ANTOINE DE SAINT EXUPERY  

Αντουάν ντε Σαίντ Εξυπερύ

(1900-1944)

ΕΝΑΣ BAQUS STOCASTHS KAI ΔΙΑΣΗΜΟΣ ΠΡΩΤΟΠΟΡΟΣ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΑΕΡΟΠΟΡΙΑΣ

 

  ΙΩΑΝΝΗΣ ΜΑΝΣΟΛΑΣ

ΑΓΓΕΛΟΣ ΔΑΛΑΣΣΗΝΟΣ

    Diabaste sta parakatw links :

                      

   

ΟΙ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΙ ΑΕΡΟΠΟΡΟΙ ΥΠΗΡΞΑΝ ΕΚΕΙΝΟΙ ΠΟΥ ΕΔΩΣΑΝ ΠΡΟΣΩΠΟ ΜΕ ΠΡΟΣΩΠΟ ΤΗ ΜΑΧΗ ΜΕ ΤΟΝ ΑΕΡΑ, ΕΠΑΝΩ ΣΕ ΚΑΠΟΙΑ ΑΕΡΟΠΛΑΝΑ ΑΔΙΑΝΟΗΤΑ ΓΙΑ ΤΑ ΣΗΜΕΡΙΝΑ ΔΕΔΟΜΕΝΑ. ΑΛΛΑ ΗΤΑΝ Η ΨΥΧΗ ΤΟΥΣ ΕΚΕΙΝΗ ΠΟΥ ΑΝΤΙΣΤΑΘΜΙΖΕ ΤΟΥΣ ΑΔΥΝΑΜΟΥΣ ΚΙΝΗΤΗΡΕΣ, ΤΑ ΑΝΥΠΑΡΚΤΑ ΡΑΔΙΟΒΟΗΘΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΧΙΛΙΟΥΣ-ΔΥΟ ΚΙΝΔΥΝΟΥΣ ΠΟΥ ΠΑΡΑΜΟΝΕΥΑΝ ΣΕ ΚΑΘΕ ΝΕΑ ΠΤΗΣΗ. ΚΑΠΟΙΟΙ «ΤΡΕΛΟΙ» ΕΠΡΕΠΕ ΝΑ ΤΡΑΒΗΞΟΥΝ ΠΡΩΤΟΙ ΤΟΝ ΔΡΟΜΟ ΠΟΥ ΟΔΗΓΗΣΕ ΣΤΗΝ ΕΞΕΛΙΞΗ ΑΥΤΟΥ ΤΟΥ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΟΥ ΜΕΣΟΥ ΠΟΥ ΑΝΑΔΕΙΧΘΗΚΕ ΣΑΝ ΤΟ ΑΠΟΚΟΡΥΦΩΜΑ ΤΗΣ ΑΝΘΡΩΠΙΝΗΣ ΤΕΧΝΙΚΗΣ ΤΟΥ 20ου ΑΙΩΝΑ. ΟΙ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟΙ ΗΤΑΝ ΦΥΣΙΚΟ ΝΑ ΣΚΟΤΩΘΟΥΝ, ΤΟ ΤΙΜΗΜΑ ΑΠΑΡΑΙΤΗΤΟ. Ο ΑΝΤΟΥΑΝ ΝΤΕ ΣΑΙΝΤ ΕΞΥΠΕΡΥ, ΠΡΙΝ ΧΑΘΕΙ ΚΙ ΑΥΤΟΣ ΣΤΟΥΣ ΑΙΘΕΡΕΣ  ΦΟΡΩΝΤΑΣ ΤΗΝ ΣΤΟΛΗ ΤΗΣ ΠΑΤΡΙΔΑΣ ΤΟΥ, ΚΑΤΑΦΕΡΕ ΝΑ ΑΠΟΤΥΠΩΣΕΙ ΣΤΑ ΕΡΓΑ ΤΟΥ ΤΟ ΜΕΓΑΛΕΙΟ ΚΑΙ ΤΗ ΣΥΓΚΙΝΗΣΗ ΑΥΤΩΝ ΤΩΝ ΠΡΩΤΟΠΟΡΩΝ ΤΟΥ ΑΕΡΑ. ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΠΟΥ ΑΚΟΛΟΥΘΕΙ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΑ ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ ΠΟΛΕΜΟΥ ΣΤΑ ΣΤΕΝΑ ΠΛΑΙΣΙΑ ΤΟΥ ΟΡΟΥ. ΕΙΝΑΙ Η ΣΥΓΚΙΝΗΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ, ΤΟΥ ΠΙΛΟΤΟΥ, ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ -ΠΟΥ ΚΙ ΑΥΤΗ ΟΜΩΣ HTAN ΕΝΑΣ ΠΟΛΕΜΟΣ…

«Όπως ο γεωργός γνωρίζει τη γη με το αλέτρι, έτσι κι εγώ μαθαίνω τον κόσμο με το αεροπλάνο», έγραψε ο Εξυπερύ στο σημαντικότερο βιβλίο του «Η Γη των Ανθρώπων». Το βιβλίο αυτό ξεπερνά σε σύλληψη, μεγαλείο και απλότητα χιλιάδες άλλα έργα μεγάλων λογοτεχνών και διανοητών που αναζητούν το νόημα της ζωής. Κι αυτό γιατί αποτύπωσε όσο κανείς άλλος εκείνες τις γνήσιες συγκινήσεις των πρωτοπόρων του αέρα, κατορθώνοντας να δει τα πράγματα με τον δικό του μοναδικό τρόπο που εστίαζε στα ανθρώπινα συναισθήματα 

Παρόλα αυτά η αεροπορική του δράση παραμένει ελάχιστα γνωστή αφού η λογοτεχνική του τον κατέστησε γρηγορότερα διάσημο. Κι όμως υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους πρωτοπόρους της πολιτικής αεροπορίας με ιστορική συμβολή στις υπερατλαντικές πτήσεις και με αξιόλογη πολεμική δράση στον Β΄ΠΠ, μέχρι τα μέσα του 1944 που βρήκε τον θάνατο κατά την διάρκεια μίας αναγνωριστικής αποστολής.  Τα βιβλία του έχουν μεταφραστεί σε 23 γλώσσες, ενώ σε όλες τις γαλλόφωνες χώρες πλήθος δρόμων και σχολείων φέρουν το όνομά του και οι φωτογραφίες του κοσμούν σήμερα το μουσείο της Air France. Τα συντρίμμια του αεροπλάνου του που ανακαλύφθηκαν μετά από 60 χρόνια (στον βυθό , έξω από την Μασσαλία) εκτίθενται σήμερα στο Μουσείο Αεροπορίας του Λε Μπουρζέ (Παρίσι)

 

ΤΑ ΠΑΙΔΙΚΑ ΧΡΟΝΙΑ

 

   Το πλήρες όνομά του ήταν Αντουάν-Ζαν-Μπαπτίστ-Μαρί-Ροζέρ ντε Σαιντ Εξυπερύ (Antoine-Jean-Baptiste-Marie-Roger de Saint-Exupery) και γεννήθηκε στις 29 Ιουνίου 1900 στην Λυών, ανάμεσα σε τέσσερα άλλα αδέλφια στο ευτυχισμένο περιβάλλον μίας παλιάς αριστοκρατικής οικογένειας που διατηρούσε ακόμα το κύρος και τον τίτλο μίας καταγωγής η οποία χανόταν κάπου στον 5ο μΧ αι. Παρά τον θάνατο του πατέρα του όταν ο Αντουάν ήταν σε ηλικία μόλις τεσσάρων ετών και τον οποίο γνώρισε μόνο μέσα από φωτογραφίες, η οικογένειά του δεν έπαψε ποτέ να του δημιουργεί πάντα ένα αίσθημα ασφάλειας και θαλπωρής το οποίο θα τον έκανε να αναπολεί ακόμα και χρόνια αργότερα, εκείνον τον κόσμο της παιδικής του ηλικίας. Η στοργική του μητέρα τον ανέθρεψε με πολύ αγάπη, ενώ χάρη στην αρχική οικονομική της άνεση του έδωσε μία πολύ καλή εκπαίδευση στην οποία ξεχώρισαν αμέσως τα έντονα χαρίσματά του. Ο Εξυπερύ γεννήθηκε την ίδια εποχή που γεννιόταν και το αεροπλάνο, τότε που τα κατορθώματα ενός Μπλεριώ έκαναν τον κόσμο να ριγεί καθώς διέσχιζε την Μάγχη με ένα αεροπλάνο που έμοιαζε περισσότερο με φτερωτό ποδήλατο. Ήταν σίγουρα μία συγκλονιστική στιγμή για την ανθρωπότητα και ο μικρός Αντουάν φαίνεται να επηρεάστηκε τόσο από το γεγονός ώστε έφτιαξε κι ο ίδιος φτερά από χαρτόνι και τα κόλλησε στο ποδήλατό του, στριφογυρίζοντας αδιάκοπα στον κήπο του και μιμούμενος το βούισμα εκείνου του θαύματος των αιθέρων: «Θα δείτε όταν θα απογειωθώ με το αεροπλάνο μου!», φώναζε σε όλους.

Η σημαδιακή στιγμή για εκείνον ήρθε στα 12 χρόνια του, όταν κατά τη διάρκεια κάποιων διακοπών  παρακολουθούσε μία μικρή ομάδα μηχανικών να συναρμολογούν ένα αεροπλάνο μερικά χιλιόμετρα μακριά από το σπίτι του. Τους παρακολουθούσε ώρες ατέλειωτες από κοντά και αμέσως θαύμασε την ζεστή ατμόσφαιρα της συναδελφικότητας και της αλληλεγγύης που επικρατούσε ανάμεσά τους. Οι επισκέψεις του έγιναν τόσο τακτικές ώστε τελικά γνωρίστηκε και έγινε φίλος με όλους. Όταν το αεροπλάνο ολοκληρώθηκε οι μηχανικοί τον προσκάλεσαν να πετάξει μαζί τους. Ο ενθουσιασμός από την αίσθηση της πτήσης ήταν φυσικό να αιχμαλωτίσουν για πάντα την φαντασία του μικρού Αντουάν:

«Τα φτερά στρίγγλιξαν μέσα στη ροή του αέρα, ο κινητήρας με τη μουσική του αγκάλιαζε την ψυχή μου κι ο ήλιος μας χάϊδευε με τις ανταύγειες του». Ήταν οι στιγμές που ο λογοτέχνης και ο αεροπόρος έβρισκαν το κοινό λίκνο τους μέσα στην ψυχή του ενός παιδιού.

 

ΜΕ ΠΤΥΧΙΟ ΠΙΛΟΤΟΥ

 

      Το 1918 τελειώνοντας το γυμνάσιο αρραβωνιάστηκε μία οικογενειακή τους φίλη, την Λουίζ Βιλλερμπάν (Louise Villerban), παρακολουθώντας ταυτόχρονα με ενθουσιασμό τα νέα από τις μεγάλες πτήσεις Γάλλων αεροπόρων και ειδικά του Ντιντιέ Ντορά ο οποίος κάλυψε πρώτος την διαδρομή Τουλούζη-Ραμπάτ (Γαλλία-Μαρόκο). Το 1921 ήρθε η ώρα να υπηρετήσει την πατρίδα. Η οικογένειά του τον συμβούλευσε να επιλέξει το ναυτικό που θεωρείτο πιο αριστοκρατικό σώμα αλλά μετά από την αποτυχία του στις εξετάσεις δεν αναρωτήθηκε καθόλου ποιά θα ήταν η επόμενη επιλογή του, οπότε υπέβαλλε την αίτησή του στην αεροπορία, όπου και έγινε δεκτός με την ειδικότητα του μηχανικού, ενώ παράλληλα έπαιρνε και μαθήματα πιλότου με ιδιωτικό εκπαιδευτή. Πράγματι, η ανυπομονησία του ήταν τόσο μεγάλη που πολλές φορές τον οδηγούσε σε σφάλματα τα οποία κατέληγαν σε μικροατυχήματα: «Εξυπερύ, αφού δεν έχεις σκοτωθεί μέχρι τώρα σε δυστύχημα, δεν πρόκειται να σκοτωθείς ποτέ», του είχε πει ο διοικητής του. Παρά τις δυσκολίες θα καταφέρει να πάρει το πτυχίο του και στη συνέχεια θα εκπαιδευτεί και στα στρατιωτικά αεροσκάφη, έως ότου στις 10 Οκτωβρίου του 1922, με τον βαθμό του ανθυποσμηναγού είχε πλέον αποκτήσει και το πτυχίο του πιλότου μαχητικών.

Όταν πιά το όνειρο μίας ζωής φαινόταν να έχει πραγματοποιηθεί, η κακοτυχία χτύπησε τον 22χρονο Εξυπερύ σε κάθε τομέα της ζωής του. Στην βάση Λε Μπουρζέ των Παρισίων παθαίνει το πρώτο σοβαρό ατύχημα της ζωής του. Η κρανιοεγκεφαλική κάκωση που υπέστη ήταν τόσο σοβαρή ώστε από θαύμα απέφυγε τον θάνατο. Αυτό το γεγονός βέβαια δεν θα ήταν ποτέ ικανό να σβήσει από την καρδιά του την αγάπη για το αεροπλάνο και παρά την ανησυχία της μνηστής του εκείνος της εκμυστηρεύτηκε ότι ήθελε να παραμείνει στην αεροπορία. Η επιμονή του προκάλεσε την παρέμβαση του πεθερού του ο οποίος τον απείλησε ότι θα διέλυε τον αρραβώνα αν δεν δήλωνε παραίτηση. Στην πραγματικότητα όμως η απειλή δεν προερχόταν από ανησυχία για την ζωή του Αντουάν αλλά από το γεγονός ότι τα πεθερικά του επιθυμούσαν ένα «ευγενέστερο» επάγγελμα για τον γαμπρό τους. Κάτω από τις συνεχείς πιέσεις αναγκάστηκε να υποχωρήσει και το 1923, αμέσως μόλις ανάρρωσε από τα κατάγματά του, εγκατέλειψε τον στρατό για την ασφαλέστερη, αλλά ανιαρή, εργασία του εμπορικού υπαλλήλου σε κάποιο γραφείο.

«Τι θλιβερό θέαμα πρέπει να προκαλώ», έγραφε στην αγαπημένη του μητέρα. «Χασμουριέμαι, φυλακισμένος σε ένα γραφείο 2 επί 2, κοιτώντας από το παράθυρο την βροχή να πέφτει στην αυλή, κάνοντας προσθέσεις. Είμαι ο πιο δυστυχισμένος άνθρωπος στον κόσμο». Σαν όμως αυτό να μην ήταν αρκετό, τον Σεπτέμβριο η μνηστή του τον εγκατέλειψε για κάποιον ο οποίος συμπτωματικά…έφερε το πρόθεμα «ντε» στο επώνυμό του! Κάποιοι είπαν ότι ο πεθερός του δεν τον συμπαθούσε και κάποιοι άλλοι ότι ο Αντουάν αγαπούσε τα αεροπλάνα περισσότερο από την Λουίζ. Όποια κι αν ήταν η αλήθεια ο Εξυπερύ ένιωσε βαθιά προδομένος και δυστυχώς αυτή δεν θα ήταν η μοναδική φορά…

 

ΤΟ ΤΑΧΥΔΡΟΜΕΙΟ ΤΟΥ ΝΟΤΟΥ

 

«Είναι ομορφότερο να πέφτεις από το άρμα του ήλιου,

παρά να τσουλάς ξέγνοιαστος στο σπίτι με ένα αμάξι»

                                                       (Θεόφιλος Γκωτιέ)

 

Η εποχή 1923-25 πέρασε με πίκρες και τις συνεχείς εναλλαγές από την μία ανιαρή εργασία στην άλλη. Μόνη του διαφυγή, οι λίγες στιγμές που κατάφερνε να ξεκλέψει από τον ελεύθερο χρόνο του για να βρεθεί μόνος μέσα σε ένα αεροπλάνο: «Δεν μπορείς να φανταστείς την ηρεμία και την απομόνωση που βρίσκει κανείς στα 4.000μ, μόνος με τον κινητήρα του», έγραφε πάλι στη μητέρα του. Οι όμορφες, μοναχικές του πτήσεις τον οδηγούν σε μοναχικές σκέψεις οι οποίες δεν αργούν να βρουν την διέξοδό τους στο χαρτί και έτσι το 1926 κυκλοφορεί με επιτυχία το πρώτο του βιβλίο «Ο Αεροπόρος». Ταυτόχρονα συμπληρώνοντας τις απαιτούμενες ώρες πτήσης που θα του εξασφάλιζαν και το δίπλωμα πιλότου πολιτικής αεροπορίας, κατάφερε να βρεi μία θέση εργασίας στην μικρή ιδιωτική εταιρία «Λατεκέρ» με αεροπλάνα που εκτελούσαν το ταχυδρομικό δρομολόγιο Τουλούζη-Ντακάρ, πάνω από τις γαλλικές αποικίες της Βόρειας Αφρικής. Εκεί γνωρίστηκε με τον πρωτοπόρο των αιθέρων Ντιντιέ Ντορά, του οποίου τα επιτεύγματα είχε παρακολουθήσει από παλιά. Ο Ντορά ήταν ο αρχαιότερος πιλότος της εταιρίας και προϊστάμενος του Εξυπερύ. Το πρώτο πράγμα που έκανε στους πιλότους του ο Ντορά ήταν να τους δείξει τον δρόμο προς τα υπόστεγα των μηχανικών. Οι πτήσεις τότε ήταν μία επικίνδυνη δουλειά, οι συνθήκες αντίξοες και οι βλάβες συχνές. Ένας πιλότος για να επιβιώσει εκείνο τον καιρό έπρεπε, πρώτα από όλα, να είναι μηχανικός, ικανός να εφεύρει και τις πιο απίθανες λύσεις στον τόπο του δυστυχήματος προκειμένου να κάνει το αεροπλάνο του να πετάξει και πάλι.  

Εκεί, ανάμεσα σε διαλυμένους κινητήρες, ανταλλακτικά, εργαλεία και λάδια, ο Εξυπερύ εργαζόταν και έγραφε συνέχεια, γνωρίζοντας και άλλους αεροπόρους που είχαν εκτελέσει τέτοιες διαδρομές, όπως ο Ζαν Μερμόζ και ο Ζωρζ Γκυγιωμέ, με τους οποίους θα γίνονταν αχώριστοι φίλοι. Εκείνες ήταν οι καλύτερες στιγμές της ζωής του. Η αγάπη, η αδελφοσύνη και ο κοινός αγώνας για την ολοκλήρωση του έργου  δημιουργούσαν συγκινητικές στιγμές που θα αποτύπωνε για πάντα στα μετέπειτα έργα του.

Η ώρα των πτήσεων δεν άργησε να έρθει. Ο Ντορά ήταν ένας αυστηρός προϊστάμενος. Αυστηρός πρώτα στον εαυτό του κι ύστερα στους άλλους. Ήταν η ηγετική μορφή που με πλήρη συναίσθηση των ευθυνών του υποδείκνυε το καθήκον στους άνδρες του σαν να οδηγούσε ένα σμήνος αυτοκτονίας –και αυτό που έκαναν οι πιλότοι απείχε ελάχιστα από αυτό. Το σύνθημά του ήταν: «Το ταχυδρομείο θα περάσει παρά τις δυσκολίες!». Και οι δυσκολίες ήταν πολλές: οι πιλότοι έπρεπε να διασχίζουν 3.000 χιλιόμετρα αφρικανικής ερήμου, γεμάτης αμμοθύελλες και εχθρικές αραβικές φυλές πρόθυμες να πυροβολήσουν οποιοδήποτε αεροπλάνο διέσχιζε τον χώρο τους. Μία βλάβη πάνω από εκεί μπορούσε να σου εξασφαλίσει ένα κομμένο κεφάλι στην καλύτερη περίπτωση, ή έναν αργό θάνατο από δίψα στην χειρότερη. Οι βλάβες ήταν συχνές και οι καιρικές συνθήκες απρόβλεπτες. Ο κάθε πιλότος μπορούσε να βασίζεται μόνο πάνω στις δικές του δυνάμεις και τις γνώσεις του αν δεν ήθελε το όνομά του να βρεθεί για πάντα στη λίστα των αγνοουμένων και τα κόκαλά του θαμμένα στην άμμο της ερήμου. Οι πτήσεις όμως έπρεπε να εκτελούνται καθημερινά και ακατάπαυστα. Τίποτα δεν έπρεπε να εμποδίζει την ροή του ταχυδρομείου. Κάποτε οι Άραβες σκότωσαν δύο συναδέλφους του Εξυπερύ οι οποίοι προσγειώθηκαν αναγκαστικά μέσα στην έρημο. Μερικοί πιλότοι τρομοκρατήθηκαν και εγκατέλειψαν το επάγγελμα, αλλά όχι ο νεαρός συγγραφέας. Όποτε συνέβαινε κάποιο παρόμοιο περιστατικό που απειλούσε να επηρεάσει το ηθικό των πιλότων του, ο Ντορά ήταν ο πρώτος που έδινε το παράδειγμα φορώντας την στολή του και ανεβαίνοντας ατάραχος στο αεροπλάνο του -ο Ντορά που τον έτρεμαν όλοι, από τον τελευταίο μηχανικό μέχρι τον παλιότερο πιλότο. «Το ταχυδρομείο θα περάσει!». Δεν ήταν μία δουλειά για συνηθισμένους ανθρώπους. Ήταν μία δουλειά για «παλαβούς» σαν τον ευαίσθητο και συνεσταλμένο Εξυπερύ. Ήταν μία δουλειά για εκείνους που απαρνιόντουσαν την «γήινη» ασφάλεια της πεζής καθημερινότητας και του σπιτιού τους για να ζήσουν λίγες στιγμές έξαψης πάνω από τα σύννεφα.

Ο Εξυπερύ ήταν εκείνος που αποθανάτισε εκείνες τις μοναδικές στιγμές στο έργο του «Ταχυδρομείο του Νότου». Οι στιγμές που περιγράφει είναι γεμάτες από τα συναισθήματα που δημιουργούνται μέσα στο πιλοτήριο κατά την διάρκεια εκείνων των μακρινών και επικίνδυνων πτήσεων: η μοναξιά των δύο πιλότων που πετούν δίπλα-δίπλα, αμίλητοι επί ώρες, ανταλλάσσοντας περιστασιακά κάποια τυπικά λόγια για την κατάσταση των οργάνων, με μόνη επαφή έναν ασύρματο. Όχι ότι τους βοηθούσε στη ναυτιλία, αλλά τους υπενθύμιζε ότι υπήρχαν κάπου κάποιοι άνθρωποι -ότι δεν ήταν μόνοι. Μέσα στο σκοτάδι έριχναν μία ματιά στο έδαφος: τι να κάνουν μέσα στη νύχτα οι χωρικοί σε εκείνα τα φωτάκια εκεί κάτω; Τι να σκέπτονται, πώς να ζουν; Τι είναι αυτό που εξυψώνει τον άνθρωπο; Και την απάντηση την δίνει ο ίδιος:  

«Αν θες να κάνεις τους ανθρώπους να κατασκευάσουν καράβια, μη κάνεις φασαρία προσπαθώντας να τους συγκεντρώσεις, να τους αναθέσεις εργασίες και να τους βάλεις να κόβουν ξύλα. Το μόνο που χρειάζεται είναι να τους κάνεις να ποθήσουν το μεγαλείο και την απεραντοσύνη της θάλασσας»…«Οι άνθρωποι ενώνονται μόνο όταν θέτουν τους ίδιους κοινούς στόχους, γιατί το ιδανικό είναι εκείνο που εξυψώνει τα νοήματα».

Τον Οκτώβριο του 1927 ο Ντορά έχοντας διακρίνει τις αρετές και τα προτερήματα του Εξυπερύ τον διόρισε σταθμάρχη της Λατεκέρ στο Καπ Ζουμπί, στη μέση της Ισπανικής Σαχάρας. Το Καπ Ζουμπί ήταν για πολλούς λόγους ένας σταθμός ζωτικής σημασίας για τα αεροπλάνα της εταιρίας που εκτελούσαν το δρομολόγιο Καζαμπλάνκα- Ντακάρ: εκεί θα σταματούσε κάποιος πιλότος για να ανεφοδιαστεί σε καύσιμα προκειμένου να συνεχίσει το ταξίδι του, εκεί θα κατέφευγε κάποιο αεροπλάνο που είχε υποστεί βλάβη πάνω από την έρημο, και εκεί θα αναζητούσε σωτηρία κάποιος για να σωθεί από τους Άραβες που τον κυνηγούσαν. Το μεγάλο όμως πρόβλημα με τον σταθμό του Καπ Ζουμπί ήταν ότι δεν ανήκε στους Γάλλους. Θεωρητικά υπαγόταν στην ισπανική αποικιακή κυβέρνηση, αλλά στη πραγματικότητα βρισκόταν στη μέση μίας «γκρίζας», αμφισβητούμενης περιοχής μεταξύ Ισπανών και Αράβων. Η ισπανική κυβέρνηση επέτρεπε στα γαλλικά αεροσκάφη να σταματούν για ανεφοδιασμό αλλά απαγόρευε την κατασκευή ενός αεροδρομίου για να μην προκαλέσει την οργή των Αράβων με τους οποίους ερχόταν συχνά σε σύγκρουση. Έτσι ένας πιλότος που θα έπεφτε σε εκείνη την αμφισβητούμενη περιοχή το μόνο που μπορούσε να περιμένει ήταν αδιαφορία από τους Ισπανούς και θάνατο από τους Άραβες. Ανάμεσα σε αυτά τα δύο βρισκόταν ο διευθυντής του σταθμού ο οποίος σε τέτοιες στιγμές έπρεπε να ενεργεί με ταχύτητα, διπλωματία και μυστικότητα. Αυτή ήταν μία δουλειά για τον διακριτικό, ευγενικό αλλά και γενναίο Εξυπερύ. Ο ευθύνη που του ανέθεσε ο Ντορά ήταν τεράστια: έπρεπε να αποσπάσει από τον τοπικό Ισπανό κυβερνήτη μία άδεια για την κατασκευή ενός αεροδρομίου και ταυτόχρονα να προσφέρει βοήθεια σε όποιο αεροσκάφος έπεφτε στη μέση της ερήμου, διακινδυνεύοντας την ίδια τη ζωή του -πολλοί πιλότοι είχαν βρεθεί με τους λαιμούς τους κομμένους. Η ομαλή λειτουργία της αερογραμμής αλλά και η ζωή πολλών συναδέλφων του, στηριζόταν αποκλειστικά επάνω του.

Η νέα του μετάθεση δεν διέφερε και πολύ από εξορία. Ξαφνικά βρέθηκε απομονωμένος μέσα σε ένα λιτό κατάλυμα με στοιχειώδεις ανέσεις, στη μέση ενός αφιλόξενου και επικίνδυνου τόπου. Το μόνο πράγμα που έσπαγε την ανία και την ατέλειωτη σιωπή της αφρικανικής ερήμου ήταν τα αεροπλάνα που περνούσαν κάθε οκτώ ημέρες για να ανεφοδιαστούν. Με μόνη του συντροφιά έναν συνάδελφο μηχανικό και την γραφομηχανή του, ο Εξυπερύ βρήκε σύντομα έναν εποικοδομητικό τρόπο να σπάει την μονοτονία των ημερών: γνωρίστηκε με τους Άραβες, έμαθε τη γλώσσα και τα έθιμά τους, τους κέρδισε με τον χαρακτήρα του, τους μεταχειρίστηκε σαν ίσους, τους καλούσε στο κατάλυμα του σταθμού τα βράδια για να συζητήσουν και να διασκεδάσουν και έμαθε να κατευνάζει την υπερβολική υπερηφάνεια τους. Η φιλία αυτών των γειτονικών αραβικών φυλών θα αποδεικνυόταν ανεκτίμητη όταν θα κινδύνευε η ζωή κάποιου συναδέλφου του και εκείνοι θα τον βοηθούσαν να φθάσει γρηγορότερα και ασφαλέστερα στο σημείο της πτώσης. Τα πάντα έπρεπε να γίνονται με ταχύτητα γιατί οι υπόλοιπες επαναστατημένες φυλές καραδοκούσαν συνεχώς.

Συχνά αναγκαζόταν να καλύπτει μεγάλες αποστάσεις στην έρημο ολομόναχος, ερευνώντας για τα ίχνη κάποιου χαμένου πιλότου ή αεροπλάνου. Μερικές φορές το μόνο που χρειαζόταν ήταν κάποια επισκευή και μετά το αεροπλάνο συνέχιζε το δρομολόγιό του. Άλλες όμως τα πράγματα γίνονταν πιο επικίνδυνα. Σε μία περίπτωση χρειάστηκε να διασχίσει μία απόσταση 8.000 χλμ σε δύο μέρες για να βρει δύο αεροσκάφη χαμένα μέσα στην έρημο κάτω από τους πυροβολισμούς 300 Αράβων που τον κατεδίωκαν. Ο φόβος και η αβεβαιότητα συντρόφευαν τακτικά τον Εξυπερύ εκείνες τις ημέρες. Ο ίδιος είχε καταπέσει τέσσερις φορές μέσα στην αμφισβητούμενη ζώνη εξ αιτίας κάποιας βλάβης και αναγκάστηκε να περάσει την νύχτα στην έρημο για να μην γίνει αντιληπτός. Εκείνοι οι 18 μήνες παραμονής στην σιγή της αφρικανικής ερήμου θα έμεναν για πάντα ανεξίτηλα χαραγμένοι στην καρδιά του και πάντοτε θα τους αναπολούσε με πραγματική νοσταλγία παρά τους κινδύνους οι οποίοι τελικά ασκούσαν μία παράξενη γοητεία στον κατά βάθος ρομαντικό και μοναχικό του χαρακτήρα.

Χάρη στις προσπάθειες του, αλλά και όλων των άλλων συναδέλφων του, η μικρή «Λατεκέρ» επεκτάθηκε και μετασχηματίσθηκε σε «Αεροποστάλ», την πρώτη γαλλική αεροπορική εταιρία η οποία πραγματοποίησε μεταφορές επιβατών προς τις πλησιέστερες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες με 24 αεροσκάφη του ομώνυμου τύπου (Latecoere), χωρητικότητας 10 ατόμων. Οι προσπάθειες και η συνεισφορά του Εξυπερύ στην σύσταση της εταιρίας αναγνωρίσθηκαν με την απονομή του Σταυρού των Ιπποτών της Λεγεώνας της Τιμής: « για τις μοναδικές αρετές και την μεγάλη τόλμη του, συνδυασμένες με τα καλύτερα επαγγελματικά προσόντα, την εξαιρετική ψυχραιμία και το υπέρμετρο αίσθημα αυταπάρνησης…»

Το 1929 ο Ντορά του ανέθεσε νέα καθήκοντα, διορίζοντάς τον διευθυντή της εταιρίας στην Αργεντινή με σκοπό την ίδρυση παραρτημάτων της «Αεροποστάλ», έχοντας πλέον απόλυτη εμπιστοσύνη στο πρόσωπο του. Μαζί του μετατέθηκαν και δύο ακόμη από τα παλαιότερα στελέχη της εταιρίας, οι αχώριστοι φίλοι του Μερμόζ και Γκυγιωμέ, με την συνεργασία των οποίων θα αρχίσουν και πάλι τις πτήσεις για την ανεύρεση κατάλληλων τοποθεσιών για την κατασκευή αεροδρομίων και τον σχεδιασμό νέων δρομολογίων. Οι τρείς φίλοι περνούσαν αρκετές ώρες μέσα στα πιλοτήρια των αεροπλάνων τους, είτε στον αέρα είτε στο έδαφος. Ο Αντουάν θαύμαζε πραγματικά τους φίλους του τους οποίους γνώριζε από την εποχή της ίδρυσης της «Λατεκέρ»: ο Ζώρζ Γκυγιωμέ ήταν ο αχώριστος σύντροφος που τον είχε βοηθήσει στην πρώτη του μεγάλη πτήση Τουλούζ-Ραμπάτ. Ένας άνθρωπος που «…σκορπούσε γύρω του την αυτοπεποίθηση όπως η λάμπα σκορπάει το φώς». Με τον Ζαν Μερμόζ πετούσαν μαζί το δρομολόγιο Καζαμπλάνκα-Ντακάρ και ήταν ένας από τους πρώτους που επεχείρησαν να πραγματοποιήσουν νυχτερινές πτήσεις, κάνοντας πειράματα με την ίδια του τη ζωή.

Βέβαια οι συνθήκες των πτήσεων ήταν εξ ίσου επικίνδυνες με εκείνες της Αφρικής όταν έπρεπε συχνά να διασχίζουν αποστάσεις, παλεύοντας με τις χιονοθύελλες των Άνδεων. Ήταν σε μία από εκείνες τις πτήσεις που ο Εξυπερύ πληροφορήθηκε ότι η τύχη του Γκυγιωμέ αγνοείτο όταν τα ίχνη του αεροπλάνου του είχαν χαθεί μετά από ένα τέτοιο δρομολόγιο. Ο Εξυπερύ πήδηξε αμέσως μέσα στο αεροπλάνο του ξεκινώντας μία έρευνα για τον φίλο του μέσα στην μαινόμενη χιονοθύελλα. Για πέντε ολόκληρες ημέρες πετούσε συνεχώς ψάχνοντας ξανά και ξανά τα ίδια χιονισμένα τοπία της άγριας οροσειράς, αγωνιόντας στη σκέψη ότι κάθε μέτρο χιονιού μπορούσε να κρύβει το σώμα του φίλου του. Καθώς συνεχίζει την ακατάπαυστη έρευνά του τα λόγια των Ινδιάνων των Άνδεων τριγυρνούν συνεχώς στο μυαλό του: «Τον χειμώνα οι Άνδεις δεν επιστρέφουν τις ψυχές που παίρνουν». Κάθε ίχνος ελπίδας άρχισε να εξανεμίζεται, και μόνο μετά την πάροδο οκτώ εφιαλτικών ημερών οι ανατριχιαστικές λεπτομέρειες της πτώσης έγιναν τελικά γνωστές: το διπλάνο είχε πέσει και λίγο πριν την πρόσκρουση με το έδαφος είχε αναποδογυρίσει με αποτέλεσμα η επάνω πτέρυγα να μετατραπεί σε έλκηθρο που κατρακυλούσε με ιλιγγιώδη ταχύτητα πάνω στο παχύ στρώμα του χιονιού, κατευθυνόμενο σε μία βαθιά χαράδρα. Ακόμη και μετά την πτώση σε εκείνη τη χαράδρα όμως, το αεροπλάνο παρέμεινε σχεδόν άθικτο. Ο Γκυγιωμέ ανασύρθηκε ζωντανός αλλά δεν έτρεφε αυταπάτες για τη συνέχεια: είχε έρθει η σειρά του να βιώσει το μαρτύριο του αργού θανάτου από το κρύο και την πείνα όπως τόσοι άλλοι συνάδελφοί του πριν από αυτόν. Η σκέψη της αυτοκτονίας γεννήθηκε αμέσως στο μυαλό του και το μόνο που τον απέτρεψε ήταν η σκέψη ότι αν δεν βρισκόταν το πτώμα του, η γυναίκα του δεν θα έπαιρνε την αποζημίωση της ασφάλειας, κάτι που θα καταδίκαζε οικονομικά την οικογένειά του. Με τον φόβο αυτής της πιθανότητας αποφάσισε να κάνει μία προσπάθεια να διασωθεί. Άρχισε να κατασκευάζει με πέτρες ένα αρκετά μεγάλο σημάδι που να είναι ορατό από τον αέρα και μόλις το τελείωσε κάθισε στο κέντρο του και συνειδητοποίησε την ματαιότητα του ανόητου σχεδίου του: μετά τον θάνατό του το χιόνι θα κάλυπτε το σημάδι, και το πτώμα του- αν ποτέ βρισκόταν- δεν θα μπορούσε να αναγνωρισθεί. Αλλάζοντας και πάλι γνώμη οριστικά πήρε την απόφαση να κάνει τα πάντα για να μείνει ζωντανός, ξεκινώντας έναν αγώνα επιβίωσης εναντίον των βουνών του χιονιού και της πείνας. Όταν τελικά ο Αντουάν συναντά τον φίλο του ζωντανό στο νοσοκομείο πέφτει στην αγκαλιά του και ξεσπούν μαζί σε λυγμούς. Ο Γκυγιωμέ ήταν αγνώριστος: το πρόσωπό του ήταν μαύρο, πρησμένο και «σκασμένο» από το χιόνι, γεμάτο εκδορές σαν να του είχε επιτεθεί ένα άγριο ζώο. Τρέμοντας ολόκληρος, είπε στον Εξυπερύ: «Δεν υπήρξε τίποτα που ένα ζώο θα είχε κάνει παραπάνω από μένα για να επιβιώσει…». Αυτό ήταν το κουράγιο εκείνων των ανθρώπων που έχτισαν τότε την αεροπορία…

 

Το 1931 υπήρξε ένα έτος γεμάτο γεγονότα για τον Εξυπερύ. Ήταν τότε που γνώρισε την Κονσουέλο Σουνσίν, μία γυναίκα που τον εντυπωσίασε και αποφάσισε να την κατακτήσει με τον τρόπο που γνώριζε καλύτερα: με μία πτήση. Μία ασυνήθιστη πτήση! Την έβαλε στο αεροπλάνο του για μία βόλτα πάνω από το Μπουένος Άϊρες και την κατάλληλη στιγμή έριξε το αεροπλάνο σε απώλεια στήριξης. Μόλις άρχισε να βυθίζεται της είπε πως θα το επανέφερε σε ισορροπία μόνο αν του έδινε ένα φιλί!!! Την νυμφεύθηκε τον Απρίλιο της ίδιας χρονιάς επιστρέφοντας στο Παρίσι, την στιγμή που η Αεροποστάλ άρχιζε να αντιμετωπίζει σοβαρά οικονομικά προβλήματα με πλασματικές μετοχές και διάφορα άλλα σκάνδαλα που απειλούσαν να την οδηγήσουν στην καταστροφή. Ο Εξυπερύ υπερασπίσθηκε τις καλές προθέσεις της εταιρίας,  αλλά παρά τις προσπάθειες του ίδιου και ολόκληρου του προσωπικού η εταιρία πτώχευσε και εκποιήθηκε το 1933, μεταλλασόμενη σε μία νέα με την ονομασία…Αιρ Φρανς(!). Μαζί με την Αεροποστάλ είχαν χαθεί για πάντα και οι εντονότερες αναμνήσεις και εμπειρίες της ζωής του. Όπως ήταν επόμενο δεν άργησε να έλθει σε σύγκρουση με την νέα ηγεσία η οποία τελικά τον απομάκρυνε από τη θέση του. Οι οικονομικές δυσχέρειες που αντιμετώπισε τον έκαναν να περάσει πολλές δύσκολες στιγμές, με μόνη χαρά την επιτυχία του βιβλίου του «Νυχτερινή Πτήση» το οποίο απέσπασε λογοτεχνικό βραβείο, ενώ ταυτόχρονα η κινηματογραφική παραγωγή του έργου στο Χόλλυγουντ του απέφερε κάποια κέρδη που του επέτρεψαν να ζήσει.

Όντας άνεργος αναγκάστηκε να δεχθεί μία θέση εργασίας σαν πιλότος δοκιμών στην κατασκευάστρια εταιρία Λατεκέρ, όπου δοκίμαζε τα ομώνυμα υδροπλάνα Λατεκέρ-24. Σε μία από εκείνες τις πτήσεις το υδροπλάνο του ανετράπη τραυματίζοντάς τον σοβαρά, οπότε αναγκάστηκε να παραιτηθεί, πέφτοντας και πάλι στην ανεργία και τις οικονομικές δυσκολίες.

Τον Απρίλιο του 1934, δίχως άλλη επιλογή στη διάθεσή του, επέστρεψε στην Αιρ Φρανς αναζητώντας εργασία, όπου του ανέθεσαν να εγκαινιάσει μία σειρά νέων αερογραμμών. Ο Εξυπερύ ανέλαβε με ενθουσιασμό το νέο του έργο και μόλις τα οικονομικά του το επέτρεψαν αγόρασε ένα δικό του υδροπλάνο, το Simoun, αλλά στις 29 Δεκεμβρίου του ίδιου έτους έχασε τον προσανατολισμό του μέσα στη νύχτα και προσέκρουσε πάνω σε έναν αμμόλοφο στην Λυβική έρημο μαζί με τον μηχανικό του. Το αγαπημένο του Simoun καταστράφηκε ολοσχερώς και οι δύο αεροπόροι περιπλανήθηκαν για πέντε μέρες στη βουβή απεραντοσύνη, καταδιωκόμενοι διαρκώς από την αφυδάτωση και τους αντικατοπτρισμούς, έως ότου η σωτηρία εμφανίστηκε με τα γνώριμα πρόσωπα των Βεδουίνων!

Το 1936 προσπάθησε να κρατηθεί για λίγο μακριά από τα αεροπλάνα για να αναρρώσει από τα τραύματα και την κούραση, αλλά τον Δεκέμβριο της ίδιας χρονιάς ήρθε να τον συνταράξει η τραγική απώλεια του Ζαν Μερμόζ καθώς προσπαθούσε και εκείνος να σπάσει ένα ρεκόρ ταχύτητας πάνω από τον Νότιο Ατλαντικό. Ο Εξυπερύ αφιέρωσε στη μνήμη του πολλά άρθρα και ραδιοφωνικές εκπομπές, αλλά τίποτα δεν ήταν ικανό να αποδιώξει την οδύνη του. Τώρα μόνο αυτός και ο Γκυγιωμέ απέμεναν ακόμη ζωντανοί από το θρυλικό Ταχυδρομείο του Νότου…

Ανίκανος να αποχωριστεί το πάθος του για τα αεροπλάνα, το 1937 αγόρασε ένα δεύτερο Simoun εγκαινιάζοντας για χάρη της Αιρ Φρανς το δρομολόγιο Νέα Υόρκη-Γη του Πυρός. Αυτή τη φορά η απροσεξία του τον χτύπησε αδυσώπητα: κάνοντας μία στάση στη Γουατεμάλα για ανεφοδιασμό και επισκευές, υπερφόρτωσε το αεροσκάφος του σε καύσιμα και την στιγμή της απογείωσης το Simoun έχασε την στήριξή του και συνετρίβη στο έδαφος από χαμηλό ύψος. Όταν τον ανέσυραν από τα συντρίμμια ήταν σχεδόν ημιθανής, με σπασμένο κρανίο και θρυμματισμένο τον αριστερό του ώμο. Μεταφέρθηκε αμέσως σε νοσοκομείο της Νέας Υόρκης σε κωματώδη κατάσταση, μετέωρος μεταξύ ζωής και θανάτου. Θα περνούσαν πολλές ημέρες μέχρι να συνέλθει από το κώμα, και ακόμη περισσότερες για να αναρρώσει από τα πολλαπλά κατάγματα και τα σπασίματα. Κάποια από αυτά δεν θα θεραπεύονταν ποτέ. Κατά τη διάρκεια εκείνων των τραγικών και ατέλειωτων μηνών αδράνειας, βρήκε την ευκαιρία να συγγράψει ένα νέο βιβλίο, την «Γη των Ανθρώπων» -ίσως το καλύτερο όλων στην λογοτεχνική του σταδιοδρομία. Το βιβλίο αυτό αποτελούσε μία αλυσίδα αναμνήσεων, εμπειριών και σκέψεων που είχαν συγκεντρωθεί μέσα του κατά το διάστημα των 10 χρόνων της περιπετειώδους αεροπορικής του καριέρας. Τον Μάϊο του 1939 κάποιες τιμητικές διακρίσεις ήλθαν να του αναπληρώσουν το χαμένο του κουράγιο: προήχθη τιμητικά σε αξιωματικό της Λεγεώνος της Τιμής και η Γαλλική Ακαδημία τον βράβευσε για το τελευταίο του έργο.

Προς το τέλος του έτους βρέθηκαν και πάλι με τον «γερόλυκο» Γκυγιωμέ για να επιχειρήσουν μαζί το ταξίδι Γαλλία-Νέα Υόρκη, με σκοπό την καθιέρωση μόνιμων υπερατλαντικών πτήσεων στη γραμμή αυτή, κάτι το οποίο στέφθηκε με απόλυτη επιτυχία. Στη συνέχεια εγκαταστάθηκε στη Ν. Υόρκη προσπαθώντας να ανασυγκροτήσει τη ζωή του και να μελετήσει κάποιες συγγραφικές προτάσεις οι οποίες θα βελτίωναν τα οικονομικά του. Ίσως και να τα είχε καταφέρει αν τον Σεπτέμβριο δεν ερχόταν ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος να χτυπήσει την πόρτα της πατρίδας του…

 

ΠΙΛΟΤΟΣ ΠΟΛΕΜΟΥ

 

Με το ξέσπασμά του ο Εξυπερύ έσπευσε αμέσως στο στρατολογικό γραφείο για να προσφέρει τις υπηρεσίες του στην αεροπορία- αν βέβαια κατάφερνε να περάσει τις ιατρικές εξετάσεις! Ο γιατρός που τον εξέτασε έμεινε άφωνος: το σώμα του ήταν γεμάτο ουλές από τα παλιά του τραύματα, πολλά από τα οποία τον πονούσαν ακόμη και άλλα που δεν θα θεραπεύονταν ποτέ- ο ώμος του ήταν σχεδόν παράλυτος από το τελευταίο του ατύχημα. Τα σημάδια της κόπωσης και των 39 ταραγμένων χρόνων του ήταν εμφανή επάνω του. Ένας άνθρωπος με την δική του φυσική κατάσταση δεν θα μπορούσε με τίποτα να ανταπεξέλθει σε μία πολεμική αποστολή. Όσο κι αν επέμενε ο Αντουάν, ο γιατρός τον απέρριψε. Η διάγνωση ηχούσε σαν θανατική καταδίκη στα αυτιά ενός ανθρώπου με τις αρχές και τα ιδανικά του Εξυπερύ. Χωρίς να σκεφτεί δεύτερη φορά τηλεφώνησε αμέσως σε έναν οικογενειακό φίλο ο οποίος μεσολάβησε για να γίνει δεκτός, αλλά ακόμη και τότε δέχτηκαν να τον τοποθετήσουν μόνο σε μονάδα αναγνωριστικών. Η φήμη του βέβαια εκείνη τη στιγμή στη Γαλλία έπαιξε έναν σημαντικό ρόλο: ποιος θα απέρριπτε την εθελοντική κατάταξη του διασημότερου Γάλλου πιλότου ο οποίος το μόνο που επιθυμούσε ήταν να υπερασπιστεί την πατρίδα του; Την ημέρα που παρουσιάστηκε στο στρατολογικό γραφείο οι δημοσιογράφοι συγκεντρώθηκαν για να τον αποθανατίσουν την στιγμή που θα εμφανιζόταν με την στολή του και τον τιμητικό βαθμό του σμηναγού.  

Στις 3 Νοεμβρίου 1939 παρουσιάστηκε στην 2/33 Μοίρα Αναγνωρίσεως, εξοπλισμένης με τα δικινητήρια Potez-63, στο αεροδρόμιο του Ορκόντ στην περιοχή της Καμπανίας. Στο διάστημα των τελευταίων μηνών του 1939- του «Γελοίου Πολέμου» όπως ονομάστηκε εκείνη η περίοδος- ο πόλεμος κυλούσε αργά, σχεδόν καθόλου, οπότε το προσωπικό της μοίρας περνούσε τον καιρό του με την συντήρηση των αεροπλάνων τους, κάποια αναγνωριστική πτήση πάνω από το μέτωπο χωρίς ιδιαίτερα απρόοπτα και πολύ διασκέδαση! Ο Εξυπερύ έφερε ένα γραμμόφωνο από το σπίτι του παίζοντας συχνά το πατριωτικό τραγούδι «Θα μπούμε στη Γραμμή Ζήγκφριντ!» για να κρατάει ψηλά το ηθικό των συναδέλφων του και οργάνωνε διάφορα παιχνίδια, γιορτές και φάρσες για να σπάει την εκνευριστική ανία της σιωπής πριν την καταιγίδα. Εύθυμος και προσιτός στις ανθρώπινες επαφές του όπως ήταν, κέρδισε γρήγορα την φιλία και την συμπάθεια των συναδέλφων του, καθώς και του διοικητή του επισμηναγού Ρενέ Γκαβουάλ. Εκείνο το κλίμα της συντροφικότητας στο πρόχειρο αεροδρόμιο του Ορκόντ, με τις λιτές συνθήκες διαβίωσης και τη ζωή γύρω από τα αεροπλάνα, ξύπνησαν μέσα του τις αναμνήσεις των αξέχαστων στιγμών στα υπόστεγα της Λατεκέρ, όταν μαζί με τους αχώριστους φίλους του Μερμόζ και Γκυγιωμέ προσπαθούσαν να ξαναδώσουν την ζωή σε κάποιον χαλασμένο κινητήρα και να φέρουν σε πέρας κάποια μακρινή πτήση.

Όταν άρχισαν οι πρώτες αποστολές οι Γάλλοι ανακάλυψαν τα προβλήματα που μάστιζαν τα αεροσκάφη τους: οι αναγνωριστικές πτήσεις σε ύψη 2 ή 3.000 μέτρα πάνω από τις γραμμές του εχθρού ήταν σκέτη αυτοκτονία, τα πολυβόλα μπλόκαραν, η παροχή καυσίμου παρουσίαζε διαλείψεις και το κυριότερο από όλα, τα απηρχαιωμένα Potez δεν είχαν καμμία ελπίδα διαφυγής μπροστά στα φονικά Messerscmitt 109 που κυριαρχούσαν στους ουρανούς. Ήταν εκείνη η στιγμή που η πολύχρονη πείρα του πιλότου-μηχανικού και του δοκιμαστή αεροσκαφών ήρθε να προσφέρει τις ανεκτίμητες γνώσεις του στους συμπολεμιστές του. Χωρίς τα κατάλληλα μέσα ή τα ανταλλακτικά, ο Εξυπερύ σκαρφιζόταν από το τίποτα ένα σωρό λύσεις για να επισκευάσει μία βλάβη, να κάνει μία βελτίωση ή μία μετατροπή, κερδίζοντας τον θαυμασμό όχι μόνο των συναδέλφων του, αλλά ακόμη και επιστημόνων της αεροναυτικής που άρχισαν να τον πλησιάζουν όταν έπρεπε να ξεπεράσουν μία δυσκολία. Στις αρχές του 1940 τα ξεπερασμένα Potez-63 της μοίρας του αντικατεστάθησαν από τα πιο σύγχρονα Bloch-174 και ο Εξυπερύ ήταν ο πρώτος πιλότος που τα αξιολόγησε. Το Bloch 174 ήταν ένα καλό δικινητήριο, σχεδιασμένο σαν και βομβαρδιστικό μεγάλου ύψους, ικανό να αναπτύξει μία αρκετά υψηλή ταχύτητα. Παρά τα πλεονεκτήματά του όμως η γαλλική αεροπορία τα χρησιμοποιούσε σαν αναγνωριστικά για να παρέχουν πληροφορίες σε έναν στρατό ο οποίος δεν διέθετε κανένα άλλο τρόπο για να ενημερώνεται.

Στις 10 Μαίου η μονάδα του δέχτηκε μία καταιγιστική επίθεση από Stuka που κατέστρεψε το 40% των αεροσκαφών της μοίρας η οποία έμεινε μόνη της για να καλύψει όλες τις αναγνωριστικές αποστολές σε ένα μέτωπο 100 χλμ στα γαλλο-γερμανικά σύνορα. Η έλλειψη οργάνωσης και σχεδιασμού στις γαλλικές ένοπλες δυνάμεις ήταν τέτοια που ο Εξυπερύ είχε την υποψία ότι οι πληροφορίες που έστελνε ο ίδιος και οι συνάδελφοί του με κίνδυνο της ζωής τους, έφταναν πολύ αργά στον αποδέκτη τους για να επηρεάσουν την εξέλιξη της μάχης. Για την ακρίβεια, οι περισσότερες δεν έφταναν καθόλου, άρα οι επιχειρήσεις ήταν ουσιαστικά άχρηστες. «…Έδιναν όμως την ευκαιρία στους πιλότους να κερδίσουν γρήγορη «δόξα», όπως θα έγραφε αργότερα στο βιβλίο του «Πιλότος Πολέμου», εννοώντας φυσικά τον θάνατο. Στις 23, καθώς τα γερμανικά Panzer εισέρεαν παντού ο Εξυπερύ βρέθηκε μέσα σε μία από εκείνες τις αεροπορικές μάχες που διεξάγονταν πάνω από το καταρρέον μέτωπο, την οποία όμως η ιστορία δεν θα περιελάμβανε ποτέ στις μεγάλες σελίδες της γιατί η ντροπή και η απελπισία των ηττημένων Γάλλων δεν άφηνε περιθώρια για επικές εκφράσεις. Εκείνη την ημέρα η γαλλική αεροπορία θα εκτελούσε 108 εξόδους και θα έχανε 20 άνδρες και ισάριθμα αεροσκάφη.

Ο αρχηγός του γαλλικού επιτελείου στρατηγός Βεϋγκάν, έψαχνε απεγνωσμένα να βρεί κάποιο χάσμα ανάμεσα στις εχθρικές γραμμές για να επιτεθεί στους Γερμανούς που πλησίαζαν το Αρράς, σε μία ύστατη προσπάθεια να σώσει το Παρίσι. Εκείνη την ημέρα η 2/33 διατάχθηκε να καλύψει κάθε αναγνωριστική αποστολή από την Μάγχη μέχρι τα σύνορα! Η γαλλική αεροπορία ρίχτηκε στη μάχη αλλά στάθηκε ανίκανη να αντέξει σε μία  αναμέτρηση με την Luftwaffe. Στον Εξυπερύ χορηγήθηκε μία μοναδική πολυτέλεια: η συνοδεία τεσσάρων καταδιωκτικών Devoitine που θα τον προστάτευαν στην επικίνδυνη αποστολή του. Τα Denoitine ήταν τα καλύτερα μαχητικά που διέθετε η Γαλλία. Ισάξια σε ταχύτητα με τα βρετανικά Spitfire, αλλά κατώτερα σε οπλισμό.

Το τοπίο στα 3000 μέτρα πάνω από το Αρράς ήταν σκεπασμένο ολόκληρο από καπνούς και φλόγες. Ο Εξυπερύ διατηρούσε σταθερό το χαμηλό του ύψος για να μπορέσει να εκτιμήσει καλύτερα την κατάσταση, παραμένοντας μονίμως εκτεθειμένος στην καταπληκτική ευστοχία των γερμανικών αντιαεροπορικών. Πίσω του στη θέση του παρατηρητή-πολυβολητή, καθόταν ο καλός του συνάδελφος Ζαν Ντυντέρτ για να προστατεύει τα νώτα του. Κοίταξε γύρω του τα τέσσερα Devoitine που έψαχναν τον ουρανό για εχθρικά καταδιωκτικά. Στα δύο από αυτά πετούσαν οι Ζοέλ Παπ και Ζαν Ισραέλ, δύο ακόμη φίλοι του από τους μήνες του «Γελοίου Πολέμου», που ήταν αποφασισμένοι να τον υπερασπιστούν με οποιοδήποτε κόστος. Βέβαια ο Εξυπερύ δεν έτρεφε αυταπάτες. Οι πιθανότητες επιβίωσής τους δεν βασίζονταν στην ευστοχία του Ντυντέρτ ή την παρουσία των Devoitine, όσο στο απίθανα απομεμακρυσμένο ενδεχόμενο ότι οι Γερμανοί πιλότοι, θέλοντας να κρατήσουν ψηλά το κύρος και την υπόληψη της Luftwaffe, θα απαξιούσαν να ασχοληθούν με έναν τόσο γελοίο στόχο. Κοιτώντας και πάλι το έδαφος είδε την σύγχυση να επικρατεί παντού: οι δρόμοι ήταν γεμάτοι από μακριές φάλαγγες απεγνωσμένων πολιτών που εγκατέλειπαν τα σπίτια τους, αναμεμιγμένοι εδώ κι εκεί με στρατεύματα και των δύο πλευρών που εξακολουθούσαν να μάχονται μεταξύ τους. Το μέτωπο είχε εξαφανιστεί.

Τότε εμφανίστηκαν τα Messerscmitt! Έξι λεπτά και ταχύτατα καταδιωκτικά, σε άψογο σχηματισμό που ορμούσαν από τη μεριά του ήλιου. Τα Devoitine ξεχύθηκαν να τους αποκόψουν το δρόμο, ενώ ο Εξυπερύ χωρίς να κάνει τον παραμικρό ελιγμό διαφυγής συνέχισε το έργο του: αφού ούτως ή άλλως ο θάνατος του ήταν βέβαιος, δεν είχε σκοπό να εγκαταλείψει την αποστολή του. Σε μια στιγμή ένα 109 εμφανίζεται σαν αστραπή από τα αριστερά του γαζώνοντας ολόκληρο το αναγνωριστικό. Ο Εξυπερύ ρίχνει αμέσως το Bloch σε μία απότομη βύθιση προς το έδαφος για να ξεγελάσει τους διώκτες του, αλλά η ταχύτητα που ανέπτυξε ήταν τόσο μεγάλη που τα πηδάλια αρνούντο πιά να υπακούσουν στους χειρισμούς του. Τα Devoitine συνεχίζοντας τον αγώνα τους καταρρίπτονται το ένα μετά το άλλο μέσα σε λίγα λεπτά. Τελευταίοι απέμειναν οι δύο φίλοι του Εξυπερύ οι οποίοι λίγο πριν εγκαταλείψουν τα φλεγόμενα μαχητικά τους είδαν το Bloch να βυθίζεται ολοταχώς προς το έδαφος. Καθώς οδηγούντο στην αιχμαλωσία έφεραν βάρος στη συνείδησή τους ότι είχαν σταθεί ανίκανοι να σώσουν τον φίλο τους. Ο Εξυπερύ χρειάστηκε και το τελευταίο ίχνος της δύναμής του για να σηκώσει το ρύγχος του αεροπλάνου και να γλυτώσει την συντριβή. Πετώντας μέσα στους καπνούς που κάλυπταν όλο το πεδίο της μάχης, κατάφερε να επιστρέψει στο Ορκόντ πετώντας πάνω από τις κορυφές των δένδρων, απαρηγόρητος επειδή πίστευε ότι οι σύντροφοί του είχαν σκοτωθεί για να τον σώσουν. Για την επίδειξη της ανδρείας του εκείνη την ημέρα ο Εξυπερύ τιμήθηκε με τον Πολεμικό Σταυρό και λίγες μόνο μέρες μετά την συνθηκολόγηση θα συναντούσε συμπτωματικά μπροστά του τον Παπ και τον Ισραέλ για να διαπιστώσει πανευτυχής ότι όλοι τους ήταν ζωντανοί.

Στα τέλη Μαίου πετώντας σε μία παρόμοια αποστολή πάνω από τις Αρδέννες, διέκρινε μέσα από τις φυλλωσιές των δένδρων κάποιες γερμανικές μηχανοκίνητες μονάδες να ξεπροβάλλουν, αν και η Ανώτατη Γαλλική Διοίκηση είχε αποκλείσει κάθε ενδεχόμενο γερμανικής εισβολής από εκεί. Ο Εξυπερύ δεν θα το μάθαινε ποτέ, αλλά θα ήταν ο πρώτος Γάλλος που θα έβλεπε το πέραμα των γερμανικών δυνάμεων από το Σεντάν. Επιστρέφοντας εσπευσμένα στο Ορκόντ, ειδοποίησε τηλεφωνικά την διοίκηση με την ελπίδα ότι η πληροφορία θα αξιοποιείτο πριν ήταν πολύ αργά. Μεγάλο λάθος! Οι πρώτες γαλλικές μονάδες θα αρχίσουν να κινούνται προς εκείνη την κατεύθυνση μετά από δύο ημέρες, όταν φυσικά ήταν ήδη πολύ αργά! Όπως το φοβόταν ο Εξυπερύ, η πληροφορία δεν έφθασε έγκαιρα στον προορισμό της, κάτι το οποίο η ιστορία δεν κατέγραψε ποτέ.

Αν και η τύχη του Παρισιού είχε ήδη κριθεί, οι Γάλλοι εξακολουθούσαν να μάχονται. Η τελευταία του αποστολή ήταν μία πτήση πάνω από την Αμπεβίλ, όταν είδε τις μονάδες των Γερμανών να κινούνται προς την Δουνκέρκη. Χάρη στην πληροφορία του Εξυπερύ, ο Γάλλος διοικητής των τεθωρακισμένων τα οποία είχαν ήδη υποστεί βαριές απώλειες, πρόλαβε να επιβραδύνει την προέλασή του και να αποφύγει τον αφανισμό κυριολεκτικά την τελευταία στιγμή- μία πραγματικά μεγάλη στιγμή για την ιστορία της Γαλλίας, γιατί ο διοικητής αυτός ονομαζόταν Σαρλ ντε Γκωλ και κανείς δεν θα μπορούσε να υποψιαστεί ότι οι δύο αυτοί συμπατριώτες και συμπολεμιστές σε λίγο καιρό θα κατέληγαν εχθροί.

Η πτώση δεν άργησε να έρθει. Ο Γάλλος πρωθυπουργός Ρεϋνώ αυτοκτόνησε και στο Βισύ συγκεντρώθηκαν κάποια στελέχη της γαλλικής κυβέρνησης τα οποία επιθυμούσαν να έλθουν σε συνεννόηση με την Γερμανία, ιδρύοντας την ομώνυμη φιλογερμανική κυβέρνηση κάτω από την ηγεσία του στρατηγού Πεταίν. Μετά την παράδοση ο Εξυπερύ μετατέθηκε στο αεροδρόμιο Μπορντώ-Μερινιάκ, στη ΝΔ Γαλλία και το θέαμα που αντίκρυσε τον άφησε άφωνο: εκατοντάδες ολοκαίνουργια γαλλικά αεροσκάφη και άρματα μάχης, σταθμευμένα και αχρησιμοποίητα το ένα δίπλα στο άλλο, που περίμεναν άδικα να πολεμήσουν τους εισβολείς, τώρα θα έπεφταν άθικτα στα χέρια τους! Μέσα στον γενικό πανικό της γερμανικής εισβολής, η ανοργάνωτη και αποσαθρωμένη γαλλική διοίκηση ούτε καν γνώριζε την ύπαρξη αυτών των όπλων τα οποία έμειναν αχρησιμοποίητα! Ο Εξυπερύ όπως και ολόκληρος ο γαλλικός λαός συνειδητοποίησε αυτομάτως το μέγεθος της επαίσχυντης ήττας του. Όσο απίθανο κι αν φαινόταν η Γαλλία ήταν αριθμητικά ανώτερη από την Γερμανία, αλλά ποτέ σε ολόκληρο τον πόλεμο δεν υπήρξε χώρα με χαμηλότερο ηθικό. Οι διαρκείς πολιτικές έριδες, τα φοβερά οικονομικά σκάνδαλα που κυριαρχούσαν στην δεκαετία του 1930, οι Γάλλοι πολιτικοί που αποκοίμιζαν εσκεμμένα τον λαό, τα ξεπερασμένα προπολεμικά δόγματα με τα οποία δρούσε το επιτελείο και η πολυδιαφημισμένη «Γραμμή Μαζινώ» η οποία θα «μπορούσε να εγγυηθεί την άμυνα της χώρας», ήταν υπεραρκετά για να κάνουν τον λαό και τον στρατό να χάσουν οριστικά κάθε εμπιστοσύνη στο κράτος τους. Ο Εξυπερύ συνόψισε εκείνη την ώρα του μέγιστου εθνικού εξευτελισμού με τα εξής απλά, ειρωνικά λόγια:

« Όταν εξ αιτίας της ήττας ο κρατικός μηχανισμός άρχισε να καταρρέει, τα πράγματα άρχισαν να πηγαίνουν καλύτερα! Το σύστημα ήταν τόσο αναχρονιστικό και αντίθετο στην απλή, κοινή λογική, ώστε μόλις αυτό κατέρρευσε ο απλός στρατιώτης γνώριζε καλύτερα τι να κάνει από μόνος του!». Η απογοήτευση και η πίκρα που του προκάλεσαν η οικτρή εκείνη ήττα, ήταν τόση ώστε όταν τον πλησίασαν κάποιοι φίλοι του για να τον πείσουν να εγκαταλείψει μαζί τους την Γαλλία και να ενωθεί με τις δυνάμεις των Ελεύθερων Γάλλων του στρατηγού ντε Γκωλ στην Αγγλία, εκείνος αρνήθηκε να τους ακολουθήσει λέγοντας ότι η Γαλλία ήταν πλέον ανίκανη να προβάλλει οποιαδήποτε σοβαρή αντίσταση. Έτσι αποφάσισε να παραμείνει στην διχασμένη χώρα και την μονάδα του η οποία όμως εκ των πραγμάτων υπαγόταν τώρα στην «ανεξάρτητη» κυβέρνηση του Βισύ στη νότιο Γαλλία.

 

                     ΟΙ ΗΜΕΡΕΣ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΑΝΑΚΩΧΗ – Η ΦΥΓΗ ΣΤΙΣ ΗΠΑ.

 

Το βιβλίο του «Πιλότος Πολέμου» -το πρώτο λογοτεχνικό έργο που γράφτηκε ποτέ από έναν πολεμιστή του Β΄ΠΠ- είχε ήδη γίνει ευρύτερα γνωστό στη Γαλλία και ο ίδιος δεν θα μπορούσε να διανοηθεί ποτέ πως αυτό θα γινόταν η αφορμή για να κατηγορηθεί από κάποιους συμπατριώτες του σαν προδότης! Σε κάποιες σελίδες του περιέγραφε την ζωή στη μονάδα του, τις εβδομάδες του «Γελοίου Πολέμου», τις στιγμές της ξέφρενης διασκέδασης με τους συναδέλφους του και τα αστεία που αντάλλαζαν μεταξύ τους, τότε που του άρεσε να πειράζει τον φίλο του Ζαν Ισραέλ αναφερόμενος στην εβραϊκή καταγωγή του την οποία πρόδιδε η κόκκινη μύτη του όποτε έκρυβε κάποιο μυστικό! Όταν αργότερα ήρθε η ώρα της πτώσης της Γαλλίας ο Εξυπερύ διακωμωδούσε με πίκρα την χαρακτηριστική ανικανότητα της κρατικής και στρατιωτικής μηχανής στον πόλεμο. Η αντισημιτική κυβέρνηση του Βισύ έδειξε ιδιαίτερο ενδιαφέρον και ικανοποίηση για τα συγκεκριμένα αποσπάσματα τα οποία χρησιμοποίησε για να προωθήσει το έργο με προπαγανδιστικό σκοπό. Σύντομα μάλιστα δεν άργησε να δεχθεί και την πρόταση κάποιων να συμμετάσχει στην κυβέρνηση, μέλος της οποίας μάλιστα ήταν ήδη και ένας ακόμα διάσημος άνδρας της πολεμικής αεροπορίας, ο μεγάλος άσσος του Α΄ΠΠ Ρενέ Φονκ. Ο Εξυπερύ εξήγησε προσβεβλημένος ότι τα αθώα πειράγματά του στον φίλο του δεν γράφτηκαν ποτέ με «αντισημιτική διάθεση», ενώ ταυτόχρονα σιχαινόταν και τον ισχυρό άνδρα του καθεστώτος του Βισύ, τον Λαβάλ, έναν επαίσχυντου και αδίστακτο τυχοδιώκτη της γαλλικής πολιτικής ζωής που όλοι αποκαλούσαν ανοικτά «το κάθαρμα που ξεπουλάει τη Γαλλία»! Η αντίδρασή του όπως ήταν φυσικό δυσαρέστησε την κυβέρνηση η οποία τον έκρινε πολιτικά ανεπιθύμητο, και τον μετέθεσε στην Τύνιδα, απαγορεύοντας ταυτόχρονα την κυκλοφορία του βιβλίου του. Και εκεί όμως τα γεγονότα τον έκαναν να νοιώσει αποτροπιασμό για την γενικότερη πολιτική και στρατιωτική κατάσταση της χώρας του, όταν στις 3 Ιουλίου 1940 ο Αγγλικός στόλος βύθισε απροειδοποίητα και τον γαλλικό στα λιμάνια της Β. Αφρικής. Η βύθιση είχε γίνει για προληπτικούς και μόνο λόγους από τον φόβο ότι μπορεί να έπεφτε στα χέρια του Άξονα, κάτι που στοίχισε όμως την ζωή σε 1200 ανύποπτους Γάλλους. Ο ντε Γκωλ προκειμένου να μην χάσει την υποστήριξη των Βρετανών δικαιολόγησε την πράξη, οπότε ο Εξυπερύ δήλωσε αηδιασμένος ότι θα ήταν πρόθυμος να ακολουθήσει τον ντε Γκωλ για να σκοτώνει Γερμανούς, αλλά όχι και για να σκοτώνει Γάλλους!

Απορρίπτοντας λοιπόν κάθε ιδέα αντίστασης, κράτησε μία ουδέτερη στάση η οποία έκανε τους ανθρώπους του ντε Γκωλ να τον κατηγορήσουν απερίφραστα σαν δειλό και προδότη. Εκδιωγμένος από τους φασίστες σαν δημοκρατικός και από τους δημοκρατικούς σαν φασίστας, τα εγκατέλειψε όλα και κατέφυγε στην Αμερική. Όταν έγινε γνωστή η φυγή του από το Βισύ το κόμμα του ντε Γκωλ του έκανε σωρεία νέων επίμονων προτάσεων να ταχθεί ανοικτά μαζί τους, αλλά εκείνος για τους ίδιους πάντα λόγους αρνείτο συνεχώς, κάτι το οποίο οι ντεγκωλικοί δεν θα ξεχνούσαν ποτέ.

Στη Ν. Υόρκη αφοσιώθηκε ολοκληρωτικά στο γράψιμο έως ότου όμως ένα ακόμα συνταρακτικό γεγονός ήρθε να τον ρίξει πάλι σε βαθειά θλίψη: ο τελευταίος από τους φίλους του που είχαν παραμείνει στη Γαλλία, ο Γκυγιωμέ, είχε σκοτωθεί έξω από την Ριβιέρα πετώντας ένα μεταγωγικό Φαρμάν, όταν ο πιλότος ενός ιταλικού καταδιωκτικού εξέλαβε τα γαλλικά εθνόσημα του αεροσκάφους του σαν αγγλικά και τον κατέρριψε! Το πλήγμα για τον ψυχικό κόσμο του Εξυπερύ θα ήταν αξεπέραστο για το υπόλοιπο της ζωής του. Κάθε τι που αγαπούσε πέθαινε. Οι φίλοι του που αποτελούσαν για αυτόν πηγή έμπνευσης ήταν τώρα όλοι νεκροί.

«Όλα κατάντησαν θάνατος…δεν έχω πιά κανέναν να μοιραστώ μαζί του τις αναμνήσεις μου και να του πω: «Θυμάσαι τι όμορφα που ήταν στην έρημο;». Δεν λυπάμαι τον Γκυγιωμέ για τον θάνατό του-ποτέ δεν λυπήθηκα κανέναν νεκρό- αλλά θα μου πάρει πολύ καιρό να συνειδητοποιήσω την απώλειά του. Από το Ταχυδρομείο του Νότου δεν έμεινε πιά κανείς…κανείς».

Ταυτόχρονα τον απασχολούσε και η τύχη της γυναίκας του που είχε μείνει στην κατοχική Γαλλία. Μετά από πολλούς κόπους κατάφερε τελικά να την φέρει κοντά του για να διαπιστώσει όμως ότι και αυτή είχε αρχίσει να απομακρύνεται από κοντά του. Τώρα την απασχολούσαν περισσότερο τα χαμένα κοσμήματα και οι τουαλέτες της που είχε αναγκαστεί να αφήσει πίσω και δεν φαινόταν να έχει καμμία συναισθηματική σύνδεση μαζί του. Βουλιάζοντας όλο και περισσότερο στις σκέψεις του παρελθόντος και την απομόνωσή του, έψαχνε απεγνωσμένα να κρατηθεί από κάπου, με μόνη του διέξοδο το γράψιμο. Η επιδείνωση όμως της ψυχολογικής του υγείας δεν άργησε να επηρεάσει και την ήδη κλονισμένη φυσική του υγεία. Κατά καιρούς έπεφτε άρρωστος με 41 πυρετό από κάποια αιτία που ο ίδιος αδυνατούσε να εξηγήσει. Ένας γιατρός του είπε πως οι ουλές από τα παλιά του τραύματα εξακολουθούσαν να είναι μολυσμένες και σποραδικά θα δημιουργούσαν κάποιες μόνιμες αδιαθεσίες. Ο ίδιος ήθελε να το αποκρύπτει γιατί κατά βάθος ήλπιζε πάντοτε να ξαναπετάξει, αλλά η «αντιδημοκρατική» του στάση απέναντι στον Ντε Γκωλ δεν του άφηνε πολλές ελπίδες..

Εκείνη την δύσκολη εποχή έγραψε και το βιβλίο που τον έκανε γνωστό σε ολόκληρο τον κόσμο, τον  «Μικρό Πρίγκηπα»: μία ανθολογία των εμπειριών και της φιλοσοφίας της ζωής, διανθισμένο με εικόνες από την εποχή της παιδικής του ηλικίας. Για πολλούς αποτελεί το αντιπροσωπευτικότερο βιβλίο του. Η απήχηση του στην Αμερική ήταν τέτοια που για πρώτη φορά στη ζωή του ο Εξυπερύ απέκτησε μία οικονομική άνεση που του είχε λείψει πολύ στα χρόνια του μεσοπολέμου.

Αυτή την άνεση όμως ήρθαν να αντισταθμίσουν άλλα προβλήματα. Η μόνιμα εκκεντρική και υπερβολική Κονσουέλο τον εκνεύριζε συνεχώς, ξοδεύοντας συστηματικά όλα του τα χρήματα σε επιδεικτικά λούσα. Οι καυγάδες τους αυξάνονταν διαρκώς καθώς οι τσέπες του άδειαζαν. Σαν αυτοάμυνα, εκείνος βυθιζόταν διαρκώς στις αναμνήσεις των παλιών εποχών και των νεκρών του φίλων…

 

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΟ ΠΕΔΙΟ ΤΗΣ ΜΑΧΗΣ

 

Στο μεταξύ ο πόλεμος είχε να επιδείξει κάποιες σημαντικές αλλαγές. Στις 6 Νοεμβρίου 1942 οι Αμερικανοί αποβιβάσθηκαν στην Β. Αφρική. Οι γαλλικές αποικίες της περιοχής αποκήρυξαν την κυβέρνηση του Βισύ, ενώ μέσα στα σχέδια των Συμμάχων βρισκόταν και η απελευθέρωση του μητροπολιτικού εδάφους της Γαλλίας. Παρά την αισιόδοξη τροπή των πραγμάτων όμως οι Γάλλοι εξακολουθούσαν να διχάζονται στον πολιτικό στίβο. Τα δύο στρατόπεδα αυτή τη φορά αποτελούντο από τους οπαδούς του στρατηγού ντε Γκωλ και τους αντιπάλους του. Οι Αμερικανοί πολιτικοί προκειμένου να αποτρέψουν μία πιθανή γαλλική εμφύλια διαμάχη εκείνες τις κρίσιμες ώρες, κατέστησαν σαφές ότι δεν ευνοούσαν αποκλειστικά και μόνο τον Ντε Γκολ. Αντιθέτως έδειξαν μία προτίμηση στον στρατηγό Ζηρώ ο οποίος έχοντας δραπετεύσει από την γερμανική αιχμαλωσία, ενδιαφερόταν περισσότερο για την εθνική ομοψυχία και συσπείρωνε γύρω του τους αντιπάλους του Ντε Γκολ. Τώρα πλέον ο Εξυπερύ είχε κάθε λόγο να καταταχθεί και πάλι με τις γαλλικές δυνάμεις που έδρευαν στην Αλγερία. 

 

Ο ίδιος ο Ζηρώ μάλιστα ζήτησε προσωπικά από τον Αϊζενχάουερ να επιτρέψει στον γνωστό συγγραφέα να καταταγεί στην παλιά του μονάδα επειδή πίστευε ότι η παρουσία του θα συμβόλιζε το πνεύμα της εθνικής ενότητας που τώρα ήταν απαραίτητο. Ωστόσο ο φιλόδοξος και αρχομανής ντε Γκωλ δεν παραιτείτο εύκολα από τον απώτερο σκοπό του να αναγνωρισθεί σαν ο μοναδικός εκπρόσωπος της μαχόμενης Γαλλίας και άρχισε να διαμαρτύρεται έντονα. Μόνο κάτω από την πίεση των Αμερικανών και παρουσία του ίδιου του Ρούζβελτ στην Καζαμπλάνκα, οι Ζηρώ και ντε Γκωλ υποχρεώθηκαν να συμφωνήσουν σε αμοιβαία υπόσχεση συνεργασίας. Αυτό όμως συνέβη μόνο για «τα μάτια του κόσμου». Στην πραγματικότητα το στίγμα της εμφύλιας διαμάχης μέσα στα γαλλικά στρατεύματα θα επιβίωνε για πολύ καιρό μετά. Κάποιοι κύκλοι πρότειναν στον ντε Γκωλ να κάνει μία χειρονομία συμφιλίωσης προς τον διάσημο Γάλλο αεροπόρο ο οποίος είχε γυρίσει για να πολεμήσει και πάλι για την Γαλλία. Η απάντηση του στρατηγού ήταν αποστομωτική: «Να μένει! Αφήστε τον να ασχολείται με τα χαρτιά του!»  

 

Ο Εξυπερύ προσγειώνεται στο Borgo (Corsica) με το αεροπλάνο του Ρ-38 που φέρει τον αριθμό 80.και που οι Αμερικάνοι είχαν βαφτίσει Peggy Back Δίπλα στον αριθμό διακρίνονται τα ανοίγματα για τις αναγνωριστικές κάμερες που έφερε στην θέση που κανονικά βρίσκονταν τα πολυβόλα. Ο Εξυπερύ πετούσε  άοπλος. Θα σκοτωθεί με ένα άλλο αεροπλάνο που έφερε τον αριθμό 223. (Δείτε το προφίλ του εδώ)

Έτσι τον Ιούνιο του 1943 και με τον βαθμό του επισμηναγού ο Εξυπερύ βρέθηκε ενταγμένος στην παλιά του μονάδα στην Τύνιδα, όπου συνάντησε και πάλι τον παλιό του διοικητή από την Μάχη της Γαλλίας, τον Ρενέ Γκαβουάλ. Μόλις βρέθηκε πάλι μέσα στο γνώριμο περιβάλλον των συναδέλφων του άρχισε να ξαναβρίσκει την διάθεση και την ευθυμία του. Η 2/33 υπαγόταν τώρα στην αμερικανική διοίκηση και ήταν εξοπλισμένη με τα νέα Lightning P-38, δικινητήρια αεροσκάφη μακράς ακτίνας με ισχυρή ιπποδύναμη που έφθαναν και τα 700 χαω –καταπληκτικές επιδόσεις αλλά ασυνήθιστες για τον Εξυπερύ που  δυσκολευόταν να εξοικειωθεί με την νέα τεχνολογία ακόμα και μετά από μία σκληρή εκπαίδευση επτά εβδομάδων. Οι μελαγχολικές του σκέψεις, η άσχημη φυσική του κατάσταση και η προχωρημένη του ηλικία συνδυάστηκαν τελικά όλα μαζί για να τον οδηγήσουν σε ένα ακόμη ατύχημα.

Η πρώτη αναγνωριστική αποστολή του στις 21 Ιουλίου 1943 εξελίχθηκε ομαλά, αλλά δέκα μέρες αργότερα κατά τη διάρκεια της προσγείωσης ξέχασε ότι το Lightning για να φρενάρει χρειαζόταν μόνο μία απλή κίνηση: να πατηθούν ταυτόχρονα και τα δύο ποδωστήρια μπροστά σαν φρένα αυτοκινήτου! Έτσι το αεροσκάφος συνέχισε την πορεία του, βγήκε από τον διάδρομο και σταμάτησε μόνο όταν το αριστερό του φτερό τσακίστηκε σε ένα δένδρο κόβοντας το στη μέση. Ένας στρατιωτικός γιατρός ενημέρωσε τον Αμερικανό στρατηγό στον οποίον υπαγόταν διοικητικά η 2/33, ότι το Ρ-38 ήταν ακατάλληλο για τον 43χρονο Εξυπερύ, αφού οι προδιαγραφές του απαιτούσαν πιλότους μέχρι 35 χρονών, πράγμα που οδήγησε στην απόλυσή του. Είναι άγνωστο που θα τον είχε οδηγήσει η κατάθλιψη του, αν μετά από μία περίοδο οκτώ απογοητευτικών μηνών ένας γνωστός του συνταγματάρχης δεν παρακαλούσε τον Αμερικανό να βρεθεί μία συμβιβαστική λύση. Εκείνος δέχτηκε αλλά με την προϋπόθεση ότι θα πετούσε μόνο σε πέντε αποστολές –κάτι το οποίο θα παρέμενε κρυφό από τον ίδιο τον Εξυπερύ, αλλά ούτε και οι συνάδελφοί του θα τολμούσαν ποτέ να του το πουν ή ακόμη και να το πράξουν! Εκείνος χωρίς να γνωρίζει τίποτα ήταν πάντα πρόθυμος να αναλάβει οποιαδήποτε αποστολή παρουσιαζόταν.

 Στα μέσα του 1944 οι γαλλικές εμφύλιες έριδες ήρθαν πάλι να πλήξουν τον αγνό πατριωτισμό του Εξυπερύ και αυτή την φορά η αντιπάθειά του για τον ντε Γκωλ φαινόταν να αποκτά έναν προσωπικό χαρακτήρα: ο Γάλλος στρατηγός μιμούμενος τον αντίπαλό του Πεταίν, απαγόρευσε και αυτός την κυκλοφορία των βιβλίων του στη Γαλλία! Η ηθικά απαράδεκτη αυτή πράξη ήταν το τελειωτικό κτύπημα στον ήδη ψυχικά εξαντλημένο άνθρωπο και ιδιαίτερα για έναν συγγραφέα που όλες οι εμπειρίες της ζωής του βρίσκονταν αποτυπωμένες μέσα στις σελίδες εκείνων των βιβλίων. Νοιώθοντας παραπεταμένος από την κοινωνία και τους ανθρώπους, έγραφε με πίκρα:

«Όταν πετάω πάνω από τις Άλπεις βρίσκομαι στο έλεος του οποιουδήποτε γερμανικού καταδιωκτικού, πολεμώντας με την στολή της πατρίδας μου η οποία με έχει αποκηρύξει σαν να ήμουν εχθρός της! Αχ αυτοί οι Ντε Γκωλικοί! Οι φράσεις που χρησιμοποιούν, η κομπορρημοσύνη τους, ο υπερπατριωτισμός τους…πόσο μου τη σπάνε!

Προσκεκλημένος ένα βράδυ σε ένα δείπνο από τον διοικητή των γαλλικών δυνάμεων στην Τύνιδα, δεν δίστασε να ομολογήσει την απογοήτευσή του: «Έχω αρχίσει να μετράω τις μέρες μου…δεν θα αργήσει η ώρα που κάτι θα μου τύχει…». Ο Γάλλος στρατηγός τηλεφώνησε στον Γκαβουάλ να προσέχει τον  Εξυπερύ γιατί η παράξενη στάση του τον είχε ανησυχήσει ιδιαίτερα. Την επομένη ο Εξυπερύ με εμφανώς αποτυπωμένη την συγκίνηση στα χαρακτηριστικά του, παρέδωσε στον Γκαβουάλ μία βαλίτσα με τα χειρόγραφα του τελευταίου του έργου, λέγοντάς του «Μην μου αρνηθείς να τα πάρεις». Το χειρόγραφο ήταν ημιτελές και έτσι θα έμενε. Ο Εξυπερύ δεν θα αργούσε να συναντήσει τους αγαπημένους του φίλους…

Ο Γκαβουάλ έντονα θορυβημένος πιά, άρχισε να αναζητά την ευκαιρία να τον διακόψει από τις πτήσεις γιατί όλη του η συμπεριφορά προμήνυε τάσεις αυτοκτονίας. Η ευκαιρία του δόθηκε την ημέρα των γενεθλίων του Εξυπερύ στις 29 Ιουνίου 1944, όταν επιστρέφοντας από μία αποστολή η εμφάνιση των φωτογραφιών του απεκάλυψε ότι σε όλη την διάρκεια της πτήσης εκείνος βρισκόταν πάνω από την εχθρική περιοχή της Β. Ιταλίας η οποία ήταν εντελώς άσχετη με εκείνη της Λυών στη Γαλλία η οποία ήταν ο καθορισμένος στόχος του! Και ο ίδιος δεν είχε αντιληφθεί τίποτα!

Όλοι κατάλαβαν τι είχε γίνει: σε ένα ύψος 9.000μ, μέσα σε ένα πιλοτήριο χωρίς συμπίεση και μετά από πολύωρη πτήση, το οξυγόνο καταναλωνόταν αφήνοντας τους απρόσεκτους πιλότους αναίσθητους. Το σώμα του αποκοιμισμένου πιλότου έπεφτε επάνω στο χειριστήριο, σπρώχνοντας το μπροστά και στέλνοντας το αεροσκάφος σε βύθιση. Το Lightning όμως ήταν ένα ιδιόμορφο αεροπλάνο. Καθώς η δυνατή ροή του αέρα ασκούσε τρομερή πίεση επάνω στο μακρύ πηδάλιο ύψους-βάθους, το χειριστήριο επανερχόταν βίαια στη θέση του χτυπώντας τον πιλότο ο οποίος ξύπναγε από το δυνατό χτύπημα και έβρισκε το αεροσκάφος να έχει επανέλθει μόνο του στην οριζόντια πτήση! Το ίδιο είχε συμβεί και σε άλλους, νεώτερους σε ηλικία πιλότους. Όσοι επιζούσαν συνήθως διηγούνταν την απίθανη περιπέτειά τους γελώντας. Αλλά φυσικά δεν συνέβαινε πάντα έτσι…

Ο Γκαβουάλ εκμεταλλεύθηκε το περιστατικό για να του απαγορεύσει αμέσως τις πτήσεις. Ο Εξυπερύ έπεσε σε βαριά κατάθλιψη και για τρείς μέρες δεν μιλούσε σε κανέναν. Το σοκ που υπέστη τρομοκράτησε τόσο τον Γκαβουάλ ώστε φοβήθηκε μήπως τελικά γινόταν εκείνος η αιτία που θα εξωθούσε τον φίλο του σε κάποια «μοιραία» πράξη, οπότε αναγκάστηκε να τον επαναφέρει στις πτήσεις.

Στη συνέχεια η 2/33 μετατέθηκε στην Κορσική όπου οι αποστολές αναγνώρισης ορίζονταν ανάλογα με την εμπειρία του κάθε πιλότου στην συγκεκριμένη περιοχή. Έτσι ο Εξυπερύ ανέλαβε με ιδιαίτερη χαρά την περιοχή Λυών-Γκρενόμπλ όπου είχε ζήσει τα αγαπημένα του παιδικά χρόνια. Πετώντας με το Ρ-38 “Peggy Back” με τον αριθμό 80 στο ρύγχος, φωτογράφιζε συχνά την περιοχή και σε μερικές φωτογραφίες μπορούσε κανείς να διακρίνει ακόμα και την σκεπή του παλιού του σπιτιού.

Εκεί στην όμορφη Κορσική, στα μέσα του ζεστού καλοκαιριού του 1944, ο Εξυπερύ πέρασε κάποιες ευχάριστες στιγμές σε μερικές παραλιακές ταβέρνες, γευματίζοντας με κάποια νεαρά ζευγάρια που του ζητούσαν να τους διηγηθεί κάποιες περιπέτειες από την ζωή και τα βιβλία του. Εκείνος πάντα ευδιάθετος σε τέτοιες περιστάσεις, τους αναπαριστούσε με κωμικές κινήσεις πάνω στην άμμο τις περιπέτειές του από το Ταχυδρομείο του Νότου ή την διάσωση του στην Λυβική έρημο. Εκείνες οι στιγμές τον βοηθούσαν κάπως να ανακάμψει ηθικά. Οι συνάδελφοί του στην μονάδα δήλωναν κρυφά στον μοίραρχό τους, ότι προσφέρονταν να αντικαταστήσουν τον καταβεβλημένο σύντροφό τους σε αποστολές που εκείνος δεν θα ήταν «διαθέσιμος». Ο Εξυπερύ όμως ήταν πάντοτε ακριβής στο πρόγραμμά του και δίπλα στο αεροσκάφος του την προκαθορισμένη ώρα. Ακόμα και αν κάποιος τολμούσε παρουσία του να προθυμοποιηθεί να τον αντικαταστήσει, εκείνος τον κοιτούσε με ένα άγριο βλέμμα σαν να του έλεγε: «Ε! Αυτή η αποστολή είναι δική μου!».

 

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΠΤΗΣΗ

 

«Κοίτα με πως κατάντησα, ένας βετεράνος χιλιάδων ψυχικών πολέμων

Η ζωντάνια μου ξοδεμένη πιά, ο θώρακάς μου τσακισμένος

Τα όπλα μου τελείωσαν, έμεινα μόνος κι απογυμνωμένος

Τραύματα γεμάτος και πληγές.

Σε ικετεύω, μην τ΄αφήσεις άλλο να συνεχιστεί,

είναι πια καιρός να ξαποστάσω»

(Blue Oyster Cult, “Veteran of the psychic wars”)

 

 

 

Η επιχείρηση «Αμόνι» ήταν το αμερικανικό σχέδιο απόβασης στην νότιο Γαλλία και συγκεκριμένα την περιοχή της Ριβιέρας και των Καννών. Ήταν ένα σχέδιο στο οποίο οι Βρετανοί είχαν αντιταχθεί έντονα από την αρχή αφού η αργή προώθηση των συμμαχικών στρατευμάτων στην Ιταλία και οι βαριές απώλειες τους απασχολούσαν περισσότερο από το μέτωπο της Γαλλίας το οποίο δεν φαινόταν να αντιμετωπίζει τόσο μεγάλα προβλήματα. Παρόλα αυτά η γνώμη των Αμερικανών υπερίσχυσε: το ζωτικότερο μέτωπο του πολέμου ήταν πάντα η Γαλλία και εκεί θα έπρεπε να δοθεί η μεγαλύτερη βαρύτητα. Εξάλλου η νότιος Γαλλία ήταν σχεδόν αφύλακτη από γερμανικές δυνάμεις οι οποίες βρίσκονταν όλες συγκεντρωμένες στην Νορμανδία, οπότε μία αναίμακτη νίκη εκεί θα επιτάχυνε την κατάρρευση της γερμανοκρατούμενης Γαλλίας. Οι συμμαχικές προθέσεις όμως δεν διέφυγαν εντελώς της προσοχής των Γερμανών.

Η αποστολή των δύο γερμανικών καταδιωκτικών που είχαν απογειωθεί από τις βάσεις της Οράνζ και της Αβινιόν στις 30 Ιουλίου 1944 ήταν να ερευνήσουν πιθανή συγκέντρωση εχθρικών στρατευμάτων στην δυτική Μεσόγειο και την Β. Αφρική. Ένα Messerschmitt 109 είχε αναλάβει τον ρόλο του φωτο-αναγνωριστικού και ένα Focke Wulf 190 θα κάλυπτε το πρώτο. Οι εντολές που είχε λάβει ο σμηνίας Ρόμπερτ Χάϊχελλε ήταν απλά να προστατεύσει τον συνάδελφό του και να αποφύγει οποιαδήποτε άλλη εμπλοκή σε αερομαχία, αφού ήταν γνωστό ότι η Συμμαχική αεροπορία κυκλοφορούσε πλέον ελεύθερη πάνω από την περιοχή του στόχου.  

 

Την ίδια στιγμή δύο Lightning της 2/33 απογειώνονταν για μία παρόμοια αναγνωριστική αποστολή πάνω από την συνηθισμένη περιοχή Λυών-Γκρενόμπλ, στα γαλλο-ελβετικά σύνορα. Στο ένα βρισκόταν ο ίδιος ο Ρενέ Γκαβουάλ και στο άλλο ο Αμερικανός υποσμηναγός Τζην Μέρεντιθ επιφορτισμένος με την προστασία του άοπλου αεροσκάφους του διοικητή του. Όλα κυλούσαν ήσυχα μέχρι την στιγμή που βρέθηκαν πάνω από την Ριβιέρα. Ο Γκαβουάλ είδε τον  Μέρεντιθ ξαφνικά να ξεφεύγει από τον σχηματισμό για να αντιμετωπίσει όταν ένα γερμανικό Focke Wulf που τους πλησίαζε από τα νώτα. Καθώς όμως εκείνος απομακρυνόταν, άκουγε τα σποραδικά λόγια του Μέρεντιθ μέσα από τα ακουστικά του να τον γεμίζουν φόβους: «Πλησιάζω για επίθεση…Ωχ, με πέτυχε!…»…και μετά σιωπή. Ο Γκαβουάλ δεν είδε το αεροσκάφος του Μέρεντιθ να πέφτει στη θάλασσα αλλά δεν χρειαζόταν πολύ φαντασία για να καταλάβει τι είχε συμβεί. Ο σμηνίας Χάϊχελλε είχε κερδίσει την πρώτη κατάρριψη του. Ενθουσιασμένος από την επιτυχία του άφησε το δεύτερο εχθρικό αεροπλάνο να ξεφύγει αφού οι διαταγές του απαγόρευαν κάθε εμπλοκή με εχθρικά αεροσκάφη που δεν αποτελούσαν απειλή για τον συνάδελφό του.

Ο Γκαβουάλ επέστρεψε στη βάση του σώος αλλά αναστατωμένος. Οκτώ λεπτά αργότερα μερικά αεροσκάφη διέγραφαν κύκλους πάνω από το σημείο που είχε δει τον Μέρεντιθ τελευταία φορά αλλά η έρευνα απέβη μάταια, το πτώμα του δεν βρέθηκε ποτέ. Και οι δυσάρεστες εκπλήξεις για τον Γκαβουάλ δεν είχαν τελειώσει ακόμα: όταν οι μηχανικοί του πήγαν να αφαιρέσουν το φωτογραφικό φιλμ από το αεροσκάφος του για εμφάνιση διαπίστωσαν ότι τα καλύμματα των φωτογραφικών μηχανών στο ρύγχος του Lightning είχαν ανοίξει και τα φιλμ είχαν πάρει φως! Η αποστολή έπρεπε να επαναληφθεί την επόμενη μέρα! Το πρόγραμμα πτήσεων για τις 08.45πμ της 31ης Ιουλίου 1944 έγραφε: Επισμηναγός Α. Ντε Σαιντ Εξυπερύ…

Ο Γκαβουάλ ταράχτηκε! Ήθελε να αποφύγει να στείλει τον φίλο του στην συγκεκριμένη αποστολή, αλλά ταυτόχρονα δεν τολμούσε να αλλάξει και το πρόγραμμα πτήσεων. Πλησίασε κρυφά έναν από τους πιλότους του, τον Αμερικανό υποσμηναγό Ζίγκλερ, και του ζήτησε να αντικαταστήσει τον Εξυπερύ χωρίς όμως να δημιουργηθεί θέμα. Ο Ζίγκλερ κοίταξε το πρόγραμμα, είδε την ώρα έναρξης της αποστολής και χαμογέλασε πονηρά: εννιά παρά τέταρτο το πρωί: πολύ νωρίς για τον ξενύχτη Εξυπερύ! Υπολόγισε ότι εκείνος θα βρισκόταν στον αέρα όταν ακόμα ο Γάλλος επισμηναγός θα σηκωνόταν από το κρεβάτι του. Θαυμάσια δικαιολογία!

Την επόμενη μέρα όμως στις 08.30 ακριβώς ο Εξυπερύ βρισκόταν δίπλα στο αεροπλάνο του έτοιμος να απογειωθεί! Ο Ζίγκλερ και ο Γκαβουάλ κοιτάχτηκαν με ανήσυχες ματιές αλλά κανένας τους δεν τόλμησε να πει τίποτα. Το πρόγραμμα θα τηρείτο κανονικά…

Πάντα άρεσε στους Αμερικανούς να δίνουν αστείες ονομασίες στις αποστολές τους, για αυτό ο χαρακτηριστικό κλήσης της αποστολής της 31ης Ιουλίου ήταν “Dress down 6” ( ο ξεβράκωτος 6!) και η βάση είχε την κωδική ονομασία “Colgate”! Ο Εξυπερύ μπήκε στο πιλοτήριο, προσδέθηκε και πριν αρχίσει τις διαδικασίες απογείωσης κοίταξε με νοσταλγία -για μία ακόμη και τελευταία φορά- την φωτογραφία των δύο αγαπημένων φίλων του, του Μερμόζ και του Γκυγιωμέ, που βρισκόταν πάντα κολλημένη στις καμπίνες των αεροπλάνων του. Αυτή την φορά πέταγε με ένα Lightning βαμμένο με την τυπική αμερικανική παραλλαγή πράσινου-γκρι, με κίτρινα spinners, γαλλικά εθνόσημα και τον αριθμό 223 στο ρύγχος, άοπλο κι αυτό όπως όλα τα αναγνωριστικά.

Colgate από Dress Down 6, ζητώ άδεια για τροχοδρόμηση και απογείωση!», ακούστηκε η φωνή του μέσα από τον ασύρματο, καθώς καλούσε τον πύργο. Λίγο αργότερα οι δύο κινητήρες μούγκρισαν άγρια μέσα στην ησυχία του αεροδρομίου Μπάστια-Μπόργκο της Κορσικής και το Ρ-38 άρχισε να τροχοδρομεί. Πάνω από την Ριβιέρα και με πορεία βορειοανατολική προς την περιοχή της Γκρενόμπλ όπου βρισκόταν ο προορισμός του, έσβησε το IFF όπως προβλεπόταν για να μην γίνει αντιληπτός από τον εχθρό και το στίγμα του χάθηκε για πάντα από τα ραντάρ επιτήρησης. Η επιστροφή του αναμενόταν γύρω στις 12.30μμ αλλά οι ώρες περνούσαν χωρίς κανένα νέο από τον Dress Down 6. Στις 14.30 τα καύσιμά του έπρεπε να είχαν τελειώσει και μία ώρα αργότερα, στις 15.30, έπρεπε να θεωρηθεί επίσημα αγνοούμενος. Και έτσι παραμένει μέχρι σήμερα. Ο Γκαβουάλ απαρηγόρητος για τον χαμό του φίλου του, θεώρησε τον εαυτό του άμεσα υπεύθυνο. Το αεροπλάνο ή το σώμα του Εξυπερύ –όπως και εκείνο του Μικρού Πρίγκηπα -δεν βρέθηκαν ποτέ στη γη ή στη θάλασσα και έκτοτε κανείς δεν έμαθε ποτέ τίποτα για την τύχη του.

 

 

Ο ΘΡΥΛΟΣ ΠΑΡΑΜΕΝΕΙ ΖΩΝΤΑΝΟΣ

 

Στις 3 Νοεμβρίου 1944 η γαλλική διοίκηση –ίσως και με την σύμφωνη γνώμη του ντε Γκωλ- του απένειμε μεταθανάτια το παράσημο της Πολεμικής Τάξης και το 1994, στην 50η επέτειο του θανάτου του, η Γαλλία κυκλοφόρησε χαρτονόμισμα των 50 φράγκων με την φωτογραφία του. Παράλληλα όμως το όνομά του και οι μυστηριώδεις συνθήκες του θανάτου του είχαν λάβει διαστάσεις θρύλου. Η έρευνα των αρχείων της Luftwaffe μετά τον πόλεμο απέδειξε ότι την ημέρα του θανάτου του οι Γερμανοί δεν είχαν πραγματοποιήσει καμία έξοδο καταδιωκτικών στην περιοχή, ούτε διεκδίκησαν καμία κατάρριψη. Οι δυνάμεις τους εκεί αποτελούντο από δύο αεροπλάνα και απειροελάχιστα αντιαεροπορικά τα οποία εκείνη την στιγμή άρχιζαν να εγκαταλείπουν την περιοχή μόλις αντιλήφθηκαν τις συμμαχικές προθέσεις. Τα ερωτήματα ήταν πολλά και παρέμειναν αναπάντητα: είχε καταρριφθεί, είχε συλληφθεί αιχμάλωτος, ήταν νεκρός ή…είχε αυτοκτονήσει; Το τελευταίο ερώτημα έγινε ακόμα πιο έντονο, όταν ανακαλύφθηκε ότι το κρεβάτι του όλη την προηγούμενη νύχτα είχε μείνει απείραχτο, που σημαίνει ότι δεν είχε κοιμηθεί –πράγμα εξαιρετικά ασυνήθιστο για εκείνον. Οι υποψίες του ενδεχομένου της αυτοκτονίας του αποκτούν ιδιαίτερο βάρος αν κάποιος διαβάσει τα λόγια που είχε γράψει κάποτε ο ίδιος σε ένα από τα τελευταία βιβλία του:

«Δεν με πειράζει κι αν πεθάνω στον πόλεμο. Το ερώτημα είναι τι θα απομείνει από όσα αγάπησα. Κι αν τελικά πεθάνω, θα μοιάζω νεκρός αλλά δεν θα είμαι.»…«Κάποια μέρα θα χαθώ πάνω σε έναν μαρτυρικό σταυρό που θα είναι η Μεσόγειος»…

Την δεκαετία 1990-99 οι Γάλλοι δημιούργησαν και πάλι έναν θόρυβο γύρω από τον θάνατό του, ξεκινώντας μία σειρά ερευνών με τα νεώτερα τεχνικά μέσα προς εντοπισμό του αεροσκάφους του, για την πτώση του οποίου υπάρχουν δύο ακριβείς αναφορές που ταιριάζουν στο περιστατικό. Η πρώτη προέρχεται από μία Γαλλίδα η οποία σαν μικρό κορίτσι τότε έκανε διακοπές ανατολικά της Τουλών στην πόλη Καρκυράν, και είδε ένα αεροπλάνο να πέφτει μπροστά στην παραλία του σπιτιού της, κάπου πέντε χιλιόμετρα από την ακτή, στις 12.00 της 31/7/44. Σύμφωνα με τα λόγια της το αεροπλάνο δεν φλεγόταν αλλά έπεφτε με όλη του την ταχύτητα έως ότου συνετρίβη στην θάλασσα με έναν υπόκωφο θόρυβο. Η άλλη είναι και η μόνη επίσημη πολεμική αναφορά προερχόμενη από την Ανώτατη Γερμανική Διοίκηση της Τουλών και αναφέρεται στην μαρτυρία ενός υπαξιωματικού χειριστού αντιαεροπορικού πυροβόλου:

«Ένα δικινητήριο αεροπλάνο πετούσε με έναν παράξενο τρόπο, σε μεγάλο ύψος και με μεγάλη ταχύτητα πάνω από την πυροβολαρχία μας με κατεύθυνση προς την θάλασσα. Σε απόσταση 15 χιλ. από την ακτή κατέπεσε και διαλύθηκε».  

Οι δύο μαρτυρίες είναι σχεδόν ταυτόσημες και φαίνονται λογικές, ενώ επιπλέον κανένα άλλο αεροπλάνο δεν είχε χαθεί εκείνη την ημέρα στην περιοχή αυτή. Με βάση αυτά τα στοιχεία τον Σεπτέμβριο του 1992 ένα γαλλικό βαθυσκάφος υπό την καθοδήγηση του ωκεανογράφου Ζαν Ρου ξεκίνησε έρευνες στην θαλάσσια περιοχή οι οποίες όμως δεν απέδωσαν τίποτα. Τέσσερα χρόνια αργότερα (1996) κάποια καινούργια στοιχεία που ήρθαν συμπτωματικά στο φως έπεισαν τον ωκεανογράφο να ξαναρχίσει τις έρευνες: στον βυθό της περιοχής είχε βρεθεί ένας αεροπορικός σάκος που περιείχε διάφορα χαρτιά σαν προσωπικά χειρόγραφα, μία χάρτινη σκακιέρα –το αγαπημένο παιχνίδι του Εξυπερύ- στρατιωτικούς χάρτες και μία εφημερίδα της Κορσικής με ημερομηνία 31/7/44! Με βάση τα νέα αυτά στοιχεία που προσέδιδαν στην υπόθεση την χροιά ενός αστυνομικού θρίλλερ, ο Ρου ξανάρχισε τις έρευνες με ανανεωμένες ελπίδες, πιστεύοντας ακράδαντα ότι αυτά τα αντικείμενα μπορούσαν να προέρχονται μόνο από το αεροσκάφος του αγνοούμενου συγγραφέα. Οι νέα σειρά ερευνών αποκάλυψε κάποια μικρά μεταλλικά κομμάτια για τα οποία οι ειδικοί δήλωσαν ότι θα μπορούσαν πράγματι να προέρχονται από τους κινητήρες Allison του Lightning, αλλά τίποτα άλλο πέρα από αυτό. Τα σημαντικότερα ευρήματα που εξακολουθούσαν να συνδέονται περισσότερο με το πρόσωπό του ήταν εκείνα της προηγούμενης αποστολής στα οποία όμως δυστυχώς κανείς δεν είχε δώσει τότε ιδιαίτερη σημασία, θεωρώντας απίθανο να ανήκουν στον Εξυπερύ, και τα οποία τελικά χάθηκαν μέσα από τις αποθήκες που φυλάσσονταν.  

Η τελευταία εκείνη αναμόχλευση της υπόθεσης δεν άργησε να δημιουργήσει και κάποιες πονηρές σκέψεις με απώτερο σκοπό την τουριστική εκμετάλλευση του θανάτου του Εξυπερύ οι οποίες έλαβαν ανεξέλεγκτες διαστάσεις. Μετά από λίγο καιρό οι τοπικές αρχές της Καρκυράν θυμήθηκαν ξαφνικά το πτώμα ενός αγνώστου που βρισκόταν θαμμένος στο νεκροταφείο της πόλης και το οποίο είχε ξεβράσει η θάλασσα τον Σεπτέμβριο του 1944. Ο δήμαρχό της δήλωσε αμέσως ότι ανήκε στον Εξυπερύ αλλά ταυτόχρονα απαγόρευσε οποιαδήποτε γονιδιακή έρευνα για την εξακρίβωση της ταυτότητας του νεκρού, ισχυριζόμενος ότι αυτό αποτελούσε ιεροσυλία!  Και σαν να μην έφταναν αυτά, οι ισχυρισμοί ενός πρώην Γερμανού πιλότου ονόματι Γκύντερ Στέντφελντ, μιλούσαν για την κατάρριψη του Εξυπερύ κατά την διάρκεια αερομαχίας όπου ο ίδιος είχε δεχθεί ξαφνικά την επίθεση του γαλλικού Ρ-38, αλλά με έναν επιτυχή ελιγμό κατάφερε να βρεθεί γρήγορα στα νώτα του Εξυπερύ και να τον καταρρίψει, παρακολουθώντας το φλεγόμενο θύμα του να συντρίβεται σε έναν κόλπο της περιοχής. Αυτή ήταν και η πιο αποτυχημένη «σκηνοθεσία» του θανάτου του Εξυπερύ, γιατί όπως όλα τα αναγνωριστικά Ρ-38, έτσι και το δικό του δεν έφερε οπλισμό. Μετά από όλα αυτά οι Γάλλοι άρχισαν να ανησυχούν για το που θα μπορούσε να οδηγήσει όλη εκείνη η εκμετάλλευση της μνήμης του, οπότε αποφάσισαν να εγκαταλείψουν οριστικά το θέμα.  Στη συνέχεια τον Αύγουστο του 1998 ένας ψαράς ανακάλυψε 200 χλμ ανοιχτά της Μασσαλίας μία ασημένια μεταλλική ταυτότητα η οποία έφερε επάνω της το όνομα του Εξυπερύ και της γυναίκας του Κονσουέλο. Όπως αποδείχτηκε μετά από καιρό η ταυτότητα αυτή ήταν πραγματική πράγμα που κέντρισε και πάλι τους ερευνητές. Την στιγμή που γράφεται αυτό το άρθρο (Ιούνιος 2000) και ενώ η Γαλλία ετοιμάζεται να εορτάσει την επέτειο της γέννησής του, ο Γάλλος δύτης Λυκ Βανρέλ (Luc Vanrell) έχει εντοπίσει σε βάθος 85m κάποια συντρίμμια τα οποία είναι βέβαιος ότι ανήκουν στο αεροσκάφος του Εξυπερύ αλλά αρνείται ακόμη να αποκαλύψει το σημείο. Οι συγγενείς του μεγάλου συγγραφέα ωστόσο είναι διστακτικοί και θα επιθυμούσαν η μνήμη του να παραμείνει αδιατάρακτη. Εντούτοις ο Βανρέλ με την μεγάλη επιμονή του μετά από 8 χρόνια μπόρεσε όχι μόνο να εξακριβώσει την γνησιότητα του αεροπλάνου εκείνου το οποίο αναμφισβήτητα ανήκει στον Εξυπερύ , αλλά ώθησε και έναν γερμανό παλαίμαχο πιλότο , σήμερα 88 ετών (2008) , τον Χόρστ Ρήπερτ (Horst Rippert) να δηλώσει ότι ήδη από τα τέλη του πολέμου πίστευε ότι ήταν αυτός που τον κατέρριψε με ένα Me109G, αλλά θαύμαζε τόσο σαν νέος τον συγγραφέα που δεν τολμούσε να το αποκαλύψει , ενώ , όπως δήλωσε , εκτός από την μέρα και τη θέση της κατάρριψης του P-38 δεν μπόρεσε φυσικά να δει τον ίδιο τον πιλότο μέσα στο κόκπιτ κι ούτε είδε τον πιλότο εκείνου του αεροπλάνου να το εγκαταλείπει , για να μπορεί να είναι απόλυτα σίγουρος.

Σίγουρα η ισχυρή πρόσκρουση του αεροπλάνου στη θάλασσα  κατατεμάχισε αυτό και τον πιλότο του σε τόσο μικρά κομμάτια ώστε η λάσπη του βυθού κάλυψε για πάντα τον σκελετό του. 

Επισκεφθείτε την ιστοσελίδα του δύτη - αρχαιολόγου Βανρέλ εδώ και θαυμάστε τις φωτογραφίες των συντριμμιών του αεροπλάνου του Εξυπερύ, όπως και μια ακριβέστατη αναπαράσταση (προφίλ) του αεροπλάνου του συγγραφέα. Από το 2004 τα κομμάτια αυτά εκτίθενται στο Αερο-Μουσείο του Λε Μπουρζέ , ενώ ο δημοσιογράφος Ζακ Πραντέλ δημοσίευσε το 2008 βιβλίο αφιερωμένο σε αυτή την έρευνα

 

 

....Ο Εξυπερύ υπήρξε πάντα ένας βαθιά συναισθηματικός άνθρωπος που ζούσε με τα φαντάσματα του παρελθόντος. Όποιο κι αν ήταν το τέλος του, τώρα τα είχε συναντήσει…

 

Idioceiro scedio tou Exupery gia to biblio tou "o MikroV PrigkipaV"

Το βιβλίο αυτό που φέρεται σαν το απάνθισμα των στοχασμών του συγγραφέα κι είναι το 3ο σε σειρά πωλήσεων στην παγκόσμια εκδοτική ιστορία. Είναι μεν ένα παραμύθι αλλά που μόνο οι μεγάλοι μπορούν να καταλάβουν

(ΣΗΜ : Προσωπικά απορώ γιατί το δείχνουν σε παιδικές παραστάσεις. Τα παιδιά δεν είναι δυνατόν να καταλάβουν τίποτα απ' όσα ο συγγραφέας εννοούσε πίσω απ τα λόγια του κειμένου)

 

Το πιο αντιπροσωπευτικό απόφθεγμα του Εξυπερύ που τον εκφράζει απόλυτα , όπως και όλο του το έργο κι είναι σκαλισμένο σε πολλές επιφάνειες είναι το παρακάτω :

 

«Το ουσιώδες είναι αόρατο στα μάτια, δεν μπορούμε να δούμε σωστά παρά μόνο με την καρδιά».  

 

 


BIBLIOGRAFIA :

  ·   Paul Webster «Antoine de Saint Exupιry : Vie et mort du Petit Prince», εκδόσεις Dufelin 1993 Paris

·       Antoine de Saint Exupιry : Gιnies et Realitιs, εκδόσεις Hachette 1963 .

·       Συλλογή άρθρων από συμπολεμιστές, φίλους και συγγενείς του Εξυπερύ.

·       Rene Pillorget: «Le Prince du Ciel» περιοδικό Historama Ιούλιος 1991.

·         Paul-Jean Franchesini: «Antoine de Saint Exupιry : Les ailes et la Lιgende» Άρθρο του περιοδικού L’ EXPRESS 26/5/1994

·       Rene Jean-Michelle Demetz «Le grande traque du Lightning perdu» Άρθρο του περιοδικού L’ EXPRESS 26/5/1994

·       Αποσπάσματα της Μοίρας 2/33.  

·       OCEANSPACE , the FREE online marine science and ocean technology magazine, Issue Number 87 dated Monday 2nd November 1998