(1900-1944)
ΙΩΑΝΝΗΣ
ΜΑΝΣΟΛΑΣ
ΑΓΓΕΛΟΣ
ΔΑΛΑΣΣΗΝΟΣ
sthn idia istoselida gia tiV tainieV pou paicthkan apo ta erga tou - sta agglika
Sthn epishmh istoselida tou - gallika : http://www.saint-exupery.org/
To keimeno tou Mikrou Prigkipa - sta agglika : http://www.angelfire.com/hi/littleprince/
Ta apofqegmata tou - agglika : http://exuperydc.tripod.com/
Ektenh anafora sta agglika : http://members.lycos.nl/tlp/antoine.htm
Ektenh anafora sta gallika : http://www.enprovence.com/saint-exupery/
Thn idia tou th fwnh pou diabazei thn perigrafh miaV quellaV : http://remb.free.fr/dossier/antoine.htm#Antoine%20de%20SAINT%20EXUPERY
ΟΙ
ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΙ
ΑΕΡΟΠΟΡΟΙ
ΥΠΗΡΞΑΝ
ΕΚΕΙΝΟΙ ΠΟΥ
ΕΔΩΣΑΝ ΠΡΟΣΩΠΟ
ΜΕ ΠΡΟΣΩΠΟ ΤΗ
ΜΑΧΗ ΜΕ ΤΟΝ
ΑΕΡΑ, ΕΠΑΝΩ ΣΕ
ΚΑΠΟΙΑ
ΑΕΡΟΠΛΑΝΑ
ΑΔΙΑΝΟΗΤΑ ΓΙΑ
ΤΑ ΣΗΜΕΡΙΝΑ
ΔΕΔΟΜΕΝΑ. ΑΛΛΑ
ΗΤΑΝ Η ΨΥΧΗ
ΤΟΥΣ ΕΚΕΙΝΗ ΠΟΥ
ΑΝΤΙΣΤΑΘΜΙΖΕ
ΤΟΥΣ ΑΔΥΝΑΜΟΥΣ
ΚΙΝΗΤΗΡΕΣ, ΤΑ
ΑΝΥΠΑΡΚΤΑ
ΡΑΔΙΟΒΟΗΘΗΜΑΤΑ
ΚΑΙ ΤΟΥΣ
ΧΙΛΙΟΥΣ-ΔΥΟ
ΚΙΝΔΥΝΟΥΣ ΠΟΥ
ΠΑΡΑΜΟΝΕΥΑΝ ΣΕ
ΚΑΘΕ ΝΕΑ ΠΤΗΣΗ.
ΚΑΠΟΙΟΙ «ΤΡΕΛΟΙ»
ΕΠΡΕΠΕ ΝΑ
ΤΡΑΒΗΞΟΥΝ
ΠΡΩΤΟΙ ΤΟΝ
ΔΡΟΜΟ ΠΟΥ
ΟΔΗΓΗΣΕ ΣΤΗΝ
ΕΞΕΛΙΞΗ ΑΥΤΟΥ
ΤΟΥ
ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΟΥ
ΜΕΣΟΥ ΠΟΥ
ΑΝΑΔΕΙΧΘΗΚΕ
ΣΑΝ ΤΟ
ΑΠΟΚΟΡΥΦΩΜΑ
ΤΗΣ ΑΝΘΡΩΠΙΝΗΣ
ΤΕΧΝΙΚΗΣ ΤΟΥ 20ου
ΑΙΩΝΑ. ΟΙ
ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟΙ
ΗΤΑΝ ΦΥΣΙΚΟ ΝΑ
ΣΚΟΤΩΘΟΥΝ, ΤΟ
ΤΙΜΗΜΑ
ΑΠΑΡΑΙΤΗΤΟ. Ο
ΑΝΤΟΥΑΝ ΝΤΕ
ΣΑΙΝΤ ΕΞΥΠΕΡΥ,
ΠΡΙΝ ΧΑΘΕΙ ΚΙ
ΑΥΤΟΣ ΣΤΟΥΣ
ΑΙΘΕΡΕΣ
ΦΟΡΩΝΤΑΣ ΤΗΝ
ΣΤΟΛΗ ΤΗΣ
ΠΑΤΡΙΔΑΣ ΤΟΥ,
ΚΑΤΑΦΕΡΕ ΝΑ
ΑΠΟΤΥΠΩΣΕΙ ΣΤΑ
ΕΡΓΑ ΤΟΥ ΤΟ
ΜΕΓΑΛΕΙΟ ΚΑΙ ΤΗ
ΣΥΓΚΙΝΗΣΗ
ΑΥΤΩΝ ΤΩΝ
ΠΡΩΤΟΠΟΡΩΝ ΤΟΥ
ΑΕΡΑ. ΤΟ ΑΡΘΡΟ
ΠΟΥ ΑΚΟΛΟΥΘΕΙ
ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ
ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΑ
ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ
ΠΟΛΕΜΟΥ ΣΤΑ
ΣΤΕΝΑ ΠΛΑΙΣΙΑ
ΤΟΥ ΟΡΟΥ. ΕΙΝΑΙ
Η ΣΥΓΚΙΝΗΤΙΚΗ
ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ
ΑΝΘΡΩΠΟΥ, ΤΟΥ
ΠΙΛΟΤΟΥ, ΤΟΥ
ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ
-ΠΟΥ
ΚΙ ΑΥΤΗ ΟΜΩΣ HTAN
ΕΝΑΣ ΠΟΛΕΜΟΣ…
«Όπως ο γεωργός γνωρίζει τη γη με το αλέτρι, έτσι κι εγώ μαθαίνω τον κόσμο με το αεροπλάνο», έγραψε ο Εξυπερύ στο σημαντικότερο βιβλίο του «Η Γη των Ανθρώπων». Το βιβλίο αυτό ξεπερνά σε σύλληψη, μεγαλείο και απλότητα χιλιάδες άλλα έργα μεγάλων λογοτεχνών και διανοητών που αναζητούν το νόημα της ζωής. Κι αυτό γιατί αποτύπωσε όσο κανείς άλλος εκείνες τις γνήσιες συγκινήσεις των πρωτοπόρων του αέρα, κατορθώνοντας να δει τα πράγματα με τον δικό του μοναδικό τρόπο που εστίαζε στα ανθρώπινα συναισθήματα
Παρόλα
αυτά η
αεροπορική του
δράση
παραμένει
ελάχιστα
γνωστή αφού η
λογοτεχνική
του τον
κατέστησε
γρηγορότερα
διάσημο. Κι
όμως υπήρξε
ένας από τους
σημαντικότερους
πρωτοπόρους
της πολιτικής
αεροπορίας με
ιστορική
συμβολή στις
υπερατλαντικές
πτήσεις και με
αξιόλογη
πολεμική δράση
στον Β΄ΠΠ,
μέχρι τα μέσα
του 1944 που βρήκε τον
θάνατο κατά την
διάρκεια μίας
αναγνωριστικής
αποστολής.
Το
πλήρες όνομά
του ήταν
Αντουάν-Ζαν-Μπαπτίστ-Μαρί-Ροζέρ
ντε Σαιντ
Εξυπερύ (Antoine-Jean-Baptiste-Marie-Roger
de Saint-Exupery)
και
γεννήθηκε στις
29 Ιουνίου 1900 στην
Λυών, ανάμεσα
σε τέσσερα άλλα
αδέλφια στο
ευτυχισμένο
περιβάλλον
μίας παλιάς
αριστοκρατικής
οικογένειας
που διατηρούσε
ακόμα το κύρος
και τον τίτλο
μίας καταγωγής
η οποία χανόταν
κάπου στον 5ο
μΧ αι. Παρά τον
θάνατο του
πατέρα του όταν
ο Αντουάν ήταν
σε ηλικία μόλις
τεσσάρων ετών
και τον οποίο
γνώρισε μόνο
μέσα από
φωτογραφίες, η
οικογένειά του
δεν έπαψε ποτέ
να του
δημιουργεί
πάντα ένα
αίσθημα
ασφάλειας και
θαλπωρής το
οποίο θα τον
έκανε να
αναπολεί ακόμα
και χρόνια
αργότερα,
εκείνον τον
κόσμο της
παιδικής του
ηλικίας. Η
στοργική του
μητέρα τον
ανέθρεψε με
πολύ αγάπη, ενώ
χάρη στην
αρχική
οικονομική της
άνεση του έδωσε
μία πολύ καλή
εκπαίδευση
στην οποία
ξεχώρισαν
αμέσως τα
έντονα
χαρίσματά του.
Ο Εξυπερύ
γεννήθηκε την
ίδια εποχή που
γεννιόταν και
το αεροπλάνο,
τότε που τα
κατορθώματα
ενός Μπλεριώ
έκαναν τον
κόσμο να ριγεί
καθώς διέσχιζε
την Μάγχη με
ένα αεροπλάνο
που έμοιαζε
περισσότερο με
φτερωτό
ποδήλατο. Ήταν
σίγουρα μία
συγκλονιστική
στιγμή για την
ανθρωπότητα
και ο μικρός
Αντουάν
φαίνεται να
επηρεάστηκε
τόσο από το
γεγονός ώστε
έφτιαξε κι ο
ίδιος φτερά από
χαρτόνι και τα
κόλλησε στο
ποδήλατό του,
στριφογυρίζοντας
αδιάκοπα στον
κήπο του και
μιμούμενος το
βούισμα
εκείνου του
θαύματος των
αιθέρων: «Θα
δείτε όταν θα
απογειωθώ με το
αεροπλάνο μου!»,
φώναζε σε όλους.
Η σημαδιακή
στιγμή για
εκείνον ήρθε
στα 12 χρόνια του,
όταν κατά τη
διάρκεια
κάποιων
διακοπών
παρακολουθούσε
μία μικρή ομάδα
μηχανικών να
συναρμολογούν
ένα αεροπλάνο
μερικά
χιλιόμετρα
μακριά από το
σπίτι του. Τους
παρακολουθούσε
ώρες
ατέλειωτες από
κοντά και
αμέσως θαύμασε
την ζεστή
ατμόσφαιρα της
συναδελφικότητας
και της
αλληλεγγύης
που
επικρατούσε
ανάμεσά τους.
Οι επισκέψεις
του έγιναν τόσο
τακτικές ώστε
τελικά
γνωρίστηκε και
έγινε φίλος με
όλους. Όταν το
αεροπλάνο
ολοκληρώθηκε
οι μηχανικοί
τον
προσκάλεσαν να
πετάξει μαζί
τους. Ο
ενθουσιασμός
από την αίσθηση
της πτήσης ήταν
φυσικό να
αιχμαλωτίσουν
για πάντα την
φαντασία του
μικρού Αντουάν:
«Τα φτερά
στρίγγλιξαν
μέσα στη ροή
του αέρα, ο
κινητήρας με τη
μουσική του
αγκάλιαζε την
ψυχή μου κι ο
ήλιος μας
χάϊδευε με τις
ανταύγειες του».
Ήταν οι στιγμές
που ο
λογοτέχνης και
ο αεροπόρος
έβρισκαν το
κοινό λίκνο
τους μέσα στην
ψυχή του ενός
παιδιού.
Το
1918 τελειώνοντας
το γυμνάσιο αρραβωνιάστηκε
μία
οικογενειακή
τους φίλη, την
Λουίζ
Βιλλερμπάν (Louise
Villerban),
παρακολουθώντας
ταυτόχρονα με
ενθουσιασμό τα
νέα από τις
μεγάλες
πτήσεις Γάλλων
αεροπόρων και
ειδικά του
Ντιντιέ Ντορά ο
οποίος κάλυψε
πρώτος την
διαδρομή
Τουλούζη-Ραμπάτ
(Γαλλία-Μαρόκο).
Το 1921 ήρθε η ώρα
να υπηρετήσει
την πατρίδα. Η
οικογένειά του
τον
συμβούλευσε να
επιλέξει το
ναυτικό που
θεωρείτο πιο
αριστοκρατικό
σώμα αλλά μετά
από την
αποτυχία του
στις εξετάσεις
δεν
αναρωτήθηκε
καθόλου ποιά θα
ήταν η επόμενη
επιλογή του,
οπότε υπέβαλλε
την αίτησή του
στην αεροπορία,
όπου και έγινε
δεκτός με την
ειδικότητα του
μηχανικού, ενώ
παράλληλα
έπαιρνε και
μαθήματα
πιλότου με
ιδιωτικό
εκπαιδευτή.
Πράγματι, η
ανυπομονησία
του ήταν τόσο
μεγάλη που
πολλές φορές
τον οδηγούσε σε
σφάλματα τα
οποία
κατέληγαν σε
μικροατυχήματα:
«Εξυπερύ, αφού
δεν έχεις
σκοτωθεί μέχρι
τώρα σε
δυστύχημα, δεν
πρόκειται να
σκοτωθείς ποτέ»,
του είχε πει ο
διοικητής του.
Παρά τις
δυσκολίες θα
καταφέρει να
πάρει το πτυχίο
του και στη
συνέχεια θα
εκπαιδευτεί
και στα
στρατιωτικά
αεροσκάφη, έως
ότου στις 10
Οκτωβρίου του 1922,
με τον βαθμό
του
ανθυποσμηναγού
είχε πλέον
αποκτήσει και
το πτυχίο του
πιλότου
μαχητικών.
Όταν πιά το
όνειρο μίας
ζωής φαινόταν
να έχει
πραγματοποιηθεί,
η κακοτυχία
χτύπησε τον 22χρονο
Εξυπερύ σε κάθε
τομέα της ζωής
του. Στην βάση
Λε Μπουρζέ των
Παρισίων
παθαίνει το
πρώτο σοβαρό
ατύχημα της
ζωής του. Η
κρανιοεγκεφαλική
κάκωση που
υπέστη ήταν
τόσο σοβαρή
ώστε από θαύμα
απέφυγε τον
θάνατο. Αυτό το
γεγονός βέβαια
δεν θα ήταν
ποτέ ικανό να
σβήσει από την
καρδιά του την
αγάπη για το
αεροπλάνο και
παρά την
ανησυχία της
μνηστής του
εκείνος της
εκμυστηρεύτηκε
ότι ήθελε να
παραμείνει
στην αεροπορία.
Η επιμονή του
προκάλεσε την
παρέμβαση του
πεθερού του ο
οποίος τον
απείλησε ότι θα
διέλυε τον
αρραβώνα αν δεν
δήλωνε
παραίτηση. Στην
πραγματικότητα
όμως η απειλή
δεν προερχόταν
από ανησυχία
για την ζωή του
Αντουάν αλλά
από το γεγονός
ότι τα πεθερικά
του
επιθυμούσαν
ένα «ευγενέστερο»
επάγγελμα για
τον γαμπρό τους.
Κάτω από τις
συνεχείς
πιέσεις
αναγκάστηκε να
υποχωρήσει και
το 1923, αμέσως
μόλις ανάρρωσε
από τα
κατάγματά του,
εγκατέλειψε
τον στρατό για
την
ασφαλέστερη,
αλλά ανιαρή,
εργασία του
εμπορικού
υπαλλήλου σε
κάποιο γραφείο.
«Τι θλιβερό
θέαμα πρέπει να
προκαλώ»,
έγραφε στην
αγαπημένη του
μητέρα. «Χασμουριέμαι,
φυλακισμένος
σε ένα γραφείο 2
επί 2,
κοιτώντας από
το παράθυρο την
βροχή να πέφτει
στην αυλή,
κάνοντας
προσθέσεις.
Είμαι ο πιο
δυστυχισμένος
άνθρωπος στον
κόσμο». Σαν όμως
αυτό να μην
ήταν αρκετό,
τον Σεπτέμβριο
η μνηστή του
τον
εγκατέλειψε
για κάποιον ο
οποίος
συμπτωματικά…έφερε
το πρόθεμα «ντε»
στο επώνυμό του!
Κάποιοι είπαν
ότι ο πεθερός
του δεν τον
συμπαθούσε και
κάποιοι άλλοι
ότι ο Αντουάν
αγαπούσε τα
αεροπλάνα
περισσότερο
από την Λουίζ.
Όποια κι αν
ήταν η αλήθεια
ο Εξυπερύ
ένιωσε βαθιά
προδομένος και
δυστυχώς αυτή
δεν θα ήταν η
μοναδική φορά…
«Είναι
ομορφότερο να
πέφτεις από το
άρμα του ήλιου,
παρά να
τσουλάς
ξέγνοιαστος
στο σπίτι με
ένα αμάξι»
(Θεόφιλος
Γκωτιέ)
Η
εποχή 1923-25 πέρασε
με πίκρες και
τις συνεχείς
εναλλαγές από
την μία ανιαρή
εργασία στην
άλλη. Μόνη του
διαφυγή, οι
λίγες στιγμές
που κατάφερνε
να ξεκλέψει από
τον ελεύθερο
χρόνο του για
να βρεθεί μόνος
μέσα σε ένα
αεροπλάνο: «Δεν
μπορείς να
φανταστείς την
ηρεμία και την
απομόνωση που
βρίσκει κανείς
στα 4.000μ, μόνος με
τον κινητήρα
του», έγραφε
πάλι στη μητέρα
του. Οι όμορφες,
μοναχικές του
πτήσεις τον
οδηγούν σε
μοναχικές
σκέψεις οι
οποίες δεν
αργούν να βρουν
την διέξοδό
τους στο χαρτί
και έτσι το 1926
κυκλοφορεί με
επιτυχία το
πρώτο του
βιβλίο «Ο
Αεροπόρος».
Ταυτόχρονα
συμπληρώνοντας
τις
απαιτούμενες
ώρες πτήσης που
θα του
εξασφάλιζαν
και το δίπλωμα
πιλότου
πολιτικής
αεροπορίας,
κατάφερε να βρεi
μία θέση
εργασίας στην
μικρή ιδιωτική
εταιρία «Λατεκέρ»
με αεροπλάνα
που εκτελούσαν
το ταχυδρομικό
δρομολόγιο
Τουλούζη-Ντακάρ,
πάνω από τις
γαλλικές
αποικίες της
Βόρειας
Αφρικής. Εκεί
γνωρίστηκε με
τον πρωτοπόρο
των αιθέρων
Ντιντιέ Ντορά,
του οποίου τα
επιτεύγματα
είχε
παρακολουθήσει
από παλιά. Ο
Ντορά ήταν ο
αρχαιότερος
πιλότος της
εταιρίας και
προϊστάμενος
του Εξυπερύ. Το
πρώτο πράγμα
που έκανε στους
πιλότους του ο
Ντορά ήταν να
τους δείξει τον
δρόμο προς τα
υπόστεγα των
μηχανικών. Οι
πτήσεις τότε
ήταν μία
επικίνδυνη
δουλειά, οι
συνθήκες
αντίξοες και οι
βλάβες συχνές.
Ένας πιλότος
για να
επιβιώσει
εκείνο τον
καιρό έπρεπε,
πρώτα από όλα,
να είναι
μηχανικός,
ικανός να
εφεύρει και τις
πιο απίθανες
λύσεις στον
τόπο του
δυστυχήματος
προκειμένου να
κάνει το
αεροπλάνο του
να πετάξει και
πάλι.
Εκεί,
ανάμεσα σε
διαλυμένους
κινητήρες,
ανταλλακτικά,
εργαλεία και
λάδια, ο
Εξυπερύ
εργαζόταν και
έγραφε
συνέχεια,
γνωρίζοντας
και άλλους
αεροπόρους που
είχαν
εκτελέσει
τέτοιες
διαδρομές, όπως
ο Ζαν Μερμόζ
και ο Ζωρζ
Γκυγιωμέ, με
τους οποίους θα
γίνονταν
αχώριστοι
φίλοι. Εκείνες
ήταν οι
καλύτερες
στιγμές της
ζωής του. Η
αγάπη, η
αδελφοσύνη και
ο κοινός αγώνας
για την
ολοκλήρωση του
έργου δημιουργούσαν
συγκινητικές
στιγμές που θα
αποτύπωνε για
πάντα στα
μετέπειτα έργα
του.
Η ώρα
των πτήσεων δεν
άργησε να έρθει.
Ο Ντορά ήταν
ένας αυστηρός
προϊστάμενος.
Αυστηρός πρώτα
στον εαυτό του
κι ύστερα στους
άλλους. Ήταν η
ηγετική μορφή
που με πλήρη
συναίσθηση των
ευθυνών του
υποδείκνυε το
καθήκον στους
άνδρες του σαν
να οδηγούσε ένα
σμήνος
αυτοκτονίας –και
αυτό που έκαναν
οι πιλότοι
απείχε
ελάχιστα από
αυτό. Το
σύνθημά του
ήταν: «Το
ταχυδρομείο θα
περάσει παρά
τις δυσκολίες!».
Και οι
δυσκολίες ήταν
πολλές: οι
πιλότοι έπρεπε
να διασχίζουν 3.000
χιλιόμετρα
αφρικανικής
ερήμου, γεμάτης
αμμοθύελλες
και εχθρικές
αραβικές φυλές
πρόθυμες να
πυροβολήσουν
οποιοδήποτε
αεροπλάνο
διέσχιζε τον
χώρο τους. Μία
βλάβη πάνω από
εκεί μπορούσε
να σου
εξασφαλίσει
ένα κομμένο
κεφάλι στην
καλύτερη
περίπτωση, ή
έναν αργό
θάνατο από δίψα
στην χειρότερη.
Οι βλάβες ήταν
συχνές και οι
καιρικές
συνθήκες
απρόβλεπτες. Ο
κάθε πιλότος
μπορούσε να
βασίζεται μόνο
πάνω στις δικές
του δυνάμεις
και τις γνώσεις
του αν δεν
ήθελε το όνομά
του να βρεθεί
για πάντα στη
λίστα των
αγνοουμένων
και τα κόκαλά
του θαμμένα
στην άμμο της
ερήμου. Οι
πτήσεις όμως
έπρεπε να
εκτελούνται
καθημερινά και
ακατάπαυστα.
Τίποτα δεν
έπρεπε να
εμποδίζει την
ροή του
ταχυδρομείου.
Κάποτε οι
Άραβες
σκότωσαν δύο
συναδέλφους
του Εξυπερύ οι
οποίοι
προσγειώθηκαν
αναγκαστικά
μέσα στην έρημο.
Μερικοί
πιλότοι
τρομοκρατήθηκαν
και
εγκατέλειψαν
το επάγγελμα,
αλλά όχι ο
νεαρός
συγγραφέας.
Όποτε
συνέβαινε
κάποιο
παρόμοιο
περιστατικό
που απειλούσε
να επηρεάσει το
ηθικό των
πιλότων του, ο
Ντορά ήταν ο
πρώτος που
έδινε το
παράδειγμα
φορώντας την
στολή του και
ανεβαίνοντας
ατάραχος στο
αεροπλάνο του -ο
Ντορά που τον
έτρεμαν όλοι,
από τον
τελευταίο
μηχανικό μέχρι
τον παλιότερο
πιλότο. «Το
ταχυδρομείο θα
περάσει!». Δεν
ήταν μία
δουλειά για
συνηθισμένους
ανθρώπους. Ήταν
μία δουλειά για
«παλαβούς» σαν
τον ευαίσθητο
και
συνεσταλμένο
Εξυπερύ. Ήταν
μία δουλειά για
εκείνους που
απαρνιόντουσαν
την «γήινη»
ασφάλεια της
πεζής
καθημερινότητας
και του σπιτιού
τους για να
ζήσουν λίγες
στιγμές έξαψης
πάνω από τα
σύννεφα.
Ο
Εξυπερύ ήταν
εκείνος που
αποθανάτισε
εκείνες τις
μοναδικές
στιγμές στο
έργο του «Ταχυδρομείο
του Νότου». Οι
στιγμές που
περιγράφει
είναι γεμάτες
από τα
συναισθήματα
που
δημιουργούνται
μέσα στο
πιλοτήριο κατά
την διάρκεια
εκείνων των
μακρινών και
επικίνδυνων
πτήσεων: η
μοναξιά των δύο
πιλότων που
πετούν δίπλα-δίπλα,
αμίλητοι επί
ώρες,
ανταλλάσσοντας
περιστασιακά
κάποια τυπικά
λόγια για την
κατάσταση των
οργάνων, με
μόνη επαφή έναν
ασύρματο. Όχι
ότι τους
βοηθούσε στη
ναυτιλία, αλλά
τους
υπενθύμιζε ότι
υπήρχαν κάπου
κάποιοι
άνθρωποι -ότι
δεν ήταν μόνοι.
Μέσα στο
σκοτάδι
έριχναν μία
ματιά στο
έδαφος: τι να
κάνουν μέσα στη
νύχτα οι
χωρικοί σε
εκείνα τα
φωτάκια εκεί
κάτω; Τι να
σκέπτονται, πώς
να ζουν; Τι
είναι αυτό που
εξυψώνει τον
άνθρωπο; Και
την απάντηση
την δίνει ο
ίδιος:
«Αν
θες να κάνεις
τους ανθρώπους
να
κατασκευάσουν
καράβια, μη
κάνεις φασαρία
προσπαθώντας
να τους
συγκεντρώσεις,
να τους
αναθέσεις
εργασίες και να
τους βάλεις να
κόβουν ξύλα. Το
μόνο που
χρειάζεται
είναι να τους
κάνεις να
ποθήσουν το
μεγαλείο και
την
απεραντοσύνη
της θάλασσας»…«Οι
άνθρωποι
ενώνονται μόνο
όταν θέτουν
τους ίδιους
κοινούς
στόχους, γιατί
το ιδανικό
είναι εκείνο
που εξυψώνει τα
νοήματα».
Τον
Οκτώβριο του 1927 ο
Ντορά έχοντας
διακρίνει τις
αρετές και τα
προτερήματα
του Εξυπερύ τον
διόρισε
σταθμάρχη της
Λατεκέρ στο Καπ
Ζουμπί, στη
μέση της
Ισπανικής
Σαχάρας. Το Καπ
Ζουμπί ήταν για
πολλούς λόγους
ένας σταθμός
ζωτικής
σημασίας για τα
αεροπλάνα της
εταιρίας που
εκτελούσαν το
δρομολόγιο
Καζαμπλάνκα-
Ντακάρ: εκεί θα
σταματούσε
κάποιος
πιλότος για να
ανεφοδιαστεί
σε καύσιμα
προκειμένου να
συνεχίσει το
ταξίδι του,
εκεί θα
κατέφευγε
κάποιο
αεροπλάνο που
είχε υποστεί
βλάβη πάνω από
την έρημο, και
εκεί θα
αναζητούσε
σωτηρία
κάποιος για να
σωθεί από τους
Άραβες που τον
κυνηγούσαν. Το
μεγάλο όμως
πρόβλημα με τον
σταθμό του Καπ
Ζουμπί ήταν ότι
δεν ανήκε στους
Γάλλους.
Θεωρητικά
υπαγόταν στην
ισπανική
αποικιακή
κυβέρνηση, αλλά
στη
πραγματικότητα
βρισκόταν στη
μέση μίας «γκρίζας»,
αμφισβητούμενης
περιοχής
μεταξύ Ισπανών
και Αράβων. Η
ισπανική
κυβέρνηση
επέτρεπε στα
γαλλικά
αεροσκάφη να
σταματούν για
ανεφοδιασμό
αλλά απαγόρευε
την κατασκευή
ενός
αεροδρομίου
για να μην
προκαλέσει την
οργή των Αράβων
με τους οποίους
ερχόταν συχνά
σε σύγκρουση.
Έτσι ένας
πιλότος που θα
έπεφτε σε
εκείνη την
αμφισβητούμενη
περιοχή το μόνο
που μπορούσε να
περιμένει ήταν
αδιαφορία από
τους Ισπανούς
και θάνατο από
τους Άραβες.
Ανάμεσα σε αυτά
τα δύο
βρισκόταν ο
διευθυντής του
σταθμού ο
οποίος σε
τέτοιες
στιγμές έπρεπε
να ενεργεί με
ταχύτητα,
διπλωματία και
μυστικότητα.
Αυτή ήταν μία
δουλειά για τον
διακριτικό,
ευγενικό αλλά
και γενναίο
Εξυπερύ. Ο
ευθύνη που του
ανέθεσε ο Ντορά
ήταν τεράστια:
έπρεπε να
αποσπάσει από
τον τοπικό
Ισπανό
κυβερνήτη μία
άδεια για την
κατασκευή ενός
αεροδρομίου
και ταυτόχρονα
να προσφέρει
βοήθεια σε
όποιο
αεροσκάφος
έπεφτε στη μέση
της ερήμου,
διακινδυνεύοντας
την ίδια τη ζωή
του -πολλοί
πιλότοι είχαν
βρεθεί με τους
λαιμούς τους
κομμένους. Η
ομαλή
λειτουργία της
αερογραμμής
αλλά και η ζωή
πολλών
συναδέλφων του,
στηριζόταν
αποκλειστικά
επάνω του.
Η νέα
του μετάθεση
δεν διέφερε και
πολύ από εξορία.
Ξαφνικά
βρέθηκε
απομονωμένος
μέσα σε ένα
λιτό κατάλυμα
με
στοιχειώδεις
ανέσεις, στη
μέση ενός
αφιλόξενου και
επικίνδυνου
τόπου. Το μόνο
πράγμα που
έσπαγε την ανία
και την
ατέλειωτη
σιωπή της
αφρικανικής
ερήμου ήταν τα
αεροπλάνα που
περνούσαν κάθε
οκτώ ημέρες για
να
ανεφοδιαστούν.
Με μόνη του
συντροφιά έναν
συνάδελφο
μηχανικό και
την
γραφομηχανή
του, ο Εξυπερύ
βρήκε σύντομα
έναν
εποικοδομητικό
τρόπο να σπάει
την μονοτονία
των ημερών:
γνωρίστηκε με
τους Άραβες,
έμαθε τη γλώσσα
και τα έθιμά
τους, τους
κέρδισε με τον
χαρακτήρα του,
τους
μεταχειρίστηκε
σαν ίσους, τους
καλούσε στο
κατάλυμα του
σταθμού τα
βράδια για να
συζητήσουν και
να
διασκεδάσουν
και έμαθε να
κατευνάζει την
υπερβολική
υπερηφάνεια
τους. Η φιλία
αυτών των
γειτονικών
αραβικών φυλών
θα
αποδεικνυόταν
ανεκτίμητη
όταν θα
κινδύνευε η ζωή
κάποιου
συναδέλφου του
και εκείνοι θα
τον βοηθούσαν
να φθάσει
γρηγορότερα
και
ασφαλέστερα
στο σημείο της
πτώσης. Τα
πάντα έπρεπε να
γίνονται με
ταχύτητα γιατί
οι υπόλοιπες
επαναστατημένες
φυλές
καραδοκούσαν
συνεχώς.
Συχνά
αναγκαζόταν να
καλύπτει
μεγάλες
αποστάσεις
στην έρημο
ολομόναχος,
ερευνώντας για
τα ίχνη κάποιου
χαμένου
πιλότου ή
αεροπλάνου.
Μερικές φορές
το μόνο που
χρειαζόταν
ήταν κάποια
επισκευή και
μετά το
αεροπλάνο
συνέχιζε το
δρομολόγιό του.
Άλλες όμως τα
πράγματα
γίνονταν πιο
επικίνδυνα. Σε
μία περίπτωση
χρειάστηκε να
διασχίσει μία
απόσταση 8.000 χλμ
σε δύο μέρες
για να βρει δύο
αεροσκάφη
χαμένα μέσα
στην έρημο κάτω
από τους
πυροβολισμούς
300 Αράβων που τον
κατεδίωκαν. Ο
φόβος και η
αβεβαιότητα
συντρόφευαν
τακτικά τον
Εξυπερύ
εκείνες τις
ημέρες. Ο ίδιος
είχε καταπέσει
τέσσερις φορές
μέσα στην
αμφισβητούμενη
ζώνη εξ αιτίας
κάποιας βλάβης
και
αναγκάστηκε να
περάσει την
νύχτα στην
έρημο για να
μην γίνει
αντιληπτός.
Εκείνοι οι 18
μήνες
παραμονής στην
σιγή της
αφρικανικής
ερήμου θα
έμεναν για
πάντα
ανεξίτηλα
χαραγμένοι
στην καρδιά του
και πάντοτε θα
τους
αναπολούσε με
πραγματική
νοσταλγία παρά
τους κινδύνους
οι οποίοι
τελικά
ασκούσαν μία
παράξενη
γοητεία στον
κατά βάθος
ρομαντικό και
μοναχικό του
χαρακτήρα.
Χάρη
στις
προσπάθειες
του, αλλά και
όλων των άλλων
συναδέλφων του,
η μικρή «Λατεκέρ»
επεκτάθηκε και
μετασχηματίσθηκε
σε «Αεροποστάλ»,
την πρώτη
γαλλική
αεροπορική
εταιρία η οποία
πραγματοποίησε
μεταφορές
επιβατών προς
τις
πλησιέστερες
ευρωπαϊκές
πρωτεύουσες με
24 αεροσκάφη του
ομώνυμου τύπου
(Latecoere),
χωρητικότητας
10 ατόμων. Οι
προσπάθειες
και η
συνεισφορά του
Εξυπερύ στην
σύσταση της
εταιρίας
αναγνωρίσθηκαν
με την απονομή
του Σταυρού των
Ιπποτών της
Λεγεώνας της
Τιμής: « για τις
μοναδικές
αρετές και την
μεγάλη τόλμη
του,
συνδυασμένες
με τα καλύτερα
επαγγελματικά
προσόντα, την
εξαιρετική
ψυχραιμία και
το υπέρμετρο
αίσθημα
αυταπάρνησης…»
Το 1929 ο
Ντορά του
ανέθεσε νέα
καθήκοντα,
διορίζοντάς
τον διευθυντή
της εταιρίας
στην Αργεντινή
με σκοπό την
ίδρυση
παραρτημάτων
της «Αεροποστάλ»,
έχοντας πλέον
απόλυτη
εμπιστοσύνη
στο πρόσωπο του.
Μαζί του
μετατέθηκαν
και δύο ακόμη
από τα
παλαιότερα
στελέχη της
εταιρίας, οι
αχώριστοι
φίλοι του
Μερμόζ και
Γκυγιωμέ, με
την συνεργασία
των οποίων θα
αρχίσουν και
πάλι τις
πτήσεις για την
ανεύρεση
κατάλληλων
τοποθεσιών για
την κατασκευή
αεροδρομίων
και τον
σχεδιασμό νέων
δρομολογίων. Οι
τρείς φίλοι
περνούσαν
αρκετές ώρες
μέσα στα
πιλοτήρια των
αεροπλάνων
τους, είτε στον
αέρα είτε στο
έδαφος. Ο
Αντουάν
θαύμαζε
πραγματικά
τους φίλους του
τους οποίους
γνώριζε από την
εποχή της
ίδρυσης της «Λατεκέρ»:
ο Ζώρζ Γκυγιωμέ
ήταν ο
αχώριστος
σύντροφος που
τον είχε
βοηθήσει στην
πρώτη του
μεγάλη πτήση
Τουλούζ-Ραμπάτ.
Ένας άνθρωπος
που «…σκορπούσε
γύρω του την
αυτοπεποίθηση
όπως η λάμπα
σκορπάει το φώς».
Με τον Ζαν
Μερμόζ
πετούσαν μαζί
το δρομολόγιο
Καζαμπλάνκα-Ντακάρ
και ήταν ένας
από τους
πρώτους που
επεχείρησαν να
πραγματοποιήσουν
νυχτερινές
πτήσεις,
κάνοντας
πειράματα με
την ίδια του τη
ζωή.
Βέβαια
οι συνθήκες των
πτήσεων ήταν εξ
ίσου
επικίνδυνες με
εκείνες της
Αφρικής όταν
έπρεπε συχνά να
διασχίζουν
αποστάσεις,
παλεύοντας με
τις
χιονοθύελλες
των Άνδεων.
Ήταν σε μία από
εκείνες τις
πτήσεις που ο
Εξυπερύ
πληροφορήθηκε
ότι η τύχη του
Γκυγιωμέ
αγνοείτο όταν
τα ίχνη του
αεροπλάνου του
είχαν χαθεί
μετά από ένα
τέτοιο
δρομολόγιο. Ο
Εξυπερύ πήδηξε
αμέσως μέσα στο
αεροπλάνο του
ξεκινώντας μία
έρευνα για τον
φίλο του μέσα
στην μαινόμενη
χιονοθύελλα.
Για πέντε
ολόκληρες
ημέρες πετούσε
συνεχώς
ψάχνοντας ξανά
και ξανά τα
ίδια
χιονισμένα
τοπία της
άγριας
οροσειράς,
αγωνιόντας στη
σκέψη ότι κάθε
μέτρο χιονιού
μπορούσε να
κρύβει το σώμα
του φίλου του.
Καθώς
συνεχίζει την
ακατάπαυστη
έρευνά του τα
λόγια των
Ινδιάνων των
Άνδεων
τριγυρνούν
συνεχώς στο
μυαλό του: «Τον
χειμώνα οι
Άνδεις δεν
επιστρέφουν
τις ψυχές που
παίρνουν». Κάθε
ίχνος ελπίδας
άρχισε να
εξανεμίζεται,
και μόνο μετά
την πάροδο οκτώ
εφιαλτικών
ημερών οι
ανατριχιαστικές
λεπτομέρειες
της πτώσης
έγιναν τελικά
γνωστές: το
διπλάνο είχε
πέσει και λίγο
πριν την
πρόσκρουση με
το έδαφος είχε
αναποδογυρίσει
με αποτέλεσμα η
επάνω πτέρυγα
να μετατραπεί
σε έλκηθρο που
κατρακυλούσε
με ιλιγγιώδη
ταχύτητα πάνω
στο παχύ στρώμα
του χιονιού,
κατευθυνόμενο
σε μία βαθιά
χαράδρα. Ακόμη
και μετά την
πτώση σε εκείνη
τη χαράδρα όμως,
το αεροπλάνο
παρέμεινε
σχεδόν άθικτο.
Ο Γκυγιωμέ
ανασύρθηκε
ζωντανός αλλά
δεν έτρεφε
αυταπάτες για
τη συνέχεια:
είχε έρθει η
σειρά του να
βιώσει το
μαρτύριο του
αργού θανάτου
από το κρύο και
την πείνα όπως
τόσοι άλλοι
συνάδελφοί του
πριν από αυτόν.
Η σκέψη της
αυτοκτονίας
γεννήθηκε
αμέσως στο
μυαλό του και
το μόνο που τον
απέτρεψε ήταν η
σκέψη ότι αν
δεν βρισκόταν
το πτώμα του, η
γυναίκα του δεν
θα έπαιρνε την
αποζημίωση της
ασφάλειας, κάτι
που θα
καταδίκαζε
οικονομικά την
οικογένειά του.
Με τον φόβο
αυτής της
πιθανότητας
αποφάσισε να
κάνει μία
προσπάθεια να
διασωθεί.
Άρχισε να
κατασκευάζει
με πέτρες ένα
αρκετά μεγάλο
σημάδι που να
είναι ορατό από
τον αέρα και
μόλις το
τελείωσε
κάθισε στο
κέντρο του και
συνειδητοποίησε
την ματαιότητα
του ανόητου
σχεδίου του:
μετά τον θάνατό
του το χιόνι θα
κάλυπτε το
σημάδι, και το
πτώμα του- αν
ποτέ βρισκόταν-
δεν θα μπορούσε
να
αναγνωρισθεί.
Αλλάζοντας και
πάλι γνώμη
οριστικά πήρε
την απόφαση να
κάνει τα πάντα
για να μείνει
ζωντανός,
ξεκινώντας
έναν αγώνα
επιβίωσης
εναντίον των
βουνών του
χιονιού και της
πείνας. Όταν
τελικά ο
Αντουάν
συναντά τον
φίλο του
ζωντανό στο
νοσοκομείο
πέφτει στην
αγκαλιά του και
ξεσπούν μαζί σε
λυγμούς. Ο
Γκυγιωμέ ήταν
αγνώριστος: το
πρόσωπό του
ήταν μαύρο,
πρησμένο και «σκασμένο»
από το χιόνι,
γεμάτο εκδορές
σαν να του είχε
επιτεθεί ένα
άγριο ζώο.
Τρέμοντας
ολόκληρος, είπε
στον Εξυπερύ: «Δεν
υπήρξε τίποτα
που ένα ζώο θα
είχε κάνει
παραπάνω από
μένα για να
επιβιώσει…».
Αυτό ήταν το
κουράγιο
εκείνων των
ανθρώπων που
έχτισαν τότε
την αεροπορία…

Το 1931
υπήρξε ένα έτος
γεμάτο
γεγονότα για
τον Εξυπερύ.
Ήταν τότε που
γνώρισε την
Κονσουέλο
Σουνσίν, μία
γυναίκα που τον
εντυπωσίασε
και αποφάσισε
να την
κατακτήσει με
τον τρόπο που
γνώριζε
καλύτερα: με
μία πτήση. Μία
ασυνήθιστη
πτήση! Την
έβαλε στο
αεροπλάνο του
για μία βόλτα
πάνω από το
Μπουένος Άϊρες
και την
κατάλληλη
στιγμή έριξε το
αεροπλάνο σε
απώλεια
στήριξης. Μόλις
άρχισε να
βυθίζεται της
είπε πως θα το
επανέφερε σε
ισορροπία μόνο
αν του έδινε
ένα φιλί!!! Την
νυμφεύθηκε τον
Απρίλιο της
ίδιας χρονιάς
επιστρέφοντας
στο Παρίσι, την
στιγμή που η
Αεροποστάλ
άρχιζε να
αντιμετωπίζει
σοβαρά
οικονομικά
προβλήματα με
πλασματικές
μετοχές και
διάφορα άλλα
σκάνδαλα που
απειλούσαν να
την οδηγήσουν
στην
καταστροφή. Ο
Εξυπερύ
υπερασπίσθηκε
τις καλές
προθέσεις της
εταιρίας,
αλλά παρά τις
προσπάθειες
του ίδιου και
ολόκληρου του
προσωπικού η
εταιρία
πτώχευσε και
εκποιήθηκε το 1933,
μεταλλασόμενη
σε μία νέα με
την ονομασία…Αιρ
Φρανς(!). Μαζί με
την Αεροποστάλ
είχαν χαθεί για
πάντα και οι
εντονότερες
αναμνήσεις και
εμπειρίες της
ζωής του. Όπως
ήταν επόμενο
δεν άργησε να
έλθει σε
σύγκρουση με
την νέα ηγεσία
η οποία τελικά
τον απομάκρυνε
από τη θέση του.
Οι οικονομικές
δυσχέρειες που
αντιμετώπισε
τον έκαναν να
περάσει πολλές
δύσκολες
στιγμές, με
μόνη χαρά την
επιτυχία του
βιβλίου του «Νυχτερινή
Πτήση» το οποίο
απέσπασε
λογοτεχνικό
βραβείο, ενώ
ταυτόχρονα η
κινηματογραφική
παραγωγή του
έργου στο
Χόλλυγουντ του
απέφερε κάποια
κέρδη που του
επέτρεψαν να
ζήσει.
Όντας άνεργος αναγκάστηκε να δεχθεί μία θέση εργασίας σαν πιλότος δοκιμών στην κατασκευάστρια εταιρία Λατεκέρ, όπου δοκίμαζε τα ομώνυμα υδροπλάνα Λατεκέρ-24. Σε μί