχύτητα… Το Spitfire
άρχισε να
τροχοδρομεί
και όταν άγγιξε
τα 140 km, το ένιωσε
έτοιμο να
σηκωθεί. Με
απαλές
κινήσεις των
ποδωστηρίων
κράτησε το
αεροσκάφος
σταθερό στην
πορεία του και
με ένα ελαφρύ
τράβηγμα του
στικ σηκώθηκε
στον αέρα. Το
δεξί χέρι
τράβηξε τον
μοχλό
αναδίπλωσης
των τροχών, ενώ
το αριστερό
ανασήκωσε τα
φλαπ.
Ευθυγραμμίστηκε
με τα άλλα τρία
αεροπλάνα που
πετούσαν δίπλα
του: τον
Ντάντυ
Λόνγκλεγκς, τον
Μπέρκλυ Χιλ και
τον Τζακ Ράιη.
Κίνησε ελαφρά
το στικ για να
ελέγξει την
ανταπόκριση
των πηδαλίων
κλίσης και τα
είδε να
αντανακλούν
τον ήλιο πάνω
στην
υφασμάτινη
επιφάνειά τους.
Όλα αυτά
αποτελούσαν
μία μηχανική
διαδικασία η
οποία κρατούσε
μόνο 15
δευτερόλεπτα,
αλλά δεν θα
σταματούσε
ποτέ να
γοητεύει τον
Μπέρλινγκ. Η
φωνή του
ελεγκτή
ξέσπασε μέσα
από τα
ακουστικά,
δίνοντας
οδηγίες:
«Κερδίστε
γρήγορα ύψος! “Πανηγύρι”
με 15 αεροσκάφη
που πλησιάζουν
από το Ζονκόρ,
στα 6.500 μ.
Αγνοήστε τα
βομβαρδιστικά».
Σε δέκα λεπτά τα τέσσερα Spitfire έφθασαν στα 4.500 m αντικρίζοντας τα Messerschmitt να αποσπώνται από τον σχηματισμό τους και να βυθίζονται επάνω τους. Τέσσερα 109 κόλλησαν στην ουρά του Χιλ. Ο Μπέρλινγκ έστριψε κλειστά αριστερά, τράβηξε απότομα το στικ και βρέθηκε κάτω από την κοιλιά του Γερμανού. Με μία γρήγορη ριπή τίναξε την ουρά του στον αέρα, αλλά μετά το έχασε από τα μάτια του. Οι τέσσερις Βρετανοί στριφογυρνούσαν σαν τρελοί προσπαθώντας να σωθούν και να σώσουν ο ένας τον άλλον. Ο Ραίη προκάλεσε ζημιές σε ένα γερμανικό και ο Λόνγκλεγκς επεχείρησε να επιτεθεί μετωπικά σε ένα άλλο, αλλά δέχθηκε ο ίδιος πλήγματα. Η αερομαχία έληξε μετά από 10 λεπτά, όταν το αποφάσισαν οι Γερμανοί. Όταν προσγειώθηκαν, ο Λόνγκλεγκς χαμογέλασε στον Καναδό και του είπε: «Ωραία παράσταση, Μπέρλινγκ!».

(Profile).
Spitfire
Mk
VC,
“S”
BR
323, του Σμηνία
Τζώρτζ
Μπέρλινγκ, 249
Μοίρα, Μάλτα,
Ιούλιος 1942. Ο
Καναδός άσσος
σημείωσε τις
πρώτες του
επιτυχίες,
πετώντας με
αυτό το
αεροσκάφος σε
δύο
περιπτώσεις:
στις 6 Ιουλίου,
καταρρίπτοντας
δύο MC
202 και ένα Me-109,
και στις 10
Ιουλίου,
καταρρίπτοντας
ένα MC
202 και ένα Me-109.
Θα
καταστρεφόταν
σε αερομαχία,
δύο ημέρες
αργότερα, στα
χέρια ενός
άλλου πιλότου.
Οι ρυθμοί των
αερομαχιών στη
Μάλτα δεν
επέτρεπαν στα
αεροσκάφη την
πολυτέλεια των
συνηθισμένων
τριών κωδικών
γραμμάτων στην
άτρακτο. Στην
συγκεκριμένη
περίπτωση, τα
επίσημα κωδικά
γράμματα της 249
Μοίρας (GN)
έχουν
παραληφθεί και
την θέση τους
έχει πάρει το
ατομικό κωδικό
γράμμα του
αεροσκάφους.
Αρχικά, το
αεροσκάφος
είχε
παραληφθεί με
την τυπική
παραλλαγή της
Μεσογείου, αλλά
στην πορεία των
μαχών οι
πιλότοι
διαπίστωσαν
ότι οι
αερομαχίες
διεξάγονταν
κυρίως πάνω από
την θάλασσα,
οπότε η
ανοιχτόχρωμη
παραλλαγή
πρόδιδε
γρήγορα την
παρουσία τους.
Έτσι, πολλοί
αποφάσισαν να
καλύψουν το Mid
Stone
με μία πρόχειρη
απόχρωση του
μπλε, η οποία
ονομάστηκε Dark
Mediterranean
blue
και
κατασκευαζόταν
από τα
χρωματικά
αποθέματα της
εκάστοτε
μονάδος.
Ένιωσε
υπέροχα, έστω
κι αν κανείς
δεν είχε
διεκδικήσει
κάποια
επιβεβαιωμένη
κατάρριψη.
Δυστυχώς
για εκείνον τον
Μπέρλινγκ, η
επόμενη
αερομαχία δεν
θα ερχόταν παρά
ένα σχεδόν μήνα
αργότερα, Ήταν
η πρώτη
περίοδος
σχετικής
ηρεμίας από την
αρχή της
πολιορκίας του
νησιού,
χαρίζοντας μία
ανέλπιστη
περίοδο
ξεκούρασης
στους
ταλαιπωρημένους
πιλότους. Η
ανάπαυλα αυτή
δεν κράτησε
πολύ. Η Luftwaffe
και η Ιταλική
Βασιλική
Αεροπορία
ενίσχυαν
εντατικά τις
δυνάμεις τους
στην Σικελία
για την
επικείμενη
ανανέωση των
επιδρομών τους
τον Ιούλιο.
Αυτός θα ήταν
και ο μήνας που
θα σήμανε την
έναρξη των
μεγάλων
επιτυχιών του
Μπέρλινγκ.
Στις
6 του
μηνός θα
απεδείκνυε την
θανάσιμη
ευστοχία του σε
δύο εξόδους.
Στην πρώτη
περιπολία της
ημέρας
απογειώθηκαν 11 Spitfire
για να
καταδιώξουν
τρία ιταλικά
βομβαρδιστικά
συνοδευόμενα
από 30 Macchi
202. Τα βρετανικά
μαχητικά
βρέθηκαν σε
μεγαλύτερο
ύψος από τον
εχθρικό
σχηματισμό και
ο αρχηγός της
βρετανικής
Μοίρας οδήγησε
τα αεροσκάφη
του σε μία
μετωπική
επίθεση από την
πλευρά του
ήλιου με
ελαφριά βύθιση.
Ο Μπέρλινγκ
ευθυγραμμίστηκε
με το πρώτο
βομβαρδιστικό
που είδε
μπροστά του και
πάτησε τη
σκανδάλη των
όπλων. Η πρώτη
ριπή διέλυσε το
κεφάλι του
πιλότου και η
δεύτερη τον ένα
κινητήρα.
Συνέχισε την
πορεία του
κατευθυνόμενος
εναντίον ενός Macchi
το οποίο
βρισκόταν πίσω
από την ουρά
του
υποσμηναγού «Σμίττυ»
Σμιθ. Με μία
γρήγορη
ανοδική στροφή
βρέθηκε
γρήγορα στα
νώτα του
ανυποψίαστου
Ιταλού.
Πλησίασε
υπολογίζοντας
την ταχύτητα
και την
απόσταση και
βυθίστηκε
ελαφρά για να
βρεθεί πίσω και
δεξιά του. Μέσα
από το μεταξωτό
του γάντι ο
αντίχειρας
πίεσε το μεσαίο
από τα τρία
κουμπιά που
βρίσκονταν
στην κορυφή του
στικ. Η ριπή του
ενός
δευτερολέπτου
διέτρησε τον
κινητήρα και τη
δεξαμενή
ψυκτικού. Το Macchi
τυλίχθηκε στις
φλόγες και
συνετρίβη στη
θάλασσα. Πριν
προλάβει να
οριζοντιώσει
το αεροσκάφος
του, ένα
δεύτερο Macchi
βρέθηκε πάλι
κολλημένο στην
ουρά του «Σμίττυ».
Ο Μπέρλινγκ
κατευθύνθηκε
εναντίον του. Ο
Ιταλός
αντελήφθη τον
κίνδυνο στα
νώτα του και
βυθίστηκε
βίαια για να
ξεφύγει. Τον
ακολούθησε
πέφτοντας
σχεδόν κάθετα
από τα 6.000 μ. στα 1.500 μ.
Μόλις το
ιταλικό άρχισε
να
οριζοντιώνεται,
το Spitfire
άνοιξε πυρ από
τα 200 m,
τινάζοντάς το
στον αέρα.
Όταν ο Μπέρλινγκ επέστρεψε στο Τακάλι ανακάλυψε ότι το αεροσκάφος του ήταν διάτρητο από εχθρικές βολίδες και το χειρότερο ήταν ότι δεν είχε καν αντιληφθεί πότε δημιουργήθηκαν! Ο καθρέφτης οπίσθιας όρασης των Spitfire δεν ήταν πάντοτε αποτελεσματικός: το μέγεθός του ήταν μικρό και τα είδωλα παραμορφώνονταν από το ρεύμα των αναταράξεων της πτήσης. Το Cant που είχε κτυπήσει κατάφερε να επιστρέψει στη Σικελία υπό τους χειρισμούς του συγκυβερνήτη. Οι καταρρίψεις των δύο Macchi επιβεβαιώθηκαν από τους συναδέλφους του. Ο πρώτος Ιταλός πιλότος υπέκυψε στα εγκαύματά του στο νοσοκομείο. Ο δεύτερος είχε δεχθεί πλήγματα πυροβόλου στο πόδι και πολυβόλων στους ώμους και τα χέρια. Επέζησε μετά τον ακρωτηριασμό του ποδιού του.

Η 13η κατάρριψη: το Macchi 202 του Φαλλιέρο Τζέλλι μετά την αναγκαστική του προσγείωση στη Μάλτα. Θεωρείται ένας από τους ελάχιστους πιλότους οι οποίοι επέζησαν από επίθεση του Μπέρλινγκ!

(Profile
MC
202 “378-11”). Macchi
202 “378-11” (Αριθμός
Σειράς
άγνωστος), του
Αρχισμηνία
Φαλλιέρο
Τζέλλι (Falliero
Gelli),
της 378 Μοίρας, 51η
Πτέρυγα,
Σικελία
Ιούλιος 1942. Ο
Τζέλλι
καταρρίφθηκε
στις 27 Ιουλίου
από τον
Μπέρλινγκ,
ελάχιστα
δευτερόλεπτα
πριν από τον
Ντόλιο, αλλά,
αντίθετα από
εκείνον, είχε
την τύχη να
συλληφθεί
αιχμάλωτος. Στο
συγκεκριμένο
αεροσκάφος τα
χρώματα της
παραλλαγής
έχουν
αντιστραφεί,
καταδεικνύοντας
την ποικιλία
των χρωματικών
παραλλαγών της
Μεσογείου. Την
άτρακτο
διακοσμεί και
πάλι το έμβλημα
της 51ης
Πτέρυγος, ενώ η
κορυφή του
κώνου της
έλικας είναι
κόκκινη. Ο
Τζέλλι είχε
σημειώσει
τρεις νίκες στη
Μάλτα.

(Profile
MC
202 “151-1”). Macchi
202 “151-1” ΜΜ 9042, του
Σμηναγού
Φούριο Νικλό
Ντόλιο (Furio
Niclot
Doglio),
διοικητή της 151
Μοίρας, 51η
Πτέρυγα,
Σικελία,
Ιούλιος 1942. Ο
Ντόλιο ήταν ο
μεγαλύτερος
Ιταλός άσσος
της Μάλτας με
έξι
καταρρίψεις,
έως ότου βρήκε
ακαριαίο
θάνατο από το Spitfire
του Μπέρλινγκ
στις 27 Ιουλίου.
Φέρει την
χαρακτηριστική
παραλλαγή των «Δακτυλίων
Καπνού»,
αποτελούμενη
από Light
Chestnut
Brown/Dark
Olive
Green
για τις άνω
επιφάνειες και Light
Blue-Grey
για τις κάτω. Το
λευκό βέλος
στην άτρακτο
και ο αριθμός «1»,
υποδεικνύουν
ότι το
αεροσκάφος
ανήκει στον
διοικητή της
Μοίρας. Στην
άτρακτο
δεσπόζει το
εντυπωσιακό
έμβλημα της 51ης
Πτέρυγας, η «Γάτα
με τα πράσινα
ποντίκια», πάνω
στην πλατιά
λευκή λωρίδα,
διακριτικό του
θεάτρου της
Μεσογείου.
Λίγο
πριν τη δύση
του ήλιου
απογειώθηκε
για την δεύτερη
περιπολία της
ημέρας, μαζί με
τον Γουίλλι,
τον Ντάντυ
Λόνγκλεγκς και
τον Νόρμαν Λη,
για να
αναχαιτίσουν
δύο Junkers 88,
συνοδευόμενα
από 20 Μe-109F.
Οι εχθρικοί
σχηματισμοί
συνεπλάκησαν
σε μία άγρια
αερομαχία και ο
Μπέρλινγκ είδε
δύο Bf-109
να
κατευθύνονται
επάνω του.
Ανέστρεψε το Spitfire
και με μία
βίαιη, κλειστή
στροφή, βρέθηκε
στα νώτα του
ενός. Ο
Γερμανός
προσπάθησε να
ξεφύγει με μία
απότομη άνοδο.
Στα 700 μ. το Messerschmitt
βρέθηκε στο
στόχαστρό του.
Η ριπή των
τριών
δευτερολέπτων,
από μία εντελώς
απίθανη γωνία
σκόπευσης,
διέτρησε την
δεξαμενή
γλυκόλης και
τσάκισε την
δεξιά πλευρά
της ατράκτου
του. Το 109 έπεσε
φλεγόμενο και
ανατινάχθηκε
λίγο πριν
προσκρούσει
στη θάλασσα. Τα
υπόλοιπα Spitfire
δεν είχαν καμία
τύχη με τους
αντιπάλους
τους, αλλά και η
γερμανική
επιδρομή δεν
είχε φθάσει
στον στόχο της.
Αυτή
ήταν η τρίτη
νίκη του
Μπέρλινγκ την
ίδια ημέρα και
η πέμπτη του
συνολικά,
γεγονός που του
έδινε τον τίτλο
του άσσου, ενώ
ταυτόχρονα
είχε σώσει και
την ζωή του
Σμίττυ δύο
φορές. Αυτό και
μόνο ήταν
αρκετό για να
του κερδίσει
την καταξίωση
των συναδέλφων
του. Η επιτυχία
του βέβαια,
δεν
εορτάστηκε στη
λέσχη όπως θα
συνέβαινε στην
Ευρώπη, αλλά
κάτι τέτοιο στη
Μάλτα δεν
αποτελούσε
αντικείμενο
εορτασμού. Εκεί
ήσουν
ευτυχισμένος
που είχες ζήσει
μία ακόμα μέρα.
Οι
εκκεντρικότητες
του χαρακτήρα
του πάντως, δεν
ήταν δυνατόν να
περάσουν
απαρατήρητες
από τα μάτια
του υπόλοιπου
προσωπικού.
Ήταν μονίμως
ατημέλητος,
συνήθως
απόμακρος,
μασούσε
συνεχώς τσίχλα
με το στόμα
ανοιχτό και
είχε πάντοτε
μαζί του την
Βίβλο που του
είχε χαρίσει η
μητέρα του πριν
φύγει για την
Αγγλία. Δεν
κάπνιζε, δεν
έπινε, δεν
έβριζε και
προτιμούσε να
πετάει με άδειο
στομάχι, επειδή
πίστευε ότι η
πείνα οξύνει
την όρασή του!
Εκτός από την
Βίβλο της
μητέρας του,
είχε πάντοτε
μαζί του και
ένα άλλο βιβλίο
– την «Μαύρη
Βίβλο», όπως την
ονόμαζαν οι
συνάδελφοί του:
ένα πρόχειρο
τετράδιο με
τσαλακωμένα
φύλλα στο οποίο
κρατούσε
λεπτομερείς
σημειώσεις για
τις γωνίες των
εύστοχων ή
άστοχων βολών
του, ώστε να
βελτιώνει
διαρκώς την
ευστοχία του.
Κατά τη
διάρκεια των
ατέλειωτων
ωρών
ετοιμότητας
των 5 λεπτών, τη
στιγμή που
άλλοι
συνάδελφοί του
έπαιζαν χαρτιά
ή αναπαύονταν
στις
πολυθρόνες,
εκείνος
καθόταν στο
κόκπιτ του,
περιμένοντας
την διαταγή
απογείωσης,
καταγράφοντας
τις επιτυχείς
βολές του και
υπολογίζοντας
τα
αποτελέσματα
φανταστικών
βολών υπό
φανταστικές
γωνίες. Κατ’
αυτόν τον τρόπο
ανέπτυξε μία
σειρά
εξισώσεων τις
οποίες είχε
απομνημονεύσει
και του
επέτρεπαν να
υπολογίζει με
μαθηματική
ακρίβεια την
σωστή απόκλιση
των βολών του.
Τα πυρομαχικά
ενός Spitfire
διαρκούσαν για
14 δευτερόλεπτα,
και προτίθετο
να αξιοποιήσει
στο έπακρο
αυτές τις επτά
ριπές των δύο
δευτερολέπτων.
Ένα βλήμα είχε
ταχύτητα 840 m/sec, ένα
αντίπαλο
αεροσκάφος
περίπου 480 km/h.
Η βολή
απόκλισης ήταν
ο
συνυπολογισμός
όλων αυτών των
παραγόντων, από
τους οποίους
εξήγαγε την
ακριβή θέση του
αντιπάλου και
των βλημάτων
του ανά πάσα
δεδομένη
στιγμή. Ένα
θέμα που τον
απασχολούσε
ιδιαίτερα ήταν
η σύγκλιση των
πολυβόλων του.
Ζήτησε από τους
οπλουργούς να
την μειώσουν
από τα 300 στα 250μ. Το
αποτέλεσμα τον
ικανοποίησε,
αλλά το
πρόβλημα ήταν
ότι στη Μάλτα,
με την μικρή
διαθεσιμότητα
πιλότων και
αεροσκαφών,
ήταν σχεδόν
αδύνατον να
πετάει πάντοτε
με το ίδιο
αεροσκάφος.
Παράλληλα, είχε
μία
εκνευριστική
εμμονή με τον
έλεγχο του
οπλισμού του,
με αποτέλεσμα
να γίνεται ο
πονοκέφαλος
των μηχανικών.
Το
μοναδικό του
θέμα συζήτησης
ήταν οι
αερομαχίες και
το μόνο του
ενδιαφέρον η
αναζήτηση της
βελτίωσης. Η
εμμονή του με
την σκόπευση
και την
ταχύτητα είχε
εκδηλωθεί για
πρώτη φορά κατά
τη διάρκεια
μίας ανάπαυλας,
όταν η Μοίρα
βρισκόταν σε
ετοιμότητα. Ο
Μπέρλινγκ, μαζί
με τους άλλους
πιλότους, ήταν
ξαπλωμένος
στην πολυθρόνα
του. Τότε
παρατήρησε ένα
μικρό
υπόλειμμα
κρέατος από το
πρωινό, γύρω
από το οποίο
βούιζε ένα
σμάρι μύγες. Ο
Μπέρλινγκ
μετακίνησε την
καρέκλα του
κοντά στο
σημείο και
έσκυψε πάνω από
το κρέας
προσηλώνοντας
τα μάτια του
στην
δραστηριότητα
των εντόμων.
Ανά διαστήματα
σήκωνε αργά το
πόδι του και το
κατέβαζε
απότομα,
λιώνοντας με τη
μπότα του όσες
δεν είχαν
προλάβει να
απομακρυνθούν.
Τις άφηνε να
επιστρέψουν
και
επαναλάμβανε
τη διαδικασία.
Κάθε φορά που
τις πατούσε,
μουρμούριζε με
ικανοποίηση: «Καταραμένες
βρωμομπίλιες!»
(“Goddamn Screwballs!”). Ήταν
ένας
χαρακτηρισμός
δικής του
έμπνευσης τον
οποίο απέδιδε
σε όλους και
όλα: τους
Γερμανούς, τους
Ιταλούς, τις
μύγες, τα Me-109. Έτσι
απέκτησε το
πρώτο
υποκοριστικό
του, “Screwball”
Μπέρλινγκ, το
οποίο βρήκε της
αρεσκείας του -
του έδινε μία
ξεχωριστή
ταυτότητα. Τον
έκανε να νιώθει
αποδεκτός από
τους
συναδέλφους
του και
ισότιμος με
εκείνους. Ο
φόβος του
θανάτου, η
νευρική και
σωματική
καταπόνηση των
μαχών δεν
φαίνονταν να
τον επηρεάζουν.
Στις
ετοιμότητες
του ενός λεπτού,
καθόταν
υπομονετικά
μέσα στο κόκπιτ,
περιμένοντας
ψύχραιμος τη
διαταγή
απογείωσης,
χωρίς να
ενοχλείται από
το γεγονός ότι
ο προηγούμενος
κάτοχος του
αεροσκάφους
του, στη
διάρκεια
κάποιας
αγωνιώδους
συμπλοκής με
τον θάνατο,
είχε αφήσει στο
κόκπιτ τα ούρα
ή τα
περιεχόμενα
του στομαχιού
του.
Το
πρωί της 8ης
Ιουλίου οι
Γερμανοί
επέστρεψαν με
επτά Ju-88
συνοδευόμενα
από 40 Me-109.
Ο συναγερμός
άργησε να
ηχήσει στο
Τακάλι, με
αποτέλεσμα τα
οκτώ Spitfire
της 249 να
βρίσκονται
ακόμη στα 3.500 m,
όταν τα
βομβαρδιστικά
βρίσκονταν στα
5.500. Τα Messerschmitt
έπεσαν επάνω
τους,
βγαίνοντας
αιφνιδιαστικά
μέσα από ένα
σύννεφο,
ανακόπτοντας
την βεβιασμένη
άνοδό τους. Οι
Βρετανοί
βρέθηκαν
κυκλωμένοι
μέσα στο άγριο
μελίσσι των 109,
προσπαθώντας
να σώσουν τον
εαυτό τους και
τους
συντρόφους
τους, τη στιγμή
που τα
βομβαρδιστικά
βομβάρδιζαν το
αεροδρόμιό
τους. Τα Spitfire
συνέχισαν να
ελίσσονται
απεγνωσμένα
μέσα σε ένα
χαλάζι
τροχιοδεικτικών,
προσπαθώντας
να κρατήσουν τα
νώτα τους
ανέπαφα. Ο
Σμίττυ έκανε
μία ύστατη
προσπάθεια να
φτάσει μόνος
του τα
βομβαρδιστικά,
αλλά βρέθηκε με
20 Bf-109
στην ουρά του! Ο
Γκίλμπερτ και ο
Γουίλι
στριφογύριζαν
προσπαθώντας
να βάλουν
κάποιο Messerschmitt
στο σκοπευτικό
τους, αλλά
κατέληξαν με τα
αεροσκάφη τους
κατατρυπημένα.
Εγκατέλειψαν
τη μάχη,
γλιτώνοντας
από βέβαιο
θάνατο. Μέσα σε
εκείνο το
πανδαιμόνιο, ο
Μπέρλινγκ
έδειξε και πάλι
την
δεξιοτεχνία
του,
καταρρίπτοντας
ένα 109 με μία ριπή
δύο
δευτερολέπτων.
Αυτή η νίκη
φάνηκε να
σημαίνει και τη
λήξη της μάχης,
αφού οι
Βρετανοί
συμφώνησαν να
εγκαταλείψουν
την άνιση μάχη
πριν είναι πολύ
αργά για όλους.
Επέστρεψαν
κατάκοποι, με
τα νεύρα τους
κουρελιασμένα
και τέθηκαν σε
ετοιμότητα 5
λεπτών.
Σωριάστηκαν
στις
πολυθρόνες,
προσευχόμενοι
σιωπηλά να μην
ηχήσει
δεύτερος
συναγερμός.
Όμως, η μέρα
είχε μόλις
αρχίσει. Λίγο
πριν το
μεσημέρι, ήχησε
ο δεύτερος
συναγερμός,
βρίσκοντας στα
κόκπιτ τους
ίδιους ακριβώς
πιλότους. Η
γερμανική
επιδρομή
κατευθυνόταν
προς το δεύτερο
σημαντικότερο
αεροδρόμιο της
Μάλτας, τη
Λούκα. Ήταν
επτά Ju-88,
συνοδευόμενα
από 12 Bf-109.
Τα βρετανικά
καταδιωκτικά
βρίσκονταν σε
ύψος 7.500 μ, όταν
συνάντησαν
τους
επιδρομείς 3.000 μ.
χαμηλότερα και
βυθίστηκαν
σχεδόν κάθετα
επάνω τους. Τα
πάντα είχαν
αρχίσει τέλεια,
αλλά θα
τελείωναν
τραγικά - τα
νεύρα των
περισσοτέρων
πιλότων είχαν
ήδη αγγίξει τα
όρια της
αντοχής τους…
Τα οκτώ Spitfire της 249, με τους κινητήρες τους να ουρλιάζουν από την οργή της βύθισης, διέσπασαν εύκολα την ασπίδα προστασίας των Messerschmitt και έφτασαν στα βομβαρδιστικά. Ο Χέσλυν και ο Γουίλλι κατέρριψαν δύο Junkers με το πρώτο τους πέρασμα. Ο Μπέρλινγκ διάλεξε ένα στα δεξιά του σχηματισμού, μείωσε την ταχύτητα της βύθισης και οριζοντίωσε μόλις έφτασε στο ύψος του. Με μία αστραπιαία βολή απόκλισης τίναξε στον αέρα τον δεξιό κινητήρα του βομβαρδιστικού. Δεν είδε τι συνέβη μετά. Πρόλαβε μόνο να δει πέντε Bf-109 να συγκλίνουν επάνω του από όλες τις πλευρές. Έριξε όλα τα χειριστήρια σε μία πλευρά και το Spitfire αναποδογύρισε, πέφτοντας σαν πέτρα. Ο Μπέρλινγκ όμως, δεν εγκατέλειψε τη μάχη. Ελισσόταν δεξιά-αριστερά, προσπαθώντας να βάλει κάποιον στο σκοπευτικό του. Σε μία στιγμή βρήκε ένα 109 ακριβώς εκεί που το ήθελε. Η σύντομη ριπή του πέτυχε τον κινητήρα του μαχητικού, το οποίο βυθίστηκε κάθετα προς τη θάλασσα, αφήνοντας πίσω του μαύρο καπνό. Δεν είχαν όμως όλοι την ίδια τύχη. Ο Σμίττυ και ο Γκίλμπερτ κυνηγούσαν τα Junkers, με 10 Messerschmitt κολλημένα στα νώτα τους. Το Spitfire του Σμίττυ πήρε φωτιά με την πρώτη ριπή που δέχθηκε. Τη στιγμή που αγωνιζόταν να εγκαταλείψει το φλεγόμενο πιλοτήριό του, δύο 109 ήρθαν για να τον αποτελειώσουν, ανατινάζοντας το αεροσκάφος και τον ίδιον στον αέρα. Χωρίς να μειώσουν ταχύτητα, συνέχισαν ακάθεκτα την πορεία τους, καταρρίπτοντας και τον Γκίλμπερτ. Το αεροσκάφος του γύρισε ανάποδα και έπεσε στη θάλασσα.

Spitfire
“T-L”
EP
706 του
Μπέρλινγκ
.
Είκοσι μικρές
σβάστικες
διακοσμούν το
αεροσκάφος του
επιτυχημένου
άσσου,
αντιπροσωπεύοντας
τις ισάριθμες
νίκες του μέχρι
τις 25
Σεπτεμβρίου 1942 –
όλες, εκτός από
δύο, είχαν
σημειωθεί στη
Μάλτα,
παραποιώντας
όμως, το
γεγονός ότι οι
εννέα από αυτές
είχαν
σημειωθεί
εναντίον
ιταλικών
αεροσκαφών!
Ο
Γουίλλι θα είχε
την ίδια τύχη,
αν δεν είχε
σωθεί την
τελευταία
στιγμή από την
επέμβαση του
Μπέρλινγκ. Είχε
καταρρίψει ένα Ju-88
και το
ακολουθούσε
στη διάρκεια
της πτώσης του
για να
επιβεβαιώσει
τη νίκη του,
χωρίς να έχει
αντιληφθεί
τρία 109 που
βρίσκονταν από
πάνω του. Ο
Μπέρλινγκ
όρμησε γρήγορα
επάνω τους σε
μία μετωπική
επίθεση και τα
ανάγκασε να
διασπάσουν τον
σχηματισμό
τους και να
απομαακρυνθούν.
Το
βράδυ, η
ατμόσφαιρα στη
λέσχη ήταν
βαριά και όλοι
αναστέναξαν με
ανακούφιση
όταν το επόμενο
πρωί η Luftwaffe
έμεινε στο
έδαφος,
γλύφοντας τις
πληγές της από
τις βαριές
απώλειες που
της
προξενούσαν
μία χούφτα
αδάμαστων
μαχητών.
Θα
ήταν μία πολύ
σύντομη
ανάπαυλα. Στις 10
Ιουλίου τα
βρετανικά
μαχητικά θα
αναχαίτιζαν
έξι επιδρομές.
Η 249 θα ελάμβανε
μέρος σε δύο
εξόδους. Στην
πρώτη, τα Spitfire
των ΜακΕλρόϋ,
Λάττιμερ, Ραίη
και Μπέρλινγκ
θα έπρεπε να
απασχολήσουν
τα 30
καταδιωκτικά
συνοδείας,
καθώς 12
αεροσκάφη
άλλων Μοιρών θα
χτυπούσαν τα Junkers.
Ήταν η
συνηθισμένη
ιστορία των
ανυπέρβλητων
αριθμητικών
δεδομένων. Τα Spitfire
όρμησαν στην
καρδιά του
σχηματισμού
για να τον
διασπάσουν και
μετά
ελίσσονταν σαν
δαιμονισμένα,
προσπαθώντας
να σωθούν και
να σκοτώσουν.
Στιγμιαίες
ριπές σε
φευγαλέους
στόχους που δεν
προλάβαινες να
δεις το
αποτέλεσμά
τους, κίτρινα
τροχιοδεικτικά
να σφυρίζουν
δίπλα σου και ο
ιδρώτας της
αγωνίας να
μουσκεύει τη
στολή σου.
Ο
«χαρταετός» του
Τζακ Ραίη
κατατρυπήθηκε
και
εγκατέλειψε
τον αγώνα. Ο
Μπέρλινγκ
εντόπισε ένα Messerschmitt
που κυνηγούσε
ένα Spitfire.
Βυθίστηκε στα
νώτα του
τράβηξε το στικ
ακριβώς τη
στιγμή που
χρειαζόταν για
να βρεθεί στην
τυφλή γωνία του
Γερμανού. Η
ριπή γάζωσε την
κοιλιά του 109,
σκοτώνοντας
ακαριαία τον
ανθυποσμηναγό
Χανς-Γύργκεν
Φρέντιεν (Hans-Juergen
Froedien)
της JG
53. Το αεροσκάφος
δεν έβγαλε
καπνό, δεν πήρε
φωτιά, ούτε
σκόρπισε
συντρίμμια
στον αέρα. Απλά
βυθίστηκε
σιωπηλά προς τη
Μεσόγειο.
Η
δεύτερη
επιδρομή ήταν
μία μίξη 30
γερμανικών και
ιταλικών
μαχητικών και
πέντε Junkers.
Τα Messrschmitt
είχαν αναλάβει
την στενή
προστασία των
βομβαρδιστικών,
ενώ τα Macchi
την κάλυψη από
μεγαλύτερο
ύψος. Ο
Μπέρλινγκ
πετούσε Νο 2 του
υποσμηναγού
Έρικ
Χέδερινγκτον (Eric
Hetherington),
του
αντικαταστάτη
του Σμίττυ. Τα
οκτώ Spitfire
είχαν όλο τον
χρόνο να
ανεβούν στα 7.800 μ.
και να
συναντήσουν
μπροστά τους τα
ιταλικά
μαχητικά. Ο «Χέδερ»
όρμησε πρώτος,
με τον
Μπέρλινγκ να
ακολουθεί. Ο
Καναδός
διάλεξε ένα Macchi
το οποίο άρχισε
μία σειρά
ελιγμών για να
ξεκολλήσει το Spitfire
από την ουρά
του: βυθίστηκε
απότομα,
ανυψώθηκε,
έστριψε,
περιστράφηκε
και ανυψώθηκε
πάλι. Η κορυφή
ενός loop
σήμανε το τέλος
της επίδειξης.
Τη στιγμή που ο
κινητήρας του
ιταλικού έδινε
το μέγιστο της
ισχύος του, η
ριπή του
Μπέρλινγκ
διέλυσε το
κόκπιτ του
Ιταλού σε
δεκάδες
κομμάτια.
Όταν
η μέρα έφθασε
στο τέλος της,
οι
υπερασπιστές
της Μάλτας
είχαν
διεκδικήσει
την καταστροφή
17 εχθρικών. Αυτό
βέβαια δεν
σήμαινε ότι οι
επιδρομές
αποτύγχαναν
πάντα. Οι
βομβαρδισμοί
της 11ης και 12ης
Ιουλίου
έπιασαν τους
Βρετανούς στο
έδαφος,
προκαλώντας
ζημιές σε
εγκαταστάσεις
και αεροσκάφη,
ενώ τα
βομβαρδιστικά
διέφυγαν
άθικτα. Η 249
απογείωσε μία
τριάδα για να
κυνηγήσει τους
επιδρομείς,
καθώς
επέστρεφαν
στις σικελικές
βάσεις τους. Ο
Χέδερινγκτον, ο
Μπέρλινγκ και ο
Μπέρκλεϋ-Χιλλ,
συνάντησαν
τους
επιδρομείς 56 km
πάνω από τη
θάλασσα. Όταν
τα Spitfire
πλησίαζαν το
ύψος του
εχθρικού
σχηματισμού,
δέχθηκαν την
επίθεση των
καταδιωκτικών
συνοδείας.
Δεκαοκτώ Macchi
202, 16 Reggiane
2001 και 12 Me-109
επέπεσαν όλα
πάνω τους.
Χωρίς καμία
πιθανότητα να
φτάσουν τα
βομβαρδιστικά,
έσφιξαν τα
δόντια και
ρίχτηκαν στη
μάχη: τρεις
εναντίον 46!
Ωθώντας
τον κινητήρα
στο μέγιστο της
ισχύος του, ο
Μπέρλινγκ
όρμησε στη
καρδιά του
εχθρικού
σχηματισμού,
βλέποντας γύρω
του τα Macchi
να
διασκορπίζονται
σε όλες τις
κατευθύνσεις.
Τράβηξε το στικ
πίσω,
κερδίζοντας
γρήγορα ύψος
και βγήκε
ψηλότερα από το
επίπεδο της
συμπλοκής.
Βυθίστηκε
κάθετα και είδε
ένα Macchi,
300 μ. στα αριστερά
του. Ο πιλότος
του δεν
φαινόταν να
έχει καταλάβει
τίποτα.
Φθάνοντας στο
ύψος του, έριξε
μία κοφτή ριπή
ενός
δευτερολέπτου
κατευθείαν
στον κινητήρα
του,
σημειώνοντας
την πρώτη νίκη.
Τώρα καθένας
πολεμούσε για
τον εαυτό του,
καταδιωκόμενος
ταυτόχρονα από
3 ή 4 εχθρικά στα
νώτα του. Ο
Χέδερινγκτον
κατέρριψε ένα
δεύτερο
ιταλικό,
ανεβάζοντας το
ηθικό των τριών
Βρετανών.
«Το
είδα, Χέδερ,
παλιόπαιδο!», φώναξε
συνεπαρμένος
μέσα από τον
ασύρματο ο
Μπέρκλεϋ-Χιλλ.
Πριν προλάβει
να τελειώσει τη
φράση του, δύο Messerschmitt
βυθίστηκαν από
τον ήλιο και
βρέθηκαν στην
ουρά του, ένα
από κάθε πλευρά.
Η
συγκεντρωμένη
ριπή των δύο
μαχητικών
διέλυσε το
πιλοτήριο,
σκοτώνοντάς
τον ακαριαία.
Συνέβη τόσο
γρήγορα, ώστε
κανείς από τους
δύο συντρόφους
του δεν πρόλαβε
να δει το τέλος
του 20χρονου
πιλότου.
Οποιαδήποτε
παράταση της
συμπλοκής θα
ήταν καθαρή
αυτοκτονία. Οι
δύο πιλότοι
επέστρεψαν στο
Τακάλι,
ανεφοδίασαν
γρήγορα τα
αεροσκάφη τους
και μετά από
επιμονή του
Χέδερ,
απογειώθηκαν
και πάλι σε μία
προσπάθεια να
εντοπίσουν τον
χαμένο τους
σύντροφο. Η
έρευνα ήταν
μάταιη. Αντί
για τα
συντρίμμια του
Μπέρκλεϋ-Χιλλ
συνάντησαν ένα
ζεύγος Reggiane
να πετούν
χαμηλά, μέσα σε
ένα σύννεφο. Ο
Χέδερ ανέλαβε
την κάλυψη του
Μπέρλινγκ,
καθώς εκείνος
επιτίθετο στο
πρώτο. Μπορούσε
να ορκιστεί ότι
ο Ιταλός δεν
είχε καταλάβει
τίποτα.
Πλησίασε την
ουρά του και με
μία ριπή δύο
δευτερολέπτων
το Reggiane
πήρε φωτιά και
έπεσε. Έστριψε
στην
κατεύθυνση του
δεύτερου,
προσεγγίζοντας
γρήγορα την
τυφλή γωνία του
από αριστερά.
Το Spitfire
απείχε 50 μ. όταν ο
Ιταλός πιλότος
διαισθάνθηκε
τον κίνδυνο και
γύρισε το
κεφάλι του. Ο
Μπέρλινγκ
μπορούσε να
διακρίνει κάθε
λεπτομέρεια
του
τρομοκρατημένου
προσώπου του τη
στιγμή που
πατούσε το
κουμπί των
πολυβόλων. Η
ριπή χτύπησε το
πιλοτήριο και
την καλύπτρα,
διαλύοντας το
κεφάλι του
πιλότου. Το
ρεύμα του αέρα
σκόρπισε τα
αίματα κατά
μήκος της
ατράκτου. Η όλη
σκηνή της 10ης
και 11ης νίκης
του είχε
διαρκέσει
ακριβώς επτά
δευτερόλεπτα…
Αυτό
που θαύμαζαν
περισσότερο οι
συνάδελφοί του
πάνω στον
Μπέρλινγκ ήταν
η μεταμόρφωσή
του: στο έδαφος
ήταν πάντα
ατημέλητος,
αχτένιστος,
αδέξιος και
νευρικός. Στον
αέρα ήταν
ήρεμος και
ψύχραιμος.
Πετούσε με
ακρίβεια σαν να
κυλούσε στον
ουρανό,
γνωρίζοντας
στο έπακρο τα
προτερήματα
και τα
ελαττώματα του
αεροπλάνου του.
Οι καταρρίψεις
του ήταν
αστραπιαίες,
απόλυτες,
αδιαμφισβήτητες:
πλησίαζε
γρήγορα, έριχνε
μία ριπή μισού
δευτερολέπτου
και
εξαφανιζόταν.
Εκείνο όμως που
τους άφηνε
όλους άφωνους
ήταν η οξύτατη
όραση και η
ευστοχία του.
Ήταν πάντοτε ο
πρώτος ο οποίος
διέκρινε τα
εχθρικά
αεροσκάφη και
κατέρριπτε το
θύμα του
καταναλώνοντας
τον ελάχιστο
δυνατό αριθμό
πυρομαχικών,
γνωρίζοντας τα
επακριβή
σημεία στα
οποία είχαν
κτυπήσει τα
πυρά του. Παρά
τις
αμφιλεγόμενες
τακτικές που
χρησιμοποιούσε,
κανείς ποτέ δεν
αμφισβήτησε το
ταλέντο του
στην αερομαχία.
Όπως και ο
μεγάλος Άγγλος
άσσος του Α΄ ΠΠ,
Άλμπερτ Μπωλ,
είχε την
πεποίθηση ότι
οι μεγάλοι
εχθρικοί
σχηματισμοί
του έδιναν το
πλεονέκτημα: οι
αντίπαλοι δεν
μπορούσαν να
του επιτεθούν
όλοι
ταυτόχρονα, ενώ
εκείνος
εισέβαλε στην
καρδιά του
αντίπαλου
σχηματισμού
και με τόσα
εχθρικά
αεροσκάφη γύρω
του ήταν
αδύνατον να
αστοχήσει.
Ταυτόχρονα οι
αντίπαλοί του
δίσταζαν να
ανοίξουν πυρ,
φοβούμενοι
μήπως, μέσα στη
σύγχυση,
χτυπήσουν
κάποιον δικό
τους! Του ήταν
αδύνατον να
συμβιβαστεί με
το ομαδικό
πνεύμα
συνεργασίας το
οποίο ίσχυε
πάνω από την
Αγγλία. Ήταν
ένας ατομιστής
ο οποίος
υπάκουγε μόνο
στους δικούς
του κανόνες, με
αξιοθαύμαστα
όμως
αποτελέσματα -
και παρόλες τις
κατηγορίες τις
οποίες θα του
απέδιδαν
αργότερα στην
σταδιοδρομία
του, στην Μάλτα
θα αποδείκνυε
επανειλημμένως
ότι δεν άφηνε
ποτέ
ακάλυπτους
τους
συναδέφλους
του στις
κρίσιμες
στιγμές.
Η
επιδρομή της 14ης
Ιουλίου σήκωσε
στον αέρα
ολόκληρη τη
διαθέσιμη
δύναμη
αεροσκαφών της
Μάλτας – 30 Spifire.
Η 249 έλαβε μέρος
με επτά
αεροσκάφη, τα
οποία θα
ανελάμβαναν να
επιτεθούν
εναντίον των
καταδιωκτικών
προστασίας. Στη
συμπλοκή που
επακολούθησε, ο
Μπέρλινγκ
βρέθηκε μόνος
του σε ύψος 9.000 μ.
και
αιφνιδιάστηκε.
Τρία Messerschmitt
και δύο Reggiane
όρμησαν
αιφνιδιαστικά
εναντίον του
από την πλευρά
του ήλιου,
ερχόμενα από
αντίθετες
γωνίες. Βρέθηκε
εγκλωβισμένος
και έπρεπε να
διαλέξει σε
ποια πλευρά θα
στρεφόταν.
Επέλεξε τα Reggiane,
επειδή η
μικρότερη ισχύ
πυρός τους τα
καθιστούσε
λιγότερο
επικίνδυνα από
τα γερμανικά.
Έκανε λάθος.
Ένας
καταιγισμός
πυρών γάζωσε
τον «χαρταετό
του» από άκρη σε
άκρη. Μία
εκρηκτική
βολίδα
εξερράγη
ανάμεσα στα
πόδια του,
σφηνώνοντας
θραύσματα στην
δεξιά του
φτέρνα.
Κατέφυγε στον
μοναδικό
ελιγμό που θα
μπορούσε να τον
σώσει και
τράβηξε πίσω το
στικ με όλη του
τη δύναμη. Το
αεροσκάφος
έχασε τη
στήριξή του,
γύρισε ανάποδα
και έπεσε σε
περιδίνηση.
Επέστρεψε στο
Τακάλι με το
αεροπλάνο του
σε κακά χάλια,
μετρώντας 23
τρύπες στην
άτρακτο και τα
φτερά.
«Τώρα
θα μάθεις να
προσέχεις και
τη δική σου
ουρά», του
είπε
περιπαικτικά ο
Γουίλλυ.
Ο
γιατρός
αφαίρεσε τα
θραύσματα από
το πόδι του και
την επόμενη
μέρα βρισκόταν
πάλι στον αέρα.
Με εννέα
καταρρίψεις
στη Μάλτα μέσα
σε τέσσερις
ημέρες και
άλλες δύο στη
Γαλλία, ο
διοικητής της
Πτέρυγας της
Μάλτας του
απένειμε το
Μετάλλιο
Διακεκριμένων
Πτήσεων (D.F.M)
το απόγευμα της
15ης Ιουλίου.
Λίγες μέρες
μετά, ο Λάντυ
Λούκας τον
κάλεσε στο
γραφείο του.
Εκείνος
παρουσιάστηκε
με τη γνωστή
του ατημέλητη
εμφάνιση και
ένα αδιάφορο
ύφος. Ακούμπησε
στον τοίχο και
έχωσε τα χέρια
στις τσέπες. Η
συζήτηση ήταν
εξαιρετικά
σύντομη.
«Ενδιαφέρεσαι
για προαγωγή;».
«Όχι»,
απάντησε
κοφτά ο
Μπέρλινγκ.
«Μπορείς
να φύγεις».
Ο
Ιούλιος θα ήταν
η χειρότερη
περίοδος της
πολιορκίας. Η
μόνη ενίσχυση
που είχε
εμφανισθεί στο
νησί μετά τον
Μάρτιο ήταν δύο
φορτηγά πλοία.
Κάθε γραμμάριο
τροφής και
καυσίμου ήταν
ανεκτίμητο. Αν
και οι κάτοικοι
υπέμεναν τα
πάντα με
αποφασιστικότητα,
ο φόβος της
λιμοκτονίας
είχε
ενσταλάξει
στις ψυχές όλων.
Το συσσίτιο των
Βρετανών
πιλότων ήταν
ελάχιστο και
πάντοτε το ίδιο:
μοσχάρι
κονσέρβα. Η
έλλειψη
βιταμινών, αργά
ή γρήγορα,
προκαλούσε σε
όλους
δερματικές
ασθένειες και
δυσεντερία. Ο
Μπέρλινγκ
έπασχε και από
τα δύο. Στην
πρώτη
περίπτωση, η
διαρκής τριβή
της δερμάτινης
κάσκας και της
μάσκας
οξυγόνου,
δημιουργούσαν
φλύκταινες στο
πρόσωπο και τον
αυχένα, οι
οποίες δεν
αργούσαν να
μολυνθούν. Στην
δεύτερη
περίπτωση, ο «Σκύλος
της Μάλτας»,
όπως είχαν
ονομάσει οι
πιλότοι τη
δυσεντερία, για
ανεξήγητους
λόγους
χτυπούσε κάθε
εβδομάδα, με
μία σχεδόν
προβλέψιμη
συχνότητα,
αφήνοντας τα
θύματά της
αδύναμα και
εξαντλημένα σε
σημείο
παραλυσίας. Οι
επιθέσεις της
μάλιστα, δεν
περιορίζονταν
μόνο στο έδαφος.
Οποιοσδήποτε
πιλότος
μπορούσε να
δεχθεί την
αιφνιδιαστική
επίθεσή της εν
ώρα πτήσης, με
δυσάρεστα και
δύσοσμα
αποτελέσματα.
Ο
μέσος όρος των
απωλειών ήταν
περίπου τρία
αεροσκάφη την
ημέρα. Μέσα σε
μία και μόνο
εβδομάδα η
Μοίρα του
Μπέρλινγκ είχε
χάσει τους
μισούς σχεδόν
πιλότους της.
Στις 22 Ιουλίου ο
Μπέρλινγκ
έχασε τον
μοναδικό στενό
φίλο που είχε,
τον Γαλλο-Καναδό
συμπατριώτη
του, Ζαν
Παραντί.
Ετοιμαζόταν να
επιτεθεί σε
τρία Junkers
88, όταν
καταρρίφθηκε
από τα
καταδιωκτικά. Ο
Μπέρλινγκ είχε
καλές σχέσεις
με όλους τους
συναδέλφους
του, αλλά ο
Παραντί ήταν ο
μόνος με τον
οποίον η
συζήτηση
κυλούσε
ελεύθερα και
ευχάριστα. Με
τους
υπόλοιπους,
επέστρεφε στον
κλειστό και
λιγομίλητο
εαυτό του. Η
συζήτηση μαζί
τους
περιοριζόταν
στα απλοϊκά,
συνηθισμένα
πράγματα: οι
συμπλοκές, οι
καταρρίψεις,
λίγο
κουτσομπολιό,
πολλά φιλικά
πειράγματα και…τέλος.
Οι άλλοι είχαν
όλοι κάποια
αγαπημένα
πρόσωπα να τους
περιβάλλουν:
μία φιλενάδα,
μία οικογένεια,
ένα παιδί. Ο
Μπέρλινγκ δεν
είχε τίποτα από
αυτά και δεν
έβρισκε κάποιο
κοινό στοιχείο
μαζί τους. Όταν
η συζήτηση
οδηγούσε σε
προσωπικότερα
θέματα, ένιωθε
να στερεύει από
λόγια.
Εξ
άλλου υπήρχαν
και οι απώλειες.
Οι παλιοί, με
τους οποίους ο
Μπέρλινγκ είχε
δεθεί
περισσότερο,
χάνονταν ένας-ένας.
Από την ομάδα
των πιλότων με
τους οποίους
είχε φτάσει στη
Μάλτα πριν έναν
μήνα, είχαν
απομείνει μόνο
επτά. Οι
υπόλοιποι
είχαν
επιστρέψει
στην Αγγλία για
ανάρρωση και
ανάπαυση. Μετά
την απώλεια του
Παραντί είχαν
καταφθάσει
κάποιοι
αντικαταστάτες.
Νέα ονόματα,
νέα πρόσωπα,
χαμογελαστά,
γεμάτα
ενθουσιασμό.
Δύο εβδομάδες
αργότερα
εξαφανίζονταν.
Σε ένα μέρος
σαν την Μάλτα,
πρόσωπα και τα
ονόματα,
άλλαζαν με
καταπληκτική
ταχύτητα. Η
μνήμη δεν
συγκρατούσε
λεπτομέρειες.
Έτσι, απέμεινε
χωρίς φίλους σε
μία
αποδεκατισμένη
μονάδα. Ίσως
και να ήταν
καλύτερα έτσι:
δεν φοβόταν
μήπως χάσει
κάποιο
αγαπημένο του
πρόσωπο. Αυτή η
αντίδραση τον
βύθισε ακόμη
βαθύτερα στη
μοναξιά του, η
οποία θα
παρέμενε ο
μοναδικός
αληθινός
σύντροφος της
σύντομης ζωής
του. Ο
συμπλεγματικός
χαρακτήρας που
είχε αναπτύξει
από τις
οικογενειακές
του καταβολές,
δεν του
επέτρεψε ποτέ
να
δημιουργήσει
στενές φιλίες
στη ζωή του.
Πάντοτε
δραστήριος και
αεικίνητος, θα
λατρευόταν από
την προπαγάνδα
της εποχής του
και από κανέναν
άλλον. Όσοι
συνυπηρέτησαν
μαζί του είχαν
ελάχιστα
κολακευτικά
λόγια να του
προσάψουν: ένας
απομονωμένος
νεαρός,
απείθαρχος,
ψυχρός,
αντιδραστικός
και ανεύθυνος,
ο οποίος
αποζητούσε
διαρκώς την
αναγνώριση την
οποία του είχε
αρνηθεί ο
πατέρας του.
Ελάχιστοι
κατάφεραν να
διακρίνουν ότι
κάτω από αυτή
την τραχιά
επιφάνεια,
κρυβόταν ένας
ανασφαλής και
ευαίσθητος
χαρακτήρας, για
τον οποίον,
αυτά τα
χαρακτηριστικά,
είχαν
κατασκευαστεί
σαν μηχανισμός
αυτοάμυνας.
Tο
απόγειο
23
Ιουλίου. «Μοίρα
“Τίγρης”,
απογείωση!
Κερδίστε
γρήγορα ύψος!».
Μέσα
σε λίγα λεπτά
τα 12 Spitfire
της 249
βρίσκονταν στα
6.500 m,
αντικρίζοντας
τρία Ju-88
και 40 μαχητικά.
Την ίδια στιγμή
μία δεύτερη
βρετανική
Μοίρα ορμούσε
από την πλευρά
του ήλιου,
διασπώντας την
ασπίδα των
καταδιωκτικών
για να χτυπήσει
τα
βομβαρδιστικά.
Ο συντονισμός
ήταν τέλειος.
Ο
Μπέρλινγκ
πρόλαβε να
προκαλέσει
ζημιές στον
δεξιό κινητήρα
ενός Junkers,
πριν του
επιτεθούν τα
καταδιωκτικά.
Συναντήθηκε με
ένα Reggiane
και άρχισε τους
ελιγμούς.
Κλειστές
στροφές,
περιστροφές, loop
και βυθίσεις
διαδέχονταν το
ένα το άλλο.
Κατάφερε να
βρει τον
αντίπαλό του σε
μία εντελώς
απίθανη θέση,
χτυπώντας τον
στην τυφλή του
γωνία. Ήταν μία
επίθεση τριών
τετάρτων, από
πίσω, χαμηλά
και αριστερά. Η
βραχύτατη ριπή
του Spitfire
τίναξε στον
αέρα την
αριστερή
πτέρυγα του
ιταλικού. Από
τους παλιούς, ο Τζακ Ραίη
και ο Μίτσελ
κατέρριψαν από
ένα ο καθένας.
Ένας από τους
νέους, ο Ρεντ
Μπράϋντεν,
έριξε ένα 109.
Επέστρεψαν
όλοι σώοι
γιορτάζοντας
τις νίκες τους –
και μετά από
την πάροδο
τεσσάρων
ημερών ο
Καναδός θα
άγγιζε το
απόγειό του.
Στις
06.00 της 27ης
Ιουλίου
απογειώθηκαν
οκτώ Spitfire
για να
αναχαιτίσουν
επτά Junkers
προστατευόμενα
από μία μίξη 40
γερμανικών και
ιταλικών
μαχητικών. Ως
συνήθως, ο
Μπέρλινγκ
εντόπισε
πρώτος τον
εχθρικό
σχηματισμό.
«Εχθρικά
αεροσκάφη, “Ώρα
4”, χαμηλότερα!».
Συνάντησαν
την επιδρομή
στα 7.500 μ, καθώς τα
βομβαρδιστικά
έριχναν τις
βόμβες τους
πάνω στο Τακάλι.
Ο Μπέρλινγκ
είδε μία
τετράδα Macchi
202 που πετούσαν
σε κλιμακωτό
σχηματισμό,
ανεπτυγμένα
κατά μέτωπο,
και επιτέθηκε
στο τελευταίο.
Μόνο δύο
ιταλικά
αντελήφθησαν
το Spitfire
στα νώτα τους
και διέφυγαν με
μία δεξιά
ανοδική στροφή
- όχι όμως και το
τελευταίο του
σχηματισμού. Ο
Αρχισμηνίας
Τζέλλι ήταν
αρκετά
απασχολημένος,
ψάχνοντας τον
Νο 2 του – έναν
άπειρο νεαρό
πιλότο ο οποίος
πετούσε στην
πρώτη του
αποστολή και
προφανώς είχε
χαθεί. Ο
Μπέρλινγκ
πλησίασε την
δεξιά πλευρά
του και
πυροβόλησε
μπροστά από τον
στόχο του. Ο
Τζέλλι δεν
κατάλαβε ποτέ
τι τον χτύπησε.
Το αεροσκάφος
του απλά πέρασε
μέσα από τα
πυρά του Spitfire,
απορροφώντας
τα βλήματα στον
κινητήρα και το
ψυγείο ελαίου
του. Με μία
ελάχιστη πίεση
των
ποδωστηρίων,
έφερε στο
σκοπευτικό του
το επόμενο και
το κατέρριψε,
με τον ίδιο
ακριβώς τρόπο,
ένα
δευτερόλεπτο
αργότερα. Το
ιταλικό
εξαϋλώθηκε σε
μία
εκτυφλωτική
έκρηξη,
αφήνοντας τον
ουρανό μπροστά
από τον
Μπέρλινγκ
άσπιλο και
γαλανό. Ήταν
έτοιμος να
ευθυγραμμιστεί
με το τρίτο
κατά σειρά Macchi,
όταν αντελήφθη
δύο 109 από κάτω
του. Πιέζοντας
το στικ
βυθίστηκε με
μία
ημιπεριστροφή
και
εμφανίστηκε
αιφνιδιαστικά
κάτω από τις
κοιλιές των δύο
γερμανικών. Το
πρώτο δέχθηκε
τη ριπή του
Καναδού στη
δεξαμενή
καυσίμων και
κατέπεσε
φλεγόμενο στη
θάλασσα. Το
δεύτερο έχασε
αρκετά
κομμάτια από το
φτερό και την
ουρά του και
απομακρύνθηκε
γρήγορα
προσπαθώντας
να ανακτήσει
την ισορροπία
του.
Με
εξαντλημένα
πλέον τα
πυρομαχικά του,
ο Μπέρλινγκ
εγκατέλειψε τη
συμπλοκή. Με το
Τακάλι
κατεστραμμένο
από τον
βομβαρδισμό, τα
τέσσερα Spitfire
προσγειώθηκαν
στο αμέσως
πλησιέστερο
αεροδρόμιο.
Ανεφοδιάστηκαν
με καύσιμα και
πυρομαχικά και
διατάχθηκαν να
απογειωθούν
πάλι, καθώς μία
δεύτερη
επιδρομή
προσέγγιζε το
νησί. Από τα
επτά Ju-88
που
αποτελούσαν
τον πυρήνα της,
κανένα δεν θα
έφτανε στις
ακτές του. Τη
στιγμή που τα Spitfire
της 126 Μοίρας
αποδεκάτιζαν
τα
βομβαρδιστικά,
η τετράδα των
Μπέρλινγκ,
Χέδερ, Γουίλλυ
και Μπράϋντεν
έφθανε στα 5.000 m
και επιτίθετο
στα 20 Bf-109
της συνοδείας.
Οι δύο
τελευταίοι
όρμησαν στην
καρδιά του
σχηματισμού
για να τον
διασπάσουν. Τα Messrschmitt
αντέδρασαν
γρηγορότερα
και ένα από
αυτά γέμισε
τρύπες το Spitfire
του Γουίλλυ. O
Μπέρλινγκ
έσπευσε να τα
απασχολήσει,
δίνοντας την
ευκαιρία στον
Γουίλλυ να
εγκαταλείψει
τη μάχη.
Επέλεξε
αντίπαλο και
άρχισε μαζί του
έναν
συναγωνισμό
κλειστών
παρατεταμένων
στροφών και
δεξιοτεχνικών
ελιγμών. Ο
Γερμανός
άρχισε να
υστερεί και
βυθίστηκε για
να ξεφύγει. Το Spitfire
τον ακολούθησε,
στέλνοντας μία
ριπή ενός
δευτερολέπτου
στη δεξαμενή
του ψυκτικού
του. Το 109
αναποδογύρισε
και διαλύθηκε
μόλις
προσέκρουσε
στη θάλασσα.
Με
την τέταρτη
νίκη του εκείνη
την ημέρα και
την 14η από
τότε που είχε
φτάσει στο νησί,
ο Μπέρλινγκ
είχε κερδίσει
τον τίτλο του
μεγαλύτερου
άσσου της
Μάλτας, έναν
τίτλο που δεν
θα έχανε ποτέ. Ο
Χέδερ, ο
Γουίλλυ και ο
Μπράϋντεν
είχαν
καταρρίψει από
ένα, χωρίς
απώλειες από
την βρετανική
πλευρά.
Αναμφίβολα
όμως, οι
αστραπιαίες
νίκες του
Καναδού είχαν
κλέψει την
παράσταση. Ο 25χρονος
Αρχισμηνίας
Φαλιέρο Τζέλι (Falliero
Gelli)
κατάφερε να
προσγειώσει το
σακατεμένο του
αεροσκάφος σε
ένα χωράφι και
να συλληφθεί
από έναν
πονόψυχο
Μαλτέζο χωρικό
ο οποίος δεν
τον σάπισε στο
ξύλο, όπως
συνήθιζαν οι
συμπατριώτες
του. Ο 34χρονος
Σμηναγός
Φούριο Ντόλιο
Νικλό (Furio
Doglio
Niclot),
δεν στάθηκε
τόσο τυχερός.
Ήταν ο
μεγαλύτερος
Ιταλός άσσος
της Μάλτας, με
έξι νίκες,
μέχρι τη στιγμή
του ακαριαίου
θανάτου του από
τα πολυβόλα του
Μπέρλινγκ.
Το
όνομα “Screwball”
είχε
πλέον αγγίξει
διαστάσεις
θρύλου, ακόμα
και ανάμεσα
στους
συναδέλφους
του. Στα
πρωτοσέλιδα
των εφημερίδων
βέβαια, θα
γινόταν
γνωστός με
ηρωικότερους
χαρακτηρισμούς:
«Το Γεράκι της
Μάλτας» ή «Ο
Σωτήρας της
Μάλτας».
Στις 09.15 της 29ης Ιουλίου ήχησε και πάλι ο συναγερμός. Ο Μπέρλινγκ και ο Χέδερ, μαζί με δύο καινούργιους, απογειώθηκαν για να αναχαιτίσουν 20 Me-109. Οι σχηματισμοί συνεπλάκησαν, σχηματίζοντας ένα οργιαστικό γαϊτανάκι από στροβιλιζόμενα αεροσκάφη. Οι τέσσερις Βρετανοί, κυκλωμένοι από παντού, παρέμεναν στο κέντρο της συμπλοκής, γνωρίζοντας ότι εκεί ήταν περισσότερο ασφαλείς. Ξαφνικά, ένα 109 βυθίζεται από την πλευρά του ήλιου και εμφανίζεται στα αριστερά του Μπέρλινγκ. Η ριπή του τίναξε στον αέρα την καλύπτρα του Spitfire και τον προσπέρασε. Σώος μέσα στο κόκπιτ του, ο Μπέρλινγκ γαντζώθηκε στα νώτα του και τον ακολούθησε. Από τα 450 μ. διακινδύνευσε μία βολή ενός δευτερολέπτου. Τα βλήματα χτύπησαν τον κινητήρα, τη δεξαμενή καυσίμων και το κόκπιτ. Το φλεγόμενο «Κίτρινο 2» του Υποσμηνία Καρλ-Χάϊντς Βίτσκε (Karl-Heinz Witschke) συνετρίβη στη θάλασσα, 500 μ. έξω από τον Μεγάλο Λιμένα.

(Profile
Me-109).
Me-109F,
«Κίτρινο 2», του
Υποσμηνία Καρλ-Χάϊντς
Βίτσκε (Karl-Heinz
Witschke),
της Ι/JG
77, Σικελία 1942.
Φέρει την
τυπική
γερμανική
παραλλαγή
ερήμου,
αποτελούμενη
από RLM
79 Sand
Yellow/RLM
80 Olive
Green
και RLM
78 Light
Blue.
Στο κάλλυμα του
κινητήρα
υπάρχει η
αινιγματική
επιγραφή “Hptm.
Werner
Tismar”
(Σμηναγός
Βέρνερ Τίσμαρ),
και αναφέρεται
στην μνήμη του
ομώνυμου
νεκρού
συναδέλφου. Ο
Μπέρλινγκ
κατέρριψε τον
Βίτσκε στις 29
Ιουλίου,
σημειώνοντας
την 17η νίκη
του.
Για
τις επόμενες
μέρες η Luftwaffe
έμεινε στις
βάσεις της,
γλύφοντας τις
πληγές της από
τις βαριές
απώλειες των
δύο περασμένων
μηνών,
περιοριζόμενη
μόνο σε
μερικούς
νυχτερινούς
βομβαρδισμούς.
Ανάμεσα στους
υπερασπιστές
του νησιού,
υπήρχε διάχυτη
η αίσθηση ότι
είχαν κερδίσει
έναν ακόμα γύρο
στην ανελέητη
μάχη και
αναμφίβολα, ο
ιδιόρρυθμος
Καναδός, είχε
συμβάλλει τα
μέγιστα σε αυτή
την, έστω και
προσωρινή, νίκη.
Η Μεγάλη
Επίθεση του
Ιουλίου είχε
φθάσει στο
τέλος της…
Ωστόσο,
η ψυχολογική
πίεση των
αδιάκοπων
μαχών, η
σωματική
καταπόνηση και
κυρίως, η κακή
διατροφή, είχαν
τις επιπτώσεις
τους στην υγεία
του Μπέρλινγκ.
Το βάρος του,
από τα 87 kg, είχε
πέσει στα 70 και
μετά βίας
στεκόταν
όρθιος στα
πόδια του. Η
πολιορκία είχε
αποκόψει τις
προμήθειες
τροφίμων και η
δυσεντερία τον
έστειλε στο
νοσοκομείο
πριν τον
στείλουν οι
εχθρικές
σφαίρες. Εκεί
τον
επισκέφθηκε ο
Λάντυ Λούκας ο
οποίος τον
πληροφόρησε
ότι του είχε
απονεμηθεί το
Μετάλλιο
Διακεκριμένων
Πτητικών
Υπηρεσιών (DFC)
και του
πρότεινε πάλι
προαγωγή στον
βαθμό του
ανθυποσμηναγού
– ο τύπος είχε
αρχίσει να
μυρίζεται την
εμφάνιση
κάποιου νέου
ήρωα κι αν ο
μεγαλύτερος
άσσος της
Μάλτας ήταν
υπαξιωματικός
θα
δημιουργείτο
σκάνδαλο!
Ο
Μπέρλινγκ
αρνήθηκε πάλι.
«Τι
διάβολο, Τζώρτζ!»,
ξέσπασε
ο Λούκας. «Νομίζεις
ότι θα αλλάξει
τίποτα; Το μόνο
που θα αλλάξει
είναι τα
διακριτικά σου.
Το φαγητό δεν
βελτιώνεται
και παραμένεις
πάντοτε
ευπρόσβλητος
στη δυσεντερία.
Ούτε οι
Γερμαναράδες
θα καταλάβουν
τη διαφορά -
πάνω από τη
στολή φοράς το
σωσίβιο!».
Αυτή
τη φορά, ο
Μπέρλινγκ ήταν
πολύ αδύναμος
για να
επιμείνει…
Αιματηρή
ισοπαλία
Παρέμεινε
στο νοσοκομείο
για μία
εβδομάδα και
όταν επέστρεψε
στη μονάδα του
στις 8
Αυγούστου,
διαπίστωσε ότι
οι μισοί από
τους
συντρόφους του
νοσηλεύονταν
κι εκείνοι για
τον ίδιο λόγο.
Τίποτα δεν είχε
αλλάξει. Το
φαγητό ήταν
πάντοτε
μοσχάρι
κονσέρβα, το
οποίο κατάπινε
με αρκετές
μπουκιές
ψωμιού, αν και
γνώριζε ότι
σύντομα θα
έτρεχε στο
πλησιέστερο
αποχωρητήριο.
Ίσως ήταν αυτός
ο λόγος για την
χαμηλή του
απόδοση στον
αέρα εκείνη την
ημέρα.
Απογειώθηκαν
λίγο μετά τις 10.00
για να
αντιμετωπίσουν
μία μοίρα Bf-109
τα οποία
αναζητούσαν
αντίπαλο πάνω
από το νησί.
Όταν έφθασαν
στα 6.000 m
δεν βρήκαν
τίποτα.
«Πανηγύρι
με 15 Ληστές, 32 km
βόρεια από σας.
Ανεβείτε κι
άλλο!», τους
ειδοποίησε η
φωνή του
ελεγκτή. Όταν
οι δύο
σχηματισμοί
συνεπλάκησαν, ο
Μπέρλινγκ
κατέρριψε ένα 109
με μία ριπή 2,5
δευτερολέπτων
στον κινητήρα
και τη δεξαμενή
ψυκτικού. Τη
στιγμή που το
θύμα του
προσέκρουε στη
θάλασσα, τρία Messerschmitt
ξεχύθηκαν στα
νώτα του,
σφηνώνοντας
δύο βλήματα
στον κινητήρα
του. Η Rolls
Royce
Merlin
αρνείτο να
δεχθεί
οποιαδήποτε
εντολή και μετά
από ένα λεπτό
άφησε την
τελευταία της
ιπποδύναμη. Το
αλεξίπτωτο θα
ήταν μία καλή
λύση, αλλά ο
Μπέρλινγκ
ανακάλυψε ότι
οι ιμάντες του
ήταν αρκετά
χαλαροί για να
εγγυηθούν μία
ασφαλή πτώση.
Βρήκε ένα
χωράφι
κατάλληλο για
προσγείωση,
χαμήλωσε το
αριστερό φτερό
για να
απορροφήσει το
χτύπημα της
πρόσκρουσης
και
προσγειώθηκε
με την κοιλιά.
Αυτή
θα ήταν η
τελευταία του
μάχη για αρκετό
καιρό. Στις 11
Αυγούστου η
δυσεντερία
χτύπησε και
πάλι τον
εξασθενημένο
οργανισμό του,
αφήνοντάς τον
κατάκοιτο για
δεύτερη φορά.
Οι επόμενες
εβδομάδες
κύλησαν χωρίς
σημαντικά
επεισόδια. Ο
ρυθμός των
μαχών είχε
πέσει. Οι
βαριές
απώλειες και η
εξάντληση
είχαν οδηγήσει
σε μία στάσιμη
ισοπαλία: οι
Γερμανοί δεν
νικούσαν, αλλά
δεν έλυναν και
την πολιορκία.
Η μάχη για τη
Μάλτα είχε
καταντήσει
ένας αιματηρός
πόλεμος φθοράς
στον οποίον ο
οίκτος προς τον
αντίπαλο είχε
αρχίσει να
εξαφανίζεται.
Πολλοί από τους
πιλότους των
αντιμαχομένων
πλευρών
έπεφταν νεκροί
από τα πυρά των
αντιπάλων τους,
καθώς
κρέμονταν από
τα αλεξίπτωτά
τους ή καθώς
επέπλεαν με το
σωσίβιό τους.
Οι Γερμανοί δεν
είχαν πλέον τι
άλλο να
χτυπήσουν και
διενεργούσαν
επιδρομές μόνο
και μόνο για να
βομβαρδίσουν
ένα και
μοναδικό σώο
αεροσκάφος το
οποίο είχε
εντοπίσει
κάποιο
αναγνωριστικό!
Στις
16 Αυγούστου
επέστρεψε στο
Τακάλι, χωρίς
όμως να έχει
αναρρώσει
πλήρως και για
αυτό
απογοητεύτηκε
οικτρά από την
απόδοσή του:
γύρισε με το
αεροπλάνο του
κατατρυπημένο
χωρίς να έχει
χτυπήσει ούτε
ένα εχθρικό.
Όποτε
βρισκόταν στον
αέρα οι
εισπνοές του
οξυγόνου τον
τόνωναν, αλλά
όποτε
επέστρεφε στο
έδαφος, ένιωθε
αδυναμία,
ζαλιζόταν και
παραπάταγε. Ο
υπόλοιπος
Αύγουστος
κύλησε ήρεμα. Η
πολιορκία
οδηγείτο σε
αποκλιμάκωση
και ο Μπέρλινγκ
άρχισε να
ανησυχεί με την
έλλειψη δράσης.
Θα έπρεπε να
περάσουν δέκα
ημέρες για να
ικανοποιηθεί η
λύσσα του. Στις 25ης
Σεπτεμβρίου
απογειώθηκε
μαζί με άλλα
εννέα Spitfire
και
συνεπλάκησαν
με 12 Me-109.
Τα βρετανικά
επιτέθηκαν από
την πλευρά του
ήλιου, με τον
Μπέρλινγκ να
σκορπά τον
θάνατο με
ταχύτητα και
ακρίβεια.
Βυθίστηκε
από μεγαλύτερο
ύψος και
πλησίασε δύο 109
που πετούσαν
μαζί. Σημάδεψε
το πρώτο από
πίσω-δεξιά και
απόσταση 300 μ. Η
ριπή του ενός
δευτερολέπτου
διέτρησε τις
φιάλες
οξυγόνου,
διαλύοντας το
αεροσκάφος σε
χιλιάδες
κομματάκια.
Σημάδεψε το
δεύτερο από τα 350
μ. και πίεσε τις
σκανδάλες για
δύο
δευτερόλεπτα.
Κομμάτια από το
κάλυμμα του
κινητήρα
τινάχτηκαν
στον αέρα,
ακολουθούμενα
από ένα νέφος
γλυκόλης. Λίγο
χαμηλότερα
εντόπισε ένα
τρίτο το οποίο
βρισκόταν στα
νώτα του Έρνυ
Μπαντ.
«Σπάσε
αριστερά! Messerschmitt
στην ουρά σου!»… Βυθίστηκε
επάνω του από
πίσω αριστερά.
Η ριπή των δύο
δευτερολέπτων
ανατίναξε το Messerschmitt
στον αέρα…
Μέσα
στις επόμενες
μέρες οι
επιθετικές
περιπολίες και
οι νυχτερινοί
βομβαρδισμοί
των Γερμανών
αυξήθηκαν. Η
σειρήνα του
συναγερμού
ηχούσε όλο και
συχνότερα.
Παρότι οι αρχές
Οκτωβρίου
πέρασαν ήσυχα,
όλοι ένιωθαν
ότι οι Γερμανοί
ετοίμαζαν κάτι
μεγάλο…
Ο
τελευταίος
θρίαμβος
Το
ένστικτό του
βετεράνου
πιλότου
σπανίως
αποτυγχάνει. Ο
Οκτώβριος θα
ήταν μία
επανάληψη του
Ιουλίου. Η 4η
Οκτωβρίου θα
ήταν η μέρα που
θα σήμανε την
έναρξη της «Τελευταίας
Μεγάλης
Επίθεσης», με
την 249 να χάνει
δύο πιλότους σε
μία έξοδο. Έξι
ημέρες
αργότερα ο
Μπέρλινγκ
απογειώθηκε
για έναν
πτητικό έλεγχο
του
αεροσκάφους
του και
εντόπισε δύο Me-109
να πετούν πάνω
από την
επιφάνεια της
θάλασσας. Με
μία ταχεία
βύθιση βρέθηκε
κάτω από την
κοιλιά του
πρώτου,
χτυπώντας το
κατευθείαν
στον κινητήρα.
Το δεύτερο
εξαφανίστηκε
ελάχιστα
δευτερόλεπτα
μετά, μέσα στην
πύρινη έκρηξη
των
αναφλεγόμενων
καυσίμων του.
Στις 11
Οκτωβρίου
χάθηκαν δύο
ακόμα
συνάδελφοί του,
χωρίς να
διεκδικήσουν
καμία νίκη και
στις 13 οι
επιδρομές θα
άγγιζαν το
αποκορύφωμά
τους.
Οι
πιλότοι της 249
βρίσκονταν σε
ετοιμότητα
πέντε λεπτών
από τις 04.30. Δύο
ώρες αργότερα
ήρθε η διαταγή
για απογείωση.
Οκτώ Spitfire
ανέβηκαν στα 8.500 μ.
αντικρίζοντας
15
βομβαρδιστικά
σε σχηματισμό “V”
να
συνοδεύονται
από
τουλάχιστον 80
καταδιωκτικά! Η
ασπίδα
προστασίας
σταμάτησε τα
περισσότερα
από τα Spitfire,
αλλά όχι και
τον Μπέρλινγκ.
Με τα δύο χέρια
πίεσε το στικ
κάτω και πέρασε
σαν αστραπή
μέσα από τα Messerschmitt,
κατευθυνόμενος
εναντίον των Junkers.
Στην πορεία
δέχθηκε τις
φευγαλέες
ριπές
τουλάχιστον 20
γερμανικών,
αλλά αυτό δεν
τον σταμάτησε.
Επέλεξε το
βομβαρδιστικό
που βρισκόταν
στην πιο
ευάλωτη θέση
του
σχηματισμού, το
τελευταίο
δεξιά.
Πλησιάζοντας
την ουρά του,
σημάδεψε τον
δεξιό κινητήρα
με μία ριπή δύο
δευτερολέπτων.
Τα πυρά τίναξαν
στον αέρα
κομμάτια του
φτερού και το
βομβαρδιστικό
βυθίστηκε,
ξερνώντας
φλόγες. Έστριψε
κλειστά
αριστερά και
είδε 20 Messerschmitt
να τον
καταδιώκουν.
Πιέζοντας την
ισχύ στο
μέγιστο, άρχισε
ελιγμούς
διαφυγής: δύο
περιστροφές,
ένα loop,
ένα Split-S,
μία τελευταία
περιστροφή και
βύθιση… Ένα 109
τον πλησίασε
από επάνω
αριστερά.
Πιέζοντας πάλι
το αεροσκάφος
του στα άκρα,
μπήκε σε μία
παρατεταμένη
αριστερή
στροφή και
βρέθηκε στην
ουρά του. Από τα 50
μ. η ριπή του
χτύπησε τον
κινητήρα του Messerschmitt,
ανατινάζοντάς
το σαν να
περιείχε
δυναμίτιδα.
Αλλάζοντας
γρήγορα
κατεύθυνση,
εντόπισε ένα
δεύτερο που
ερχόταν από
ψηλά δεξιά. Το
γερμανικό
βρέθηκε 300 μ.
μπροστά από τα
πολυβόλα του
Μπέρλινγκ και
δέχτηκε μία
ριπή τεσσάρων
δευτερολέπτων
που το διέλυσε
στον αέρα.
Τέσσερα
βομβαρδιστικά
έφθασαν στους
στόχους τους
βομβαρδίζοντας
το Τακάλι και
την Λούκα. Όταν
οι επιδρομείς
πηραν το
δρομολόγιο της
επιστροφής
προς τις
σικελικές
βάσεις τους, τα Spitfire
συνέχισαν την
καταδίωξη. Ο
Μπέρλινγκ
πρόλαβε ένα
μοναχικό Junkers
πάνω από τη
θάλασσα.
Επιτέθηκε από
επάνω δεξιά και
το κατέρριψε με
όσα πυρομαχικά
του είχαν
απομείνει. Όταν
επέστρεφε στο
Τακάλι
ανακάλυψε ότι
το κάθισμά του
είχε
ξεκολλήσει από
τη θέση του,
μετά από τις
πιέσεις που
είχε δεχθεί
κατά τη
διάρκεια των
ελιγμών!
Η
πίεση των
επιχειρήσεων
ήταν τέτοια,
ώστε ακόμη και
ο ίδιος άρχισε
να παρουσιάζει
συμπτώματα
νευρικής
εξάντλησης.
Μονίμως
σιωπηλός και
λιγομίλητος,
ξαφνικά, έγινε
ομιλητικός σε
σημείο
εκνευρισμού,
χωρίς να το
συνειδητοποιεί.
Η λογοδιάρροιά
του δεν θα
κρατούσε πολύ,
αφού η 14η
Οκτωβρίου 1942 θα
ήταν η
τελευταία και
δραματικότερη
ημέρα του στη
Μάλτα.
Ο
τρίτος
συναγερμός της
ημέρας σήμανε
λίγο μετά τις 13.10,
με την εμφάνιση
οκτώ Ju-88 και 50
μαχητικών. Οι
Χέδερ,
Γκίντινγκς,
Μπράϋντεν και
Μπέρλινγκ
απογειώθηκαν
πρώτοι με
επικεφαλής
σχηματισμού
τον Χέδερ.
Ανέβηκαν στα 6.000 μ
και εντόπισαν
τους “Ληστές”
μερικές
εκατοντάδες
μέτρα
χαμηλότερα.
Χωρίς να
περιμένουν τα
υπόλοιπα
αεροσκάφη της
Μοίρας τους,
χωρίστηκαν σε
δύο ζεύγη και
όρμησαν στη
μάχη. Οι Χέδερ
και Γκίντινγκς
επιτέθηκαν
κατά μέτωπο στα
βομβαρδιστικά,
καθώς οι
Μπέρλινγκ και
Μπράϊντεν
απασχολούσαν
τα
καταδιωκτικά.
«Πάμε,
Ρεντ! Πάνω τους!»,
φώναξε ο
Μπέρλινγκ και
βυθίστηκαν
μέσα στο
πανδαιμόνιο
της μάχης. Η
σχεδόν
συμπαγής μάζα
των Messerschmitt
διασπάσθηκε τη
στιγμή που
ετοιμάζονταν
να χτυπήσουν
τον Γκίντινγκς.
Οι Μπέρλινγκ
και Μπράϊντεν
συνέχισαν τη
βύθισή τους,
αντικρίζοντας
μπροστά τους τα
βομβαρδιστικά
σε σχηματισμό
“V”. Ο Καναδός
πλησίασε το
τελευταίο Junkers
στο δεξιό άκρο
του
σχηματισμού
και έριξε μία
ριπή δύο
δευτερολέπτων.
Μεταλλικά
κομμάτια
πετάχτηκαν από
τον δεξιό
κινητήρα και
μία πύρινη
γλώσσα
τινάχθηκε από
την δεξαμενή
καυσίμου. Το
βομβαρδιστικό
άρχισε να
πέφτει
τυλιγμένο στις
φλόγες. Με την
άκρη του ματιού
του είδε τον
Χέδερ να
περνάει από
δίπλα του, με
οκτώ Messerschmitt
πίσω του.
Ρίχνοντας το
στικ μπροστά,
βυθίστηκε
γρήγορα
μπαίνοντας
στην ουρά ενός
Γερμανού,
περνώντας
δίπλα από το
φλεγόμενο Junkers
που είχε μόλις
καταρρίψει. Ο
οπίσθιος
πολυβολητής
του
βομβαρδιστικού,
ζώντας τα
τελευταία
δευτερόλεπτα
της ζωής του,
εξάντλησε τα
πυρομαχικά του
πάνω στον
Μπέρλινγκ.
Ολόκληρη η
αριστερή
πλευρά του Spitfire
γαζώθηκε από
μία ριπή 30
τουλάχιστον
βολίδων,
ανοίγοντας
τρύπες στην
άτρακτο και το
φτερό.
Εκρηκτικές
βολίδες
διαπέρασαν το
κόκπιτ. Μία
έξυσε τον
αριστερό του
καρπό. Μία άλλη
χώθηκε στον
αριστερό του
βραχίονα.
Κοίταξε τον
καθρέφτη
οπίσθιας
όρασης και είδε
δύο 109 στην ουρά
του! Αψήφησε
τον κίνδυνο,
αποφασισμένος
να σώσει τον
Χέδερ. Από
απόσταση 400 μ έριξε μία
βιαστική ριπή
σε ένα Messerschmitt και
είδε τα βλήματα
να κτυπούν τον
κινητήρα του.
Την επόμενη
στιγμή το
αεροσκάφος του
κλονίστηκε από
τα βλήματα των
δύο Messerschmitt στα νώτα
του. Το
αριστερό φτερό
του σχεδόν
πριονίστηκε.
Δύο βλήματα
σφύριξαν πάνω
από το κεφάλι
του ανοίγοντας
τρύπες στην
καλύπτρα και τα
υπόλοιπα
διέτρησαν τη
δεξιά πτέρυγα.
Τράβηξε βίαια
το στικ στην
κοιλιά του και
ο κινητήρας του
Spitfire δεν τον
απογοήτευσε.
Τινάχτηκε στα 7.000
μ και χώθηκε σε
ένα σύννεφο.
Τουλάχιστον
είχε σώσει τον
Χέδερ… Ο «χαρταετός»
του, αν και
διάτρητος από
άκρη σε άκρη,
φαινόταν να
αντέχει ακόμα.
Πριν προλάβει
να ανασάνει,
μία φωνή
αντήχησε μέσα
από τα
ακουστικά του:
«Για
όποιον
βρίσκεται πάνω
από τον κόλπο
της Καλαφράνα:
δώστε μας μία
βοήθεια!
Είμαστε δύο
εναντίον 20!
Ο
Μπέρλινγκ
βρισκόταν
ακριβώς πάνω
από εκείνη τη
θέση και
βυθίστηκε
αμέσως,
βλέποντας μία
ακόμα
απεγνωσμένη
αερομαχία να
διεξάγεται
χαμηλότερα. Στα
4.000 μ
ευθυγραμμίστηκε
πίσω και χαμηλά
από την ουρά
ενός ανύποπτου
Messerschmitt που
ετοιμαζόταν να
γαζώσει τα νώτα
του Γουίλι.
Φαίνεται ήταν η
μοίρα του να
σώζει πάντα τον
Γουίλι και τον
Χέδερ! Η ριπή
των δύο
δευτερολέπτων
αποκόλλησε
ολόκληρο το
αριστερό φτερό
του 109,
στέλνοντας το
υπόλοιπο
αεροσκάφος σε
μία ιλιγγιώδη
περιδίνηση με
τον πιλότο
παγιδευμένο
στο εσωτερικό
του. Είδε με
ανακούφιση το
Spitfire του Γουίλι να
διαφεύγει
διάτρητο, αλλά
σώο, χωρίς όμως
να γνωρίζει ότι
την ίδια στιγμή
η δική του “κοιλιά”
βρισκόταν στο
σκοπευτικό
ενός Messerschmitt.
Ήταν η δεύτερη
φορά εκείνη την
ημέρα που ο
Μπέρλινγκ
έσωζε τη ζωή
ενός
συναδέλφου του
αψηφώντας την
δική του και
τώρα έπρεπε να
πληρώσει το
τίμημα…
Το
θραύσμα ενός
βλήματος 20 mm
χώθηκε στην
δεξιά του
φτέρνα. Ένα
άλλο πέρασε
ανάμεσα από τον
αριστερό
αγκώνα και τα
πλευρά του για
να καταλήξει
στον πίνακα
οργάνων. Μία
έκρηξη στο
κόκπιτ σφήνωσε
θραύσματα στο
αριστερό του
πόδι. Τα πάντα
διαλύθηκαν. Το
Spitfire έπεφτε από τα
5.000 μ, με
αριστερόστροφη
περιδίνηση και
τη μανέτα
κολλημένη στο
μέγιστο της
ισχύος. Έλυσε
τους ιμάντες
και
αποσυνέδεσε τα
καλώδια
οξυγόνου και
ακουστικών.
Εκτίναξε την
καλύπτρα, αλλά
το ρεύμα του
αέρα τον
καθήλωσε στο
κάθισμά του. Οι
φλόγες που
πετάγονταν από
τον κινητήρα
άγγιζαν το
πρόσωπό του. Τα
καμμένα λάδια
τον έλουζαν
ολόκληρο. Η
πρόσκρουση με
τη θάλασσα ήταν
θέμα
δευτερολέπτων.
Είχε φθάσει και
η δική του ώρα
τελικά…
Δεν
πανικοβλήθηκε,
ούτε μετάνιωσε
για τίποτα.
Πάντοτε έτσι
ήθελε να
πεθάνει…
2.000
μ…
Το
ένστικτο της
αυτοσυντήρησης
ώθησε τον
οργανισμό να
αντιδράσει.
Προς χάριν μίας
ύστατης
προσπάθειας
πάλεψε και πάλι
για να
απεγκλωβιστεί.
Κατάφερε να
συρθεί έξω από
το κόκπιτ και
πάτησε στο
αριστερό φτερό
για να
εγκαταλείψει
από την
εσωτερική
πλευρά της
περιδίνησης. Οι
φλόγες τον
τύλιγαν…
600
μ…
Πήδηξε
και το
αλεξίπτωτο
άνοιξε με έναν
ξερό κρότο, 150 μ.
πάνω από την
επιφάνεια της
θάλασσας…